7.3.19

Πέλα Σουλτάτου: Ανάποδες στροφές

-->



[ προδημοσίευση από ομότιτλη νουβέλα, που θα κυκλοφορηθεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη στις 18 Μαρτίου ]

Οι ρόδες οχτάρια στην άσφαλτο, τα φώτα της πόλης θολό φράκταλ, βούισμα από τρεις χιλιάδες μέλισσες στ’ αυτιά του, στο στομάχι οχτώ μποφόρ θαλασσοταραχή, φρενάρει, σταματάει στο ρείθρο του πεζοδρομίου, ξεπεζεύει, ξερνάει σε μια βιτρίνα στολισμένη με γκι και γιρλάντες. Στην τζαμαρία λευκό στένσιλ «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος». Σκουπίζει το στόμα του στο μανίκι του μπουφάν, καβαλάει το μηχανάκι και οδηγεί για το σπίτι.

Στο γυρισμό, τον κυνηγούν οι μέλισσες, τον τσιμπούν, τον πρήζουν, όλοι τού τα έχουν πρήξει, μακάρι να πάθαινε καμιά σοβαρή αρρώστια να βγει «γιωτάς», τουλάχιστον να γλίτωνε τον στρατό, αυτή είναι η ευχή του για τη χρονιά που έρχεται. Οι άλλοι απόψε θα τα σπάσουν στο σκυλάδικο, ξεκίνησαν να ανοίγουν μπουκάλες ήδη από το κλαμπ, αυτός είχε μείνει με πέντε ευρώ στην τσέπη, προφασίστηκε πως τον βάρεσε πάλι το άσθμα, έβαλε την ουρά στα σκέλια, την κοπάνησε σαν δαρμένος σκύλος.

Το σπίτι σκοτεινό, ούτε μία πλεξούδα λαμπιόνια φέτος, «μεγάλωσε πια και ο γιος», δικαιολογιόταν η μητέρα του, όταν τη ρωτούσαν: «Μα δεν θα στολίσετε για το καλό;» Ποιο καλό, κατάκοπη γυρνούσε από τη δουλειά, οι γιορτές στο πολυκατάστημα τη γονάτιζαν, σπίθιζαν οι πατούσες της από την ορθοστασία, τις νύχτες ντάνιαζε μαξιλάρια να ξεκουράσει τα πρησμένα πόδια της, ζωσμένα από μαβιά κλωνάρια, μάζευε λεφτά να κάνει λέιζερ στο φλεβίτη, ποιο καλό, δεν είχε αντοχή ούτε να κατεβάσει το δέντρο απ’ το πατάρι.

Το σπίτι αδειανό, η μάνα του έχει ξεπορτίσει, ζωντοχήρα είναι βέβαια, έχει κάθε δικαίωμα, μέρες που ’ναι, να βγει να ξεσκάσει κι αυτή, δεν είναι κάνας χωριάτης, κανένας με κολλημένα μυαλά, αλλά και η γειτονιά έχει μάτια και βλέπει, έχει στόμα και μιλάει, έχει αυτιά κι ακούει, όμως καλού-κακού τής έκανε αναπάντητες κλήσεις με απόκρυψη, να τσεκάρει πού βρίσκεται.

Το κεφάλι του καζάνι, το καζάνι της Κολάσεως, κοχλάζουν άνθρωποι ολόκληροι, σκέτα χέρια που μάλλον έκλεβαν, στόματα που πρέπει να βλαστημούσαν, πόδια αμαρτωλά. Ένα πόδι ποια εντολή παράκουσε και βράζει ακρωτηριασμένο, απορία το ’χε όποτε βρισκόταν μπροστά στη χρυσαφιά κορνίζα στο αρχονταρίκι, τρώγοντας λουκούμι τριαντάφυλλο, στην Ιερά Μονή Παναγίας της Παντάνασσας, όπου τον είχε τάξει η αδερφή του πατέρα του, επειδή είχε πάθει έναν νεογνικό ίκτερο, υπόθεση ρουτίνας για τα μαιευτήρια, υπόθεση πίστης για τη θεία.

Αλλού πατεί αλλού βρίσκεται, δεν έπρεπε να έχει πιει τόσα σφηνάκια αφάγωτος, σκουντουφλά σ’ ένα έπιπλο, του απλώνει μια χριστοπαναγία σεμεδάκι. Τρυπώνει στο μπάνιο να βρέξει τα μούτρα του, μπούζι το νερό, άλλο ένα γαμωσταυρίδι. Όσο τον έσερνε η θεία στις εκκλησίες τόσο φούντωνε μέσα του υβρεολόγιο-πυρκαγιά, ώσπου τον άκουσε να περιλούζει με ένα οχετό μεγατόνων τον γιο της, μπάλα έπαιζαν, «παιδιά είναι», δικαιολογήθηκε η μάνα του, αλλά το σοκ της θείας υπερέβη δικαιολογίες, συγγένειες και τάματα, τους έκανε πέρα, ησύχασαν απ’ τα πάρε-δώσε με τη «Λιόχεντρα», τρυφερό παρατσούκλι της μάνας του προς την πάλαι ποτέ κουνιάδα της.

