7.5.18

Πικρά μυστικά μέσα σε λαχταριστό γλύκισμα



γράφει η Χρύσα Τσαλικίδου         
        
H Μαύρη τούρτα της Χριστίνας Μούτσου είναι ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα που εντυπωσιάζει με την αλήθεια και την αμεσότητά του. Μέσα από μία μη γραμμική αφήγηση, τόσο έξυπνα δομημένη που θα τολμούσα να πω ότι φτάνει σχεδόν το σασπένς, ο αναγνώστης γνωρίζει σιγά σιγά τους ήρωες και τα κίνητρά τους. Οι ήρωες είναι ολοζώντανοι, γνήσιοι, φέρουν όλη την πολυπλοκότητα και την τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Σχεδόν ανασαίνουν στο χαρτί. Περιγράφονται σφαιρικά, με όλα τα προτερήματα και ελαττώματά τους· η συγγραφέας δεν χαρίζεται σε κανέναν, δεν παρασύρεται και δεν χρησιμοποιεί καμιά ευκολία. Εξετάζει τους χαρακτήρες της από κάθε πλευρά, τους ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια και τους παραδίδει στην κρίση μας. Τους ξεγυμνώνει, αλλά με τρυφερότητα, ενσυναίσθηση και πηγαία ανθρωπιά.
   Παράλληλα, δημιουργεί μία συναρπαστική πλοκή, τόσο που το βιβλίο διαβάζεται με μια ανάσα. Ταυτίζεσαι με τους ήρωες, γιατί αναγνωρίζεις σ’ αυτούς τον εαυτό σου, τις αγωνίες και τα μυστικά σου, τις επιθυμίες και τα πάθη σου, τα ψεγάδια και τη δύναμή σου. Οι αμφιβολίες και τα λάθη τους, οι συμβιβασμοί και οι θυσίες τους, εντέλει η συνέπεια ή η έλλειψή της, αποτυπώνονται με σπάνια τόλμη, και ο αναγνώστης προσλαμβάνει τα τεκταινόμενα ως σπαράγματα αληθινής ζωής. Άλλωστε, είναι ακριβώς αυτή η λαμπρή αλήθεια του βιβλίου που κυριολεκτικά σε καθηλώνει. Αποσπά την προσοχή, απαιτεί την προσήλωσή σου και τελειώνοντάς το έχεις την αίσθηση ότι όχι απλώς παρακολούθησες, αλλά και συμμετείχες σε μία παράσταση όπου η γνησιότητα συνυπήρχε με τη μαεστρία. Κι αυτό οφείλεται στην απίστευτη ζωντάνια που αποπνέει ο κάθε χαρακτήρας, από τους πλέον κεντρικούς μέχρι αυτόν που παίζει τον μικρότερο ρόλο στην ιστορία. Οι αντιφάσεις και η διαρκής εσωτερική πάλη της Ελένης, της ηρωίδας του μυθιστορήματος, η καρτερικότητά της Ελεωνόρας, η ανευθυνότητα του Ντίνου, η αδυναμία της Δάφνης να πάρει τη ζωή της στα χέρια της, αλλά και τα περιγράμματα των ήσσονων χαρακτήρων σκιαγραφούνται αδρά, ενώ οι αναμεταξύ τους συγκρούσεις εκπλήσσουν με τη σφοδρότητα και την ειλικρίνεια με την οποία αποδίδονται.
         Αλλά εκείνα που ερευνώνται εξαντλητικά και κυριαρχούν στο βιβλίο είναι η σχέση μάνας-κόρης και το σχήμα της οικογένειας, μ’ όλον τον αλληλοσπαραγμό και τη συνενοχή της. Ο τρόπος που φωτίζονται τούτες οι σχέσεις είναι συναρπαστικός, καμιά όψη τους δεν μένει στο σκοτάδι, κι όλ’ αυτά δίχως ίχνος μελοδραματισμού. Η Χριστίνα Μούτσου καταφέρνει στο πρώτο της μυθιστόρημα να φτάσει σε εντυπωσιακά βάθη, κρατώντας παράλληλα θαυμαστές ισορροπίες στην αφήγησή της. Οι φωνές των ηρώων της ακούγονται χωρίς να κραυγάζουν, και είναι τέτοια η αλήθεια τους που μένουν ν’ αντηχούν καιρό στ’ αυτιά του αναγνώστη. Κάποιοι απ’ αυτούς περνούν τη ζωή τους μέσα σε μιαν ήσυχη απελπισία, άλλοι δέχονται τις συνέπειες των επιλογών τους μέσα από σκληρές δοκιμασίες και προχωρούν προς τη λύτρωση. Όμως όλοι αφήνουν το σημάδι τους.
         Η συγγραφέας,αντλεί από την εμπειρία της  ως ψυχοθεραπεύτριας για να φτιάξει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, αλλά ο λόγος της είναι λιτός, καθαρός, χωρίς επίφαση επιστημοσύνης, προσιτός σε όλους. Και αυτή η ευκρίνεια είναι ένα ακόμη από τα προτερήματα του βιβλίου. Γοητεύει με την απλότητα του ύφους της, που όμως δεν γίνεται ποτέ απλοϊκότητα. Οι πιο περίπλοκες καταστάσεις περιγράφονται απέριττα, δωρικά σχεδόν, και η μία στρώση της τούρτας μετά την άλλη έρχονται ξεχωριστά στο φως, κάποτε ολόγλυκες, κάποτε με μια επίγευση πίκρας, ακριβώς όπως συμβαίνει στις ανθρώπινες σχέσεις και στη σταδιακή αποκάλυψη των πτυχώσεων της ανθρώπινης ψυχής.
         Αλλά αυτή η Μαύρη Τούρτα είναι σοφά μαγειρεμένη: η κάθε μπουκιά είναι χορταστική, ο συνδυασμός των γεύσεων πετυχημένος και διαθέτει κάτι περισσότερο από νοστιμιά: μ’ έναν μαγικό τρόπο σ’ αφήνει σοφότερο.

