Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παπαγιώργης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παπαγιώργης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.1.16

Tα περιεχόμενα του τεύχους 108 του Εντευκτηρίου που κυκλοφορεί



ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
Eλληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία, δοκίμια, άρθρα, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, φωτογραφικό ένθετο

Τχ. 108, 160 σελ., τιμή 10,00 ευρώ

  
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ                 
Τρεις εξομολογητικοί, “διπρόσωποι μονόλογοι” (οι δύο με το ποιητικό υποκείμενο, ο τρίτος με ένα ποίημα) της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, που πρόσφατα τιμήθηκε με το κρατικό Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της, “ανοίγουν” την ενότητα της λογοτεχνίας στο νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο», που μόλις κυκλοφόρησε.
         Δημοσιεύονται ακόμη ποιήματα της Ειρήνης Ιωαννίδου, του Κυριάκου Χαρίτου, της Αριστέας Παπαλεξάνδρου, του Λεβή Μπενουζίλιο, του Θοδωρή Σαμαρά και του Κώστα Ιωαννίδη.
         Πεζά τους δημοσιεύουν οι: Αλέξης Πανσέληνος, Ηλίας Κουτσούκος, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Σάκης Σερέφας, Κώστας Ακρίβος, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Θέμης Λιβεριάδης, Σπύρος Γιανναράς, Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Πόπη Μανιά, Χρήστος Αγγελάκος.
         Ο Γιάννης Θεοδοσίου μεταφράζει ένα διήγημα της Ανν Κουίν (1936-1973), που πιθανότατα εμφανίζεται με το πεζό αυτό για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα· άλλωστε, αν και υπήρξε εμβληματική πεζογράφος της δεκαετίας του ’60 στην Αγγλία, με τρία μυθιστορήματα που ξεχώρισαν για το πειραματικό τους ύφος, το έργο της παρέμεινε παραγνωρισμένο μετά τον θάνατό της (αφέθηκε να πνιγεί ενώ κολυμπούσε) έως πρόσφατα, οπότε επανεκδόθηκαν όλα τα βιβλία της. Ο Θεοδοσίου μεταφράζει επίσης ένα σύντομο αλλά αισθησιακό πεζό της Ινδής (γεννημένης πάντως στον Καναδά) Κουραλί Μάνικαβελ ― επίσης πρώτη “εμφάνιση” στα ελληνικά.

Η Ανν Κουίν

Πρωτοσέλιδα στο τεύχος δημοσιεύονται τέσσερα σύντομα ποιήματα του Φοίβου Κορορού-Συμεωνίδη (γενν. 1994), στην παρθενική του εμφάνιση στη λογοτεχνία, στο δισέλιδο «Νέες φωνές» του «Εντευκτηρίου», που συνεχίζει την πρακτική των τελευταίων τευχών, να προτάσσεται ποίηση ανέκδοτων ή ακόμα και πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών.


ΑΡΘΡΑ                                     
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γράφει για τον «αδερφικό του φίλο» Γιώργο Θεοχάρη, ο Άρις Γεωργίου αναφέρεται διεξοδικά στο βιβλίο του Ηρακλή Παπαϊωάννου «Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου: Μεταξύ μύθου και ιδεολογίας», η Αλέκα Δήμου και ο Δημήτρης Καράβολας γράφουν για τη «Δήλο των θεών», με αφορμή την ταινία του Αντώνη-Θεοχάρη Κιούκα «Δήλος 2015». 


Δήλος 2015

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια συνέντευξη που είχε δώσει το 1994 ο Κωστής Παπαγιώργης στην Αναστασία Λαμπρία για τη Μεσημβρινή, και η οποία δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, καθώς η εφημερίδα έκλεισε αιφνίδια.


