7.6.22

Για τον ποιητή Δημήτρη Παπαστεργίου


 


















γράφει η Κλεονίκη Δρούγκα

πηγή: https://www.fractalart.gr


Δημήτρης Παπαστεργίου 

Τα μεροκάματα ενός έρωτα

Εκδόσεις Εντευκτηρίου

Θεσσαλονίκη, 2019


Ο Δημήτρης Παπαστεργίου γράφει ποίηση με ειλικρίνεια και  απλότητα για τα καθημερινά, τον άνθρωπο, τις βαθύτερες σκέψεις και επιθυμίες του, δημιουργεί εικόνες, στήνει σκηνικά, αναστατώνει την αναπνοή μας. Επέλεξα να μιλήσω για ορισμένα ποιήματά του από τη συλλογή «Τα μεροκάματα ενός έρωτα», Εντευκτήριο, 2019 που μας συντονίζουν με το ερωτικό στοιχείο της ποίησής του.

Από τα πλέον ερωτικά ποιήματα είναι το ποίημα «Δικαιοσύνη»· αρχικά, αποτυπώνει μια αγχωμένη στιγμή, κινήσεις στη δουλειά μικρές και φαινομενικά ασήμαντες μέσα στην καθημερινότητα

Κάθε μέρα στη δουλειά
κόβεις το ζυμάρι
σε ίσα κομμάτια

και ξαφνικά δημιουργεί μια ρωγμή κι ο ποιητής μεταθέτει τον χρόνο και τα αλλάζει όλα· μεταβάλλει το ποιητικό κλίμα και κερνά ερωτισμό, τραβώντας μας απ' το μανίκι να τον ακολουθήσουμε στο βάθος του ποτηριού με όλες μας τις αισθήσεις.

Κάθε βράδυ
κάνω το ίδιο
με τις ηδονές σου

Εγκαταλείπουμε ―για όσο διαρκεί το ποίημα και λίγο περισσότερο― τηνσκέψη  για τον διαρκώς επιδεινούμενο κόσμο, αποτραβάμε το βλέμμα από ό,τι μας δαγκώνει, νιώθουμε το άγγιγμα στον λαιμό μιας ανάσας και αναπνέουμε πιο βαριά ευτυχισμένοι.

Συνδηλωτικά, το ποιητικό υποκείμενο σμιλεύει το ποίημα στο καλούπι του σώματος της γυναίκας που ποθεί, ξεδένει τα κορδόνια των αισθήσεων, τα αφήνει λυτά και οραματίζεται την δικαιοσύνη στον έρωτα, βιώνοντας το ερωτικό πάθος.

Σε βάζω στα ποιήματα
―μικρά καλούπια γεμάτα με τη γλύκα σου―
όπως ακριβώς
ο νεαρός
ξεμυάλισε τη σαραντάρα.

Δικαιοσύνη στον έρωτα,
όνειρο μέσα σ’ όνειρο
.

Το ερωτικό κάλεσμα υπάρχει όμως παντού για τον ποιητή ― ακόμη και στις πιο απλές συνηθισμένες στιγμές στο ποίημα «Το Σχόλασμα» από την ίδια ποιητική συλλογή· αυτές οι στιγμές διεγείρουν τη φαντασία του και μεθούν τις αισθήσεις του.

Κάθε μέρα
δεν βλέπω την ώρα να σχολάσουμε.
Τη στιγμή
που βγάζεις το λευκό σκουφάκι
τινάζεις το κεφάλι
κι εξαπολύεις δεξιά-αριστερά
τα πύρινα μαλλιά σου
»

Κάνει συνειρμούς, ακουμπώντας την καθημερινότητα με όχημα τη φαντασία και συνθέτει ένα σκηνικό ερωτικού πάθους που ομοιοκαταληκτεί με τις βαθύτερες επιθυμίες του χαρακτήρα του αλλά και τις δικές μας, ενώ εμείς συνεχίζουμε να κρατάμε την ανάσα μας.

Είναι η ώρα που βλέπω
ένα στιγμιότυπο
από τους οργασμούς σου
.

 


Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου

 

Ο ποιητής εμπιστεύεται τη άνοιξη κι όσα η άνοιξη φέρνει στο ποίημα «Βουκολικό» της προηγούμενης ποιητικής συλλογής. Και η άνοιξη διεγείρει τη φύση, στραγγαλίζει τους δισταγμούς, δυναμώνει την ερωτική επιθυμία. Ο ποιητής μιλά σε β΄ ενικό πρόσωπο, στήνει το σκηνικό και καλεί Εκείνη και Εμάς

Έλα

σκάνε χρώματα
ανθίζουν τα λουλούδια

 Άνοιξη

να κοιτάξουμε με εμμονή τη φύση στην αναγέννησή της, σε στιγμές απρόσμενες, να τον ακολουθήσουμε,

Έλα στην πίσω αυλή του εργοστασίου
στη ρεματιά
και πιο εκεί προς τα χωράφια

να ανοίξουμε τα μάτια και τις αισθήσεις μας και να νιώσουμε, πατώντας στο γκαζόν και το χώμα, την ερωτική παλίρροια:


πώς ζευγαρώνουν να σου δείξω
οι χελώνες
οι λαγοί
οι νευρικοί κρεμμυδοφάγοι
το αχαλίνωτο πουλάρι κι η φοράδα
οι πελαργοί
ο καψωμένος φασιανός με την πουλάδα

και το δείλι που όλα αλλόκοτα φαντάζουν
ο μεθυσμένος Σειληνός με τη Μαινάδα
.

