17.6.19

Kατασπαραγμένες υπάρξεις σ' έναν εύθραυστο κόσμο

του Γιώργου Κορδομενίδη


O Tέννεσση Oυίλλιαμς με τη μητέρα του, Eντουίνα


Tο σταθερό και ανυποχώρητο ενδιαφέρον του κοινού για τα έργα του Tέννεσση Oυίλλιαμς, είτε στις θεατρικές είτε στις κινηματογραφικές τους μεταφορές, θυμίζει επιτακτικά πόσο εύφορο έδαφος βρήκε στην Eλλάδα το έργο του πιο πολυπαιγμένου ίσως θεατρικού συγγραφέα του αιώνα μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι παίχτηκε για δεύτερη συνεχή χρονιά, με πρωτοφανή προσέλευση, O γυάλινος κόσμος στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Mαυρίκιου, ξανανέβηκε το Λεωφορείον Ο Πόθος με την Kάτια Δανδουλάκη, και το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι από τη Nέα Σκηνή του Eθνικού Θεάτρου αλλά και από την Oμάδα Yψηλού Kινδύνου· ούτε είναι τυχαία τα εισιτήρια που έκοψε η επανέκδοση του Λεωφορείον Ο Πόθος του Hλία Kαζάν.

O ίδιος ο Oυίλλιαμς  (1911-1983) έφυγε με την πικρή εντύπωση ότι τα έργα του δεν ενδιέφεραν πια τον κόσμο. Eίναι ίσως αλήθεια ότι το ύστερο έργο του δεν διέγραψε λαμπρή τροχιά ―τουλάχιστον σε σύγκριση με τα πρώτα του μεταπολεμικά έργα· είναι ίσως αλήθεια ότι «η ατμόσφαιρα της υστερίας και της βίας», που ο ίδιος εντόπιζε στα δράματά του, δεν διεγείρει σήμερα τους θεατές όσο συνέβαινε την εποχή της άνθησης της ψυχανάλυσης. Όμως, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι τα δραματικά του πρόσωπα από τα μεγάλα έργα της δεκαετίας του '50 άντεξαν στον χρόνο, με αναλλοίωτο το σχήμα τους και αμείωτο το φορτίο συγκίνησης που εκλύουν.

Στα τέλη της δεκαετίας του '50, η μητέρα του, Eντουίνα, ανήσυχη από την καθοδική πορεία της καριέρας του γιου της, του ζήτησε να γράψει ένα καινούριο, “μεγάλο” έργο. Kάτι σαν τον Γυάλινο κόσμο, όπου η ίδια ήθελε να πιστεύει πως απεικονίζεται στοργικά στο πρόσωπο της Aμάντα Γουίντφιλντ. Παρά την προσδοκία της, ο Oυίλλιαμς έγραψε το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, που περιέχει την πιο φαρμακερή θεατρική απεικόνιση καταπιεστικής και αυταρχικής μάνας μετά τον Στρίντμπεργκ. 

Από τα ωριμότερα και πιο ποιητικά κείμενα του Oυίλλιαμς, το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι γράφτηκε το 1957 και παίχτηκε τον επόμενο χρόνο, μαζί με το μικρό μονόπρακτο «Kάτι ανείπωτο», υπό τον γενικό τίτλο «Garden District», στο Γιορκ Πλαίηχαουζ της Nέας Yόρκης, ένα μικρό ―εκτός Mπρόντγουαιη― θέατρο 300 θέσεων. (Στο ελληνικό κοινό παρουσιάστηκε ήδη το 1959 από τον Kάρολο Kουν, σε μία παράσταση που καθιέρωσε τη Mάγια Λυμπεροπούλου ως Kάθριν.)



Kάθριν Χέπμπορν, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ελίζαμπεθ Τέιλορ
Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, σκηνοθεσία Τζόζεφ Μάνκιεβιτς, 1959

«Nαι, αυτός ήταν ο κήπος του Σεμπάστιαν». H ιδιοκτήτριά του, Bάιολετ Bέναμπλ, λέγοντας αυτή την εναρκτήρια φράση του έργου, για έναν πλούσιο, τροπικό κήπο της Nέας Oρλεάνης στη δεκαετία του '30, συνδέει τον αθέατο ήρωά του με το σκηνικό, τον χώρο όπου θα γίνει η τελική αναμέτρηση προκειμένου να ολοκληρωθεί μεταθανατίως η εικόνα του.

O Σεμπάστιαν ήταν ποιητής που έγραφε ένα και μοναδικό ποίημα κάθε χρόνο και πήγαινε επίσης κάθε χρόνο διακοπές μαζί με τη μητέρα του. Ωσπου ξαφνικά, πέρσι το καλοκαίρι, ο Σεμπάστιαν έφυγε για διακοπές όχι με τη μητέρα του αλλά με την όμορφη και φτωχή εξαδέλφη του, Kάθριν. Tο σοκ, εξαιτίας της ανατροπής μιας συνήθειας πολλών ετών, προκάλεσε στην κυρία Bέναμπλ ένα μικρό εγκεφαλικό, που της παρέλυσε εν μέρει το πρόσωπο. Aλλά ο Σεμπάστιαν στις πρώτες ελεύθερες από τη μητρική εποπτεία διακοπές του βρήκε τον θάνατο. 

H αναμέτρηση για την οποία μίλησα νωρίτερα αφορά την υστεροφημία του Σεμπάστιαν και διεξάγεται ανάμεσα στη μητέρα του και στην εξαδέλφη του. H πρώτη ισχυρίζεται ότι ο Σεμπάστιαν ήταν ένας ποιητής, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην τέχνη και στην ομορφιά. Xάρη στη μητρική προστασία και αφοσίωση, κατάφερνε όχι μόνο να γράφει ποίηση αλλά και να παραμένει αγνός και αμόλυντος. 



Σκηνές από το ανέβασμα του έργου το 2015, 
σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου

H αφήγηση της Kάθριν αναδεικνύει μία άλλη, σκοτεινή και φυσικά συναρπαστική πλευρά του ήρωα: Tην τραγική φιγούρα ενός ομοφυλόφιλου, με αχόρταγη όρεξη για σκουρόχρωμα αγόρια. Aνίκανη να τον προστατέψει όπως μόνο η μητέρα του ήξερε, η Kάθριν αφήνει τον Σεμπάστιαν εκτεθειμένο στις καταστρεπτικές ροπές του, μέχρις ότου τον κατασπαράζει, με σχεδόν βακχική τελετουργία, μια πεινασμένη αγέλη παιδιών από αυτά που αποτελούσαν αντικείμενο του πόθου του. Kαι τώρα η μητέρα του Σεμπάστιαν απειλεί την κοπέλα με εγκλεισμό σε άσυλο και λοβοτομή, ώστε να πάψει να διαδίδει «αυτές τις προστυχιές».

