24.10.20

Λόγια του δρόμου


εικόνα: Τέλλος Φίλης


του Γιώργου Κορδομενίδη


# Και πού είναι; Έξω; Τι κάνει έξω; Μιλάει με πελάτη ή καπνίζει;

(μοδάτη γυναίκα περί τα 50, πάνω από τις κατακόμβες του Αγίου Ιωάννη)


# Αυτό ακριβώς είναι: Υποτροφία εκπόνησης διδακτορικής διατριβής. Τέλος!

(κοπέλα περί τα 30 στον συμβαδίζοντα νέο άνδρα με άσπρο παντελόνι και μαύρο δερμάτινο μπουφάν, παλιά παραλία)


# Μαλάκα μου, είχα γρίππη και δεν βγήκα όλο το σαββατοκύριακο από το σπίτι 

(κοπέλα περί τα 20 σε συνομήλική της, διάβαση πεζών στην Τσιμισκή με Αριστοτέλους)


# Του είχα αφήσει σημείωμα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ότι υπάρχει φαγητό στο ψυγείο, να το ζεστάνει στα μικροκύματα και να φάει, αλλά πήγε και παράγγειλε πίτσα.

(γυναίκα περί τα 35 σε συνομήλική της, μπροστά στο θέατρο της ΕΜΣ)


# (Α) Και γιατί δεν είπες τίποτε, ρε μαλάκα;

  (Β)  Τι να πω, ρε μαλάκα, αφού δεν είχα άνθρωπο…

  (Α)  Θα βρίσκαμε άνθρωπο, ρε μαλάκα…

  (Β)  Μη λες μαλακίες, ρε, πού θα τον βρίσκαμε;

(“ανδροπρεπής” συνομιλία μεταξύ μαλ… συγγνώμη, μεταξύ φίλων, σε καφέ της Αλεξάνδρου Σβώλου)


# Τσακώνει ο σύζυγος τη γυναίκα του με τον εραστή της στο κρεβάτι. Οι δύο άντρες πλακώνονται στο ξύλο και κουτρουβαλώντας βγαίνουν μέχρι τον δρόμο. Κάνει ο σύζυγος να χτυπήσει τον εραστή με το δεξί του χέρι, του το πιάνει στον αέρα ο εραστής. Επιχειρεί ο σύζυγος να βαρέσει τον εραστή με το αριστερό, ο εραστής τού πιάνει και το αριστερό. Νεαρός που έχει καταλάβει τι συμβαίνει (ο εραστής είναι με το εσώρουχο), φωνάζει: Χτύπα τον με τα κέρατα, ρε, με τα κέρατα!

(ανέκδοτο αφηγημένο από άνδρα των Κορμιών Ασφαλείας σε καφέ της Εθνικής Αμύνης) 




