28.3.20

Πέμυ Ζούνη και Άκης Δήμου unplugged



Πέμυ Ζούνη και Άκης Δήμου διαβάζουν το θεατρικό έργο του δεύτερου «Άσπρο ψωμί και μέλι» και, ενδιαμέσως συζητούν για το θέατρο, τη ζωή και τον έρωτα. «Underground Εντευκτήριο», στις 31 Μαρτίου 2008, στο πλαίσιο εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου (27 Μαρτίου).

Δείτε την εκδήλωση στο youtube

Τσιγάρα λατρία


γράφει η Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη
Τα έμαθα τα νέα σας, μάνα.
Κάνω κουράγιο. Έστειλα και εβδομήντα ευρώ για την οικογένεια. Πούλησα το κινητό μου. Σου γράφω, μάνα, μ’ αρέσει που σου γράφω. Και θα σου πω όλη την αλήθεια αυτήν τη φορά. Γιατί ξέρω ότι δεν θα σε πονέσει, τώρα πια.
Σταμάτησα να δουλεύω στη μάντρα. Και δεν με πλήρωσε το βδομαδιάτικο. «Να πας να με καρφώσεις» είπε. Πού να τον καρφώσω, μάνα; Έσκυψα το κεφάλι κι έφυγα. Ξαναπήγα στο παλιό αφεντικό στην αποθήκη.
«Τι να σου κάνω;» είπε. «Ένας τόνος, πενήντα ευρώ, άμα μπορείς.» Τον κοίταξα. Πώς να μαζέψω έναν τόνο κούτες; σκεφτόμουνα φεύγοντας. Πήγα και βρήκα δύο φίλους. Ξεκινήσαμε την ίδια μέρα με δύο καρότσια ο καθένας μας. Τα γεμίζαμε, τα πηγαίναμε στην αποθήκη, τα ζύγιζαν, ξαναφεύγαμε. Καταφέραμε να μαζέψουμε τον τόνο στη βδομάδα. Μια βδομάδα πενήντα ευρώ στα τρία, μάνα.
Πάω στο συσσίτιο για φαγητό. Είναι ωραία εκεί. Βλέπω κι άλλους δικούς μας, λέμε τα νέα μας. Δέκα μέρες δεν έχω σπίτι. Μας έδιωξε ο σπιτονοικοκύρης, «έξω βρομιάρηδες» φώναζε, «που το νοικιάσατε δύο και μένετε δέκα»· μαζέψαμε τις κουβέρτες μας και όπου φύγει φύγει.
Πάνω απ’ το σπίτι μας είναι ένα δάσος. Πάω εκεί και κοιμάμαι σε μια σπηλιά. Δίπλα μου ένα πρεζόνι κι ένας πενηντάρης που όλο με χουφτώνει. «Θα σου ανοίξω το κεφάλι με πέτρα στον ύπνο σου» του είπα για να μαζευτεί. Πρέπει να φύγω κι από δω, μάνα, δεν μπορώ να βλέπω τον άλλο να κοιμάται με την ένεση στη φλέβα.
Κάθε πρωί παίρνω τους δρόμους, ψάχνω στα σκουπίδια, να βρω κάτι να πουλήσω. Τι να σου πω, μάνα. Εδώ οι άνθρωποι είναι αλλιώς. Πετάνε χρυσαφικά, πετάνε ρούχα, παπούτσια, χαλιά, έπιπλα. Απ’ όλα βρίσκεις, μάνα.
Βρήκα ένα στρώμα, ένα κιλίμι, μία κουβέρτα. Τα πήρα και τα πήγα σ’ ένα εστιατόριο μέσα σ’ ένα πάρκο. Όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά, όμως δεν μπήκα μέσα κι ας βρήκα την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή. Έστρωσα απέξω, πίσω απ’ τους σκουπιδοτενεκέδες, να μη φαίνομαι. Μια χαρά είμαι εδώ, μάνα.
Τα μικροπράγματα τα πουλάω όπως περπατάω στον δρόμο. Μου δίνουν τα ψιλά τους, σαν ελεημοσύνη, κι εγώ τους δίνω δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, βραχιόλια. Βγάζω δυο-τρία ευρώ την ημέρα, καλά είναι. Αγόρασα απ’ την Ομόνοια και τσιγάρα λατρία, μόνο δύο ευρώ, θα καπνίζω ένα την ημέρα. Η δασκάλα έλεγε «μην αγοράζετε λαθραία τσιγάρα, θα σας πιάσουν καμιά ώρα και θα τρέχω», όμως τώρα, μάνα, τα πήρα τα λατρία, δεν έχω λεφτά για τα άλλα.
Σε μια απ’ τις βόλτες μου, μια κυρία μου έδωσε ένα πεντάευρο και μου είπε «πρόσεχε, παλικάρι μου».
Λύθηκα, μάνα. Έπεσα στα γόνατα κι έκλαιγα. Με έπιασε απ’ τους ώμους, με τράβηξε σε κάτι σκαλιά. «Έλα να μιλήσουμε λίγο, λεβέντη μου» είπε.
Και της τα είπα όλα, μάνα. Της είπα όσα δεν ξέρεις εσύ. Της είπα για τον φίλο μου που τον σπίτωσε ένας γέρος και, μόλις ξέσπασε το κακό, τον πέταξε στον δρόμο. Της είπα για εκείνη την κοπέλα που πέθανε από τις αναθυμιάσεις στο φορτηγό. Της είπα για τον φίλο μου που παραδόθηκε μόνος του στην αστυνομία. Τα είπα όλα. Η κυρία με άκουγε κι έκλαιγε. Την παρηγορούσα κι ήταν σαν να παρηγορούσα εσένα, μάνα.
Την ώρα που σηκωθήκαμε ν’ αποχωριστούμε, μου έδωσε και όλα της τα ψώνια απ’ το σούπερ-μάρκετ.
«Όχι, κυρία, ευχαριστώ, δεν πεινάω.»
Δεν έφερε αντίρρηση. Μόνο με ρώτησε πώς και μιλάω τόσο καλά ελληνικά.
«Πήγαινα σχολείο, κυρία. Αλλά έκλεισε.»
«Μπράβο αγόρι μου, μπράβο».
Την κοιτούσα να φεύγει κι ένιωσα φτερά να φυτρώνουν στην πλάτη μου. Τόση δύναμη μου έδωσε, μάνα.
Σε λίγο θα πάω στο συσσίτιο. Κι ύστερα, θα πάω να πλυθώ και να κοιμηθώ σε κρεβάτι, μάνα. Είναι του Δήμου, τα παιδιά εκεί μας φέρονται καλά. Γελάμε. Τους λέω ανέκδοτα συνέχεια. Όταν δεν έχει ελεύθερο κρεβάτι, ξαναγυρίζω στο πάρκο, πίσω απ’ τους σκουπιδοτενεκέδες. Στα σκουπίδια βρίσκω και κολόνιες. Πάντα με κορόιδευες που μου άρεσαν. Δεν τις πουλάω, τις κρατάω για μένα. Θέλω να μυρίζω όμορφα, μάνα, όπως μύριζες κι εσύ.

Έχασα τα χαρτιά μου, μάνα. Έτσι κι αλλιώς το διαβατήριο ήταν ψεύτικο. Δεν έχω λεφτά ν’ αγοράσω άλλο. Μάνα, νομίζω αρρώστησα απ’ τη βροχή. Βήχω πολύ. Έχω πυρετό. Φοβάμαι να πάω σε νοσοκομείο. Φοβάμαι να πάω στην αστυνομία. Φοβάμαι να ξαναπάω σε στρατόπεδο. Βρέχει συνέχεια. Μπήκα στην κουζίνα του εστιατορίου και φοβάμαι πως, αν με βρουν, θα με δείρουν. Κάνω την προσευχή μου. Παρακαλάω να φύγω, μάνα. Όπως έφυγες κι εσύ στον βομβαρδισμό. Θα βρεθούμε εκεί ψηλά, μανούλα. Και δεν θα φοβόμαστε.


Η Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958. Έχει δημοσιεύσει 6 βιβλία και έχει μεταφράσει πάνω από 100 (Ζαιντι Σμιθ, Τζούμπα Λαχίρι, Σάλμαν Ρούσντι, Γιαν Μαρτέλ, Ναντίν Γκόρντιμερ. Διδάσκει λογοτεχνία. 





26.3.20

Φράνκο Τζεφιρέλι: Τζέιν Έιρ



Για να κυλήσουν κατά το δυνατόν ευχάριστα οι δύσκολες ώρες και μέρες του αναγκαστικού (πλην κοινωφελούς) εγκλεισμού, η Κινηματογραφική Λέσχη του Underground Εντευκτήριο προτείνει στο πολυπληθές φιλοθεάμον κοινό (της) την ταινία του Φράνκο Τζεφιρέλι Τζέιν Έιρ (1996), βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα (1847) της Σαρλότ Μπροντέ, η οποία μάλιστα το πρωτοεξέδωσε με το (ανδρικό) ψευδώνυμο Currer Bell, προκειμένου να μη λογοκριθεί.

