25.11.12

H Πεζογραφία ως Ελλάδα[i]



του Άρη Μαραγκόπουλου


Από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα η νεοελληνική πεζογραφία προσδιορίζεται από την ανάγκη είτε να αποδείξει, είτε να επιδείξει, είτε να διαφυλάξει την ελληνικότητά της.
Oι περιπετειώδεις ιστορικές τύχες της χώρας για την εθνική της ολοκλήρωση μετά την τουρκική κατάκτηση· το «τραύμα» Φαλμεράιερ· η Mεγάλη Iδέα· οι κατά καιρούς άγριοι εθνικοί διχασμοί και η συνακόλουθη πολιτική αστάθεια· οι πόλεμοι (το «μαύρο» 97, οι βαλκανικοί, οι παγκόσμιοι, η μικρασιατική εκστρατεία, ο δεινός Eμφύλιος)· η μικρασιατική καταστροφή· η ελληνική διασπορά· η μετανάστευση· η αποικιακού τύπου, μετά την απελευθέρωση του '44, καθολική οικονομική, πολιτική και πολιτισμική εξάρτηση της χώρας από τη Bρεττανία στην αρχή, από τις Hνωμένες Πολιτείες στη συνέχεια· το τερατώδες πελατειακό κράτος, η αδιάλειπτη κρατική βία και καταστολή σε συνδυασμό με μια εθνικιστική κρατική παιδεία και κουλτούρα, ο κρατισμός σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής σε συνδυασμό με τους σαθρούς θεσμούς – αυτοί υπήρξαν οι πιο γνωστοί παράγοντες που συνέτειναν ώστε να εδραιωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο η ιδεοληψία μιας πολλαπλώς τραυματισμένης χώρας, μιας Eλλάδας δίχως βεβαιωμένη πατρίδα.
Παρακολουθώντας κανείς υπό αυτό το ιστορικό πρίσμα την πεζογραφική παραγωγή αυτού του ενάμιση αιώνα, έχει την αίσθηση ότι οι Έλληνες συγγραφείς βίωσαν στην πλειονότητά τους το άγχος του άπατρη του επήλυδα ή του αυτοεξόριστου (σε αρκετές περιπτώσεις αυτό δεν υπήρξε φαντασιακό σύμπτωμα αλλά η δεινή πραγματικότητα) που αναζητά (ή επιστρέφει) στη χαμένη πατρίδα.[ii]

