30.3.13

Ο Γιώργος Κορδομενίδης στους "Επίμονους Θεσσαλονικείς"


[Παρότι θα μπορούσε να εκληφθεί ως αυτοπροβολή, αναρτούμε εδώ τη χθεσινή ανακοίνωση του Μορφωτικού Ιδρύματος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης]



Eκδήλωση – αφιέρωμα στον επί 25 συναπτά έτη “επίμονο” και… ιδίοις αναλώμασι εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού “Εντευκτήριο” Γιώργο Κορδομενίδη διοργάνωσε, χθες το βράδυ (Πέμπτη 28/3), στη Θεσσαλονίκη, το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας – Θράκης.
Το περιοδικό “Εντευκτήριο”, πνευματικό αλλά και φυσικό “παιδί” του νεαρού δημοσιογράφου – αρχικά-, υπευθύνου Τύπου και δημοσίων σχέσεων Βορείου Ελλάδος της Εθνικής Τράπεζας (1983-2001) και διευθυντή του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη (1997-2009), Γιώργου Κορδομενίδη πρωτοεκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1987 (τεύχος 1) κι υπήρξε -έκτοτε- ένας “έντυπος χώρος”, όπου συναντώνται πρόσωπα και κείμενα. Με θεματογραφία που κινούνταν πέριξ της λογοτεχνίας -όχι απαραίτητα της τοπικής– ντόπιων δημιουργών και με φιλοδοξίες (που με τα χρόνια επιτεύχθηκαν και με το παραπάνω) να διαβάζεται με ενδιαφέρον σε όλη την Ελλάδα.
Σήμερα, 25 χρόνια και 99 τεύχη μετά… το “Εντευκτήριο” (παρά την ισχυρή παράδοση της πόλης στα λογοτεχνικά περιοδικά), παραμένει το μοναδικό -και μάλιστα μακρόβιο- λογοτεχνικό περιοδικό της πόλης και τη χώρας.
Από τις σελίδες του πέρασαν δεκάδες νέοι -και παλαιότεροι κυρίως στα αφιερώματα- λογοτέχνες, κριτικοί λογοτεχνίας, κείμενα (η ποιότητα των οποίων κι όχι το “όνομα” του συγγραφέα τους, υπήρξε το μοναδικό – σύμφωνα με τον τιμώμενο εκδότη – κριτήριο για τη δημοσίευσή τους).

Για τον “εύγλωττο νεαρό της δεκαετίας του ΄80” που κατάφερε με τα χρόνια να θέσει την προσωπική του σφραγίδα στο περιοδικό και -“παρότι με τα χρόνια έχουν εκπέσει και τα κριτήρια για το τι είναι καλό και τι κακό”- το “Εντευκτήριο” να παραμένει “ένα καλό περιοδικό”, μίλησε ο συγγραφέας – βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος.
“Επίμονο” αλλά και “δημιουργικό” και “εργασιομανή και ακατάβλητο και “τελειοθήρα” και “ασυμβίβαστο” και πλήθος ακόμη “επιθετικούς προσδιορισμούς”, που η ίδια πρόσθεσε, χαρακτήρισε τον Γιώργο Κορδομενίδη η δημοσιογράφος – διευθύντρια επί σειρά δημιουργικών ετών του πολιτιστικού ραδιοσταθμού της ΕΡΤ3 “9.58”, με τον οποίο συνεργάστηκε ο Γιώργος Κορδομενίδης, Βάνα Χαραλαμπίδου.
Ενώ η συγγραφέας Σοφία Νικολαίδου, συνεργάτης και του “Εντευκτηρίου”, προτίμησε να αξιοποιήσει την παρουσία τους στην εκδήλωση θέτοντας ερωτήσεις στον τιμώμενο που αφορούσαν τις επικείμενες τυχόν αλλαγές και προσαρμογές του “χάρτινου” Εντευκτηρίου στην ηλεκτρονική εποχή του διαδικτύου, τον τρόπο επιλογής των προβαλλόμενων από το περιοδικό συγγραφέων και των κειμένων τους κ.ά.

Η σειρά εκδηλώσεων του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜ-Θ με το γενικό τίτλο «Επίμονοι Θεσσαλονικείς» θα συνεχιστεί τον επόμενο μήνα, με τιμώμενο αυτή τη φορά τον… επίμονο φωτογράφο Γιάννη Κυριακίδη.

27.3.13

Σταύρος Ζαφειρίου: Προς τα πού



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Σταύρος Ζαφειρίου
Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία)
από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

Ένας ποιητικός διάλογος με την ιστορία και τον μύθο, όπου ο πόλεμος, ο φόβος, το μίσος, το πεπρωμένο της φυλής και του αίματος ορίζουν την κατεύθυνση ενός πολιτισμού που βεβηλώνεται διαρκώς.
Ένα ποιητικό βιβλίο με ενσωματωμένες οργανικά τις σημειώσεις που κρατήθηκαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του.
Ένα πολιτικό βιβλίο σε μια εποχή όπου και οι απαντήσεις αποτελούν  ερωτήματα.

Τρίτη 2 Απριλίου 2013, Ώρα 20:30
στο Booze Cooperativa
(Κολοκοτρώνη 57, Μοναστηράκι)

Θα μιλήσει ο Ευριπίδης Γαραντούδης,
καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,
και εμμέσως ο Σταύρος Ζαφειρίου.

Θα ακολουθήσει δρώμενο διάρκειας 15΄ με αποσπάσματα του ποιητικού κειμένου και των σημειώσεων, σε σκηνοθετική επιμέλεια Νίκου Σακαλίδη και τη συμμετοχή των ηθοποιών Μελίνας Γαρμπή και Αντώνη Πριμηκύρη. 

26.3.13

Επίμονοι Θεσσαλονικείς: Γιώργος Κορδομενίδης


«Επίμονοι Θεσσαλονικείς» στο Μορφωτικό Ίδρυμα ΕΣΗΕΜ-Θ 

Προσωπικότητες που με το έργο τους κόμισαν χαρακτηριστικά στοιχεία στο νεότερο πρόσωπο της Θεσσαλονίκης θα παρουσιάσει στο κοινό το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΜ-Θ, σε μια σειρά εκδηλώσεων με γενικό τίτλο «Επίμονοι Θεσσαλονικείς».
Κοινό στοιχείο στα πρόσωπα που θα επιλεγούν είναι, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος, η προσήλωσή τους στην παραγωγή έργου, κατά κύριο λόγο στο πεδίο του πολιτισμού, μέσα στο ασταθές (άλλοτε γόνιμο κι άλλοτε εχθρικό) περιβάλλον της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Στη διαδικασία αυτήν, τα συγκεκριμένα πρόσωπα και η πόλη συνδιαμόρφωσαν με ένα σχήμα αλληλεπίδρασης τα στοιχεία της ταυτότητάς τους.
Πρώτος στη σειρά των «Επίμονων Θεσσαλονικέων» που θα παρουσιαστούν είναι ο Γιώργος Κορδομενίδης, εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Εντευκτήριο, το οποίο συμπληρώνει φέτος 25 χρόνια ζωής.
Την Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013, στις 19.00, στην αίθουσα του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜ-Θ (Μορκεντάου 1, 1ος όροφος) ο βιβλιογράφος και ποιητής Δημήτρης Δασκαλόπουλος θα μιλήσει για τη διαδρομή του περιοδικού Εντευκτήριο και του εκδότη του, η δημοσιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου θα αναφερθεί στην πορεία του Γιώργου Κορδομενίδη ως ραδιοφωνικού παραγωγού και η συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου θα συζητήσει μαζί του για τον ρόλο των λογοτεχνικών περιοδικών και της κριτικογραφίας

.


Η τόλμη των Αυστραλών

γράφει ο Γιώργος Καρελιάς

πηγή: www.protagon.gr



Tις προάλλες ξεκαθάρισε ότι η χώρα της δεν επιτρέπει την εισαγωγή «απεχθών ιδεών». Ιδού πώς το είπε: «Αν κάποιος θέλει να φέρει εδώ τις απεχθείς ιδέες του, δεν θα το επιτρέψουμε. Δεν υπάρχει θέση στο έθνος μας για τέτοιου είδους πολιτικούς και τέτοιου είδους πολιτικές ιδέες».
Η πρωθυπουργός της Αυστραλίας δεν φοβήθηκε μήπως χαρακτηρίσουν την απόφασή της «αντιδημοκρατική», ούτε ότι «εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών». Είπε ξεκάθαρα ότι η χώρα της δεν χρειάζεται τις ιδέες των Κασιδιάρηδων, που θέλουν να πάνε εκεί, για να «διαπαιδαγωγήσουν» και τους Έλληνες μετανάστες.

