5.12.16

Γιώργος Κορδομενίδης: Δεν υπάρχει λογοτεχνική ζωή χωρίς λογοτεχνικά περιοδικά



συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

πηγή: εφημερίδα Χαραυγή [Κύπρου], dialogos.com

Ο Γιώργος Κορδομενίδης από το 1987 εκδίδει στη Θεσσαλονίκη το λογοτεχνικό περιοδικό Εντευκτήριο. Τριάντα δύσκολα χρόνια, μια και «κάθε εκδοτική δραστηριότητα εκτός κέντρου συνεπάγεται μόνο προβλήματα και εμπόδια», όμως, όπως μας δήλωσε, δεν μετάνιωσε ποτέ. Το Εντευκτήριο ξεκίνησε με συνεργασίες του Χριστιανόπουλου, του Ταχτσή, του Πετρόπουλου, του Μπακόλα, του Πάνου Θεοδωρίδη, του Δασκαλόπουλου και πολλών άλλων, και αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα ελληνόγλωσσα λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι η φωνή, το βήμα έκφρασης, η φωλιά, το σπίτι πολλών συνεργατών-λογοτεχνών και αναγνωστών του. Για τον ίδιο τον κ. Κορδομενίδη, είναι ο τρόπος «για να κρατήσει το κεφάλι του πάνω από νερό στη θάλασσα της ζωής». 
Ο κ. Κορδομενίδης θα βρίσκεται στην Κύπρο για να πάρει μέρος στη διοργάνωση «Κοινωνία του βιβλίου: Μια απόπειρα χαρτογράφησης», που οργανώνει το Κέντρο Λόγου και Τεχνών «Τεχνοδρόμιο», σε συνεργασία με τη Βιβλιοθήκη του ΤΕΠΑΚ, στις 11 Δεκεμβρίου, στο κτίριο «Τάσος Παπαδόπουλος» στο ΤΕΠΑΚ, στη Λεμεσό.

Πώς αποφασίσατε την έκδοση του Εντευκτηρίου, πότε και ποια ήταν τα πρώτα μέλη της συντακτικής επιτροπής;
Αποφάσισα, λόγω μιας συγκυρίας, να εγκαταλείψω τη δημοσιογραφία, την οποία ασκούσα στο περιθώριο της βιοποριστικής εργασίας μου στην Εθνική Τράπεζα, και να κάνω το μεγάλο βήμα για την έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού. Είχα το προνόμιο να θητεύσω κοντά στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, κατά τα τελευταία χρόνια έκδοσης του λαμπρού περιοδικού του, της Διαγωνίου, και βρήκα στο πρόσωπό του τον πρώτο ένθερμο υποστηρικτή της απόφασής μου.
Η προετοιμασία της έκδοσης άρχισε τον Φεβρουάριο 1987, το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε στις αρχές Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου.
Για περισσότερα από 20 χρόνια, το Εντευκτήριο ήταν καθαρά ατομικό εγχείρημα. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει συντακτική ομάδα, αλλά δεν δημοσιοποιείται η σύνθεσή της προκειμένου να αποφεύγονται ποικίλες πιέσεις στα μέλη της.

Θυμάστε το πρώτο τεύχος; Τους πρώτους συνεργάτες; Την πρώτη δική σας αντίδραση ή άλλων αναγνωστών;
Θυμάμαι σχεδόν κάθε λεπτομέρεια που αφορά το πρώτο τεύχος. Και βέβαια τις, τιμητικές για το περιοδικό, συνεργασίες φυσικά του Χριστιανόπουλου αλλά και του Ταχτσή, του Πετρόπουλου, του Μπακόλα, του Πάνου Θεοδωρίδη, του Δασκαλόπουλου και πολλών άλλων.
Το βράδυ που μπήκα στο σπίτι με το τεύχος στα χέρια, η μητέρα μου με ρώτησε «είσαι ευχαριστημένος, αγόρι μου, από το πώς βγήκε το βιβλίο σου;». Αυτό θυμάμαι πιο έντονα.

Κάποιες συνεργασίες, κάποια αφιερώματα όλα αυτά τα χρόνια, που νιώθετε πως έχουν κάποια ιδιαίτερα σημασία;
Κατεξοχήν, το τολμηρό αφιέρωμα στον θεσμό της φυλακής (τχ. 1)· ακόμη, τα αφιερώματα στον Γ. Ιωάννου, στον Αναγνωστάκη, στον Ελύτη, στη Δημουλά, στον Σαχτούρη, στον Χριστιανόπουλο, στον Μαρωνίτη, στον αυτοβιογραφικό λόγο, στο Κακό.

Πόσο δύσκολα ήταν αυτά τα 30 χρόνια;
Πολύ δύσκολα ― αλλά δεν με υποχρέωσε κανείς να υφίσταμαι αυτή τη διαρκή δυσκολία”. Ήταν επιλογή μου, για την οποία δεν μετάνιωσα.

Το Εντευκτήριο δεν είναι μόνο περιοδικό όμως. Είναι επίσης εκδοτικός οίκος αλλά υπάρχει και ο χώρος εκδηλώσεων «Underground Εντευκτήριο». Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτές τις δραστηριότητες.
Οι Εκδόσεις Εντευκτηρίου στεγάζουν κυρίως βιβλία συνεργατών του περιοδικού. Μέχρι τώρα αριθμούν περί τους 50 τίτλους. Φέτος είχαμε τη χαρά να βραβευτούν δύο τίτλοι: Ο Κυρτός αλατοπώλης του Κυριάκου Ευθυμίου με κρατικό βραβείο ποίησης της Κύπρου, και το Ποιητικό Αίτιο τού (αλβανικής καταγωγής) Ένο Αγκόλλι με το βραβείο Βαρβέρη για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή.
Το «Underground Εντευκτήριο» στεγάζει από τον Δεκέμβριο 2001 τις εκδηλώσεις που οργανώνει το περιοδικό: ποιητικές ολονυχτίες στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, μαραθώνιους ανάγνωσης Ροΐδη και Παπαδιαμάντη, θεατρικά αναλόγια, διαγωνισμούς poetry slam, μουσικές βραδιές με νέους εκτελεστές και συνθέτες, αφιερώματα σε συγγραφείς, προβολές κτλ. ― μέχρι τώρα πάνω από 90 εκδηλώσεις υψηλού, κατά κοινή αναγνώριση, επιπέδου.