Ορφανή από παιδί, η δεκαοχτάχρονη Τζέιν νιώθει σε όλη της τη ζωή ότι βρίσκεται στο περιθώριο. Έχει αποκτήσει τις γνώσεις για να γίνει δασκάλα, όμως το μέλλον της στη σκληρή αγγλική κοινωνία διαγράφεται δυσοίωνο.
Αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, θα βρεθεί μπροστά στις πύλες του επιβλητικού Θόρνφιλντ Χολ. Χωρίς να τον συναντήσει, θα προσληφθεί ως γκουβερνάντα στην υπηρεσία του μυστικοπαθούς Έντουαρντ Ρότσεστερ.
O καιρός περνάει και η Τζέιν γοητεύεται από τον ανήσυχο, ψυχρό αλλά κι ευγενικό κύριο του σπιτιού. Και καθώς η καρδιά της αρνείται να υπακούσει στη λογική, ένα τρομακτικό μυστικό αρχίζει να αναδύεται στο Θόρνφιλντ Χολ.
Ένα μυστικό που για ακόμα μια φορά θα την κάνει να βρεθεί ένα βήμα πριν από την εξορία.  


Πρωταγωνιστούν: Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Άννα Πάκουιν, Γουίλιαμ Χαρτ, Έλι Μακ Φέρσον.

Μπορείτε να κατεβάσετε (έως και τις 2 Απριλίου) την ταινία από εδώ: https://we.tl/t-EeRqYcXcvt

Εάν θέλετε, μπορείτε να γράψετε στα Σχόλια τις εντυπώσεις σας.

Έγκλειστη πόλη


εικόνα: Φίλιππος Φωτιάδης


γράφει ο Χρήστος Χρηστίδης

Ο ήλιος αποχωρεί από τη δύση,
το σκοτάδι ξεθωριάζει το 
περίγραμμα της πόλης,
οι διαβάτες αποσύρονται πίσω από
τις κουίντες στα διαμερίσματά τους·
οι σκιές με τα παιδικά καρότσια
τα χοντροπάπουτσα δίχως κορδόνια
οι γκρίζες λιγδιασμένες ρίζες
που φυτρώνουν αντί για μαλλιά στο κεφάλι τους
ξεπροβάλλουν στο παλκοσένικο 
σαν μολυβένια στρατιωτάκια που
μαγνητίζονται από κάδους απορριμμάτων.
Σκύβουν μέσα τους και μονολογούν.
Άκουσέ τους για λίγο·
καταριούνται και βρίζουν:
πουτάνα την αδικία 
γαμημένη την πείνα 
κερατά τον πρωθυπουργό,
Άρχοντα τον Χάρο.

Ο Χρήστος Χρηστίδης γεννήθηκε το 1953 και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής Αθηνών και σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου. 

Το 2016, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, Αναποδογεννημένος, από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου· μία επινοημένη βιογραφία θρυμματισμένη σε εβδομήντα οκτώ μικροϊστορίες της μίας σελίδας. 

Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου θα κυκλοφορήσει προσεχώς και το δεύτερο βιβλίο του, Γυμνός: Νουβέλα. 

20 Απριλίου 2020 - Ημέρα 3.654η



γράφει ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου


Εικόνα πρώτη
Ο αγέννητος γιος μου παρατηρεί μία χελιδόνα που προσπαθεί να φτιάξει τη φωλιά της. Πάει κι έρχεται, πάει κι έρχεται ξανά και ξανά· πετρούλες, στάλες λάσπη, μικροσκοπικά ξερά χόρτα, δεξιοτεχνικά συνταιριάζοντάς τα με το μικρό της ράμφος σε μία της βεράντας απόμερη γωνιά.

Εικόνα δεύτερη
Ο αγέννητος γιος μου παίρνει ένα ξύλο και χαλάει τη φωλιά. Παρατηρεί τα νωπά ίχνη στον τοίχο και περιεργάζεται τα πεσμένα στο μπαλκόνι κομμάτια. Στο μυαλό του έρχονται αίφνης τα χαλάσματα από το βομβαρδισμένο Χαλέπι της Συρίας αλλά μπα, εκείνα είναι στην τηλεόραση και τούτα εδώ μοιάζουν σαν ακαθαρσίες. Βαριέται. Σκέφτεται με τι άλλο να ασχοληθεί έπειτα αλλά τον προλαβαίνει η επιστροφή της χελιδόνας (στο ράμφος της λίγη λάσπη και κάνα-δυο άχυρα). Κοιτά αμήχανα μια τα πεσμένα συντρίμμια του μόχθου της και μια τον μπόμπιρα. Στέκεται να ξαποστάσει στο κομμάτι της φωλιάς που παρέμεινε κολλημένο στον τοίχο και αδειάζει το "πηλοφόρι" της σε ένα σημείο που της ταίριασε.

Εικόνα τρίτη
Η χελιδόνα εστιάζει τη ματιά της στον αγέννητο γιο μου. Τώρα έχει το πρόσωπο της μητέρας μου και του μιλά με τη λαλιά της: «γιατί, αγόρι μου, γιατί, καλό μου παιδί; μανούλα θέλω να γίνω κι εγώ, να κάνω όμορφα παιδάκια σαν εσένα», όμως ούτε θυμωμένα ούτε με παράπονο. Γλυκά και παρηγορητικά πιο πολύ· όπως η μάνα μου. Εκείνος φεύγει τρέχοντας.

Εικόνα τέταρτη
Ξυπνάω τρομαγμένος. Όπως πάντα, μόνος και με την απόγνωση μικρού πουλιού που του χαλάσανε τη φωλιά. Δεν υπάρχει μάνα, δεν υπάρχει παιδί· ούτε χελιδόνα. Και στους δρόμους δεν κυκλοφορεί ψυχή.

Σαν να έχει πέσει αρρώστια.



Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου γεννήθηκε το 1968 στη Βέροια. 

Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: Η τράπουλα του καλοκαιριού (Ars Poetica, 2012), Furor Scribendi (Ars Poetica, 2013), Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων (Σαιξπηρικόν, 2015), Έλαβον (Σαιξπηρικόν, 2017) και Τα μεροκάματα ενός έρωτα (Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2019).

Συμμετέχει με ποιήματά του στα συλλογικά έργα: Ποιητικός Πυρήνας - Ανθολογία (Ενδυμίων, 2012) και Ποιητικός και Πεζός Λόγος των Μελών της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης [1980 - 2015] (Ρώμη, 2016).

25.3.20

Ο δικός μου Βασίλης


Σάμης Ταμπώχ: Οι δύο Βασίληδες, 2020, ακουαρέλα, 40x30 εκατ.
Από την ενότητα «Συντέλειες»