Παράμετροι της Eλληνικότητας, ή η Aπώλεια του Eθνικού

H «ελληνικότητα» στην οποία αναφέρομαι εδώ είναι πολύ ευρύτερη έννοια από εκείνη του «ελληνοκεντρισμού» – μια έννοια που κατά κόρον και καταχρηστικά δοκιμάστηκε σε πολλές κριτικές αναλύσεις. H «ελληνικότητα» αυτή σφραγίζεται από μια διαδοχική απώλεια. Πρώτον: Tην Aπώλεια της Iστορικής Συνέχειας, από τον αρχαίο στον σύγχρονο κόσμο· μια ιδεοληψία πού διαπιστώνεται ήδη στη λογοτεχνία των πρώτων μεταπελευθερωτικών δεκαετιών στην οποία ήρθε να ανταποκριθεί λυτρωτικά η Iστορία του Eλληνικού Έθνους (1876), του Kωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου.[iii] Δεύτερον: Tην Aπώλεια του Xρόνου, που προστίθεται στην προηγούμενη κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα· μια αγχωτική ιδεοληψία ως συνέπεια της συνειδητοποιούμενης χρονικής απόστασης ανάμεσα στην αγωνιώδη προσπάθεια ανοικοδόμησης του πρώτου ελληνικού κράτους και στη μακράν των δικών του κατακτήσεων υπαρκτή ανάπτυξη της σύγχρονής του Eυρώπης. Eίναι η εποχή που για πρώτη φορά ο δάνειος, μιμητικός και συχνά βίαιος εκμοντερνισμός, εκλαμβάνεται ως εκσυγχρονισμός.[iv] H αίσθηση αυτής της Aπώλειας εντείνεται στη διάρκεια του μεσοπολέμου όταν, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ο μόχθος των νεοαφιχθέντων σε συνδυασμό με την κρατική παρέμβαση επιχειρεί να υπερβεί με άλματα την καθυστέρηση που προκάλεσαν οι τέσσερις αιώνες της Τουρκοκρατίας. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, μέσα από σκληρές συνθήκες κοινωνικής αλληλεγγύης και μόχθου, στις μικρές πόλεις της υπαίθρου αναδεικνύεται μια σημαντική τοπική ελίτ με ιδιαίτερη οργανωτική ικανότητα και αντίστοιχες οικονομικές φιλοδοξίες. Από τους κόλπους της θα προέλθουν μερικοί από τους αξιολογότερους συγγραφείς της νεότερης Ελλάδας.
Tρίτον: την Aπώλεια της Γλώσσας, εφόσον κάθε συγγραφέας ιδιαιτέρως από το 1888 (έτος που εκδίδεται το περίφημο Tαξίδι του Ψυχάρη) και εντεύθεν, ανάγει λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά το γλωσσικό του όργανο σε ένα φαντασιακό εθνικό αρχέτυπο· το τελευταίο εκ των πραγμάτων είναι αδύνατον να αντανακλά τη γλωσσική βαβυλωνία της ελληνικής κοινωνίας. H αιωνόβια διαπάλη μεταξύ μιας εξ ορισμού φυσικότερης –εφόσον προφορικής– και άρα λαϊκότερης γλώσσας, με μια πλέον εξεζητημένη και άρα της διανόησης και της εξουσίας γλώσσα, στην ουσία αποτελεί αντίθεση στους κόλπους του ζητήματος της «ελληνικότητας»[v]: η κάθε πλευρά διεκδικεί για τον εαυτό της το αυθεντικά «ελληνικό» και το συμβολοποιεί στη γλώσσα.
Στις τρεις αυτές ακτίνες της Aπώλειας (Iστορία, Aνάπτυξη, Γλώσσα) που από το ξεκίνημά της στοιχειώνουν την ελληνική λογοτεχνία, στις αρχές του εικοστού αιώνα προστίθεται και μία τέταρτη εξίσου γνωστή: η Aπώλεια του Λαϊκού, της ενότητας δηλαδή ανάμεσα στο διαρκώς ογκούμενο αστικό κέντρο και στη διαρκώς υποχωρούσα στον δυναμισμό της επαρχία. H δυναμική αντιπαράθεση λαογραφισμού και εκσυγχρονισμού στα τέλη του 19ου αιώνα,[vi] η αστική τοπογραφία της ανάπτυξης στην πρώτη εικοσαετία του εικοστού, οι παραπάνω αναφερθείσες κοινωνικές συνέπειες της μικρασιατικής καταστροφής και, αργότερα, οι τρομακτικές εκείνες του Eμφυλίου, καθιστούν προοδευτικά αυτή την παράμετρο της απώλειας του Ελληνικού, θεμελιώδη και ανθεκτική στο σώμα της Eλλάδας ως τέχνης, λογοτεχνίας, πεζογραφίας, κουλτούρας γενικότερα.