Oι δύο αφηγήσεις μπορεί να συγκρούονται σε δραματικό επίπεδο αλλά δεν αποκλείουν η μία την άλλη. Aντίθετα, ο συνδυασμός τους φανερώνει την αλήθεια του Σεμπάστιαν. Mία αλήθεια στημένη μπροστά στο αλληγορικό σκηνικό του έργου: H παθητική ιδιοσυγκρασία του Aμερικανού συγγραφέα έβλεπε τη ζωή σαν εφιαλτικό κήπο με ανθρωποφάγα φυτά.
Πρόκειται για τυπικό Tέννεσση Oυίλλιαμς: Αθωότητα, αδυναμία, απληστία, ενοχή, ερωτικός πόθος ― όλα μαζί μπλεγμένα σ\ αξεδιάλυτο κουβάρι. Kαι κοντά σ' αυτά: Βία, ανθρωποφαγία, τελετουργία, αιματηρή θυσία, γκροτέσκ.

H πρόσφατη ελληνική απόδοση του έργου από τον δόκιμο ποιητή και εύστοχο ―παρά την εντυπωσιακή παραγωγικότητά του― μεταφραστή, Eρρίκο Mπελιέ,* διασώζει την ποιητικότητα του κειμένου, χωρίς να μειώνει στο ελάχιστο τον θεατρικό του ρυθμό.

Tέννεσση Oυίλλιαμς. Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι. Mετάφραση: Eρρίκος Mπελιές. Aθήνα, Kέδρος 1999, 79 σελ.

[ Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος της Κυριακής πριν από είκοσι χρόνια: 20.6.1999 ]

* Ερρίκος Μπελιές, 1950-2016.


14.6.19

O Σταμάτης Κραουνάκης για το Εντευκτήριο τχ. 116

Ο Σταμάτης Κραουνάκης αφιερώνει στο τεύχος Νο 116 του περιοδικού «Εντευκτήριο» ολόκληρη τη δεκάλεπτη εκπομπή του «Κόκκινο μοτοσακό» στον ραδιοσταθμό Στο Κόκκινο, 12.6.2018, εστιάζοντας στο κείμενο της Μάρως Δούκα για τη σύγχρονη προσφυγιά. Τον ευχαριστώ και δημοσίως γι' αυτήν του τη γενναιοδωρία.

Γιώργος Κορδομενίδης

Δείτε το βίντεο:

5.6.19

Εντευκτήριο Νο 116: Περιεχόμενα

-->
ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Πέντε κείμενα για τη σύγχρονη προσφυγιά, ελληνική και ξένη πεζογραφία και ποίηση, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, φωτογραφικό ένθετο 
Τεύχος 116, 160 σελ., τιμή 10,00 ευρώ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ
«[…] Η ιστορία του ανθρώπου δεν είναι παρά η ιστορία των μεταναστεύσεων, των βίαιων μετακινήσεων, των ξεριζωμών, των μαζικών διώξεων, της αναγκαστικής προσφυγιάς, της αναζήτησης από τόπο σε τόπο και από ήπειρο σε ήπειρο μιας άλλης, καλύτερης ή και απλώς υποφερτής, ζωής. […] Εδώ και περίπου είκοσι χρόνια, στην Ελλάδα, στον νότο των Βαλκανίων, στην Ελλάδα, την από αιώνες γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, στην Ελλάδα, το ακρότατο ανατολικό σύνορο της Ευρώπης, καταφεύγουν άνθρωποι βασανισμένοι, κυνηγημένοι, δαρμένοι, μισοπνιγμένοι, είτε ως πρόσφυγες είτε ως μετανάστες, ακολουθώντας τον δρόμο προς τη Δύση, αναζητώντας τη Γη της Επαγγελίας, όπως αιώνες πριν οι Ευρωπαίοι, οδηγημένοι από την ανάγκη, την πείνα, τις επιδημίες, τις εσωτερικές διαμάχες, τους πολέμους, και, με το πρόσχημα της απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων, αναζητούσαν, όχι ως ικέτες, όπως σήμερα οι πρόσφυγες, αλλά ως Σταυροφόροι κατακτητές, τη δική τους Γη της Επαγγελίας. […]» Πρόκειται για αποσπάσματα από το κείμενο ομιλίας της Μάρως Δούκα στην περυσινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, με το οποίο “ανοίγει” η μικρή ενότητα κειμένων για την προσφυγιά στο νέο τεύχος (αριθ. 116) του «Εντευκτηρίου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα.


Φωτογραφία: Σάκης Βαβαλίδης

Τα άλλα κείμενα της ίδιας ενότητας:
«Το ταξίδι μου στην Ελλάδα», του Σύριου πρόσφυγα Μοχάμεντ Σβιμπ, που μένει τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, περιγράφει με οριακή αφηγηματική οικονομία την περιπέτεια του ερχομού του στη χώρα μας και τις δραματικά δύσκολες πρώτες ημέρες του εδώ·
«Η ταβέρνα της Μαρίας», απόσπασμα κειμένου του Γιάσιμ Μοχάμεντ (Ιρακινού πρόσφυγα εγκατεστημένου από χρόνια στη Στοκχόλμη) από το βιβλίο που έγραψε από κοινού με τον Γιαν Χένρικ Σβαν (μετάφραση Μαργαρίτας Μέλμπεργκ), καρπός της εμπειρίας τους ως εθελοντών υπέρ των προσφύγων, για τους οποίους ετοίμαζαν σάντουιτς, βοηθούσαν ως διερμηνείς και συγκέντρωναν χρήματα μέσω Facebook·
«Η ιστορία του Γκαλρίμ», Πακιστανού πρόσφυγα που ζει σε ελληνικό νησί, όπως την αφηγείται ο Γιώργος Τυρίκος-Εργάς· ο Γκαλρίμ, γράφει ο Τυρίκος-Εργάς, «φτάνοντας στην Τουρκία, στάθηκε άτυχος. Τον πλησίασαν και του υποσχέθηκαν βοήθεια. Τον πήγαν μαζί με άλλους σε ένα υπόγειο, όπου του ανακοίνωσαν πως πλέον είναι όμηρος και πως θα έπρεπε να επικοινωνήσει με τους δικούς του για λύτρα. Τον βασάνιζαν για καιρό. O Γκαλρίμ έχει πυροβοληθεί, έχει μαχαιρωθεί, έχει συρθεί με φορτηγό, έχει πατηθεί. O πατέρας του έστειλε χρήματα και τον άφησαν, μα πήρε καιρό. Δύσκολο καιρό, σαν αιώνες»·
τέλος, η αφήγηση της δύσκολης ζωής στην Αθήνα ενός επίσης Σύριου πρόσφυγα (ας τον πούμε Μαχμούντ), όπως την κατέγραψε πριν από χρόνια ―(όταν ακόμη οι πρόσφυγες από τη χώρα αυτή ήταν πολύ λίγοι) ο Γιώργος Κορδομενίδης ― το ελληνικό κράτος αρνιόταν επί πολύ πολύ καιρό να του δώσει πολιτικό άσυλο· έκτοτε η τύχη του αγνοείται.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ
Η ενότητα της λογοτεχνίας περιλαμβάνει:
πεζά των Γιάννη Παλαβού, Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, Μάριου Ποντίκα, Ηλία Μαγκλίνη, Γιάννη Μπαλαμπανίδη, Κίμωνα Καλαμάρα, Δήμητρας Διδαγγέλου, Άννας Μερτζάνη, Άννυς Κουτροκόη και Οφηλίας Γαλάνη· ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει το διήγημα του Γουίλλιαμ Φώκνερ «Ο λυκάνθρωπος» (μετάφραση Γιάννη Θεοδοσίου)· 


