23.9.12

Καμιά φορά

πηγή: http://taxamenaepeisodia.wordpress.com




James Abbott McNeill Whistler, Arrangement in Grey and Black: Portrait of the Painter’s Mother


Ένας μήνας. Ένας χρόνος. Δύο. Τρεις. Καμιά φορά ψάχνω στο τηλέφωνο το νούμερό σου. Καμιά φορά σηκώνω το τηλέφωνο νομίζοντας ότι είσαι εσύ. Καμιά φορά περπατάω κάτω από το σπίτι σου και κοιτάω ψηλά, στο μπαλκόνι, να δω αν με περιμένεις όπως τότε. Καμιά φορά στέκομαι στο μπαλκόνι περιμένοντας να σε δω. Καμιά φορά μου λείπουν τα γεμιστά σου. Καμιά φορά θέλω να σου μιλήσω για να μου πεις πως βράζουν τα μακαρόνια. Καμιά φορά περιμένω να σε δω να κάθεσαι στην καφετέρια στην πλατεία πίνοντας ουίσκι με πάγο και μπόλικο νερό. Καμιά φορά βγαίνω έξω και πίνω ουίσκι με πάγο και μπόλικο νερό. Καμιά φορά περνάω έξω από την τράπεζα και θέλω να μπω μέσα, να καθίσω στο γραφείο σου και να μου παραγγείλεις τυρόπιτα και χυμό. Καμιά φορά κάθομαι στο γραφείο και παραγγέλνω τυρόπιτα και χυμό. Καμιά φορά περιμένω στην πόρτα για να σε βοηθήσω με τις σακούλες από το σουπερμάρκετ. Καμιά φορά δεν μπορώ να σηκώσω τις σακούλες από το σουπερμάρκετ. Καμιά φορά σε θυμάμαι να γελάς. Καμιά φορά γελάω. Καμιά φορά κάθομαι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και περιμένω να σε δω να καθίσεις μπροστά για να σου πω να αλλάξεις τον σταθμό στο ραδιόφωνο. Καμιά φορά αλλάζω συνέχεια σταθμούς στο ραδιόφωνο σε όλη την διαδρομή. Καμιά φορά μου λείπεις. Καμιά φορά μου λείπεις. Καμιά φορά κοιτούν τις φωτογραφίες σου και μου λένε ότι μοιάζουμε. Καμιά φορά τα μάτια μου κλαίνε όπως και τα δικά σου.

Δεν περνάω από την Αλεξάνδρας ποτέ, το ξέρεις; Κι ύστερα όλη αυτή η Κυψέλη που σε πήρε κι έμεινα εγώ στην Κεφαλληνίας να ιδρώνω, Νοέμβρη μήνα, μέχρι να φτάσω στο αυτοκίνητο. Στην Πατησίων δεν στρίβω ποτέ στην εστία. Δρόμοι ολόκληροι έχουν χαθεί από τον χάρτη, αναγκάζομαι να κάνω κύκλους στην Αθήνα για να μην ξυπνήσουν οι φωτογραφίες και με τρακάρουν.

Δεν είναι που σε θυμήθηκα απόψε. Είναι που ακόμα με κουβαλάς μέσα σου.

«Εσύ είσαι όμορφη, δεν είσαι κανένας Πακιστανός»...


του Κώστα Παπαντωνίου


πηγή: tvxs.gr




Άλλη μία ιστορία αστυνομικής αυθαιρεσίας

Το απόγευμα της Πέμπτης η Αστυνομία σταματά δύο λεωφορεία στην πλατεία Κλαυθμώνος και κατεβάζει κάτω 3 μετανάστες. Ζητάει τα χαρτιά τους στο πλαίσιο του καθιερωμένου σχεδίου του Νίκου Δένδια «Ξένιος Ζευς».


Παρά το γεγονός ότι οι μετανάστες δείχνουν τα σχετικά έγγραφα, οι αστυνομικοί δεν μένουν ικανοποιημένοι. Συνεχίζουν να τους αντιμετωπίζουν με το ίδιο εχθρικό ύφος και απαιτούν να μιλήσουν καλά ελληνικά. Οι ίδιοι απορούν, ενώ προσπαθούν να εξηγήσουν πως έχουν μαζί τους ό,τι χρειάζεται. Οι τόνοι ανεβαίνουν και ο ένας αστυνομικός τους επιτίθεται φραστικά. Μια κοπέλα που παρακολουθεί το περιστατικό αντιδρά.

Η στάση της αστυνομίας απέναντι στην 24χρονη προκαλεί σοβαρά ερωτήματα και προβληματισμό. Αρχικά της ζητoύν να μην... ανακατεύεται και στη συνέχεια ο ένας αστυνομικός τη σπρώχνει. Η ίδια επιμένει. Με συνοπτικές διαδικασίες της περνούν χειροπέδες και τη... σέρνουν προς το τμήμα Ακροπόλεως. Κατά τη μεταφορά της προς αυτό, συνεχίζουν να τη σπρώχνουν, αν και δεν υπάρχει από την πλευρά της αντίσταση, ενώ όταν δείχνει πως έχει τραυματιστεί από τις χειροπέδες, η απάντηση είναι να την... τραβούν με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη από το συγκεκριμένο σημείο. Πριν ξεκινήσουν για το τμήμα, οι αστυνομικοί της προτείνουν να ζητήσει συγγνώμη για να την αφήσουν ελεύθερη. «Εσύ είσαι όμορφη κοπέλα. Δεν είσαι κανένας Πακιστανός», της λένε χαρακτηριστικά. Εκείνη δεν υποχωρεί και αρνείται να αποδεχτεί τον ρατσιστικό διαχωρισμό, κάτι που φάνηκε ότι τους ενόχλησε.

Εξ ου και οι τραβηγμένες από τα μαλλιά κατηγορίες που της απαγγέλθηκαν για πρόκληση σωματικής βλάβης (επειδή... γρατζουνίστηκε αστυνομικός), απελευθέρωση κρατουμένων (επειδή με τη στάση μπορούσε να διευκολύνει τους μετανάστες “να την κάνουν”), αλλά και αντίσταση κατά της αρχής (επειδή δεν... ζήτησε συγχώρεση για κάτι που δεν έφταιγε).

Η 24χρονη παρέμεινε στο κρατητήριο όλο το βράδυ δίχως λόγο. Με το που πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν, παρενέβη και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Θοδωρής Δρίτσας, αλλά οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό. Η απόφαση ήταν ειλημμένη. To μεσημέρι της Παρασκευής η κοπέλα πέρασε από αυτόφωρο και η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 2 Οκτωβρίου, καθώς δεν παρουσιάστηκαν οι μάρτυρες, οι οποίοι αξίζει να σημειωθεί ότι είναι αστυνομικοί. Η ίδια αφέθηκε ελεύθερη, αλλά αυτό δεν αναιρεί πως πρόκειται για ένα ακόμα περιστατικό, στο οποίο η ΕΛ.ΑΣ λειτουργεί αυθαίρετα.

Η καταπολέμηση της εγκληματικότητας μάλλον δεν συγκαταλέγεται στις προτεραιότητές της. Αντιθέτως προτιμά να «τιμωρεί» άτομα που τολμούν να υπερασπιστούν συνάνθρωπό τους, ενώ βάζει σε ανούσιο τρέξιμο και την ελληνική δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα να ξοδεύεται άσκοπα πολύτιμος χρόνος.

22.9.12

Μία τάξη φυλετικά διαχωρισμένη


πηγή: tvxs.gr



Μια ημέρα μετά τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1968, η Jane Elliottπήγε να διδάξει στο δημοτικό της πόλης της στην Άιοβα, όπου κατοικούσαν μόνο λευκοί. Χώρισε τους μαθητές της σε δύο ομάδες, εκείνους με γαλάζια μάτια κι εκείνους με καφέ μάτια, και αποφάσισε να τους δώσει ένα γερό μάθημα κατά τωνφυλετικών διακρίσεων.

Το ντοκιμαντέρ αυτό παρουσιάζει την ιστορία εκείνου του μαθήματος, τη μακροχρόνια επιρροή του στα παιδιά και τη δύναμή του που κράτησε τριάντα ολόκληρα χρόνια.

Δείτε το, έχει και ελληνικούς υποτίτλους.

20.9.12

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ: Ευτυχώς οι αναγνώστες ήταν εκεί

του Κώστα Μαρίνου

πηγή: www.makthes.gr


Πόσες χιλιάδες φοιτητές σπουδάζουν στα πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης; Πολλοί από αυτούς μελετούν(;) τη νέα ελληνική λογοτεχνία και σίγουρα παρακολουθούν ή θα έπρεπε να παρακολουθούν τι συνέβη στο παρελθόν ή τι συμβαίνει τώρα στο πεδίο που τους ενδιαφέρει. Όμως απουσίαζαν από το θέατρο «Μελίνα Μερκούρη», όπου φιλοξενήθηκε η «Λογοτεχνική σκηνή» του «Παρά θίν’ αλός».




Ίσως έκριναν ότι ήταν ανούσιο να ακούσουν μερικούς γνωστούς κριτικούς να κάνουν μία αναφορά στην ιστορία της λογοτεχνίας της πόλης, ξεκινώντας από το 1912 και φτάνοντας ώς τις μέρες μας. Εάν τυχόν υπάρχει η ένσταση ότι όλα αυτά μπορούν να τα βρουν σε βιβλία, η απάντηση είναι πως δεν είναι εύκολο να βρουν τα κινηματογραφημένα ντοκουμέντα και κυρίως να ακούσουν τόσους πεζογράφους και ποιητές που ανέβηκαν στη σκηνή του θεάτρου «Μελίνα Μερκούρη» της Καλαμαριάς, για να διαβάσουν αποσπάσματα από έργα τους, ανέκδοτα ή όχι. Θα έβλεπαν και θα άκουγαν το κόμπιασμα και τον ενθουσιασμό, θα συνέδεαν στάση σώματος και τόνους φωνής με τον ήχο των λέξεων και την έννοιά τους και ίσως ανακάλυπταν εκείνες τις στιγμές πολλά για τη λογοτεχνική πράξη συνολικά.

Σπουδαία η προσφορά του δήμου Καλαμαριάς και του Γιώργου Κορδομενίδη, που επιμελήθηκε αυτό το λογοτεχνικό φεστιβάλ. Όμως εκτιμήθηκε όσο έπρεπε και από τους μεγαλύτερους; Μπορεί το περιεχόμενό του να εστιάστηκε στα 100 χρόνια λογοτεχνικής παραγωγής στη Θεσσαλονίκη, αλλά απουσίαζαν οι εκπρόσωποι του δήμου Θεσσαλονίκης. Μπορεί τα ονόματα όσων συμμετείχαν με εισηγήσεις τους να ήταν έγκυρα, αλλά απουσίαζαν πολλοί από τους εκπροσώπους της πανεπιστημιακής κοινότητας. Μπορεί να ήταν αφιερωμένη η τριήμερη εκδήλωση στους λογοτέχνες που δούλεψαν και δουλεύουν σε αυτήν την πόλη, αλλά η πλειοψηφία τους μπήκε στο θέατρο μόνο τη βραδιά στη διάρκεια της οποίας θα τους καλούσε ο οικοδεσπότης Γιώργος Κορδομενίδης στο βήμα. Θα απαντήσουν όλοι οι απόντες ότι ήταν απασχολημένοι κ.λπ., κ.λπ.

Ευτυχώς όμως ανταποκρίθηκε ο κόσμος και στις τρεις βραδιές. Έστω κι αν οι λίγες αρχικά κενές θέσεις κάθε βραδιά αυξάνονταν, καθώς η ώρα περνούσε, άκουσαν με προσοχή ομιλητές, λογοτέχνες και τα μουσικά σύνολα που συμμετείχαν στην εκδήλωση. Έδειξαν και διαφορετικά το ενδιαφέρον τους παρακολουθώντας όσα συνέβησαν από τα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα και αυτό το ενδιαφέρον δημιουργεί και την υποχρέωση προς όλους τους υπεύθυνους της διοργάνωσης να την κρατήσουν ζωντανή. Όχι ως πληκτικό θεσμό αλλά ως μία γιορτή των λογοτεχνών και όσων απολαμβάνουν την καλή ποίηση και πεζογραφία.

19.9.12


Διαφημιστικος χώρος σε χαμηλή τιμή για συγγραφείς στο υπό έκδοση τεύχος του Εντευκτηρίου

Το περιοδικό Εντευκτήριο ολοκληρώνει την προετοιμασία του υπό έκδοση τεύχους του, με εξαιρετική ύλη, και προσφέρει στους συγγραφείς που επιθυμούν να διαφημίσουν τα βιβλία τους μεγάλη έκπτωση στην τιμή κάθε καταχώρησης: 50 ευρώ (έναντι 120 ευρώ) για μισή σελίδα (διαστάσεις Π 11,5 εκ., Υ 9,5 εκ.). Εξασφαλίστε χώρο μέχρι και την Παρασκευή.