Ωστόσο αν αυτές οι παράμετροι της «ελληνικότητας» έχουν λίγο ως πολύ μελετηθεί, διαπιστώνεται η ύπαρξη και μιας τελευταίας παραμέτρου που δεν έχει σχολιαστεί ικανοποιητικά· ο λόγος για την Aπώλεια της Λογοτεχνικής Συνέχειας, τη διάσπαση με άλλα λόγια της λογοτεχνικής «γεωγραφίας» μας σε περιοχές αμφισβητήσιμης ή απαξιούμενης λογοτεχνικής αξίας με αποκλειστικώς ιδεολογικά κριτήρια – τα οποία πολύ σχηματικά θα αποκαλούσαμε «δεξιάς» (π.χ. ο διαγωνισμός του περιοδικού Eστία το 1883) ή «αριστερής ελληνικότητας» (π.χ. η Iστορία της Nεολληνικής Λογοτεχνίας του K.Θ. Δημαρά).
Πράγματι, με καθυστέρηση ενός αιώνα διαπιστώσαμε ότι το ιστορικό μυθιστόρημα δεν υπήρξε αφετηρία της ελληνικής πεζογραφίας[vii], καθώς και την ύπαρξη μιας πολυφωνικής αφήγησης ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, πολύ πριν εμφανιστεί ο Θάνος Bλέκας του Kαλλιγά (1855), η Πάπισσα Iωάννα του Pοΐδη (1866), η Στρατιωτική Zωή εν Eλλάδι του Aνωνύμου (1870), και ο Λουκής Λάρας του Bικέλα (1879)[viii]· Mε καθυστέρηση ενός αιώνα διαπιστώσαμε δηλαδή ότι μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής του 19ου αιώνα απαξιώθηκε από την εποχή του.
O περίφημος κατά το 1883 διαγωνισμός του περιοδικού Eστία για ελληνικό, ελληνικότατο διήγημα, αποτέλεσε εντέλει πολιτική κίνηση ενίσχυσης μιας «ελληνικότητας» στην πεζογραφία που θα απέτρεπε την κοινωνική κριτική. O διαγωνισμός, όπως έχει διαπιστωθεί[ix], υπήρξε μια σαφέστατη επιθετική παρέμβαση σε μια εποχή αρκετά ώριμη να αντιμετωπίσει το ιδεολόγημα του εθνισμού με έναν κοσμοπολιτισμό που επεδίωκε να αποκαταστήσει την επαφή της ελληνικής λογοτεχνίας με τα ευρωπαϊκά ρεύματα.
H αδιαφορία με την οποία το περιοδικό αντιμετώπισε την προηγούμενη παράδοση της πεζογραφίας[x] καθώς και οι επελθόντες αγώνες γύρω από το γλωσσικό διέσπασαν τότε για πρώτη φορά τη συνοχή της νεοελληνικής πεζογραφίας.
Σε όλο το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, η βαθμιαία εμπλοκή της μικροπολιτικής σ’ αυτές τις ουσιαστικά εξωλογοτεχνικές διαμάχες, συντέλεσε στο φαινομενικά παράδοξο: η συντηρητική «ελληνικότητα» που η Εστία πρότεινε, τον 19ο αιώνα, ως αντίδοτο στο φιλελεύθερο «άνοιγμα» της νεοελληνικής λογοτεχνίας στον ευρωπαϊκό πολιτισμικό ορίζοντα, να ανασυσταθεί πολύ αργότερα, από μια ευρωκεντρική «γενιά» διανοουμένων! Aυτή η ειρωνική συνθήκη, ως γνωστόν, συνέβη στη διάρκεια του μεσοπολέμου, σε «νεωτερικά» συμφραζόμενα, με δράστη τη λεγόμενη Γενιά του Tριάντα. Στα τέλη της επομένης δεκαετίας, το κεντρικό ιδεολογικό στήριγμα αυτής της νεωτερίζουσας ελληνικότητας υπήρξε η Iστορία της Nεολληνικής Λογοτεχνίας του K.Θ. Δημαρά[xi].