γράφει ο Σάμης Ταμπώχ

Μια που η σκυτάλη για να γράψω κι εγώ σε αυτό το blog μού δόθηκε από τον φίλο Φίλη, καταρχάς σκέφτηκα να μείνω κοντά στο δικό του κείμενο, που ήταν για τον δικό του άστεγο, τον Βασίλη, και να γράψω για τον δικό μου άστεγο, τον Πολύβιο, που είναι αραχτός αυτός και η οικοσκευή του έξω από το Lidl της γειτονιάς μου. Αυτό που, στην αρχή, το είχα βρει καλή ιδέα, σε δεύτερη ματιά μού φάνηκε εντελώς σαν ένα εμμονικό σπορ (;) στο οποίο επιδίδονται τα δωδεκάχρονα αγόρια με το που ανακαλύπτουν τη σεξουαλικότητά τους. Όχι, δεν θα συγκρίνουμε τους άστεγούς μας, για να δούμε ποιανού ο άστεγος είναι πιο άστεγος. Θα έμοιαζε σαν να υποβάλουμε αίτηση για να συμμετάσχουμε στο καστ της συνέχειας του «Πόλεμου των Κουμπιών» που γυρίζει ο Υβ Ρομπέρ εκεί ψηλά στον Παράδεισο. Στον Παράδεισο σκοπεύουμε να πάμε, ο καθένας με τη σειρά του, αλλά όχι τώρα κοντά.    
Το κείμενο του Τέλλου, όπως κι όλα όσα ακολούθησαν αναφέρονται στον αναγκαστικό κατ’ οίκον εγκλεισμό μας (και είναι προϊόντα του), εξαιτίας του κορονοϊού. Οι περισσότεροι από εμάς γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε μία περίοδο ειρήνης. Τα εισαγωγικά είναι απαραίτητα, μια που η ειρήνη στον δυτικό κόσμο ήταν το φύλλο συκής που με δυσκολία κάλυπτε το διόλου ευκαταφρόνητο σε μέγεθος και λίαν απειλητικό πέος του ψυχρού πολέμου. Στον υπόλοιπο κόσμο η ειρήνη ήταν πολύ απλά ανύπαρκτη. Η πολύ σωστή άποψη «Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος άρχισε την ημέρα που τελείωσε ο δεύτερος» αποδίδεται στον Έρικ Μπλαιρ, που κι από πόλεμο γνώριζε, και ρεαλιστής ήταν, κι από όραμα για το ζοφερό μέλλον της ανθρωπότητας είχε περίσσευμα.  
Είναι αλήθεια ότι τον ειρηνικό μας λήθαργο τον διατάραξαν δολοφονίες δημοφιλών Αμερικανών πολιτικών φυσιογνωμιών, ραδιουργίες σε οπερετικά παλάτια στα νότια Βαλκάνια, αλήστου μνήμης πραξικοπηματίες Έλληνες συνταγματάρχες, ξεσηκωμένα Γαλλόπουλα φοιτητάκια που επιθυμούσαν να κλείσει η αυτοκινητοβιομηχανία της Ρενώ ―μια που τα Σιτροέν ήταν καλύτερα αμάξια―, αναρχοκομμούνια αιώνιοι φοιτητές που από το Μετσόβιο τολμούσαν να ζητούν ελευθερία λόγου, Δημοκρατία κι άλλα ανήκουστα, και που δικαίως βρέθηκαν κάτω από τις ερπύστριες μηχανοκίνητων οχημάτων του στρατού μας, πετρελαϊκές κρίσεις , σοσιαλιστικές ανοίξεις σερβιρισμένες με διάφορες σάλτσες από άκρη σ’ άκρη της Ευρώπης, άγουροι Άγγλοι έφηβοι που κακομεταχειρίζονταν τα όργανά τους, τα μουσικά εννοώ ―προς αποφυγήν παρεξηγήσεων―, διαρροές σε πυρηνικά εργοστάσια που εκτόξευαν σε δυσθεώρητα ύψη την τιμή του συμπυκνωμένου γάλακτος ΒΛΑΧΑΣ και ρήμαζαν τα ράφια των σουπερμάρκετ, τείχη που μάτωναν την καρδιά κραταιών μεγαλουπόλεων και που τα νομίζαμε εξίσου μακρόβια με το Μέγα Σινικό Τείχος και που σε μια βραδιά αποσυντίθενται σε θραύσματα που με μανία κυνηγούν οι συλλέκτες, απρόσμενες καθαιρέσεις σοσιαλιστών δικτατόρων, ογκώδη συλλαλητήρια για τη διεκδίκηση του ζωτικού μας χώρου, φούσκες στη Σοφοκλέους αλλά και στο Χονγκ Κονγκ, πύργοι γεννημένοι τον Ιούνιο και που κατά Σεπτέμβριο σωριάζονται σαν τραπουλόχαρτα, εν Αθήναις Ολυμπιακοί αγώνες όπου το μόνο μετάλλιο που δικαιωματικά μας ανήκε δεν δόθηκε ποτέ στον μέγα Δημήτρη Παπαϊωάννου, εγκαίνια των εργασιών του μετρό στη Σαλονίκη με σπόνσορα το PlayStation καθώς και τους συμπολιτευόμενους αδηφάγους εργολάβους δημοσίων έργων, μνημόνια, τρόικες, ξανά μνημόνια, ξανά τρόικες, πρώτη φορά Αριστερά, βροντερά ΟΧΙ που αν τα δεις καλύτερα διαβάζονται ΝΑΙ, μπατριώτες που προπηλακίζουν και δέρνουν τον μόνο σωστό δήμαρχο που εξέλεξε αυτή η πόλη εδώ και δεκαετίες, και ξανά συλλαλητήρια Ελληναράδων υποκινούμενων και μη, μηχανοκίνητων και μη, πάντα για τον δικό μας ζωτικό χώρο που τον επιβουλεύονται νεόκοποι απόγονοι του στρατηλάτη μας.
Κι απάνω που για οχτώ μήνες κοιμόμασταν τον απολαυστικό ύπνο της κανονικότητας, τσουπ ο περιβόητος ιός! Που σε προσβάλλει αν φας στα βάθη της Κίνας ζωάκια που τα βιβλία Ζωολογίας των σχολείων μας αγνοούν, αν πας προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα για να γίνεις χατζής (χατζής μπορεί να γίνεσαι αλλά πολύ εξοντωτική διαδικασία, βρε παιδί μου!), αλλά και με άλλους πιο απρόβλεπτους και απίθανους τρόπους.
Κι έτσι βγήκαμε από τον λήθαργο και τον ύπνο τον κανονικό για να μπούμε στο σπίτι μας, να κλειδαμπαρωθούμε και να μείνουμε εκεί. Δεν λέω, έχει τα αρνητικά του αυτός ο ιός, κυρίως το ότι σκοτώνει δηλαδή, αλλά έχει και τα θετικά του. Και το πιο θετικό από τα θετικά, και τι κρίμα που δεν είναι ανάμεσά μας για να το χαρεί κι αυτός που εδώ κι εκατό χρόνια ξεκίνησε την αναζήτηση, είναι ότι βρήκαμε, επιτέλους, τον χαμένο μας Χρόνο.  

Ο Σάμης Ταμπώχ γεννήθηκε το 1952, στην Θεσσαλονίκη, όπου ζει κι εργάζεται. Σπούδασε χημικός μηχανικός, με ειδικότητα στη Χημεία πετρελαίου. Εργάστηκε ως τενεκετζής.
Εδώ και 44 χρόνια ζωγραφίζει και μεταφράζει από ισπανοεβραϊκά, αγγλικά και γαλλικά.

24.3.20

Έντγκαρ Ούλμερ: «Παράκαμψη»



Για να κυλήσουν κατά το δυνατόν ευχάριστα οι δύσκολες ώρες και μέρες του αναγκαστικού (πλην κοινωφελούς) εγκλεισμού, η Κινηματογραφική Λέσχη του Underground Εντευκτήριο προσφέρει στο πολυπληθές φιλοθεάμον κοινό (της) την ταινία του Έντγκαρ Ούλμερ Παράκαμψη (1945).

Δείτε το προλόγισμα του Τέλλου Φίλη εδώ: https://youtu.be/t1aQWOLsNuo




Μπορείτε να κατεβάσετε (έως και τις 31 Μαρτίου) την ταινία από εδώ: https://we.tl/t-TsM5eArOi5https://we.tl/t-TsM5eArOi5


Εάν θέλετε, μπορείτε να γράψετε στα Σχόλια τις εντυπώσεις σας.

Δέκατη ημέρα σε καραντίνα




της Βίκυς Χαρισοπούλου

πηγή: Facebook

Ειδήσεις. Ειδήσεις. Εξελίξεις για τον κορονοϊό...
Το σπίτι μυρίζει χλωρίνη, αντισηπτικό και οινόπνευμα. Και πολύ καπνό (διάβασα ―και με βόλεψε― πως τα τσιγάρα σκοτώνουν τον ιό.)
Η μάνα έγκλειστη, ήδη προ τριμήνου για τον φόβο των πτώσεων (90 προχθές ― της έκανα γενέθλια με τούρτα και κόκκινα λουλούδια), περιφέρεται μεταξύ δωματίου και σαλονιού μουρμουρίζοντας «Ήρθε η Δευτέρα Παρουσία».
Αμηχανία. Φόβος. Νευρικότητα. Φόβος. Απόγνωση. Έμαθα να μελετώ , να κατανοώ πρώτα τα πράγματα κι ύστερα να τα διαχειρίζομαι. Όλα. Τους ανθρώπους, τις καταστάσεις, τις ιδέες, τα προβλήματα. Τωρα αδυνατώ.
Μαγειρεύω συνεχώς. Απολυμαίνω. Γυαλίζω τζάμια, βάζω πλυντήριο. Χλωρίνη ξανά. Αντισηπτικό. Ξύδι. Σόδα. Οινόπνευμα... Βάμμα πρόπολης. Πρόπολη σε σπρέι. Λεμόνια, Panadol, βιταμίνες, Augmentin, 37,3 στο θερμόμετρο ― «θα ’ναι απ ’το απόστημα στο δόντι· τωρα βρήκε κι αυτό... Πάρε πέντε μέρες την αντιβίωση και ... μιλάμε την Πέμπτη. Αν δεν υποχωρήσει, θα πρεπει να πας στο νοσοκομείο (για οδοντιατρικά...). Εμάς μας έκλεισαν. Είμαι κι εγω μεγαλούτσικος και φοβάμαι... Μην ανησυχείς όμως» μου λεει ο οδοντίατρος. Ανησυχώ περισσότερο.
Καλώ τον ΕΟΔΥ. Περιμένω . Πολύ. «Η κλήση σας καταγράφεται...». Περιμένω. Στα 11 λεπτά και 3'' απαντά.-Φωνή νεαρού ―σχεδόν έφηβου― άνδρα.
― Λέγομαι Δημήτρης (!), πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
― Λέγομαι έτσι (όνομα, επίθετο, τόπο κατοικίας), είμαι τόσο χρονών, έχω λίγο βήχα, ναι... καπνίζω πολύ, συνυπάρχω (δεν γίνεται αλλιώς) με τη μάνα μου ―κοντεύει τα 90, προσπαθώ (όσο γίνεται) να μην έρχομαι σ’ επαφή μαζί της. Ε, δεν ζω και σε πύργο -πόσο να κρατηθείς μακριά στα 90 τ,μ ..Κάνω απο χθες λιγάκι πυρετό 37 , 37,3 το μέγιστο... Μπορώ να κάνω το τεστ, να ξέρω, να δω τι θα κάνω, να λαβω τα μέτρα μου. Περισσότερο για τη μάνα…».
― Ήρθατε σε επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα κορονοϊού?
― Απ’ όσο ξέρω, όχι… (Εδω και μια βδομάδα, παω στο σούπερ μάρκετ, στον φούρνο, στην τράπεζα, φορώντας γάντια.)
― Τι να σας πω, κυρία μου, μιλήστε… καλέστε τον γιατρό σας να ’ρθει να σας δει...  Τέστ, όχι, με τίποτα. Δεν έχουμε τέστ. Κάντε υπομονή... Γεια σας.

