24.8.16

Αποχαιρετισμός / Αποχωρισμός [;]



γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης


Σταθμός Λαρίσης. Koπέλα γύρω στα 25. Έχει ανεβεί στο βαγόνι του τραίνου, στέκεται στην πόρτα και μιλάει σε συνομήλικό της νεαρό που βρίσκεται στην αποβάθρα. Του λέει διάφορα, τον ρωτάει διάφορα, εκείνος απαντά (ας πούμε) είτε με μισόλογα (που δεν τα ακούω καθαρά) είτε ανασηκώνοντας τους ώμους. Τα μεγάφωνα του σταθμού ανακοινώνουν ότι η αμαξοστοιχία θα αναχωρήσει σε 2 λεπτά. «Να σου τηλεφωνήσω όταν φτάσω Κατερίνη ή στ' αρχίδια σου;», τον ρωτάει. (Ανασήκωμα ώμων.) «Ρε μωρό, πώς τα καταφέραμε να χεστούμε έτσι χοντρά;» Το "μωρό" δεν απαντάει. Οι πόρτες κλείνουν. Προτού ακόμα ξεκινήσει το τραίνο, το "μωρό" γυρίζει την πλάτη του στην κοπέλα και φεύγει.

20.8.16

Στην αυλή της μάνας μου [4-6]

Σχέδιο: Δανάη Λαζαρίδου


γράφει η Καίτη Στεφανάκη


[4]

Τα πλάσματα που πρώτα έφερε η μηχανή του χρόνου ήταν αυτά που, μόλις σ’ αντικρίσουν, ρωτάνε καταιγιστικά:
«Ποιανού είσαι εσύ»,
εννοείται ποιανού άντρα ―πατέρα, σύζυγου, άντε και εραστή―, καθότι αυτός συντόμως εμφανίζεται στα πέριξ ως ξάδερφος, νονός, κουμπάρος ή και θείος. «Παντρεμένη είσαι ή χηράμενη, έχεις παιδιά, εγγόνια;»
Και προς επίρρωση των ερωτήσεων προσθέτουν:
«Γιατί ίντα είναι η γυναίκα δίχως άντρα, ίντα είναι η ζωή δίχως παιδιά κι εγγόνια;
Ma γιάντα δεν παντρεύτηκες, καημένη;» Εδώ είναι αυτονόητο πως είναι καημένη όποια δεν έχει άντρα· κάποιο κουσούρι θα έχει, δεν μπορεί…  Ή τάχατες πολλά γυρεύει; Διπλώματα, δουλειά και μεγαλεία; Να τα παραιτήσει ετούτα, αυτά είναι για τσι άντρες!
Από άλλον πλανήτη, υποτίθεται, εγώ, καταλαβαίνω ωστόσο τη δική τους γλώσσα· την ίδια ομιλούσε και η Φυσικός μας στο Θηλέων:
«Όσα πτυχία και να πάρετε, στον νεροχύτη θα καταλήξετε!» Να μας προστατέψει από τις ψευδαισθήσεις ήθελε αυτή, λέω τώρα, εμείς ωστόσο τη μισούσαμε, αφού τα λόγια της στα αυτιά μας βγάζαν κακία και χαρά μαζί.


[5]