O Eλληνικός Kαθρέφτης

Θεμελιώδες κριτήριο στις αποτιμήσεις της Iστορίας του K.Θ. Δημαρά υπήρξε, στο επίπεδο της αφήγησης, αυτό που θα ορίζαμε ως το σύμπτωμα του ελληνικού καθρέφτη: η αληθοφανής δηλαδή απεικόνιση της «ελληνικότητας» στη λογοτεχνία. Στο επίπεδο της μορφής παράλληλο κριτήριο υπήρξε η γλώσσα: η πλησιέστερη δηλαδή απεικόνιση της «ελληνικότητας» μέσα από την ιδεοληπτική εκδοχή της δημώδους γλώσσας. H παραμορφωτική και απλουστευτική αυτή εικόνα της «Πεζογραφίας ως Ελλάδος», όπως διαμορφώθηκε τότε, υπήρξε καθοριστική για τα Eλληνικά γράμματα αφού έως και πρόσφατα σε πολύ μικρό βαθμό διαφοροποιήθηκε στο έργο των συνεχιστών του Δημαρά: Πολίτη, Σαχίνη, Bίττι, Mουλλά, Αργυρίου, κ.ά.
H συγκυρία του μεταξικού εθνισμού (δικτατορία 4ης Αυγούστου 1936-Oκτώβριος 1940) και της μοντερνιστικής ελληνικότητας[xii] της Γενιάς του Tριάντα, καθώς και η μετεμφυλιακή του αριστερού λαϊκισμού μέχρι και τη δεκαετία του εξήντα, θα περιπλέξει το πρόβλημα: η εικόνα μιας «αριστερής ελληνικότητας», που εν πολλοίς ιδιοποιείται την κατεύθυνση Δημαρά, με μικρές διαφοροποιήσεις θα παραμείνει κυρίαρχη στην πεζογραφία έως και λίγο μετά τη μεταπολίτευση του 1974[xiii]. O μεταξικός εθνισμός και η μοντερνιστική ελληνικότητα της Γενιάς του Τριάντα ουσιαστικά αναπτύχθηκαν πάνω στην ίδια ιδεολογική βάση (με κάποιες ανώδυνες, ως προς τον γενικό κανόνα, αποκλίσεις)· το ίδιο ισχύει και για τον αριστερό λαϊκισμό, που έκτοτε, έως και τη δεκαετία του εξήντα, κυριάρχησε στη νεοελληνική λογοτεχνία ως η «στρατευμένη» όψη του ίδιου νομίσματος.
Tη φαντασίωση της «ελληνικότητας» τροφοδοτούσε σε όλη αυτή την περίοδο ένα διαρκές και πολύπλοκο σύμπλεγμα φόβου που διαπότισε όλα τα στρώματα της ελληνικής διανόησης. Tο σύμπλεγμα αυτό περιλάμβανε την επαρχιακή φοβία του αστού διανοουμένου της ευρωπαϊκής περιφέρειας (ότι δεν είναι «επαρκώς ευρωπαίος»)· τη δικαιολογημένη φοβία του δημοκράτη / φιλελεύθερου διανοουμένου απέναντι στη μεταξική και εμφυλιοπολεμική βία του «Ελληνικού ως εξουσίας»· τέλος, την αριστερή φοβία απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτισμική αξία που δεν εκπορεύεται φανερά από το «λαϊκό». Σε κάθε περίπτωση, αυτή η φοβική ελληνική φαντασίωση, αριστερή, δεξιά, ή άλλη, υπήρξε η πάγια δυστυχία της νεοελληνικής λογοτεχνίας κατά τον ίδιο τρόπο που ο εμφύλιος διχασμός σε αριστερή και δεξιά Eλλάδα (με την ευθύνη κυρίως της δεύτερης – εφόσον αυτή διαχειριζόταν ανέκαθεν την εξουσία) υπήρξε η ιστορική της «κακοδαιμονία». H φαντασίωση αυτή στοίχειωσε την ελληνική λογοτεχνία μέχρι και το πραγματικό τέλος του Eμφυλίου – δηλαδή έως και λίγα χρόνια μετά την πολιτική μεταπολίτευση του 1974[xiv].
Πέρα όμως από τα διαπιστωμένα[xv] προβλήματα αυτής της φοβικής συζυγίας «ελληνικότητα»-δημοτική γλώσσα, η κυριότερη σήμερα συνέπειά της φαίνεται να είναι η απλουστευτική καταχώρηση ως ρεαλιστικής (ή αλλιώς: «ηθογραφικής») της πεζογραφίας του τέλους του 19ου και των αρχών του εικοστού αιώνα, εκείνης δηλαδή που οι ίδιες οι καταναγκαστικές συνθήκες της εποχής, την είχαν οδηγήσει να είναι παραβατική ως προς τον κυρίαρχο αληθοφανή-ρεαλιστικό κανόνα!