Ειδήσεις. Ειδήσεις. Τηλεόραση... Προσπαθώ να διαβάσω· αδύνατον. Να γράψω, το ίδιο.
Words, words (λέει ο Άμλετ) Νωρίτερα ―στα 1603―  ο Σαίξπηρ έγραψε τον Βασιλιά Λήρ απομονωμένος στο σπίτι του, υπό τον φόβο της πανούκλας.
Ψάχνοντας τις λέξεις, άρχισε το ψέμα λέει ο ποιητής μου.

Βλέπω έναν κόκκο σκόνης στο τζάμι ― πέφτει το φώς του πορτατίφ και τον... αναδεικνύει... Λες να ’ναι ο δολόφονος ιός?
Αύριο να θυμηθώ να ξανακάνω τα τζάμια.

Η μάνα βλέπει τη συνομήλικη της ―τη Ζωζώ― στον Χατζηνικολάου, και την ακούω να μονολογεί: Τι ζωή! Ταξίδεψε , γλέντησε, έκανε ό,τι της άρεσε... Γι’ αυτό κρατιέται τόσο καλά.
― Τι λές, μαμά? Χρειάζεσαι κάτι; της φωνάζω απ’ το σαλόνι..
― Τι να χρειάζομαι... Αλλάζει η ζωή; Δεν αλλάζει. Ήμουν κι εγω ωραία αλλά... έκανα το "σωστό", το "πρέπον"... Τώρα ειναι αργά... Οταν περάσει αυτό το κακό, να βγαίνεις, να ταξιδεύεις, να φοράς ωραία ρούχα... Όχι όλο να γράφεις...
― Το χάπι για την πίεση να πάρεις...
Το θερμόμετρο "έπεσε" στο 36,6 .. Μπορεί να ’ναι απ’ το Panadol, απ’ το Augmentin για το δόντι... Μπορεί και που τα ’γραψα... και σας τα ’πα...
Κι όταν περάσει αυτό το κακό, να βγούμε, να ταξιδέψουμε, να φοράμε ωραία ρούχα… Ν΄ αγαπιόμαστε. 

Καταγραφή εγκλεισμού Α


γράφει η Μαρία Ψωμά-Πετρίδου 

Και τώρα αντιμέτωπη εγώ μ’ εμένα…
Ο χρόνος έπαψε να είναι πρόσκομμα για να με αποφεύγω. Στέκεται ακίνητος, διαγράφοντας κάθε πρότερη δικαιολογία να με δω. Αυτός, ο μέχρι χθες πολύτιμος, ο «ποτέ αρκετός», ο «ελάχιστος δικός μου», τώρα, υπό τη δαμόκλειο σπάθη του συλλογικού θανάτου, μου χαρίζεται άπλετος. Με φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με κάθε παραλλαγή, επιλογή και σημαία μου. Διά του ανάγκασον ξεφλουδίζει όποια βεβαιότητα διέθετα, δίχως να μπορώ να προβλέψω τι θ’ απομείνει. Αποκαλύπτομαι στα μάτια μου, κύκλος με μία τρύπα στη μέση, με πιεστική την πρόκληση να επανατοποθετηθώ για την όση ζωή μου, θέτοντας ουσιαστικές προτεραιότητες.
Βρίσκομαι άοπλη στη δίνη ενός πρωτόγνωρου πολέμου, όπου δεν βομβαρδίζεται το σπίτι που κατοικώ αλλά τα θεμέλια της ύπαρξής μου. Ο εχθρός δεν είναι σώματα απέναντι, να συνταχθώ εναντίον τους να τα εξολοθρεύσω. Δυνητικά, είναι κάθε σώμα, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου. Η απομόνωση εμφανίζεται ως η μόνη μάχη που δύναμαι να διεξαγάγω, δίχως ποτέ να έχω εκπαιδευτεί για το προκείμενο.
Αποκομμένη από τα μέχρι χθες αυτονόητα του βίου μου, εκείνα που πυροδοτούσαν τον σκοπό του, καλούμαι να θέσω εαυτήν ανάχωμα, διά του εγκλεισμού, ως προάσπιση του βασικού αγαθού του υπάρχω τόσο των συνανθρώπων μου όσο και του προσωπικού.
Ο χρόνος, σε ανακωχή από το τρεχαλητό του, αφήνει χώρο για την αναζήτηση δυνάμεων από πηγές που, κατά τα φαινόμενα, έχω παραβλέψει. Επιτακτική η ανάγκη να τις ανακαλύψω! Η νοσταλγία του παρελθόντος βυθίζει σε τέλμα, το παρόν καταθλίβει βαθιά, ενώ η ενόραση του μέλλοντος στερείται κωδικών για να στηθεί νέο όνειρο.
Από την άλλη, το ένστικτο της επιβίωσης, παντοδύναμο, απαιτεί τη διαφύλαξη της συνέχειας. Η φύση ανέκαθεν επικρατεί τους νόμους της, προχωρώντας χέρι χέρι με τον θάνατο ή διασώζοντας από αυτόν ό,τι και όσα έχει χρεία. Εγώ είμαι αυτή, η άνθρωπος, που πλανήθηκα πως κατάφερνα να την υπερκεράσω.
Τώρα ,κατά μόνας στη σιωπή, θαρρώ πως αρχίζω ν’ αφουγκράζομαι τη φωνή της, δειλά δοκιμάζοντας να συνομιλήσω μαζί της. Ταπεινωμένη σε κάθε επίπεδο, ευελπιστώ σταδιακά ν’ αφεθώ σε σύνδεση με την αρχική μήτρα, αποδεχόμενη το μεγαλείο του τίποτα της μονάδας και προσδοκώντας έναν κόσμο με ή χωρίς εμένα (αδιάφορο), ευημερούντα υπό τις επιταγές της.
Μακρύς ο δρόμος, αλλά η στάση του χρόνου ίσως αποδειχθεί αρωγός.


Μαρία Ψωμά-Πετρίδου: Συγγραφέας & αρθρογράφος πολιτιστικών. Συντονίστρια της Λέσχης ανάγνωσης ΣΑΑΚ και υπεύθυνη της εθελοντικής ομάδας «Διάβασέ μου». Υπεύθυνη επικοινωνίας των εκδόσεων Τύρφη.




23.3.20

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020



του Δημήτρη Αθηνάκη

πηγή: Facebook

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020, 06.00 ― μου χτύπησε σαν ένα αδυσώπητο deadline· πρέπει να προλάβω. Μία νοερή λίστα, ένα ανεπίδοτο γράμμα, κάτι γυαλισμένα πόμολα, ολίγα φιλέτα μπακαλιάρου στον φούρνο· αυτά πρόλαβα, διότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τίποτα να προλάβω ώς τις 6 το πρωί ― ό,τι χρειάζομαι και με χρειάζεται υπάρχει πέρα από deadlines.

Είναι η δωδέκατη μέρα που μένω σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα σπίτι και η τέταρτη συνεχόμενη που η πόρτα του διαμερίσματος των παρυφών της Κυψέλης δεν ξεκλειδώθηκε ούτε μία φορά ― όσα πρόλαβα κλείδωσα κι εδώ· από μέσα ή από έξω. Αν βγάζω στατιστικά; Λογιστικοποιώ απλώς τη νέα συνθήκη, την κάνω τάλιρα και περιμένω φιλοδώρημα ― ή αντίδωρο που δοκιμάζονται οι θέσεις και οι στάσεις που έχω υιοθετήσει.

(Το ξέρω: η πραγματική πραγματικότητα προηγείται της ιδιωτικής μας, που είναι συχνά περισσότερο αληθινή παρά πραγματική. Εδώ όμως έχουμε μια κοινή πραγματική πραγματικότητα που θα τη ζήσουμε ιδιωτικά ― το «θα τη ζήσουμε» ασφαλώς παραμένει το μεγάλο στοίχημα. Ίδια απειλή, άλλη αντιμετώπιση.)