«Τον Τσιτσεκλή τον Σταμάτη κατέχεις τονε; Με τη γυναίκα του την Κατινάρα; Ντούρος και πανδούρος ο Σταμάτης! Κι η Κατινάρα με τα κάλλη τση και τα κιλά τση!», ρωτά και προσθέτει εμφατικά ο κύριος Μανώλης Αγριμάκης «από το χωρίον Όρος πλησίον των Αρμένων», όπως διευκρινίζει ο ίδιος, μαυροντυμένος, αραιογένης, γύρω στα 80.
Η επίσης μαυροντυμένη, ερωτώμενη 45άρα, παίρνει προσωπικά τα κιλά της αναφερθείσας κυρίας Κατίνας και απαντά μελιστάλακτα:
 «Ε, εμάς, μας καλοπεριποιούνται οι άντρες μας, γι’ αυτό τα έχουμε τα κιλά μας! Σε εκείνους αρέσουμε και παχουλές!», λέει και λικνίζεται νωχελικά στον Θ213, μπροστά στην Κ1, όπου κείται η υπέργηρη και αφυδατωμένη μητέρα της. Όταν μένει ακίνητη, θυμίζει Αναγέννηση, Τζοκόντα, έτσι όπως έχει χτενισμένα τα μακριά, λιτά μαλλιά της και χαμογελά αινιγματικά, ωστόσο με εγχώριο νάζι.
Στη διπλανή κλίνη απλώνει τα δικά της κάλλη η στεατοπυγική κυρία Στέλλα, σύζυγος του ιδιαιτέρως επικοινωνιακού κυρίου Αγριμάκη.
«Έτσα είναι βέβαια, ετσά πρέπει και να ‘ναι! Εμένα η κερά μου πέντε κοπέλια μού ‘καμε, τρεις θυγατέρες και δυο γιους, πώς να μην ντη προσέχω!», λέει ο κύριος Αγριμάκης αργά προφέροντας τις συλλαβές και στρέφεται προς την κερά του, γύρω στα 75, άνω των 120 κιλών, ρωτώντας τρυφερά: «Θες να σου φέρω πράμα από το σούπερ; Κρουσανάκια, που τα αγαπάς;» Γυρίζει προς το μέρος μου και επεξηγεί: «Τση αρέσουνε, το φαΐ επαέ είναι άνοστο». Έχει μια ξύλινη, βαριά φωνή που γίνεται βελούδινη, όταν απευθύνεται στην κερά του. Την περιποιείται συνεχώς, γεμάτος έγνοια αφουγκράζεται τα άναρθρα λόγια της που μόνο ο ίδιος αποκωδικοποιεί, ακυρώνοντας κάθε προσπάθειά μου να κατατάξω συμπεριφορές σε συμβατικές ιστορικές περιόδους.
Είχανε καταφτάσει την προηγούμενη νύχτα με τόσο θόρυβο που νόμιζα πως μάλωναν οι θεοί στην Ίδη. Ειδικά, όταν η τεράστια γυναίκα παραχώρησε το κρεβάτι της στον μαυροντυμένο συνοδό της κι η ίδια με βογγητά αποκοιμήθηκε στην καρέκλα, ήμουνα βέβαιη πως ζούσα τη στιγμή που οι πατριαρχικοί θεοί είχαν επικρατήσει της μητριαρχίας. Στο φως του ήλιου, ωστόσο, παραδέχτηκα πως έκανα λάθος· κάθε στιγμή διαπίστωνα τον σεβασμό του νέου καθεστώτος για το παλιό.


[6]

Πλήθος ξεβράστηκε από τη μηχανή του χρόνου σήμερα. Στα μαύρα όλοι, πένθιμα και γιορτινά μαζί. Ώρες κυρίευσαν όλο τον χώρο στα επείγοντα, ώσπου ο εικοσάχρονος εξέπνευσε. Επέστρεφε από γλέντι ξημερώματα, πλήρης εγχώριου κι αλλοδαπού οινοπνεύματος, προσέκρουσε σε δύο άλλα οχήματα στο αντίθετο ρεύμα. Συνολικά πέντε νεκροί. Φίλοι και συγγενείς απ’ τη γιορτή κυλήσανε στον θρήνο. Τα μαύρα ρούχα, που είχαν φορέσει αποβραδίς, ταίριαξαν και στις δύο περιπτώσεις, μόνο κάνα-δυο στρας παράταιρα γυαλίζουν.
Το γλέντι εδώ φλερτάρει πάντα με τον θάνατο, ημέτερο κι αλλούτερο. Στον γαλαξία αυτόν ακόμα κι η χαρά στοιχηματίζει ακραία. Αρχέγονες και νεωτερικές συνάψεις δόμησαν τον εγκέφαλο πέραν της λογικής, τελετουργίες ενηλικίωσης 'χάσαν το νόημα τους: Είναι ανδρεία να παραβγαίνεις σε ταχύτητα τον Χάρο. Είναι παλικαριά εδώ να οδηγείς πιωμένος, είναι ανδρισμός να κάνεις «σούζες», για ζώνη, κράνος ούτε λόγος, και η συνεπιβάτιδα, αν δεν προλάβει να σφιχτεί στο αρσενικό κορμί σου, να πέφτει ανάσκελα στην άσφαλτο, να σκάει το κρανίο ωσάν καρπούζι· νεορεαλισμός, νεοελληνισμός, σκασμένα καρπούζια στην άσφαλτο, είτε από σούζες, είτε από Ντάτσουν στη γιορτή των Ολυμπιακών του Παπαϊωάννου ή σε εγκατάσταση του Τσόκλη ή όποιου άλλου. Η χώρα μου ένα Ντάτσουν με καρπούζια. Κι ο θάνατος να φορά εναλλάξ τα προσωπεία του έρωτα, της έκστασης, του πόνου, της χαράς. Και οι μανάδες να θρηνούνε στωικά. Στην κεφαλή μου μέσα χιλιάδες μυρμήγκια χορεύουν τρελά.  Χρειάζομαι καινούριο γαλαξία.