Οι λέξεις υπηρετούν το νόημα χαμηλόφωνα, το νόημα υποκλίνεται στην ακρίβειά τους, το αισθητικό αποτέλεσμα είναι υψηλό, ο ποιητής κερνά διακριτικά εικόνες, τις ανανεώνει, τις ζωντανεύει, χωρίς να βαραίνει τη σελίδα, ο ποιητής Δημήτρης Παπαστεργίου γράφει απολαυστική ποίηση.



1.6.22

Ρεαλιστική συμφωνία (για το «Διάψαλμα» της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου)


της Κατερίνας Ι. Παπαδημητρίου

πηγή: https://www.culturebook.gr/



Ο Θεοδώρητος αναφέρει ότι διάψαλμα σημαίνει «μέλους εναλλαγή», αλλαγή του μέλους, του μέτρου, της μουσικής και συναντάται συχνά στα μουσικά κείμενα. Ενώ ο Μέγας Αθανάσιος αναφέρεται σ' αυτό μεταφράζοντάς το ως νοήματος εναλλαγή. Κατ' αυτήν την έννοια, η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, με περισσή τεχνική και επιμέλεια, διαπλέκει τη μουσική τής γραφής της με μεγάλη φροντίδα και άριστη τεχνική.

Η συγγραφέας και κριτικός Κατερίνα Παναγιωτοπούλου επανέρχεται, μετά την πρώτη της συλλογή διηγημάτων, τη «Μακρυγιαλού», με ένα νέο βιβλίο πεζογραφίας το οποίο περιλαμβάνει δεκαοχτώ διηγήματα σε τριτόπρόσωπη, κυρίως, αφήγηση, όπου η συγγραφέας ξετυλίγει την τεχνική της με ιδιαίτερη επιμέλεια και γνώση των αφηγηματικών τεχνικών. Ο λόγος της πυκνός, συχνά ασθματικός, υπαινικτικός και, αρκετά συχνά, άκρως ρεαλιστικός ντύνεται συχνά τον ποιητικό μανδύα, απαλλαγμένος από τα πολλά επίθετα, και τούτο είναι αξιοπρόσεκτο ([…] «Μέσα απ' τα βλέφαρά τους προβάλλονταν εικόνες από πράσινα λιβάδια και ήλιους ζεστούς, περίτεχνες σαν δύο παράλληλα σύμπαντα που αέναα συνέκλιναν.»), αποδίδοντας τα πάθη των χαρακτήρων της με ρήματα κίνησης και συχνή xρήση ιδιωματικής γλώσσας. Τα σύμβολα δεν λείπουν από τη γραφή της Παναγιωτοπούλου, που τα χειρίζεται δεξιοτεχνικά, εν μέσω ρεαλιστικών εικόνων και ζωηρών περιγραφών. Το ζεϊμπέκικο της Ρένας στο «Ροζ πιάνο» δίνει το σήμα για ισότητα, για συμφιλίωση δύο αντρών που διεκδικούν την πατρότητα, την ίδια στιγμή που η γερμανική καταγωγή τους τείνει χείρα αποδοχής και συμφιλίωσης: «[…] Από την μεριά τους, οι δύο άντρες δεν πίεζαν τη διαδικασίαμαθαίνοντας τη γλώσσα της, κέρδιζαν παραπανίσιο χρόνο κοντά της, μιας και στο τέλος μόνον ένας θα μπορούσε να μείνει.»

Τα κείμενα της Παναγιωτοπούλου στοχεύουν στο θυμικό και, μολονότι ο βασικός καμβάς τους είναι οι τραγικές μνήμες της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, ο απόηχος των ταραγμένων ημερών είναι που ταλανίζει τις λέξεις της. «[…] Η νύχτα στο βουνό δεν ξεχώριζε εποχές. Άντρες-γυναίκες, για να προφυλαχτούν, κουρνιάζανε ο ένας πλάι στον άλλον σε απάγκια βράχων και χαλάσματα μαντριών» («Ο γάμος). Ο πολιτικός και ο δημόσιος βίος, το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα που αφορά το φύλο και την καταγωγή, βαριανασαίνουν στις ζωές των χαρακτήρων της. Το "Άλλο" στις λέξεις της Παναγιωτοπούλου, ως πολιτική, κοινωνική κατασκευή, βρίσκει βήμα στους χαρακτήρες της, υψώνει τη φωνή του και αναζητά δικαίωση, την ίδια στιγμή που η συγγραφέας δεν αμελεί μια βαθιά ενδοσκόπηση της εσωτερικότητας του ανθρώπου.