Στον καθρέφτη του μπάνιου ένας άντρας δεκαοχτώ χρόνων, μούσια, μαλλιά, ρούχα, ψυχή, μυαλά, όλα μαύρα, κάτι πενθούσε από παιδί, αλλά είχε σκαλώσει στο δεύτερο στάδιο του πένθους, θυμός, πολύς θυμός, έπαιρνε ανάποδες στροφές το μυαλό του, έβρισκε χαρά στα σπασίματα, τσάκιζε μολύβια μόλις ζοριζόταν στα μαθήματα, τσαλάκωνε χαρτιά αν δεν του πετύχαινε η ζωγραφιά, ξέσκιζε τετράδια από μίσος στα κόκκινα Β και τα Γ των δασκάλων, μικρός όταν ήταν· ύστερα, επεκτάθηκε σε πιάτα, ποτήρια, κούπες, άλλο πράγμα το γυαλί, έχει ήχο, θρύψαλα, αφήνει εποχή. Η μητέρα του, η Μαρία, τα θραύσματα από αρχαίους καβγάδες που ανακάλυπτε στις πιο απίθανες γωνίες του σπιτιού με την ξύλινη σκούπα –την προτιμούσε γιατί δεν έκαιγε ρεύμα– τα πρόσθετε σε μία μπιζουτιέρα, ως συλλογή.

«Μην είσαι σκαλωματίας», «ξεκόλλα, ρε παιδάκι μου», κλασικές μητρικές συμβουλές ώστε να μην είναι εμμονικός, να προχωράει παρακάτω, να αφήνει πίσω του τα άσχημα, τα δύσκολα, τα στενόχωρα, «ό,τι έγινε έγινε», του επαναλάμβανε όποτε βεντούζαρε στρείδι στην αποτυχία, στον πόνο, στο άλυτο πρόβλημα, αλλά εκείνος επέμενε, κολληματίας γαρ, από μικρός είχε μανία με τ’ αυτοκολλητάκια, τα κολλούσε όπου έβρισκε, ποτέ δεν τη θυμάται να τον μαλώνει για τις σκανταλιές του, έριχνε το καθαριστικό στο γυαλί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην πέφτει πάνω τους και του τα ξεφτίσει. Τώρα, δεκαοχτώ χρονώ μαντράχαλος, τι του τα κρατάει ακόμα;

Νιώθει έντονα την ανάγκη να ρίξει μία μπουνιά, να μην αντικρίζει το είδωλο ενός μαλάκα που ξέμεινε με πέντε ευρώ στην τσέπη, παραμονή Πρωτοχρονιάς, και προφασίζεται το χρόνιο πρόβλημά του γιατί δεν μπορεί να ακολουθήσει την παρέα στα μπουζούκια. Ο Μάνθος, ο κολλητός, ο αυτοκόλλητος, το κατάλαβε, «έλα, ρε κόπανε, κερνάω εγώ, μου τα ’σκασε ο γέρος», του είπε παράμερα να μην τον προσβάλει μπροστά στους άλλους, αλλά αυτός επέμενε πως δεν μπορεί να αναπνεύσει με την τσιγαρίλα κι έπρεπε να γυρίσει πίσω, να πάρει έστω τα εισπνεόμενα για το άσθμα, και βλέπουμε.

Έβλεπε να διαψεύδεται ακόμα μια προσδοκία: Ήθελε –τι ήθελε;– τις τελευταίες μέρες της ελευθερίας του να τις περάσει αξέχαστα. Σε μία βδομάδα παρουσιάζεται στο Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στον Αυλώνα, θα κουρευτεί γουλί και θα ξυρίζεται κόντρα σαν φλώρος, θα ξυπνάει αχάραγα, μέσα στην πάχνη και στ’ αγιάζι θα τρέχει γύρω γύρω από τον αξιωματικό φωνάζοντας παραδοσιακά συνθήματα κατά Τούρκων, Βούλγαρων και Αλβανών, ανανεωμένα εσχάτως με στροφές κατά Αφρικανών και Αράβων, θα μαζεύει αποτσίγαρα, κάλυκες και πευκοβελόνες από το χώμα, και θα καθαρίζει καμπινέδες σκύβοντας το κεφάλι, ενώ θα φωνάζει: «μάλιστα, κύριε λοχαγέ, στις διαταγές σας», θα βαράει γερμανικά νούμερα στα φυλάκια και στην πύλη, «αλτ, τις ει;» Τον Χριστούλη σας, μέρες που ’ναι, μόνιμο συννεφάκι της σκέψης του. Απόψε έπρεπε πάση θυσία να πάει στον «Minoas», τη μεγάλη πίστα της πόλης, έκοβε το κεφάλι του πως η γκόμενα που “γείωσε” ο Παύλος, και καλά, θα ήταν απόψε στο μαγαζί. Τραγουδούσε ο τύπος που κέρδισε πέρσι στο «Ελλάδα, έχεις ταλέντο», και θα γινόταν ο κακός χαμός, θα του τα διηγιόταν ο κολλητός την επομένη και θα σκύλιαζε κατά την προσφιλή του συνήθεια.

Ο Μάνθος έχει καταταγεί πρόσφατα, αλλά τα έχει πάρει όλα στο χαβαλέ, μιλούσε για τις πρώτες μέρες στο στρατόπεδο λες και είχε πάει πενθήμερη εκδρομή με το σχολείο, του φαινόταν αστεία η διαχρονική αργκό των φαντάρων, το «έρπινγκ», το «αντιγόπινγκ», το «πευκοβελόνινγκ», οι «καλλιόπες», κωμικές οι αγγαρείες, οι σκοπιές, οι υπηρεσίες, οι εντολές, ακόμα και με τα καψόνια γελούσε.