Είχα κάνει λάθος· το μοναδικό πράγμα που έχω να προλάβω, όπως όλοι μας, είναι να μην εξαπλωθεί αυτή η μαλακία, διότι περί μαλακίας πρόκειται. Αυτό δεν έχει να κάνει με κανένα deadline, κανένα ξημέρωμα κάποιας Δευτέρας του Μαρτίου («τι πέτρινο ξημέρωμα, κυρά μου» λέει η Τζένη Μαστοράκη).

Αν προλάβουμε αυτό, θα καταφέρουμε ξανά να συναντηθούμε στη Französischestraße, να γίνουμε Ζαν Βερντενάλ και κύριος Έλιοτ σε μια πανσιόν στο Πάνθεον της Σορβόνης, να ακούσουμε τους Dezzaired να μας νανουρίζουν με το London Bridge is falling down και τα Διάφανα Κρίνα με τα «τοπία θλίψης τα αγόρια που αγαπάς» στην πολυκατοικία της αντιπαροχής. (Παρακαλώ πολύ να μη βιαστείτε να μου προσάψετε κυριολεξίες. Πρόκειται για αλληγορίες που καταυγάζουν τη ζωή.)

Ο χρόνος αυτός του περιορισμού ―εκτός από την επώδυνη κοινή πραγματική πραγματικότητα― θα είναι ξανακερδισμένος χρόνος. Κι αν τελικά η μαλακία μάς χτυπήσει την πόρτα, τουλάχιστον θα έχουμε προλάβει ν’ αποθηκεύσουμε κι άλλο χρόνο· προ τόκων, φόρων κι αποσβέσεων.

Αν δεν αρρωστήσουμε, θα έχουμε κερδίσει χρόνο· άλλοι για να καταλάβουμε το μέλλον, άλλοι για να επανατοποθετηθούμε στο παρόν, κάποιοι τρίτοι για να τελειώσουμε με το παρελθόν που έχει το κακό συνήθειο να μην αλλάζει. Είναι κι εκείνοι που δεν θα κάνουν τίποτε απ’ όλα αυτά. Αν τους ζηλεύω; Δεν ξέρω. Σίγουρα όχι περισσότερο απ’ όσο ζήλεψα σήμερα ένα απόσπασμα επιστολής του Έλιοτ στη μητέρα του, Σαρλότ, Γενάρη του 1922, που άκουσα στο Τρίτο διά στόματος του πιο διαυγούς μεταφραστή του Έλιοτ, Γιάννη Αντιόχου: «αν δεν είχα συναντήσει τόσο πολλούς νέους ανθρώπους στο Παρίσι, θα είχα απομονωθεί με τις προπολεμικές μου αναμνήσεις για τον Ζαν Βερντενάλ και τους άλλους».

Αυτά θα προλάβουμε.

James Ivory: Maurice



Για να κυλήσουν κατά το δυνατόν ευχάριστα οι δύσκολες ώρες και μέρες του αναγκαστικού (πλην κοινωφελούς) εγκλεισμού, η Κινηματογραφική Λέσχη του Underground Εντευκτήριο προσφέρει στο πολυπληθές φιλοθεάμον κοινό (της) την ταινία του James Ivory Maurice (1987), βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του E. M. Forster.

Προλογίζουν: Δημήτρης Δασκαλόπουλος (για το μυθιστόρημα) και Τέλλος Φίλης (για την ταινία).



Μπορείτε να κατεβάσετε (έως και τις 30 Μαρτίου) την ταινία από εδώ: https://we.tl/t-luqqmc0cCv

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος για το μυθιστόρημα Maurice του E. M. Forster


Ο Τέλλος Φίλης για την ταινία του James Ivory Maurice (1987)



22.3.20

Αδελφοί Ταβιάνι: Χάος



Το «Χάος» των αδελφών Ταβιάνι (με την υπέροχη μουσική του Νικόλα Πιοβάνι) το θεωρώ την ωραιότερη ταινία της ζωής μου.

Ανέβασα νωρίτερα την ταινία (με ελληνικούς υποτίτλους) στο wetransfer, όπου θα είναι διαθέσιμη (μέχρι 29.3) στη διεύθυνση https://we.tl/t-e5m4xOeLJt από όπου και μπορείτε να την κατεβάσετε στον υπολογιστή σας. Κατόπιν, την ανοίγετε με το πρόγραμμα (VLC ή άλλο) με το οποίο βλέπετε ταινίες.

[ Αύριο θα ανεβάσομε το Maurice του Άιβορι. Μείνετε συντονισμένοι! ] 

Εγκλεισμός: Hμέρα 17η


σχέδιο: Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα


γράφει η Ευφροσύνη Μαντά -Λαζάρου

Μέχρι και σήμερα που γράφω αυτό το σημείωμα δεν νιώθω έγκλειστη. Ίσα ίσα, ιδιαίτερα αυτές τις μέρες, δεν καταφεύγω στα γνωστά παυσίλυπα, ούτε καν στην ιαματική ποίηση. Είναι αλήθεια πως για τις μέρες που περνούμε έχω ένα προνόμιο: Ζω κοντά στην πόλη κι έξω από αυτήν.  Πρώτη φορά λοιπόν συνειδητοποιώ πως η φύση γύρω από το σπίτι μου είναι τόσο παρούσα, αληθινή συντροφιά όσο ποτέ άλλοτε. Την είχα χρόνια αποκλείσει από την καθημερινότητά μου. Μία βιαστική ματιά μόνο της έριχνα και έτρεχα να κλειστώ σε ένα αυτοκίνητο που με μετέφερε στη δουλειά, στην αγορά, στο σχολείο, σε εκδηλώσεις, παραστάσεις, και παραστάσεις, σε συνάξεις και συναναστροφές, συχνά από υποχρέωση και σε πολύ λίγες περιπτώσεις με ουσία. Όμως, αυτή είναι τώρα όσο ποτέ άλλοτε δίπλα μου. Με πολιορκεί με τη ζωντάνια της η πιο ωραία άνοιξη. Τώρα, που δεν τρέχω με το αμάξι  εδώ κι εκεί, παρατηρώ πολλά στη νέα διαδρομή, από τα περιττά ως τα αναγκαία και που θα μπορούσε να φτάσει ακόμη κι ώς τα στοιχειώδη. Πιο πέρα ο εφιάλτης, αλλά δοκιμάζω με αρκετή επιτυχία και κάτι άλλο που συγκρατεί την ανησυχία μου. Το καταφέρνω κάπως καλύτερα αυτές τις μέρες, που πέφτουν οι στροφές μιας τεράστιας αλεστικής μηχανής, όπως την είχαμε στήσει.  Δοκιμάζω τις στιγμές, γεύομαι το παρόν και ξεμαθαίνω τον πολτό.  
Δεν είναι όμως η φύση κι ο στοχασμός  οι σύμμαχοι  που με βοηθούν  να νιώθω μέχρι στιγμής περισσότερο ελεύθερη παρά έγκλειστη. Όσες υποχρεώσεις  έχω ή φανταζόμουν πως είχα τώρα υποχρεωτικά έχουν ανασταλεί. Κάθε μέρα που περνά με κάνει να αποβάλλω και ένα ακόμη ρίνισμα από την πανοπλία μου. Από την καταραμένη αίσθηση της μαγικής παντοδυναμίας που με παρακολουθεί από  παιδί και που, ως  φαίνεται,  δεν την είχα αποβάλει ούτε με την ενηλικίωση ούτε  και με ψυχολογική στήριξη.  Δεν είσαι υπεύθυνη ούτε και ένοχη για όλα. Δεν μπορείς  να έχεις λύση για όλα, δεν μπορείς να σώσεις κανέναν, δεν μπορείς να ελέγχεις τα πάντα, ούτε να αλλάξεις  την πραγματικότητα. Πολλές ευκαιρίες μού δόθηκαν να επαναλάβω αυτά τα λόγια και τα πίστεψα όσο μπόρεσα. Κατέθεσα όμως ήσυχα ήσυχα το κοντρόλ τώρα που, με ένα κοινό για την ανθρωπότητα πρόβλημα, χάθηκε για όλους μας  κάθε βεβαιότητα.
Θα σας φανεί περίεργο αλλά ταυτόχρονα λιγοστεύει μέσα μου το αίσθημα της αποξένωσης. Δεν βλέπω φίλους και συγγενείς, ούτε και τα παιδιά μου, αλλά αυτό δεν με αποξενώνει. Είναι που «νιώθουμε όλοι κάτι κοινό», όπως λέει το τραγούδι. Όχι μόνον γι’ αυτό.  Συμβαίνουν κι άλλες πολύ λεπτές εσωτερικές  διεργασίες νομίζω. Όποιος αποβάλλει το παιδικό συναίσθημα της μαγικής παντοδυναμίας, ελευθερώνεται από ενοχές και άχρηστα βάρη, ο χώρος μένει ανοικτός για γνήσια συναισθήματα και επαφή με τον εαυτό μας και με τους άλλους.
Η ηλικία και τα βιώματα είναι ακόμη ένας σύμμαχος. Τόσα που περνάμε, δεν μπορεί παρά να στοχαστούμε  πάνω στη ζωή και στον θάνατο με άλλον τρόπο.  «Ζήσουμε δεν ζήσουμε», που λέει και το τραγούδι, «αυτό δεν είναι η ουσία». Αυτό το τραγούδι, που έβαλε σε λέξεις τα συναισθήματά μου, είναι δώρο μιας ανάρτησης που έκανε σήμερα η φίλη μου η Κάκια. Δεν είναι θαύμα; Χρόνια είχα να την ακούσω και να τη δω -- οι δουλειές,  λέγαμε, οι ευθύνες τα τρεχάματα…  Και να που σήμερα ήρθε τόσο κοντά μου με ένα υπέροχο δώρο.
Όλα αυτά με βοηθούν  και δεν νιώθω μέχρι αυτή τη στιγμή έγκλειστη. Όμως, η αλήθεια είναι πως δεν είμαστε έγκλειστοι   όσο έχουμε τις λέξεις μας· όσο υφαίνουμε με αυτές έναν ιστό κοινωνίας και πολιτισμού· όσο δημιουργούμε μία κοινή γλώσσα για να συνομιλήσουμε, για να μοιραστούμε, για να δημιουργήσουμε, για να υπερασπιστούμε αλληλέγγυοι τη ζωή όλων.
Δεν νιώθω ακόμη έγκλειστη αλλά με βασανίζει ο εγκλεισμός του αυτιστικού παιδιού μου, που πότε παλεύει  μέσα από την ιδιότυπη ομιλία και έκφρασή του να κοινωνήσει με τον κόσμο που τον περιβάλλει και πότε επιλέγει να αποκόπτεται και να περιφρουρεί την ύπαρξή του μέσα σε ένα κέλυφος σιωπής. Με βασανίζει ο εγκλεισμός του νέου και του κάθε ανθρώπου που, αφού έφαγε κι εθίστηκε σε κάθε είδους σκουπίδι, δεν μπορεί να βρει τι να κάνει και ποιους να συναντήσει μέσα του, τώρα που αυτός ο καταραμένος ιός έκλεισε όλους τους δρόμους που είδε και γνώρισε. Άλλους δρόμους δεν ξέρει.  Με βασανίζει ο διπλός εγκλεισμός του ξένου, του μετανάστη, του πρόσφυγα. Με συγκλονίζει ο εγκλεισμός μιας ανθρωπότητας που δημιούργησε όλα τα εχέγγυα μιας αποξένωσης για να ξυπνήσει με ένα ακόμη χαστούκι πιο μπερδεμένη. Ωστόσο, η τεχνολογία κάποιον καινούργιο καρπό ετοιμάζει για τους λωτοφάγους της.  Όταν τελειώσει κι αυτός  ο πόλεμος, όπως και τόσοι άλλοι, όλα θα τα έχουμε ξεχάσει. Κι ούτε πως σταθήκαμε μια στιγμή στο σταυροδρόμι  πολλών ερωτηματικών και διλημμάτων:  Το πλήθος ή το πρόσωπο, ο θόρυβος ή ο λόγος…  ΄