Ο Κωστής Παπαγιώργης

Λέει, μεταξύ άλλων, ο Παπαγιώργης: «[...] Βρέθηκα με τα χρόνια στη θέση του ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι, για να γράψει, πρέπει να αφήσει τον κοινό τόπο και να επιλέξει την παρέκκλιση. Δεν επιτρέπεται να πατάς στα ίχνη του άλλου, σε κάθε φράση το νόημα πρέπει να παρεκκλίνει προς τον εαυτό του. [...] Υπάρχει πάντα ο πειρασμός του μυθιστορήματος, που είναι μια συνολική γρα­φή, αλλά τώρα πια είναι ανέφικτο να στήσεις μια πειστική κατάσταση χω­ρίς να καταφύγεις σε εξωτισμούς. Η πόλη προσφέρεται μόνο για αστυνομικό μυ­θιστόρημα. Διαφορετικά, ποιος ενδιαφέρεται αν πέθανε η γιαγιά μου ή αν ο Λά­κης αγαπάει τη Λούλα; O κινηματογράφος σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Υπ’ αυτήν την έννοια, το να γράφεις βιβλία διανοητικά που στραβοκοι­τάζουν τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία συνιστά για μένα ιδανική λύση. [...]»

ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ

Ο Γιαν Χένρικ Σβαν, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας της συρροής προσφύγων στη Σάμο το περασμένο καλοκαίρι, συνταξιδιώτης μερικών εκατοντάδων από αυτούς από το νησί στον Πειραιά, γράφει γι’ αυτή του την ανεπανάληπτη εμπειρία.                 


Σάμος, καλοκαίρι 2015

Στις επόμενες σελίδες, η δημοσιογράφος Μαίρη Τζώρα δημοσιεύει μια συνομιλία της με τον Σύριο καλλιτέχνη Nizar Ali Badr, έργο του οποίου κοσμεί το εξώφυλλο του τεύχους.


Συνθέσεις με πέτρες, του Νιζάμ Αλί Μπαντέρ


ΚΡΙΤΙΚΗ               
Τις κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (για το βιβλίο της Δημήτρας Χ. Χριστοδούλου, «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης»), Λίνα Πανταλέων (Φρανσουά Βαλεζό «Μεταμορφώσεις»), Λίζυ Τσιριμώκου (Oυρανίας Μ. Κουνάγια, «Δυσανάγνωστα απογεύματα»), Αλέξης Σταμάτης (Θανάση Νιάρχου, «Ανταπόκριση απ’ το πεζοδρόμιο»), Πατρίτσια Κολαΐτη (Βασίλη Αμανατίδη, «μ_otherpoem»), Θωμάς Κοροβίνης (Ρέας Γαλανάκη, «Η άκρα ταπείνωση»), Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης (Στέργιου Βαγγλή, «Η ζωή τους μια φάρσα»), Σπύρος Βούγιας (Αχιλλέα Κυριακίδη, «Μουσική και άλλα πεζά»), Μαρία Ιατρού (Μαρίας Αθανασοπούλου, «Κ. Π. Καβάφης. Τα θεατρικά ποιήματα»), Γιάννης Κουβαράς (Θανάση Μαρκόπουλου, «Ματιές ενμέρει»), Θάλεια Ιερωνυμάκη (Άκη Παπαντώνη, «Καρυότοπος»), Ανθή Παπαδοπούλου (Ντέιβιντ Πλαντ, «O αγνός εραστής»), Χαρά Νικολακοπούλου (Ηλία Κεφάλα, «Τα λιλιπούτεια»), Βάνα Χαραλαμπίδoυ (Κερέμ Oκτέμ, «Oργι­σμένο έθνος»), Tέλλος Φίλης (Κυριάκου Ευθυμίου, «Κυρτός αλατοπώλης»)· ακόμη, στην τακτική (κάθε δύο τεύχη) στήλη του «1 x 3 x 163 (λέξεις)», ο Βασίλης Αμανατίδης γράφει για τα βιβλία ποίησης του Δημήτρη Λεοντζάκου Τα σκυλιά του Ακταίωνα, του Κυριάκου Συφιλτζόγλου Με ύφος Ινδιάνου, και της Ξένιας Παπαδοπούλου Το κάλεσμα του φασιανού, ο Γιάννης Σκαραγκάς στη νέα στήλη του «Γραμματoσειρές» γράφει για την ποιητική συλλογή του Γιάννη Κοτσιφού Ο πειρασμός της γραφής και για το graphic novel του Darryl Cunningham Σούπερκραχ: Το μεγάλο κόλπο με τη διεθνή οικονομία, ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης σ’ αυτό το τεύχος μοιράζεται τη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», όπου σχολιάζονται πρόσφατες εκδόσεις, με τον Νίκο Αδάμ Βουδούρη, τον Κυριάκο Συφιλτζόγλου και τον Δημήτρη Πέτρου (που ρίχνουν λοξές ματιές και σε παλαιότερα βιβλία).