30.4.18

Το Ντουέντε του Σταμάτη Κραουνάκη




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

Πήγα “ανύποπτος” στο Θέατρο Τέχνης στη Φρυνίχου για να δω το Ντουέντε του Λόρκα μόνο και μόνο επειδή την παράσταση την έχει στήσει ο Κραουνάκης· δεν ήξερα τίποτε (δεν είμαι δα και ο Φωτεινός Παντογνώστης) για το κείμενο αυτό του μεγάλου Ισπανού, το οποίο στην πραγματικότητα είναι μία διάλεξή του του 1934, στο Μπουένος Άιρες, στο πλαίσιο της περιοδείας που έκανε τότε στη Λατινική Αμερική. Ο ίδιος ο Λόρκα δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο.

Στα 90 λεπτά που διαρκεί η παράσταση, δεν δίνεται κανένας ορισμός της λέξης-τίτλου. Ο όρος πλαγιοκοπείται σταθερά και επίμονα με μεταφορές, παρομοιώσεις, περιφράσεις, λόγια άλλων που τον περικυκλώνουν αλλά ποτέ δεν τον περιορίζουν σε μονοσήμαντη ερμηνεία μίας ή δύο λέξεων.

Ο Κραουνάκης, μακριά και έξω από κάθε τι στο οποίο μας έχει συνηθίσει, αποδίδει ―φλεγόμενος― με τον δικό του, ελεγχόμενα (εδώ) πληθωρικό τρόπο, το κείμενο (μεταφρασμένο υποδειγματικά από την Ολυμπία Καράγιωργα). Προσθέτει όμως στην παράσταση δέκα μελοποιημένα από τον ίδιο, εδώ και πολλά πολλά χρόνια, ποιήματα του Λόρκα (από το libro de poemas), που τα ερμηνεύουν μοναδικά οι τενόροι Χρήστος Γεροντίδης και Κώστας Μπουγιώτης (στο πιάνο ο Βασίλης Ντρουμπογιάννης, τσέλο ο Γιώργος Ταμιωλάκης).

Πρόκειται για μία από τις πιο καθηλωτικές παραστάσεις που έχω δει στη ζωή μου, μια αληθινή ιερουργία καμωμένη με “φτωχά” πλην τίμια υλικά.