Στειλτε μέιλ στο entefktirio@trasnlatio.gr ή στο g.kordomenidis@gmail.com
Ή τηλεφωνήστε, στο 2310 279607

Kική Δημουλά: Λίγοι επιστρέφουν από το... σύμπαν της ποίησης

του Πέτρου Τσώνη

πηγή: www.ethnos.gr


Ανακηρύχθηκε επίτιμη δημότης στη Μεσσήνη και τόνισε: «Ποίηση σημαίνει να εκτοξευτείς στο Διάστημα χωρίς διαστημόπλοιο»

Το χρυσό κλειδί της πόλης αλλά και έναν πίνακα του Μεσσήνιου ζωγράφου και χαράκτη, Τάκη Κατσουλίδη δώρισε ο δήμαρχος Μεσσήνης στην Κική Δημουλά

Το χρυσό κλειδί της πόλης αλλά και έναν πίνακα του Μεσσήνιου ζωγράφου και χαράκτη, Τάκη Κατσουλίδη δώρισε ο δήμαρχος Μεσσήνης στην Κική Δημουλά


«Ποίηση σημαίνει να εκτοξευτείς στο Διάστημα χωρίς διαστημόπλοιο. Λίγοι επιστρέφουν. Αλλά αξίζει τον κόπο, και η επιστροφή και η απώλεια». Με αυτήν τη φράση η ποιήτρια Κική Δημουλά ολοκλήρωσε την ευχαριστήριο ομιλία της, σε εκδήλωση τιμής που οργάνωσε ο Δήμος Μεσσήνης, τόπο καταγωγής της μητέρας της. Με ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου η Κική Δημουλά ανακηρύχθηκε επίτιμη δημότης και της αποδόθηκε το χρυσό κλειδί της πόλης.
Η εκδήλωση που είχε προγραμματιστεί να γίνει στο Εκκλησιαστήριο της Αρχαίας Μεσσήνης, λόγω βροχής, έγινε στο αίθριο του δημαρχείου. Ο Δήμαρχος Μεσσήνης Στάθης Αναστασόπουλος αναφέρθηκε στην απλότητα και την προσήνεια της ποιήτριας, ενώ δήλωσε εντυπωσιασμένος από τη ζωηράδα, το χιούμορ αλλά και τον απλό και λιτό λόγο της. Για την οικογένεια της μητέρας της Κικής Δημουλά μίλησε ο δημοσιογράφος Ηλίας Μπιτσάνης, ενώ χαιρετισμούς έστειλαν ο ακαδημαϊκός Απόστολος Γεωργιάδης και ο Σουηδός μεταφραστής των ποιημάτων της Ινγκμαρ Ρεντίν.
Εκτός από το χρυσό κλειδί της πόλης ο δήμαρχος δώρισε στην Κική Δημουλά πίνακα του Μεσσήνιου ζωγράφου και χαρακτή Τάκη Κατσουλίδη με θέμα τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Μεσσήνης.

Σχέση εξ αίματος
Με ποιητικό λόγο απάντησε και ευχαρίστησε η Κική Δημουλά τον δήμο και τους παρισταμένους. «Πολύτιμο αυτό το κλειδί καθώς επικυρώνει ότι η σχέση μου με τη Μεσσήνη είναι σχέση εξ αίματος συμβατού με το αίμα της μάνας μου, που γεννήθηκε εδώ, αλλά και του πατέρα μου, γεννημένου εδώ πολύ κοντά. Συγκοινωνούντα είναι άλλωστε και τα χώματα όλα, όλα μακριά μας και ξένα, αλλά όλα κάποια στιγμή, πολύ κοντινά, δικά μας, και πολύ δικοί τους όλοι εμείς».
Συγκινητικά ήταν τα λόγια της ευχαριστώντας τους παρισταμένους και τους πνευματικούς ανθρώπους.
«Σε όλους οφείλω πολλά. Ομως είναι αδύνατον να εξοφλήσω αυτό το χρέος, διαμιάς. Κατ' ανάγκην με δόσεις θα σας καταβάλω την αγάπη μου. Γιατί όπως ξέρετε, χαμηλόμισθη είναι η ύπαρξη μου, και όμως, ανελέητα εξακολουθεί να φορολογεί ο χρόνος. Μου μένει, τελικά, ένα μικροποσόν αβέβαιων ημερών, όλο κι όλο. Μ' αυτό έχω να συντηρώ, όχι μόνο όσα αγαπώ, όσα θυμάμαι και όσα φοβάμαι, αλλά και την πολυδάπανη Ελπίδα».
Οσον αφορά το τι είναι ποίηση, η Κική Δημουλά ανέφερε τι δεν είναι ποίηση. «Ποίηση, λοιπόν, δεν είναι μόνο αίσθημα, δεν είναι μόνο συγκίνηση, δεν είναι μόνο σκέψεις και επιθυμίες, έρωτας και θρήνος. Είναι όλα αυτά, αλλά όχι με ξέσκεπο το πρόσωπό τους. Πρέπει να είναι όλα καλυμμένα, με κείνη την ανεμόσκονη που απομακρύνει την ορατότητα. Θέλω να πω ότι η ποίηση δεν είναι μια φωτογενής φωτογραφία της πραγματικότητας, αλλά ένα θολό σκίτσο της, τόσο που να μην ξέρεις αν είναι σύννεφο ή γκρεμισμένος ήλιος, η μια πόρτα αφημένη, διάπλατη, να μπαινοβγαίνει το κενό».
Η εκδήλωση έκλεισε με απόδοση μελοποιημένων ποιημάτων της Κικής Δημουλά από τον Νίκο Ξανθούλη, με τον Διονύση Μαλούχο στο πιάνο και την υψίφωνο Μυρσίνη Μαργαρίτη, αλλά και υπέροχες απαγγελίες από την ποιήτρια. Στην εκδήλωση παρευρέθηκε ο μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, ο αντιπεριφερειάρχης Παναγιώτης Αλευράς, ο βουλευτής Θανάσης Πετράκος, ο δήμαρχος Πύλου - Νέστορος Δημήτρης Καφαντάρης κ.ά.

17.9.12

Αντιφασιστικό μέτωπο και «μεταρρυθμιστικός» σεχταρισμός


του Σωτήρη Βαλντέ

http://www.metarithmisi.gr/









Έντρομοι παρακολουθούμε -εμείς και η Ευρώπη- τη ραγδαία άνοδο του νεοναζισμού στη χώρα μας, με σκηνές και καταστάσεις που όλο και περισσότερο θυμίζουν Γερμανία του ’30. Θα περίμενε κανείς μια πανδημοκρατική αντιφασιστική κινητοποίηση. Δυστυχώς όμως, κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται.
Οι αντιδράσεις της κυβέρνησης και των κομμάτων που τη στηρίζουν είναι -τουλάχιστον μέχρις στιγμής- υποτονικές. O πανικός μπροστά στη δημοτικότητα της Χρυσής Αυγής, φαίνεται να επιδρά παραλυτικά. Λόγια ακούμε, αλλά ουσιαστικά μέτρα -πολιτικά, επικοινωνιακά, κατασταλτικά- δεν βλέπουμε. Στα ΜΜΕ φαίνεται να έχει απήχηση η θεωρία ότι «συμφέρει» (τη δημοκρατία ή την ακροαματικότητα;) να αντιμετωπίζεται η ΧΑ ως κανονικό κόμμα, όπως έγινε με τον Καρατζαφέρη. Κάποιοι άλλοι φαντάζονται πως θα αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο με ψευδεπίγραφες και κακομελετημένες επιχειρήσεις τύπου «Ξένιος Ζευς».

Δυστυχώς όμως, παρατηρούμε και μια προβληματική στάση στους κύκλους των μνημονιακών «μεταρρυθμιστών», από τους οποίους θα περίμενε κανείς πιο ισχυρά αντιφασιστικά αντανακλαστικά. Για πολλούς από τους φίλους αυτούς (υπάρχουν βέβαια και τιμητικές εξαιρέσεις), η άνοδος της ΧΑ χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τη «δικαίωση» των απόψεών τους για την αριστερά και την ελληνική κοινωνία:

Η επέλαση του φασισμού ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της ανομίας που καλλιεργούν αριστερά και συνδικάτα. Άλλος θυμάται τα ΚΝΑΤ, άλλος τον Φωτόπουλο, άλλος τα γιαουρτώματα και όλοι μαζί τον Τσίπρα. Να ποιοι επώασαν το φίδι! Προχθές, μάλιστα, γνωστός εκπρόσωπος αυτού του κλίματος απέδωσε -από τη ΝΕΤ- ευθύνη και στο (παλιό) ΠΑΣΟΚ, με το σύνθημά του «Η Ελλάδα στους Έλληνες».

Το κύριο πρόβλημα με τέτοιες προσεγγίσεις δεν είναι η επιστημονική τους εγκυρότητα. Ο φασισμός σίγουρα δεν έπεσε από τον ουρανό. Διερευνώντας τις ρίζες του, ασφαλώς επισημαίνουμε νοοτροπίες και πρακτικές που προϋπήρχαν διάχυτες στην κοινωνία και που τροφοδότησαν το φαινόμενο αυτό. Βέβαια και εδώ παρατηρούμε μιαν ασυμμετρία στην ανάλυση. Το πάθος κατά του ΣΥΡΙΖΑ και των λοιπών αντιμνημονιακών οδηγεί τους «μεταρρυθμιστές» μας να παραβλέπουν πως το φαινόμενο ΧΑ δεν άνθησε, λ.χ., το 2000 επί Σημίτη, αλλά σήμερα, που ο έλληνας πολίτης έχει φθάσει σε απόγνωση από τα βάρβαρα μέτρα της «προσαρμογής» και τιμωρίας των Ελλήνων, σήμερα που η ανεργία είναι στο 25% -και 55% στους νέους, σήμερα που η παράνομη μετανάστευση έχει γιγαντωθεί με τους «εταίρους» μας να σφυρίζουν αδιάφοροι, σήμερα, τέλος, που η αξιοπιστία του πολιτικού κόσμου έχει φθάσει στο μηδέν. Αν συνεπώς ψάχνουμε για τις ρίζες του κακού, καλά θα κάνουμε να βλέπουμε και το δάσος, όχι μόνο κάποια δέντρα.

Για τους παλαιότερους, η υπόθεση αυτή θυμίζει μια προ τεσσαρακονταετίας συζήτηση για το ποιος έφερε τη δικτατορία. Οι ανανεωτές της αριστεράς είχαν τότε στηλιτεύσει τις ευθύνες του μαξιμαλισμού του Αντρέα Παπανδρέου και της ΕΔΑ. Κάποιοι όμως το πήγαιναν παραπέρα και -μαζί με τη δεξιά και τη χούντα- ισχυρίζονταν ότι τη δικτατορία την έφερε… ο Αντρέας, και όχι το Παλάτι, το παρακράτος και η δεξιά.

Το ζήτημα βέβαια δεν είναι ακαδημαϊκό αλλά πολιτικό. Καλλιεργείται από καιρό μια νέα διχοτομία στην ελληνική κοινωνία: από τη μια πλευρά οι «κακοί» με τους ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΧΑ, Καμμένο, συνδικάτα, παλαιο-Πασόκους και γενικότερα κάθε αντιμνημονιακό (με αιχμή πάντα τον Τσίπρα), και από την άλλη οι «καλοί», με τη ΝΔ, ό,τι απέμεινε από το ΠΑΣΟΚ, την «κυβερνώσα» ΔΗΜΑΡ (πλην Βουδούρη) και τον κ. Μάνο. Η διαίρεση αυτή είναι προβληματική για πολλούς λόγους. Εν προκειμένω, έρχεται σε αντίθεση και με τις επιταγές ενός πανδημοκρατικού αντιφασιστικού μετώπου, που εμφανίζεται έτσι να αποπροσανατολίζει από τον «κύριο εχθρό». Με τις (μονόπλευρες) κοινωνιολογικές αναλύσεις, στην πράξη υποβαθμίζεται ο κίνδυνος της ΧΑ, ισοπεδώνονται τα πάντα (ακόμη και το γιαούρτι με τα τάγματα εφόδου) και, κυρίως, υπονομεύεται ή συρρικνώνεται στα μέτρα του μικρού μετώπου των μνημονιακών κάθε πλατιά αντιφασιστική ενότητα. Άλλος κομψά και άλλος ωμά, κάποιοι «μεταρρυθμιστές» λένε ότι ο Τσίπρας και οι άλλοι δεν διαφέρουν κατά βάθος και τόσο από τους τραμπούκους του Μιχαλολιάκου. Οπότε, πώς να συμπαραταχθούμε μαζί τους εναντίον της ΧΑ;

Σήμερα χρειαζόμαστε επιτακτικά ένα αντιφασιστικό μέτωπο που να περιλάβει τους πάντες, από τη ΝΔ ως το ΚΚΕ και κυρίως τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, που δεν πρέπει να ταυτίσει την αντίθεση στα βάρβαρα μέτρα και στην υπαρκτή σήψη του πολιτικού κατεστημένου με τους ναζιστικούς τραμπουκισμούς. Χρειάζονται πανεθνικές πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις. Είναι γι’ αυτό νομίζω επείγον, οι «μεταρρυθμιστές» να εγκαταλείψουν τον σεχταρισμό τους, τουλάχιστον στο ζήτημα της ΧΑ και να δραστηριοποιηθούν στον κοινό αγώνα. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για όσους «εξ αριστερών» θα ήθελαν να περιορίσουν το εύρος μιας αντιφασιστικής κινητοποίησης. Ας επικεντρωθούμε εδώ όλοι στον ανερχόμενο κίνδυνο, όχι στη δικαίωση των απόψεών μας για το μνημόνιο.