16.10.20

Δύο λεπτά στο τηλέφωνο: Εφαρμογή

εικόνα: Σόφη Σενόγλου


γράφει ο Αργύρης Παλούκας


Γιώργο, με όλα αυτά που συμβαίνουν, δεν ξέρω τι να σου πρωτοπώ. Με κυριεύουν συχνότερα οι κακές σκέψεις. Κι όλα αυτά γύρω τα βλέπω εντονότερα γιατί μεγαλώνω. Αυτό που, δέκα χρόνια πριν, θα το περνούσα σαν γριπούλα, το περνάω σαν πνευμονία. Αντιλαμβάνεσαι το πνεύμα μου. Με κυριεύουν οι κακές σκέψεις, λοιπόν. Και δεν θα πιστέψεις τι με ανακουφίζει: ένα μαγαζί με κοστούμια. Ναι, καλά ακούς. Είναι εδώ, στη Νίκαια, ένας κύριος που έχει μαγαζί με κοστούμια και το λειτουργεί εικοσιτετράωρο, καθημερινές και σαββατοκύριακα. Μη φανταστείς κάτι σπέσιαλ ― λίγο παλιακά είναι, αλλά τουλάχιστον τα παντελόνια δεν έχουν πιέτες και τα σακάκια δεν είναι τρίκουμπα. Από χρώματα υπάρχει ποικιλία, τουλάχιστον στα σκούρα. Εκεί λοιπόν που με πιάνουν οι κακές σκέψεις, γιατί το έχουμε ξαναπεί, η δαντέλα γύρω ξηλώνεται, λέω στον εαυτό μου πετάγεσαι και παίρνεις. Προβάρεις, σου κάνει ο κύριος δυο γαζιά, πληρώνεις και φεύγεις. Δεν χρειάζεται να αγχώνεσαι και να στοκάρεις στην ντουλάπα κοστούμια για παν ενδεχόμενο. Το αστείο ποιο είναι; Διότι, ναι, σου προκαλεί και γέλιο όλο αυτό, και το έχω ανάγκη όσο τίποτα το γέλιο, Γιώργο· ειδικά το γέλιο που βγαίνει όχι από τη σαχλαμάρα, αλλά το γέλιο που ταιριάζει στην ηλικία μας, το κωμικοτραγικό γέλιο, που από τα μακάβρια καταφέρνεις να γελάς. Το αστείο, που λες, είναι ότι ο κύριος σού κάνει και λίγο τον δύσκολο, έλα σε λίγο, δεν μπορώ ακριβώς τώρα, έλα σε πέντε λεπτά. Μια φορά τον πέτυχα να μου λέει έλα σε πέντε λεπτά, αλλά για κακή του τύχη έκατσα απέξω και κάπνιζα στη γωνία, δεν με έβλεπε. Ε, επί πέντε λεπτά δεν έκανε τίποτα, απλώς μου ζήτησε να περιμένω για το εφέ, και, όταν τελείωσε ο χρόνος αναμονής, βγήκε έξω με περισπούδαστο ύφος και με κάλεσε μέσα σαν καρδιολόγος. Δεν συζητώ για τις τιμές. Από το κατοστάρικο που θα πλήρωνες σε ένα κανονικά ανοιχτό μαγαζί, σου βάζει και πενήντα ευρώ επιπλέον για την εξυπηρέτηση. Αλλά και πάλι τι να λέμε; Καλύτερα εκατόν πενήντα και στο χέρι, την ώρα που το θες το κοστουμάκι σου, και μάλιστα από έναν καρδιολόγο.

9.10.20

Δύο λεπτά στο τηλέφωνο: Τα πράγματα


γράφει ο
Αργύρης Παλούκας

Σήμερα μπήκα σε ένα γεμάτο βαγόνι. Από Πανεπιστήμιο για Σύνταγμα. Μία πόρτα ήτανε χαλασμένη, δεν άνοιγε, κι έτσι στη διπλανή είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Γύρισα δεξιά, όπως γυρνάει κανείς δεξιά γιατί δεν μπορεί να κοιτάζει συνέχεια ευθεία. Είχε σηκωθεί ένας ηλικιωμένος, πάνω από εβδομήντα, για να κατέβει. Σκέφτηκα αυτόματα το μέτρο που ακουγόταν πριν από μερικές μέρες, να απαγορευτεί η κυκλοφορία στους άνω των εξήντα πέντε. Για λίγα δευτερόλεπτα, ο κύριος με κοίταζε στα μάτια σαν τρομαγμένο ζώο. Μου θύμισε έναν πίνακα του Ντε Κίρικο, δεν θυμάμαι όνομα, απεικόνιζε έναν άνδρα με αφύσικα παιδικό πρόσωπο. Καθώς κατέβαινα στο Σύνταγμα, στο μυαλό μου ήρθε μια περιπέτεια που είχα πριν από κάνα-δυο χρόνια. Είχα πάει με κάτι φίλους σαββατοκύριακο στην Εύβοια. Το βράδυ ήπιαμε.Το πρωί, περνώντας από κάτι βράχια, έπεσα. Θαύμα πώς επέζησα, γιατί έφερα δύο τρεις βόλτες μέχρι να σταματήσει το σώμα. Ενώ έπεφτα, έγινα σαν παρατηρητής του εαυτού μου και τον λυπήθηκα. Τον είδα σαν μικρό παιδί, ανυπεράσπιστο, ολομόναχο, ένα τίποτα. Φτωχό κι αβοήθητο. Ωραία που γυρίζουν τα πράγματα πίσω...

4.10.20

H υποψιασμένη απελπισία της Kατερίνας Γώγου

του Γιώργου Κορδομενίδη (σε συνεργασία με τον Δημήτρη Η. Παστουρματζή) 



H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια. 


Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.


Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας «γιούπι!».




Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου. 

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιήματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσότερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. 

Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση όχι την προσωπική, αλλά όλων σαν εμένα, χωρίς όμως μ' αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοιπόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τά 'βγαλα.




Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982), έχει κάνει κι αυτό πάνω από δεκαπέντε εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Όλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, βγήκε το 1990 από τα Nέα Σύνορα. 

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μία σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.