Ποια πιστεύετε ότι είναι η σημασία της ύπαρξης λογοτεχνικών περιοδικών;
Δεν μπορώ να φανταστώ την ύπαρξη λογοτεχνικής ζωής χωρίς λογοτεχνικά περιοδικά. Σ’ αυτά οι καθιερωμένοι συγγραφείς προβάρουν” τα νέα βιβλία τους, οι νέοι βρίσκουν βήμα να εμφανιστούν· σ’ αυτά θα δημοσιευτούν αφιερώματα σε πρόσωπα και θέματα της λογοτεχνίας, κριτικές· επιπλέον, άρθρα, δοκίμια και μελέτες που δεν επρόκειτο ποτέ να βρουν θέση στις σελίδες των εφημερίδων.
 
Ποια πρέπει να είναι η σχέση ενός τέτοιου περιοδικού με τους λογοτέχνες αλλά και όλους τους παράγοντες που σχετίζονται με την έκδοση και διακίνηση ενός βιβλίου;
Κάθε σοβαρό περιοδικό οφείλει να σέβεται τους συνεργάτες του, που το αιμοδοτούν με τα κείμενά τους, όπως και τους συνδρομητές και τους άλλους αναγνώστες του ― αυτό το μικρό σύμπαν που δίνει υπόσταση στο έντυπο· δίχως συνεργάτες και αναγνώστες κανένα περιοδικό δεν μπορεί να υπάρξει (το Φυλλάδιο του αείμνηστου φίλου Γιώργου Ιωάννου, που το έγραφε εξ ολοκλήρου ο ίδιος, αποτελεί λαμπρή εξαίρεση).

Το κράτος υποτιμά συστηματικά τον πολιτισμό

Αναγνωρίζεται αυτή η αξία από τους λογοτέχνες, από τους αναγνώστες, από το κράτος;
Ακόμη και οι πιο καθιερωμένοι, βραβευμένοι κτλ. συγγραφείς αποδίδουν στα λογοτεχνικά περιοδικά την αξία που τους αναλογεί (φυσικά, δεν λείπουν οι εξαιρέσεις). Το αναγνωστικό κοινό των περιοδικών, κυρίως στα τελευταία χρόνια, της μεγάλης οικονομικής κρίσης, έχει μειωθεί αρκετά, ωστόσο παραμένει ένας σημαντικός αριθμός φανατικών αναγνωστών τους, γι’ αυτό και εξακολουθούν να υπάρχουν λογοτεχνικά περιοδικά.
Το κράτος, πάνω από δύο δεκαετίες τώρα, υποτιμά (συστηματικά, θα έλεγε κανείς) τον πολιτισμό. Τα λογοτεχνικά περιοδικά δεν θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική μοίρα. Άλλωστε, τα πιο πολλά καλλιεργούν την κριτική σκέψη, γεγονός που τα καθιστά ενοχλητικά (έστω όσο ενοχλητικό είναι το πέταγμα μιας μύγας στο δωμάτιο) για όλες ανεξαιρέτως τις εξουσίες.

Με ποια αφορμή θα είστε Κύπρο;
Ήμουν στη Λευκωσία στα τέλη Μαρτίου για μια ομιλία στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Έρχομαι πάλι σε λίγες μέρες, αυτή τη φορά στη Λεμεσό, προκειμένου να πάρω μέρος στην ημερίδα «Βιβλίο και κοινωνία», που οργανώνει το Κέντρου Λόγου και Τεχνών «Τεχνοδρόμιο» στις 11 Δεκεμβρίου. Θα είναι για μένα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξανασυναντήσω παλιούς φίλους αλλά και να γνωρίσω από κοντά λογοτέχνες που γνωρίζω μέσω του έργου τους ή και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η εξαγωγή” της κυπριακής λογοτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα είναι ίσως ένα θέμα που θα έπρεπε να απασχολήσει (κάπως περισσότερο) το κυπριακό υπουργείο Παιδείας.

Πόση επαφή έχει το  αναγνωστικό κοινό αλλά και οι λογοτέχνες της Ελλάδας με το έργο Κύπριων λογοτεχνών;
Έχω την εντύπωση ότι το ελλαδικό αναγνωστικό κοινό δεν γνωρίζει καλά το κυπριακό λογοτεχνικό τοπίο σ’ όλη του την έκταση· ώς έναν βαθμό, αυτό είναι λογικό, καθώς γνωρίζουμε μόνο τα βιβλία Κυπρίων που κυκλοφορούν από ελλαδίτικους εκδοτικούς οίκους ― κι αυτοί οι συγγραφείς είναι ελάχιστοι. Απ’ όσο ξέρω, δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα τα κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά (ομολογώ πως θυμάμαι με τρυφερότητα και νοσταλγία τον Κύκλο του Φοίβου Σταυρίδη), που θα μπορούσαν να μας συστήσουν και νέα ονόματα Κυπρίων λογοτεχνών. Έχουν γίνει, κατά καιρούς, αφιερώματα στην (ελληνο)κυπριακή λογοτεχνία από ελληνικά περιοδικά (τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες από το Αντί, το Διαβάζω, τη Λέξη, τη λαρισινή Γραφή, την Καθημερινή και τα Σύγχρονα Θέματα, αν θυμάμαι σωστά), όμως φοβάμαι πως αυτό δεν αρκεί. Η εξαγωγή” της κυπριακής λογοτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα είναι ίσως ένα θέμα που θα έπρεπε να απασχολήσει (κάπως περισσότερο) το κυπριακό υπουργείο Παιδείας.