Η γραφή της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου σκαλίζει βαθιά αγγίζοντας, στιγμές, τα όρια του μαγικού ρεαλισμού: «[…] Τις νύχτες, όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, έσφιγγε την ψυχή της με όση δύναμη είχε και κατέβαζε από τη σκεπή, ένα ένα, όλα τα κεραμίδια. Άφηνε ξέσκεπο το σπίτι ν' αερίζεται κι ανάγκαζε τα πουλιά να κουρνιάζουν στη σκιά του "καβαλάρη", του κεντρικού μαδεριού της σκεπής, για να μην βάφονται απ' το φεγγάρι ασημένια και τρομάζουν μεταξύ τους», υπηρετώντας ταυτόχρονα τις ιστορικές συνθήκες της εποχής, καθώς στηλιτεύει τα κοινωνικά στερεότυπα και αναδεικνύει την αμφισημία που κομίζει η είσοδος της γυναίκας στην παραγωγή και στα πολιτικά δικαιώματα, σε μια εποχή όπου οι ρόλοι συγχέονται και το σκοτάδι του πολέμου εξυφαίνει τα δηλητηριώδη πέπλα του: «[...] Η Ρήνη δεν ήθελε φωτογραφίες. […] Ήταν σκληρή γυναίκα και περήφανη, ίδια με άντρα, δεν κοίταζε στα μάτια τους ανθρώπους μη τυχόν και διακρίνουν κάποια αδυναμία της. Μονάχη της μεγάλωσε [...]». Έτσι, η ανώνυμη ηρωίδα της δραπετεύει μια χειμωνιάτικη νύχτα, παρακινούμενη από τη δική της μάνα, φοβούμενη την κοινωνική κατακραυγή και την τιμωρία του αρσενικού Άλλου ―του ίδιου του πατέρα της―, γεννά αποδιωγμένη κι αβοήθητη, μέσα στην ερημιά, ένα παιδί εκτός γάμου. Ανήμπορη πια από έναν ανηλεή τοκετό, καταλήγει εκείνη και το νεογέννητο τροφή για τα σκυλιά («Τα σκυλιά»).

,Το διακείμενο είναι παρόν στην αφήγηση της Παναγιωτοπούλου, μαρτυρώντας τη βαθιά μελέτη της ως αναγνώστρια. Από τις σελίδες της ξεπηδούν διακειμενικές μνείες όπως εκείνη του Κ. Θεοτόκη και του αριστουργηματικού διηγήματός του με τίτλο «Πίστομα»: «[…] Η νύφη δεν πρόλαβε να δει τη θάλασσα στο κάδρο τηςδέχτηκε εννέα σφαίρες στην κοιλιά κι έπεσε πίστομα» («Ο γάμος»). Τα κείμενα που ακολουθούν, παραμένουν αλληλένδετα θεματικά, καθώς, πέραν της κοινωνικο-πολιτικής δομής που τα διακρίνει, όπου είναι εμφανής η γνώση και η διεξοδική μελέτη της συγγραφέως, ώστε να αναταποκρίνεται πιστά στο ιστορικό γίγνεσθαι, η Παναγιωτοπούλου ψηλαφεί τον σφυγμό μιας «διαχρονικής καθημερινότητας». «[…] Αυτό το φθινόπωρο η ζέστη είχε πάρει παράταση. Μετράγαμε τις τελευταίες ανάσες του καλοκαιριού με ορθοπεταλιές. […] Γυρνώντας από τη θάλασσα, τη βλέπαμε να κατεβαίνει με το ρομπάκι της το σκούρο και το ψάθινο καπέλο με την παρδαλή κορδέλα [...] και οι αφηγήσεις της καθηλώνουν με την εσωτερικότητα που τις διακρίνει, χωρίς να τους λείπει ένα υποδόριο εσωτερικό χιούμορ που γοητεύει: «[…]  "Καλόμαθε η Άλωλη στα σύκα, θα φάει και τα ξέφλουδα" μουρμούριζε η μάνα μου αλλά τίποτα παραπάνω δεν έκανε.»