Μετά το τέλος της παράστασης, αφού έφυγαν οι άλλοι θεατές, έμεινα καθηλωμένος στη θέση μου, προσπαθώντας να διαχειριστώ τη συγκίνησή μου για το θέαμα-ακρόαμα που μόλις είχα παρακολουθήσει. Θα μπορούσα να μείνω εκεί μέχρι το πρωί, αγκαλιάζοντας με το βλέμμα μου το μεγάλο τραπέζι και τις δύο μοναστηριακές πολυθρόνες, τους ξύλινους δίσκους με τα κεριά στις δύο άκρες της σκηνής, τις φλούδες από το πορτοκάλι που τελετουργικά ξεφλούδισε μ’ ένα παλιακό σουγιαδάκι ο Κραουνάκης και τα σπασμένα κομμάτια από μεγάλα ραβδιά κανέλας που στο φινάλε χρησιμοποίησαν σαν κρόταλα οι δύο τραγουδιστές ― όταν άρχισαν να σβήνουν τα φώτα, βγήκα από την αίθουσα βάζοντας σαν τον κλέφτη ένα κομμάτι κανέλας στο σακίδιό μου. 

Να δείτε οπωσδήποτε αυτήν την παράσταση, που θα παίζεται κάθε Τρίτη και Τετάρτη ώς το τέλος Μαΐου. Θα με ευγνωμονείτε ― όπως ευγνωμονώ κι εγώ τον Κραουνάκη που με παρότρυνε να τη δω.



Στο ΑΤΜ


γράφει ο Τέλλος Φίλης

Την ώρα που περίμενα να πάρω τα τελευταία χρήματα από το μηχάνημα, άξαφνα το μάτι μου έπεσε στη στάση την αμήχανη της αναμονής του νέου που περίμενε την ολοκλήρωση της δικής του συναλλαγής κι όλο το σφρίγος, η νεανική ορμή κι η δύναμη απ' τα νιάτα του με τύφλωσαν, έτσι όπως καθόμουν μόνος κι άπραγος, σε θέση αναμονής κι εγώ ― μα πιο απελπισμένος Σε ποιες απολαύσεις, σε τι παρέες της νυκτός, με ποιά άλλα κορμιά ετούτη η γάμπα θα συνομιλούσε, μετά από δω… … κι όλη σιωπή της ηλικίας μου με σκέπασε καταμεσής του κεντρικού του δρόμου

24.4.18

Το Εντευκτήριο και οι Εκδόσεις Εντευκτηρίου στη φετινή, 15η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης



Το Εντευκτήριο και οι Εκδόσεις Εντευκτηρίου συμμετέχουν και στη φετινή, 15η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (3-6/5/2018), περίπτερο 15, σταντ Νο 83 (στην απέναντι πλευρά του περιπτέρου ως προς τη μέχρι τώρα θέση του σταντ).


Σας περιμένουμε εκεί για να σας παρουσιάσουμε το νέο τεύχος του περιοδικού (Νο 114 - Aφιέρωμα στη Λούλα Αναγνωστάκη), μια επιλογή από παλαιότερα τεύχη του, καθώς και μερικές από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου, πολύ φρέσκες μαζί με παλαιότερες, αλλά και για να γνωρίσετε μερικούς από τους συγγραφείς/συνεργάτες του περιοδικού.




Ώρες λειτουργίας 
Πέμπτη 3/5: 15.00-21.00
Παρασκευή 4/5: 10.00-21.00
Σάββατο 5/5: 10.00-22.00
Κυριακή 6/5: 10.00-21.00


Εκδηλώσεις

Σάββατο 5/5
13:00-14:00 Αίθουσα Μονόκερως / Περίπτερο 13
Περιοδικό Εντευκτήριο: Στον 31ο χρόνο



Έπαινοι, μομφές, χαιρετισμοί (διά ζώσης και εξ αποστάσεως) από συνεργάτες του περιοδικού, μετά μουσικής και θεαμάτων. Λίγα λόγια θα πει και ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές του Εντευκτηρίου, Γιώργος Κορδομενίδης.
Παρουσίαση του πρόσφατου τεύχους του περιοδικού, Νο 114, με αφιέρωμα στη Λούλα Αναγνωστάκη.