12.9.12

Το μίσος

του Γιώργου Τούλα

πηγή: http://www.parallaximag.gr




Πριν τέσσερα χρόνια μου πρότειναν να γράψω ένα παραμύθι, με ελεύθερο θέμα. Με απασχολούσαν πολύ τότε κάποιες διηγήσεις των παιδιών μου και παιδιών φίλων για τσαμπουκάδες που γινόταν σε σχολεία απέναντι σε μεταναστόπουλα. Ήταν στην αρχή το πράμα  ακόμα και με είχε τρομάξει.

Κάθισα λοιπόν και έγραψα την ιστορία του Ελία, ενός παιδιού που ήρθε από την Αλβανία και αντιμετώπισε προβλήματα αποδοχής στην ελληνική επαρχία. (Ο Τσουρεκης που τον έλεγαν Ελία, εκδόσεις Επόμενος Σταθμός).

Για την παρουσίαση του βιβλίου δουλέψαμε πολύ τότε μαζί με τη Σοφία Σούπαρη, την εκδότρια μου και μια ομάδα παιδιών από τα προγράμματα της ΑΡΣΙΣ. Παιδιά Ρομά από την Αλβανία, πολλά από τα οποία μόλις μάθαιναν ελληνικά. Ήταν μια εμπειρία συγκλονιστική να δουλεύεις μαζί τους. Στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού που έγινε η παρουσίαση τα παιδιά έλαμπαν από περηφάνια για αυτό που κατάφεραν μέσα σε δυο μήνες που δούλευαν το κείμενο και σύνεργαστηκαν άψογα και με τους Prefabricated Quartet.



Ακολούθησαν και άλλες παρουσιάσεις, δεξιά και αριστερά, ώσπου ήρθε η ώρα της έκθεσης του ΕΚΕΒΙ. Εκεί συνέβη ένα παρατράγουδο που το θυμήθηκα αυτές τις μέρες. Στη διάρκεια της παρουσίασης, σε μια αίθουσα με πολύ κόσμο εμφανίστηκε μια κυρία γύρω στα εξήντα, που καιροφυλακτούσε σε ένα γειτονικό σταντ, ενός εκδοτικού οίκου που πουλά εθνικοπατριωτικοθρησκευτικά βιβλία. Με διέκοψε και άρχισε να φωνάζει δυνατά πως πρέπει να ντρέπομαι για αυτό που έκανα, πως κάνω ήρωες τα παιδιά των αλλόθρησκων και θα τους βρω μπροστά μου. Όλα έγιναν πολύ ξαφνικά, δεν αντέδρασε σχεδόν κάνεις, μερικοί μάλιστα το θεώρησαν και γραφικό τύπου "Ελένη Λουκά" και γέλασαν. Η μόνη που ύψωσε τη φωνή της ανάμεσα σε 200 ανθρώπους ήταν η Ιφιγένεια Ταξοπούλου, που ανέλαβε να βάλει την κυρία στη θέση της. Το περιστατικό έληξε μετά από λίγο και η κυρία για τις επόμενες μέρες που κυκλοφορούσα στην έκθεση με κοίταζε σαν εχθρό. Ποτέ άλλοτε δεν ένιωσα τόσο μίσος σε ένα βλέμμα.

Θεσσαλονίκη: Μία γιορτή για τους συγγραφείς

Του Κώστα Μαρίνου

πηγή: http://www.makthes.gr



Η πλατεία Αγίας Σοφίας στα χρόνια του μεσοπολέμου


Ο χαρακτηρισμός «Γιορτή των συγγραφέων» ανήκει στον Γιώργο Κορδομενίδη, ο οποίος κλήθηκε από το δήμο Καλαμαριάς να διοργανώσει στo πλαίσιo των ετήσιων εκδηλώσεων «Παρά θίν’ αλός» ένα συνέδριο για την εξέλιξη της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης από το 1912 ώς το 2012. Δεν αρνήθηκε την πρόταση, αλλά αντιπρότεινε μία διαφορετική προσέγγιση στο θέμα. Αντί μιας αυστηρά φιλολογικής προσέγγισης να εξεταστεί η εξέλιξη της λογοτεχνικής παραγωγής στη Θεσσαλονίκη και της
επίδρασής της στο σώμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας μέσα από τις αναφορές όχι στους συγγραφείς αλλά στο έργο τους. «Στις αιχμές της λογοτεχνίας που είναι τα βιβλία. Δηλαδή ποια σημαντικά βιβλία βγαίνουν στη δεκαετία του '60 ή στη δεκαετία του '70; Οι εισηγητές δεν πρόκειται να κάνουν εισηγήσεις για συγγραφείς αλλά για τα βιβλία τους. Έτσι μπορεί να αναφερθεί το όνομα ενός συγγραφέα από δύο-τρεις εισηγητές και ο καθένας τους να εκτιμά διαφορετικά τα έργα ενός συγγραφέα», λέει ο εκδότης του περιοδικού «Εντευκτήριο» Γιώργος Κορδομενίδης.

Την Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου, πρώτη βραδιά του λογοτεχνικού φεστιβάλ του «Παρά θίν’ αλός», το οποίο θα φιλοξενηθεί στο δημοτικό θέατρο Μελίνα Μερκούρη με ώρα έναρξης 7.30 μ.μ., εισηγητές θα είναι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Αλέξης Ζήρας. Ο πρώτος θα μιλήσει για την περίοδο 1912-1932 και ο δεύτερος για την περίοδο 1933-1945.
Την επομένη εισηγητές θα είναι ο Δημήτρης Κόκορης, που θα μιλήσει για την περίοδο 1946-1955, και η Βενετία Αποστολίδου, η οποία θα αναφερθεί στην περίοδο 1956-1970. Τέλος την Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου ο Θανάσης Μαρκόπουλος θα μιλήσει για τη δεκαετία 1971-1980 και ο Βασίλης Χατζηβασιλείου για την περίοδο που ακολουθεί μέχρι σήμερα.

ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ
Ο Γιώργος Κορδομενίδης, θέλοντας να τιμήσει τους συγγραφείς και με άλλον τρόπο, δίνει την ευκαιρία σε όσους παρακολουθήσουν μία ή και τις τρεις βραδιές της λογοτεχνικής εκδήλωσης να τους γνωρίσουν καλύτερα. Έτσι μεταξύ των εισηγήσεων, που θα έχουν διάρκεια περίπου 20 λεπτά, θα γίνουν προβολές βίντεο, στα οποία ποιητές και πεζογράφοι που έφυγαν από τη ζωή μιλούν για το έργο τους και διαβάζουν αποσπάσματά του. Σε αυτά τα βίντεο εμφανίζονται πρόσωπα όπως ο Στέλιος Ξεφλούδας και ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Πεντζίκης, η Καρέλλη και ο Βαφόπουλος, ο Ιωάννου, ο Ανέστης Ευαγγέλου και ο Τάσος Χατζητάτσης.
Όμως υπάρχουν και αυτοί που δουλεύουν, δημιουργούν στη Θεσσαλονίκη τώρα. Πολλοί, περίπου 30, θα ανέβουν στη σκηνή του θεάτρου, για να διαβάσουν αποσπάσματα από το ποιητικό ή πεζογραφικό έργο τους.
«Βασικό κριτήριο ήταν να αντιπροσωπεύονται όλες οι γενιές και κατά το δυνατόν όλες οι αισθητικές τάσεις. Φυσικά δεν είναι δυνατόν να έχουμε το σύνολο των ανθρώπων που γράφουν και δημοσιεύουν στη Θεσσαλονίκη, διότι η κάθε βραδιά, που ήδη θα διαρκεί περίπου δυόμισι ώρες, θα αποκτούσε διάρκεια ασυνήθιστη για την ελληνική πραγματικότητα», λέει ο Γιώργος Κορδομενίδης και προσθέτει: «Είναι φυσικό αυτοί που δεν επελέγησαν να αισθάνονται δυσαρεστημένοι. Πολλοί από αυτούς είναι φίλοι, πολλοί είναι πρόσωπα δραστήρια. Οι ενοχές μου μειώθηκαν, επειδή κατάλαβα πως το ‘Παρά θίν’ αλός’ ενδιαφέρεται να διατηρήσει τη λογοτεχνική ενότητα και έτσι, εφόσον δεν έχουν αντίρρηση, μπορούν να εμφανιστούν στις επόμενες διοργανώσεις. Αυτό το φεστιβάλ, είτε με εμπιστευτούν είτε όχι, έχει λόγο ύπαρξης και μπορεί από τα επόμενα χρόνια να γίνει πιο ελκυστικό με τη συμμετοχή συγγραφέων και από άλλες πόλεις ή και από άλλες χώρες».

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ο Γιώργος Κορδομενίδης είχε παρακολουθήσει ένα φεστιβάλ ποίησης στη Στοκχόλμη. Τον είχε εντυπωσιάσει όχι μόνο ο μεγάλος αριθμός όσων το παρακολουθούσαν αλλά και η μείξη των τεχνών, αφού πέρα από τις αναγνώσεις υπήρχε επί σκηνής ένα μουσικό σύνολο, ενώ σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς γίνονταν και προβολές εικαστικών βίντεο, διάφορα χάπενιγκ κ.λπ. Εκείνο το πρότυπο ακολουθεί και στις εκδηλώσεις που διοργανώνει στο Εντευκτήριο. Έτσι και στη λογοτεχνική σκηνή του «Παρά θίν’ αλός» θα υπάρχει η μουσική. Την ανέλαβε ο Αντώνης Σουσάμογλου και μεταξύ των εισηγήσεων και των αναγνώσεων τα σύνολα Idee Fixe, Transcription Ensemble και το κουαρτέτο εγχόρδων x-pause θα ερμηνεύουν συνθέσεις κυρίως θεσσαλονικιών συνθετών.

11.9.12

Να καταδικαστεί ο Δένδιας

του Ριχάρδου Σωμερίτη, δημοσιογράφου

πηγή: www.metarithmisi.gr


Ραφήνα, Μεσολόγγι, Καλαμάτα. Και πριν από τη Ραφήνα, το Μεσολόγγι και την Καλαμάτα, οι καθημερινές πια επιθέσεις των οργανωμένων φαιών ορδών της Χρυσής Αυγής εναντίον σήμερα των μεταναστών ή όσων μοιάζουν με μετανάστες και αύριο κάθε άλλου. Κοινό γνώρισμα: η «αδυναμία» της αστυνομίας να βρει τους νεοναζί, η οκνηρία της Δικαιοσύνης και η ευκολία με την οποία τόσα μέσα ενημέρωσης επαναλαμβάνουν το ψευδές επιχείρημα ότι οι τραμπούκοι του Μιχαλολιάκου παρεμβαίνουν «υπέρ του νόμου» που του κράτος δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί. Ψευδές επιχείρημα πρώτον γιατί κανένας δεν δίνει σε κανένα το δικαίωμα της αντιποίησης αρχής και γιατί στη Ραφήνα για παράδειγμα η δημοτική αστυνομία είχε ελέγξει τα προσωπικά χαρτιά και τις άδειες όλων όσων έστησαν πάγκους.

Όλα αυτά έγιναν ενώ ο ανεκδιήγητος Δένδιας είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί τα τάγματα εφόδου της ΧΑ. Βέβαια, μετά από τα επεισόδια έθεσε σε διαθεσιμότητα τον υπεύθυνο τις Αστυνομίας στη Ραφήνα που την ημέρα του πογκρόμ πρέπει να είχε πάει για μπάνιο μαζί με όλη τη δύναμη που διαθέτει και δεν πήρε χαμπάρι τίποτε κι ας έπρεπε να είναι εκεί μόνο και μόνο για το τοπικό «πανηγύρι» που είχε οργανωθεί και που θα συγκέντρωνε πολύ κόσμο.

Μια πρόσφατη έκθεση διεθνούς ανθρωπιστικής οργάνωσης κατέγραψε αυτό που τα καλά μας μέσα ενημέρωσης παραμερίζουν συστηματικά από τις εκπομπές και τις σελίδες τους : ότι είναι καθημερινό και μαζικό φαινόμενο η βία εναντίον των μεταναστών. Έγραψε σχετικά η Άννα Φραγκουδάκη στα Νέα του περασμένου Σαββάτου και το άρθρο της αναδημοσιεύτηκε στη «Μεταρρύθμιση». Έθετε ένα τραγικό ερώτημα: αν δεχόμαστε να γίνουμε χώρα δολοφόνων.

Προφανώς όχι, αλλά είναι πολλοί αυτοί που ψάχνουν δικαιολογίες για τα αδικαιολόγητα με αναφορές στην ανασφάλεια, στα ναρκωτικά ακόμα και στην πορνεία ξεχνώντας ότι οι επιδόσεις των τρισχιλιετών Ελλήνων σε αυτά αλλά και στο οικονομικό έγκλημα είναι αναλογικά ΚΥΡΙΑΡΧΗ στατιστικά και ποιοτικά.