Χτες απηύθυνε ένα μήνυμα με αφορμή την εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου. Συνηθίζονται αυτά, σε χώρες με μεγάλες κοινότητες ομογενών. Όμως, πέραν των συνήθων αναφορών στον ηρωισμό των Ελλήνων του 1821, η πρωθυπουργός της μακρινής αυτής χώρας είπε και τα εξής:
«Ως ηγέτιδα της Αυστραλίας, αναγνωρίζω με ευγνωμοσύνη την προσφορά των Ελλήνων μεταναστών, οι οποίοι συνέβαλαν σε τόσο μεγάλο βαθμό στην αλλαγή και ζωντάνια αυτής της χώρας, που όλοι αγαπάμε. Το σχήμα της σύγχρονης Αυστραλίας θα ήταν ανύπαρκτο χωρίς την συνεισφορά των Ελλήνων. Είμαστε ένα καλύτερο, πλουσιότερο έθνος εξαιτίας της δικής σας προσφοράς».

Καθώς το διάβαζα, αναρωτήθηκα. Θα τολμούσε, άραγε, Έλληνας πολιτικός ηγέτης να μιλήσει  κάποια στιγμή για την προσφορά των μεταναστών (Αλβανών, Φιλιππινέζων, Ουκρανών, Αφρικανών κ.λπ.) στην Ελλάδα; Γι’ αυτούς που μάζευαν τα αγροτικά προϊόντα  όταν οι Ελληνες έπιναν φραπέ στις καφετέριες; Γι’ αυτές που φρόντιζαν τους ηλικιωμένους, ενώ οι Ελληνίδες ούτε που το συζητούσαν;
Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Εδώ, αυτή η συζήτηση δεν έγινε την εποχή της ευημερίας. Θα γίνει σήμερα που τον τόνο δίνουν οι «απεχθείς ιδέες» των χρυσαυγιτών; Οπότε ας ξαναδιαβάσουμε όσα είπε η Τζούλια Γκίλαρντ και ας ξανασκεφθούμε πώς προοδεύει μια χώρα που σκέφτεται και προγραμματίζει με σοβαρότητα και δεν διστάζει να αναγνωρίζει τη συμβολή των ξένων στην πρόοδό της.

Μακάρι και οι δικοί μας, κάποτε.


25.3.13

Για ποια παρέλαση μου λες;

υπογραφή: Γιώργος Τούλας

πηγή: www.parallaximag.gr



Μποτιλιαρισμένος στην παραλιακή. Κάνουν τα τελευταία φινιρίσματα της εξέδρας για την παρέλαση. Όλα στην εντέλεια. Σκούρο μπλε της πατρίδας παντού και καρέκλες επισήμων. Στο οδόστρωμα μια πορεία διαμαρτυρομένων περνούσε μπροστά από την εξέδρα φωνάζοντας. Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου και κοίταζα την εικόνα. Ώστε λοιπόν παρέλαση!

Μάλιστα. Να παρελάσουν λοιπόν. Ποιοι; Οι γιοι και οι κόρες των απολυμένων, των ανέργων, όσων δεν έχουν να πληρώσουν τα εμβόλια των παιδιών τους και ζητούν βοήθεια από τους Γιατρούς του Κόσμου; Τα παιδιά που θα περάσουν αύριο στο πανεπιστήμιο με ποια όνειρα και ποια προοπτική; Η τρόικα το είπε ξεκάθαρα. Μέχρι το 2030 μην περιμένετε φως. Και ο Πάγκαλος μιλώντας στην τηλεόραση το διατυμπάνισε: Οι Έλληνες πρέπει να καταλάβουν επιτέλους ότι για τα επόμενα χρόνια κάθε νέος χρόνος θα είναι πιο δύσκολος από τον προηγούμενο.

Παρέλαση λοιπόν. Στρατιωτών που η πατρίδα σκέπτεται λέει να τους μεγαλώσει τη θητεία για να μπορέσει να κρατήσει πλασματικά την ανεργία χαμηλότερα αφού θα απουσιάζουν από την παραγωγή για κανένα χρόνο ακόμα; Θα παρελάσουν οι υποψήφιοι μετανάστες, όσοι ζουν με την ελπίδα της εξόδου; Όσοι έχουν στείλει ήδη βιογραφικά ή ετοιμάζονται να στείλουν για την μεγάλη απόδραση; Και πάνω στην εξέδρα θα τους καμαρώνουν και θα τους χειροκροτούν όσοι τους έφτασαν ώς εδώ. Φαντάζομαι, περικυκλωμένοι από φρουρούς για το φόβο των Ιουδαίων. Και μερικές χιλιάδες ευρώ, από αυτά που μας περισσεύουν, θα έχουν πεταχτεί στα σκουπίδια για να τονωθεί το εθνικό συναίσθημα.

Μιας χώρας που η αυτοπεποίθησή της καταρρακώνεται μέρα με τη μέρα, που ξεφτιλίζεται διεθνώς, που αποδυναμώνεται και ξεπουλιέται, που καταρρέει. Μια παρέλαση-παρωδία, ενός θιάσου αποκαμωμένων και απεγνωσμένων ανθρώπων που δεν έχουν πια σε τι να πιστέψουν.

H παρέλαση ολοκληρώθηκε επιτυχώς. Με δρακόντια μέτρα ασφαλείας, κλειστούς σταθμούς του μετρό, μαχαιρώματα και λιντσαρίσματα. Στεφάνια πατημένα. Καταδικασμένους πολιτικούς στις εξέδρες. Φτήνεια. 

24.3.13

Βραβείο στον Παναγιώτη Ευαγγελίδη

Η ταινία «They Glow in the Dark» του φίλου, και συνεργάτη του Εντευκτηρίου, Παναγιώτη Ευαγγελίδη τιμήθηκε με το Βραβείο Firpresci καλύτερης ελληνικής παραγωγής στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. 
Σύμφωνα με το σκεπτικό της επιτροπής: «Το βραβείο FIPRESCI για το καλύτερο ελληνικό ντοκιμαντέρ απονέμεται σε μια αιχμηρή, συγκινητική, χιουμοριστική και πολυεπίπεδη αποτίμηση αυτού που αποκαλούμε ζωή. Τα αφηγηματικά και υφολογικά του χαρακτηριστικά αποφεύγουν όλες τις παγίδες, στερεοτυπικές και ηθικολογικές προσεγγίσεις που συναντώνται συνήθως σε ταινίες που καταπιάνονται με το ευαίσθητο θέμα της σεξουαλικότητας. Πρόκειται για ένα ουμανιστικό φιλμ, με φόντο τη Νέα Ορλεάνη που διερευνά τη φιλία μεταξύ ομοφυλοφίλων, την αρρώστια, την οικειότητα, τη σεξουαλική ταυτότητα, τη φτώχια, τη συντροφικότητα, εν τέλει αυτό που αποκαλούμε αγάπη.»

Εκτος απο κινηματογραφιστής, ο Ευαγγελίδης είναι γνωστός για τις μεταφράσεις του έργων γιαπωνέζικης κυρίως πεζογραφίας ―αλλά και ισπανικής― απο το πρωτότυπο. Έχει ακόμη στο ενεργητικό του αξιοπρόσεκτο δημιουργικό συγγραφικό έργο. 
Δείτε εδώ: http://biblionet.gr/author/14228/Παναγιώτης_Ευαγγελίδης