Η κοινωνική ισότητα, η δικαιοσύνη, η ανεξιθρησκία, η έμμεση καταδίκη του θρησκευτικού φανατισμού, ξεπηδούν από τη γραφή της Παναγιωτοπούλου. Ωστόσο, κυρίαρχος χαρακτήρας παραμένει η μάνα. Το Άλλο στο πρόσωπο της Ελληνίδας μάνας βρίσκει στις γραμμές της συγγραφέως τη δικαίωση. Ωστόσο, είναι εμφανείς οι αιχμές της Παναγιωτοπούλου, κυρίως με τον τρόπο που συνδέονται δύο κείμενα, «Τα σκυλιά», και «Το λάθος», ένα από τα δύο κείμενα της συλλογής σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπου οι αιχμές της συγγραφέως στηλιτεύουν την ταυτότητα του φύλου και όσα στερεότυπα κληρονόμησε και αποδίδει στις επόμενες γενιές. Τα κείμενα της Παναγιωτοπούλου αντλούν την καταγωγή τους από την αρχαία ελληνική τραγωδία, καθώς η συγγραφέας δεν λησμονεί τον έλεο και τον φόβο που επιβάλλει η κοινωνική και η πολιτική ταγή. Η ηρωίδα, σαν άλλη Αντιγόνη, σαν άλλη μάνα κουράγιο, οδηγείται στη θυσία και στον ίδιο της τον αφανισμό, και το τίμημα είναι η αγάπη.
Ιστορίες. Ιστορίες καθημερινής τρέλας οδηγούν από τον «Κύριο πτέραρχο» και την ενοχοποιητική του άνοια, στο κύκνειο άσμα της συλλογής της Παναγιωτοπούλου με σαφείς διακειμενικές αιχμέςστο «Διάψαλμα». Εκεί όπου θεματικά κλείνει ο κύκλος του αίματος, εκεί όπου η αγάπη δικαιώνεται, εκεί όπου γεννιέται η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και η ιστορία δίνει το δικό της φινάλε. Ο έρωτας κι ο πόλεμος, τα δίπολα ―ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά― ενώνονται σ' ένα διάψαλμα, όπου η Παναγιωτοπούλου ξετυλίγει την ποιητική της φλέβα ανάμεσα από παρομοιώσεις, Ανάμεσά τους η σιωπή σαν αίμα μύριζε, σαν να 'χε μέσα της σημάδια προδοσίας χαραγμένα, κι έδιωχνε την ανάγκη των ματιών να ενωθούν. «[…] Πένες από φτερά πουλιών και δέρματα, ελεύθερες κινούμενες γλωσσίδες κι ελατήρια, κράτησαν ζωντανό τον απόηχο μέχρι το επόμενο μελωδικό χόρδισμα, όταν οι νότες και τα βλέμματά τους ακούμπησαν την ίδια χορδή και άρχισε η συνήχηση των γειτονικών φθόγγων.»
   Έτσι επιλέγει η Παναγιωτοπούλου να αποχαιρετήσει τον αναγνώστη, μ' εκείνο που ποθεί η ψυχή του ανθρώπου. Την ελπίδα, το φως, την αρμονία· και ο ήρωάς της συμφωνεί.
[…] "Η ζωή και η φύση έχουν τη σοφία ν' απαλύνουν τις έχθρες που η ιστορία θρέφει, αλλιώς ο κόσμος θα καταντούσε ένας λάκκος με ηρωϊκά πτώματα", σκεφτόταν ο δάσκαλος εκείνο το βράδυ, πέφτοντας να κοιμηθεί.»

*  Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, Διάψαλμα, εκδόσεις Εντευκτήριο, Θεσσαλονίκη 2021

30.5.22

Νόρα Πυλόρωφ: Το ξεχορτάριασμα. Διηγήματα

 



Νόρα Πυλόρωφ
Το ξεχορτάριασμα
Θεσσαλονίκη
Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2022
120 σελίδες
λιανική τιμή (με ΦΠΑ): 10,00 ευρώ
ISBN 978-960-7568-72-4

Δεκατέσσερις ιστορίες-ορόσημα στο χρόνο· δραματικές και ευτράπελες· τραγελαφικές· λυγμός και γέλιο. Και αυτοσαρκασμός.

Με τη συλλογή διηγημάτων Το ξεχορτάριασμα (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2022), η Νόρα Πυλόρωφ επιστρέφει στη μικρή αφηγηματική φόρμα, με την οποία πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία (Καθρέφτες θαμποί: Τέσσερις ιστορίες και μία αληθινή, Ιανός 2004).
Το ξεχορτάριασμα περιέχει δεκατέσσερις ιστορίες· μερικές από αυτές είναι βιωμένες, άλλες “ντύθηκαν” με μυθοπλασία, γιατί χωρίς αυτήν η καταγραφή τους θα ήταν επώδυνη. Αντιπροσωπεύουν διάφορες εποχές και αντανακλούν συναισθηματικές-ψυχικές διακυμάνσεις της συγγραφέως τους. Σε κάθε περίπτωση, κρατούν την αυθεντικότητα του εσωτερικού λόγου και την αμεσότητα της γραφής· δεν επινοήθηκαν, δεν είναι επιτηδευμένες, δεν προσποιούνται, κι αυτό είναι ένα από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της συλλογής. 
Οι ιστορίες του βιβλίου, άλλες επίκαιρες, άλλες διαχρονικές, γράφτηκαν ως αντίδραση σε καταστάσεις που έζησε η συγγραφέας ή που της διηγήθηκαν άλλοι και η ίδια δεν θέλησε να τις καταχωνιάσει με αποσιώπηση και αδιαφορία. Φωτογραφικές αποτυπώσεις συμβάντων που την απασχολούσαν για καιρό και θέλησε να τα εξορκίσει, για να γυρίσει στην καθημερινότητά της.  
Υπάρχουν δραματικές ιστορίες στο Ξεχορτάριασμα, όπως «La historia de un amor» και «Ο τέταρτος όροφος», «Το ρετιρέ» και «Ο θείος Φωτίκας και οι χαρταετοί», χαμηλόφωνες ιστορίες με αμφίσημο τέλος,  με συγκρατημένο κρεσέντο, που καλύπτουν απόγνωση και απελπισία, αγκυλώσεις στερεοτύπων, ακυρώσεις και αναμονές χωρίς τέλος, σιωπές και σταματημένες ανάσες.
Υπάρχουν και κάποιες άλλες ευτράπελες, που καθρεφτίζουν εντελώς προσωπικές στιγμές από τη ζωή της συγγραφέως. «Ο τέως κι εγώ», «Στιγμιότυπα από ένα βιογραφικό», «Η παρθενιά της Παρθένας και άλλα απολεσθέντα» και άλλες. Αστεία γεγονότα, κωμικές καταστάσεις, τραγελαφικές, λυγμός και γέλιο. Και αυτοσαρκασμός· μπόλικος αυτοσαρκασμός
Κάθε ιστορία ζητάει από  τον αναγνώστη να την καταλάβει γιατί του είναι οικεία, την έχει ζήσει και αυτός. Με κάποιον τρόπο. Έχει υποφέρει σαν τους ήρωες του βιβλίου, είτε από ανεκπλήρωτο πόθο και  ερωτικό πάθος είτε από οδύνη, μοναξιά, απαξίωση, σπαραγμό, κοινωνική αδικία, προδοσία.
Στις ιστορίες του βιβλίου κυριαρχεί η γλώσσα της αλήθειας· σηματοδοτούνται με αφοπλιστική ειλικρίνεια ανθρώπινα πάθη, λάθη και  αδιέξοδα, με τη συγγραφέα  να ακουμπάει με βαθιά κατανόηση στις ανθρώπινες αδυναμίες αλλά και να αναζητάει τις ερμηνείες τους.