Είναι ταυτόχρονα δραματική η σιωπή ή τα μισόλογα των προοδευτικών κομμάτων, κυρίως του ΠαΣοΚ και της ΔημΑρ που μετέχουν στην κυβέρνηση και είναι συνεπώς συνυπεύθυνα με τον Δένδια. Παζαρεύουν για τα «μέτρα» αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με τα όσια και τα ιερά της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: αυτή τη στιγμή η χώρα μας παίρνει το δρόμο του υπαρκτού νεοναζισμού και δεν θέτουν θέμα παραμονής τους στη κυβέρνηση Σαμαρά που δεν τον κόβει αυτό το δρόμο;

Πιστεύω ότι μετά από τα όσα έγιναν είναι πια επιτακτική η αξίωση ο Δένδιας να πάει σπίτι του και να εκκαθαριστεί η αστυνομία • κι αν δεν πάει και δεν εκκαθαριστεί μια αστυνομία, που το μάθαμε πια, ψηφίζει (κατά πλειοψηφία) και ίσως συνεργάζεται με τη ΧΑ, να τεθεί ανοιχτά και ξεκάθαρα θέμα εμπιστοσύνης τους προς την κυβέρνηση.

8.9.12

Επερχόμενος φασισμός


του Παύλου Αθανασόπουλου

πηγή: http://www.metarithmisi.gr


«Θα μπούμε στο Ράιχσταντ για να εφοδιαστούμε από το οπλοστάσιο της Δημοκρατίας με τα όπλα της. Θα γίνουμε βουλευτές για να εξουδετερώσουμε το πνεύμα της Βαϊμάρης, χρησιμοποιώντας το ίδιο. Εάν η Δημοκρατία είναι τόσο ηλίθια ώστε να μας δώσει το ελεύθερο και μάλιστα και βουλευτική αποζημίωση γι’ αυτά, είναι θέμα δικό της. Κάθε νομικό μέσο, μας είναι ευπρόσδεκτο για την ανατροπή των σημερινών καταστάσεων. Εάν πετύχουμε στις εκλογές να βάλουμε εξήντα έως εβδομήντα αγκιτάτορες του κόμματος στα διάφορα κοινοβούλια, μελλοντικά το ίδιο το κράτος θα εξοπλίσει και θα υποστηρίξει οικονομικά τον αγώνα μας. Και ο Μουσολίνι είχε μπει στο κοινοβούλιο. Κι όμως δεν άργησε να οργανώσει την πορεία προς την Ρώμη. Ερχόμαστε ως εχθροί. Όπως ο λύκος που πέφτει σε κοπάδι προβάτων, έτσι ερχόμαστε.»

Γιόζεφ Γκέμπελς, 30 Απριλίου 1928.


Ο κίνδυνος του φασισμού δεν είναι πια στην σφαίρα των υποθέσεων κάποιων τερατολόγων. Είναι πράγματι προ των πυλών. Τελευταία δημοσκόπηση δείχνει τη Χρυσή Αυγή τρίτο κόμμα, με 10,5%. Άλλες, μετριοπαθέστερες, της δίνουν 8,5 με 9%. Πάντως το σίγουρο είναι ότι ενώ όλα τα κόμματα εμφανίζουν πτώση, μόνο η Χρυσή Αυγή ανεβάζει τα ποσοστά της με αλματώδη τρόπο.

Ο κίνδυνος για τη Δημοκρατία είναι άμεσος. Το παραπάνω κείμενο του Γκέμπελς δείχνει ανάγλυφα πως οι ναζιστές χρησιμοποιούν τους θεσμούς της Δημοκρατίας για την κατάλυσή της. Εξ άλλου, τα ίδια πάνω – κάτω είπε και ο Μιχαλολιάκος στη ναζιστικής αισθητικής φιέστα των Θερμοπυλών. Εάν δεν ανακοπεί αυτή η πορεία, είναι εξαιρετικά πιθανό να δούμε κατάλυση της Δημοκρατίας ή εμφύλια σύρραξη. Η Χρυσή Αυγή είναι αστερισμός παντός είδους ένοπλων συμμοριών. Τι μπορεί να γίνει;

Περιληπτικά κάποιες σκέψεις:

1)    Να γίνει με κάθε τρόπο εμφανής στους ευρωπαίους εταίρους μας ο άμεσος κίνδυνος. Η Ευρώπη πρέπει να καταλάβει ότι αν ριζώσει ο ιός του ναζισμού σε μια ευρωπαϊκή χώρα, εύκολα εξαπλώνεται σε όλη την ήπειρο. Πρέπει να δώσει στην Ελλάδα την αναγκαία ανάσα, την πολυπόθητη επιμήκυνση, ώστε εφαρμόζοντας με κάποια άνεση τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται, να βγει από το τούνελ της κρίσης.

2)    Η κυβέρνηση πρέπει να πετύχει πάση θυσία στο έργο της. Πρέπει  να εντάξει το πακέτο των 11,5 δις σε ένα συνολικότερο σχέδιο που θα δείχνει τα επόμενα βήματα, θα δίνει προοπτική στη χώρα και ελπίδα στο λαό. Πρέπει να προχωρήσει με τόλμη και αποφασιστικότητα στις μεταρρυθμίσεις. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ειλικρινής συνεργασία των τριών κυβερνητικών εταίρων, χωρίς ηγεμονισμούς και μικροκομματικές σκοπιμότητες.

3)    ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, μεταρρυθμιστικές κινήσεις, πρέπει άμεσα να πάρουν πρωτοβουλίες διαλόγου και σύγκλισης, με στόχο ένα σύγχρονο συνεκτικό, δημοκρατικό και κοινωνικό όραμα. Πρέπει να δοθεί μια προοπτική μέλλοντος στην κοινωνία, για να μην πέφτει στις παγίδες του φασισμού.

4)    Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να καταλάβει ότι η ανεύθυνη ξεθεμελιωτική και δημαγωγική αντιπολίτευση, πλέον βοηθάει μόνο τις φασιστικές δυνάμεις.
Ότι η ανομία, η ανυπακοή και η περιφρόνηση των θεσμών, είναι εκτροφεία ναζισμού. Αν δεν το καταλάβουν, κακό του κεφαλιού τους. Θα βρεθούμε όλοι μαζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

5)    Πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων, αλλά με ριζικό και αποφασιστικό τρόπο, το μεταναστευτικό πρόβλημα. Είναι ο μεγαλύτερος στρατολόγος της Χρυσής Αυγής.

6)    Πρέπει να επιδεικνύεται μηδενική ανοχή σε όλες τις παράνομες δραστηριότητες της Χρυσής Αυγής. Όλο το νομικό οπλοστάσιο πρέπει να χρησιμοποιηθεί με αυστηρότητα και αποφασιστικότητα κατά των καθημερινών παρανομιών και εγκλημάτων που διαπράττονται από αυτό το χώρο. Οι ένοπλες συμμορίες πρέπει να συντριβούν.

7)    Πρέπει να γίνει έλεγχος και να παρθούν μέτρα για τη διείσδυση της Χρυσής Αυγής στα Σώματα Ασφαλείας και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Η πολιτική ηγεσία πρέπει να δείξει εξαιρετική αυστηρότητα σε τέτοια θέματα.

8)    Όλες οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να ανοίξουν οξύ ιδεολογικό μέτωπο κατά του ναζισμού. Εκπαίδευση, Μ.Μ.Ε., όλοι οι θεσμοί που επηρεάζουν τη νέα γενιά, πρέπει να δείξουν τι είναι ναζισμός πραγματικά, να μιλήσουν και να ξαναμιλήσουν για τα εκατομμύρια νεκρούς του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, για τα  ολοκαυτώματα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα κρεματόρια, το σημείο μηδέν της απανθρωποποίησης. Ας διδάξουμε τα παιδιά ιστορία. Η παιδεία είναι το μόνο αντίδοτο στο ναζισμό και σε κάθε ολοκληρωτισμό. Οι ώρες είναι κρίσιμες. Ώρες για πανδημοκρατικό συναγερμό!

Υ.Γ. Εκλογικές επιδόσεις Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας:

20-5-1928          2,6%
14-9-1930          18,3%
31-7-1932          37,3%
6-11-1932          33,1%
5-3-1933            43,9%

Μετά δεν ξανάγιναν εκλογές.

Ακολούθησε απαγόρευση των άλλων κομμάτων, αναστολή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατάργηση της ελευθερίας της έκφρασης, κάψιμο των βιβλίων, ολοκαυτώματα εβραίων, πολιτικών αντιπάλων, ομοφυλόφιλων, αναπήρων και τσιγγάνων, στρατόπεδα συγκέντρωσης, κρεματόρια, παγκόσμιος πόλεμος.

7.9.12

Ο πόνος μάς υψώνει


του Γ. Χ. Παπασωτηρίου

πηγή: http://www.steveniko.com/



Τώρα το τίποτα. Πριν ν’ ανθίσει η ομορφιά. Προτού η αθωότητα προλάβει να αμαρτήσει, πριν να μεταλάβει τα άχραντα μυστήρια του έρωτα χάθηκε στη θάλασσα της Σμύρνης. Ένα παιδί ποζάρει στο θάνατο. Και δεν υπάρχει μάνα να μοιρολογήσει, να ονοματίσει, να θρηνήσει. Το πένθος διαχέεται παντού μέσα από τις ηλεκτρονικές φρυκτωρίες και ο αναπεμπόμενος πόνος ενώνει τους ανθρώπους.

Και σένα που κλαις μπροστά στη φωτογραφία του κοριτσιού, εσένα που πενθείς για τα άγνωστα παιδιά που τάφηκαν στα νερά της Μεσογείου, για τους εσταυρωμένους στα πεζοδρόμια της ανεργίας, για τους ανέστιους στα χαρτόκουτα και στις τρώγλες της ανέχειας, για τους απελπισμένους κι όλους όσους ζητούν το μερτικό τους στο φως, το μερίδιό τους στη ζωή, εσένα σε κάνει αρχόντισσα ο πόνος. Ναι, το μοιρολόι είναι μοιρασμένος πόνος, που μας καθιστά αδέρφια.

Μόνο που αυτές οι ζωές χάθηκαν πολύ νωρίτερα. Τότε που τους ξερίζωναν την καρδιά, αναγκάζοντάς τους να φύγουν από την πατρίδα τους. Γιατί το ξερίζωμα, η εξορία από τον τόπο σου είναι ζωντανός θάνατος.

Το να έχεις ρίζες «είναι ίσως η σημαντικότερη και λιγότερο αναγνωρισμένη ανάγκη της ψυχής του ανθρώπου» έλεγε η Σιμόν Βέηλ, η διανοούμενη που πέθανε στα 33 της χρόνια κάνοντας απεργία πείνας σε ένδειξη συμπαράστασης και συμπάθειας στους λαούς, όπως ο ελληνικός, που ήταν υπό ναζιστική κατοχή και λιμοκτονούσαν. Η συν-πάθεια, λοιπόν, θα αναστήσει τη δοκιμαζόμενη ανθρωπιά μας. Αυτή θα μας απαλλάξει από το φασιστικό μίσος, που αισθανόταν ο ήρωας του Καμύ και κάθε ξενοφοβικός, προκειμένου να έχει μία ταυτότητα, να είναι κάποιος!

Κι όμως η επιρροή στην ελληνική κοινωνία της Χρυσής Αυγής ενισχύεται. Η επιρροή αυτών που προτείνουν το μίσος αντί της συμ-πάθειας μεγαλώνει. Κι ας φεύγουν και τα δικά μας παιδιά πλέον στην εξορία της μετανάστευσης. Κι ας παθαίνουμε κι εμείς ότι οι λαοί της Ασίας και της Αφρικής. Παρόλ’ αυτά το τυφλό μίσος κυριαρχεί. Μίσος εναντίον όλων. Αυτοί οι «άνθρωποι» δεν αισθάνονται για να πονούν. Κανείς τους δεν συμπονά, κανείς τους δεν συμπάσχει.

Το βλέπεις στο γυάλινο, διεστραμμένο βλέμμα τους, το διαπιστώνεις από τον κόσμο τους, ένα βασίλειο νεκρο-ζώντανων, απέθαντων, ζόμπι. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα. Μεγαλύτερος και από την όποια χρεοκοπία. Γιατί σημαίνει την αποξήρναση και τον ακρωτηριασμό της ψυχής μας από συναισθήματα, από συμπόνια και Αγάπη. Γιατί κομίζει το φανατισμό και την ωμή βία, έναν εξοντωτικό κοινωνικό εμφύλιο, μια ιδιότυπη, χομπσιανή δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Οι νέες νόρμες της κοινωνίας εγγράφονται ήδη δίκην συμβολικής τάξης καθώς νομιμοποιούνται από συγκεκριμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που υποστηρίζουν ανοικτά τη Χρυσή Αυγή. Την ενισχύουν, προκαλώντας τον ακρωτηριασμό των επιθυμιών, την αυτοεγκατάλειψη, την αδράνεια και, προπάντων, την αποπολιτικοποίηση, ή καλύτερα την πολιτικοποίηση του στρατώνα, τη στρατιωτική ρύθμιση στην κοινωνία, όπως αυτή που εισήγαγε ο Χίτλερ.Ο πόνος μας υψώνει

6.9.12

ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ 2012: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ


Η ΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ



Στα 100, μέχρι τώρα, χρόνια του νεοελληνικού της βίου, η Θεσσαλονίκη εισέφερε στα εγχώρια γράμματα πληθώρα πρωτοποριακών ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων, καθώς και επιδραστικών περιοδικών, σε βαθμό που η πόλη να αναδειχθεί σε ιδιαίτερα αξιόλογο πνευματικό κέντρο, κάνοντας πολλούς ιστορικούς και μελετητές της λογοτεχνίας να μιλούν για «Σχολή Θεσσαλονίκης», παρότι δεν είναι εύκολο να ομαδοποιηθούν με οποιονδήποτε τρόπο οι συγγραφείς της, καθώς έχουν αποδειχθεί μέτοχοι μιας δίχως σύνορα λογοτεχνικής παράδοσης και πράξης.