23.3.13

Χρυσοπράσινο μήλο

του Άλκη Γαλδαδά

πηγή: www.protagon.gr



Photo: mikiitaly/Flickr
Photo: mikiitaly/Flickr
Έλληνες και Ελληνοκύπριοι ανακάλυψαν, τις προηγούμενες ημέρες, ότι βρίσκονται μέσα σε ένα πλοίο που το πλήρωμά του, από τους καπεταναίους μέχρι τον τελευταίο μούτσο, δεν έχει ιδέα για το πώς κυβερνιέται ακόμη και μια βάρκα. Ίσως τους έφεραν με κάποια μετάταξη από την ΤΡΕΝΟΣΕ, ίσως από κάπου αλλού, αλλά για τη θάλασσα, αυτοί, δεν κάνουν. Και, μάλιστα, όταν πλακώνουν τα μεγάλα κύματα, αυτοί οι τύποι ζαλίζονται και μένουν άπραγοι να κοιτούν βουβοί και έντρομοι το αγριεμένο νερό. Εννοείται ότι κανένας εκεί στα κόμματα δεν είχε προνοήσει να έλθει κάποιο στέλεχος από έξω, έστω και ακριβοπληρωμένο αλλά ικανό, να ξέρει λίγα πράγματα παραπάνω και να τους εκπαιδεύσει λίγο στη λογική του risk management. Της διαχείρισης, δηλαδή, καταστάσεων όπου υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα, και είναι ανάγκη να διατίθενται έτσι τα όσα μέσα έχει κάποιος στη διάθεσή του ώστε να ελαχιστοποιεί, να ελέγχει και να… χτυπάει την καμπάνα, ειδοποιώντας έγκαιρα για επερχόμενα ατυχή συμβάντα.
Έλληνες και Κύπριοι πολιτικοί, όλων των παρατάξεων, αποδεικνύονται υπερδραστήριοι μόνο στο twitter. Ο καθένας μας, βέβαια, έχει καταλάβει ότι όσο πιο γελοίος είναι ένας πολιτικός, τόσο πιο πολύ χρησιμοποιεί (άσκοπα) αυτή την επινόηση, νομίζοντας ότι σκορπίζει σοφία στα πέρατα της Γης. Πάρτε για παράδειγμα τον κ. Πάνο Καμμένο με το μήνυμα, που έστειλε στους Σουηδούς, ότι τα καλοκαίρια τα κυπριακά καμάκια «τακτοποιούν» τις γυναίκες τους. Και το πρώτο που θέλεις να πεις είναι γιατί να μην υπάρχει και για τους βουλευτές Πειθαρχικό και όταν μας προσβάλουν με τα λόγια τους (ναι, εμάς τους Έλληνες και τους Κυπρίους άνδρες προσέβαλε ο κύριος αυτός) να περνούν μια βόλτα από εκεί. Να του λένε, τουλάχιστον, "τι το θες να γράφεις στο twitter ρε Κα(ϋ)μμένε, εσύ που μπερδεύεις τους υδρογονάνθρακες με τους υδατάνθρακες;".
Για εμένα, επίσης προσβλητική για τους Έλληνες και τους Κυπρίους ήταν και η στάση του κ. Στουρνάρα όχι μόνο την Παρασκευή στη σύναξη των Ευρωπαίων ιεροεξεταστών, όπου κατάφερε να παίξει και τα τρία πιθηκάκια μαζί (δεν είδα, δεν άκουσα, δεν μίλησα), αλλά και αυτή την εβδομάδα όπου πρώτα με χαιρεκακία δήλωσε «περιμένω να δω το Σχέδιο Β των Κυπρίων», μετά τους πίεζε λέγοντας πως πρέπει να τελειώνουν μέσα σε λίγες ώρες, αδιαφορώντας για την αγωνία τους και μετά υπερήφανα δήλωσε ότι έχει σχέδιο για το πώς θα εντάξει τα ακρωτηριασμένα κομμάτια των κυπριακών τραπεζών που βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος στο δικό μας τραπεζικό σύστημα. Και έτσι, ενώ τάχα δεν είχαμε να δώσουμε τα 2 δισεκατομμύρια που μας εκλιπαρούσαν να τους διαθέσουμε οι Κύπριοι, μπορούμε να πληρώσουμε τα 900 εκατομμύρια για να αγοράσει η Πειραιώς τα υποκαταστήματα της Λαϊκής εδώ, κερδίζοντας και χρόνο για τη δική της ανακεφαλαιοποίηση.
Πρέπει να πω ότι εγώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον Κύπριο από τον Έλληνα. Στενοχωρούμαι ακόμη και όταν ελληνικές ομάδες κληρώνονται να παίξουν ενάντια σε κυπριακές. Συγκινούμαι όταν παίζουν κυπριακές ομάδες και το γήπεδο είναι πλημμυρισμένο στην ελληνική σημαία. Δεν γελώ όταν τους παίρνουμε στην κοροϊδία με εκείνο το σαχλό «οι κουμπάροι». Αγανακτώ όταν αυτές τις ημέρες άκουγα στο ραδιόφωνο διάφορα τσόλια να κοροϊδεύουν ακόμη και την εκφορά του λόγου τους. Διότι καταλαβαίνω πως αν η αμάθειά τους δεν ήταν τόσο κτηνώδης θα ήξεραν ότι ο προφορικός λόγος των Κυπρίων είναι ό,τι πιο κοντινό στο πώς μιλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Προφέρουν, οι Κύπριοι μόνο, ακόμη και τα διπλά σύμφωνα, και φόρμες της αρχαίας ελληνικής έχουν διατηρήσει στην καθημερινή τους ομιλία, και ο τραγουδιστός λόγος τους είναι πιο κοντά στην προσωδιακή εκφορά της αρχαίας ελληνικής. Και εμείς, αντί να το σεβόμαστε αυτό, το κοροϊδεύουμε. Θα μου πεις, εδώ δεν σεβόμαστε τις δύσκολες ώρες που περνούν τώρα, ζητούνχρήματα που τους χρωστούμε στην πραγματικότητα από τις αγορές ελληνικών ομολόγων και θέλουμε να τους ρίξουμε, για άλλη μια φορά. Γιατί οι… στουρνάρες που μας κυβερνούν είτε κρύβονται στα άδυτα των πρωθυπουργικών μεγάρων (πόσο λίγος φαίνεται αυτή τη στιγμή ο, βυθισμένος στην αμηχανία του, καπετάν-Αντωνάκης) είτε θέλουν να δείξουν ότι υπερασπίζονται τα χρήματά μας. Και τότε θυμάσαι πως ο ίδιος αυτός τυπάκος που τώρα κάνει τον σκληρό και το θεματοφύλακα των ελληνικών χρημάτων, πριν από λίγες ημέρες κατέθεσε τροπολογία να περάσει -στη ζούλα- το χάρισμα του 80% των προστίμων σε τιμημένα μέλη της περιβόητης λίστας Λαγκάρντ. Για τους Βενιζέλους και τους Κουβέληδες η μόνη παρατήρηση είναι πως -κάθε φορά που ανοίγουν το στόμα τους, αυτές τις ημέρες- εκτίθενται όλο και περισσότερο. Μαζί με τον πρωθυπουργό τους είναι ακριβώς οι ιδανικοί «μοιραίοι» του Βάρναλη. Και περιμένουν ένα κάποιο θάμα.
Βέβαια και η απέναντι πλευρά, ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Κ.Κ.Ε., δεν στερείται ανάλογων προσόντων. Το Κ.Κ.Ε., που ποτέ δεν βρήκε λέξεις να κατηγορήσει το αδελφό Α.Κ.Ε.Λ., που όμως τα έκανε μούσκεμα στην Κύπρο, τώρα αδειάζει το Α.Κ.Ε.Λ. γιατί ψάχνει λύση ευρωπαϊκή και καλεί τους Κυπρίους να βγουν στο πέλαγος χωρίς σχέδιο και προοπτική. Ας αφήσουν καλύτερα οι σκουριασμένοι του Περισσού τις εξ αποστάσεως εξυπνάδες, τις οικονομικές συμβουλές και τα χιλιομασημένα συνθήματα. Τώρα, άλλωστε, έχουν τους δικούς τους πονοκεφάλους. Επιθεωρητές Εργασίας μπήκαν στον Ριζοπάστη, στον εργασιακό αυτό παράδεισο, όπου όμως -παραδόξως- η εργατική τάξη δεν βιώνει τις καλύτερες ημέρες της. Κι αν οι δικοί τους άνθρωποι περνούν τόσο καλά, σκέψου τι περιμένει τους άλλους αν κάποτε…
Οι άλλοι στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αντί να στρωθούν να δουλέψουν λιγάκι, αντί να περιμένουν να δουν πού θα οδηγήσει το ΟΧΙ των Κυπρίων, από το πρώτο βράδυ ξεσηκώθηκαν και ζητούσαν εκλογές! Πριν, δηλαδή, δουν το ποτάμι, πριν διαπιστώσουν το τι νερό τρέχει σ’ αυτό, ξεβρακώθηκαν για να βουτήξουν. Να μη χάσουν. Να πάρουν την πλειοψηφία και την εξουσία για να κάνουν τι; Πέρα από το να πλακώνονται με τους άλλους άχρηστους, μας έχουν δείξει τίποτα ιδιαίτερα προσόντα, καμιά εξαιρετική ιδέα, έχουν δουλέψει, έχουν ετοιμαστεί για να αντιμετωπίσουν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους; Ας πάνε να πάρουν κανένα Lower, ας μάθει ο αρχηγός τους ότι οι φοιτητές δεν δηλητηριάστηκαν από το διοξείδιο του άνθρακα, όπως ούρλιαζε σε μια ομιλία του πρόσφατα (με τον Καμμένο που τακίμιασαν χθες, θα κάνουν ντουέτο της συμφοράς σε τηλεπαιχνίδι γνώσεων) αλλά από το μονοξείδιο του άνθρακα. Ας σταματήσουν κι αυτοί τα ανόητα tweets, ας πάψουν να εκτίθενται (όταν μέσα στη Βουλή ζητούν το λόγο γιατί δεν πήρε άδεια μια μόνο συγκεκριμένη εταιρεία όπου βασικός μέτοχος είναι ο Θείος Χο-Χο-Χο, γνωστός και από τις… αμέτρητες προμήθειες του Ο.Τ.Ε.). Ας δουλέψουν, επιτέλους.
Ο Πρόεδρος της Κύπρου είναι αυτός που λυπάμαι λιγότερο. Θα έπρεπε, βέβαια, να είχε παραιτηθεί ήδη. Ο άνθρωπος με τις φοβερές ιδέες, που έφερε τη Μέρκελ στην Κύπρο, για να του κάνει αβάντα στην προεκλογική εκστρατεία και κάνει δημόσιες σχέσεις με τις κόρες του, εκτός από φαντασία έδειξε και ζηλευτή ευλυγισία, εκτελώντας ταχύτατες κυβιστήσεις. Και είναι ο μόνος που μπορεί να βρει δουλειά στη Ρωσία του Πούτιν. Στο τσίρκο της Μόσχας, φυσικά.
Εκτός από «χρυσοπράσινο φύλλο», που ένας ποιητής (είναι ο Κώστας Μόντης, ο Λεωνίδας Μαλένης, ο Τάσος Λειβαδίτης ή ο Γιάννης Ρίτσος;) με τα εξαιρετικά εργαλεία της τέχνης του και το ταλέντο του παρομοίασε τις καλές ημέρες την Κύπρο, στα μάτια μου το νησί αυτό τώρα μοιάζει και με ένα χρυσοπράσινο μήλο. Της Έριδος φυσικά, που πολλοί θέλουν να βυθίσουν τα δόντια τους σ’ αυτό. Ευρωπαίοι, Ασιάτες, Εγγλέζοι (που ποτέ δεν συγχώρησαν την αντίσταση, ακόμη και μικρών μαθητών του σχολείου), Αμερικανοί (που συμφιλίωσαν, αν και ποτέ δεν τα είχαν χαλάσει και τόσο, σε μια νύχτα Τούρκους και Ισραηλινούς, σε πείσμα κάποιων δικών μας αναλυτών). Και, δυστυχώς, τα ανάξια και απαίδευτα άτομα που έχουν μαζευτεί και κάνουν κουμάντο και εδώ και εκεί θα συνεργήσουν στο να δυστυχήσει πολύς κόσμος. Αυτό είναι το μόνο όπου όλοι συμφωνούν. Στο ποδόσφαιρο επιτρέπονται παίκτες εισαγωγής, γιατί όχι και στην πολιτική; Ας μην πάψουμε, όμως, εμείς οι Έλληνες να θεωρούμε τους Κυπρίους, αδελφούς μας. Ο Παλληκαρίδης και ο Σολωμού μπορεί να μας βλέπουν από κάπου.