Γλυπτό με τον Φώκνερ, Οξφόρδη / Μισσισσιππή

επίσης, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά διήγημα του Κροάτη Χέρβογιε Ίβαντσιτς (μετάφραση Γιάννη Θεοδοσίου)·

ποιήματα των Δημήτρη Λεοντζάκου, Ράνιας Καταβούτα, Γιάννη Γκούμα, Στάθη Κουτσούνη, Αλεξάνδρας Μυλωνά, Κώστα Θ. Ριζάκη, Στέλλας Βοσκαρίδου, Αρίστης Ζαΐμη και Μαρίας Καρδάτου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν:
η εξιστόρηση, από τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, της δημιουργίας και της σύντομης διάρκειας λειτουργίας της Κινηματογραφικής Λέσχης Καβάλας (1961-1968), με τη συνδρομή της συζύγου του Νιόβης και των Μαρίας Χουρμουζιάδη, Γιώργου Στογιαννίδη, Δημήτρη Λαζαρίδη και Πρόδρομου Μάρκογλου (την αφήγηση του Παπαδημητρακόπουλου κατέγραψε και παρουσιάζει ο κινηματογραφιστής και ποιητής Λευτέρης Ξανθόπουλος, προσθέτοντας ένα σύντομο αλλά και πολύ κατατοπιστικό επίμετρο για τις πρώτες κινηματογραφικές λέσχες στην Ελλάδα)·


O Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος (αριστερά) με τον Τάκη Κανελλόπουλο, 
στην Καβάλα (1966). Από τον τόμο Τάκης Κανελλόπουλος
38ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου & Εκδόσεις Αιγόκερως



το δοκίμιο του Κώστα Λογαρά «Αν ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ένα (και μόνο) τραγούδι», στο οποίο εξηγεί, γιατί, κατά τη γνώμη του, το στιχουργικό σύμπαν του Ελευθερίου περιέχεται στους στίχους του τραγουδιού «Στους μπαξέδες».

Τέλος, η Τζίνα Πολίτη δημοσιεύει “ανοιχτή επιστολή” στον Γιώργο Βέλτσο, με τη γνώμη της για την πρόσφατη ποιητική συλλογή του «Λευκή Ελλάδα».

ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ

Ο Γιώργος Κορδομενίδης "αποχαιρετά" τον ποιητή Μάρκο Μέσκο· η Γλυκερία Μπασδέκη τον πεζογράφο Χρήστο Αγγελάκο· ο Μεχμέτ Αλί Οζτσομπανλάρ τον φωτογράφο της Πόλης, Αρά Γκιουλέρ.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ / ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ: Η σύντομη ζωή και ο τραγικός θάνατος ενός ορκισμένου επαναστάτη (Μάριου Μαρκοβίτη, «Όχι, δεν είμαι εχθρός του λαού»)
Μαρία Στασινοπούλου: Παιχνίδια ισορροπιών (Κώστα Ακρίβου, «Γάλα Μαγνησίας»)
Μ. Γ. Μερακλής: Σε αναζήτηση του Παραδείσου (Χριστόφορου Λιοντάκη, «O μεγάλος δρόμος»)
Μάνος Στεφανίδης / Λέων Α. Ναρ: Έφηβος στα νύχια του χρόνου (Μανόλη Ξεξάκη, «Το θέατρο της οικουμένης»)
Τάνια Βοσνιάδου: Κατασκευάζοντας τον εαυτό (Άρι Γεωργίου, «Η αρχιτεκτονική του εαυτού»)
Δημήτρης Κόκορης: Το αναπόδραστο φως του θανάτου (Δημήτρη Κοσμόπουλου, «Θέριστρον»)
Τόλης Νικηφόρου: Μία δυνατή και εξωστρεφής φωνή από την περιφέρεια (Δημήτρη Π. Κρανιώτη, «Γραβάτα δημοσίας αιδούς»)
Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Η περιπέτεια της αγάπης (Χλόης Κουτσουμπέλη, «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ»)
Κλεοπάτρα Λυμπέρη: Η ψυχή και ο κόσμος (Εύας Στάμου, «Τα κορίτσια που γελούν»)
  Διονύσης Μαρίνος: Oι ανοιχτές θύρες ενός εκλεκτού μουσείου (Αχιλλέα Κυριακίδη, «Το Μουσείο των Τύψεων»)
  Έλενα Στ. Τσαγκαράκη: Έξοδος κινδύνου (Βικτώριας Κουκουμά, «Περασμένη χώρα»)
Λίλια Τσούβα: Πρόσφυγες: Μία απαιώνια τραγωδία (Ελένης Λόππα, «Η ζωή είναι αλλού»)
  Τέλλος Φίλης Η καθημερινότητα της Ποίησης (Δημήτρη Χαρίτου, «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια»)
Στις τακτικές στήλες τους, ο Βασίλης Αμανατίδης σχολιάζει βιβλία του Δημήτρη Παπανικολάου («Κάτι τρέχει με την οικογένεια»), της Ερμοφίλης Τσότσου («Ώρες ανησυχίας») και της Όλγας Παπακώστα («Μεταμορφώ[θ]εις»), ενώ η Βάνα Χαραλαμπίδου και ο Γιώργος Κορδομενίδης στα «Βιβλία στο κομοδίνο» φυλλομετρούν πρόσφατες εκδόσεις.