Γενικά οι λογοτέχνες εκτός της Αθήνας, εκτός του κέντρου, πόσο εύκολα μπορούν να εκδώσουν έργα τους αλλά και να τύχουν της απαραίτητης προβολής και αναγνώρισης;
Η λογοτεχνική εκδοτική παραγωγή στην Ελλάδα γίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην Αθήνα. Στη Θεσσαλονίκη, λόγου χάρη, δεν υπάρχει ούτε ένας εκδοτικός οίκος που εκδίδει πάνω από 5 λογοτεχνικά βιβλία ετησίως. Είναι λίγοι οι συγγραφείς που ζουν εκτός Αθηνών και περιλαμβάνονται στους καταλόγους των αθηναϊκών εκδοτικών οίκων (κι αυτοί πολύ σπάνια αξιώνονται τη δημοσιότητα που τους αξίζει και τους αναλογεί)· οι υπόλοιποι ασφυκτιούν και, από καιρό σε καιρό, τυπώνουν τα βιβλία τους βάζοντας το χέρι βαθιά στην τσέπη.

Το Εντευκτήριο εκδίδεται εκτός του κέντρου»· πόσο το επηρέασε αυτό, θετικά ή αρνητικά;
Κάθε εκδοτική δραστηριότητα εκτός κέντρου συνεπάγεται, σχεδόν αποκλειστικά, μόνο προβλήματα και εμπόδια: στη συγκέντρωση συνεργασιών, στη διακίνηση, στην προβολή, στην εξασφάλιση (παλαιότερα, γιατί τώρα δεν υπάρχουν) διαφημίσεων, χορηγιών κτλ. Δυσκολεύομαι να επικαλεστώ κάτι θετικό που να προέκυψε από το ότι έδρα του Εντευκτηρίου είναι η Θεσσαλονίκη. Απλώς, έτυχε να ζω και να εργάζομαι εδώ.

Έχετε συνεργασίες με άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στο εξωτερικό;
Με ελλαδίτικα περιοδικά όχι (δεν ξέρω και τι περιεχόμενο θα μπορούσε να έχει μια συνεργασία)· με κυπριακά περιοδικά θα μπορούσε να υπάρξει, σε επίπεδο ανταλλαγής συνεργασιών.

Διάβασα κάποιες δηλώσεις αναγνωστών, συγγραφέων και άλλων σε ένα αφιέρωμα για το Εντευκτήριο, όπου το περιέγραφαν ως «μια φωνή», «ένα σημαντικό βήμα έκφρασης», «μια φωλιά», «ένα σπίτι». Πώς θα περιγράφατε εσείς το Εντευκτήριο; Τι είναι για σας το Εντευκτήριο;
Χμ, κρατήσατε τη δύσκολη ερώτηση για το τέλος! Θα έλεγα, η πολύωρη καθημερινή απασχόληση και συντροφιά μου, το αγχολυτικό και το αντικαταθλιπτικό μου σε μια συσκευασία, ο τρόπος που επινόησα πριν από 29 ολόκληρα χρόνια για να κρατήσω το κεφάλι μου έξω από τη θάλασσα της ζωής.

23.11.16

Πέθανε ο Ιρλανδός πεζογράφος Ουίλλιαμ Τρέβορ (1928-21.11.2016)




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

Πέθανε προχτές (21.11) ο Ουίλλιαμ Τρέβορ, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους διηγηματογράφους που διάβασα. 
Την 1.3.2009 είχα δημοσιεύσει στην Καθημερινή το ακόλουθο κείμενο για τη συλλογή διηγημάτων του Οι εργένηδες των λόφων.

Κομμένες επαφές, χαμένες ελπίδες


Ουίλλιαμ Τρέβορ

Οι εργένηδες των λόφων

Μτφρ: Δέσπω Παπαγρηγοράκη, Κατερίνα Παπαδημάτου, Μαίρη Σαρατσιώτη
Επιμέλεια - επίμετρο: Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ελληνικά γράμματα 2008, 334 σελ.

Ο Ουίλλιαμ Τρέβορ είναι ένας από τους ελάχιστους σύγχρονους Ευρωπαίους πεζογράφους που καταγίνονται συστηματικά με το διήγημα, παράλληλα με το μυθιστόρημα. Γεννημένος το 1928 στο Μίτσελστοουν της Ιρλανδίας, σπούδασε Ιστορία στο Κολέγιο του Δουβλίνου και το 1954 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ζει μέχρι και σήμερα.

Αντίθετα με ό,τι συνηθίζεται, ο Τρέβορ ασχολήθηκε πρώτα με το μυθιστόρημα· μόλις το τρίτο του βιβλίο ήταν συλλογή διηγημάτων, ωστόσο εξακολουθεί να γράφει άλλοτε μικρά (σχετικώς) πεζά και άλλοτε μυθιστορήματα.

Στα περισσότερα από τα διηγήματα αυτού του τόμου πρωταγωνιστούν άνθρωποι «θαμποί» και «ασήμαντοι», κυριολεκτικά της διπλανής πόρτας, ακυρωμένοι από αποτυχίες, απογοητεύσεις και μεγάλες πίκρες. Μέσα από τις χαμένες ζωές τέτοιων προσώπων, ο Τρέβορ θίγει ευρύτερα κοινωνικά θέματα. Πέρα από την ανακύκλωση της βίας στη Βόρεια Ιρλανδία, μιλάει για τη φθίνουσα επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας, για την αργή αλλά σταθερή παρακμή των αγροτικών περιοχών εξαιτίας της αστυφιλίας, που φτάνει μερικές φορές στην απόλυτη απερήμωση της υπαίθρου….
Λίγοι συγγραφείς έχουν αποδώσει με τόση ευαισθησία την απομόνωση που βαραίνει τους ανθρώπους στην ιρλανδική ύπαιθρο, με τις προσδοκίες τους να σβήνουν μέρα με τη μέρα και τους ίδιους να βυθίζονται σε μια μονότονη ζωή.