Αυτή την ιδιαιτερότητα των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης, που «καλλιέργησαν νέες ψυχικές διαθέσεις και επέβαλαν καινούριους εκφραστικούς τρόπους», φιλοδοξεί να παρουσιάσει η Λογοτεχνική Σκηνή του «Παρά θιν' αλός», σε ένα τριήμερο εκδηλώσεων (14, 15 και 16 Σεπτεμβρίου, θέατρο «Μελίνα Μερκούρη» του Δήμου Καλαμαριάς, ώρα έναρξης 7.30 μ.μ.), που περιλαμβάνει ομιλίες από καταξιωμένους μελετητές, βίντεο αρχείου με διακεκριμένους εκφραστές της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης που δεν ζουν πια, καθώς και αναγνώσεις ποιημάτων και πεζών από σημερινούς συγγραφείς της πόλης, συνοδεία ζωντανής μουσικής.

Η δομή κάθε βραδιάς περιλαμβάνει
Δύο 20λεπτες εισηγήσεις για τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης την περίοδο 1912-2012, δηλαδή τι σημαντικό συμβαίνει στη λογοτεχνική παραγωγή στο διάστημα αυτό. Ομιλητές: 14.9 Ντίνος Χριστιανόπουλος, ποιητής και μελετητής της λογοτεχνικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης (θα μιλήσει για την περίοδο 1912-1932)· Αλέξης Ζήρας (κριτικός λογοτεχνίας, πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων, θα μιλήσει για την περίοδο 1933-1945)
15.9 Δημήτρης Κόκορης (φιλόλογος, συγγραφέας, θα μιλήσει για την περίοδο 1946-1955)· Βενετία Αποστολίδου (αναπληρώτρια καθηγήτρια Α.Π.Θ., θα μιλήσει για την περίοδο 1956-1970) 16.9 Θανάσης Μαρκόπουλος (φιλόλογος, ποιητής και κριτικός, θα μιλήσει για την περίδο 1971-1980), Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (κριτικός λογοτεχνίας, θα μιλήσει για την περίοδο 1981-σήμερα).
Προβολή μικρών βίντεο με σημαντικούς λογοτέχνες που δεν ζουν πια να διαβάζουν λογοτεχνικά τους κείμενα ή να μιλούν για το έργο τους ( από τους Στέλιο Ξεφλούδα, Γ. Θ. Βαφόπουλο, Ν. Γ. Πεντζίκη, Ζωή Καρέλλη μέχρι τους Νίκο Μπακόλα, Τόλη Καζαντζή, Ανέστη Ευαγγέλου, Γιώργο Ιωάννου, Ηλία Πετρόπουλο, Τάσο Χατζητάτση…)
Ανάγνωση ποίησης και πεζογραφίας από σημερινούς λογοτέχνες. Συμμετέχουν (με αλφαβητική σειρά) και διαβάζουν (κυρίως επιτόπου και ελάχιστοι εξ αποστάσεως): Κούλα Αδαλόγλου, Ρούλα Αλαβέρα, Γιώργος Αλισάνογλου, Bασίλης Αμανατίδης, Βασίλης Βασιλικός, Μπίλη Βέμη, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Δημήτρης Δημητριάδης, Άκης Δήμου, Σταύρος Ζαφειρίου, Ισίδωρος Ζουργός, Πάνος Θεοδωρίδης, Τάσος Καλούτσας, Βικτωρία Καπλάνη, Μαρία Καραγιάννη, Γιάννης Καρατζόγλου, Μαρία Καρδάτου, Κατερίνα Καριζώνη, Δήμητρα Κατιώνη, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Έλσα Κορνέττη, Θωμάς Κοροβίνης, Μαρία Κουγιουμτζή, Χλόη Κουτσουμπέλη, Κώστας Λαχάς, Δημήτρης Λεοντζάκος, Στέλιος Λουκάς, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Απόστολος Λυκεσάς, Πρόδρομος Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος (διαβάζει ο ηθοποιός Δημήτρης Ναζίρης), Δημήτρης Μίγγας, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Τόλης Νικηφόρου, Σοφία Νικολαΐδου, Μανόλης Ξεξάκης, Κώστας Πλαστήρας, Σάκης Σερέφας, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περικλής Σφυρίδης,  Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Θανάσης Τριαρίδης, Κάρολος Τσίζεκ, Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Στο μουσικό μέρος των τριών εκδηλώσεων συμμετέχουν οι μουσικοί και τα σχήματα: Idée Fixe ensemble (Δημήτρης Λεοντζάκος - κλαρινέτο, Νικολός Δημόπουλος - φλάουτο, Ερατώ Αλακιοζίδου-πιάνο)· Δώρα Μπάκα - τραγούδι και Transcription Ensemble (Γιώργος Κανδυλίδης - βιολί, Χρήστος Γρίμπας - βιολοντσέλο, Νίκος Ζαφρανάς - πιάνο)· Κουαρτέτο εγχόρδων x-pause (Χριστίνα Λαζαρίδου - βιολί, Μιγκέλ Μιχαηλιδης - βιολί, Θανάσης Σουργκούνης - βιόλα, Γιάννης Στέφος - τσέλο).

Τη Λογοτεχνική Σκηνή συντονίζει ο συγγραφέας Γιώργος Κορδομενίδης, που διευθύνει το «Εντευκτήριο» (περιοδικό | εκδόσεις | εκδηλώσεις).

Στο video ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δίνει μια πρόγευση της ομιλίας του.

Το κορίτσι στο ταμείο


Image

 Γεννήθηκε και της έδωσαν το όνομα Μαρία. Μια γυναίκα τόσο συνηθισμένη με ένα τόσο συνηθισμένο όνομα. Απολύθηκε. Πριν από λίγες ώρες. Και τώρα; Τώρα κάθεται εκεί, πάνω από την κατσαρόλα, μαγειρεύει μπάμιες, σκουπίζει μύξες και δάκρυα. Περιμένει τον Σωτήρη να γυρίσει από τη δουλειά, να του βάλει να φάει. Εντάξει, αυτό το κάνει κάθε μέρα. Χρόνια τώρα. Αλλά το άλλο; Πως θα καταφέρει να του ξεστομίσει πως τη διώξανε. Κι εντάξει να τη διώξουν, αλλά αν μάθει το πως και το γιατί; Κι όμως πριν από λίγο, όταν άκουσε το μαλάκα το Σταματιάδη να ουρλιάζει, ανακοινώνοντας την απόλυσή της ένιωσε μεγάλη περηφάνια. Ο Σταματιάδης είναι ο προϊστάμενος της στο σούπερ μάρκετ. Ρουφιάνος.

Σεπτέμβρης ήταν, όταν φέρανε στο κατάστημα τα σχολικά είδη. Είχε πάρει ένα από κείνα τα μπλε τα τετράδια και τον ζωγράφιζε. Από μικρή της άρεσε το σχέδιο. Αν και δεν κατάφερε ποτέ να παρακολουθήσει μαθήματα, σκίτσαρε αρκετά καλά. Μόνο που δεν μπορούσε να αποδώσει πιστά τα πρόσωπα. Ποτέ δεν της άρεσαν τα πρόσωπα. Έτσι στη θέση της ηλίθιας μάπας του Σταματιάδη έβαζε μια κουκούλα. Κάτι που ταίριαζε γάντι στην ιδιότητά του. Αυτή του ρουφιάνου.

Στη δουλειά ξεκίνησε όταν αποκτήσαν το δεύτερο παιδί τους, τον Παναγιώτη της. Δυσκολευόντουσαν αρκετά. Τα έξοδα έτρεχαν. Είχαν κόψει και στο Σωτήρη δυο μισθούς. Στην αρχή γκρίνια και καυγάδες. Μετά τα έβαλαν κάτω και τα μιλήσανε, τα συμφωνήσανε. Έπρεπε να ξεκινήσει πάλι να βοηθάει. Δούλευε και παλιότερα σε μια βιοτεχνία, αλλά σταμάτησε για να ασχοληθεί με την φροντίδα των παιδιών. Πήρε μια εφημερίδα κι άρχισε να αναζητά. Οι εφημερίδες γίνανε δυο και τρεις κι αμέτρητες. Έψαχνε για βδομάδες. Δουλειά πουθενά. Η υπομονή της απέφερε καρπούς κι έτσι ήρθε εκείνη η θέση στο ταμείο. Γνωστή αλυσίδα καταστημάτων σούπερ μάρκετ. Τη βόλεψε γιατί ήταν κοντά και στο σπίτι, ώστε να επιστρέφει γρήγορα να διαβάζει τα παιδιά.

Οι πρώτοι δυο μήνες στη δουλειά ήταν άχαροι, βασανιστικοί. Όλη της η μέρα ένας μονότονος ήχος. «ΜΠΙΠ. ΝΤΟΥΚΟΥ ΝΤΟΥΚΟΥ. ΓΚΡΑΝΖΖΖ.» Η ψυχωτική «μουσουκή» μιας ταμιακής μηχανής. «Μουσουκή» κι όχι μουσική είναι ο ήχος που βγάζουν τα μηχανήματα. Είναι ο ήχος που παίζουν τα ηχεία των καταναλωτικών μνημειακών κατασκευών. Ακούστε, χαλαρώστε, καταναλώστε. “Wind of Change” και “Born In the USA”, τραγούδια της αλλαγής και της ελεύθερης οικονομίας. Και τα καρότσια γεμάτα πράματα να τσουλάνε υπό αυτούς τους ήχους διάδρομο το διάδρομο σε ένα φρενήρες καταναλωτικό βαλς.

Σκυμμένο κεφάλι. Ψεύτικο χαμόγελο. Ψεύτικο «καλημέρα», ψεύτικο «καλησπέρα» στα μιλιούνια των πελατών. Ύστερα, ήρθε η Κάτια. Μια εντυπωσιακή τριανταπεντάρα. Χωρισμένη με ένα κοριτσάκι. Ταμείο 6 το Μαράκι, ταμείο 7 η Κάτια. Γίνανε κολλητές. Ξεθάρρεψε σαν της μίλησε. Αν δεν έκανε την αρχή, ακόμα με το κεφάλι σκυμμένο θα ήταν να χτυπάει στη μηχανή σερβιέτες και πατατάκια. «Έχω κι εγώ το μαλακομαγνήτη» η πρώτη κουβέντα της Κάτιας. Το είπε σαν άκουσε τη Μαρία να καυγαδίζει στο τηλέφωνο με το Σωτήρη για πολλοστή φορά. Θίχτηκε. Βάλθηκε να της εξηγήσει πως ήταν ο άντρας της. Πως είναι λογικό να τσακώνονται σαν όλα τα ζευγάρια και άλλα πολλά κλισέ. Μέρα με τη μέρα τα κορίτσια γνωρίζονταν καλύτερα. Όταν δεν πήζανε στη δουλειά ξεκινούσε το κους-κους. Στα διαλείμματα τσιγάρο έξω, στο πάρκινγκ. Η Κάτια είχε όντως το μαλακομαγνήτη. Ο πρώην άντρας της τη χτυπούσε. Τώρα τραβιόταν με έναν κηφήνα. Της έτρωγε το μισό μηνιάτικο και της έταζε γάμους κι ιστορίες, ότι τάχα μου θέλει αυτήν και το παιδί της.

Περνούσε ο καιρός κι εκείνη στα ίδια. Είχε φτάσει σε σημείο να βλέπει εφιάλτες. Ένα βράδυ ξύπνησε ιδρωμένη. Ο Σωτήρης δίπλα της κοιμόταν του καλού καιρού. Ροχάλιζε. Είδε λέει πως προσπαθούσε να μπει στο σπίτι τους και δεν μπορούσε. Έβαζε το κλειδί στην τρύπα και δεν άνοιγε η πόρτα. Ενώ την ίδια στιγμή αντίκριζε το γραμματοκιβώτιο ξεχειλισμένο από τους λογαριασμούς. «Αυτό ήταν!» είπε «Πουτάνες τράπεζες. Θα μας το πάρουν το σπιτάκι μας». Τα πίστευε τα όνειρα. Την είχε μάθει να τα πιστεύει η γιαγιά της που ήταν Σμυρνιά.
Λίγες μέρες έμεναν για τις γιορτές. Ο Σταματιάδης έκανε μίτινγκ όλου του προσωπικού. Τους ανακοίνωσαν πως θα δουλεύουν μέχρι τις 10 το βράδυ. Εορταστικό ωράριο και καλά. Η Λένα, μια κοπέλα που είχε έρθει πρόσφατα στη δουλειά, δεν ήρθε στο μίτινγκ. Μάθανε πως την έδιωξε ο Σταματιάδης. Ήταν έγκυος. Τις απολύουν τις έγκυες. Δεν συμφέρουν. Το λένε όλα τα καλά βιβλία μάνατζμεντ όλων των καλών Πανεπιστημίων.

