31.12.18

Το δέντρο [ένα διήγημα για τις γιορτές]



της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου


Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα βουνό μεγάλωνε ένα δέντρο. Πρασίνιζε και φούντωνε, μαζί με τ’ άλλα δέντρα, κι όσο ψήλωνε ονειρευόταν πως κάποια στιγμή η κορυφή του θ’ άγγιζε τον ουρανό.  
«Μεγάλες προσδοκίες έχεις, μικρό μου» έλεγε ο πατέρας του, όμως εκείνο είχε τη νιότη του μπροστά και δεν φοβόταν τις δυσκολίες. Πίστευε τόσο πολύ πως θα τα κατάφερνε, ώστε στο τέλος έπεισε και τον πατέρα του, που ήταν μεγάλος, και τον παππού του, που ήταν ακόμα μεγαλύτερος και ο ψηλότερος στην περιοχή.
«Θα ψηλώνω κάθε χρόνο ένα μπόι» έλεγε και στους δύο. Θ’ απολαμβάνω τον ήλιο πιο πολύ απ’ όλους σας. Θα ρουφάω όλες τις θρεπτικές ουσίες από το χώμα, για να συγκρατούν τα κλαδιά μου τη πράσινη φυλλωσιά τους. Θ’ αναπνέω τον καθαρό αέρα του βουνού και θα λικνίζομαι ρυθμικά μέχρι να πέφτει από πάνω μου και ο τελευταίος κόκκος σκόνης που θα μπορούσε να θολώσει το χρώμα των φύλλων μου. Θα είμαι το πιο λαμπερό δέντρο σ’ όλο το βουνό. Όλοι θα με θαυμάζουν για το ύψος και την ομορφιά μου, απολαμβάνοντας την ευωδιά που θα βγάζουν τα κλωνάρια μου.  
            Έτσι και έγινε. Ο καιρός περνούσε και το δέντρο ομόρφαινε όλο και περισσότερο. Θέριευε με τη δύναμη που μάζευαν οι ρίζες του από το χώμα και το νερό της βροχής, και ψήλωνε ένα μπόι κάθε χρόνο. Ξεπέρασε όλα τα δέντρα κι ακούμπησε τα σύννεφα. Ο αέρας το λίκνιζε, διώχνοντας τη σκόνη από πάνω του, ο ήλιος γυάλιζε τα φυλλώματά του και η νύχτα τα έβαφε με το ασημί του φεγγαριού κι έστελνε τις αντανακλάσεις τους στην πόλη του κάμπου. Μια μέρα, οι άνθρωποι τις πρόσεξαν κι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. Έγινε συνωστισμός στο βουνό. Όσοι το έβλεπαν έφερναν κι άλλους να το θαυμάσουν, τόσο όμορφο που ήταν, να το καμαρώσουν και να μυρίσουν την ευωδιά που έβγαζαν τα κλωνάρια του. Σιγά σιγά, το δέντρο έγινε διάσημο. Μικροί και μεγάλοι ανέβαιναν στο βουνό για να το γνωρίσουν. Κάποιοι από αυτούς τού πήγαιναν και δώρα· ό,τι είχε ο καθένας ευχαρίστηση. Άλλοι έφερναν λίπασμα, άλλοι ειδικό χώμα με βιταμίνες και άλλοι νερό από την πηγή, για να ξεδιψάει τους θερμούς μήνες. Τα παιδιά κρέμαγαν στα κλωνάρια του πολύχρωμα πανάκια και έκαναν ευχές. Κάθε φορά, όλο και περισσότεροι εμπιστεύονταν τον ίσκιο του και προσπαθούσαν να υπολογίσουν ανάμεσα από τα φυλλώματα το ύψος της κορυφής του. 
