24.10.20

Λόγια του δρόμου


εικόνα: Τέλλος Φίλης


του Γιώργου Κορδομενίδη


# Και πού είναι; Έξω; Τι κάνει έξω; Μιλάει με πελάτη ή καπνίζει;

(μοδάτη γυναίκα περί τα 50, πάνω από τις κατακόμβες του Αγίου Ιωάννη)


# Αυτό ακριβώς είναι: Υποτροφία εκπόνησης διδακτορικής διατριβής. Τέλος!

(κοπέλα περί τα 30 στον συμβαδίζοντα νέο άνδρα με άσπρο παντελόνι και μαύρο δερμάτινο μπουφάν, παλιά παραλία)


# Μαλάκα μου, είχα γρίππη και δεν βγήκα όλο το σαββατοκύριακο από το σπίτι 

(κοπέλα περί τα 20 σε συνομήλική της, διάβαση πεζών στην Τσιμισκή με Αριστοτέλους)


# Του είχα αφήσει σημείωμα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ότι υπάρχει φαγητό στο ψυγείο, να το ζεστάνει στα μικροκύματα και να φάει, αλλά πήγε και παράγγειλε πίτσα.

(γυναίκα περί τα 35 σε συνομήλική της, μπροστά στο θέατρο της ΕΜΣ)


# (Α) Και γιατί δεν είπες τίποτε, ρε μαλάκα;

  (Β)  Τι να πω, ρε μαλάκα, αφού δεν είχα άνθρωπο…

  (Α)  Θα βρίσκαμε άνθρωπο, ρε μαλάκα…

  (Β)  Μη λες μαλακίες, ρε, πού θα τον βρίσκαμε;

(“ανδροπρεπής” συνομιλία μεταξύ μαλ… συγγνώμη, μεταξύ φίλων, σε καφέ της Αλεξάνδρου Σβώλου)


# Τσακώνει ο σύζυγος τη γυναίκα του με τον εραστή της στο κρεβάτι. Οι δύο άντρες πλακώνονται στο ξύλο και κουτρουβαλώντας βγαίνουν μέχρι τον δρόμο. Κάνει ο σύζυγος να χτυπήσει τον εραστή με το δεξί του χέρι, του το πιάνει στον αέρα ο εραστής. Επιχειρεί ο σύζυγος να βαρέσει τον εραστή με το αριστερό, ο εραστής τού πιάνει και το αριστερό. Νεαρός που έχει καταλάβει τι συμβαίνει (ο εραστής είναι με το εσώρουχο), φωνάζει: Χτύπα τον με τα κέρατα, ρε, με τα κέρατα!

(ανέκδοτο αφηγημένο από άνδρα των Κορμιών Ασφαλείας σε καφέ της Εθνικής Αμύνης) 




16.10.20

Δύο λεπτά στο τηλέφωνο: Εφαρμογή

εικόνα: Σόφη Σενόγλου


γράφει ο Αργύρης Παλούκας


Γιώργο, με όλα αυτά που συμβαίνουν, δεν ξέρω τι να σου πρωτοπώ. Με κυριεύουν συχνότερα οι κακές σκέψεις. Κι όλα αυτά γύρω τα βλέπω εντονότερα γιατί μεγαλώνω. Αυτό που, δέκα χρόνια πριν, θα το περνούσα σαν γριπούλα, το περνάω σαν πνευμονία. Αντιλαμβάνεσαι το πνεύμα μου. Με κυριεύουν οι κακές σκέψεις, λοιπόν. Και δεν θα πιστέψεις τι με ανακουφίζει: ένα μαγαζί με κοστούμια. Ναι, καλά ακούς. Είναι εδώ, στη Νίκαια, ένας κύριος που έχει μαγαζί με κοστούμια και το λειτουργεί εικοσιτετράωρο, καθημερινές και σαββατοκύριακα. Μη φανταστείς κάτι σπέσιαλ ― λίγο παλιακά είναι, αλλά τουλάχιστον τα παντελόνια δεν έχουν πιέτες και τα σακάκια δεν είναι τρίκουμπα. Από χρώματα υπάρχει ποικιλία, τουλάχιστον στα σκούρα. Εκεί λοιπόν που με πιάνουν οι κακές σκέψεις, γιατί το έχουμε ξαναπεί, η δαντέλα γύρω ξηλώνεται, λέω στον εαυτό μου πετάγεσαι και παίρνεις. Προβάρεις, σου κάνει ο κύριος δυο γαζιά, πληρώνεις και φεύγεις. Δεν χρειάζεται να αγχώνεσαι και να στοκάρεις στην ντουλάπα κοστούμια για παν ενδεχόμενο. Το αστείο ποιο είναι; Διότι, ναι, σου προκαλεί και γέλιο όλο αυτό, και το έχω ανάγκη όσο τίποτα το γέλιο, Γιώργο· ειδικά το γέλιο που βγαίνει όχι από τη σαχλαμάρα, αλλά το γέλιο που ταιριάζει στην ηλικία μας, το κωμικοτραγικό γέλιο, που από τα μακάβρια καταφέρνεις να γελάς. Το αστείο, που λες, είναι ότι ο κύριος σού κάνει και λίγο τον δύσκολο, έλα σε λίγο, δεν μπορώ ακριβώς τώρα, έλα σε πέντε λεπτά. Μια φορά τον πέτυχα να μου λέει έλα σε πέντε λεπτά, αλλά για κακή του τύχη έκατσα απέξω και κάπνιζα στη γωνία, δεν με έβλεπε. Ε, επί πέντε λεπτά δεν έκανε τίποτα, απλώς μου ζήτησε να περιμένω για το εφέ, και, όταν τελείωσε ο χρόνος αναμονής, βγήκε έξω με περισπούδαστο ύφος και με κάλεσε μέσα σαν καρδιολόγος. Δεν συζητώ για τις τιμές. Από το κατοστάρικο που θα πλήρωνες σε ένα κανονικά ανοιχτό μαγαζί, σου βάζει και πενήντα ευρώ επιπλέον για την εξυπηρέτηση. Αλλά και πάλι τι να λέμε; Καλύτερα εκατόν πενήντα και στο χέρι, την ώρα που το θες το κοστουμάκι σου, και μάλιστα από έναν καρδιολόγο.