Συγγραφείς, διαφημιστείτε στο υπό έκδοση Εντευκτήριο

Για τους συγγραφείς που ενδιαφέρονται να προβάλουν τα βιβλία τους μέσω του νέου, υπό έκδοση του Εντευκτηρίου, προσφέρεται χώρος μισής σελίδας (11,5 εκατ. x 9,5 εκατ.) στην προνομιακή τιμή των 50 ευρώ.
Οι ενδιαφερόμενοι ας στείλουν μήνυμα στο entefkti@otenet.gr

19.3.13

Διαβάζοντας και τραγουδώντας Κ. Π. Καβάφη



Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 
στο Underground Εντευκτήριο

Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη (περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως)


Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013
ώρα 8.30 μ.μ.

Διανύοντας τον δωδέκατο χρόνο από την έναρξη της λειτουργίας του, το Underground Εντευκτήριο συμμετέχει και φέτος στον εορτασμό της  Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης. 

Η φετινή διοργάνωση, που τιτλοφορείται «Διαβάζοντας και τραγουδώντας Κ. Π. Καβάφη» (με αφορμή τη συμπλήρωση 140 χρόνων από τη γέννησή του και 70 από τον θάνατό του) αποτελείται από τρία μέρη:

1. Ποιήματα του Αλεξανδρινού θα διαβάσουν οι: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Θωμάς Κοροβίνης, Κώστας Βόμβολος, Ελένη Δημοπούλου, Βασίλης Αμανατίδης, Γιώργος Τούλας, Μάρα Τσικάρα, Γιάννης Καραούλης (επιτόπου) και Τίτος Πατρίκιος, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Γιώργος Χρονάς (από βίντεο που γυρίστηκαν ειδικά για την εκδήλωση)

2. Θα προβληθεί η μικρού μήκους (25 λεπτά) ταινία του Σουηδού Καρλ Χένρικ Σβένστεντ «Διαβάζοντας Καβάφη: Ο Γέρων Ποιητής. 1863-1933». Όπως αναφέρει ο σκηνοθέτης στην έναρξη της ταινίας, «πολύ σπάνια ένας ποιητής παρουσιάζεται σε μια κινηματογραφική ταινία μέσα από τον δικό του λόγο. Κι όμως, ο συγκεκριμένος το είχε δηλώσει: "οι στίχοι μου είναι η ζωή μου!". Σε αυτήν την ταινία τοποθετούμε δεκατέσσερα ποιήματα του Καβάφη στο σύγχρονο περιβάλλον, ζητώντας από καθημερινούς ανθρώπους να επιλέξουν εκείνο που αγαπούν περισσότερο και να μας το διαβάσουν. Με αυτόν τον τρόπο, ο "γηραιός ποιητής" κάνει ακόμη αισθητή την παρουσία του στους δρόμους των τριών πόλεων που θεωρούσε δικές του: Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, Αθήνα. Ίσως σήμερα περισσότερο από ποτέ, εβδομήντα χρόνια από τότε που μας άφησε το θνητό του σώμα.  Αυτή είναι η δύναμη της ποίησης».

3. Μελοποιημένος Καβάφης. Τραγούδι: Παντελής Θεοχαρίδης. Πιάνο: Γιάννης Φιλιππουπολίτης.

Το «Underground Εντευκτήριο», καθώς από το 2011 λειτουργεί χωρίς οποιαδήποτε χορηγική υποστήριξη, αναγκάζεται να υιοθετήσει τη μέθοδο “crowdfunding”, δηλαδή να στραφεί στο ίδιο το κοινό που ενδιαφέρεται για την επιβίωση του πολιτισμού στους ζοφερούς καιρούς μας και θέλει να δώσει κάτι από το υστέρημά του. Έτσι, μετά από 70 εκδηλώσεις με ελεύθερη είσοδο, αυτή τη φορά θα υπάρχει εισιτήριο εισόδου 2 ευρώ.