Η ίδια λέει:

Οι άνθρωποί  στο Ξεχορτάριασμα είναι  καθημερινοί, απλοί, τόσο διαφορετικοί και τόσο όμοιοι μεταξύ τους. Αναμετριούνται με το παρελθόν, αναμετριούνται  και  με το προσωπικό τους  βιογραφικό. 
Εκφράζουν με ποικίλους τρόπους την ανάγκη  του καθενός να επιδιώξει την ατομική ευτυχία ενταγμένη στα δικά του μέτρα και σταθμά. Και να συμφιλιωθεί με αυτό που είναι και αυτό που θέλει.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, που υπήρξε δάσκαλός μου, μου είχε πει κάποτε: «Πρέπει να γράφουμε όπως μιλάμε και να μιλάμε όπως γράφουμε». Σοφή κουβέντα. Που βρίσκει απόλυτα την έκφρασή της στο Ξεχορτάριασμα, ακριβώς γιατί οι ιστορίες γράφτηκαν χωρίς λογοτεχνικά τερτίπια, αβίαστα, για το κέφι μου ή  για την ανάγκη μου, χωρίς ούτε μια στιγμή να μου περνάει από το μυαλό ότι θα τις εκδώσω κάποτε.
Έτσι, δεν είχα μεγάλη ανάγκη την Έμπνευση, η οποία είναι μια πολύ δύστροπη και καμωματού κυρία και δεν σε επισκέπτεται όσο και να την καλέσεις  και να την καλοπιάσεις, αν εκείνη δεν το θέλει. Οταν σου κάνει λοιπόν την τιμή, οφείλεις να το εκμεταλλευτείς, πριν η κυρία πάρει των ομματιών της και σε αφήσει μόνη  και άπραγη μπρος στο κομπιούτερ! Εδώ όμως δεν τη χρειάστηκα. Δεν ανέβηκα στο δικό της άρμα για να φτάσω κάπου. Δεν τις στόλισα τις ιστορίες, δεν τις εξωράισα. Τις έγραψα και τις άφησα ατόφιες, ορόσημα στον χρόνο, ζωντανές ενδείξεις μιας ζωής κα ενός τρωτού εαυτού.


Δείγμα γραφής:

Τι φαρμάκι πότισες, κορίτσι μου, το μέσα σου κι έφτασες εδώ που έφτασες; Τι σε πιλάτεψε και το ’κανες αυτό στον εαυτό σου; Μυαλό απροσκύνητο είσαι, κοίταξες να φτιάξεις εσύ τη μοίρα σου! Αφού δεν είχες κανέναν να προστρέξεις.
»Πήγαινε από κει που ξεκίνησες, πήγαινε με το κεφάλι χαμηλά, εσύ ξέρεις από βότανα, βρες αυτό που θα σε κάνει καλά. Ξεχορτάριασε το μέσα σου. Εκεί είναι, εκεί! Αυτό που ψάχνεις. Μίλα με τον Θεό! Κι αυτός εκεί. Φύγε τώρα! Λεφτά δεν θέλω!