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ              
Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Χρήστου Καλού, για τα οποία ο Άρις Γεωργίου γράφει: «[...] Οι εικόνες που γεννάει [ο Χρήστος Καλός] στο διάβα του, στο πέρασμά του από τη Θεσσαλονίκη στο Seatle, από τη Ρόδο στην Τύνιδα ή από το Σικάγο στο Μπάλι και από την Κωνσταντινούπολη στο Πόρτο, οι μικρές ορθογώνιες επιφάνειες με το πλήθος συνδηλώσεων και τα ερεθίσματα για, επιτόπια έστω, κατανόηση του Κόσμου, στοιχίζονται με αξιοπρέπεια πλάι σε όλες εκείνες τις μεγάλες ή και λιγότερο μεγάλες φωτογραφίες που άφησαν ανεξίτηλο ίχνος στη φωτογραφική μου παιδεία. Τις θεωρώ φόρο τιμής στην ιστορία της φωτογραφίας. Όπως θεωρώ και άκρως χρήσιμο το ενεργό βλέμμα του Χρήστου Καλού απέναντι στον Κόσμο όπως "συμβαίνει"».



Φωτογραφίες του Χρήστου Καλού

22.12.15

Εντευκτήριο, τχ. 108 [ Η Αυγή της Κυριακής ]



Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015


Ποιήματα, πεζά και βιβλιοπαρουσιάσεις περιλαμβάνει το νέο τεύχος του θεσσαλονικιώτικου περιοδικού, η έκπληξη όμως είναι μια συνέντευξη του Κωστή Παπαγιώργη στην Αναστασία Λαμπρία, πριν 21 χρόνια, για την εφημερίδα Μεσημβρινή, όμως η εφημερίδα έκλεισε και η συνέντευξη έμεινε στο συρτάρι της δημοσιογράφου: «βρέθηκα με τα χρόνια στη θέση του ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι, για να γράψει, πρέπει να αφήσει τον κοινό τόπο και να επιλέξει την παρέκκλιση. Δεν επιτρέπεται να πατάς στα ίχνη του άλλου, σε κάθε φράση το νόημα πρέπει να παρεκκλίνει προς τον εαυτό του».

[ Ευχαριστίες στον Κώστα Βούλγαρη ]

25.3.14

Γειά σου, Κωστή! (όπως θα έλεγες)

του Νίκου Γ. Ξυδάκη

πηγή: http://vlemma.wordpress.com



Η εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη κλείνει μιαν εποχή, την εποχή που και ο ίδιος σφράγισε με την ακάματη σκέψη του και τη λαμπρή του πρόζα, με τις έκκεντρες πλην μετωπικές προσεγγίσεις του της ανθρώπινης συνθήκης, με τις οξυδερκείς περιγραφές του νεοελληνικού βίου.
Με το θάνατό του διαπιστώνουμε πόσο πολύ διαβάστηκε, πόσο βαθιά επηρέασε όλους όσοι διαμορφώνονταν πνευματικά από τη δεκαετία ’80 και εφεξής, σχεδόν δύο γενιές. Ο Παπαγιώργης εμύησε τους νεότερους στο κιαροσκούρο της μέθης, της αγοραφοβίας, της φιλίας, του αντινομικού Εικοσιένα, του Παπαδιαμάντη, του ευρωπαϊκού μηδενισμού, σε περιοχές όπου καμιά «σπουδασμένη πουλάδα» δεν πρόσφερε τίποτε ριψοκίνδυνο και εμπνευστικό, τίποτε άξιο να μοιραστεί. Ορισμένως, ξεδίψασε την αναγνωστική-στοχαστική δίψα των νεοτέρων του, λειτουργώντας παιδευτικά, σαν δάσκαλος που δεν ζητάει μίμηση και επανάληψη, αλλά σε ωθεί να βρεις τα όρια της δικής σου σκέψης, τη δική σου μοναξιά στον χρόνο και τον χώρο. [Το βιογραφικό στοιχείο που προέτασσε: Γεννήθηκε στην Υπάτη Φθιώτιδος, ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Σπούδασε νομικά και φιλοσοφία, χωρίς να ολοκληρώσει.]