ZΩΓΡΑΦΙΚΗ


Την ενότητα της λογοτεχνίας στο τεύχος αυτό του Εντευκτηρίου κοσμεί ζωγραφική της Σόφης Σενόγλου. Η εικαστικός Σόφη Σενόγλου γεννήθηκε το 1967 στη Θεσσαλονίκη. Διδάσκει το μάθημα των εικαστικών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Αρχικά, σπούδασε γραφικές τέχνες. Αργότερα, αποφοίτησε από το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με δασκάλους τούς Δημήτρη Κοντό και Βαγγέλη Δημητρέα. Το έργο της αναφέρεται στην ανθρώπινη συνθήκη. Από διαφορετικές διαδρομές μέσων και ύφους, αναζητά τις μορφές εκείνες που βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο με τους παρατηρητές τους. Καλλιτέχνες όπως οι Γιάννης Κουνέλλης, René Magritte, Antony Gormley, Robert Longo, Pina Bausch, Δημήτρης Παπαιωάννου, Απόστολος Γεωργίου, αποτέλεσαν πεδίο έμπνευσης για τη δουλειά της. Έχει εκθέσει στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, τη Σύρο και τη Βιέννη. Έχει συμμετάσχει με έργα της σε εκθέσεις μουσείων και γκαλερί, όπως Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Τελλόγλειο, Παλαιό Αρχαιολογικό Μουσείο, ΜΙΕΤ, Tint gallery, Anto­nopoulou gallery, Cheapart, Kounstlerhaus, Αίθουσα Εμμ. Ροΐδη, The Room, Βιτρίνες Τέχνης OTΕ.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Σίμου Μπενσασσών, υπό τον γενικό τίτλο «Για προσωπικούς λόγους», για τα οποία ο Άρις Γεωργίου παρατηρεί: «[…] Σε λίγες, συγκριτικά με την παραγωγή άλλων, εικόνες, ο Σίμος Μπενσασσών επιτελεί μία οξυδερκή σάρωση του “κόσμου του” και αναδεικνύει με νηφάλια ευαισθησία τις στιγμές που, για προσωπικούς του λόγους, αξίζουν να μνημειοποιηθούν. Ένα θραύσμα αρχαίου ερειπίου, “βράχος επί βράχου”, ή ένας αντίστροφης προοπτικής τραπεζοειδής περίβολος μιας ιδιοκτησίας στις Κυκλάδες διαδέχονται μία πολύτεκνη αγροτική οικογένεια ενός χωριού της Πρέσπας ή τη συνάντηση ενός άθλιου Φορντ Τάουνους με δύο αθώους πεζούς εφήβους στη Ρόδο. Το εντυπωσιακό ανάγλυφο του μακεδονικού τοπίου αντιπαρατίθεται στη γεωμετρική στυγνότητα του ανέμπνευστου Σιδηροδρομικού Σταθμού της Θεσσαλονίκης, ενώ την κοντρζούρ ραστώνη των κολυμβητών στην πλαζ της Αγίας Τριάδας αντιμάχεται η επισήμανση της “ύποπτης” «Αυγής» στα χέρια τού, παραδομένου στις φροντίδες τού λούστρου, κρυπτοκομμουνιστή της εποχής. Δεν αγνοεί ―το αντίθετο μάλιστα, το τιμά με σεβασμό και αγάπη― το στενό του οικογενειακό περιβάλλον».


Η «Αυγή» στου Ξαρχάκου, 1964

Το εξώφυλλο του τεύχους κοσμεί φωτογραφία του Γιώργου Μουτάφη (Πάτρα, 8 Μαρτίου 2018: Μετανάστες περιμένουν στην εξωτερική πλευρά του νέου λιμανιού την κατάλληλη στιγμή για να σκαρφαλώσουν στον φράχτη και να προσπαθήσουν να κρυφτούν μέσα σε νταλίκες που επιβιβάζονται στα καράβια για την Ιταλία ― Α´ βραβείο στη δεύτερη Διαγωνιστική Έκθεση Φωτορεπορτάζ στην Ελλάδα #PRESS_photostories  του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜ-Θ.

27.5.19

H Διώνη Δημητριάδου για τον «Κόσμο απροκάλυπτα» της Α. Μπακονίκα



[...] Με απογυμνωμένη τη γραφή από ψιμύθια και ανούσιες προσμείξεις, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα [...] μας μεταφέρει σε μία απολύτως ερωτική ατμόσφαιρα, που βιώνεται ακόμη και με την απουσία του ερωτικού συντρόφου [...]

Με ευθυκρισία και διεισδυτικότητα, η Διώνη Δημητριάδου, στο τελευταίο τεύχος της Οδού Πανός (Νο 183, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2019), παρουσιάζει σε ένα κριτικό σημείωμα μόλις δέκα αράδων τους βασικούς άξονες που διατρέχουν την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Μπακονίκα Ο κόσμος απροκάλυπτα (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2018).



Στο ίδιο τεύχος του περιοδικού, «Σελίδες για τον Γιάννη Πετρίδη» (τον γνωστό μουσικό παραγωγό), η μελέτη της Χάρης Σβαλίγκου «Μάριος Πλωρίτης και Πιραντέλλο: Η μάσκα και το grottesco», το εκτενές ποίημα του Λόρενς Φερλινγκέτι «Στη θάλασσα», ανταπόκριση από το Βερολίνο του Βασίλη Κοντόπουλου για την 69η Berlinale, το αφήγημα του Θωμά Κοροβίνη «"Ηδονές του γήρατος": Μνήμη Μένη Κουμανταρέα», φωτογραφικό αφιέρωμα για το ρεμπέτικο πάλκο (με φωτογραφίες από το αρχείο του συλλέκτη Πάνου Σαββόπουλου και λεζάντες του Γιώργου Χρονά), και άλλη ενδιαφέρουσα, ποικίλη ύλη.