Πήρε αμέσως το Σωτήρη να του πει πως θα αργήσει. Να του ζητήσει αν μπορεί να ετοιμάσει τίποτα να φάνε. «Μαγειρεύεις;» τη ρώτησε η Κάτια και πριν προλάβει να απαντήσει συνέχισε «όλοι μαγειρεύουν σήμερα, μόδα είναι θα περάσει. Ανοίγεις το χαζοκούτι και παντού κατσαρόλες και κουτάλες. Κι ο κοσμάκης χαζεμένος παρακολουθεί με τα σάλια να τρέχουν. Σα να πηδάνε οι μυρωδιές απ’ την οθόνη και να ορμάνε μέσα στο σαλόνι του».
Είχαν ξεθεωθεί. Ο κόσμος έκανε τα τελευταία του ψώνια για τις γιορτές. Λίγα είναι η αλήθεια. Δούλευε κάμποσα χρόνια και με μια πρόχειρη σύγκριση, τα προηγούμενα χρόνια ο κόσμος ψώνιζε περισσότερο. Κάθε πέρσι και καλύτερα που λένε. Η κούραση πάλευε με τη βαρεμάρα. Ώσπου έγινε κάτι αναπάντεχο, κάτι αληθινά συναρπαστικό. Ξαφνικά μια ομάδα νεαρών, θα ήταν σαράντα – πενήντα άτομα περίπου, αγόρια και κοπέλες, μπούκαραν στο κατάστημα με ιαχές. Άρχισαν να τρέχουν στους διαδρόμους ρίχνοντας μέσα σε μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών κάθε λογής τρόφιμα κι όπως γρήγορα μπήκαν έτσι γρήγορα έγιναν καπνός. Πριν την έξοδο πέταξαν δεκάδες τρικ που έγραφαν : «Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΛΟΠΗ – ΡΟΜΠΕΝ ΤΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ – ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ !!!».

Η Κάτια της ψιθύρισε στο αφτί ότι πάνε και μοιράζουν τα τρόφιμα στις πλατείες σε άστεγους και σε χαμηλοσυνταξιούχους. Οι τσιρίδες του Σταματιάδη την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Φώναζε γιατί δεν τους είχαν εμποδίσει. Λες και ήταν δουλειά τους. Η Μαρία χαμογέλασε με ικανοποίηση. Ίσως για τους ανθρώπους που θα έβρισκαν κάτι να φάνε. Ίσως για κάτι πιο απλό και ρηχό, όπως το ότι ο Σταματιάδης είχε βγει από τα ρούχα του.

Οι μέρες περνούσαν και οι γιορτές φεύγανε. Τι είναι οι γιορτές; Όλο το χρόνο τις προσμένεις με λαχτάρα κι αυτές έρχονται και περνούν δίπλα σου τόσο γρήγορα δίχως να σε αγγίξουν. Η Μαρία εκεί «απίκο». Χωρίς ανάσα. Όταν είχε χρόνο να σκεφτεί, στο μυαλό της ερχόταν συνεχώς η εικόνα εκείνων των παιδιών. Τους θαύμαζε. «Έχει έρθει η ώρα να κάνω κάτι πια κι εγώ» έλεγε. «Κάτι επαναστατικό. Κι ας έχω πατήσει τα σαράντα». Θα ζούσε επιτέλους την καθυστερημένη της εφηβεία. Όλη της τη ζωή υπάκουη. Στον πατέρα της το συγχωρεμένο που ήταν αυστηρός. Αυτός ήταν κι ένας λόγος για να παντρευτεί τόσο μικρή, να ξεφύγει από το σπίτι να κάνει τη ζωή της. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε, γιατί και με το Σωτήρη τον ίδιο ρόλο. Το ρόλο της σωστής. Μέχρι και στον προϊστάμενο τουμπεκί έκανε. Όλη της τη ζωή σκυφτή. Πατέρας, σύζυγος, εργοδότης. Κι αυτή να πασχίζει να φανεί καλή. Καλή κόρη, καλή σύζυγος, καλή υπάλληλος.

Θυμήθηκε πέρσι τέτοια εποχή. Η εταιρεία θα βράβευε τον καλύτερο υπάλληλο κάθε καταστήματος. Η Μαρία είχε βαλθεί να βγει πρώτη. Δεν τα κατάφερε αλλά χάρηκε που άκουσε δυο καλές κουβέντες από τα χείλη του Σταματιάδη. Ο Μωυσής, ο πρώτος μάρκετινγκ μάνατζερ, θα κατέβαζε σήμερα από το βουνό έντεκα εντολές. «Τίμα τον εργοδότη σου ίνα μην πεινάσεις». Χιλιάδες οι πιστοί σε τούτη τη θρησκεία. Χωρίς ιεραπόστολους. Δίχως σταυροφορίες.

Μια μέρα έστειλαν τη Μαρία στο τμήμα μαναβικής να τοποθετήσει τα φρέσκα προϊόντα. Καθώς στοίβαζε τα λαχανάκια Βρυξελλών άρχισε να κάνει περίεργες σκέψεις. «Γιατί τα λένε Βρυξελλών; Απορία το’ χω. Πώς να είναι άραγε οι Βρυξέλλες; Μουντές και βροχερές μου κάνουν. Τόσα χρόνια με το Σωτήρη δεν αξιωθήκαμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Κάθε καλοκαίρι Σαλαμίνα στο εξοχικό. Να είναι άραγε οι Βρυξέλλες η Πομπηία των καιρών μας;».

Νωρίτερα σήμερα, η Μαρία είδε μια γνώριμη γυναίκα. Ήταν η κυρία Κούλα. Μια ηλικιωμένη γειτόνισσα που έμοιαζε να τα έχει χαμένα, σερνόταν δω κι εκεί με το πιο παρακατιανό, άδειο καλαθάκι. Η κυρία Κούλα είχε έναν γιο, ρατσιστή ιδεολόγο. Τόσο ιδεολόγο που πέταξε τη μάνα του σε ένα υπόγειο κι έβαλε μια Βουλγάρα να την ξεσκατίζει. Και πατρίς και οικογένεια. Όσο για τη θρησκεία, κάθε φορά που η κυρά Κούλα ζητούσε λίγη συντροφιά από το γιό της αυτός της ανταπέδιδε βλαστήμιες. Η Μαρία που είχε φαγωθεί να βρει κάτι να κάνει, κάτι σαν μικρή προσωπική επανάσταση, άρπαξε την ευκαιρία της. Έπιασε την κυρία Κούλα από το μπράτσο και με ένα «σουτ μη μιλάς» της γέμισε το άδειο καλάθι. Την βοήθησε να φτάσει στο ταμείο. Δίχως να χτυπήσει τίποτα στην ταμειακή την οδήγησε στην πόρτα και της είπε «Φύγε, βιάσου, εγώ είμαι εδώ!».

Ήταν τόσο πρωτόγνωρη η ικανοποίησή της που δεν είχε αντιληφθεί πως ο Σταματιάδης είχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή. Εκείνος έβραζε και ούρλιαξε τη λέξη που έτρεμε η Μαρία μέχρι χτες και συνεχίζουν να τρέμουν οι Μαρίες όπου γης. «Απολύεσαι!». Εκείνη πέταξε την ποδιά με τα χρώματα και την επωνυμία της εταιρείας, φούσκωσε τα στήθη της και με ένα χαμόγελο πέρασε τις αυτόματες πόρτες της εξόδου. Μέχρι τώρα νομίζει πως πριν βγει άκουσε χειροκροτήματα. Μπορεί και όχι. «Δεν γαμιέται;».

3.9.12

Η αγωνία της γραφής και το καταφύγιο της φιλίας

του Γιάννη Φλυτζάνη

πηγή: http://bibliotheque.gr






Να μου γράφεις, έστω και βαδίζοντας
(Επιστολές στον Ε.Χ. Γονατά 1960-1965)
Δ.Π. Παπαδίτσας
επιμέλεια: Χρήστος Αστερίου
εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000

Ο Δημήτρης Παπαδίτσας βρίσκεται σε αδιέξοδο ως προς την εξέλιξη του ποιητικού του έργου. Δεν μπορεί να ησυχάσει. Σχίζει τους στίχους του και μετά το μετανιώνει. Αντιφατικά συναισθήματα τον κατακλύζουν. Άλλοτε βρίσκεται σε δημιουργική έξαρση,  οπότε ενθουσιάζεται και θριαμβολογεί και άλλοτε αμφιβάλλει και απελπίζεται, οπότε τον καταβάλλει η απογοήτευση. Στέλνει λοιπόν μια σειρά από επιστολές στο φίλο του λογοτέχνη Επαμεινώνδα Γονατά και του εκμυστηρεύεται την ψυχική του κατάσταση.

Στο Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας αναδεικνύεται πρώτα πρώτα μία πολύ δυνατή φιλία.  Ο Παπαδίτσας εξομολογείται χωρίς δισταγμό στο Γονατά τις αγωνίες, τους φόβους αλλά και τις χαρές που αντλεί από το συγγραφικό του έργο. Επιπρόσθετα, του στέλνει προσχέδια των ποιημάτων του και ζητάει τη γνώμη και τις παρατηρήσεις του.

Εξάλλου, οι δυο τους μοιράζονταν ήδη πολλά.  Ήταν λάτρεις της εκτυπωτικής τέχνης και είχαν προχωρήσει σε κοινά εγχειρήματα: στην έκδοση δύο τευχών του  λογοτεχνικού περιοδικού Πρώτη Ύλη καθώς και στην ίδρυση των ομώνυμων εκδόσεων. Το περιοδικό Πρώτη ύλη εμπεριείχε τόσο δικά τους κείμενα όσο και μεταφράσεις ξένων συγγραφέων. Επιπλέον, συνήθιζαν ο ένας να διαβάζει τα γραπτά του άλλου και έπειτα να προχωράνε σε  κρίσεις και να προτείνουν  διορθώσεις.





Οι εικοσιπέντε επιστολές του Σάμιου ποιητή αποτελούν βέβαια και ένα πολύτιμο ντοκουμέντο της πορείας του καλλιτέχνη. Μέσα από τα γράμματά του παρακολουθούμε την εσωτερική του αναζήτηση που θα τον οδηγήσει στην επίπονη και εναγώνια αναθεώρηση της ποιητικής του. Πλέον στους στίχους του θα πληθύνουν οι φιλοσοφικές αναφορές καθώς θα προσπαθεί να  συνταιριάξει το απείρως μικρό με το απείρως μεγάλο. Αλλά και η μέθοδος της συγγραφής του αλλάζει. Δε θα γράφει άμεσα τα ποιήματά του στο χαρτί αλλά μετά από επεξεργασία πολυάριθμων σημειώσεων που έχει κρατήσει προηγουμένως.

Πάντως ένα ισχυρό στοιχείο γοητείας που έχει ο  επιστολικός λόγος του βιβλίου είναι ότι διατηρεί κάτι από τη ζωντάνια, τον αυθορμητισμό και το ατημέλητο της προφορικής ομιλίας. Έτσι ανάμεσα στους προβληματισμούς περί λογοτεχνικής δημιουργίας παρεμβάλλονται παρακλήσεις για αγορές αρωμάτων και πούδρας, αναφορές στο κτίσιμο ενός σπιτιού στην Πάτμο, ο σχολιασμός της δολοφονίας του Κέννεντυ.

Κλείνοντας τον μικρό τόμο εξακολουθούν να ηχούν στα αυτιά μου τα βασανιστικά ερωτήματα του Παπαδίτσα: Γιατί Νώντα να παιδευόμαστε έτσι; Μήπως δεν υπάρχουν τόσα γύρω μας που θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν την προσοχή μας; Πού θα πάμε με αυτό το σαδιστικό κι ατέρμονο σκάψιμο του ένδον μας; Για να θεμελιώσουμε τι;


2.9.12

Γιωργος Βελτσος: Επιστολή ΙΙΙ

πηγή: www.tovima.gr




Κύριε Τζαβάρα,

Θα συμφωνείτε, υποθέτω, πως το να κρίνετε δημιουργούς θέτει, πέραν της αρμοδιότητός σας ως εκλεγμένου βουλευτή, το δυσεπίλυτο ζήτημα του κρίνειν. Κυρίως, όταν πρόκειται για τέχνη, όπου το θέμα αφορά περισσότερο από την οικονομική παράμετρο, την ανιδιοτελή κρίση για το ωραίο και το υψηλό. Εσείς που έχετε διαβάσει Μπαντιού θυμάστε ότι το ποίημα είναι «γενόσημο» (επί λέξει) αλήθειας.

Ακούστε λοιπόν τι σας συμβουλεύω:

Επειδή τίποτα δεν μοιάζει με την ποίηση, δεν υπάρχει δίκαιη τιμή. Δεν υπάρχει κάτι που να δείχνει, με κάποια εσωτερική ιδιότητα, την ποσότητα του νομίσματος με το οποίο θα έπρεπε να την κοστολογήσουμε. Δεν υπάρχει απαλλαγή, εξόφληση, δόσεις. Δεν υπάρχει κάτι που να δείχνει την ποσότητα της θλίψης με την οποία θα έπρεπε να κοστολογηθεί το ποίημα. Η διατραπεζική συναλλαγή γίνεται προς όφελος μόνο των «τραπεζών» (τράπεζα του μυαλού, τραπέζι).