Η Νόρα Πυλόρωφ γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή και σπούδασε στη Γερμανία στο Ινστιτούτο Διερμηνέων-Μεταφραστών του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης Γερμανικά, Αγγλικά, Ιταλικά και Οικονομία. Εργάστηκε ως καθηγήτρια 
Γερμανικής Γλώσσας στο Ινστιτούτο Goethe, κυρίως σε τάξεις Ανώτατης Βαθμίδας. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη διδασκαλία της μετάφρασης και της Γερμανικής Λογοτεχνίας. 
Μετέφρασε από τα γερμανικά μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές και διηγήματα.
Υπήρξε βασική μεταφράστρια του λογοτεχνικού περιοδικού Ausblicke (1970-1979) και συνεργάζεται με το περιοδικό Εντευκτήριο.
Το 2004 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων της Καθρέφτες θαμποί: Τέσσερις ιστορίες και μια αληθινή, και ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Το Διαμαντένιο Άλφα, Η ανάσα στο σβέρκο, Συνένοχοι, Έρωτας μάγος. 




24.5.22

Μαρία Πατρώνου, «Το αφώτιστο σημείο του κόσμου: Δύο μονόλογοι»


 

Μόλις κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου:

Μαρία Πατρώνου
Το αφώτιστο σημείο του κόσμου: Δύο μονόλογοι
Θεσσαλονίκη 2022
40 σελ.
τιμή: 7,40 ευρώ με ΦΠΑ

[ ζωγραφική εξωφύλλου: Ευανθία Τσαντίλα
  σύνθεση εξωφύλλου: Άρις Γεωργίου ]

Σ᾽ αυτήν την πρώτη εμφάνισή της στη λογοτεχνία, η Μαρία Πατρώνου συμπαραθέτει δύο εσωτερικούς μονολόγους σαν να ήταν οι δύο εναλλασσόμενες όψεις της ίδιας βαθύτερης παραδοχής για τον κόσμο: τον «Μονόλογο ενός άνδρα (πριν τον επινοημένο θάνατό του)» και τον «Μονόλογο μιας γυναίκας (πριν τον φόνο του άνδρα της)». 

Οι δύο μονόλογοι, σαν να έλκονται προς το ίδιο βαρυτικό κέντρο, κινούνται πάνω από το «αφώτιστο σημείο του κόσμου», όχι για να το φωτίσουν αλλά για να αποδεχτούν τη σιωπή του. 

Ισορροπώντας αβίαστα ανάμεσα στον δωρικό λυρισμό και την απαραμύθητη ακριβολογία, η Πατρώνου σχεδιάζει ένα ψυχικό τοπίο παράξενο όσο και οικείο, ιδιαίτερο όσο και του καθενός.


Είμαι εδώ, πάνω σε μια ξύλινη σχεδία. Την έφτιαξα με τα άτεχνα, τα αδέξια, τα άτολμα, τα δειλά χέρια μου, τα χέρια μου που τα μισώ, γιατί δεν άρπαξαν τη ζωή, μα που τώρα τα σέβομαι, γιατί υπάκουσαν στις εντολές μου. Και έφτιαξαν αυτήν τη σχεδία. Αυτό ήθελα. Το πιο απλό. 
Το υποτυπώδες. Ένα σχεδόν που έγινε γένους θηλυκού. Όχι κάτι άλλο. Μια σχεδία. 

Η Μαρία Πατρώνου γεννήθηκε το 1965. Μεγάλωσε στην Καστοριά.  Σπούδασε φιλολογία στο Α.Π.Θ. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.­





23.1.22

Je vous laisse, je pars prendre un café

 [Σας αφήνω, πηγαίνω για έναν καφέ] 

γράφει ο Τέλλος Φίλης
 

Θεσσαλονίκη, λεωφόρος Νίκης, 1930

Κάποτε, σ’ αυτήν την πόλη, τα αγόρια φλέρταραν πηδώντας στη θάλασσα από τα πλοιάρια της γραμμής Θεσσαλονίκη-Μπαξέ Τσιφλίκι, για να εντυπωσιάσουν τα κορίτσια. 
Και μετά, στην παραλία της Αγίας Τριάδας, τα κορίτσια τούς έδιναν από το οικογενειακό ταψί λίγες πατάτες με κρέας, σαν αντίδωρο για τη γενναιότητά τους. Κι η μαμά έκανε πως δεν έβλεπε, αλλα καμάρωνε την ομορφιά τής κόρης της. Αλλά από μέσα της προσευχόταν να ’ναι ενας καλός γαμπρός. 

Κάποτε. Πριν τα ΙΧ αυτοκίνητα γίνουν το νέο δέλεαρ, ατομικά φρούρια μοναξιάς και εξέλιξης. Και τα μαύρα γιαλια και τα αποτριχωμενα πόδια με τα τριών ημερων γένια μία καρικατούρα ανδρισμού, που πνίγεται στην πιο θλιβερή ανασφάλεια. 