«Καλά, ρε μαλάκα, τι σας ποτίζουν εκεί μέσα;» απορούσαν οι άλλοι ακούγοντάς τον να χαχανίζει καθώς αφηγούνταν ακόμα και πώς τους ήλεγχε ο δεκανέας όταν έστρωναν τις κουκέτες στους θαλάμους.

Περίμεναν να ακούσουν ότι κρυφά έστριβαν κανένα γάρο κι έκαναν κεφάλι, στα μαγειρεία, στις αποθήκες και στο πευκόδασος, το οποίο υπηρετούσε κι αυτό την ιερή πατρίδα στο πυροβολικό.

Όμως, όλοι γνώριζαν καλά ότι, και πριν ανακαλύψει το ευφορικό χορταράκι του Θεού, ο Μάνθος ήταν «χαζό παιδί, χαρά γεμάτο» και «πέρα βρέχει» και «τα ζώα μου αργά», είχε άσο στο μανίκι του τον αλγόριθμο της μακροβιότητας, παρά το γραμμένο του, είχε πιάσει το νόημα, από τα αρχίδια το κρατούσε, παράδειγμα για τον Παύλο και τις γκόμενές του, ο οποίος όλες θα τις παντρευόταν κι όλες θα τις τεμάχιζε, εντέλει, του το συνόψισε: «Καλά, εσύ κουβερλί και πριονοκορδέλα». Ενώ ο Μάνθος μονίμως με αλεξίλυπο γιλέκο, ζεν και κουλ και γιόλο. Ωστόσο, μια γάτα τσαλαπατημένη να έβλεπε στο οδόστρωμα, έλιωνε, έπεφτε σε πένθος, έκλαιγε με το παραμικρό, πλέον στα κρυφά. Το πιο βαρύ άγχος κουβαλούσε, σιδερένια μπάλα στον αστράγαλο. Αλλά γι’ αυτό τσιμουδιά. «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη» είχε βάλει λεζάντα στα σόσιαλ μίντια, όπου εμφανιζόταν κλασμένος από τα μπαφογέλια σε βιντεάκι άδειας εξόδου με άλλους άκυρους, καμένους και πεταμένους τύπους στη Θήβα.

Αντίθετα, ο Μανόλης, μόλις παρέλαβε το χαρτί κατάταξης από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, εισήλθε μετά βαΐων και κλάδων στην Εβδομάδα των Παθών. Άρα… Πρώτα ήθελε να κρεμάσει τη μάνα του από τη συκιά στο διπλανό σπίτι, καθότι την έπιανε αλλεργία όταν είχε ανθοφορία το δεντρί, οπότε στο έμπα της άνοιξης τον ξυπνούσαν τα φταρνίσματα, ο βήχας και τα ξεμυξίσματά της. Ύστερα, ήθελε να ξεσκίσει νουμεράδα όλες τις φιλενάδες της, πιο ηλίθιες από ποτέ του φαίνονταν ξαφνικά, και αυτό του τη βαρούσε κατακούτελα, -τσο και -λο, θα τις πετούσε από το μπαλκόνι ή θα τις έσφαζε σαν τ’ αρνιά, αναλόγως τις διαθέσεις. 

Μετά, θ’ άρπαζε απ’ τα μαλλιά την παλιοκαριόλα τη Μάγδα, την πρώην και νυν, και δώσ’ του να τα φτιάχνει και να χωρίζει με τον Πολ, παράτα τον, μωρή, τον μαλάκα, κι έλα να στον δώσω εγώ, εφόσον την ήθελε και το ’ξερε, γιατί τον έπαιζε έτσι, γιατί δεν χώριζε μια και καλή με τον Πολ, ρε τι πουτάνες όλες τους, τι πουτάνες, γαμώ το ξεσταύρι μας! Κατόπιν, στράβωσε με τους φίλους του, έναν έναν, καλά καθίκια όλοι τους, μόνο την πάρτη τους κοιτούσαν, μια χαρά την είχανε βολέψει εκείνοι, σκασίλα τους για τα ζόρια του αλλουνού, κωλόπαιδα, να τους καλούσε να τους έκανε το τραπέζι το αποχαιρετιστήριο πριν παρουσιαστεί στα Τεθωρακισμένα στην Αυλώνα και να τους δηλητηρίαζε όλους, όχι, ρε, τι δηλητήρια και μαλακίες, αυτά τα κάνουν οι γυναίκες, οι μουλωχτές, ουστ, αυτός θα τους καθάριζε με ένα μπαζούκας όλους, λουτρό αίματος, ψυχάκι σίριαλ κίλερ σε αμερικάνικο κολέγιο, μελαχρινό με κρητικό αξάν. Αλλά δεν χωρούσαν στο τριάρι, αυτό ήταν το πρόβλημα. Τελικά, το μόνο που παραδεχόταν φόρα παρτίδα ήταν πως ήθελε να εξαφανιστεί από προσώπου γης.