Σε ορισμένες ιστορίες του Τρέβορ δεν συμβαίνει τίποτε αληθινά συνταρακτικό· υπάρχει απλά (απλά;) μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, που αποκτά χαρακτήρα αποκάλυψης: μια γυναίκα, την παραμονή του γάμου της, ανακαλύπτει ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε στήσει μια τηλεφωνική φάρσα που θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνη για μια ανάπηρη γυναίκα· μια παντρεμένη συνειδητοποιεί πόσο θα της λείψουν, τώρα που θα μετακομίσει σε ένα προάστιο, οι εβδομαδιαίες επισκέψεις ενός ηλικιωμένου οικογενειακού φίλου που ποτέ δεν τόλμησε να της εκφράσει ρητά τον έρωτά του· ένας γέρος προτεστάντης κληρικός σε ολιγάνθρωπη αγροτική ενορία αντιλαμβάνεται πόσα κοινά έχει με τον νεότερό του καθολικό ιερέα από τη μεγαλούπολη· ένα 9χρονο κοριτσάκι ανέχεται σιωπηλά το «φλερτάρισμα» ενός μεσήλικα, για να μη διαταράξει την πιθανή επαναπροσέγγιση των εν διαστάσει γονιών του· ένας πανεπιστημιακός διαπιστώνει τα πραγματικά αισθήματα των συναδέλφων του για κείνον, όταν από φάρσα δημοσιεύεται σε τοπική εφημερίδα η νεκρολογία του.
Αλλά ακόμη και ιστορίες όπου πραγματικά «κάτι σπουδαίο» συμβαίνει, όπως στο εξαιρετικό «Πένθος», με έναν νεαρό να στρατολογείται από τον IRA για να τοποθετήσει μια βόμβα και να αλλάζει γνώμη την τελευταία στιγμή, η αφήγηση παραμένει χαμηλόφωνη, κυρίως χωρίς διδακτισμούς και ρητορείες.

Ελλειπτικές φράσεις
Πειθαρχημένο αφηγηματικό ύφος, διεισδυτικότητα στην απόδοση των συναισθημάτων, φράσεις καλοδουλεμένες αλλά ελλειπτικές που κρύβουν στις ραφές τους τα πιο βαθιά μυστικά των ανθρώπων, ώστε συχνά χρειάζεται να διαβάσει κανείς ξανά και ξανά μια ιστορία, για να βεβαιωθεί ότι αντιλήφθηκε τι ακριβώς συμβαίνει… Μου έτυχε στο πρώτο κιόλας διήγημα των Εργένηδων στο λόφο, που τιτλοφορείται «Τρεις άνθρωποι». Με παρέσυρε ο ύπουλος χαμηλότονος αφηγηματικός ρυθμός του και, όταν τέλειωσα την ανάγνωση, αναγκάστηκα να επανέλθω και να ξαναδιαβάσω το κείμενο, για να σιγουρευτώ ότι είχα καταλάβει σωστά ποιο είναι το τρομερό μυστικό που ενώνει τη μεσήλικη Βέρα με τον νεότερό της ―άνθρωπο για όλες τις δουλειές― Σίντνι, κάτω από το άγρυπνο όσο και σοφό βλέμμα του υπερήλικου πατέρα της.

Από ιστορία σε ιστορία, ο Τρέβορ υπογραμμίζει την απόσταση ανάμεσα στις επιθυμίες των ηρώων του και στον ζωντανό τάφο της καθημερινότητάς τους. Γνωρίζει πολύ καλά να συμπιέζει τον αφηγηματικό χρόνο, αφηγούμενος ακόμη και ολόκληρες δεκαετίες μέσα σε λίγες γραμμές, με μια εντυπωσιακή χρήση της τεχνικής του φλας-μπακ.

Η λακωνικότητα και το αφαιρετικό του στυλ, μαζί με τον φυσικό λόγο, γυμνό από επινοήσεις και φωναχτά ευρήματα, προσδίδουν ιδιαίτερη μαγεία στις ιστορίες του: διαβάζοντές τες είναι σαν να τις ακούς από το στόμα ενός επιβάτη που κάθεται στο μπροστινό κάθισμα του τρένου ή του λεωφορείου· ένα δυνατό κλάξον, ένα κουδούνισμα κινητού ― και να πώς έχασες μια φράση του αφηγητή, που καλείσαι να τη συμπληρώσεις προσφεύγοντας στα συμφραζόμενα ή στη φαντασία σου.

Ιδιαίτερα προσεγμένες οι μεταφράσεις, υποδειγματικό στη σύνταξή του και στην πληρότητά του το Επίμετρο, που σχεδόν δεν αφήνει περιθώρια για πρωτότυπες παρατηρήσεις.

14.11.16

Οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας



πηγή: http://www.naftemporiki.gr

Το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ανακοίνωσε τους βραχείς καταλόγους για τα Κρατικά Λογοτεχνικά βραβεία, Διηγήματος - Νουβέλας, Μυθιστορήματος, Ποίησης, Δοκιμίου - Κριτικής, Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, Χρονικού - Μαρτυρίας.
Οι βραχείς κατάλογοι συνοδεύονται από Αιτιολογημένη Έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίση περιόδου (εκδόσεις 2014).
 

Διήγημα - Νουβέλα
Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια, Ανδρέας Μήτσου, εκδόσεις Καστανιώτη
Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα, Χρήστος Οικονόμου, εκδόσεις Πόλις
Γκιακ, Δημοσθένης Παπαμάρκος, εκδόσεις Αντίποδες
Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά, Λάκης Παπαστάθης, εκδόσεις Πόλις
Νοέμβριος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, εκδόσεις Πατάκη
 

Μυθιστόρημα
Ανέστιος - Ημερολόγια, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, εκδόσεις Άγρα
Τελευταία έξοδος. Στυμφαλία, Μιχάλης Μοδινός, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Ο άσος στο μανίκι, Γιάννης Πλιάγκος, εκδόσεις Κέδρος
Ο κηπουρός κι ο καιροσκόπος, Δημήτρης Φύσσας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Νίκη, Χρήστος Χωμενίδης, εκδόσεις Πατάκη
 

Ποίηση
«Terrarium, Το πείραμα του Ward», Γαλάνη Ελένη, εκδόσεις Μελάνι
Η σπηλιά με τα βεγγαλικά, Δαράκη Ζέφη, εκδόσεις Νεφέλη
Μνήμη σχεδόν πλήρης, Κακάρογλου Λεωνίδας, Βιβλιοπωλείον της Εστία
Επί ανέμων, ασπαλάθων κι απήγανων, Ντάντος Χρήστος, εκδόσεις Οροπέδιο
Κρύβε λόγια, Παπαγεωργίου Χρίστος, εκδόσεις Κίχλη