Χορηγός επικοινωνίας: 9,58fm/ΕΡΤ3
Χορηγός οίνου: Κτήμα Λίγας

18.3.13

Υλαγιαλή

του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

πηγή: naenavivlio.blogspot.com



ΥΛΑΓΙΑΛΗ
(κι απ’ αφορμή, ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ)
Μυστηριώδης αλλά γλυκειά, άλλοτε στη σφαίρα της φαντασίας και άλλοτε πραγματική. 
Υλαγιαλή, σχέδιο του Νίκου Νικολάου -Χατζημιχαήλ
Η ερώτηση ταξίδεψε από τη Χαλκίδα, μέσα σε πραγματικά και εικονικά τηλεφωνικά καλώδια, για να με βρει στη Λευκωσία και ήταν σαφής: «Τι είναι η Υλαγιαλή;» Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα. Δεν γνώριζα τι μπορούσε να αντιπροσωπεύει αυτό το όνομα. Κάτι μου θύμιζε μα, δεν ήμουνα σε θέση να προσδιορίσω ακριβώς. Μπορεί να ήταν το όνομα κάποιου σπάνιου παραδείσιου πουλιού ή κάποιου παράξενου και άγνωστου σε μένα όντος∙ δεν είχα ιδέαν. Άρχισα να γράφω τη λέξη με διαφορετικούς συνδυασμούς γραμμάτων, για να δω ποια εικόνα ταίριαζε καλύτερα. Προτιμούσα το ξεκίνημα με το γράμμα Ύψιλον πράγμα που, καθώς είμαι οπτικός τύπος, μού φαινόταν πιο σωστό όπως αργότερα απεδείχθη, αλλά για την ώρα εξακολουθούσα να έχω πλήρη άγνοια τόσο για την ορθογραφία όσο και για την ερμηνεία της λέξης. Μπορούσα, βέβαια, να καταφύγω αμέσως στη διαδικτυακή αναζήτηση και να έχω αποτελέσματα σε κλάσματα δευτερολέπτου, δεν το επιχειρώ όμως, ποτέ αυτό προτού εξαντλήσω τη δική μου μνήμη και γνώσεις.
Χρησιμοποιώ μια μέθοδο αλάνθαστη, για να θυμάμαι πράγματα και καταστάσεις: συσχετίζω την εικόνα της λέξης με μιαν άλλη εικόνα, πραγματική ή φανταστική∙ όπως ακριβώς κάποιοι συσχετίζουν λέξεις με αρώματα ή χρώματα. Η Υλαγιαλή μού πήρε κάποιο χρόνο αλλά το κέρδος μου στο τέλος ήταν πολλαπλό. Έκλεισα τα μάτια κι επανέλαβα πολλές φορές τη λέξη∙ σιγανά, δυνατά, πιο δυνατά μέχρι που εντοπίστηκε ξεκάθαρη η εικόνα: αρχές της δεκαετίας του εξήντα, καλοκαιρινό πρωινό προτού χαράξει, στα καπνοτόπια της Καρπασίας, μαζεύουμε τα νοτισμένα φύλλα του καπνού νυσταγμένοι, σε μια κοιλάδα λίγο έξω από το χωριό. Την πρωινή ησυχία διακόπτει ένα βροντερό κάλεσμα που ακούγεται μια δυο φορές πριν η ηχώ του σβήσει στους λόφους τριγύρω. Δεκάδες φιγούρες από τα γύρω κτήματα ορθώνονται να δουν τι συμβαίνει. «Έλα καλήηηη» ακούστηκε ξανά, κι ο πατέρας τότε χαμογελώντας, σχολίασε: «οι βοσκοί στο χωριό μας διαβάζουν Κνουτ Χάμσουν». Ο βοσκός, στην απέναντι πλαγιά, προφανώς καλούσε την προβατίνα του που είχε ξεμείνει, μα ο πατέρας, είχε ακούσει «Υλαγιαλή»∙ και μας εξήγησε αμέσως ποια ήταν η μυστηριώδης Υλαγιαλή. Δυο τρεις μέρες πριν είδε τα βιβλία που είχα φέρει από το Βαρώσι για το καλοκαίρι, με είχε προλάβει και διάβαζε την Πείνα του Χάμσουν.
Ένιωσα συγκίνηση που ζωντάνεψε μια εικόνα από το παρελθόν. Έμεινα για λίγες στιγμές με κλειστά μάτια και με τα δάκτυλα στους κροτάφους και συλλογιζόμουνα αν η εικόνα ήταν πραγματική ή ήταν της φαντασίας μου. Γύρισα προς τη βιβλιοθήκη που είναι πίσω από το γραφείο μου κι έσυρα από το δεύτερο ράφι «το εκλεκτό» βιβλιαράκι με τη χαρακτηριστική κίτρινη ράχη. Το κρατούσα με συγκίνηση στα χέρια μου, θαύμαζα το ωραίο εξώφυλλό του, το χάιδευα και δεν άντεξα: το άρωμα που άφησε το μελάνι στα τυπωμένα στοιχεία με καλούσε να χώσω τη μύτη μου ανάμεσα στις σελίδες. Απίστευτο πραγματικά∙ το βιβλίο διατηρούσε το άρωμά του. Δεν έχασα καιρό, διέτρεξα όλη τη βιβλιοθήκη μου και μάζεψα όλα τα βιβλία της σειράς: η Παναγία των Παρισίων, Αβραάμ Λίνκολν, Αθάνατη Ελλάδα και κάποια άλλα όπως την Ευλογία της Γης σε μετάφραση του Άρη Δικταίου, που είναι από τη βιβλιοθήκη του  πατέρα, γιατί ήθελε να μάθει «τι ήταν αυτός που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς Ναζί και έγραφε για την ευλογία της γης και, τι ήταν αυτό που έγραψε». Όλα τα βιβλία με το άρωμά τους.
Όσοι γνώρισαν το βιβλίο από τη φωτοσύνθεση και μετά δεν γνωρίζουν το άρωμα του βιβλίου για το οποίο μιλώ. Στη σημερινή εποχή δεν μιλάμε πια για άρωμα, κάθε άλλο∙ μάλλον για το αντίθετο. Μαζί με το άρωμα χάθηκαν και πολλά άλλα πράγματα όπως το ξάκρισμα του βιβλίου. Το προσεκτικό δηλαδή κόψιμο των φύλλων με χαρτοκόπτη. Φυλάγω με πολλή συγκίνηση ένα χαρτοκόπτη, μοναδικό δώρο του πατέρα μου από ένα ταξίδι του στην Ελλάδα. Τώρα τα πιο πολλά βιβλία προσφέρονται φρεσκοκαθαρισμένα, έτοιμα για ανάγνωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι χάθηκαν και οι καλοί αναγνώστες. Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Το βιβλίο δεν έχει πεθάνει και δεν θα πεθάνει ποτέ. Όσο ο άνθρωπος έχει δάκτυλα θα έχει και κάτι στα χέρια του να φυλλομετρά. Δεν εννοώ τα σημερινά ηλεκτρονικά βιβλία αλλά τα αυριανά βιβλία που τα φύλλα τους θα έχουν πραγματική υφή χαρτιού, οι σελίδες θα "κατεβαίνουν" και θα γεμίζουν με το θέμα της επιθυμίας μας, θα έχουμε τόσες επιλογές (ή και προεπιλογές) που σε λίγα λεπτά θα δημιουργούμε εκτυπωτικά το ιδανικό μας βιβλίο. Κι ύστερα, τα βιβλία θα είναι …όπως δεν τα σκέφτηκε κανένας ακόμα…
Ας έρθω τώρα ξανά στην Υλαγιαλή: Στην Πείνα, ένα από τα πρώτα έργα του Χάμσουν και από τα ωραιότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που έχει μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου, περιγράφεται η περίοδος της ζωής ενός νέου που προσπαθεί να γίνει συγγραφέας και αντιμετωπίζει το φάσμα της πείνας που μαζί με το σώμα τού τσακίζει τα νεύρα και τη ψυχή. Τις δύσκολες αυτές στιγμές απαλύνει η γλυκειά παρουσία της Υλαγιαλής, μιας κοπέλας κάποτε φανταστικής και  κάποτε πραγματικής. Στην Πείνα ο Χάμσουν περιγράφει τη δική του ζωή.
Πιο κάτω, μερικά αποσπάσματα από τη νουβέλα που αναφέρονται στην Υλαγιαλή:
 