Μικρός, το πίστευε ακράδαντα, γινόταν αόρατος, όπως ο Αϊ-Βασίλης στην κατάβαση από τις καμινάδες, καμινάδες βέβαια στη Νέα Ελαία δεν υπήρχαν, κάτι μπουριά από ξυλόσομπες μονάχα σε κάποια χαμόσπιτα και λεβητοστάσια, πετρελαίου όλα, η αορατοσύνη ένα ατού που κληρονόμησε από τον πατέρα του, τον Σήφη τον «Ανύπαρκτο», προσωνύμιο κι αυτό μητρικής έμπνευσης, επιθυμούσε διακαώς να περάσει στην ανυπαρξία, για λίγο, έστω, να υπάρχει undo, κάπως σαν ανάσταση νεκρών, να τον χάσουν, να τον κλάψουν, και τσουπ πάλι πίσω, ήθελε να εξαφανιστεί, είναι κουραστικό να είσαι το επίκεντρο της προσοχής και ταυτόχρονα μία νούλα, όπερ ο μοναχογιός μιας χωρισμένης από έναν ανέκαθεν χαμένο πατέρα, και να σέρνεις σε κάθε σου βήμα κουβέντες-σκιές, να θαρρείς πως είσαι η ανωμαλία σε έναν κόσμο πολύ ομαλό.

Πριν από ή μετά την αορατοσύνη, αδύνατο πια να θυμάται πότε, ήρθε ο πόθος της μεταμορφώσεως. Η μάνα του τού διάβαζε ελληνική μυθολογία, καλά είχαν ξεκινήσει, ότι θα τα δώσει όλα για τον μοναχογιό, καλή μαθήτρια υπήρξε, είχε περάσει στα ΤΕΙ, έβγαλε δύο σκάρτα έτη, τα παράτησε λόγω εγκυμοσύνης, αλλά, τέλος πάντων, της άρεσε το διάβασμα, ορθογραφικά δεν έκανε, από μαθηματικά ψιλοσκάμπαζε, γιατί όχι... Οπότε, έμαθε τα κόλπα του Διός.

Πίστευε πως μπορεί να μεταμορφωθεί σε ταύρο, σε χρυσή βροχή, πουλί, περιστέρι ή αετό αναλόγως τις προθέσεις, σε φίδι ή ακόμα και σε έναν απλό βοσκό, όπως τον θειο του, τον Βενιαμίν. Τέλος, πίστεψε, αλλά όχι όσο χρειαζόταν ώστε να πραγματοποιηθεί, ότι μπορούσε να περπατήσει πάνω στο νερό, πανευκολάκι τού φαινόταν, αφού ήξερε ύπτιο, ποια η δυσκολία, αντί για ανάσκελα, θα το πήγαινε στο όρθιο, σιγά τώρα, δοκίμαζε ξανά και ξανά, αλλά –φευ!– η βαρύτητα δεν αφήνει άνθρωπο να προκόψει, τον κρατά καθηλωμένο στη γη ώσπου να ανοίξει έναν λάκκο να τον ρουφήξει μέσα, και πάπαλα. Κι όσο για μετά θάνατον ζωή, ωραία παρηγοριά και παραμύθια τούμπανο για όσους πέρασαν καλά στην προ θανάτου, για τον Μανόλη έμοιαζε εφιάλτης να κουτελώνει ξανά τα ίδια πρόσωπα μπροστά του, καλύτερα μαύρη μαυρίλα και τέλος εντελώς παντελώς.

Κανένας δεν τον πίστευε ότι είχε μαγικές ιδιότητες, αορατοσύνη, αβαρύτητα, μεταμορφωσιμότητα, συμβαίνουν αυτά, λάθος του ότι το εκμυστηρεύτηκε μια φορά σε έναν, έπεσε σύρμα, το έμαθαν όλοι, «ο Μανόλης, ρε, νομίζει πως είναι ο Μπάτμαν», για Μπάτμαν δεν είχε πει κουβέντα, από το μυαλό τους το είχαν βγάλει, εκείνος από Αϊ-Βασίλη κι απάνω, τον πήραν στο ψιλό, έφτασε στ’ αυτιά μιας δασκάλας, τον μάλωσε, «μονάχα ο Κύριος κάνει θαύματα», παρεξήγηση, εκείνος δεν ήθελε να κάνει θαύματα, να εξαφανιστεί ήθελε ή, έστω, να αλλάξει φάτσα και ζωή, παραδέχτηκε πως το τρικ με τον περίπατο στην επιφάνεια του νερού μια πλάκα ήταν, «σιγά, μωρή πατσαβούρα, πώς κάνεις έτσι;» θα της έλεγε αν είχε φτάσει μέχρι Λόουερ στο υβρεολόγιο, μάλλον θα σκέφτηκε απλώς «ηλίθια» στα δέκα του και ζάρωσε στο πίσω θρανίο.

Να γινόταν όμως διάφανος ή, έστω, κατσαρίδα τη μέρα της κατάταξης, λέει, και βάλτε μετά, στρατόκαυλοι, τα λαγωνικά σας να με βρούνε, έσφιγγε τη γροθιά και τη μασέλα, να έβρισκε, λέει, την τόλμη να γίνει λιποτάκτης, αλλά να μην περάσει στρατοδικείο, να κάνει τη ζημιά και να τη σκαπουλάρει, όπως στα τέσσερά του, όταν είχε σπάσει κατά λάθος μία πορσελάνινη μασκότ σουβενίρ των Ολυμπιακών Αγώνων, οπότε εθίστηκε στο «θρυμματίζειν».