Όμως, τον χειμώνα με τις βροχές και τα χιόνια δεν ήταν εύκολο ν’ ανεβαίνουν οι άνθρωποι στο βουνό για να το φροντίζουν. Έτσι, μια χρονιά που το κρύο ήρθε πρώιμα, κάποιος είχε την ιδέα – και όλοι συμφώνησαν – να μεταφέρουν το δέντρο στην πόλη, για να το προσέχουν. Την επόμενη κιόλας μέρα το έστησαν στην πλατεία και, επειδή τους φάνηκε λυπημένο, το στόλισαν χριστουγεννιάτικο, κι ας ήταν ακόμα νωρίς για τις γιορτές. Του κρέμασαν πολύχρωμα κουτάκια και το φώτισαν με λαμπάκια ασημένια σαν το χρώμα του φεγγαριού, για να τους θυμίζει εκείνες τις μέρες που το είχαν πρωτοδεί. Ο χρόνος κυλούσε κι έφερνε χαρούμενο κόσμο στην πλατεία να θαυμάζει το στολισμένο δέντρο. Κι αυτό, έτσι όπως έλαμπε, ήταν τόσο όμορφο, ώστε όποιος περνούσε από ’κει δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί κι έκοβε ένα κλωνάρι για να το πάει στο σπίτι του, να το φωτίσει για τις γιορτινές μέρες που έρχονταν. Κανένας δεν πρόσεξε τη λύπη του δέντρου, ούτε κατάλαβε πως οι σταγόνες πάνω στα φύλλα του δεν ήτανε δροσιά αλλά τα δάκρυα που έφερνε ο πόνος του αποχωρισμού.  
Πριν έρθουν οι γιορτές των Χριστουγέννων, έφτασε κρύο δυνατό. Ο αέρας έφερνε τις κάπνες που ξέρναγαν τα γύρω εργοστάσια και τις κόλλαγε πάνω στο δέντρο. Τα φύλλα του θάμπωναν, στάχτιαζαν τα κλαδιά του. Παραμονή Χριστουγέννων, που σταμάτησαν τα εργοστάσια, το δέντρο έστεκε ήδη ξερό, μαδημένο και άκαμπτο, καρφωμένο στις πλάκες της πλατείας, χωρίς να μπορεί να λικνιστεί και να τινάξει από τα κλαδιά του τις σκόνες και τα σκουπίδια που σφήνωναν μέσα τους. Τα φωτάκια του ήταν σβηστά, τα στολίδια του βρόμικα και οι κορδέλες του ανέμιζαν λερές σαν πένθιμες. Ήταν τόσο θλιβερό, ώστε ο κόσμος που περνούσε από μπροστά του για να πάει στην εκκλησία ούτε γύριζε να το δει.
  «Αν δεν ήμουν το ψηλότερο και το ομορφότερο δέντρο του κόσμου, τώρα θα ήμουν ζωντανό. Θα ζούσα στο βουνό, στον καθαρό αέρα, μαζί με τ’ άλλα δέντρα, λυγερό και καταπράσινο. Δεν θα με στόλιζαν εκείνα τα πολύχρωμα πανάκια με τις ευχές  των παιδιών αλλά θα μοσχοβολούσα. Και τώρα δεν θα είχα κρεμασμένες αυτές τις θλιβερές κορδέλες, που μπλέκονται και σπάνε τα κλωνάρια μου καθώς τις ανεμίζει ο αέρας» μονολογούσε το δέντρο, κι όλο και προσπαθούσε να σκύψει την κορφή του και δει πόσος κορμός του είχε απομείνει.
  Με τις καμπάνες της Γέννησης, φύσηξε αέρας δυνατός· το δέντρο έσπασε κι έγειρε στο χώμα.
«Το δέντρο πέθανε» είπε ένα παιδί.
«Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» είπε ένα άλλο.
«Όχι όμως τα κομμένα» είπε ένα τρίτο.
«Θα έρθουν να το πάρουν με το φορτηγό» είπε ξανά το πρώτο.
«Δεν είχε καλό θάνατο» είπε το δεύτερο.
«Θα το φροντίσουμε εμείς» είπε το τρίτο, κι έδειξε στην παλάμη του ένα μικρό σποράκι.
«Αν μέλλεται από τη φύση μου να γίνω το πιο ψηλό δέντρο, ας μείνω αόρατο από ανθρώπου μάτι» ευχήθηκε ο σπόρος.


Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας.

Σπούδασε σκηνογραφία-ενδυματολογία. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα.
Είναι τελειόφοιτη του Μεταπτυχιακού Τμήματος Δημιουργικής Γραφής
του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. 
Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί το βιβλίο της Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες [2017].

13.12.18

Σπουδή σε δύο φεγγίτες


του Θάνου Λουμπρούκου



Ημέρα 1η
Θα 'τανε Νοέμβρης του ‘66; Δεκέμβρης; Δεν θυμάμαι, ρε παιδί μου, πάει καιρός. Μας είχε φωνάξει ο κυρ-Χρήστος για κάτι μερεμέτια σ’ ένα σπίτι στο Μαρούσι. Φορτώσαμε πρωί πρωί τα εργαλεία και ξεκινήσαμε. Σκαλωσιές, μαδέρια, σκεπάρνια και δεν συμμαζεύεται. Πιάσαμε αμέσως δουλειά, ούτε καφέ δεν ήπιαμε. Κατά το μεσημεράκι, στο κολατσιό, εκείνος εμφανίστηκε στον κήπο. Πώς πάτε, παιδιά; μας ρώτησε. Ήμασταν τρεις κι αυτός τέσσερις. Πώς να πάμε, κυρ-Γιάννη, προχωράμε, απάντησ’ ο κυρ-Χρήστος, έχουμε και τον καινούργιο μαζί μας, τον Αντώνη. Και έδειξε εμένα. Εγώ ντράπηκα.
Κάποια στιγμή τελειώσαμε. Όπως πλενόμουνα στη βρύση του κήπου, ήρθε να μου μιλήσει: Πού κάθεσαι; Είπα: στην Καισαριανή. Θα στείλω ένα ταξί αύριο το πρωί να σε πάρει, είπε δυνατά, να το ακούσουν όλοι... Έγνεψα ναι κι έτρεξα στο φορτηγάκι του κυρ-Χρήστου.

Ημέρα 2η
Ο πατέρας μου ήταν πολύ θρήσκος. Έλεγε ότι μόνο με τη βοήθεια του Θεού μπορούμε να προκόψουμε. Γι’ αυτό πηγαίναμε στην εκκλησία όλοι μαζί κάθε Κυριακή: ο πατέρας μου, η μάνα μου, ο αδερφός μου ο μεγάλος, η αδερφή μου κι εγώ. Θυμάμαι, η μάνα μου μου είχε πάντα πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο. Τα χέρια μου, που ήταν γεμάτα γρατζουνιές, μου έλεγε να τα κρύβω στις τσέπες. 
Μετά την εκκλησία, το ταξί με περίμενε έξω απ’ το σπίτι. Προτού προλάβει να ρωτήσει η μάνα μου πού πάω και να φωνάξει ότι θα με περιμένει για φαΐ το μεσημέρι, το ταξί γκαζάριζε.
Εκείνος με περίμενε καπνίζοντας στην εξώπορτα. Μου έκανε μια δυνατή χειραψία: Καλωσήρθες στο σπιτικό μου. Μπήκαμε. Από το πάνω πάτωμα ακουγόταν μουσική. Κάτι ρεμπέτικα. Μου έψησε καφέ μερακλίδικο, όπως τονε γουστάρω, και αρχίσαμε την κουβεντούλα. Πόσω χρονώ είμαι, από πού κατάγομαι, αν έχω πάει σχολείο, αν με πληρώνει καλά ο μάστορας, πότε θα παντρευτώ, τέτοια. Εκεί γέλασα. Γιατί γελάς, μου λέει, νέο παιδί είσαι, δεν θες να παντρευτείς; «Πώς δε θέλω, αργότερα όμως, είμαι μικρός». Τι μικρός, μου λέει, εικοσιπέντε χρονών παλικάρι. «Έχει ο Θεός, κυρ-Γιάννη». Αφού ήπια τον καφέ, είπε να πάμε να μου δείξει τους δύο φεγγίτες. Τι είναι φεγγίτες; τον ρώτησα.
Ανεβήκαμε στο δεύτερο πάτωμα, στο δώμα. Η τελευταία σκάλα ήταν πολύ στενή· σκέφτηκα: αν παχύνει πώς θα ανεβαίνει; Μου εξήγησε τι είναι φεγγίτες. Πολύ φως, ρε παιδί μου. Το δώμα ήταν μακρόστενο και είχε ένα παράθυρο στο βάθος. Παντού πίνακες, πινέλα, μπογιές, χαρτιά. Δίπλα στο παράθυρο, στο πάτωμα, είχε ριγμένο ένα μαύρο πανί και κάτι άλλα χρωματιστά υφάσματα κουβαριασμένα σαν μπόγο. Στον έναν τοίχο είχε κολλήσει ένα κρεβάτι με κάμποσα μαξιλάρια. Τι τα θες τόσο μαξιλάρια, κυρ Γιάννη, τον ρώτησα. Πάψε πια να με λες κυρ-Γιάννη, με μάλωσε, για σένα Γιάννης σκέτο. Εντάξει, σκέφτηκα, Γιάννης σκέτο. Δεν απάντησε τι τα ήθελε τόσα μαξιλάρια.
Με έβαλε κάτω ακριβώς από τους φεγγίτες και μου είπε να σταθώ να με φωτογραφίσει. Δεν είχα δει φωτογραφική μηχανή από τόσο κοντά, μία φορά μόνο στο Ζάππειο, που βγήκαμε οικογενειακώς φωτογραφία Δεν μπορούσα να σταθώ ακίνητος, το θυμάμαι καλά αυτό. Είχα εκνευρισμό. Ντρεπόμουν. Βρε κάτσε σε μια θέση, μου έλεγε. Εγώ με τίποτα. Τι μου βρίσκεις κυρ-Γιάννη, ε, Γιάννη; τον ρώτησα. Εσύ έχεις ελληνική ομορφιά, μου απάντησε. Ακόμα δεν έχω καταλάβει τι εννοούσε μ’ αυτό το «ελληνική ομορφιά». Δηλαδή οι ξένοι είν’ άσχημοι; Κάτσε σε τούτη την καρέκλα, μου είπε κάποια στιγμή, και κοίταξε τον πίνακα σε εκείνον τον τοίχο. Χάζευα εγώ κάτι ναύτες και κάτι αγγέλους παραπέρα κι εκείνος μου τράβαγε φωτογραφίες. 
Πάω να φέρω κάτι, είπε αργότερα, μη φύγεις. Σηκώθηκα, πήγα στο παράθυρο, άναψα τσιγάρο και κοίταξα στον κήπο. Τον είδα που είχε πάει πέρα από τον δρόμο και κάτι έκοβε σε μια γωνιά μ’ ένα μαχαίρι. Γύρισε με μια κόφα γεμάτη φύλλα από βάγια. Μου 'φτιαξε στεφάνι και μου το φόρεσε στα μαλλιά. Κάθισε τώρα ήσυχα, μου είπε, και τράβηξε τρεις-τέσσερις φωτογραφίες. Ύστερ’ από λίγο, μου ζήτησε να βγάλω το πουκάμισό μου. Ήρθε να με βοηθήσει: σιγά, Γιάννη, σιγά, το 'χει σιδερώσει η μάνα μου, του λέω. Μη φοβάσαι, λέω, θα σου το σιδερώσω εγώ μετά. Όλα ξέρει να τα κάνει ο κυρ-Γιάννης, είπα από μέσα μου. Ωραία, λέει, τώρα κοίτα εμένα. Τον κοίταξα, έβγαλε δυο-τρεις φωτογραφίες και μου είπε να καθίσουμε στο κρεβάτι.