Τώρα είναι αργά. Πολύ αργά. Ήρθαν κι οι ουσίες, ήρθαν και τα πορνό, τα “γούστα” της απελπισίας, και τα τατού της ανεξίτηλης ζωής.  Οι παλιοί φίλοι σιγά σιγά αναχωρούν, τα νέα πρότυπα κυκλοφορούν ελεύθερα, κι οι μεγαλύτεροι απλώς ελπίζουμε όταν αυτά τα νέα παιδιά μεγαλώσουν με τη σειρά τους να μην περιφέρουν αυτήν την οδυνηρή τους μοναξιά, οδηγώντας μόνοι μέσα στα υποκατάστατα του πέους τους, προσπαθώνταςνα βρουν μέρος να παρκάρουν, αλλά να ζήσουν. Να ζήσουν μία αληθινη ζωη. Με τα ναι και με τα όχι, με τις απορρίψεις και τις μικρές αποδοχές, αλλά να ζήσουν κι όχι να πληκτρολογούν απλώς για τη ζωή ή να ποζάρουν σε έγχρωμες φωτογραφίες μιας εφήμερης πραγματικότητας...

28.12.21

Ζητείται συγγραφέας



της Λίνας Πανταλέων
πηγή: εφημερίδα Καθημερινή


ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Κίτρινη ουρά: Νουβέλα
εκδ. Εντευκτηρίου, 72 σελ. 

Μια φορά και έναν καιρό, μια Μαρία εξαφανίζεται από τη γειτονιά της. Μια ερευνήτρια αναλαμβάνει την εύρεσή της. Oμως οι αναζητήσεις της δεν οδηγούν πουθενά. Η εξαφανισμένη Μαρία υπονομεύει τα δύο μείζονα αξιώματα της δουλειάς της. Πρώτον: «Μία εξαφάνιση έχει σημασία μόνο όταν κάποιος αναζητά το άτομο που εξαφανίζεται». Και δεύτερον: «Πάντα κάποιος υπάρχει που γνωρίζει κάτι για κάποιον». Ωστόσο, τώρα φαινόταν πως κανένας δεν αναζητούσε τη Μαρία ούτε γνώριζε κάτι για εκείνη. Οι μάρτυρες που εξετάζει η ερευνήτρια, δεν έχουν να πουν τίποτα συγκεκριμένο. Hταν λες και δεν υπήρξε ποτέ η Μαρία. Τελικά ένα μόνον είναι το αξίωμα: «Κανείς δεν γνωρίζει τίποτα για κανέναν». Η ερευνήτρια καταχωρίζει την υπόθεση στο αρχείο και εκεί που η ιστορία του βιβλίου μοιάζει να τελειώνει, παίρνει μια απροσδόκητη τροπή. Η Παναγιώτα Δημοπούλου (γενν. 1980) κάνει την πρώτη της πεζογραφική εμφάνιση με μια παιγνιώδη νουβέλα, που διερωτάται για τις άπειρες δυνατότητες μιας αφήγησης. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου μια συγγραφέας πασχίζει να γράψει την ιστορία της εξαφανισμένης Μαρίας. Επινοεί τα φυσιογνωμικά της χαρακτηριστικά, την εργασία της, τις συνήθειές της, τους γείτονες και τους συναδέλφους της, το σπίτι όπου μένει με τον σύζυγό της. Και έπειτα φέρνει στη ζωή της Μαρίας μια ερευνήτρια. Η αποτυχία της αναζήτησης υποδηλώνει την αποτυχία της συγγραφέως να εξιστορήσει τη ζωή της Μαρίας. Τα πενιχρά και αντικρουόμενα ευρήματα της ερευνήτριας κάνουν την εξαφανισμένη Μαρία παντελώς άφαντη, η μορφή της κατακερματίζεται σε πολλαπλά ενδεχόμενα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η Μαρία συνεχίζει να μη δίνει σημεία ζωής, την ίδια στιγμή που οι ζωές των υπόλοιπων ηρώων χάνουν έξαφνα τον ειρμό και τη συνοχή τους. Μακράν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι το επιλογικό, όπου η Μαρία εμφανίζεται, καθώς γίνεται το αντικείμενο της περιέργειας σκιωδών πλασμάτων που την παραμονεύουν στο σπίτι της, ενόσω εκείνη κοιμάται. Τα πρόσωπα αυτά αγωνιούν να υπάρξουν, να μιλήσουν τη φωνή τους, αλλά δίχως τη Μαρία παραμένουν αφανή, άμορφα και άηχα. Υπάρχουν χάρη στη Μαρία, όταν εκείνη ξενυχτάει μπροστά στον υπολογιστή. Η Μαρία δεν είναι λοιπόν μόνον η άνασσα των γεγονότων, αλλά και η ανάσα των φασματικών πλασμάτων στα οποία δίνει πνοή. Οι μάρτυρες της ερευνήτριας μεταμφιέζονται τώρα σε μέλη ενός θεατρικού θιάσου που αναζητούν μια συγγραφέα. «Εμείς είμαστε τα πρόσωπα της ιστορίας της, λέμε. Τα πρόσωπα που αναζητούν εκείνην».