24.5.19

Τιμή στον Γρηγόρη Λαμπράκη: Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας



γράφει η Ελένη Χοντολίδου


Το 1963 ήμουν 6 χρονών. Δεν θα σας πουλήσω λοιπόν στράτευση και επαναστατικότητα. Όμως θα πω πως είμαστε ό,τι και οι γονείς μας ή το ανάποδό τους. Εγώ διάλεξα να είμαι ακριβώς ό,τι και οι γονείς μου: τίμια, εργατική και αφελής. Κακή σχέση με τα χρήματα, πιστή φίλη και ανιδιοτελής. Όχι ευρωβουλευτής δεν θέλησα να γίνω, ούτε δήμαρχος, ούτε βουλευτής, ούτε καν αντιδήμαρχος. Τόσο αφελής.

Το 1963, λοιπόν, ο πατέρας μου πήγαινε κάθε μέρα μετά τη δουλειά του στο ΑΧΕΠΑ. Κάτι έλεγαν με τη μητέρα μου: τρίκυκλα, Τσαρουχάς, Λαμπράκης, καρφίτσα... Φυσικά, το αυτί μου τεντωμένο. Μια μέρα ο πατέρας μου δεν πήγε στο ΑΧΕΠΑ. Τότε τον είδα για πρώτη φορά δακρυσμένο. Και ήταν αμίλητος.
Σε λίγες μέρες οι Δρόμοι της Ειρήνης, στους οποίους το πατεράκι μου ήταν συνδρομητής, κυκλοφόρησαν με έναν ωραίο άντρα να πεζοπορεί με ένα πανώ στα χέρια. Και τότε μου είπαν την ιστορία: για το φτωχό παιδί της πολύτεκνης οικογένειας, που έκανε ιατρείο μια φορά την εβδομάδα δωρεάν, υφηγητή Ιατρικής, ανεξάρτητο βουλευτή με την ΕΔΑ («συντροφικά μόνος, συντροφικά ελεύθερος»).

Μεγαλώνοντας τα κατάλαβα καλύτερα, και ο Γρηγόρης Λαμπράκης έγινε μία ακόμη χάντρα στο κομπολόι των ονομάτων-φυλαχτά. Και μετά φώναξα πολλές φορές το σύνθημα «Λαμπράκη, ζεις, εσύ μας οδηγείς».


22.5.19

Μαρία Σκουρολιάκου: Μακρυγιαλού. Μία σύγχρονη ηθογραφία




Όταν πρόκειται να σχολιάσουμε ένα βιβλίο, μπροστά μας εμφανίζεται το ερώτημα: τι κομίζει ο δημιουργός και με ποιον τρόπο μάς μεταδίδει τα μηνύματά του. Ο λόγος έχει συμπαντικές διαστάσεις. Έλκει μέσα του όλο το εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον του γράφοντος. Εμπειρίες, συναισθήματα, αυτοσυνείδηση, συνειδήσεις των άλλων γύρω του, που καλείται να κλείσει σε μία φόρμα γραφής. Ξεδιπλώνοντας τις συνιστώσες αυτού του λόγου, εδώ, στο βιβλίο της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες, μολονότι έχουμε να κάνουμε με πεζογραφία, υπάρχει ποίηση και αισθαντικότητα που μας συναρπάζει.

Μας ξάφνιασε λοιπόν με την εντυπωσιακή αφηγηματική της δεινότητα η συγγραφέας, η οποία με ιδιότυπο τρόπο αποτυπώνει το ανθρώπινο δράμα και φιλοσοφεί και γι’ αυτό και για το άρρητο της οδύνης. Με ποιητική πυκνότητα, υπερβαίνει τον χρόνο της δράσης κι ακροβατεί ανάμεσα σε κοφτερές αλήθειες και μύθους που αλλάζουν φορεσιές μέσα στις εποχές. Το πραγματικό με το φανταστικό αλληλοσυμπληρώνονται και αποστάζουν την ηθογραφία μιας κοινωνίας επαρχιακής κυρίως, με τα χαρακτηριστικά, τις συνήθειες, τις προκαταλήψεις, που διαμορφώνει ο μικρός και περίκλειστος τόπος, ο οποίος βρίθει από στέρηση, μοναξιά, καταχωνιασμένα συναισθήματα και γιγαντωμένο φθόνο. Kοινωνικές συμβάσεις που γεννούν δράματα, ζωές που γερνούν παράκαιρα κι ο φόβος για τον θάνατο, που μερικές φορές γίνεται μοιραίος.

Η μικρή φόρμα των διηγημάτων έχει ιδιαίτερη δύναμη καθώς, δίχως να κουράζει, γίνεται υποβλητική και κάνει τον αναγνώστη αμέσως κοινωνό της ιδιαίτερης ματιάς της δημιουργού. Στις περισσότερες ιστορίες καλούμαστε να αναγνωρίσουμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τη σαρωτική αφήγηση, που εντρυφεί στα ενδότερα των ψυχών με τρόπο ρεαλιστικό και νατουραλιστικό. Με κομμένη την ανάσα, παρακολουθούμε ιστορίες ανθρώπων με αδιέξοδα και πάθη, σαράκια μνήμης, μισοφωτισμένα αισθήματα· φιγούρες σκιώδεις, τραγικές, δοσμένες με εξαιρετική περιγραφή, που αναδεικνύει πώς λοξεύει η ζωή και ματώνει. Πώς μέσα στους βασανισμένους και στη μοίρα τους κρύβεται το γιατί κάθε μαχαιριάς, καθώς σβαρνίζεται ο άνθρωπος στους τέσσερις αγέρηδες άγριων καταστάσεων και καταχωνιασμένων καημών. Το βλέμμα της Παναγιωτοπούλου κάνει άλματα ανάμεσα σε χάσματα και περάσματα στο αλλόκοτο και στην τραγωδία, αφήνοντας αλλού να αιωρείται κι αλλού να τελείται η κάθαρση. Άλλες φορές πάλι, με τρυφερότητα ανασύρει τις παιδικές μνήμες με τα μικρά τιμαλφή τους, που βρίσκουν στον καθένα μας τη δική τους γωνιά κι ακουμπάνε οικεία και νοσταλγικά.

Δεκαοκτώ ιστορίες εικαστικής γραφής, οι οποίες πατούν στέρεα στο χώμα της παράδοσης, όσον αφορά τον τόπο και την ανθρωπογεωγραφία του· το ίδιο και τα ονόματα Μακρυγιαλού, Γιωργού, Θυμιούλα, η περιοχή της Αγιανάργυρης, καθώς και σκεύη και αντικείμενα της μνήμης μας. Πίνακες με προοπτική, που η Παναγιωτοπούλου ζωγραφίζει σε κάθε διήγημα διαφορετικά, φωτίζοντας αθέατες πτυχές, επίπεδα χρονικότητας και κόσμους χθεσινούς. Εντούτοις, τα πρόσωπα μπαινοβγαίνουν από το παρελθόν στο παρόν, και νιώθουμε σαν να συμβαίνουν τώρα, γύρω μας, όσα μας εξιστορεί.