Η Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου γεννήθηκε στη Δευτερά (Λευκωσία, Κύπρος) το 1955. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1995 μέχρι το 2003 εργάστηκε με απόσπαση στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής  Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, ως συντονίστρια προγραμμάτων για την αντιμετώπιση του λειτουργικού αναλφαβητισμού, της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου, και της παραβατικότητας. Από το 2003 μέχρι το 2011 εργάστηκε στα σχολεία της Φανερωμένης στην εντός των τειχών Λευκωσία, για τον σχεδιασμό και τον συντονισμό προγραμμάτων με σκοπό την εξασφάλιση συνέχισης της εκπαίδευσης για τα παιδιά των οικονομικών μεταναστών και για τους Κύπριους μαθητές που κατοικούσαν σε υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου της πόλης.

Έχει ήδη εκδώσει πέντε βιβλία με ποίηση και δύο με πεζογραφία. Έργα της έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά και στα σερβικά.Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Εντευκτήριο, Μανδραγόρας, Παρέμβαση, Φαρφουλάς, καθώς και στα κυπριακά περιοδικά Άνευ, Νέα Εποχή, In focus.   
Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί το βιβλίο της Κρανίο Κύκλωπα (ποίηση), με σχέδια του Νικόλα Σιδέρη.








21.3.20

Φωταγωγός



γράφει ο Γιώργος Τούλας

Στον τρίτο όροφο μένει ένα ζευγάρι γύρω στα σαράντα, που πρόσφατα απέκτησε ένα μωρό. 
     Ο άνδρας αγαπά γύρω στις οκτώ να παίζει μπουζούκι. Το κάνει με πολλή αφοσίωση, χειμώνα-καλοκαίρι. Για μισή ώρα, τρία τέταρτα, προβάρει δυο-τρία ρεμπέτικα, τα τραγουδάει κιόλας. Όχι πάντα με μεγάλη επιτυχία αλλά πάντα με την ίδια αγάπη. 
     Συνήθως δεν έχω τον χρόνο να απολαύσω το μικρό, και καμιά φορά άτεχνο, κονσέρτο. Τώρα έχω πολύ χρόνο. Πλησιάζω το παράθυρο του φωταγωγού μέσα στο αποθηκάκι. Με σβησμένο το φως. Μόλις ακουστεί η πρώτη νότα, το ανοίγω. Στην καθημερινότητα της οικοδομής, ανάμεσα σε φωνές παρουσιαστών τηλεόρασης που λένε απειλητικά νέα για τον ιό και παιδιά που τσιρίζουν σε διαμερίσματα, οι νότες από το μπουζούκι του άνδρα στον τρίτο μοιάζουν η ωραιότερη συναυλία του κόσμου. 
     Είναι το σήμα ότι η ζωή συνεχίζεται και θριαμβεύει. Δεν τον έχω συναντήσει στην είσοδο ή στο ασανσέρ. Όταν τον βρω όμως θα του πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Γι' αυτό το δώρο. 
     Γι' αυτό το φως που ανεβαίνει κάθε απόγευμα από τον φωταγωγό και φτάνει ψηλά στις καπνοδόχους και από κει στον ουρανό. 

Εγκλεισμός σημαίνει «ενημέρωση λογισμικού»



γράφει ο Άκης Σακισλόγλου


Αγαπημένο μου ημερολόγιο. Έχω πολλά να σου πω, επιγραμματικά όμως, γιατί οι άνθρωποι, όσον χρόνο κι αν έχουν αποκτήσει τον τελευταίο καιρό, έχουν ξεμάθει να διαβάζουν μεγάλα κείμενα. 

Ολο αυτό το προηγούμενο διάστημα άκουγα για τον κορονοϊό και δεν περνούσε καν από το μυαλό μου ότι τόσο σύντομα θα κλεινόμασταν στα σπίτια, θα παρέλυε η χώρα και η οικονομία της, θα "σταματούσε" ολόκληρος ο πλανήτης ταυτόχρονα και εκκωφαντικά.

Για μένα η προηγούμενή μου ζωή "σταμάτησε" Παρασκευή και 13 το βράδυ, όταν έμαθα πως κλείνουν τα καφέ και τα μπαρ λόγω της πανδημίας. Ηταν λίγο σοκαριστικό, γιατί τα τελευταία 10 χρόνια η ενασχόλησή μου στο «Σάρωθρον» περιλαμβάνει 60 ώρες εργασίας την εβδομάδα με όλους τους πιθανούς τρόπους, από το σπίτι, το μαγαζί, το τηλέφωνο, το μηχανάκι. Ολη μου η σκέψη ξεκινά και καταλήγει στο «Σάρωθρον» κάθε μέρα, 365 μέρες τον χρόνο, παράλληλα με τα δημοσιογραφικά. Συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα. Θα ήταν γελοίο και ανεύθυνο να σκεφτώ πως θα μπορούσα να κάνω κάτι. Διευθέτησα σε λίγες ώρες όλες τις εκκρεμότητες και κλείστηκα στο σπίτι. 

Καθώς οι μέρες περνούσαν, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν κάποιοι κοντινοί μου άνθρωποι που πιθανόν είχαν ανάγκη. Οικονομική, ψυχολογική, ιατρική, μετακίνησης... Μίλησα μαζί τους, άφησα μια πόρτα ανοιχτή αν κάτι χρειαστούν αλλά στο τέλος τέλος είπα μέσα μου πως «αν δεν είναι ζήτημα υγείας, τότε δεν μπορεί παρά να λύνεται, εύκολα ή δύσκολα». Με καθησύχασε κάπως αυτό. Μαλάκωσε τις ενοχές μου. Ίσως και να είναι μια άμυνα εσωτερική μου, αλλά είχε αποτέλεσμα. 