[συνεχίζεται]

πρώτη δημοσίευση στο παρόν blog του Εντευκτηρίου ]


* Καίτη Στεφανάκη (Ρέθυμνο 1951).
Ιστορικός της τέχνης, καθηγήτρια της γερμανικής γλώσσας, μεταφράστρια. Σπούδασε ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με διδακτορική διατριβή στη βυζαντινή εικονογραφία. Επιμελήθηκε εκθέσεις Ελλήνων και Γερμανών καλλιτεχνών σε Γερμανία και Ελλάδα, καθώς και τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της γερμανικής συμμετοχής στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα «Θεσσαλονίκη 1997». Δίδαξε τη γερμανική γλώσσα στο Ινστιτούτο Goethe Θεσσαλονίκης [1989-2010]. Έχει μεταφράσει κυρίως καταλόγους εικαστικών εκθέσεων και άρθρα περί διδακτικής ξένων γλωσσών.
Το 2015 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου το βιβλίο της Όζα ροζ: Μικρά πεζά.
 Πεζά και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Εντευκτήριο και Θεσσαλονικέων Πόλις, καθώς και στο διαδίκτυο: www.eyelands.gr, http://entefktirio.blogspot.com, http://ppirinas.blogspot.gr, http://yannisvaitsaras.blogspot.gr
Διακρίθηκε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της ιστοσελίδας Eyelands [Ιστορίες για την Ελλάδα, 2012: Ποιητικό Ημερολόγιο, 2013: Έρως και κρίση, 2014].
Πήρε μέρος στη Λογοτεχνική Σκηνή 2014, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του «Παρά θιν’ αλός» του Δήμου Καλαμαριάς, με υπεύθυνο τον Γιώργο Κορδομενίδη.
Προσωπικό ιστολόγιο: http://aikstef1.blogspot.gr/

[ φωτο: Σάκης Καρακασίδης ]

19.8.16

Tέλλος Φίλης: Ύλλος



Ο Ύλλος κατοικεί ακόμη στη Λαμία
ζει από τα μαλλιά των άλλων
τα κόβει με επιμέλεια τη μέρα
τις νύχτες γεμίζει μαξιλάρια και τα πάει θυσία στο σκοτεινό ιερό
μέσα στο δάσος


Mεσάνυχτα ανεβαίνει τις ρεματιές της Όθρυος ζωσμένος
μαλακά σακιά θυσίας για μια δύναμη που είχε και την έχασε
τελετή ελπίδας.


O Ύλλος ο εκπεστέος άγγελος της πόλης
ό,τι απέμεινε από την αρχαία φυλή των Μαλιαίων
ό,τι επέζησε της ευλογιάς του Σπερχειού και των σεισμών
το τελευταίο δείγμα “εριβώλου” και “εριβώλακος” του Ομήρου
το δικό του στάσιμο στις Τραχίνιες που δεν διασώθηκε
ο στίχος με το κάψιμο των μαλλιών, για να υπάρξει η πόλις
εκεί, στο μυστικό ιερό, ανάμεσα στους δύο λόφους
που ονομάτισε μια χώρα, έτσι διασώζεται
και κάπως έτσι
την ημέρα τον περνάνε στην αγορά της πόλης για κάποιον απ’ αυτούς, 
―τον μύθο μη γνωρίζοντας
αφού πουθενά κανείς δεν τον διέσωσε―
κι αυτός είναι ο τελευταίος
καθώς τον καφέ του πίνει με αναίδεια στην πλατεία
που ξέρει γιατί είναι προορισμένος.


Μα μόνο αυτός.

Όταν αλλάξουν οι θρησκείες θα τον φωνάζουνε Σαμψών
Αιώνες μετά, θα συστήνεται ως Κωνσταντίνος στα τηλέφωνα.



Ο Τέλλος Φίλης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, 
μεγάλωσε στο Νέο Ψυχικό και, ύστερα από πολυετείς
περιπλανήσεις εντός και εκτός, 
επανεγκαταστάθηκε πριν από λίγα χρόνια, 
οριστικά, στη Θεσσαλονίκη. 
Δημιούργησε την ομάδα "Η Ποίηση Γυμνή" 
και συντονίζει τη δράση της.

Έχει εκδώσει τα βιβλία Η αποσιωποιητική ηλικία (2014) 




16.8.16

Ο Άκης Καπράνος για τα «Κινηματογραφικά δεινά» του Θωμά Λιναρά



του Άκη Καπράνου

πηγή: Facebook

Μακριά από τις κριτικές συντομογραφίες των εφημερίδων και τις συνεχείς εκπτώσεις (εκεί δηλαδή που κατάντησαν οι εκδότες τον κριτικό λόγο) αλλά και από τα ναρκισσευόμενα σεντόνια του διαδικτύου (όπου η αγάπη για το σινεμά μπερδεύεται με το σινεμά το ίδιο) υπάρχει αυτό εδώ το βιβλίο που τελείωσα μόλις σήμερα. 