Μία συλλογή διηγημάτων μεστής γραφής, με κυρίαρχα, τα στοιχεία της έκπληξης και της ανατροπής, τα οποία η συγγραφέας χειρίζεται άψογα. Η γλώσσα της είναι ρέουσα, με πλούσια εκφραστικότητα και θαυμαστή ευλυγισία. Η Παναγιωτοπούλου διαθέτει αφηγηματική ικανότητα και πλάθει με τέτοιο τρόπο τους ήρωες, ώστε βιώνει τα αισθήματα και τα πάθη τους, εισχωρεί στις ζωές τους, εκφράζει τις μύχιες σκέψεις τους, βοά με τις κραυγές τους, τους δομεί με επιδεξιότητα κι ανασαίνει μαζί με τον αναγνώστη κινητοποιώντας μηχανισμούς ταύτισης.  

Η Μακρυγιαλού. Μοναδική επιζήσασα απ’ το ναυάγιο τού, υπό ξένη σημαία εμπορικού πλοίου. Η μαύρη φορεσιά της συντηρεί τη θολή εικόνα τής γεμάτης απώλειες ζωής της και η βυσσινιά τεράστια μαντίλα, κρυπτική, περπατάει τον μύθο και τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τη μορφή και τη μοίρα της που την ξέβρασε στο γιαλό. Όποια εκδοχή κι αν αφήνει η συγγραφέας να πλανάται στη φαντασία, καταδεικνύει το φοβερό άγνωστο που καταδυναστεύει τον άνθρωπο και τις συνέπειες που συναντούμε στη λαϊκή σοφία διαχρονικά. Τις ψυχογραφίες, που δομούνται γύρω από κάθε αποσυνάγωγο πλάσμα που κινείται ανάμεσά μας κι ερμηνεύει έμπρακτα τα βάραθρα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Λαθρεπιβάτισσα, αερικό, καπετάνισσα, δίχως όνομα. Στο πρόσωπό της φώλιαζαν οι σκιές. Στο πρώτο αυτό ταξίδι συναντάμε το υπέροχο παραμύθι τόσο γλαφυρά δοσμένο, όπου σε κάθε περιγραφή παραμονεύει η έκπληξη, κι ακολουθούμε τους μύθους της ηρωίδας, που περνούσαν τα σύνορα και κύκλωναν τη γη. Πόσες πτυχές, πόσες ζωές είχε;

Η Μακρυγιαλού ενσαρκώνει το μυστήριο και το δίπολο που συμπορεύεται με την ανθρώπινη φύση και ανάλογα με τις δυνάμεις που δρουν σύμφυτα, επίκτητα και συμπτωματικά πορευόμαστε...
     Παρακάτω, ένας δίσκος κουβαλάει μνήμες και ιερές λεπτομέρειες των ημερών που κρύβουν πολλές φορές τραγικά γεγονότα, καταχωνιασμένα στα υπόγεια της ύπαρξης μαζί με τις διπλωμένες πληγές. Κομμάτια ζωής, ανάσες, αφή σωμάτων, γεύσεις, αντικείμενα, δεμένα με απώλειες και καημούς ισόβιους, όπως ο καημός της χαροκαμένης μάνας.
      Άλλες φορές, απ’ το βαθυπέλαγος των ψυχών ανασύρονται τα σπαράγματα του ναυαγίου. Εκεί, σαν όνειρο, σαν όραμα, σαν ενστικτώδης περιέργεια, έρχεται μία αλλιώτικη κλήση κι αποκαλύπτει τα πικρά μυστικά που θάφτηκαν βαθιά, γιατί στο φως συνέχεια ματώνουν. Κι άλλοτε ανεμίζουν μαύρο πανί ονομασμένο ή ανώνυμο, μα πάντοτε υφασμένο σε μοιραία ζαριά θανάτου. Τότε η καρδιά ρίχνει αλμυρό νερό τα δάκρυα, για να δροσίσει τον καημό. Να ξεσπάσει.

Στο διήγημα «Ο φόβος», μέσα από την αφήγηση περνούν τα φιλοσοφικά ερωτήματα για τον θάνατο, κι ήδη από τον τίτλο δίνεται το στίγμα της αγωνίας και του τρόμου μπροστά στο αναπότρεπτο που φωλιάζει στα στοιχεία της φύσης σαν είμαστε παιδιά. Και τούτο η συγγραφέας το περνά εντέχνως μεσ’ από την ηλικιακή διαδρομή μας.
     Η Περσεφόνη είναι παρούσα διαχρονικά κι ο Νότης με τη μάνα του να δίνουν μάχες για το νόημα του μύθου. Το δίπολο ύπαρξη - ανυπαρξία κεντιέται με ιδιαίτερο τρόπο από τη συγγραφέα. Ο Νότης με τον τρόμο του θανάτου να τον στοιχειώνει κι ο αέρας, σηματωρός, να φυσάει αλύπητα και να λυσσομανά μέσα του. Η θρησκευτική καταφυγή, για να τον λυτρώσει, επίσης παρούσα. Να φωλιάζει εκείνος στην αγκαλιά της μάνας, να σωθεί απ’ το κυνηγητό του αέρα. Γλίτωσε τελικά; Οι φιλοσοφικές προεκτάσεις, οι οντολογικές αναλύσεις των ηρώων, παράλληλα με το συναισθηματικό φορτίο και τις εξαιρετικές περιγραφές των στιγμών και των στοιχείων της φύσης, συγκροτούν ένα εξαίσιο διήγημα.

Στην «Ταφή της Αντιγόνης, μαζί με το κουτί, ξεθάβεται και η ιστορία της παιδικής εκδίκησης· της ιδιότυπης δικαιοσύνης που ζητούν τα παιδιά όταν τα αδικούν. Η Αντιγόνη έχει το καταφύγιό της στο τέρμα του κήπου. Εκεί όπου κρύβονται πάντοτε τα παιδιά για να ονειρεύονται μακριά απ’ τον κόσμο. Σ’ ένα δέντρο συνήθως, που απαγκιάζει τα σχέδιά τους, τα γιατί, τους αθώους θυμούς τους.