Καθώς όμως περνούσα πλάι από δυο κορίτσια, χωρίς να το θέλω, άγγιξα το μπράτσο της μιας... Γύρισα και την κοίταξα, ήταν στρογγυλοπρόσωπη και κάπως ωχρή. Σαν ένοιωσε το άγγιγμά μου κοκκίνισε, πράγμα που την έκανε πολύ πιο όμορφη... αλλά, γιατί τάχα να κοκκινίσει; Μή­πως ντροπιάστηκε ακούγοντας καμιά βαριά λέξη από κανένα διαβάτη; Μήπως από καμιά κρυφή της σκέψη, ή μήπως μόνο γιατί είχα αγγίξει το μπράτσο της. Το στή­θος της άρχισε ν' ανεβοκατεβαίνει κάτω απ' το φόρεμά της. Ενώ έσφιγγε νευρικά το χέρι της ομπρέλας της. Τι να είχε τάχα. Στάθηκα και τους έκανα τόπο να περάσουν. Ήμουνα αδιάθετος. Από το ένα μέρος αυτή η ιστορία του μολυβιού, κι από το άλλο επειδή είχα τόσο καιρό να φάω, το ψωμί και το τυρί μου βάρυνε το στομάχι. Ξαφνικά μου ήρθε μια περίεργη ιδέα. Ήθελα να τρομάξω την κοπέλα που κοκκίνισε. Έτρεξα, πέρασα από μπροστά της και για μια στιγμή στάθηκα και γυρίζοντας απότομα την κοίταξα επίμονα μέσα στα μάτια, και τότε ήρθε στα χείλη μου ένα όνομα που ποτέ μου δεν είχα ξανακούσει. Υλαγιάλη! Πήγα κοντά της, στυλώθηκα και της είπα με τον πιο σο­βαρό τόνο.
Δεσποινίς, σας έπεσε το βιβλίο σας! Μπορούσα να μετρώ τούς χτύπους τής καρδίας μου.
Το βιβλίο μου;... ρώτησε η φίλη της κι εξακολού­θησε το δρόμο της.
Κανένας θόρυβος δεν τάραζε την ακοή μου. Και βαθειά μέσα στα σκοτάδια, τα μαύρα σιωπηλά τέρατα, τα καράβια, περίμεναν να πέσει η νύχτα, για να τραβήξουν και να με πάρουνε μαζί τους, θέλανε να με πάνε μακριά πέρ' απ' τις θάλασσες, σε μακρινές χώρες, χωρίς ανθρώ­πους. Ζητούσαν να με φέρουν στο παλάτι της πριγκίπισσας Υλαγιαλής, όπου με πρόσμενε μια άγνωστη λαμπρό­τητα και πολυτέλεια. Μέσα σ' ένα κατάφωτο σαλόνι με τοίχους από αμέθυστους η πριγκίπισσα μου απλώνει το χέρι, καθώς μπαίνω και με χαιρετάει καθισμένη πάνω σ' ένα θρόνο από κίτρινα τριαντάφυλλα. Και με καλωσορί­ζει καθώς εγώ πλησιάζω και γονατίζω μπροστά της. Κα­λώς όρισες ιππότη σε μένα και στη χώρα μου. Είκοσι ατέ­λειωτα καλοκαίρια σε περίμενα. Σε φώναζα κάθε νύχτα, όταν δυστυχούσες έκλαιγα, κι όταν κοιμόσουνα σου έστελ­να γλυκά όνειρα. Και ή Πεντάμορφη με παίρνει απ' το χέρι και με συνοδεύει μες από ατέλειωτους διαδρόμους, όπου τα πλήθη σηκώνανε τον κόσμο από τις ζητωκραυγές, μες από ολόφωτους κήπους, όπου τρακόσες παρθένες χο­ρεύουν και γελούνε, κι ύστερα με φέρνει μέσα σ' ένα άλλο σαλόνι όπου όλα είναι ντυμένα με σμαράγδι. Κύματα ηλιόφως το πλημμυρίζουν. Στους πλαϊνούς διαδρόμους ακούγονται θαυμάσιοι χοροί, κι ο αέρας είναι γεμάτος από αρώματα. Κρατώ το χέρι της μέσα στο δικό μου κι η ομορφιά της μου φέρνει ρίγη, κι ανάβει το αίμα μου. Περνώ ύστερα το μπράτσο στη δαχτυλιδένια της μέση κι εκείνη μου ψιθυρίζει σιγανά.
— Την άλλη φορά σας πονούσε το δάχτυλο σας, τώρα είναι πληγωμένο το πόδι σας. Μα είναι τρομερό ό,τι συμ­βαίνει με σας.
— Με πάτησε λίγο κάποιο αμάξι.
— Μεθυσμένος θά ΄σαστε πάλι, ε ; Τι ζωή που κάνετε κι εσείς Θεέ μου!
Την κοίταζα κατατρομαγμένος. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Τι θεία απόλαυση, να βρίσκεται κανένας μέσα σε σπίτι ανθρώπων, ν' ακούει το ρολόι και να μιλάει με μια κοπέλα, αντί να παραμιλάει μονάχος.
— Γιατί δε μιλάτε;
— Ω, τι γλυκεία που είστε, τι να πω; Είστε το πιο παράξενο πλάσμα που... μοιάζετε με λουλούδι... Σας αγα­πώ τόσο, σας έχω ερωτευθεί και είναι τόσο άσκοπο... Πώς σας λένε;
— Ω, ναι, πως σας λένε; Όλη τη μέρα χθες αυτό σκεπτόμουνα.
— Ξέρετε πως σας λέω εγώ; Υλαγιαλή. Πώς σας φαίνεται;
— Υλαγιαλή;
— Ναι.
— Είναι ξενικό όνομα;
— Χμ. Δεν είναι ξενικό.
Ύστερα είπαμε τα ονόματά μας, κι ήρθε και κάθισε πλάι μου.
Απόψε βλέπω είστε ξυρισμένος, και γενικά πιο πε­ριποιημένος από την άλλη φορά.
— Ξέρετε, της είπα πως... δεν πρέπει όμως να θυμώ­σετε. Χθες το βράδυ που κοιμήθηκα άπλωσα τα χέρια μου για σας... έτσι σα να είχε εδώ μέσα... Κι έτσι κοιμήθηκα.
— Αλήθεια; Ήταν ωραίο; Μα τότε πρέπει να στέκο­μαι μακριά σας, για να μη κάνετε τα ίδια, γιατί τότε...


Η μετάφραση του βιβλίου είναι του Βασίλη Λιάσκα, μα, ούτε η ηλικία μου ούτε τα μέσα που διέθετα τότε μου επέτρεπαν να μάθω λεπτομέρειες για τον άνθρωπο που ήταν πίσω από τη μετάφραση. Για την ακρίβεια δεν είχα κανένα ενδιαφέρον. Τώρα όμως, που έχουμε τα μέσα έχουμε και το ενδιαφέρον βρίσκουμε πληροφορίες σε δευτερόλεπτα∙ και τα βιβλία τότε, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Ο Λιάσκας ήταν τελικά μια τραγική μορφή: Αυτοκτόνησε πέφτοντας στο κενό από το παράθυρο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν. Με έντονο το συναίσθημα της μοναξιάς, καταβεβλημένος και ταραγμένος μετά τον θάνατο της μητέρας του που δεν μπορούσε να ξεπεράσει. Παραθέτω λίγα ακόμα βιογραφικά για τη μνήμη του. Βασίλης Λιάσκας (1913-1982). Ποιητής. Σταδιοδρόμησε ως δημοσιογράφος, θεωρητής κειμένων (χειρογράφων) και μεταφραστής. Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία, κυρίως με την ποίηση. Στα ελληνικά γράμματα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1954 με την έκδοση και κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής "Ύπαρξη". Άλλα έργα του: Άνθρωποι στην άσφαλτο (1955), Πρωτόπλαστοι (1956), Φαντασμαγορίες της ασφάλτου (1958), Καταγωγή (1961), Ατέλειωτη άσφαλτος (1964), Αιωνιότητα (1966), Ζωοφόρος (1968), Ηλιοστάσιο (1969), Το δίκοπο άστρο (1971), Παραβολή (1972), Προφητεία ή ο Μεθυσμένος Βάτραχος (1973), Ηλιοφάνεια (1974), Το ρομπότ, η Χλόη και ο Κρούμος (1977), Φωτοσύνθεση (1977), Συναυλία (1978) κ.ά. Το 1981 εκδόθηκε συνολικός τόμος του έργου του, όπου περιλαμβάνεται και η συλλογή Το τραγούδι της χύτρας. Έχει τιμηθεί με το κρατικό βραβείο ποίησης.


Η Υλαγιαλή εμφανίζεται και σ΄ένα διήγημα τού Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Υλαγιαλή της Γέφυρας, από τη συλλογή του Λιμενάρχης Ευρίπου, Κέδρος 1993. Τους υπέροχους στίχους από το διήγημα αυτό, τους έντυσε με υπέροχη μουσική ο Ορφέας Περίδης στο γνωστό ομώνυμο τραγούδι του. Ένα απόσπασμα από το διήγημα και οι μελοποιημένοι στίχοι :
Είπα να το κρατήσω κρυφό γιατί σε φυχοπονάω, αλλά δε γίνεται, δεν το βαστάω τέτοιο βάρος, Αντώνη, το κορίτσι ήταν η Μαίρη!»

Ο ρούφουλας τον κατεβάζει μολύβι σε άπατα βάθη.

Βρέθηκε υστέρα να σβαρνάει τα πόδια του και την ψυχή του στους νύχτιους δρόμους και τα σο­κάκια της άσπονδης πόλης, Υλαγιαλή! φωνά­ζει σε κάθε βήμα, φτάνει στη λεωφόρο της παρα­λίας, Υλαγιαλή! Υλαγιαλή! καμιάν από­κριση δε λαβαίνει, μόνο τον ύπνο των νερών ακού­ει, τα βήματα του τον φέρνουν τώρα ώσμε την πύ­λη του κοιμητηρίου, στην πίσω μεριά της πόλης, μα τι θέλω εδώ, κουνάει πικρός το κεφάλι, στον τόπο τούτο μόνον ολοσκότεινες καλλονές μπορώ να κράξω, Ούλ — φράζει με το χέρι σφιχτά το στόμα του να μην αποσώσει τ' όνομα, Φιγ — του ξεφεύγει πνιχτά και το ξανακλείνει σφιχτότερα, φεύγει γοργός κι ανατριχιασμένος, πάλι τραβάει κατά την προκυμαία, όλοι οι καιροί δεμένοι, νο­τιάδες και τραμουντάνα και μαΐστροι, αυτός όμως πάει με τα φυσήματα της αλαφιασμένης του ψυχής και μουρμουρίζει: Υλαγιαλή! Υλαγιαλή! Υλαγιαλή!
Γλυκό μ' αστέρι του Βοριά,
τώρα που σβήνουνε τα φώτα,
πάρε μακριά μου τη βαριά σκιά,
και δωσ' μου ρότα...

Υλαγιαλή, υλαγιαλή, υλαγιαλή,
μέσα στη νύχτα με πηγαίνουν οι ανέμοι,
κι όπου πατήσω και σταθώ σαν το πουλί,
τρέμει η καρδούλα μου και το φτερό μου τρέμει...

Άβυσσος άγρυπνη που πάντα με καλεί,
και σέρνει εκεί, σέρνει εκεί πέρα την ψυχή μου,
Υλαγιαλή, υλαγιαλή,
λάμψε καλή σαν αστραπή χρυσού και ασήμου...