Σ' αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ' αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:


[...]

Πώς θα γυρίσω

που βρίσκομαι χωρίς σκαρί

συντρόφους, από τ' άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια

χωρίς αέρα και πανιά

όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;


Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω

κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή

τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου

να μην τους ξυπνήσω;


Mε λένε Oδύσσεια.

Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό

το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο

σχεδόν οριστικά τσακίσει [...]


Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (λογουχάρη, στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων). 

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ' έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου 'λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ' αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια [...]. 

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.


[πρώτη δημοσίευση: Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 21.4.2002]


Σημείωση 2020: Τα στοιχεία για τις εκδόσεις είναι του 2002. Λογουχάρη, τα βιβλία  Τρία κλικ αριστερά, Το ξύλινο παλτό, Με λένε Οδύσσεια, είναι εξαντλημένα. Ο Νόστος επανεκδόθηκε από τον Καστανιώτη το 2004. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησαν τα Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε (2015) και Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του (2018).




25.9.20

Περί ευτυχιοκρατίας


 
γράφει ο Τέλλος Φίλης


Σ’ αυτό το βιβλίο βρήκα όλες τις απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν τολμούσα να κάνω τόσους μήνες στον εαυτό μου. Ουσιαστικά, η ανάγνωσή του δημιούργησε μία "συνθήκη σχέσης" σχεδόν σαν μια ερωτική ιστορία, όταν διαπιστώνεις ότι ο σύντροφός σου είναι αυτός που σου απαντά σε ό,τι δεν ρωτάς, είτε από ανασφάλεια, είτε από μιά άγουρη ακόμη οικειότητα, είτε από έναν ανομολόγητο υπαρξιακό φόβο γι’ αυτό που εσύ ήδη είσαι, αλλά με τεχνάσματα ακόμη αποκρύπτεις ακόμη κι από τον ίδιο σου τον εαυτό.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, ενώ ουσιαστικά αποτελεί μία κοινωνιολογική μελέτη, λειτουργεί περισσότερο σαν άτυπη ψυχαναλυτική συνεδρία 300 σελίδων, όπου το τελικό συμπέρασμα είναι ότι "δεν είσαι τρελός" ― τουλάχιστον αν σκέφτεσαι και ιεραρχείς τα "θέματά" σου όπως εγώ.

Έτσι ακριβώς λειτούργησε σε μένα λοιπόν, που ο εγκλεισμός, τα νέα της πανδημίας, οι ανομολόγητοι φόβοι κι οι εμμονές φίλων και γνωστών, με την ταυτόχρονη επίδειξη μιας ευημερίας ακατανόητα επιφανειακής σε μένα, στα κοινωνικά δίκτυα, είχαν φτάσει να μου προξενούν διάφορες υπαρξιακές εκρήξεις του τύπου: "ποιος είμαι εγώ, ποιος είναι ο κόσμος".

Οι συγγραφείς με εξαιρετικά γλαφυρό και ευκολοδιάβαστο λόγο με βοήθησαν να εξηγήσω πολλά από τα παράξενα που ένιωθα να συμβαίνουν, να σταθούν αφορμή να ξανασκεφτώ αυτή την επιμονή "ότι δεν τρέχει και τίποτε, όλα είναι περαστικά" των κοινωνικών δικτύων, ειδικά από νεαρότερες ηλικίες, ή "χτίσε κοινωνικό προφίλ σαν να είσαι πίτσα κι όχι άνθρωπος με ψυχολογικές διακυμάνσεις".

Από την άλλη βεβαίως είναι κι ένα απολύτως κατατοπιστικό εγχειρίδιο που σου εξηγεί γιατί το ζητούμενο δεν είναι η πάση θυσία ευτυχία, αλλά πως η γνώση, η σκληρή κι ανελέητη αυτογνωσία, είναι ο μόνος επαναστατικός ηθικός προορισμός, αν θέλουμε να πούμε ότι κάποια στιγμή "ζήσαμε" και δεν είμαστε από χρόνια ήδη "νεκροί". 



Edgar Cabanas, Eva Illouz

Ευτυχιοκρατία

Πώς η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας

Μετάφραση: Βασιλική Πέτσα

Αθήνα, Πόλις 2020

352 σελ.