Δοκίμιο - Κριτική
Μετά θάρρους ανησυχίαν εμπνέοντος. Η κριτική πρόσληψη του Γ.Μ. Βιζυηνού (1873-1896), Λάμπρος Βαρελάς, εκδόσεις University Studio Press
Ανιχνεύοντας την “αόρατη γραφή”. Γυναίκες και γραφή στα χρόνια του ελληνικού διαφωτισμού – ρομαντισμού, Σοφία Ντενίση, εκδόσεις Νεφέλη
“Σαν κ’ εμένα καμωμένοι”, Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας, Δημήτρης Παπανικολάου, εκδόσεις Πατάκη
Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού, Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Κίχλη
Κουλτούρα και λογοτεχνία. Πολιτισμικές διαθλάσεις και χρονότοποι ιδεών, Δημήτρης Τζιόβας, εκδόσεις Πόλις

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς
Κατερίνα Ζησάκη, Ιστορίες απ΄το Ονειροσφαγείο, εκδόσεις Μανδραγόρας
Χρίστος Κυθρεώτης, Μια Χαρά, εκδόσεις Πατάκη
Παναγιώτης Λογγινίδης, Αναίτια εποχή, εκδόσεις Κέδρος
Ειρήνη Μαργαρίτη, Φλαμίνγκο, εκδόσεις Μελάνι
Μαρία Φίλη, Το πιο Παράξενο Απόκτημα των Εντόμων, εκδόσεις Μελάνι

Χρονικό - Μαρτυρία
Τα παιδιά του Οικοτροφείου, Θεόδωρος Κώτσιος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Ο κόσμος κατ’ εμέ. Ο βίος και τα πάθη μου, Ροβήρος Μανθούλης, εκδόσεις Γαβριηλίδη
Δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ. Η αφήγηση στις ελληνικές εφημερίδες, 19ος -20ος αιώνας, Νίκος Μπακουνάκης, εκδόσεις Πόλις
Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, εκτόπιση, επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940, Ρίκα Μπενβενίστε, εκδόσεις Πόλις
Ο φερετζές και το πηλήκιο, Παύλος Τσίμας, εκδόσεις Μεταίχμιο

Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας
1. Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, πρόεδρος
2. Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου,  αντιπρόεδρος
3. Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
4. Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών
5. Μαρία Σκιαδαρέση, συγγραφέας
6. Λίλυ Εξαρχοπούλου, συγγραφέας
7. Λίνα Πανταλέων, κριτικός λογοτεχνίας
8. Νένα Κοκκινάκη, κριτικός λογοτεχνίας

9.  Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, κριτικός λογοτεχνίας.

Ποιητική αυτογνωσία [κριτική του βιβλίου «Ποιητικό Αίτιο» του Ένο Αγκόλλι]



πηγή: www.avgi.gr

της Βαρβάρας Ρούσσου

Ένο Αγκόλλι, Ποιητικό Αίτιο. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015

                                                                                     Πύργοι που πέφτουν
                                                                                     Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Αλεξάνδρεια
                                                                                     Βιέννη, Λονδίνο
                                                                                     Εξωπραγματικές


                                                                                                                                                                                                                                                            T. S. Eliot

Η συνύπαρξη του νεανικού ενθουσιασμού με την αυτογνωσία, καθώς και η ενασχόληση με τη φιλοσοφία, μπορούν να αποτελέσουν ένα πρόσφορο υπέδαφος για να καλλιεργηθεί μια πρώτη εκρηκτική ποιητική παρουσία. Βέβαια, η συνύπαρξη όλων των παραπάνω όχι μόνον δεν συνεπάγεται αυτονόητα την ποίηση ούτε εγγυάται το αποτέλεσμα το οποίο εύκολα μπορεί να ολισθήσει σε κενή κατασκευή, ιδίως εάν πρόκειται για πρώτη εμφάνιση, οπότε η τάση για πρόκληση μπορεί να αποτελέσει δέλεαρ για εύκολες συνθέσεις.

Ανάλογο είναι το διακύβευμα του Ένο Αγκόλλι, μόλις εικοσιενός ετών όταν εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ποιητικό Αίτιο, πράγμα που σημαίνει ότι ορισμένα από τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή γράφτηκαν από τον Αγκόλλι στην ηλικία που άλλοι συνομήλικοί του αναλώνονται στη μελέτη για τις Πανελλήνιες εξετάσεις. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα σε ποιο βαθμό ευοδώθηκε το τολμηρό εγχείρημα του νεαρού Αγκόλλι. Παρά την νεαρή ηλικία του, χειρίστηκε με σύνεση το υλικό του, χωρίς ούτε να παρασυρθεί από τη συχνά σύμφυτη με τη νεότητα αλαζονεία και αυθορμητισμό ούτε να πέσει στην παγίδα του εύκολου εντυπωσιασμού ή στην πεζολογία του μεταμοντέρνου.




Δύο είναι τα σημεία στα οποία εστιάζεται κυρίως το ενδιαφέρον στην ποίηση του Αγκόλλι: ο μορφολογικός πειραματισμός και η ποιητική πραγμάτευση μιας καίριας ανθρώπινης συνθήκης, αυτή της απώλειας, με τρόπο διαλεκτικό: με το διάλογο της ποίησης με άλλες μορφές λόγου (με άλλους λόγους θα λέγαμε όπως και με το λόγο του ίδιου του κόσμου που περιβάλλει τον ποιητή) οι οποίες είτε ενσωματώνονται είτε λειτουργούν παράλληλα είτε σε αντιπαράθεση με τα ποιήματα της συλλογής.

Οι μορφολογικές επιλογές του Αγκόλλι δεν αποτελούν αυτές καθαυτές το σημείο αιχμής της συλλογής καθώς τέτοιου είδους πειραματισμούς, και τολμηρότερους μάλιστα σε ειδολογικές συνθέσεις και οριακές μορφές, συναντά κανείς σε πολλούς νέους αλλά και σε καταξιωμένους ποιητές φυσικά με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας. Ο Αγκόλλι χρησιμοποιεί την προζαϊκή ή την ένστιχη οργάνωση σύμφωνα με το νοηματικό φορτίο του κάθε ποιήματος, την ένταση, την ανάγκη για αφηγηματικότητα ή αφαιρετικότητα, πάντοτε όμως με γνώμονα τη συμπύκνωση. Τον προζαϊκό χαρακτήρα κάποιων ποιημάτων ενισχύουν και οι παρεμβαλλόμενοι διάλογοι. Τα πεζόμορφα ποιήματά του ―οκτώ στο σύνολο τριάντα ποιημάτων― θα έλεγε κανείς ότι έχουν κινηματογραφικό χαρακτήρα καθώς εστιάζουν σε στιγμές (και οι σύντομοι διάλογοι δεν είναι παρά παγωμένα στο χρόνο ενσταντανέ) στις οποίες παρεμβάλλεται ένα είδος «σκηνοθετικών» οδηγιών και σχολίων που ορίζουν το πλαίσιο ή σχολιάζουν στοχαστικά το αφηγούμενο συμβάν.





Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο μορφολογικό πεδίο ο τρόπος δόμησης της συλλογής: τέσσερα ποιήματα (το 8ο, 11ο, 19ο, 28ο) συνιστούν μιαν ενότητα με τον τίτλο «Τρεις και μία μέρες μακριά απ’ το Κιότο» και με υπότιτλους που παραπέμπουν σε στιχουργικά και σημασιολογικά στοιχεία του ποιήματος ως είδος αναγνωστικών κλειδιών που όμως δεν ξεκλειδώνουν παρά ως ένα βαθμό τα ποιήματα. Για παράδειγμα, το πρώτο ποίημα της ενότητας τιτλοφορείται «Μέρα Πρώτη- ημι-ρίμα σε έψιλον σίγμα, χωρίς τυπογραφικά κενά» επισύροντας την προσοχή του αναγνώστη στις ρίμες σε-ες (έψιλον σίγμα). Το δεύτερο ποίημα παρέχει μια αναγνωστική κατεύθυνση και στο νοηματικό, πέραν του μορφολογικού, πεδίο: «Μέρα Δεύτερη-περσόνα του συγγραφέα, τυπογραφικά κενά». Το τελευταίο ποίημα με τον τίτλο του «Μέρα Τέταρτη-τέσσερις λέξεις, υποκείμενο, ρήμα, κατηγορούμενος», παρέχει και αυτό μια αναγνωστική οδηγία και επιπλέον κλείνει, με υπέρτιτλο «Suspension of disbelief ΙΙ», την ομώνυμη διμερή ενότητα η οποίας το πρώτο ποίημα είναι το προζαϊκό ««Suspension of disbelief Ι».

Μια άλλη τετράδα ποιημάτων (5ο, 13ο, 21ο, 30ό) πεζόμορφα όλα, έχουν τον τίτλο «[Αστικά ορατόρια]» και τα μέρη τους εν είδει παραγράφων, με ενιαία αρίθμηση (Ι-ΧΙΙ), συναποτελούν τμήματα ενός έργου μέσα στο έργο∙ εξάλλου και ο τίτλος παραπέμπει σε μια σύνθεση μεγάλης κλίμακας που προοδευτικά τείνει στην ολοκλήρωσή του σε ένα αστικό ταξίδι από τη Δύση προς την Ανατολή.

Παράλληλα, όλα τα ενδιάμεσα ποιήματα διαλέγονται τόσο με τόπους όσο και με άλλες μορφές τέχνης: φιλοσοφία, πεζογραφία, μουσική ενώ συνομιλούν και μεταξύ τους δημιουργώντας ένα σύνθετο σύμπαν που το διατρέχει υπόρρητα κυρίως, αλλά και ρητά, το θέμα της απώλειας δημιουργώντας μια συλλογή με κύριο γνώρισμα την συνεκτικότητα που αφήνει να διαφανεί ένα προσεγμένο ποιητικό σχέδιο. Τούτο βέβαια δεν αφορά μόνον την τοποθέτηση των ποιημάτων στη συλλογή και το παραγόμενο αισθητικό αποτέλεσμα αλλά κυρίως την νοηματική σύνθεσή τους, όπου η διαλεκτική φαίνεται να προέχει. Βέβαια, μια τέτοια διάταξη του υλικού θα μπορούσε να προσληφθεί ως - ειρωνικός - κατοπτρισμός του πολυσύνθετου που χαρακτηρίζει τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο.

Η κριτική έχει επισημάνει ότι το κυρίαρχο θέμα της συλλογής, όπως εξάλλου ήδη προαναφέρθηκε, είναι αυτό της απώλειας. Οι ορίζουσες όμως της ποιητικής πραγμάτευσης του θέματος είναι πολλές. Ο Αγκόλλι επέλεξε να αναμετρηθεί ποιητικά με αυτήν την έννοια-βίωμα ιδιαίτερου βάρους με τρόπο αυτοαναφορικό ψηλαφίζοντας, μέσα από τις εμπειρίες του, τις βασικές συνιστώσες της: την αίσθηση (ή η διαίσθηση που επιβεβαιώνεται καθημερινά) του τέλους της εποχής της αθωότητας, δηλαδή της εφηβείας∙ του τέλους των ερώτων που είχαν θεωρηθεί αιώνιοι∙ την αναγκαιότητα της αυτογνωσίας ως προϋπόθεσης για την ωριμότητα∙ την αγάπη (όχι μόνον τον έρωτα), όπως την πραγματεύεται στο ποίημα «Καπέλα Σιστίνα: Η δημιουργία του Αδάμ»∙ τη μνήμη όπως εμφανίζεται στα «Μαλακά ρολόγια» εμφανώς ανακαλώντας εκείνα του Νταλί. Η μνήμη μάλιστα υπονομευτικά λειτουργεί για να ενσαρκωθεί σε πρόσωπα του παρελθόντος και να εντείνει την μελαγχολία του παρόντος: «...με ξελόγιαζε απ’ τα μικράτα μου με τα πατριδολάγνα μάντρα της...» (στο ποίημα «Oxford comma») και στο ποίημα «Motherfucker»: .Mother, I find you in the most unexpected women...But I never left you [...] όταν πίνουμε:/το γάλα σου, το κρασί μου.».

