17.2.13

Θα μπορούσα να είχα κι εγώ ένα μεγάλο σπίτι στην Τσιμισκή


 Γράφει ο Αλέξανδρος Πιστοφίδης

πηγή: taxalia.blogspot.com



Όταν κάποια στιγμή, στα δεκαοχτώ μου περίπου, μου είπε ο πατέρας μου, «αν ήμουν κάθαρμα ή ακόμη και λίγο αδίστακτος, θα μπορούσαμε τώρα να είχαμε ένα τεράστιο ..
και άνετο σπίτι με μαγαζί στο ισόγειο, στην οδό Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης» και μου διηγήθηκε τον τρόπο, «εντελώς αυθόρμητα» του είπα «καλά έκανες». Ημουν νέος βλέπεις και οι νέοι, πάνω απ’ όλα, διψούν για δικαιοσύνη. 


Ηταν καλοκαίρι του 1943, όταν ο πατέρας μου συνάντησε στη Θεσσαλονίκη ένα συχωριανό μας δικηγόρο, ο οποίος ήταν στέλεχος της Υπηρεσίας Διαχείρισης της Ισραηλίτικης Περιουσίας (ΥΔΙΠ). Η υπηρεσία αυτή είχε δημεύσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εβραϊκής κοινότητας Θεσσαλονίκης και τα διένειμε σε έλληνες πολίτες με "επίσημες" διαδικασίες του κατοχικού ελληνικού κράτους. Όταν είπε του δικηγόρου, ότι τον Οκτώβρη του 42 οι βούλγαροι σκότωσαν 144 συχωριανούς μας (Κύργια Δράμας) και τη μητέρα του και πως γι αυτό το λόγο εγκατέλειψε το χωριό οικογενειακώς και τώρα μένει στο σπίτι του κουνιάδου του, εφτά άτομα σε ένα δωμάτιο στις Συκιές, εκείνος, δίχως δεύτερη κουβέντα του είπε «έλα αύριο το πρωί στο γραφείο μου και θα σου γράψω ένα ολόκληρο σπίτι με μαγαζί στην οδό Τσιμισκή».
     Δεν πήγε ποτέ στο γραφείο του. Μετά την απελευθέρωση επέστρεψε πάλι στο χωριό, σε ένα πλινθόκτιστο σπίτι δύο δωματίων.

Όταν κάποια στιγμή, μεγάλος και ώριμος πια, περπατούσα κατά μήκος της Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη και κοιτούσα με θαυμασμό κάποια απ’ τα νεοκλασικά σπίτια που έγιναν καταστήματα, σκέφτηκα, «εντελώς αυθόρμητα» πάλι, «δε θα ‘ταν και τόσο άσχημα αν είχα ένα τέτοιο σπίτι με μαγαζί στο ισόγειο».
     Ηταν, μια, «εντελώς αυθόρμητη» σκέψη. Η ιδέα μόνο, πως θα είχα ένα τεράστιο δικό μου σπίτι με ενθουσίαζε. Η σκέψη όμως πως το παιδί μου θα κοιμόταν, θα διάβαζε και θα έπαιζε σε χώρους, ή ακόμη και σε έπιπλα που κάποτε ανήκαν σε ένα άλλο παιδί, όποιοι κι αν ήταν οι γονείς του, που θανατώθηκε σε θαλάμους αερίων ή σαν πειραματόζωο στα χέρια του σατανικού «γιατρού» Μένγκελε, δίχως να έχει καταλάβει ποτέ το λόγο, με προσγείωνε.
Με προσγείωνε ακόμη περισσότερο γιατί είχα μεγαλώσει με παρόμοιες ιστορίες με παιδιά που έχασαν τα πάντα. Η μητέρα μου, γεννημένη το 1912, ζούσε μέχρι το 1922 σε ένα τεράστιο σπίτι-αγρόκτημα στη συνοικία Χοτς της Τραπεζούντας με μερικές χιλιάδες στρέμματα καταπράσινης γης. Ο πατέρας της είχε πάνω από 50 τούρκους εργάτες στα κτήματά του. Αίφνης μέσα σε λίγες ημέρες έχασε τα πάντα, γονείς, οκτώ αδέρφια και σπίτι και βρέθηκε ορφανή με άλλα πέντε αδέρφια και δεκαεφτά ορφανά παιδιά των μεγαλύτερων αδερφών της, σε έναν ξερότοπο της Μακεδονίας που το μόνο που φύτρωνε και φυτρώνει, είναι καπνός. Στο σπίτι της στην Τραπεζούντα μένουν σήμερα δυο τουρκικές οικογένειες και ζουν πλουσιοπάροχα μόνο από τα 400 στρέμματα λεφτοκάρα (φουντούκια) που είναι όπως τα άφησαν το 1922.

Η ζωή είναι γεμάτη με απίθανες ιστορίες με θύματα κυρίως παιδιά, που μοιάζουν σαν παραμύθια και όμως είναι πέρα για πέρα αληθινές. Ιστορίες από την Τραπεζούντα, τη Θεσσαλονίκη, την Παλαιστίνη και αλλού. Κάποιοι, όσοι έχουν ενσυναίσθηση, αυτήν την ανθρώπινη ικανότητα να μπαίνουν στο πετσί των συνανθρώπων τους, μαθαίνουν απ’ αυτές τις ιστορίες. Κάποιοι, που δεν έχουν αυτήν την ικανότητα γιατί ποτέ στη ζωή τους δεν έχουν νιώσει αγάπη, δε μαθαίνουν ποτέ και όσο αυτοί που δε μαθαίνουν είναι περισσότεροι, αυτές οι τραγικές ιστορίες με θύματα κυρίως παιδιά, θα επαναλαμβάνονται, στο όνομα δήθεν της πατρίδας, της θρησκείας, του έθνους, της καθαρότητας της φυλής, κ.λ.π. κ.λ.π. και εν τέλει της τσέπης και της απόλυτης ηδονής του μίσους.

Θα μπορούσα να είχα κι εγώ ένα μεγάλο σπίτι στην Τσιμισκή, αν σαν αντίτιμο, πούλαγε ο πατέρας μου την ψυχή του στο διάβολο.
     Θα μπορούσα να είχα κι εγώ ένα μεγάλο σπίτι στην Τσιμισκή και σαν αντίτιμο, έναν πατέρα κάθαρμα που θα εκπαίδευε έναν γιο κατ’ εικόνα και ομοίωσή του.
     Θα μπορούσα να είχα κι εγώ ένα μεγάλο σπίτι με μαγαζί στην Τσιμισκή και σαν αντίτιμο να ήμουν ένα κάθαρμα, ένα λαμόγιο, με λίγα λόγια, ένα «καθωσπρέπει» γουρούνι, που δε θα μάθαινε τίποτα απ’ τα βιώματα των δικών του. Μόνο που τα γουρούνια δεν έχουν πατρίδα, ούτε Θεό και το μόνο σπίτι που χρειάζονται είναι ένας βρώμικος στάβλος.  

1 σχόλιο:

toekana είπε...

Δεν θα μπορούσες να είχες ένα μεγάλο σπίτι με μαγαζί στην Τσιμισκή,γιατί απλούστατα διαφέρεις κι ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτοί που διαφέρουν απ' το σωρό για να υπάρχει ελπίδα.....