Ωραίες αναμνήσεις, είχε ανεβεί σε μία καρέκλα να κατεβάσει το δίδυμο Αθηνάς-Φοίβου από τη σερβάντα της γιαγιάς, αλλά αυτό γλίστρησε από τα χέρια του, είχε φάει μία βρουβόπιτα πριν, δεν σκούπισε τα χέρια του, «λαδομπούσκα» τον αποκαλούσε η γιαγιά χαϊδευτικά, έπεσε το ολυμπιακό το σύμβολο, ψίχαλα στο μωσαϊκό, ψυχανεμίστηκε ο μικρός την τιμωρία, έγινε μπουχός, «πού είναι ο Μανόλης;», άφαντος ο Μανόλης, άρα, αν θες, μπορείς, αρκεί να το πιστέψεις. Τελικά, τον ανακάλυψαν να κοιμάται του καλού καιρού κάτω από το διπλό κρεβάτι, πάνω σε εφημερίδες στρωσίδι, τον τράβηξαν έξω, «έβγα και δεν θα σε μαλώσουμε», εμφανίστηκε μουντζουρωμένος, έβαλαν τα γέλια, και πήρε το μήνυμα ότι μπορεί να τα σπάει χωρίς επιπτώσεις.

Κοχλάζει τώρα στα τρίσβαθα, είναι μεγάλη ξεφτίλα όλοι γύρω να γιορτάζουν κι εσύ να μην έχεις, αν δεν το έζησες, δεν ξέρεις τι πάει να πει να είσαι «στην απέξω», ειδικά τέτοιες μέρες, η άδεια τσέπη σε ξεφτιλίζει, βράζει μέσα αλλά γύρω παγωνιά, δεν άναψαν πάλι φέτος τα καλοριφέρ, όλο το χειμώνα την έβγαλαν με το μπουφάν μέσα σε σπίτι ιγκλού, βγαίνει από την τουαλέτα, τουαλέτα τη λένε στα καλά σπίτια, εκεί που λένε το χέζω αφοδεύω, εδώ τη λένε καμπινέ κι απόπατο παλιά, εδώ ο χρόνος έχει παγώσει, τα νέα έτη και κουραφέξαλα είναι για αλλού, εδώ οι δείκτες του ρολογιού σταλακτίτες και σταλαγμίτες, πάγος.


Η Πέλα Σουλτάτου γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης και ζει στην Αθήνα. Έχει κάνει σπουδές στην Κοινωνιολογία και τη Δημόσια Υγεία και απέκτησε τον διδακτορικό της τίτλο στις Επιστήμες της Αγωγής από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου με Κρατική Υποτροφία. Διδάσκει σε ΑΕΙ και εργάζεται στη Δημόσια Διοίκηση. Έχει εκδώσει τα βιβλία “Τα φώτα στο βάθος” (εκδ. Απόπειρα, 2013), “Ανκόρ” (εκδ. Καστανιώτη, 2015) και “Ανάποδες στροφές” (εκδ. Καστανιώτη, 2019). Έχει συμμετάσχει στους συλλογικούς τόμους Ανθολόγιον-Ιστολόγιον (e-book, 2012) και Θεατρικό αναλόγιο από κοινού (εκδ. Όστρια, 2018). Το πρώτο της βιβλίο δραματοποιήθηκε στο «Από Μηχανής Θέατρο» (2014). Mε το έργο Άλογα διακρίθηκε στο 1ο Φεστιβάλ Θεατρικού Αναλογίου στο «Από Κοινού Θέατρο» (2018). To μονόπρακτο “Μέρες της αγίας Βαλπουργίας” επιλέχτηκε από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά για το Φεστιβάλ «Η δυναμική του ελληνικού λόγου στο θέατρο» (2019). Διατηρεί το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο». Έχει δημοσιεύσει πεζά και άρθρα σε εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