Η εκδημία του μάς δείχνει προ πάντων πόσο αγαπήθηκε σαν συγγραφέας και πρόσωπο. Στο άκουσμα του θανάτου του, την εαρινή ισημερία, όλων τα λόγια ήταν λόγια αγάπης και τιμής, όλοι αποχαιρετούσαν έναν ακριβό φίλο· όλοι όσοι τον γνώριζαν από τα γραφτά του τον ένιωθαν δικό τους άνθρωπο, φίλο, δάσκαλο, οδηγό, συνομιλητή.
Είναι ο δημοφιλέστερος και πιο επιδραστικός συγγραφέας τα τελευταία τριάντα χρόνια, περισσότερο ίσως κι από ποιητές και πεζογράφους. Παράδοξο για έναν άνθρωπο που έγραφε για την αγοραφοβία και τη μισανθρωπία, που δεν εμφανιζόταν σε τηλεοράσεις και δημόσιους χώρους; Οχι, απεναντίας: πίσω από τον είρωνα συγγραφέα υπήρχε ο τρυφερός, ο ζεστός άνθρωπος, κι αυτό το μύριζαν οι χιλιάδες αναγνώστες του μέσα απ’ τις ραφές του κειμένου. Ενιωθαν ότι το γράψιμό του ήταν η ανάσα του, δεν ήταν πόζα και στυλ, δεν μετέδιδε στρογγυλά συμπεράσματα, δεν στρίμωχνε την πραγματικότητα σε ετοιματζίδικα σχήματα, δεν ήταν γκουρού, διδάχος, μεσσίας· ήταν οργανικός διανοούμενος με τον γκραμσιανό ορισμό, έκκεντρος και αυτόφωτος, αυθεντικός, θα προσθέταμε εμείς· ο ίδιος είχε φροντίσει από νωρίς να πει: «Τα κείμενα έρχονται απ’ εκεί που δεν τα περιμένουμε. Οχι από το πανεπιστήμιο, όχι από τις σπουδασμένες πουλάδες, αλλά από άσημα άτομα, ‘ψυχούλες’ που τα βρήκαν σκούρα και πήραν τη ζωή στα σοβαρά. Είναι εντυπωσιακή η δεινότητα στην έκφραση που δείχνει μια καρδιά με επείγουσες ανάγκες όταν στρώνεται στην δουλειά και αποφασίζει να τα μάθει όλα μόνη της.»
Ψυχούλα, καρδιά… Με τον τρόπο του Τσέχωφ, του Φλωμπέρ, του Μπαλζάκ, λιγότερο με τον τρόπο των φιλοσόφων, ο Παπαγιώργης έβαζε τον αναγνώστη του μέτοχο και υπεύθυνο στην ανθρώπινη κωμωδία. Γι’ αυτό ίσως οι αναγνώστες του τον λογάριαζαν σαν σύντροφο, δεκαετίες μετά τα διαβάσματα, και σαν φίλο τώρα τον αποχαιρετούν. Αυτοί οι χιλιάδες φίλοι, από εικοσάρηδες και τριαντάρηδες ώς τους συνομηλίκους του, του λένε από την Παρασκευή «γειά σου, Ασημάκη!», επαναλαμβάνοντας πολλαπλάσιο τον πένθιμο αποχαιρετισμό του Παπαγιώργη προς τον Χρήστο Βακαλόπουλο: «Ο νεκρός υπάρχει πλέον μονάχα στην καρδιά μας. Και ακόμα βαθύτερα. Είναι πια ο σιωπηλός των σιωπηλών.»