16.9.20

Δίπλα σου


γράφει ο Θάνος Λουμπρούκος


Εκείνο το βλέμμα του
εκείνο το βλέμμα του δεν
θα το ξεχάσεις ποτέ.
Ευθυτενής και σίγουρος
κοίταζε τη ρίζα της ελιάς
και το καψαλισμένο πεύκο.
Τις σηκωμένες πλάκες
από το πεζοδρόμιο.
Κι εσύ άκουγες το “Πέραμα”
με τη Βίκυ Μοσχολιού
και σκεφτόσουν πόσο πολύ εκείνος
έμοιαζε του Ξέρξη.
Πόσο μόνη η ζωή του
στο άδειο παράθυρο 
που εκείνος στεκόταν.
Και βρήκες κοινά στοιχεία.
Κάπου βρήκες τη Βίκυ Μοσχολιού
μέσα στους τόσους Πέρσες.
Εκείνος ατένιζε τη ζωή που δεν
περνούσε από μπρος του
με ακίνητα τα μάτια του.
Το βαθύ του βλέμμα το σίγουρο
δεν θα το ξεχάσεις ποτέ.


[ διαβάστε το ποίημα με την παρακάτω ηχητική υπόκρουση ]

 https://www.youtube.com/watch?v=tJUKONveQQ4

14.9.20

Αυτός ο κύριος Μπι




γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου


Αυτός ο κύριος Μπι είναι και εβραίος και γνωστός. Εγώ δεν τον ήξερα. Τον έμαθα το προηγούμενο σαββατοκύριακο στο Συνέδριο Ερευνών και Ευρεσιτεχνιών. Πλήθος μελετητές ανακοίνωναν τα αποτελέσματα των μακροχρόνιων ερευνών τους· παρακολούθησα ενδιαφέρουσες ομιλίες και εντυπωσιάστηκα. Το κακό όμως είναι ότι οι πολλές πληροφορίες με μπέρδεψαν, έχασα τον ειρμό της σκέψης μου και δεν μπορούσα να τις ταξινομήσω. Άρπα-κόλλα σημειώσεις κράτησα· όχι από το συνέδριο αλλά από τον διπλανό μου, θερμό θαυμαστή αναλόγων εκδηλώσεων. Παρόλο που ζήτησα τη βοήθειά του, οι επεξηγήσεις του με μπέρδεψαν περισσότερο αφού ―για να μπω στο πνεύμα γρήγορα, μιας και μου δόθηκε η ευκαιρία― τις σταχυολόγησα όπως όπως.


Παρότι πήγα στο συνέδριο για να σκοτώσω την ώρα μου, το παρακολούθησα ανελλιπώς, πλην όμως το κατανόησα ανεπαρκώς. Αυτό το συνειδητοποίησα εκ των υστέρων, καθόσον δεν ήθελα να το παραδεχθώ, αν και μου το είχε επισημάνει ο διπλανός μου. Καθόμουν λοιπόν στη θέση μου, εντυπωσιασμένος απ’ όσα μάθαινα, και σκεφτόμουν: Για κοίτα, πρώτη φορά ήρθα σε συνέδριο κι αμέσως γνώρισα έναν διάσημο, που είναι και εβραίος και γνωστός, όπως είπε ο συντονιστής. Δηλαδή, δεν γνώρισα τον ίδιο αλλά αυτόν που τον είχε μελετήσει· επειδή δεν συγκράτησα το όνομά του, τον αναφέρω ως Μελετητή. Εδώ πρέπει να σημειώσω πως, καθώς δεν φημίζομαι για τη μνήμη μου, ούτε το όνομα τού διπλανού μου θυμάμαι. Κατάφερα όμως να συγκρατήσω δύο ανακοινώσεις, μιας και είχαν κοινό παρονομαστή τη θάλασσα. Κατά περίεργη σύμπτωση, και οι δύο περιέγραφαν ανακαλύψεις τού κυρίου Μπι. 




Η μία μελέτη υποστήριζε ότι, παρά τον εξανθρωπισμό μας, διατηρούμε συμπεριφορές από τη μακρινή εποχή που ήμασταν ψάρια. Εξηγούσε και επιβεβαίωνε, με απλά λόγια, μία παλιά θεωρία, η οποία έλεγε ότι το ζάρωμα των δακτύλων μέσα στο νερό έχει τις ρίζες του στο εξελικτικό παρελθόν του ανθρώπου, όταν, για να επιβιώσει, έπρεπε να πιάνει με γυμνά χέρια πράγματα μέσα στο νερό δίχως να του γλιστράνε, καθώς επίσης και να στηρίζεται καλύτερα όταν περπατούσε με γυμνά πόδια σε ρηχούς και γλιστερούς βραχώδεις βυθούς.