ΕΔΩ
Και άλλοι συνθέτες, έχουν εμπνευστεί από την Υλαγιαλή. Ξαναδιάβασα το βιβλίο απολαμβάνοντας τη μουσική των Syntaks:
ΕΔΩ
ΕΔΩ
Isak Anderssen

17.3.13

Γιάννης Πατίλης: Ο πολιτισμός στην Ελλάδα είναι υπό διωγμόν

Τη συνέντευξη πήρε
ο Θωμάς Τσαλαπάτης

πηγή: www.epohi.gr


 
 
Ο τίτλος της τελευταίας σας ποιητικής συλλογής, «Αποδρομή του αλκοόλ», μας παραπέμπει σε μια κατάσταση μετά από ένα δυνατό μεθύσι. Βλέπετε αντιστοιχίες στο πριν και το μετά της κρίσης; Είναι τελικά η «Αποδρομή του αλκοόλ» ένα βιβλίο για την Ελλάδα της κρίσης; 
Πρόκειται για την πρώτη ενότητα, από τις τρεις του βιβλίου, που δίνει και τον γενικό τίτλο στη συλλογή. Φυσικά μιλάει για την Ελλάδα της κρίσης, μόνο που την κρίση αυτή την ψηλαφεί ποιητικά στις απαρχές της δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους και στην αδυναμία του μέχρι σήμερα να αφομοιώσει κριτικά και δημιουργικά τις αξίες του δυτικού κόσμου προς τον οποίο προσανατολίστηκε αποφασιστικά από τη γέννησή του. Η ελληνική περίπτωση συνιστά μια περιφερειακή, ιδιαιτέρως οξυμμένη, μορφή της κρίσης του νεωτερικού παραδείγματος, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η κρίση του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Η απότομη και απρόσμενη μετάβαση στη χώρα μας από την κατάσταση ευφορίας -μιας πολιτικά ελεγχόμενης ψευτοευημερίας- στη σημερινή κοινωνική εξαθλίωση ανακαλεί τους εφιάλτες που βιώνει κανείς ύστερα από ένα βαρύ απερίσκεπτο μεθύσι.

Στην Ελλάδα σήμερα συναντούμε ένα γενικότερο αντιδιανοουμενισμό ο οποίος εκφράζεται και θεσμικά. Τελικά ποια είναι η θέση του καλλιτέχνη απέναντι στην εξουσία;
Αντί για διανοουμένους θα προτιμούσα να μιλάμε για ανθρώπους που βιώνουν τις αξίες του πολιτισμού, του δικού τους και των άλλων. Θεσμικά ο πολιτισμός στην Ελλάδα είναι υπό διωγμόν. Ως παιδεία, ως καλλιέργεια, ως ανθρώπινο δυναμικό απαξιώνεται συστηματικά. Δείτε το πρόσφατο φορολογικό νομοσχέδιο για τους συγγραφείς, την κατάργηση αντί για την εξυγίανση του ΕΚΕΒΙ ή την προωθούμενη ουσιαστική κατάργηση των λεγόμενων «Τιμητικών καλλιτεχνικών συντάξεων». Το λεγόμενο «συγκριτικό πλεονέκτημα» της χώρας μας, ο πολιτισμός, είναι μια φανφαρόνικη αυτοκολακεία των πολιτικών, αλλά και πάμπολλων καλλιτεχνών. Υπάρχει ωστόσο συνέργεια και της κοινωνίας. Αν δεν ήμασταν ο λαός που διαβάζει ένας στους δέκα, δεν θα «νοιάζονταν» ο Βαλλιάνος χθες και ο Νιάρχος σήμερα για την Εθνική μας Βιβλιοθήκη, για ένα κερασάκι δηλαδή δίχως τούρτα! Ούτε τα μισά πολιτιστικά κέντρα της χώρας θα άκουγαν στο όνομα «Μελίνα Μερκούρη», λες και στο πρόσωπο αυτό εξαντλείται ο πολιτισμός των Δήμων και Κοινοτήτων. Και αν η αριστερά, ένα τμήμα της έστω, βάλλει εν ονόματι του δημοσίου συμφέροντος κατά των σχεδίων του Νιάρχου στο Φαληρικό, αριστεροί ήταν, ας μην ξεχνάμε, και οι συνδικαλιστές που αποδέχτηκαν αμαχητί, αν δεν το ζήτησαν κιόλας, οι 60.000 δραχμές το χρόνο που παίρναμε εμείς οι εκπαιδευτικοί για αγορά βιβλίων να μετατραπούν σε ένα πεντοχίλιαρο το μήνα επιπλέον στο μισθό μας!
Το ελάχιστο, τώρα, που μπορεί να φανταστεί κανείς για έναν καλλιτέχνη είναι να παραμένει στρατευμένος στην τέχνη του. Μια τέτοια στράτευση έχει φέρει στην ιστορία αρκετούς καλλιτέχνες αντιμέτωπους με την εξουσία. Όσο για την εξουσία την ίδια, ασχέτως πολιτικής αποχρώσεως, κατά κανόνα, και μάλλον δίχως εξαιρέσεις, ενδιαφέρεται για εκείνη την τέχνη που εξωραΐζει το προφίλ της. Αλλά και αρκετοί καλλιτέχνες, πάλι, διψώντας πάνω από όλα για αναγνώριση και επιβολή, είναι εν δυνάμει συνεργάτες σχεδόν οποιασδήποτε εξουσίας τους τα προσφέρει...

Στην «Αποδρομή του αλκοόλ» προκύπτει από κάποια ποιήματα μια προσπάθεια αποδόμησης της ρομαντικής εικόνας του ποιητή. Ο ποιητής βιώνει μια στενή καθημερινότητα, ζει στην ανία αλλά ταυτόχρονα υποφέρει, ματώνει και τελικά αναλώνεται για να φτιάξει ποίηση. Ποια είναι η θέση του ποιητή στη σημερινή κοινωνία;
Ας αρχίσουμε καλύτερα με την ποίηση. Η ποίηση, ιδιαίτερα στον τόπο μας, έχει γόητρο, μεγάλο γόητρο, αλλά δεν έχει αναγνώστες. Ο σύγχρονος Έλληνας μοιάζει πολύ με τον «Ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης» του Καβάφη· προσπαθεί να υποκαταστήσει την έλλειψη πραγματικής καλλιέργειας με τα εξωτερικά σύμβολά της. Την πραγματική παιδεία με τον πανεπιστημιακό τίτλο... Παρατηρώντας μαζικές συμπεριφορές σαράντα χρόνια τώρα, λέω συχνά: δεν αξίζουμε αυτόν τον τόπο! Μια σκέψη απαγορευμένη για οποιονδήποτε πολιτικάντη... Ο έλληνας ποιητής τώρα, αντλεί δύναμη από το γόητρο αυτό. Αλλά επειδή για την τέχνη του δεν υπάρχει κανένας θεσμός σπουδών που να εγγυάται την ακρίβεια και το κύρος της (όπως έχει λ.χ. ο εικαστικός, ο μουσικός, ο ηθοποιός) ο ποιητής είναι ένα εξαιρετικά ανασφαλές άτομο που την ανασφάλειά του αυτή θεραπεύει με μια διογκωμένη αυτοεικόνα και με οτιδήποτε έξωθεν μπορεί να του την επικυρώσει φαντασιωτικά, από μια απλή βιβλιοπαρουσίαση μέχρι... νόμπελ! Παρ' όλα αυτά, στα μεταπολεμικά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας αυτός ο ποιητής έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα της τέχνης του και είναι μεγάλο κρίμα που η νεοελληνική κοινωνία δεν μπορεί να συναντηθεί μαζί τους...

Στο βιβλίο συναντούμε έναν μεγάλο αριθμό γλωσσικών επιπέδων. Από την αρχαία γλώσσα και την καθαρεύουσα μέχρι και τα σημερινά greeklish. Μιλήστε μας για αυτό το μωσαϊκό. 
Το «μωσαϊκό» αυτό φίλος ποιητής χαρακτήρισε «ετερομικτική σύνθεση». Ζω το παρόν μ' ένα αίσθημα διαχρονίας που με συναρπάζει. Γράφω και δημοσιεύω στο πολυτονικό, αλλά δεν έχω γλωσσικά «ταμπού», όλα τα επίπεδα και όλες οι περίοδοι της γλώσσας μπορούν να υπηρετήσουν την ποίηση. Και αυτήν τη συμπαρουσία τού παρελθόντος στο παρόν την ζω εντονότερα στον καινούργιο αιώνα, στις μέρες μας... Ο νέος ποιητής συχνά δεν φαντάζεται τί σπουδαίο εργαλείο είναι στα χέρια του η ελληνική γλώσσα, πόσο διεθνής και παγκόσμια και μοντέρνα είναι στη διαχρονία της, όχι μόνο και τόσο ως ποικιλότητα εκφραστικής, όσο νοηματικής και ερμηνευτικής πολυδυναμίας... Αυτές τις ιδιότητές της προσπάθησα να αξιοποιήσω σε αρκετά ποιήματα της συλλογής, θέλοντας να αντιμετωπίσω επί ίσοις όροις, με όσες τυχόν αξίες διαθέτω, την εξίσου συναρπαστική πολυείδεια του καιρού μας.