10.2.19

Χαιρετισμός κι αποχαιρετισμός*

-->



γράφει ο Βασίλης Παπάς


Την προηγούμενη φορά στο Θέατρο των Μακεδονικών Σπουδών το 2006, την είχες πει «Σχεδόν Πρωταπριλιά» την εκδήλωση που είχε διοργανωθεί προς τιμήν σου από το Κρατικό Βορείου Ελλάδος. Τώρα, όμως, ήθελες να ακριβολογήσεις και την ονόμασες σκέτη «Πρωτοχρονιά».
Πάλι διάλεξες μια ωραία ημερομηνία, όπου ο κόσμος όλος χαλαρός, μέσα στη διασκέδαση και το ξενύχτι για τη νέα χρονιά να είναι αλλού κι εσύ να έχεις πάρει την απόφαση ν’ ανηφορίσεις προς τ’ αστέρια.
Δεν ήταν βέβαια και η πρώτη φορά που επέδειξες ανάλογη συμπεριφορά απέναντι στα πράγματα. Να σου θυμίσω μόνο, τον Φεβρουάριο του ’92, όταν ένα κορδόνι ατέλειωτο εκούσιο κι ακούσιο κατέβαινε προς τη Θεσσαλονίκη, εσύ, με τον παλιό καλό «Απολλιναίρ», το Ντεσεβό σου τότε, ερχόσουν μοναχικός οχούμενος στο άλλο ρεύμα, προς την Έδεσσα.
Ο κόντρα ρόλος ήταν αυτό που επέλεξες και υπηρέτησες πιστά σ’ όλη σου τη ζωή, με χίλια δύο εμπόδια στην πορεία, γι’ αυτό και σε τιμούν σήμερα οι πάντες, αναγνωρίζοντας το άφθαρτο ηθικό στοιχείο που σε διέκρινε και την ακεραιότητά σου.
Γιατί η έγνοια σου ήτανε πάντα πως κάποια μέρα θα λογοδοτούσες στους ανθρώπους που επέλεξες, που πίστεψες και πορεύτηκες μαζί τους, και με τη στάση τους μες στη ζωή και μες στα γεγονότα, τα λίγα λόγια ή τη σιωπή τους, σου δώσανε το φίλτρο και τα εφόδια να ορίσεις τις συντεταγμένες σου στον κόσμο και να γράψεις το δικό σου κεφάλαιο.
Και όπως έλεγε κι ο Άμος Όζ, ο σπουδαίος Ισραηλινός συγγραφέας που αναχώρησε κι αυτός πριν λίγες μέρες, η πραγματική λογοτεχνία είναι η επαρχιακή, γιατί αυτή μπορεί να σκάβει και να ξανασκάβει σ’ έναν τόπο με επιμονή και το υλικό που θα προκύψει έχει τις περισσότερες προδιαγραφές να παγκοσμιοποιηθεί.
Έτσι ανέδειξες τον τόπο σου, τον έβαλες στον χάρτη κι έτσι οι άνθρωποί του γίνανε ψηφίδες σ’ ένα τεράστιο ψηφιδωτό, απέκτησαν φωνή, ακούμπησες επάνω τους, ακούμπησαν κι αυτοί σ’ εσένα. Ήσουν ο Κούλης, ο δικός τους άνθρωπος, ο εκπρόσωπός τους στους κύκλους της Αθήνας.
 Αν και η Αθήνα, παρά τις δυνατές φιλίες που σου χάρισε, με πρώτο τον αθόρυβο, αδερφικό και χαρισματικό Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, τον πιο σημαντικό δοκιμιογράφο της γενιάς σου, που είναι σήμερα εδώ, τον ποιητή Μάριο Μαρκίδη και βέβαια την Κική Δημουλά, που τόσο δέθηκες μαζί της και πολλούς άλλους, δεν αποτέλεσε ποτέ το δυνατό σημείο σου.
Γι’ αυτό και κάποιος στο επεσήμανε στην τιμητική εκδήλωση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών πριν από μια δεκαετία: «κύριε Μέσκο γιατί δεν γράψατε κάτι για την Αθήνα μετά από τόσα χρόνια που ζήσατε εδώ;». Έχεις γράψει μερικά, στο υπενθύμισα λίγο αργότερα κι η απάντησή σου ήτανε κοφτή: «Και πολλά της είναι».
Διαβάζω σήμερα στις εφημερίδες, στο διαδίκτυο και ακούω στο ραδιόφωνο τα εγκωμιαστικά σχόλια που γίνονται για τον σπουδαίο ποιητή, από τους σημαντικότερους της μεταπολεμικής Ελλάδας. Δίκαια, απολύτως, όλα, έστω κι αν κάποια έρχονται κάπως ετεροχρονισμένα και δεν μπορώ να ξεχάσω πως αυτή η καθολική σημερινή αναγνώριση κτίστηκε σιγά σιγά και με πολύ κόπο, με μια μεγάλη περίοδο αποσιώπησης της πραγματικής σου αξίας και άρχισε να εκδηλώνεται, κυρίως, όταν το έργο, που προέκυπτε διαρκώς περιόριζε δραστικά στη σκακιέρα, τις επιλογές της αμφισβήτησης. Η σημερινή αναγνώριση όμως είναι καθαρή, δεν περιέχει καθόλου σιλικόνη υπερεκτίμησης που κάποια στιγμή μοιραία θα αφαιρούνταν.