«Τα αυλάκια που σχηματίζονται στα ακροδάχτυλα λειτουργούν ως κανάλια που διώχνουν μακριά το νερό και επιτρέπουν στο δέρμα να έρχεται σε καλύτερη επαφή με το αντικείμενο» είπε ο Μελετητής και εξήγησε πως το ζάρωμα των δαχτύλων είναι μία αναγκαία λειτουργία, που δεν έχει σχέση με την είσοδο νερού στο δέρμα αλλά συμβαίνει για να δημιουργείται τριβή και να μην ολισθαίνουμε.


«Είναι μία αντίδραση που οφείλεται στη συστολή αιμοφόρων αγγείων κάτω από το δέρμα και ελέγχεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα» μου εξήγησε ο διπλανός μου, κι εγώ το κατάλαβα.


Η δεύτερη ανακοίνωση ανέφερε τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για την επαλήθευση της θεωρίας «Δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή». Ο Μελετητής, παρότι είχε αρχίσει να κουράζεται από την πολύωρη παραμονή του πάνω στο βάθρο, συνέχισε να μιλάει, να μιλάει και να μη σταματάει. Εγώ, παρόλο που αντιλαμβανόμουν τη σημασία τής κάθε φράσης του τη στιγμή που την έλεγε, μόλις άρχιζε τον επόμενο συλλογισμό ξεχνούσα ό,τι είχα καταλάβει μέχρι τότε. Όμως, φαίνεται πως και αρκετοί άλλοι είχαν το ίδιο πρόβλημα με εμένα, αφού άρχιζαν να μιλάνε μεταξύ τους για διευκρινίσεις, αφού δεν επιτρέπονταν οι ερωτήσεις προς τον ομιλητή. Ο Μελετητής εκνευρίστηκε και φώναξε αρκετές φορές «Παρακαλώ, κάνετε ησυχία». Τελικά, ησυχία έγινε, αλλά ο Μελετητής, που ήταν πολύ ταραγμένος, κάποια στιγμή έριξε όλο το βάρος του πάνω στο πόντιουμ, που ήταν γεμάτο από τις σημειώσεις του, αυτό δεν άντεξε, έγειρε και τον πήρε μαζί του· ακριβώς τη στιγμή που εξηγούσε το πείραμα και όλες τις προσπάθειες του κυρίου Μπι να ελαφρύνει τη θάλασσα από το αλάτι της. Έτσι, άρχισε νέα φασαρία, που όλο και μεγάλωνε, διότι  κάποιοι αντιδρούσαν τόσο στη λογική όσο και στην αναγκαιότητα της ανάλυσης. 


«Το ξέρουμε πως δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή» φώναζαν ενδιάμεσα στις παύσεις του, εμποδίζοντας κάθε προσπάθεια τού Μελετητή να συνεχίσει. Ειδικά στο σημείο που ανέλυε τις συνθήκες τής εποχής που ήμασταν όλοι ψάρια. Τότε του επιτέθηκαν, αν και ο Μελετητής είχε εξηγήσει προκαταβολικά πως αυτά δεν τα έλεγε ο ίδιος αφ’ εαυτού του αλλά ο πρόγονός του, ο κύριος Μπι, που είχε κάνει και την έρευνα. Έτσι τον είπε, «πρόγονό» του, και κάποιοι από τους ακροατές δεν μπορούσαν ν’ αποδεχτούν πώς γίνεται μία αμφιλεγόμενη φιγούρα του λόγου, σαν τον Μελετητή, να είναι απόγονος ενός μεγάλου ερευνητή, που ήταν και εβραίος και γνωστός.


 «Αφού δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή, τότε γιατί με τόσο αλάτι τα ψάρια δεν γίνονται παστά;» ρώτησε κάποιος και ακούστηκαν δυνατά γέλια.


«Για τον ίδιο λόγο που δεν μιλούν γαλλικά όσα ψάρια έφαγαν τους Γάλλους θαλασσοπόρους, που πνίγηκαν στις βόρειες θάλασσες» απάντησε ειρωνικά ο Μελετητής, και τότε από το ακροατήριο ακούστηκαν οι έντονες αντιρρήσεις των Γάλλων παρευρισκομένων.