Κυριακή 6/5
11:00-12:00 Αίθουσα Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης / Περίπτερο 15
Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Αλεξάνδρας Μπακονίκα «Ο κόσμος απροκάλυπτα»



Μιλούν: 
Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου, ποιήτρια, δοκιμιογράφος
Γιάννης Τσιτσίμης, συγγραφέας
Γιώργος Καλιεντζίδης, ποιητής
Αλεξάνδρα Μπακονίκα, συγγραφέας του βιβλίου. 
Διαβάζει η ηθοποιός Εύη Μπινάζη
Συντονίζει ο Γιώργος Κορδομενίδης, διευθυντής των Εκδόσεων Εντευκτηρίου.

Σημείωση 01: Στην πανοραμική αυτή (προπέρσινη) φωτογραφία "ανώνυμου" συνεργάτη, το σταντ φαίνεται τεράστιο, στην πραγματικότητα είναι μόλις 9 τ.μ.!
Σημείωση 02: Και φέτος θα ληφθούν φωτογραφικές παρουσίες!

21.4.18

«Θα πεθάνω τον Οκτώβριο – είναι ωραίος μήνας»


Νέο «Εντευκτήριο», με αφιέρωμα στη Λούλα Αναγνωστάκη


του Δημήτρη Αθηνάκη

πηγή: εφημερίδα Η Καθημερινή
«Αισθάνομαι από τη μια μεριά ότι δεν έχω κανένα προσόν, και αυτό πολύ αντικειμενικά. Κι από την άλλη, ότι είμαι κάτι πολύ σπουδαίο, αλλ’ αυτό το σπουδαίο βγαίνει από κάπου αλλού. Δηλαδή, δεν στηρίζεται ούτε στην καριέρα που έχω κάνει, ούτε στην εξυπνάδα, ούτε στην εξωτερική εμφάνιση, ούτε σε τίποτα. Είμαι κάτι άλλο. Αισθάνομαι ότι μέσα μου έχω κάτι σπουδαίο. Και γι’ αυτό προσβάλλομαι εύκολα. Δεν επιτρέπω στους άλλους να θίγουν αυτό που έχω μέσα μου». 
Αυτό είναι ένα απόσπασμα από μία συνέντευξη της Λούλας Αναγνωστάκη στον Γιώργο Ζεβελάκη, τον άνθρωπο-αρχείο των νεοελληνικών γραμμάτων που προλογίζει το νέο τεύχος του «Εντευκτηρίου», αφιερωμένου στη μεγάλη θεατρική συγγραφέα, που έφυγε από τη ζωή στις 8 Οκτωβρίου 2017 – «Θα πεθάνω τον Οκτώβριο», είχε πει στον Γιώργο Ζεβελάκη. «Γιατί;», της απάντησε εκείνος. «Είναι ωραίος μήνας».

Το αφιέρωμα, που συνοδεύεται από cd με την Αναγνωστάκη να διαβάζει τον μονόλογό της «Ο ουρανός κατακόκκινος», περιλαμβάνει κείμενα, μεταξύ άλλων, των Ζυράννας Ζατέλη, Μάρως Δούκα, Βίκτωρος Αρδίττη, Παύλου Μάτεσι, Ακη Δήμου, Σταμάτη Κραουνάκη, Ολιας Λαζαρίδου, Τάκη Σπετσιώτη και Μάνου Καρατζογιάννη, που αναδεικνύουν τη φημισμένη φωτογραφία της Λούλας Αναγνωστάκη, διά χειρός Σπύρου Στάβερη, που ο εκδότης Γιώργος Κορδομενίδης επέλεξε για εξώφυλλο. 
Οι σελίδες του «Εντευκτηρίου» είναι σελίδες αναφοράς για τον αναγνώστη που γοητεύθηκε από εκείνη που ζούσε «μόνο για τον Γιώργο (Χειμωνά)» και για να γράφει. Και για εκείνον που αποζητεί να μάθει για ποιον λόγο η σπουδαία Λούλα Αναγνωστάκη ήταν ένας τρόπος να βιογραφηθεί η Ελλάδα που αποζητούσε να μάθει τη ζωή έξω από τη ζωή, γυρεύοντας την ταυτότητά της ανάμεσα στα χαλάσματα του σπιτιού της και στον οδοστρωτήρα του μοντέρνου –και μοντερνιστικού– 20ού αιώνα. Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν εμείς. Κι όταν δεν το ήθελε καθόλου...