Θα ’λεγα πως ο καιρός είναι πλέον με το μέρος σου μέσα στην ιστορία.  Σ’ ακούω όμως να μου ψιθυρίζεις τώρα. «Άντε, σταμάτα». Όπως το λέει κι ο Έλιοτ κάπου στα Κουαρτέτα, πως πάνω από τους τάφους μας ψιθυρίζουν οι νεκροί.
Όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν είχα έτοιμο κανένα coccodrillo στο συρτάρι, έτσι όπως αποκαλούν οι Ιταλοί τα κείμενα που έχουν γραμμένα έτοιμα οι εφημερίδες, για να καλύψουν, αυτομάτως, το μοιραίο. Εξάλλου, είχα μείνει με τις εκκρεμότητες από την τελευταία φορά, μ’ αυτά που αφήσαμε στο μέσον της συζήτησης. Γιατί η πορεία προς τον θάνατο δεν έχει χολιγουντιανή υπόκρουση αλλά ένα μικρό τραντζιστοράκι, ενδεχομένως, που κάτι λέει συνέχεια με ήχο ξερό κι απόκοσμο, έτσι όπως είχατε μάθει εσείς να προσλαμβάνετε τον κόσμο, να περιμένεις να ψαρέψεις κανένα αποτέλεσμα του Ηρακλή και τα τηλεφωνήματα, ταυτόχρονα, των φίλων, που βάζανε θέματα και θέλαν απαντήσεις.
«Πάρτον ξανά», ξεφώνιζες με κόπο την απαίτησή σου στη Νέλλη.
«Μα, κύριε Μάρκο, μόλις μιλήσατε.»
«Πού ξέρεις εσύ τι είπαμε και τι δεν είπαμε...»
Κάτι έπρεπε να προστεθεί ακόμα για να τελειώσει η συζήτηση. Μ’ αυτά τα τρέχοντα πέρασε τελικά η ώρα. Ούτε με απολογισμούς ούτε με σούμες. Μόνο με ένα θάρρος παιδικό να διασχίζεις με τη σκέψη σου αυτό το βομβαρδισμένο τοπίο του εαυτού σου, γιατί όλα ακόμα στο μυαλό σου ήτανε μπροστά.
«Αν αισθανθώ καλύτερα, Βασίλη, θα πάω στην Αθήνα. Ν’ αλλάξει λίγο η ζωή μου», μου είπες κάποια στιγμή κι ύστερα από λίγο μου ψιθύρισες : «Πήγαινε τώρα».
Ξέρω πως είσαι ανυπόμονος να φτάσεις στο Γραμματικό. Είναι σχεδόν η ώρα που πάντα ήθελες ν’ αναχωρείς από την Έδεσσα. Η ώρα Μάρκου, δηλαδή. Γι’ αυτό επισπεύδω να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ, για τη φροντίδα που μου πρόσφερες απλόχερα, για όσα καταφέραμε μαζί σε μια εικοσαετία στον «Αλέξανδρο» για όσα μοιραστήκαμε προσωπικά, σε δύσκολες κι ευχάριστες στιγμές, εξάλλου ήμουνα πάντα ο μικρός σου αδερφός, όπως συνήθιζες να γράφεις στις αφιερώσεις.
Γι’ αυτό και παίρνω τώρα, την πρωτοβουλία να ευχαριστήσω εκ μέρους σου όλες και όλους που στάθηκαν δίπλα σου με αγάπη και πραγματικό ενδιαφέρον, τους δύσκολους αυτούς μήνες της αρρώστιας. Την Καίτη, τον Παναγιώτη, τον Ρίζο, την Ελένη, την Εριφύλη, τον Νίκο, τον Γιάννη, τον Παναγιώτη, τον Γιώργο, την κυρία Νέλλη και την κόρη της και, φυσικά, την οικογένειά σου, τη Μαίρη την αδερφή σου, τα δυο σου ανίψια, τον Γιάννη και τον Θανάση και, προφανώς, την Πόπη, που έδωσε τη ψυχή της, σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, για τον θείο της.
Και θεωρώ επίσης δίκαιο στο σημείο αυτό, να ευχαριστήσω εκ μέρους της οικογένειας τον Βαγγέλη και τον Γιάννη Σηφάκη τον βουλευτή που υπενθύμισαν στο Υπουργείο Πολιτισμού την ελάχιστη υποχρέωσή του απέναντί σου.
Και τέλος, παίρνω, επίσης, την πρωτοβουλία να αποχαιρετίσω εκ μέρους σου, όλες τις αγαπητές σου φίλες και φίλους που έφτασαν σήμερα εδώ, αυτή τη δύσκολη, καιρικά, ημέρα και από μακριά, να καταθέσουν την αγάπη τους, να σε ξεπροβοδίσουν, με ένα ποίημα.