Η περίσταση θυμίζει τα «Eξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλο, παραπομπή ηθελημένη, δεδομένων των σπουδών της Δημοπούλου στη θεατρολογία. Τα πρόσωπα που ζητούν τη Μαρία, ξέρουν πως αναπνέουν όσο αναπνέει κι εκείνη. Ο ύπνος της, μια παροδική εξαφάνιση, τους τρομοκρατεί. Παρεισδύοντας στο πάλλευκο, ωσάν άγραφο, σπίτι της, κυκλώνουν το κρεβάτι της και αρχίζουν να απαγγέλλουν φράσεις που πλέκουν τα νήματα της βιογραφίας της δημιουργού τους. Oσο η συγγραφέας κοιμάται, οι ήρωές της της εμφυσούν ζωή προκειμένου και εκείνοι να ανασάνουν ξανά. Η γραφή της Δημοπούλου παραθέτει με επιτηδευμένο ψυχαναγκασμό στη λεπτομέρεια και στην επανάληψη μια σωρεία ασήμαντων συμβάντων. Παραδόξως, η ιδεοληπτική αποδελτίωση ανούσιων περιστατικών δημιουργεί ένα μυθοπλαστικό περιβάλλον σύγχυσης, παραλογισμού και απροσδιοριστίας. Στα χάσματα των, τάχα αδιάσειστων, γεγονότων καραδοκεί το απρόοπτο που έρχεται να δυναμιτίσει κάθε επίφαση αληθοφάνειας. Τα ίδια τα γεγονότα είναι εφευρήματα, παιχνίδια πάνω στα πλήκτρα, νοθείες της αληθινής ζωής. Παρά το μικρό του μέγεθος, το βιβλίο της Δημοπούλου είναι παράτολμο και ευρηματικό. Μια πνευματώδης, αυτοαναφορική μυθοπλασία. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη πρώτη εμφάνιση.

19.12.21

[ «Διάψαλμα» της Κ. Παναγιωτοπούλου: 18 διηγήματα με ένταση γραφής ]

του Γιάννη Δρούγκου

πηγή: Facebook



Διάψαλμα είναι η μουσική υπόκρουση μεταξύ δύο ψαλμών, η εναλλαγή του μέτρου μιας μουσικής σύνθεσης. Διάψαλμα είναι ο τίτλος ενός εκ των 18 διηγημάτων που έδωσε και τον τίτλο σε αυτήν την εξαιρετική συλλογή της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες και αξίζει την προσοχή του αναγνώστη για πολλούς λόγους: για την υπέροχη ανεπιτήδευτη ελληνική γλώσσα· για τις τολμηρές αναφορές σε μαύρες περιόδους της ελληνικής Ιστορίας· για την αληθοφάνεια των διηγημάτων, που ―αν και μοιάζουν βιωματικά― είναι απότοκα έρευνας, μελέτης και ψυχής· για την ποιητική πρόζα που "φωτίζει" και απαλύνει τη σκοτεινιά και το πένθος· για την ένταση της γραφής της Παναγιωτόπουλου που καθηλώνει, ηλεκτρίζει και συγκινεί. Και για τους ήρωες των ιστοριών που ―άλλοι σαν περιγράμματα στον χάρτη του βίου τους και του τόπου τους και άλλοι πολιτικοποιημένοι, υπερήφανοι και μόνοι, πιστοί και ηττημένοι― γίνονται φιγούρες αγιασμένες, που το αναμμένο καντήλι τους αχνοφέγγει στις νύχτες μας.

Η αντάρτισσα στο βουνό που κλείνει τα μάτια για να δει λίγο γαλάζιο, η γυναίκα που τις νύχτες ξηλώνει τα κεραμίδια της στέγης της και τα κάνει κενοτάφια στο χώμα του κήπου για να κλείσει μέσα τους όσα δεν έζησε, ο άντρας που δεν χώρεσε ούτε καν σε μια φωτογραφία, ο Γωνίτσας με τα "αν" του και το κυνήγι του εαυτού του, ο ποιητής που έγραψε σε ρολά χαρτιού υγείας ποιήματα -δώρο στη μνήμη της μάνας του. Άνθρωποι στα χαρακώματα, στα βουνά, στις εξορίες, με ρούχο και δέρμα τους τις πληγές του Εμφυλίου, αφηγούνται τις αλήθειες τους για να διορθώσουν ένα λάθος, γίνονται στάχτη και διαμάντι, προδίδουν και προδίδονται, διεκδικούν, συγχωρούν, πενθούν, σπαράζουν, ελπίζουν, μάχονται υπέρ πίστεως, καρδιάς, κόμματος και ιδεολογίας, γράφουν γράμματα με κώδικες, λαμβάνουν γράμματα που παγιδεύουν και ελευθερώνουν.
Μία κλωστή αίματος, μνήμης, εκδίκησης και αγάπης ενώνει τη μια αφήγηση με την άλλη, κινείται στον χώρο και στον χρόνο, φτάνοντας ώς το Διάψαλμα, για να κλείσει ένας κύκλος απ' το παρελθόν και να επουλωθούν παλιές πληγές.
Πυκνή πυρετώδης αφήγηση, πύρινος πολιτικός λόγος για το συλλογικό και το ατομικό, υπαινιγμοί και συμβολισμοί, γραφή-μαχαίρι που σκαλίζει, πονάει και λυτρώνει σε 18 αριστοτεχνικά διηγήματα, που ανάβουν σπίθες στα ανείπωτα και στα εντέχνως καλυμμένα.