Ο ποιητής, ενώ κερδοσκοπεί, χάνει. Κι ενώ χάνει, γίνεται πλουσιότερος. Αλλά από κάτι που δεν είναι κέρδος. (Υπάρχει βέβαια και η ψευδαίσθηση της αθανασίας, όπως υπάρχει, φευ, και για τον πολιτικό).

Ιδού η διαφορά από τους τραπεζίτες και τους πολιτικούς. Ο ποιητής γράφει παίρνοντας τις αποστάσεις του από το τραπέζι. Αναδιπλασιάζεται διανύοντας αυτή την ελάχιστη απόσταση. Ξέροντας ότι το ποίημα είναι πάνω στο τραπέζι αλλά και χάμω. Πιο χθαμαλό κι από το χρήμα, οπότε, τραπεζίτης ναι, αλλά μιας τράπεζας μοναστικής που την ιστόρησε ο Θεοφάνης.

Η ποίηση είναι σύστημα διατραπεζικό αλλά χωρίς εχέγγυο. Το ποίημα δεν είναι εχέγγυο, ούτε εξασφαλίζει προσόδους. Ούτε μπορεί να ξαναφέρει στα χέρια του ποιητή ό,τι ανταλλάχθηκε. Ούτε μπορεί να του φέρει πίσω τη ζωή του.

Σας γράφω, κύριε Υπουργέ, στον φαύλο κύκλο που περιγράφει ο Cantillon: «Η υπερβολική αφθονία σε χρήμα είναι αυτή που, ενόσω διαρκεί η ισχύς των κρατών, τα ρίχνει ασυναίσθητα και φυσιολογικά στην ανέχεια». Εμείς και φτωχοί γίναμε και ανίσχυροι. Τα χαρτονομίσματά μας, όσο υπάρχουν, είναι πληθωρισμένα. Δεν έχουμε πλέον πίστωση. Πληκτρολογούμε και δεν γίνεται η συναλλαγή μας δεκτή.

Εμπορευόμαστε; Αλλά το μόνο εμπόριο που δεν θα κόστιζε τίποτα είναι η απλή ανταλλαγή εις είδος. Πτωχεύουμε; Και γιατί για να πάρουμε πρέπει να δώσουμε πολλά, αφού αν δώσουμε πολλά παίρνουμε λίγα; Σε αυτά τα ερωτήματα, κύριε Υπουργέ, και πάλι δεν απαντά ο πολιτικός αλλά ο δημιουργός.

Συμβαίνει, εκτός από τον αέρα, να μη χρωστώ τίποτα σε κανέναν. Γι' αυτό φροντίζω να του τον επιστρέφω αμέσως, με το αζημίωτο. Διότι ο αέρας, κύριε Τζαβάρα, το επί τοις εκατό που κρατά από τις μέρες μας, το επενδύει σε γη - τραπεζικό προϊόν που μας το πουλά ύστερα ως δάνειο τελευταίας κατοικίας.

Συνυπέγραψα τις προάλλες επιστολή υπέρ της παραμονής του Λούκου και είδα τον εαυτό μου να συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των «ανύπανδρων θυγατέρων», όπως ειρωνικά αποκάλεσε τους δημιουργούς συντάκτρια επί των πολιτιστικών. Ο μόνος γάμος (μοργανατικός) που έκανα είναι με τη σκέψη. Και η σκέψη «είναι τόσο σύντομη, η ελευθερία μας τόσο υποταγμένη, ο λόγος μας τόσο ταυτολογικός, ώστε πρέπει να λογαριάσουμε πως κατά βάθος τούτο το σκοτάδι από κάτω είναι σαν μια θάλασσα που θέλει να την πιούμε».

Κύριε Υπουργέ, όπως γνωρίζετε, οι υπουργοί έρχονται και παρέρχονται. Οι «επικίνδυνοι» όμως δημιουργοί ακόμα και ανεπιθύμητοι από τους ερχόμενους και παρερχόμενους υπουργούς παραμένουν.  

Επίκληση στον ποιητικό ρεαλισμό

του Δημήτρη Αθηνάκη


πηγή: www.avgi.gr



ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ, επιΣτροφή από την απόΣταση, εκδόσεις Μανδραγόρας, 45 σελ. 


«Πώς το ελάχιστο γίνεται πολύ, δεν το εννόησα», λέει. Και πώς να το εννοήσεις, δηλαδή, θα ήταν ένα ερώτημα που θα έθετα, αφενός, στην ποιήτρια και, αφετέρου, σε όλους εμάς τους υπόλοιπους. Η κίνηση από το ατομικό στο συλλογικό, από το ένα ή τη μονάδα στο δύο, προϋποθέτει αυτοδιάθεση σώματος και πνεύματος. Η κίνηση από την αποστασιοποίηση στην εκ του σύνεγγυς εξέταση των γεγονότων, ειδικά στην ποίηση, έχει, νομίζω, ως προαπαιτούμενο την πρότερη κατανόηση εαυτού και αλλήλων. Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τον διπλανό του, χωρίς το γεγονός της συνύπαρξης; Με τον φόβο της ηθικολογίας, σταματώ εδώ τα θεωρητικά ερωτήματα.

Για ένα πράγμα μπορώ να μιλήσω με σιγουριά: Η Μαρία Τσιράκου αδημονεί να έρθει η λέξη, να τη σφίξει στα χέρια της, να τη στύψει και να την αφήσει να κάνει τη δουλειά της, μόνη της. Η ποιήτρια, νομίζω, κάνει ένα ωραιότατο ξεκαθάρισμα με ένα παρελθόν, που, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, ξεντύνεται για να ντυθεί, αργότερα, το μέλλον. Υπάρχει μέλλον; Ναι, σπεύδω ν’ απαντήσω. Το μέλλον είναι ο ρεαλισμός ― όχι η πραγματικότητα. Τα ποιήματα της Τσιράκου είναι μία επίκληση στον ρεαλισμό, αλλά όχι στην πραγματικότητα. Έχω αναφέρει πολλές φορές ότι η πραγματικότητα μπορεί να μην υπάρχει∙ ο ρεαλισμός όμως; Η προσπάθεια και η επιτυχία αυτής της συλλογής είναι η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ ρεαλισμού και αυτονόητου.

Αυτονόητο. Μεγάλη λέξη, ακόμη μεγαλύτερη διακύβευση την εποχή του μεταμοντέρνου αχταρμά που όλοι αγαπάμε. Το αυτονόητο είναι σαν το χαρτάκι με τα ψώνια του σουπερμάρκετ: Λέει «τυρί», αλλά κάθεσαι μισή ώρα μπρος στο ψυγείο για ν’ αποφασίσεις ποιο απ’ όλα. Έτσι και το αυτονόητο: Λες «Να ξεφύγω», αλλά δεν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση. Η Μαρία Τσιράκου, λοιπόν, δίνει ουσία στο αυτονόητο. Λέει «Εδώ, υπάρχει μια άλλου είδους ερημιά» και αποκάτω σού εξηγεί, με δυο-τρεις αράδες, τι είναι αυτό. Σ’ αρέσει-δεν σ’ αρέσει, αυτό είναι. Έτσι λειτουργεί το αυτονόητο.

Θα μπορούσα, με πολύ ή λίγο κόπο, ν’ αρχίσω ν’ αραδιάζω θεωρίες επί θεωριών για να κάνω φύλλο και φτερό το βιβλίο αυτό. Δεν κρύβω ότι, διαβάζοντας, μου ερχόταν αυτή η επιθυμία, μόνο και μόνο για να καταστήσω σαφή την εντύπωση που αυτό το βιβλίο μού προκάλεσε. Το μετάνιωσα τουλάχιστον εφτά φορές, όσα και τα αμαρτήματα, τα γνωστά θανάσιμα, που περιφέρονται, σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση, στην ποιητική συλλογή της Τσιράκου. Σαφώς, δεν είναι ούτε αμαρτωλό ούτε θανατηφόρο το βιβλίο. Είναι μες στη ζωή, αλλά όχι μες στην καλή χαρά. Κι όμως, τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα λειτουργούν ως μια υποδόρια όσο και αταλάντευτη απόπειρα εξήγησης ενός κόσμου που αδυνατεί ώς και ν’ αμαρτήσει. Τα ποιήματα είναι μια αποκάθαρση, μια απογύμνωση των αμαρτημάτων απ’ τον θανάσιμο χαρακτήρα τους. Εξάλλου, αν σ’ αυτά προσθέσουμε τον αριθμό 3, τότε θα έχουμε τις δέκα εντολές· αυτό, εκτός από πολύ χριστιανικό, τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα, είναι και εξόχως αντιποιητικό.

«Με θέα στο ανάθεμα / ξεπλένω τα υπολείμματα της νύχτας», λέει. Η εύκολη οδός: Ξημερώνει, που λες, και όλα θα γίνουν. Αμ δε! Υπάρχει ο δύσκολος δρόμος, αυτόν που η Μαρία διαλέγει: Θα ζήσει, με μανία, τη νύχτα, όσο τής αναλογεί, και θα φτάσει στο πρωί γνωρίζοντας ότι ο κόσμος, επίπλαστα φανταχτερός, θα έχει, ώς έναν βαθμό, τη λάσπη που του αξίζει.

Η λάσπη. Παρεξηγημένο υλικό. Σου λέει ο άλλος: «Μα η λάσπη είναι το πρώτο υλικό, το υλικό του πρώτου ανθρώπου». «Ναι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω», θα μπορούσε η Τσιράκου να πει. Γιατί, μ’ αυτά και σ’ αυτά τα ποιήματα, προτιμά να διυλίσει τα παραδεδομένα στοιχεία του κόσμου, να χωρίσει τα πάντα εις τα εξ ων συνετέθησαν, και να μας τα δώσει λιανά αλλά όχι μασημένα. Καλή η ποίηση με τις σύνθετες ιδέες, αξιομακάριστη και αξιοσέβαστη. Την ομορφιά, όμως, της απλής, της ενστικτώδους ποίησης κανείς δεν θα την αναφέρει, κανείς δεν θα της δώσει το βήμα που της πρέπει;

Επι-στροφή· από-σταση. Στιγμές στιγμές, ήθελα, χωρίς να το σκεφτώ, να βάλω τη «στροφή» με το «απο-». Αποστροφή. Μία λέξη, δίχως διαχωριστικά ή διακριτικά. Αποστροφή μετά βδελυγμίας της βαθμιαίας αποχαύνωσης από το ιλιγγιώδες ξέφτισμα των αισθημάτων και του επώδυνου μετά. Αυτό το «μετά» η ποιήτρια το ανατέμνει μετά παρρησίας. Σαν να ψιθυρίζει στο αυτί του αναγνώστη: «Να πονέσεις, ναι, νιώσε όμως πρώτα, βρε αδερφέ». Τα ποιήματα αυτής της συλλογής καταρρίπτουν τον μύθο των drama queen: «Εντάξει, όλοι περνάμε επώδυνα, όλοι μπορεί να φτάσαμε στα άκρα, αλλά εσύ, εσύ που πονάς προτού ακόμη αποπειραθείς να ζήσεις; Εσύ ζεις; Έχεις ζήσει ποτέ;»
Ερωτήματα γεμάτα αγωνία. Και απαντήσεις με ακόμη περισσότερη αγωνία. Είναι δύσκολο ν’ αράξει, κατά το κοινώς λεγόμενον, σ’ ένα ποίημα και να πεις: «Ωραία, εδώ θα μείνω». Η αδημονία γι’ αυτό που έπεται σ’ αυτή τη συλλογή, για το κάθε επόμενο ποίημα δεν δημιουργεί βιασύνη ανάγνωσης για το κάθε σύγχρονο ποίημα. Όχι, το ακριβώς αντίθετο. Για να πας στο επόμενο, πρέπει να καλοχωνέψεις το προηγούμενο, να καθιζάνει μέσα σου ο αέρας του και να βρεις μία στιγμή, μία ελάχιστη στιγμή, να πάρεις μιαν ανάσα.

Και η γλώσσα της στο προσκήνιο. Θωρακισμένη από εξωραϊσμούς και μπετοναρισμένη από ηθικολογία. Δρώμενο, θα έλεγε κανείς, μπρος στα μάτια του αναγνώστη. Η γλώσσα στα ποιήματα της Τσιράκου είναι, συμβαίνει, υπάρχει. Να την πούμε «σύγχρονη»; Να την πούμε. Να την πούμε «τρέχουσα»; Να την πούμε. Να μην ξεχάσουμε μόνο ότι η χρήση της γλώσσας, γενικά στη λογοτεχνία και ειδικά στην ποίηση, είναι σαν την μπιρίμπα: Αν δεν έχεις καλό ταίρι, φρόντισε να ’χεις καλό χέρι. Εδώ, υπάρχουν και τα δύο.