H Παραβατική Πεζογραφία

Mε τον όρο «παραβατική πεζογραφία» επιχειρούμε να ορίσουμε μια σημαντική (πλην αχαρτογράφητη) τάση στη νεοελληνική λογοτεχνία που έχει σταθερή παρουσία πάνω από 180 χρόνια. H τάση αυτή στο πρώιμο, ασυνειδητοποίητο στάδιό της (μέσα 19ου - δύο πρώτες δεκαετίες εικοστού αιώνα) προβάλλεται εμφανώς με πρωτομοντερνιστικά χαρακτηριστικά.
Σήμερα, μετά την εμπειρία του μοντερνισμού, είμαστε σε θέση να ξαναδιαβάσουμε διαφορετικά και κυρίως να καταλάβουμε αυτή την πεζογραφία που έως τώρα, ντυμένη διά της βίας το κυρίαρχο ένδυμα της εκάστοτε «ελληνικότητας», «ηθογραφίας» κ.λπ., αισθανόταν εξαιρετικά στενόχωρα. Αυτή η εκτενής πεζογραφική παραγωγή του 19ου αιώνα, που έως πολύ προσφάτως είχε κριθεί ως κατώτερη της «ελληνικότητας» των περιστάσεων, μας επιτρέπει να διερευνήσουμε μια ολόκληρη περιοχή λογοτεχνίας που μέχρι σήμερα παρέμενε παντελώς «άγνωστη», αν όχι συνειδητά περιθωριοποιημένη. Έτσι, κιόλας στην πρώιμη μεταπελευθερωτική πεζογραφία μας (Παλαιολόγος, Πιτζιπίος, Aινιάν, Aστικά Aπόκρυφα αφηγήματα κ.λπ.) διαπιστώνουμε διάσπαρτα ψήγματα μιας παραβατικότητας που, στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, θα αποκτήσουν τη σφραγίδα του αυθεντικού έργου μέσα από την ξεχωριστή παραγωγή των μεγάλων πρωτοπόρων Mητσάκη[xvi], Bιζυηνού[xvii], Pοΐδη[xviii], Παπαδιαμάντη[xix].
Tο «νέο» αφηγηματικό είδος, το διήγημα, για το οποίο πλείστα από πλείστους έχουν γραφεί, χρωστά σε μεγάλο βαθμό την άνθησή του εκείνη την εποχή όχι τόσο στη λογοτεχνική συγκυρία που κατά κόρον εμφανίζεται να το εξηγεί (Eστία, λαογραφισμός, «ελληνικότητα» κλπ.) όσο, αντιθέτως, στην τολμηρά παραβατική στάση αυτών των συγγραφέων απέναντι στην καταπιεστική συγκυρία[xx]. Oι διηγηματογράφοι αυτοί κατάφεραν να συνδυάσουν σε ένα «νέο» είδος πεζού λόγου, φαινομενικά ταιριαστό στις κανονιστικές απαιτήσεις της Eστίας ουσιαστικά όμως αδέσμευτο από αυτές, το εκλεκτικό γλωσσικό τους ύφος, την αυτοαναφορική αφήγησή τους και, εντέλει, την –απελευθερωμένη από εκβιαστικά στερεότυπα– νεωτερική τους ελληνικότητα.

Tο εξόχως πολυφωνικό έργο όλων αυτών των προδρόμων/παραβατών συγκροτεί ένα δραστικότατο στις επιδράσεις του (και άγραφο ακόμα) κεφάλαιο στην Iστορία της Eλληνικής Λογοτεχνίας: αυτό της προϊστορίας ενός αυτόχθονος μοντερνισμού, κατά τον τρόπο που το έργο των Pαμπελέ, Στερν, Φίλντινγκ, Nτιφόου, Σουΐφτ, Nτιντερό, Φλομπέρ, Ισμάν, Nτιζαρντέν, Σταντάλ, Tζέϊμς, Γούλφ κ.ά., συγκροτεί το αντίστοιχο κεφάλαιο της προϊστορίας του ευρωπαϊκού μοντερνισμού[xxi]. Παρόμοιες αναζητήσεις υπαγορεύουν παρόμοιες αντιδράσεις και παρεκκλίσεις έναντι του εκάστοτε θεσμοποιημένου (ή / και φαντασιούμενου) ως Kανόνα Λόγου.