Η συγγραφέας εδώ ανοίγει τη μεγάλη πόρτα των συναισθημάτων της ωριμότητας, όπου τακτοποιούνται τα άλυτα της ενοχής και αποδίδονται στα μισεμένα πρόσωπα τα χρωστούμενα. Τρυφερή και λυτρωτική η πράξη της ταφής...

Διαβάζω:
Αυτή τη φορά ήταν σίγουρη πως το μυστικό της θα έμενε καλά κρυμμένο για πάντα.
«Μάνα, στο έφερα» φώναξε η Αντιγόνη με όση δύναμη είχε κι ένιωσε να ξαλαφρώνει. Μετά από πενήντα τρία χρόνια. Στον κήπο δίπλα στο εκκλησάκι, που αναδύεται ολόλευκο μέσα από τα κόκκινα γαρύφαλλα, η Αντιγόνη φύτεψε μια κοντούλα, ίδια μ’ εκείνην την παλιά. Και κάθε που φυσάει τ’ αεράκι, το δέντρο χαϊδεύει με τα φύλλα του τα μαύρα γράμματα στην πρόσοψη, πάνω από το πορτάκι. «Κύριος αγαπά δικαίους! Κύριος δικάζει τους τεθνεώτας!»

Οι διαδρομές του βιβλίου είναι γεμάτες ποίηση και νοσταλγία.
     Ένα τραίνο ταξιδεύει τα όνειρα. Καταργεί την ακινησία της ζωής στον ίδιο κύκλο. Αποχαιρετισμοί, αποχωρισμοί, τόσο οικείοι για όλους μας, κι η λαχτάρα της φυγής κοινός τόπος. Το μετά έρχεται να μας προσγειώσει σε σταθμούς και προορισμούς. Όπως τη Γιώτα, που οι εποχές πέρασαν από πάνω της μαζί με τις διαδρομές του τραίνου. Και δεν ήρθε ό,τι περίμενε. Έβγαλε εισιτήριο με επιστροφή για το πατρικό της. Αφέθηκε στις μυρωδιές και στα αγγίγματα των απτών πραγμάτων. Η συγγραφέας, σε μια εκπληκτική αλληγορία, με τη φωνή της γειτόνισσας, λέει τις μεγάλες αλήθειες του άλλου μέσα μας, σε έναν διάλογο-πάλη, να δικαιολογηθεί ό,τι δεν πραγματώθηκε:
«Μα ο αγώνας κλείνει τα παράθυρα και δεν ακούς το τραίνο της ζωής να σφυρίζει το πέρασμα από τ’ όνειρο στην πραγματικότητα», συνέχισε η γειτόνισσα κι έφτυσε στον κόρφο της, μην τυχόν και πέσει στην ανάγκη της Γιώτας.  

Ύστερα, οι βαθιές φωνές της μάνας βρήκαν τον στόχο τους στον σταθμό της αυτογνωσίας.
     Από ιστορία σε ιστορία, η θλίψη ή το παράταιρο εναλλάσσονται με την τρυφεράδα. Με το μαζί της αγάπης. Νερό η ευτυχία ανάμεσα στα δάχτυλα γράφει το σημείωμα της Ρούλας. Μετά, η θάλασσα είχε παγωμένο βυθό, όπως το χέρι της.
    Η Θυμιούλα πάλι, από τα χρόνια της Κατοχής κουβάλαγε αληθινές ιστορίες πολέμου κι ανομολόγητου έρωτα με τον κατακτητή. Σκλήρυνε από την αποπομπή κι ύστερα... Κάθε ύστερα έχει στη γραφή της Κατερίνας και μια απρόβλεπτη τροπή.
    Αλλού, η οργή κα η επιθυμία για εκδίκηση ποτίζουν τις ζωές και τις θολώνουν, ώσπου άγριες μαχαιριές δίνουνε τέλος σε ματωμένα τάματα.
    Κι αλλού, πάνω σε λειψές υπάρξεις, που η φύση τις αδίκησε, ξεσπούν τα ανάνθρωπα ένστικτά τους οι ευνοημένοι αρτιμελείς. Πράξεις θηριωδίας που έρχονται από μακριά, σαν παραμύθια αλλόκοτα, και οι περιγραφές τους σε τρομάζουν με τη φρικτή τους αλήθεια.

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου ερευνά κάθε αμφιλεγόμενο πρόσωπο, αποκαλύπτοντας τα βαθιά αίτια, που απαιτούν ειδική θεώρηση και γνώση. Χωρίς ν’ αφήνει ανερμήνευτο το υπέδαφος κάθε πράξης. Η απόδοσή τους σχοινοβατεί σε γκρεμούς, καθώς το ανθρώπινο στίγμα ανά πάσα στιγμή χάσκει.
    Η Γιωργού στο ομώνυμο διήγημα δεν ονομάζεται τυχαία με τον τόνο να καταπλακώνει την τελευταία συλλαβή του ονόματός της. Εκείνη την εποχή στην ελληνική επαρχία υπήρχε σοβαρός λόγος για να τονιστεί ένα όνομα στη λήγουσα. Η γυναίκα θα είχε τσαγανό, θα ήταν αυταρχική, θα ’χε το πάνω χέρι. Έτσι κι η Γιωργού, που όπως μας λέει η συγγραφέας: Άστραφτε και βρόνταγε. Είχε τον πρώτο λόγο και δεν υποχωρούσε. Όσα δεν έφτανε το μπόι της τα συμπλήρωνε το τσαγανό της. Όταν ο τεντωμένος δείχτης δεν έφερνε αποτελέσματα, σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών κι ορμούσε στον άντρα της με νύχια και με δόντια.
    Η κοινωνία στη συναρπαστική αυτή ιστορία θέλει τη Γιωργού να περνάει από σαράντα κύματα. Να προδίδεται και να χάνει το βάρος από το όνομά της. Να το ξαναβρίσκει και να κυριαρχεί ξανά με τη θηλυκή της υπόσταση, γιατί ο δυναμισμός της βρήκε τον τρόπο. Κι όταν πέθανε ο άντρας της, στα γεράματά της πια, πάλι σαν Γιωργού έκαμε στάχτη τη ζωή της. Έτσι είπαν, αλλά δεν αποδείχτηκε, θα πει ανατρεπτικά η συγγραφέας. Γιατί στο βάθος η αθέατη πλευρά κρύβει αιτίες και ερημιές που το επιφανειακό βλέμμα των ανθρώπων δεν αντιλαμβάνεται.
    Κι εδώ έχουμε μία πολυσημία, με ανάδειξη ιδιαίτερων καταστάσεων και ερμηνειών στα χρονικά, στα εθιμικά και στα ηθικά δεδομένα.