Ημέρα 3η
Το ταξί με περίμενε μετά τη δουλειά. Μάστορα, περίμενε να πλυθώ κι έρχομαι, φώναξα στον οδηγό. Ρώταγ’ η μάνα μου άμα θα φάω και πότε θα γυρίσω, ούτε που της απάντησα. Έφτασα γρήγορα. Έκανε κρύο κι είχε ανάψει το μαγκάλι. Μου ζήτησε να σταθώ καθιστός να με φωτογραφίσει, μετά όρθιος, μετά ξαπλωτός. Έβγαλα μόνος μου το πουκάμισό μου. Δεν με ένοιαζε που έπεσε στο πάτωμα, θα μου το σιδέρωνε εκείνος μετά. 

Ημέρα 4η
Το ταξί ήρθε βράδυ και πάτησε το κλάξον. Βγαίνω, φώναξα του οδηγού. Βρήκα την πόρτα ξεκλείδωτη. Ανέβηκα στο δώμα, στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. Δεν είδα κάπου τη φωτογραφική μηχανή.

Ημέρα 5η
Το ταξί με περίμενε μετά την εκκλησία: «Μάστορα, δε θα 'ρθω σήμερα, πες στον κυρ-Γιάννη ότι αρρώστησα και μου κάνει η μάνα μου βεντούζες».

Ημέρα 6η
Το ταξί ήρθε μια πριν και μια μετά τη δουλειά, άρρωστος έλεγα ότι ήμουνα. 

Ημέρα 7η
Πέρασα από το σπίτι του πηγαίνοντας σ’ ένα γιαπί για μεροκάματο. Κοίταξα μέσα. Στο παράθυρο στο πρώτο πάτωμα μου φάνηκε ότι είδα κάποιον πιτσιρικά να κοιτάει προς τα έξω. Νόμιζα κάτι με πείραξε μέσα μου, στην καρδιά μου, ρε παιδί μου.
Από τότε δεν έχω ξαναπάει στο Μαρούσι. Αποφεύγω.


Ο Θάνος Λουμπρούκος γεννήθηκε το 1983 στο Διαβολίτσι Μεσσηνίας. Ξεκίνησε να γράφει ποιήματα σε ηλικία 20 ετών. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης στην Ξάνθη. Εργάζεται ως ειδικός πληροφορικής στην Αθήνα και ασχολείται ερασιτεχνικά με τη στιχουργική και τη δημοσιογραφία. Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς στο περιοδικό Εντευκτήριο. Το 2007 κυκλοφόρησε σε ιδιωτική έκδοση τη συλλογή ποιημάτων λιτοί + δεμένοι. Aπό τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή του Η εκδίκηση της Ιθάκης (2015).