10.4.18

Λέων Τολστόι: Αναζητώντας ένα γαλήνιο τέλος


Λέων Τολστόι


 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗ*

 

Οι τελευταίοι μήνες της ζωής του Τολστόι 

σε μία ευανάγνωστη μυθιστορηματική βιογραφία



Tζέι Παρίνι
Ο τελευταίος σταθμός

Μετάφραση: 
Μαρίνα Τουλγαρίδου

Αθήνα, Εκδόσεις Τόπος 2007
1η ανατύπωση 2009, 383 σ.





Ο τελευταίος σταθμός του Αμερικανού ποιητή, μυθιστοριογράφου και κριτικού Τζέι Παρίνι (γενν. 1948, Πενσυλβάνια, ΗΠΑ) είναι η μυθιστορηματική ανάπλαση του τελευταίου χρόνου ζωής του Λέοντος Νικολάγεβιτς Τολστόι.



Συμπληρώνοντας τα ογδόντα του χρόνια (είχε γεννηθεί στη Γιάσναγια Πολιάνα το 1828), ο πατριάρχης της ρωσικής λογοτεχνίας απολάμβανε την καθολική αναγνώριση. Το έργο του είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται σε άπαντα, να ανθολογείται και να μελετάται, ενώ σε όλη τη χώρα πραγματοποιούνταν τιμητικές εκδηλώσεις για την επέτειο των γενεθλίων του. Ο ίδιος διατηρούσε ακέραιη τη ζωτικότητά του. Λέει η Σοφία Αντρέγεβνα για τον άντρα της, «Λιόβοτσκα»: «Ό,τι κι αν κάνει, το κάνει απόλυτα: κοιμάται, δουλεύει, χορεύει, ιππεύει, τρώει.». Δημιουργικός επίσης ακόμη, γράφει το Δεν υπάρχουν ένοχοι στον κόσμο αλλά και μία ανθολογία γνωμικών για τον Θεό και τη ζωή, αλληλογραφεί με τον Μπέρναρ Σο και τον Γκάντι. Η συνείδησή του όμως παραμένει ανήσυχη και μέσα του μαίνεται η σύγκρουση ανάμεσα στις θρησκευτικές και κοινωνικές του αντιλήψεις από τη μία μεριά και στη ζωή που απολαμβάνει ως ευγενής και μεγαλοκτηματίας: «Το γεγονός ότι συνεχίζω να ζω [...] σε φοβερές, επαίσχυντες συνθήκες πολυτέλειας, σε αντίθεση με τη φτώχεια που μας περιβάλλει, με βασανίζει όλο και περισσότερο». 