«Είμαι το σιωπηλό κουφάρι / στων ταμείων τις θήκες», λέει. Δύσκολα τα πράγματα. Και κουφάρι, και σιωπηλό, και σε θήκες ταμείων χωμένο. Ίσως είναι ωραίο δυσκολεύουν τα πράγματα, για να πούμε την αλήθεια. Όχι από κανέναν μαζοχισμό. Από κείνη τη θέληση, όμως, να σταυρωθεί, διαβάζοντας, ένα πηγάδι σκοτεινό, στον σταυρό της ίδιας της χαράς της ανάγνωσης. Μέσα, ωστόσο, σ’ αυτό το πηγάδι βρίσκονται καινούργιες φωνές, συναντώνται καινούργιοι τόποι και καινούργιοι τύποι. Κι είναι ωραία. Γιατί, ξέρετε, η ποίηση, μερικές φορές, δεν είναι για τα μεγάλα, τα δοξασμένα και τ’ αποθεωτικά. Η ποίηση, νομίζω, μπορεί είναι η λαχτάρα μιας απλής συνάντησης. Ενός γυμνού και παιδικού «Σε περιμένω».
Ο Δημήτρης Αθηνάκης είναι ποιητής

Σταυροί στο μέτωπο

του Γιώργου Τούλα

πηγή: http://www.parallaximag.gr



Ένα κόκκινο φανάρι στην κοντά στη Μονή Λαζαριστών με έκανε να σταθώ λίγο περισσότερο σε ένα σημείο που πάντα προσπερνούσα. Η θέα πίσω από το μαντρότοιχο, μέρα μεσημέρι ήταν συγκλονιστική. Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου και πέρασα την πόρτα των Συμμαχικών Κοιμητηρίων.

Στη Βικιπαίδεια γράφει σχετικά: Τα συμμαχικά νεκροταφεία του Ζέιτενλικ (σερβ.: Српско војничко гробље на Зејтинлику) στη Θεσσαλονίκη είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική νεκρόπολη της χώρας, όπου βρίσκονται θαμμένοι 20.500 στρατιώτες των συμμάχων της Αντάντ, που πολέμησαν στο Μακεδονικό Μέτωπο κατα τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Βρίσκονται στην οδό Λαγκαδά, περίπου ενάμισι χιλιόμετρο βόρεια της πλατείας Βαρδαρίου. Εικάζεται ότι η συγκεκριμένη τοποθεσία επιλέχθηκε λόγω της ύπαρξης του καθολικού νεκροταφείου του Αγίου Βικεντίου και Παύλου, στον ίδιο χώρο, αλλά και της μετατροπής των γειτονικών κτιρίων των Λαζαριστών σε νοσοκομείο.




Το νεκροταφείο χωρίζεται σε 5 τομείς, ανάλογα με την εθνικότητα των πεσόντων:Γαλλικός τομέας: 8.089 πεσόντες,, Σερβικός τομέας: 7.500, Ιταλικός τομέας: 3.000, Βρετανικός τομέας: 1.600, Ρωσικός τομέας: 400
Ανάμεσά τους κείτονται και Βούλγαροι αιχμάλωτοι πολέμου.

Η συμφωνία για την ίδρυση των Γαλλικών, Αγγλικών, Ιταλικών και Σερβικών νεκροταφείων υπεγράφη στις 20 Νοεμβρίου 1920, από το Γενικό Διοικητή Θεσσαλονίκης Αδοσίδη (εκ μέρους της Ελλάδας) και εκ μέρους των συμμάχων από τους στρατηγούς Μπουσέ (Γαλλία), Μιλν (Αγγλία), Μίσιτς (Σερβία) και τον αντισυνταγματάρχη Γιαμπερίνι (Ιταλία).[5] Για τη δημιουργία των νεκροταφείων η ελληνική κυβέρνηση αφού αγόρασε τις εν λόγω εκτάσεις, παραχώρησε στα ξένα κράτη την επικαρπία τους, ενώ οι δαπάνες για τη συντήρησή των κοιμητηρίων βαρύνουν τις ξένες κυβερνήσεις.

Έκτος από τους αριθμούς όμως υπάρχουν οι ιστορίες. Περπατώντας για ώρα πολλή ανάμεσα σε χιλιάδες όμοιους σταυρούς, αισθάνεται κανείς ένα αληθινό δέος. Στον καιρό μας, στη Δύση, η έννοια του πόλεμου είναι ένα μακρινό περιστατικό στην τηλεόραση, μια εικόνα από τη Μέση Ανατολή ή το Ιράκ, άντε μια ανάμνηση από τη Γιουγκοσλαβία του 90. Εδώ μέσα όμως, η απόκοσμη σιωπή, τα χιλιάδες άγνωστα ονόματα πάνω στο μάρμαρο, τα κυπαρίσσια που στέκουν στο πλάι, ο υπαινιγμός των ζωών αυτών των ανθρώπων, που άφησαν σπίτια, οικογένειες, καθημερινότητας και έπεσαν για ένα κοινό σκοπό, οι ζωές που δεν έζησαν προκαλούν ένα σπάνιο δέος. Η μεγαλύτερη στρατιωτική νεκρόπολη της χώρας είναι ένας μοναδικός τόπος για να έρθει κάνεις πιο κοντά στην Ιστορία, στη φρίκη του πόλεμου, στο τέλος της λογικής.



Βγαίνοντας στην πολύβουη οδό Λαγκαδά η καθημερινότητα έμοιαζε διαφορετική για λίγο. Οι εικόνες από αυτό το μη τόπο μέσα στην πόλη, από αυτή τη διακοπή της κανονικότητας σφήνωσαν στο μυαλό μου για μέρες.

Απόψε εμφανίζεται εκεί ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ξεμακρύνετε λίγο εντός τους και ένας άλλος κόσμος θα σας φανερωθεί.

*Ο τίτλος είναι από την ταινία του Στάνλει Κιούμπρικ ''Σταυροί στο μέτωπο''.
**Οι φωτογραφίες είναι του Γιώργου Τούλα.
***Η συναυλία του Διονύση Σαββόπουλου στα συμμαχικά κοιμητήρια είναι απόψε στις 9 μ.μ. 

1.9.12

Ονειρο ελληνικής θερινής νυκτός


Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

πηγή: www.tanea.gr

Το παράθυρο αισιοδοξίας δεν μπορεί να βλέπει 
προς ένα παρελθόν


Κάθε χρόνο αυτή την εποχή επαναλαμβάνεται το ίδιο φαινόμενο: η μαζική επιφοίτηση του αυθεντικού ελληνικού πνεύματος στον αστικό πληθυσμό της χώρας μας. Ποικίλοι διαμορφωτές ή διαχειριστές της κοινής γνώμης, επιστρέφοντας από τις διακοπές τους, διακηρύσσουν από τα ερτζιανά, την τηλεόραση, τις στήλες τους στις εφημερίδες, με φωνή ή γραφίδα που πάλλεται από συγκίνηση, ότι ανακάλυψαν εκεί όπου παραθέριζαν την Ελλάδα των ονείρων τους: πανέμορφη, άφθαρτη, άσπιλη, ανθρώπινη, γελαστή. Και οι ακροατές, οι τηλεθεατές, οι αναγνώστες τους σπεύδουν να συμμεριστούν τον ενθουσιασμό τους, μιλώντας για ταυτόσημες δικές τους εμπειρίες.

Φέτος, ειδικά, το φαινόμενο πήρε διαστάσεις θρησκευτικής έκστασης που σάρωσε τη χώρα απ' άκρη σ' άκρη. Μυριάδες συνέλληνες είδαν το φως το αληθινό τις μέρες της καλοκαιρινής ραστώνης τους, χαυνωμένοι στις ξαπλώστρες των πλαζ κάτω από τον ήλιο που πυρπολούσε την άμμο ή τραγανίζοντας γαύρους και παϊδάκια στις ψαροταβέρνες και στις ψησταριές των θέρετρων της πατρίδας. Μα πόσο λεβέντικα, με πόση δωρική επιβλητικότητα έψηνε τα κοψίδια ο κυρ Βαγγέλης, με πόση προαιώνια λαϊκή αρχοντιά και μητρική φροντίδα ετοίμαζε τις ντοματοσαλάτες η κυρα-Μαρία! Και τι μυστικούς (ή μήπως μυστικιστικούς;) ψιθύρους έφερνε στ' αυτιά μας ο φλοίσβος, με πόση ήρεμη μεγαλοπρέπεια απλωνόταν γύρω μας το ελληνικό τοπίο, ανασαίνοντας στον ρυθμό μιας πανάρχαιης προσευχής!

Θα πει κανείς ότι, με τόση κατάθλιψη και απελπισία που έχει πέσει στην Ελλάδα της ατέρμονης και κατά τα φαινόμενα αδιέξοδης κρίσης, είναι δικαιολογημένη η αναζήτηση παρηγοριάς και δύναμης στα αστείρευτα νάματα της παράδοσης και στην ενατένιση της ζωοδότρας ελληνικής φύσης. Αν και εγώ, που δεν πήγα πουθενά για διακοπές, δικαιούμαι να αναρωτηθώ πόσο ζορισμένοι από την κρίση είναι οι συμπατριώτες που είχαν την πολυτέλεια να παραθερίσουν τρεις, τέσσερις, πέντε εβδομάδες και να απολαύσουν τα καλούδια του κάθε κυρ Βαγγέλη και της κάθε κυρα-Μαρίας.

Αλλά προπαντός: για ποια νάματα μιλάμε εδώ; Οι αίνοι που ακούμε, αφόρητα γλυκεροί κατά τα άλλα, αποδίδουν τη ματιά του τουρίστα. Θα αηδίαζαν τον Σεφέρη και τον Ελύτη, για να μην αναφέρουμε τον Παπαδιαμάντη. Τις ίδιες εντυπώσεις, απλώς χωρίς τις λυρικές πατριωτικές κορόνες της περιγραφής, αποκομίζουν οι απεχθείς Γερμανοί ή οι φλώροι Αγγλοι που περνούν τις διακοπές τους στη χώρα μας. Πριν από χρόνια, μια γερμανίδα φίλη μου, πολυάσχολη αστή, έμεινε έκθαμβη στην Αλόννησο παρατηρώντας για ώρα μια γριά να χτενίζει και να πλέκει τα μαλλιά της αργά, αφοσιωμένα (η ανακάλυψη της βραδύτητας, όπως είναι και ο τίτλος ενός γερμανικού μυθιστορήματος). Και μια αγγλίδα συγγραφέας, αν θυμάμαι καλά, περιέγραφε καταγοητευμένη αυτό που θεώρησε ότι ήταν η εντελώς ξεχωριστή χάρη των κινήσεων μιας παχύσαρκης νησιώτισσας με οπίσθια στα όρια της στεατοπυγίας και πόδια ρημαγμένα από τα αρθριτικά.

Διότι ο τουρίστας είναι αποφασισμένος να βρίσκει ενδιαφέρουσα και συγκινητική κάθε γραφικότητα και, αν τον διαπερνούν κάποιες φρικιάσεις προβληματισμών τύπου New Age, να βγάζει από αυτήν «διδάγματα» για τη ζωή του, που σχεδόν πάντα ξεχνιούνται με την επιστροφή του στο καθημερινό περιβάλλον του.

Ωστε λοιπόν αυτό έχουμε γίνει; Τουρίστες στον ίδιο μας τον τόπο, ακόμη και σήμερα, έπειτα από τρία χρόνια εξοντωτικής κρίσης και ανατροπής των δεδομένων της ζωής μας; Ανακαλύπτουμε την ελληνικότητα μέσα από φολκλορικές εικόνες, που τις βαφτίζουμε «εμπειρίες», γιατί έχουμε προαποφασίσει τι θα δούμε σ' αυτές, τι θα ζήσουμε μέσα τους; Η γνήσια Ελλάδα, που την αναζητούμε ως αντίδοτο στην Ελλάδα του μνημονιακού ζόφου, είναι η Ελλάδα των αργών ρυθμών, της ακινησίας των παραδόσεων, της ησυχαστικής φυγοκοσμίας; Δεν είδα κανέναν από τους «αναβαπτισμένους» στην κολυμπήθρα της θερινής μαγείας, οι οποίοι εκθείαζαν μεταξύ άλλων τα υπέροχα τοπικά κρασιά, να αφιέρωσε κάποια προσοχή στους νέους οινοποιούς, που επιστρέφουν στην ύπαιθρο με μόρφωση, τεχνογνωσία και μεράκι για να δημιουργήσουν καινούργιες ποικιλίες και να προωθήσουν την εξαγωγή τους στο εξωτερικό. Ή να ξόδεψε μερικά λόγια για τις οργανωμένες ομάδες των επίσης νέων και ανήσυχων Ελλήνων που καλλιεργούν συστηματικά εναλλακτικές μορφές τουρισμού, με τον συνδυασμό ψυχαγωγίας, μάθησης και συνεργασίας.

Αν οι διακοπές μπορούν να ανοίξουν στην ψυχή μας ένα παράθυρο αισιοδοξίας, αυτό δεν μπορεί να βλέπει προς ένα παρελθόν όχι απλώς μυθοποιημένο αλλά αποστραγγισμένο από κάθε ικμάδα δημιουργικότητας και επινοητικότητας, από κάθε ρυάκι που οδηγεί στην καινοτομία.

Εξάλλου, ένα πράγμα που δεν έμαθα από τους υμνητές του ελληνικού ονείρου θερινής νυκτός είναι το εξής: ο δωρικός κυρ Βαγγέλης και η περίφροντις κυρα-Μαρία έκοβαν άραγε αποδείξεις για τις ευλογίες που επιδαψίλευαν, με το αζημίωτο, στους εκστατικούς παραθεριστές;