Στα Κινηματογραφικά δεινά (Εκδόσεις Εντευκτηρίου - πρόλογος από τον Μισέλ Δημόπουλο) ο κριτικός λόγος του Θωμά Λιναρά δεν είναι ούτε "στεγνός" από αγάπη, ούτε αφήνει τίποτα στην τύχη. Η δε ανάγνωση των κειμένων του σε οδηγεί σε ένα, σχεδόν κινηματογραφοφιλικό Zen state-of-mind και λυπάμαι που άργησα τόσο πολύ να το τελειώσω, μιας και πάει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που έφτασε στα χέρια μου. 

Τι τα θέλετε, τρεχάματα. Ας είναι - ούτως η άλλως θα επιστρέφω σ' αυτό ξανά και ξανά.

Θωμάς Λιναράς

Κινηματογραφικά δεινά
Από τον Βιμ Βέντερς στον Γιασουχίρο Όζου

Εκδόσεις Εντευκτηρίου

Θεσσαλονίκη 2015


464 σελ.
λιανική τιμή: 20,00 ευρώ

Τέλλος Φίλης: 16 Αυγούστου 2005 - H βιογράφος μου Βίκυ Μοσχολιού



1.     Ξηροκάμπι Λακωνίας, φαντάρος, περνάω το συρματόπλεγμα και βγαίνω από την πίσω πλευρά του στρατοπέδου, είσαι εκεί με ένα τεράστιο σάντουιτς, μια φωτογραφική μηχανή και μια κασέτα με ένα τραγούδι. Απογευματινή βόλτα στον Μυστρά. Όταν το βράδυ επιστρέφω στο στρατόπεδο, βάζω την κασέτα στο wakman κι ακούω αυτό: 



2.  Στην αετοφωλιά της Πρασακάκη. Με κεριά από την Αγία Σοφία, να φωτίζονται τα κορμιά μας στο μπλε υπνοδωμάτιο, ένα κρασί που δεν ήπιαμε ποτέ, το τεράστιο στρώμα στο πάτωμα, σαν μια πατρίδα, ένας τόπος, δικός μας, το κρεβάτι και τα σώματά μας να ανακαλύπτουν τα μυστικά του κόσμου, που κανείς ποτέ πριν δεν μας είχε πει. Τα κεριά και τα φλογοβόλα μάτια μας. Το μοναδικό φως του δωματίου.
Κι έξω μια νύχτα απ' αυτες που δεν υπάρχουν πια...


3.  Πλατύς Γιαλός, Κάλυμνος, από το πρωί στην παραλία, μας πήρε το απόγευμα κι ήμασταν ακόμη εκεί. Έφυγαν κι οι τελευταίοι παραθεριστές. Νύχτωσε και βλέπαμε τ’ αστερια. Έσκυψα και ψιθύρισα «αυτό μπορεί να είναι αγάπη;». Θυμάμαι ακόμη πως έτρεμες όταν μου έπιασες το χέρι. Με κοίταξες στα μάτια και μου είπες «Αυτό είναι»...



4  Θεαγένειο. Δωμάτιο 314. Κλείνω ήσυχα την πόρτα και βαδίζω στον έρημο διάδρομο. Περιμένω σιωπηλά το ασανσέρ. Όχι, δεν περιμένω. Κατεβαίνω τις σκάλες. Γρήγορα. Βιαστικά. Πιο γρήγορα. Τρέχοντας βγαίνω στον δρόμο. Φτάνω λαχανιασμένος στην παραλία. Ψιχαλίζει. Κάθομαι σ’ ένα υγρό παγκάκι και κοιτάζω ένα πλοίο με κοντέινερ. Ξέρω ότι είναι η τελευταία φορά που σε έχω δει εν ζωή. Μετά, περίμενα να έρθει πάλι η Άνοιξη.


5.  … γιατί κάποιες φωνές είναι κάτι περισσότερο από τραγουδίστριες, άθελά τους γίνονται το σάουντρακ της ζωής σου, ακόμη κι αν δεν σ’ αρέσουν τόσο τα "λαϊκά", έχουν αυτή τη μοναχική λεβεντιά στη φωνή, που το βούρκωμα δεν καταδέχονται να το κάνουν δάκρυ, που ξέρουν ακόμη και στην πιο ανέμελη στιγμή τους η θλίψη τι σημαίνει και γιατί βοηθούν να βρεις τις αντοχές να συνεχίζεις και να μην περιμένεις τις επετείους για να το θυμηθείς, αλλά να το περιέχεις κάθε μέρα του χρόνου, χρόνια τώρα, και για καιρό ακόμη, πολύ, σαν ήρωας του Τρελού Πιερό, που, ενώ ξέρει το τέλος του, συνεχίζει... τόσο, όσο, ώς το όριο... μέχρι να πέσουν οι τίτλοι του τέλους.



16.8.2016