Τολστόι και Βλαντιμίρ Τσερτκόφ


Η διακηρυγμένη πρόθεση του κόμη Τολστόι να αφήσει με τη διαθήκη του τα έσοδα από τα βιβλία του στον «μουζίκο, ρώσικο λαό» βρίσκει αντίθετη τη γυναίκα του, αριστοκράτισσα από πεποίθηση, και τη φέρνει σε κατάσταση διαρκούς νευρικής κρίσης, με αλλεπάλληλες υστερικές εκρήξεις και λιποθυμικές τάσεις. Μάρτυρες της συνεχούς έντασης ανάμεσα στο ζευγάρι και των αδιάκοπων καυγάδων τους τα παιδιά τους, ο οικογενειακός γιατρός Μακοβίτσκι, ο επιστήθιος φίλος του Τολστόι Βλαντιμίρ Τσερτκόφ (αποδέκτης επίσης της οργής της κόμισσας Τολστόγια, η οποία τον κατηγορεί ανοιχτά ακόμη και ότι σαγήνευσε ερωτικά τον άντρα της), ο νεαρός αφοσιωμένος γραμματέας του Βαλεντίν Μπουλγκάκοφ. Πόσο ν’ αντέξει ο άνθρωπος; Στις 28 Οκτωβρίου 1910, ώρα 3 το πρωί, αφού άκουσε τη γυναίκα του να ψάχνει κρυφά τα συρτάρια του γραφείου του, ο 82χρονος πλέον συγγραφέας εγκαταλείπει τη Γιάσναγια Πολιάνα με μόνη συντροφιά τον γιατρό του, προσπαθώντας να αποδράσει από μία καταπιεστική καθημερινότητα, όπως τη διαμόρφωναν η επιτυχία του, ο ασφυκτικός οικογενειακός περίγυρος και κυρίως η κόντρα του με τη Σοφία Αντρέγεβνα. Ενώ αναζητά τη γαλήνη μακριά από τη γυναίκα του, από τα δεκατρία παιδιά τους και από το κυνηγητό των δημοσιογράφων, θα τον βρει ο θάνατος λίγες μέρες αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου, στο σπίτι του σταθμάρχη στον μικρό σιδηροδρομικό σταθμό του Αστάποβο, στη γραμμή του Καυκάσου.



Λέων και Σόνια (Σοφία) Τολστόι

Ο Παρίνι αξιοποιεί με θαυμαστό τρόπο το πλούσιο υλικό που του παρείχαν τα ημερολόγια και τα απομνημονεύματα προσώπων του στενού κύκλου των Τολστόι και αναπλάθει με αληθοφάνεια αυτόπτη τη ζωή στη Γιάσναγια Πολιάνα· ζωντανεύει επίσης πετυχημένα τις θηριώδεις συγκρούσεις του Τολστόι με τη γυναίκα του, τις συναισθηματικές τους μεταπτώσεις αλλά και τις ευρύτερες ιδεολογικές ζυμώσεις που οδήγησαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί την πολυφωνική αφήγηση: η γυναίκα και η κόρη του, ο γιατρός του, ο έμπιστός του και ο γραμματέας του, παίρνουν διαδοχικά τη σκυτάλη της αφήγησης και φωτίζουν καθένας από τη δική του οπτική ―και κυρίως με τη δική του, ιδιαίτερη γλώσσα― τα διάφορα περιστατικά. Σε κρίσιμα σημεία της αφήγησης, μεταξύ των κεφαλαίων παρεμβάλλονται λυρικά ιντερμέδια του Παρίνι, που αποβλέπουν στο να περιορίσουν την ένταση (αλλά μάλλον διασπούν την ατμόσφαιρα). Αντίθετα, ευστοχούν οι παρένθετες σελίδες που επιγράφονται με τα αρχικά Λ.Τ. και είναι αυτούσια αποσπάσματα από επιστολές και ημερολογιακές καταγραφές του ίδιου του Τολστόι.


Κρίστοφερ Πλάμερ και Έλεν Μίρεν
στον κινηματογραφικό Τελευταίο σταθμό

Ο Αμερικανός συγγραφέας σκιτσάρει με μεγάλη ευκρίνεια πρωτίστως τους δύο βασικούς ήρωες, τον Τολστόι και τη δυναμική γυναίκα του (χωρίς να παίρνει φανερά το μέρος κανενός), και λιγότερο τα υπόλοιπα πρόσωπα που τους περιβάλλουν, σ’ ένα ευανάγνωστο βιβλίο που ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στη μυθοπλασία και στα ιστορικά γεγονότα ― ίσως είναι χρήσιμο να το έχει διαβάσει κανείς προτού απολαύσει την κινηματογραφική του μεταφορά από τον Μάικλ Χόφμαν, με τον Κρίστοφερ Πλάμερ και την Έλεν Μίρεν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.


 [ πρώτη δημοσίευση: Η Καθημερινή / «Τέχνες και Γράμματα», 22.8.2010 ]

* Ο Γιώργος Κορδομενίδης είναι εκδότης-διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Εντευκτήριο