Η παιδική αθωότητα ωστόσο, που η απώλειά της συνειδητοποιείται σταδιακά, μετατρέπεται σε μια υφέρπουσα θλίψη σε όλη τη συλλογή, σε έναν μετεωρισμό ανάμεσα στην αναζήτηση του χαμένου χρόνου και την αγωνία να κερδηθεί ξανά ο χρόνος∙ ενδεικτικό το ποίημα «Μέρα Δεύτερη-περσόνα του συγγραφέα, τυπογραφικά κενά όπου ο χρόνος συστέλλεται και διαστέλλεται πιεσμένος από την τοπική απόσταση αλλά και από την εξομολόγηση της «περσόνας του συγγραφέα». Κατάλοιπα αθωότητας εξακολουθούν να εμφανίζονται ως νοσταλγία ή μετέωρο βήμα μεταξύ παιδικής ηλικίας - ενηλικίωσης: «...αν υπάρχει ένας του οποίου τη θρησκεία πιστεύω ευλαβικά, είναι κατ’ ανάγκην ο Μικρός Πρίγκιπας, μεγάλη η χάρη του». («Στη διαδρομή εξπρές Σικάγο - Μόντρεαλ»).

Το ταξίδι και ο τόπος, (ο τόπος όχι μόνον ως χώρος αλλά και ως συμπυκνωμένο σύμβολο φιλοσοφικών τάσεων και το ταξίδι ως τρόπος ζωής) επανέρχονται στη συλλογή δημιουργώντας σταθμούς ή και πόλους αναγώγιμους από το υλικό / τοπικό στο αφηρημένο/εσωτερικό, και κατ’ επέκταση από το σταθερό στο διλημματικό. Σικάγο, Μόντρεαλ, Βοστώνη, Κιότο, Μπογκοτά, Κατμαντού παραπέμπουν στη διαρκή μετακίνηση ενός έκκεντρου υποκειμένου που αναζητά το κέντρο του.

Έτσι, θα έλεγε κανείς ότι η συλλογή αρθρώνεται γύρω από τόπους - σύμβολα, όπως το Σικάγο και το Κιότο, ως συμπύκνωση της Δύσης και της Ανατολής και επομένως της αντίστοιχης φιλοσοφικής θεώρησης που προτείνει την συνειδητή βίωση ή την απάθεια, οπότε με αυτούς τους όρους τίθεται ένα δίλημμα ζωής. Στην ουσία πρόκειται για τις φιλοσοφικές επιλογές που απασχόλησαν θεωρητικά και βιωματικά τον Αγκόλλι και που κατόρθωσε να τις εκφράσει ποιητικά. Αυτό το προσωπικό φιλοσοφικό ερώτημα μπορεί να αναγνωστεί ως το διαρκές ερώτημα της σύγκρουσης δύο κοσμοθεωριών, της Ανατολής και της Δύσης της οποίας το συνεχές προβάδισμα έχει σχεδόν επιβάλλει την έλευση της φθοράς: «...Και χρόνια αργότερα, ειρωνικά/ διατυπώνοντας τους σύγχρονους φθόγγους και τα δόγματα,/ Αγγλοσάξονες/ ρωτούσαν τον Βούδα, τον Γκάντι, τον Ταγκόρ: πείτε μας, πείτε μας-εμείς πότε θα φθαρούμε επιτέλους;» («Η σούτρα της φθοράς»).

Όμως, η ανατολική απάθεια σκοτώνει την επιθυμία για ζωή: «-Συγχώρεσέ με. Σκότωσα τον εαυτό μου πρώτος για να μην μπορεί να με σκοτώσει κανένας άλλος./ [απαντάει, λίγο σαστισμένος, και μου χαρίζει, έτσι, εν αγνοία του, ένα ακόμη φιλοσοφικό ταλισμάν για τη συλλογή μου-τα οστά συνετίζουν.]», διαβάζουμε στο VI του «[Αστικά Ορατόρια]». «Μόνο πες μου πως το Κιότο δεν έγιν’ Ευρώπη» («Μέρα Τρίτη - αστιξία, τυπογραφικά κενά») γράφει ο ποιητής ταυτίζοντας το Κιότο με την επιθυμία, αναδεικνύοντάς το σε σύμβολο της αναζήτησης. Η Δύση δεν είναι παρά η άλλη δυνατότητα για να αντιμετωπίσει την απώλεια, η απόλυτη βίωσή της έως το τέλος: «Λένε, βρες αυτό που αγαπάς και άσε το να σε σκοτώσει.[...] Έστω. Εγώ λέω βρες αυτό που αγαπάς και σκότωσέ το» («Στη διαδρομή εξπρές Σικάγο-Μόντρεαλ»].

Σε μια ταλάντωση μεταξύ των επιλογών, το βίωμα της απώλειας διαστέλλει το χώρο και τον χρόνο, υπεισέρχεται στη μνήμη, αισθητοποιείται και ενσαρκώνεται -μητέρα, ερωτικά πρόσωπα- ενισχύοντας την αυτοαναφορά, ενώ η εμπειρία παράγει αναπόδραστα όχι την νοσταλγία -αν και υπάρχει και αυτή διάχυτη στη συλλογή εντείνοντας την αδιόρατη θλίψη- αλλά τον αναστοχασμό με αντικείμενο το παρελθόν, ως πρόσωπο, ως τόπο, ως ανάγνωση, ως μουσική.

Πέρα από τα φιλοσοφικού τύπου ερωτήματα, ο έρωτας, διάχυτος σε πολλά από τα ποιήματα του βιβλίου, μοιάζει να είναι όχι «μια κάποια λύσις» αλλά ένα από τα ζητούμενα χαμένα κέντρα στα οποία βρίσκεται η ελπίδα: «-Τι κάνεις όταν δεν μπορείς να έχεις αυτό που αγαπάς;/- Του μοιάζεις,/» («[Αστικά Ορατόρια]» ΙΧ). Και αλλού: «...όταν σε δω στην Piazza Navona, ένα συμφωνημένο από αιώνες πρωινό, θα σε αναγνωρίσω, αλάνθαστα, και θα σου πω,] / -Ήρθες. / [Κι ας μην έχουμε ιδωθεί ποτέ μας], («[Αστικά Ορατόρια]», ΧΙ). Το «εσύ» που είναι υπό αναζήτηση και ταυτόχρονα μέρος ενός βιωμένου έρωτα αποτελεί και τον αποδέκτη των εξομολογήσεων και των αναμνήσεων. Η σκληρή απόφανση «...δεν πιστεύω στον έρωτα, τη φιλία/ και τα λοιπά.», που υποδηλώνει την περιχαράκωση στο εγώ και την αμφισβήτηση του ανοίγματος προς τον άλλον, άρα την απώλεια του άλλου: διερωτάται κανείς πόσο αυτή η στάση γίνεται μια «πανοπλία» που στρέφει το άτομο προς τον ίδιο τον εαυτό του ή πόσο αποτελεί το ξεκίνημα για την συνάντηση με τον άλλον.