Μέχρι τώρα απέφευγα τις συνελεύσεις και τα συνέδρια γιατί δεν άντεχα τις έντονες συγκινήσεις, τις συνεχείς αντιρρήσεις που μπερδεύουν τον ακροατή, αλλά και το πήγαιν-έλα όλων αυτών που αφήνουν πίσω τους την πόρτα ανοιχτή, αδιαφορώντας αν οι ακατάληπτοι ήχοι τού διαδρόμου φτάνουν στην αίθουσα και αποσυντονίζουν το ακροατήριο. Για παράδειγμα, ετούτη τη φορά έτυχε να συμβούν αλλόκοτες φασαρίες. Όχι πως θα με επηρέαζε αν η θάλασσα ξεπλενόταν από τη βροχή ή αν ξαρμύριζε με τα νερά των ποταμών. Να ξεχαστώ ήθελα και, με ενδιαφέρουσες πληροφορίες, να ενισχύσω τη δραστηριότητα του προμετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου μου, ο οποίος ευθυνόταν για τη συγκέντρωση γεγονότων και συμπεριφορών, που μού προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις. Ήλπιζα πως θα κατάφερνα να στρέψω την προσοχή μου σε άλλα πράγματα ώστε ν’ απαλλαγώ ―επιτέλους― από το άγχος που κυνηγούσε τη ζωή μου. Κάτι σαν άσκηση δηλαδή· μία σύγχρονη ψυχιατρική τεχνική, που είχε σκοπό ν’ αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αισθάνομαι ώστε να ξεφορτωθώ όσα με ενοχλούν.


Επισημαίνω ότι ενδιαφέρομαι για κάθε πρωτοποριακή μέθοδο και, καθόσον οι δύο προαναφερθείσες ανακοινώσεις ήταν αποτέλεσμα πολύχρονων, σημαντικών (αλλά και ασυνήθιστων για την εποχή τους) ερευνών, ένιωσα ιδιαίτερα υπερήφανος επειδή τις παρακολούθησα. Επίσης, παρότι οι πληροφορίες τους μου φάνηκαν πολλές, συγκράτησα όσες, εκτός από σημαντικές, ήταν και ευκολονόητες. Μπορώ να πω μάλιστα πως, μετά από αρκετή εκ των υστέρων μελέτη, κατάφερα να κατανοήσω περισσότερα γι’ αυτές. Έτσι, δίπλα στο όνομα του κυρίου Μπι, μετά το «εβραίος και γνωστός», πρόσθεσα και το «κατανοητός», κατατάσσοντάς τον αυτόματα στους πλέον σοφούς ερευνητές της εποχής του. Βέβαια, τον υπαινιγμό του Μελετητή δεν τον πολυκατάλαβα αλλά δεν του έδωσα και ιδιαίτερη σημασία, αφού η απόδειξη ήταν ήδη μπροστά μου: όσες φορές κι αν είχα δοκιμάσει θαλασσινό νερό ήταν αρμυρό. Όπως και να είχε η κατάσταση, εμένα τα ψάρια δεν θα μου άρεσαν, είτε γαλλικά μίλαγαν είτε άλλη γλώσσα. Και δεν θα μου άρεσαν γιατί μυρίζουν ψαρίλα. Αλλά τι να έλεγα;


Τη συζήτηση που ακολούθησε μετά την τελευταία ανακοίνωση δεν την παρακολούθησα μέχρι το τέλος. Όταν άκουσα την αποστομωτική απάντηση τού Μελετητή για τα ψάρια που δεν μιλάνε γαλλικά, σηκώθηκα και έφυγα. Τι άλλο να έκανα; Άλλωστε, οποιαδήποτε κι αν ήταν η συνέχεια στο εν λόγω σκεπτικό, δεν θα μπορούσε ν’ αλλάξει τον τρόπο που αισθάνομαι και αντιδρώ.


Μετά από αρκετόν καιρό και πολλή σκέψη, κατάλαβα γιατί ο κύριος Μπι, που ήταν και εβραίος και γνωστός και κατανοητός –επιμένω–, έπαψε να εμφανίζεται σε διαλέξεις περί των ερευνών του. Ακούστηκε πως, σε κάποιες έρευνες που έκανε στις κρύες βόρειες θάλασσες, έπεσε στο νερό και τον έφαγαν τα ψάρια. Σε καμία περίπτωση δεν θέλω αυτό να θεωρηθεί υπαινιγμός. Άλλωστε, δεν μαθεύτηκε ποτέ αν αυτός ο κύριος Μπι ήτανε Γάλλος.


Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Ζει στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνογραφία-ενδυματολογία. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα.

Αποφοίτησε από το Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημιουργικής Γραφής

του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. 

Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί το βιβλίο της Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες [2017].