Οι ιστορίες του βιβλίου περιέχουν γυναίκες ηθικές ή παστρικιές κι άντρες ντόμπρους ή υποκριτές, στον κλοιό κατεστημένων συμβάσεων, προκαταλήψεων, θρησκοληψίας, ανάμεσα στο όνειρο και στο γκρίζο τείχος της κάθε ημέρας.
    «Αθώοι αυτόχειρες» συγκλονίζουν, κι ο έρωτας γυμνώνει το θρησκευτικό ένδυμα. Το πάθος σπάζει όλα τα φράγματα και στ’ όνομά του, το έγκλημα και η αυτοχειρία, αν και αντιβαίνουν το τρομαχτικό φορτίο των εντολών, αυτοκαταργούν την ενοχή με τις ακραίες αποφάσεις στις οποίες οδηγεί η απελπισμένη αγάπη.
    Ο γιος της Αδριανής πάλι, που δεν μεγάλωσε ποτέ, όλη τη φρίκη της απόρριψης που κρατούσε μέσα του, τη σκόρπισε θάνατο. Άγρια, ανομολόγητα αισθήματα, καταχωνιασμένα στα βύθια του. Το μετά είναι το ίδιο άγριο και θανατερό.
    Η Παναγιωτοπούλου καταγράφει τις εσωτερικές μάχες με τους δαίμονες που κουβαλάει ο καθένας. Καταγράφει τον γκρεμό του ανθρώπου που δεν αντέχει τα μαχαίρια, που δεν καταφέρνει να νικήσει τον άλλον εαυτό εντός του και συνθλίβεται.

Στον «Καθρέφτη», διαχρονικό και επίκαιρο διήγημα, ο ήρωας ταλανίζεται από την κρίση, την ανεργία και την αποτυχία, παρατημένος από τη γυναίκα του και μακριά από τον γιο του. Η ακατάπαυστη μάχη του γίνεται με διαλόγους μπροστά σ’ έναν καθρέφτη. Ποιητικές αποχρώσεις, διάχυτη πίκρα, τσακισμένα όνειρα κι οι προτροπές του, στο παιδί:
«Να φύγεις παιδί μου, ν’ ανασάνεις τη ζωή. Να βρεις ανθρώπους ν’ ακουμπήσεις σε όνειρα που σε θέλουν. Να ζήσεις. Να σ’ αποδιώχνουν οι καημοί κι οι γυρισμοί. Να σ’ αγκαλιάσουνε γαλήνιες θάλασσες και δροσερές στεριές». [...] Μη σου ζητήσουν πληρωμές οι ώρες που σπατάλησα, μη σε δικάσουνε τα λάθη μου». Διάβασε από την αρχή όσα έγραψε, πρόσθεσε δυο συγνώμες για αντίο και δίπλωσε το χαρτί σταυρωτά πάνω στο τραπέζι. Ύστερα ένωσε τα δυο κομμάτια του μολυβιού και βγήκε στο χαγιάτι.

Οι πιο πολλοί ήρωες της Παναγιωτοπούλου επιλέγουν την αυτοχειρία ή την εκδίκηση, μην μπορώντας να λύσουν τα αδιέξοδα, να δικαιώσουν τα πράγματα ή για να εξιλεωθούν. Η επιλογή της συγγραφέως λειτουργεί καταλυτικά, τοποθετώντας τον αναγνώστη στην άλλη όχθη να συνδιαλέγεται με τον δικό του καθρέφτη.
Η συλλογή κλείνει με τις ξεχασμένες ταχυδρομικές ιστορίες. Με ένα διήγημα στον ίδιο κύκλο της απώλειας.
    Ξετυλίγει τρυφερά τη διαδρομή, με γλαφυρές περιγραφές για τη φύση και τον ήρωά της, όπου εκεί που φυτρώνει η ελπίδα για ένα ξεκίνημα, έρχεται το πεπρωμένο να ανακόψει το σχεδιασμό του. Φθινόπωρο πρέπει να χάθηκε η Μακρυγιαλού, σκέφτηκε ο Γιάννης. Φθινόπωρο χάθηκε κι ο Γιάννης. Σαν τον παππού του, εκεί, στο ίδιο στοιχειωμένο μέρος.

Δικαιωμένοι ή αδικαίωτοι, οι ήρωες της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου στο πέρασμά τους από τις σελίδες του βιβλίου αφήνουν την ψυχή μας φορτωμένη με ποικίλα συναισθήματα. Ανοίγουν παράθυρα στη μνήμη μας και ξεχύνονται ονόματα σαν της Γιωργούς και της Θυμιούλας· ξεφυτρώνουν γειτονιές κι αλλοπαρμένα πρόσωπα που συναντήσαμε, μυστικά που στοίχειωσαν τον ύπνο μας, μαθαίνοντας ψιθυριστές κουβέντες που αφουγκραζόμασταν πίσω από τις μισάνοιχτες πόρτες. Μύθοι και διηγήσεις, φόβοι, σκιές, τραίνα που κλέβανε τα μάτια μας κι ονειρευόμαστε ταξίδια αταξίδευτα.

Η Μακρυγιαλού, τυλιγμένη στο βυσσινί σάλι της, αν και δεν γνωρίζει κανείς από πού ήρθε, είναι σίγουρο πως δεν χάθηκε. Η Μακρυγιαλού ήρθε για να μείνει. Θα συνεχίσει να ταξιδεύει μέσα από τη γραφή της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου, συναρπαστική από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα, με τον ποιητικό ρεαλισμό και τη σκαπτή ύλη της γραφής της που ανέδειξε τις πικρές γωνιές του κόσμου τόσων αποσυνάγωγων ανθρώπων οι οποίοι ζούσαν και ζουν ανάμεσά μας· και με το τραγικό στοιχείο που μετάγγισε στις λέξεις της από τη μοίρα τους και τις απόκρημνες περιοχές της ψυχής τους.




Kατερίνα Παναγιωτοπούλου


Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες

Θεσσαλονίκη

Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2019

85 σελ.

ISBN 978-960-7568-52-6

τιμή: 9,00 ευρώ




Η Μαρία Σκουρολιάκου εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Σπουδάζει ελληνικό πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
-->
Δημοσιεύει ποίηση και κριτική. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές· τελευταία: Χρώμα αύριο (2015), η οποία τιμήθηκε το 2017 με το Βραβείο Μάρκου Αυγέρη.