Με τον «Επίλογό» σου, από την τελευταία συλλογή Όνειρα στον Άδη.

«Το ποίημα περίεργο γεγονός μονολογούσες
μυστήριο φλεγόμενη βάτος ψύχωση
σκληρό αδιέξοδο χάραμα κι απόβραδο
στον Άδη τα όνειρα, σκιές στον Παράδεισο.

Τελικά
μια λέξη μόνο – Αντίο!»

-->



[ * πρόκειται για την μόνη ομιλία που εκφωνήθηκε στην κηδεία του Μάρκου Μέσκου ]

«κανενός πολίτης/ καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό»



κείμενο: Ε.Χ. 

Μικρό και οριστικά μισοτελειωμένο σημείωμα για τον Μάρκο Μέσκο

Ο ποιητής ήξερε την ελληνική γλώσσα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Τα τελικά ν, την ευφωνία, τη μεταφορά και τη μετωνυμία, την καθημερινή γλώσσα εις διπλούν μάλιστα. Το μετεμφυλιακό εκδικητικό κράτος έστελνε στην εθνικά επικίνδυνη ενδοχώρα τους «αντεθνικώς δρώντες» και «ανήσυχους» φιλολόγους, και αυτοί έκαναν τη δουλειά τους με μεράκι. Έτσι, ο μικρός Μάρκος ευτύχησε να έχει φιλολόγους πρώτης γραμμής. Στη Σχολή Δοξιάδη, η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, μετά την πρώτη έκθεση των σπουδαστών, τον ξεχώρισε αμέσως: «Ποιος είναι Μέσκος;»
Ο Μέσκος ήξερε καλά και σε βάθος την ελληνική ποίηση, από το δημοτικό τραγούδι και τον δίγλωσσο Σολωμό μέχρι και τη σύγχρονή του παραγωγή· αγαπούσε και την ξενόγλωσση ποίηση που διάβαζε από καλές μεταφράσεις.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι ευτύχησε να δει την ποίησή του μεταφρασμένη σε πολλές ευρωπαϊκές (αρκετές από αυτές βαλκανικές) γλώσσες· το εύρος των μεταφράσεων αυτών θα φανεί, όταν ολοκληρωθεί η σύνταξη ενός σχετικού καταλόγου.
Ο Μέσκος συνδύασε την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού με τον Μοντερνισμό. Καλά δουλεμένοι στίχοι μικρής έκτασης αλλά και ποιήματα μεγαλύτερα, ενσωματωμένα σε 21 συλλογές, που συνέχονται από μια κόκκινη κλωστή. Πάντοτε και εμμονικά σχεδόν αναφορά στον θάνατο (στην αρχή στον θάνατο των άλλων και, προς το τέλος, τον επερχόμενο δικό του), στο τραύμα του εμφυλίου, στη δύναμη και την ευλογία της φιλίας. Οι νεκροί παρόντες σχεδόν όσο και οι ζώντες.
Οι τίτλοι των συλλογών του διαβασμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο σαν ποίημα: Πριν από τον θάνατο, Μαυροβούνι, Τα ανώνυμα, Άλογα στον ιππόδρομο, Ιδιωτικό νεκροταφείο, Τα ισόβια ποιήματα, Δώδεκα Μάηδες, Τα φαντάσματα της ελευθερίας, Μαύρο δάσος, Άνθη στο καταραμένο φίδι, Στον Ίσκιο της γης, Χαιρετισμοί, Ψιλόβροχο, Τα δέοντα, Ελεγείες, Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο, Τα λύτρα, Τα ποιήματα της σκάλας, Άλφα Βήτα, Στην όχθη του παραδείσου, Όνειρα στον Άδη.
Και οι στίχοι γραμμένοι ξανά και ξανά. Από τα πακέτα των τσιγάρων σε χαρτί Α4, πολυτονικά και καλλιγραφημένα, και μετά στη γραφομηχανή. Ένα αντίγραφο ασφαλείας μέχρι να εκδοθεί.
Με τον συνονόματο παππού του που κοσμεί το εξώφυλλο του Μουχαρέμ μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο. Ο παππούς Μάρκος τον έκανε παραμυθά και του ακόνισε την παρατηρητικότητα τόσο για τα της φύσης όσο και για τα της κοινωνίας. Είναι αξιοσημείωτο εξάλλου ότι υπάρχει μια αδιάσπαστη ενότητα φύσης και κοινωνίας στην ποίηση του Μέσκου, ένα και αδιαίρετο όλον.
Με τον παππού μιλούσαν στη γλώσσα «χωρίς όνομα». Στη γλώσσα αυτή έμαθε για τα πουλιά, τα φυτά, τα παραμύθια, τις σκληρές ιστορίες της οικογένειας και του τόπου του. Και οσάκις πήγαινε «μέσα» ή «πάνω» με τον φυσικό τρόπο που οι ντόπιοι το κάνουν συνεχώς, συνομιλούσε με τους συγγενείς, τους μπράτκους του εκεί. Στην καθημερινή γλώσσα, γιατί την επίσημη «χωρίς όνομα γλώσσα» δεν διδάχτηκε ποτέ κανείς σε ελληνικό έδαφος. Οι ομιλητές της γλώσσας αυτής αναγνωρίζουν την επίδρασή της στο έργο του Μέσκου. Δεν μιλώ μόνο για την παράθεση αυτούσιων λέξεων που εξηγούνται στο γλωσσάρι, μιλώ για υιοθεσία φράσεων και μεταφορά τους από τη μία γλώσσα στην άλλη. («Στείλε το φως έλεγε η μάικω μόλις σουρούπωνε/πασχίζοντας να περάσει στη βελόνα την κλωστή» XXIV Ψιλόβροχο. Αθήνα: Νεφέλη, 2000, σ. 32 και τώρα Ποιήματα, Μαύρο δάσος ΙΙ συγκεντρωτική έκδοση. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2011, σ. 144).

Στο νοσοκομείο τον Ιούνιο που μας πέρασε πήρε μεγάλη χαρά για τη συμφωνία των Πρεσπών. Προς Θεού, να μην παρεξηγηθώ: ο Μέσκος δεν μπαίνει σε καλούπια. Ήταν «μαζί μας» όσο και απέναντί μας, «μαζί τους» όσο και απέναντί τους, με τον τρόπο που κάποιοι παλιοί αριστεροί ήταν σε θέση να δηλώνουν: «συντροφικά μόνος, συντροφικά ελεύθερος». Σταθερά ήταν απέναντι στον εθνικισμό, την κοινωνική αδικία, τις ανισότητες. Για όλα αυτά έλεγε και έγραψε συγκλονιστικές ιστορίες. Με την αθωότητα του παιδιού, με τη σοφία του ενηλίκου και τον πόνο του πάσχοντος και παθόντος. Μακριά από κάθε φτηνή συγκίνηση που φέρνει εύκολα δάκρυα.

[ Ο τίτλος του παρόντος είναι στίχος από το Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975 ]