Τώρα πια έχω συνηθίσει στον εγκλεισμό. Το μυαλό έμαθε να λειτουργεί "αλλιώς". Δεν νιώθω την αγωνία πως «κάτι ακόμα έχω να κάνω αλλά το ξέχασα». Δεν νιώθω ενοχές αν ξεχάστηκα λίγο παραπάνω στο πρωινό μου, στον καφέ, στο βιβλίο που διαβάζω. Δεν νιώθω πως κάποιο χέρι με σπρώχνει να φύγω από το σπίτι για να κάνω «τις δουλειές μου», για να «διεκπεραιώσω ανειλημμένες υποχρεώσεις».

Το πόσο ανακουφιστικό είναι αυτό δεν το φαντάζεσαι. Χρόνια είχα να κάνω τόσο αμέριμνο ύπνο. Για να καταλάβεις, το ρολόι μου για το τρέξιμο με ενημερώνει πως κοιμάμαι κατά μέσο όρο 9 ώρες την ημέρα ενώ χθες κοιμήθηκα συνολικά 12, εκ των οποίων τις 5 ώρες "βαθύ ύπνο". Τελευταία φορά πρέπει να κοιμήθηκα τόσο όταν σαράντισα, το 1975!



Στο σπίτι, όμως, δεν κοιμάμαι απλώς, ούτε μόνον ξεκουράζομαι. Εβαλα σε τάξη τα cd και τα βινύλιά μου, διαδικασία που μου ξύπνησε αναμνήσεις απίστευτες και συναισθήματα που νόμιζα ότι είχα ξεχάσει. Τακτοποίησα τη βιβλιοθήκη μου, βρήκα σημειώσεις που αγνοούσα, σκέφτηκα και αποφάσισα πού θα χαρίσω τη μισή μου βιβλιοθήκη, τοποθέτησα στο κομοδίνο μου ακόμα 30 βιβλία και τα έβαλα δίπλα σε άλλα τόσα που χάσκουν αδιάβαστα.

Ολες αυτές τις μέρες χάρηκα με την ψυχή μου όλη την οικογένεια. Τα τρία μας παιδιά είναι μέρα-νύχτα μαζί μας. Σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Με την 16χρονη Καλλιόπη διαλέγουμε μουσικές και υπομένει να ακούει τις ιστορίες μου. Με τον 14χρονο Στράτο έχω δει τις τέσσερις εκδοχές του «Φονικού όπλου», τρώγοντας φουντούνια και γκοφρέτες (ταυτόχρονα). Του έχω κάνει τόσες αγκαλιές όσες ποτέ στη ζωή μου. Γελάμε με τα ίδια αστεία, κάνουμε σαν συμμαθητές που κάθονται στο ίδιο θρανίο. Έχουμε και μία μικρούλα στο σπίτι. Το στερνοπούλι μας. Με τη Φανή διαβάζουμε Χάρι Πότερ για να κοιμηθεί. Νομίζω πως έχω μεγαλύτερη αγωνία από αυτήν για την εξέλιξη του βιβλίου. Με διορθώνει όταν λέω λάθος κάποια ονόματα. Με χαϊδεύει στο μάγουλο και με λέει «γέρακο». Είναι μια παρηγοριά η Φανή μου. Μια ψευδαίσθηση πως έχουμε ακόμη μικρά παιδιά, πως δεν μεγαλώσαμε τόσο πολύ. 

Χθες είχα μια ιδέα με μεγάλο ρίσκο. Βρήκα μια ψηφιακή κάμερα και τη σύνδεσα στην τηλεόραση. Καθίσαμε και είδαμε την πρωτοχρονιά του 2004, την γέννηση της Καλλιόπης και την παραμονή της στη θερμοκοιτίδα, γενέθλια, διακοπές, γιορτές... «Μπαμπά, τώρα είσαι πιο ωραίος» μου είπαν και τα τρία, και ήταν ίσως το πιο γλυκό κομπλιμέντο που άκουσα από αυτά τα παλιόπαιδα, μαζί με το «γεράκο» της Φανής, που ξέρω πως δεν το εννοεί.

Ολες αυτές τις μέρες η λέξη «συντροφικότητα» πήρε μιαν άλλη διάσταση στη σχέση μου με την Αλίκη. Εκείνο το «μην πας μια μέρα στη δουλειά», της Λίνας Νικολακοπούλου, το εφαρμόσαμε επί επτά (μέχρι σήμερα). Είναι ωραίο να μπορείς να μείνεις στο σπίτι σου. Να σε "χωράει". Δεν είναι εύκολο να συνυπάρχεις, να μοιράζεσαι, να χωράς με άλλους ανθρώπους. Για έναν ανεξήγητο λόγο, ήταν πολύ εύκολο να συμβεί σε μας. Κοιταχτήκαμε, μιλήσαμε, σκεφτήκαμε, προβληματιστήκαμε, και απάλυνε μέσα μας μια βαθιά ανησυχία πως ίσως όλο το προηγούμενο διάστημα τρέχαμε σαν τρελοί γιατί δεν μπορούσαμε να αναμετρηθούμε με τη συμβίωσή μας. Μπορεί να ισχύει και αυτό, αλλά τώρα καταλάβαμε ότι είναι κάτι που ξεπερνιέται. Πως η συμβίωση δεν είναι αβάσταχτη· αντίθετα, μπορεί και να είναι θεραπευτική.

Διάβασα ήδη δύο βιβλία και μάλιστα, επιτέλους, με τον τρόπο που ήθελα πάντα: Στην πολυθρόνα, με ένα φωτιστικό αναμμένο και το κινητό δίπλα μου για να μπορώ να γκουγκλάρω όποια απορία μού γεννούν οι σελίδες του αγαπημένου μου Μ. Καραγάτση. 

Στιγμή δεν ένιωσα πως βαρέθηκα, αγαπημένο μου ημερολόγιο. Δεν παρακάλεσα να περάσει η ώρα. Δεν δυσανασχέτησα, δεν ένιωσα ανία. Αντιθέτως, αναρωτιέμαι αν θα προλάβω να κάνω όσα συνολικά έχω σχεδιάσει. Να πηγαίνω για τρέξιμο εδώ στο χωριό πιο εντατικά, να δω τις ταινίες που έχω σημειώσει, να σχεδιάσω όσα θέλω να κάνω στο «Σάρωθρον» και στον «Μήνυμα» μετά την κρίση του κορονοϊού. 

Εύχομαι όλο αυτό το «αναγκαστικό σταμάτημα» να αφήσει ένα θετικό αποτύπωμα. Χθες διάβασα μία μελέτη επιστημόνων στην Κίνα που εκτίμησε ότι η καραντίνα στην περιοχή είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν τόσο πολύ οι ατμοσφαιρικοί ρύποι, ώστε μέσα στα επόμενα δύο χρόνια θα έχουν γλυτώσει τον θάνατο περισσότεροι Κινέζοι από όσους πέθαναν από τον ιό. 

Μακάρι όλο αυτό που εικάζουν οι Κινέζοι να έχει τη δική του αναγωγή σε όσα κάνουμε οι άνθρωποι, από το σπίτι του ο καθένας μέχρι συνολικά όλον τον πλανήτη. Γιατί το σίγουρο είναι ότι απώλειες θα έχουμε. Ανθρωποι θα πεθάνουν, δουλειές θα χαθούν, σχέδια θα ανατραπούν, τραπεζικοί λογαριασμοί θα αδειάσουν... Ας γίνει τουλάχιστον η "ενδοσκόπηση" των επόμενων μηνών η αντίστοιχη "αποκατάσταση του περιβάλλοντος" που έγινε στην Κίνα. 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, το λέω σε σένα για να το ακούω εγώ: Τα πιο σπουδαία δεν βρίσκονται στο πορτοφόλι μας και στις δουλειές μας. Βρίσκονται μέσα στο μυαλό και στην ψυχή μας. Μακάρι το μυαλό του καθενός, σαν άλλος ηλεκτρονικός υπολογιστής, να κάνει τώρα τις "ενημερώσεις" που ανέβαλε από έλλειψη χρόνου. Μακάρι να αναβαθμίσει το λειτουργικό του σύστημα. Να το ξεκουράσει για να "τρέχει" στο μέλλον πιο γρήγορα. Το ίδιο να κάνει και η ψυχή μας. Να αφήσει να κατακάτσουν όλες οι σκέψεις, όλα τα συναισθήματα των ημερών και, αφού εμείς νομίσουμε ότι ξεχάστηκαν, η ψυχή να τα επαναφέρει και αυτά να μας οδηγούν, σαν ένα αόρατο χέρι, σαν ένα αόρατο πρόγραμμα που "τρέχει" αθόρυβα, σε πιο σωστές αποφάσεις, σε πιο ουσιαστικές επιλογές, με διαχρονικότερη αξία, με περισσότερη ομορφιά, ώστε να νοηματοδοτούνται όλα καλύτερα και στο τώρα και στο αύριο.