9.10.20

Δύο λεπτά στο τηλέφωνο: Τα πράγματα


γράφει ο
Αργύρης Παλούκας

Σήμερα μπήκα σε ένα γεμάτο βαγόνι. Από Πανεπιστήμιο για Σύνταγμα. Μία πόρτα ήτανε χαλασμένη, δεν άνοιγε, κι έτσι στη διπλανή είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Γύρισα δεξιά, όπως γυρνάει κανείς δεξιά γιατί δεν μπορεί να κοιτάζει συνέχεια ευθεία. Είχε σηκωθεί ένας ηλικιωμένος, πάνω από εβδομήντα, για να κατέβει. Σκέφτηκα αυτόματα το μέτρο που ακουγόταν πριν από μερικές μέρες, να απαγορευτεί η κυκλοφορία στους άνω των εξήντα πέντε. Για λίγα δευτερόλεπτα, ο κύριος με κοίταζε στα μάτια σαν τρομαγμένο ζώο. Μου θύμισε έναν πίνακα του Ντε Κίρικο, δεν θυμάμαι όνομα, απεικόνιζε έναν άνδρα με αφύσικα παιδικό πρόσωπο. Καθώς κατέβαινα στο Σύνταγμα, στο μυαλό μου ήρθε μια περιπέτεια που είχα πριν από κάνα-δυο χρόνια. Είχα πάει με κάτι φίλους σαββατοκύριακο στην Εύβοια. Το βράδυ ήπιαμε.Το πρωί, περνώντας από κάτι βράχια, έπεσα. Θαύμα πώς επέζησα, γιατί έφερα δύο τρεις βόλτες μέχρι να σταματήσει το σώμα. Ενώ έπεφτα, έγινα σαν παρατηρητής του εαυτού μου και τον λυπήθηκα. Τον είδα σαν μικρό παιδί, ανυπεράσπιστο, ολομόναχο, ένα τίποτα. Φτωχό κι αβοήθητο. Ωραία που γυρίζουν τα πράγματα πίσω...

4.10.20

H υποψιασμένη απελπισία της Kατερίνας Γώγου

του Γιώργου Κορδομενίδη (σε συνεργασία με τον Δημήτρη Η. Παστουρματζή) 



H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια. 


Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.


Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας «γιούπι!».




Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου. 

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιήματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσότερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. 

Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση όχι την προσωπική, αλλά όλων σαν εμένα, χωρίς όμως μ' αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοιπόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τά 'βγαλα.




Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982), έχει κάνει κι αυτό πάνω από δεκαπέντε εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Όλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, βγήκε το 1990 από τα Nέα Σύνορα. 

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μία σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.




Σ' αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ' αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:


[...]

Πώς θα γυρίσω

που βρίσκομαι χωρίς σκαρί

συντρόφους, από τ' άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια

χωρίς αέρα και πανιά

όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;


Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω

κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή

τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου

να μην τους ξυπνήσω;


Mε λένε Oδύσσεια.

Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό

το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο

σχεδόν οριστικά τσακίσει [...]


Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (λογουχάρη, στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων). 

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ' έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου 'λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ' αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια [...]. 

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.


[πρώτη δημοσίευση: Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 21.4.2002]


Σημείωση 2020: Τα στοιχεία για τις εκδόσεις είναι του 2002. Λογουχάρη, τα βιβλία  Τρία κλικ αριστερά, Το ξύλινο παλτό, Με λένε Οδύσσεια, είναι εξαντλημένα. Ο Νόστος επανεκδόθηκε από τον Καστανιώτη το 2004. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησαν τα Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε (2015) και Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του (2018).