Οι αναφορές στην αρχαία Ελλάδα είναι συχνές στη συλλογή σας. Αντίθετα με ό,τι συνηθίζεται, επιλέγετε μικρά περιστατικά της αρχαιότητας, της καθημερινής ζωής (όπως το παράδειγμα του παρθενοπίπη). Πολύ συχνά -και σε παλαιότερες συλλογές σας- μας δίνεται η αίσθηση πως η αρχαιότητα λειτουργεί σχεδόν ως παρωδία σε σχέση με το τώρα. Έχει γίνει το παρελθόν μια παρωδία του παρόντος μας;
Ένας τρόπος να δεις το παρελθόν είναι ως ασήκωτο βάρος για το παρόν. Έτσι το είδε ο Σεφέρης ακολουθώντας μια μελαγχολική παράδοση που θέλει να βλέπει τους πολιτισμούς ως κύκλους και δυσανάτρεπτη μοίρα. Ένας άλλος τρόπος είναι να δεις το παρελθόν ως δομική δυνατότητα του παρόντος! Ως πλουσιότητα του παρόντος που προετοιμάζει και διευρύνει μελλοντικές ανθοφορίες. Έτσι το είδαν εν πολλοίς οι υπερρεαλιστές, έτσι το είδε λ.χ. ο Ανδρέας Εμπειρίκος... Το παρελθόν, το μεγάλο παρελθόν, μας παρωδεί, όταν προσπαθούμε να το οικειοποιηθούμε δίχως να το αξίζουμε, μας κάνει απίστευτα γελοίους.
Όταν βλέπω το σπασμένο μάρμαρο, δεν νοσταλγώ τον ολόκληρο ναό, το ολόκληρο έργο, γι' αυτό έχω γράψει: «το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό». Αγαπώ το θρυμματισμένο κόσμο, το θραύσμα και το τραύμα, γιατί αυτό είναι η αλήθεια μου... Και αν στο πρόσωπο του ομηρικού παρθενοπίπη Πάρι «εγκωμίασα» τους ματάκηδες όλου του κόσμου, το έκανα γιατί δεν ήθελα να παρίδω το υψηλό τίμημα του πάθους τους: τον ισόβιο εγκλεισμό στη φυλακή του βλέμματός τους. Θα μπορούσες να δεις το συγκεκριμένο ποίημα και σαν αλληγορία για την ομορφιά της ίδιας της τέχνης: παρηγορεί, αλλά δεν σώζει την ψυχή μας. Αυτά μας δίδαξε ο μέγας αισθητής Καβάφης που τον γιορτάζουμε φέτος, αλλά δεν τον διαβάζουμε όσο πρέπει...

Στο νέο σας βιβλίο παρατηρούμε μια επιμονή σε αναφορές επικαιρικές. Στοιχεία της ποπ κουλτούρας, πρόσωπα όπως ο Μάκης Ψωμιάδης ή η Πόπη Τσαπανίδου. Θεωρείτε πως οι αναφορές αυτές παίζουν ρόλο στο χρόνο του ποιήματος ή το ποίημα διαρκεί ανεξάρτητα από όποια επί μέρους αναφορά;
Είναι αλήθεια ότι το επικαιρικό στοιχείο θέτει σε μεγαλύτερη δοκιμασία τη διάρκεια του ποιήματος σε σύγκριση με ποιήματα που μιλούν για τα αιώνια θέματα, τον έρωτα λ.χ. ή το θάνατο... Βέβαια σε ποιήματα πολιτικής στόχευσης ή κοινωνικής σάτιρας το επικαιρικό στοιχείο είναι σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της αλήθειας του... Αυτό, ωστόσο, που αποφασίζει για τη διάρκειά τους είναι η καλλιτεχνική τους δύναμη να αναχθούν από το σύμπτωμα στο φαινόμενο, από το περιστασιακό στο παραμόνιμο, που στην περίπτωσή μας είναι ή έκπτωση του πολιτικού και κοινωνικού προσώπου του ανθρώπου. Τότε το ποίημα όχι μόνο μπορεί να διαρκέσει, αλλά και να αθανατίσει το επικαιρικό που δίχως το ποίημα θα είχε εξαφανιστεί από τη μνήμη, όπως το βλέπουμε σε κάποια ποιήματα του Καρυωτάκη, χάρη στα οποία θυμόμαστε ακόμη την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, το τραγουδάκι εποχής «Valenzia» και την επίσημο αγχόνη του Παγκάλου!

Στη συλλογή είναι πολύ συχνές επίσης οι αναφορές στο διαδίκτυο, σε ιστοσελίδες, τρόπους γραφής, συνήθειες. Θεωρείτε πως η εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου είναι ένας τόπος που ενδείκνυται ως ποιητικό μοτίβο ή υπάρχει στα ποιήματα απλά ως ένα σημείο προς ποιητική κριτική; Και τελικά ποια είναι η σχέση ποίησης και διαδικτύου;
Η «εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου» είναι η νέα συνταρακτική πραγματικότητα της εποχής μας. Σκέψου μόνο πόσες ώρες κάθε μέρα περνούν όλοι σχεδόν οι νέοι της γενιάς σου συνδεδεμένοι με το δίκτυο μπροστά στον υπολογιστή! Αυτό δεν είναι «εικονική πραγματικότητα» αλλά ήδη ένα πραγματικό γεγονός, μια νέα πολιτισμική πραγματικότητα, με απροσδιόριστες ακόμη συνέπειες, καλές ή κακές... Και είναι δύσκολο να μην αφήσει τα ίχνη της σε μια ποίηση που θέλει να αναμετρηθεί με το παρόν. Πουθενά αλλού δεν εκφράζεται με τόση ενάργεια το «ετερομικτικό» και η πολιτισμική «πολυείδεια» της εποχής μας όσο στον απέραντο κόσμο του διαδικτύου, στοιχεία που ταιριάζουν με τη δική μου ποιητική αντίληψη για τον κόσμο και τα πράγματα, μια αντίληψη που ναι μεν στέργει τα φαινόμενα του κόσμου και εκφράζεται μέσω αυτών, αλλά δεν θέλει να κατέχεται από αυτά, καθώς -όπως είδες τόσο στο δεύτερο προοίμιο όσο και στην κλείδα και κατακλείδα του βιβλίου- δίνει το οντολογικό προβάδισμα στο ανέκφραστο ιερό...
Όσο για τη σχέση της ποίησης με το διαδίκτυο, η ίδια η μαρτυρία του διαδικτύου είναι περισσότερο από εύγλωττη... Πρόκειται για έναν χώρο πρωτόφαντης όσο και απέραντης εκφραστικής ελευθερίας που όπως είναι ευνόητο την πληρώνουν πρώτ' απ' όλα η ποιότητα και το αίσθημα ευθύνης του τι σημαίνει υπάρχω ως δημόσιο πρόσωπο και εκφράζομαι δημόσια. Από τις αρχές της δεκαετίας του '90, από τους πρώτους στο χώρο των γραμμάτων, εξέφρασα την εμπιστοσύνη μου στις νέες τεχνολογίες και έδειξα τον ενθουσιασμό μου για το διαδίκτυο. Τώρα συνειδητοποιώ καλύτερα την ανάγκη μιας νέας πολύ συγκεκριμένης σχολικής όσο και ελευθεριακής αγωγής που από τα πρώτα μαθητικά θρανία θα μυεί τα παιδιά στον κόσμο των νέων μέσων, πληροφορώντας τα με έγκυρο τρόπο γι' αυτά και, κυρίως, βοηθώντας τα στη δημιουργία κριτηρίων, συνδέοντας στενότερα την απαίτηση για εκφραστική ελευθερία με την προσωπική ευθύνη...

Στο βιβλίο υπάρχει ένα παράρτημα το οποίο ονομάζετε αντιδεοντολογικό. Η λειτουργία του είναι απλά επεξηγηματική ή προσθέτει στα ποιήματα χροιές και σημασίες παίζοντας έναν πιο δομικό ρόλο;
Το «Αντιδεοντολογικό παράρτημα» που κλείνει το βιβλίο, κάτι ασυνήθιστο γραμματολογικά με τον τρόπο που έχει συλληφθεί και υλοποιηθεί, κάποιοι το είδαν ως ποιητική συνέχεια τού κυρίως μέρους ή ίσως ένα ακόμη ακροτελεύτιο ποίημα... Το «Παράρτημα» κάνει σχεδόν όλα όσα λες και κυρίως παραβιάζει ένα έθος ή μία νόρμα, για εκείνες τις συλλογές που τα συναντάμε, εισηγούμενο μια άλλη δυνατότητα ή ένα άλλο είδος ποιητικού αυτοσχολιασμού.