Άκης Σακισλόγλου (Θεσσαλονίκη, 1975). Δημοσιογράφος. Διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού ΜΗΝΥΜΑ 107.7 ]

Σας γράφω από την Ιταλία για το μέλλον σας



της Francesca Melandri

πηγή: Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

Σας γράφω από την Ιταλία, σας γράφω λοιπόν από το μέλλον σας. Βρισκόμαστε εκεί που θα βρίσκεστε εσείς σε λίγες ημέρες. Οι καμπύλες της επιδημίας μάς δείχνουν αγκαλιασμένους σε έναν παράλληλο χορό όπου βρισκόμαστε μερικά βήματα μπροστά από σας, όπως το Ουχάν ήταν σε σχέση με μας πριν από μερικές εβδομάδες. Βλέπουμε ότι συμπεριφέρεστε όπως συμπεριφερόμασταν εμείς. Κάνετε τις ίδιες συζητήσεις που κάναμε πριν από λίγο καιρό, ανάμεσα σ’αυτούς που έλεγαν ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν γρίπη και σ’εκείνους που είχαν καταλάβει. Από εδώ, από το μέλλον σας, ξέρουμε για παράδειγμα ότι όταν σας πουν να μείνετε κλεισμένοι στα σπίτια σας , άλλοι θα επικαλεστούν τον Φουκό κι άλλοι τον Χομπς. Πολύ γρήγορα, όμως, θα αρχίσετε να κάνετε άλλα πράγματα. Πρώτα απ’όλα, θα φάτε. Κι όχι μόνο επειδή το να μαγειρεύετε θα είναι ένα από τα λίγα πράγματα που θα μπορείτε να κάνετε. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα ξεπηδήσουν ομάδες που θα διατυπώνουν προτάσεις για το πώς να περάσετε εποικοδομητικά τον χρόνο σας. Θα γραφτείτε σε όλες, και ύστερα από λίγες ημέρες δεν θα μπορείτε άλλο. Θα βγάλετε από τα ράφια σας την Πανούκλα του Καμί, αλλά θα ανακαλύψετε ότι δεν έχετε όρεξη να το διαβάσετε.

Θα φάτε ξανά.

Θα κοιμηθείτε άσχημα.

Θα αναρωτηθείτε για το μέλλον της δημοκρατίας.

Θα κάνετε μια ακατανίκητη κοινωνική ζωή, ανάμεσα σε απεριτίφ στα chat, ραντεβού στο Zoom και βραδινό στο Skype.

Θα σας λείπουν όσο ποτέ άλλοτε τα ενήλικα παιδιά σας και θα δεχθείτε σαν γροθιά στο στομάχι τη σκέψη ότι, για πρώτη φορά από τότε που έφυγαν από το σπίτι, δεν έχετε ιδέα πότε θα τα ξαναδείτε.

Παλιές διαφορές, παλιές αντιπάθειες, θα πάψουν να έχουν σημασία. Θα τηλεφωνήσετε σε κόσμο που είχατε υποσχεθεί να μην ξαναδείτε ποτέ.



Πολλές γυναίκες θα κακοποιηθούν στο σπίτι τους.
Θα αναρωτηθείτε τι θα κάνουν αυτοί που δεν μπορούν να μείνουν στο σπίτι γιατί, πολύ απλά, δεν έχουν σπίτι.

Θα αισθανθείτε ευάλωτοι όταν βγείτε για ψώνια στους άδειους δρόμους, ιδίως αν είστε γυναίκα. Θα αναρωτηθείτε αν έτσι καταρρέουν οι κοινωνίες, αν γίνεται πράγματι έτσι γρήγορα, θα απαγορεύσετε στον εαυτό σας να κάνει τέτοιες σκέψεις.

Θα γυρίσετε σπίτι, θα φάτε ξανά. Θα παχύνετε.

Θα αναζητήσετε στο Internet βίντεο για γυμναστική.

Θα γελάσετε, θα γελάσετε πολύ. Θα σας βγει ένα χιούμορ μαύρο, σαρκαστικό, να κόβεις φλέβες.

Ακόμη κι αυτοί που τα παίρνουν όλα σοβαρά θα συνειδητοποιήσουν το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Θα δώσετε ραντεβού στους φίλους σας στις οργανωμένες ουρές έξω από τα καταστήματα ― αλλά από απόσταση ασφαλείας.

Θα δείτε καθαρά μπροστά σας όλα όσα δεν χρειάζεστε.

Θα σας αποκαλυφθεί καθαρά ο αληθινός χαρακτήρας των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω σας. Σε άλλα θα επιβεβαιωθείτε, σε άλλα θα εκπλαγείτε.

Μεγάλοι διανοούμενοι που μέχρι χθες αγόρευαν για τα πάντα θα εξαφανιστούν από τα μέσα ενημέρωσης, άλλοι θα καταφύγουν σε έξυπνες γενικότητες που θα στερούνται όμως ενσυναίσθησης, και γρήγορα θα σταματήσετε να τους ακούτε. Ανθρωποι που είχατε υποτιμήσει θα αποδειχθούν, αντιθέτως, γενναιόδωροι, διαυγείς και καθησυχαστικοί.

Αυτοί που θεωρούν όσα συμβαίνουν μια ευκαιρία αναγέννησης του πλανήτη θα σας βοηθήσουν να διευρύνετε τους ορίζοντές σας, αλλά ταυτόχρονα θα σας εκνευρίσουν: ο πλανήτης αναπνέει χάρις στη μείωση των εκπομπών CO2, αλλά εσείς πώς θα πληρώσετε στο τέλος του μήνα τους λογαριασμούς; Δεν θα ξέρετε αν το ότι είστε μάρτυρες της γέννησης του αυριανού κόσμου είναι κάτι μεγαλειώδες ή μίζερο.

Θα παίξετε μουσική στα μπαλκόνια. Όταν θα τραγουδάτε έξω φωνή το “ I Will Survive”, θα σας κοιτάζουμε, όπως κοίταζαν εμάς όταν τραγουδούσαμε από το Ουχάν, όπου τραγουδούσαν στα μπαλκόνια τον Φεβρουάριο.

Πολλοί θα κοιμηθούν με τη σκέψη ότι το πρώτο πράγμα που θα κάνουν όταν όλα τελειώσουν είναι να πάρουν διαζύγιο. Θα δρομολογηθεί η γέννηση πολλών παιδιών.



Τα παιδιά σας θα ακολουθήσουν διαλέξεις online, θα σας φανούν αφόρητα, θα σας δώσουν χαρά. Θα δείξουν ανυπακοή κι εσείς θα τους πείτε ότι αν βγουν έξω θα αρπάξουν τον ιό και θα πεθάνουν. Θα προσπαθήσετε να μη σκέφτεστε αυτούς που πεθαίνουν μόνοι στα νοσοκομεία. Θα θελήσετε να πετάξετε ροδοπέταλα στο ιατρικό προσωπικό.

Θα σας πουν πόσο ενωμένη είναι η κοινωνία μπροστά στον κοινό σκοπό και ότι είστε όλοι στην ίδια βάρκα. Θα είναι αλήθεια. Αυτή η εμπειρία θα αλλάξει για πάντα την ατομική σας προσέγγιση. Όμως οι ταξικές διαφορές μετράνε. Το να είσαι κλεισμένος σε ένα σπίτι με κήπο δεν είναι το ίδιο με το να ζεις σε μια εργατική πολυκατοικία γεμάτη κόσμο. Και το να δουλεύεις από το σπίτι δεν θα είναι το ίδιο με το να χάσεις τη δουλειά σου. Η βάρκα στην οποία θα βρεθείτε μπροστά στον ιό θα αποδειχθεί ότι δεν είναι το ίδιο γερή για όλους, όπως δεν ήταν ποτέ.

Κάποια στιγμή θα καταλάβετε ότι είναι πράγματι δύσκολο.

Θα φοβηθείτε. Θα μιλήσετε στα αγαπημένα σας πρόσωπα ή θα το κρατήσετε μέσα σας για να μην τους ανησυχήσετε. Θα φάτε ξανά.

Αυτά έχουμε να σας πούμε από την Ιταλία για το μέλλον σας. Είναι όμως μια βραχυπρόθεσμη προφητεία, λίγων μόλις ημερών. Αν στρέψουμε το βλέμμα προς το μακρινό μέλλον, στο μέλλον που σας είναι και μας είναι άγνωστο, δεν μπορούμε να σας πούμε παρά ένα πράγμα: όταν όλα τελειώσουν, ο κόσμος δεν θα είναι πια ο ίδιος.

[ Η Φραντσέσκα Μελάντρι είναι Ιταλίδα συγγραφέας, αποκλεισμένη στη Ρώμη από τις 9 Μαρτίου. ]


[ αρχική πηγή: Libération ]