Τέλος, ως φυσικό επόμενο όλων αυτών τίθεται και η διερώτηση («για να μην κάθεται άνεργος») για την θέση της ποίησης σε όλα αυτά, σύμφυτη σχεδόν με την θέση του ίδιου αυτού του υποκειμένου στον κόσμο, τροφοδοτεί την αυτοαναφορικότητα της συλλογής και εντέλει αναδεικνύεται ως τρόπος ζωής. Ο διάλογος ανάμεσα στο δημιουργό και τον αναγνώστη εξελίσσεται στο ποίημα «Θεωρία Συνόλων» σε μια σχέση έλξης-άπωσης εντέλει το μόνο που απομένει όρθιο είναι το ίδιο το ποίημα.

Στο «Θεωρία συνόλων», όπως και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, υπάρχει έκδηλη η διακειμενικότητα. Οι αναφορές του σε μεγάλους Ευρωπαίους πεζογράφους: τον Proust (ήδη από τον πρώτο στίχο της συλλογής ως φόρος τιμής στο εμβληματικό έργο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο), τον Kafka («Μια σύντομη μπαλάντα από την αθάνατη ζωή της Μιλένα»), τον Mann αλλά και τον Lorca ή τον Larkin αλλά υπόρρητα και με τον Eliot διασταυρώνουν την ποίηση του Αγκόλλι με εμβληματικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τελικά, ο κόσμος του Αγκόλλι είναι αυτός ενός νέου ανθρώπου της εποχής μας: πολίτης του κόσμου σε ένα παγκόσμιο χωριό στο οποίο ταξιδεύει, ερωτεύεται, μελετά, συλλέγει εμπειρίες, θησαυρίζει μνήμες, αποκτά συνείδηση εαυτού και ανα-στοχάζεται με τρόπο διαλεκτικό. Ποίηση και φιλοσοφία, πραγματικότητα και γλώσσα συμπλέκονται σε μια απόπειρα να νοηματοδοτήσουν το δυναμικά εξελισσόμενο και σκεπτόμενο υποκείμενο και τον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο του.


[ Η Βαρβάρα Ρούσσου είναι φιλόλογος και υποψήφια δρ ΑΣΚΤ ]

12.11.16

Γιάννη Βαλτή, «Extra Ball»


Γιάννης Βαλτής. Extra Ball. Αθήνα, Εκδόσεις Ποταμός 2016, 184 σελ.

Ματαίως ασχολήθηκα με τη διαφήμιση. Ματαίως φλέρταρα, ματαίως χαμογέλασα, ματαίως άκουσα με τις ώρες ανοησίες, ματαίως προσπάθησα να ενταχθώ. Πολλοί λόγοι, φαντάζομαι, με οδήγησαν σ' αυτή τη ματαιότητα. Παγιδεύτηκα στην πεποίθηση πως όσο ανεβαίνεις τόσο πιο ελεύθερος γίνεσαι. Πρώτα εξαντλήθηκαν οι δυνάμεις, μετά η υπομονή, μετά το ενδιαφέρον, μετά τα χρήματα στην αγορά, τέλος η υγεία κι η αυταπάτη.

Απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο του Γιάννη Βαλτή, που ώς τώρα μιλούσε μέσω της δημιουργίας εικόνων. Χωρίς καμιά λογοτεχνικότητα και συναισθηματισμό, ο Βαλτής γράφει λογοτεχνία που κατευθείαν συγκινεί και ταράζει.

Εικοσιοκτώ κείμενα πυροδοτημένα από την εμφάνιση της ασθένειας στη ζωή του κεντρικού προσώπου: μεταξύ κυνισμού και χαδιού, λυγμού και ανάλαφρου σφυρίγματος, ο συγγραφέας στήνει έναν κόσμο, πικρό και διασκεδαστικό, θαυμαστά ολοκληρωμένο, όπου η ανάγκη της ελευθερίας, η γλώσσα των αισθημάτων, έχουν τον κύριο λόγο.

Ο Γιάννης Βαλτής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964.
Σπούδασε φωτογραφία στην Κολωνία, 
εργάστηκε ως φωτογράφος, σκηνοθέτης 
και παραγωγός στη διαφήμιση, 
ασχολείται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, 
έχει δύο παιδιά και ζει στη Βουρβουρού Χαλκιδικής.


11.11.16

Τέλλος Φίλης: Ο χρόνος του βλέμματος




μετά τα χώματα σιωπής, κρατώ το βλέμμα στους αιώνες
εκείνου που περίμενα ―χωρίς να ξέρω ότι υπάρχει―
κι όλων των άλλων, που μου δίδαξαν, όσων δεν έχουν καταγραφεί
το αόρατο των ονείρων μου, παραμένοντας το πιο ισχυρό
κι ας μην περιμένει στις διαβάσεις της λογικής, να εξηγηθεί
σε κάποιο τροχαίο σεμινάριο επιβίωσης του είδους

κάθε που τολμώ να κοιτάξω στο μέσα άπειρο
αυτό το βλέμμα συναντώ
να μ' οδηγεί σε οροπέδια δύσβατα θνητών αισθημάτων
διατηρώντας την καθημερινή του αθανασία
―απαραίτητο υγρό πυρ σε καμβά―
στη νικηφόρα μάχη του χρόνου

καθώς τα λάδια του θα σβήνουν τον ρεαλισμό
διατηρώντας μόνο την ειρωνεία του βλέμματος
αμφισβήτηση μιας γνώσης που με τα χρόνια
έγινε βεβαιότητα ―για ν' αντέξει στους «μονόδρομους»―

αρκεί μόνο ένα φευγαλέο κοίταγμα να ανατρέψει τους κανόνες
ένα βιαστικό ξεφύλλισμα του βλέμματος
για να καούν όλες οι τεχνητές ισορροπίες της Ιστορίας
ένα βλέμμα για να γραφούν απ' την αρχή τα ημερολόγια