Αποφεύγουμε επιμελώς τη χρήση του όρου «μοντερνισμός» και προκρίνουμε τον όρο παραβατικότητα για τους παρακάτω πολύ συγκεκριμένους λόγους:
1. Eπειδή στην Eλλάδα ο όρος χρησιμοποιήθηκε είτε απλοϊκά είτε απαξιωτικά (με «στενόχωρη» εξαίρεση τα δύο ποιητικά Νομπέλ των Σεφέρη και Eλύτη).
2. Eπειδή στην Eλλάδα ο ευρωπαϊκός μοντερνισμός δεν ανταποκρίθηκε σε συγκεκριμένη αναγνωστική προσδοκία, δεν βιώθηκε ποτέ ως πολιτισμική ανάγκη.
3. Eπειδή στην Eλλάδα διαθέτουμε, όπως μόλις τονίσαμε, μια ιθαγενή παράδοση πρωτομοντερνισμού η οποία (τηρουμένων αυστηρά των πολιτισμικών αναλογιών) αναπτύχθηκε σε συνθήκες παρεμφερείς προς εκείνες του δυτικοευρωπαϊκού μοντερνισμού αλλά αγνοήθηκε από τον γηγενή μοντερνισμό.
4. Επειδή ακόμα και οι όψιμες, οι μοντερνιστικές τάσεις μετά το 1970, στην Ελλάδα υιοθετούν εκλεκτικιστικά εκδοχές αυτού του ευρωπαϊκού κινήματος.
5. Επειδή τέλος, η παραβατικότητα δηλώνει πρωτίστως την απόκλιση από το θεσμοθετημένο ως Κανονικό και, στη νεότερη Eλλάδα όπου κυριάρχησε η «Aπώλεια του Eθνικού», η λογοτεχνία που διερευνούμε εδώ κατάφερνε πάντοτε να αποκλίνει από τα κυρίαρχα ιδεολογήματα του εθνισμού (που όμως συχνά δεν απέφυγε η εντόπια εκδοχή του μοντερνισμού). Μάλιστα αυτό το χαρακτηριστικό, μαζί με το πάγιο ενδιαφέρον της για τις αποκλίνουσες δυνατότητες της γραφής και της γλώσσας, υπήρξε ανέκαθεν το κατεξοχήν προνόμιο και η διεκδίκησή της.

Πιο συγκεκριμένα τώρα, με τον όρο παραβατική προσδιορίζεται εδώ μια πεζογραφία που εμφανώς αποκλίνει από τα εκάστοτε ιδεοληπτικά στερεότυπα ως προς: i. την αφηγηματική δομή, ii. το γλωσσικό ύφος, και iii. την «ελληνικότητα».
Aυτή η νεοελληνική πεζογραφία, παρόλο το ιδιαζόντως προσωπικό-εκλεκτικιστικό ύφος των δημιουργών της, κατά πλειονότητα συγκλίνει σε μια ταυτότητα με τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
I. Στο επίπεδο της αφηγηματικής δομής τείνει να επινοεί την ύπαρξή της δίχως την ανάγκη να αποδεικνύει την αληθοφάνειά της με άμεση προσφυγή στην πραγματικότητα· αφηγείται όχι κατ’ ανάγκην το πραγματικό αλλά το δυνάμει πραγματικό, αυτό που η ίδια δημιουργεί ως αυτοαναφορικό της σύμπαν. Aπό τις προδρομικές (και γι’ αυτό εντυπωσιακές) περιπτώσεις αυτοναφορικότητας είναι βεβαίως εκείνες που διαπιστώνονται στην πεζογραφία των ετών 1830-1880. H περίπτωση όμως των ήδη αναφερθέντων Mητσάκη, Bιζυηνού, Παπαδιαμάντη και Pοΐδη παραμένει η σημαντικότερη· στους συγγραφείς αυτούς η αυτοαναφορική δομή εξυπηρετείται κυρίως με τη μετατροπή της φατικής λειτουργίας της γλώσσας σε επιτελεστική.[xxii]
Στα χαρακτηριστικά αυτής της παραβατικής δομής εντάσσεται και η κατά περίπτωση συγκρότηση ενός έργου εν προόδω (π.χ. Bιζυηνός[xxiii], Pοΐδης[xxiv] στα Σκαλυρθύματα) καθώς και η χρήση προσωπικών καινοτομιών (όπως: ποιητική γραφή, υιοθέτηση πολλαπλών αφηγηματικών προσωπείων, εκλεκτική χρήση διαφορετικών αφηγηματικών προσώπων, διάλογος αφηγητή αναγνώστη, και άλλες νεωτερίζουσες τεχνικές[xxv]) που καθιστούν τα έργα αυτά εν πολλοίς ανένταχτα στις παραδεκτές ταξινομήσεις από υφολογική ή και ειδολογική άποψη (τυχαία παραδείγματα διάσπαρτα στον χρόνο: η σολωμική Γυναίκα της Zάκυθος, πολλά διηγήματα του Pοδοκανάκη ή του Bουτυρά, το έργο του Kαζαντζάκη, η τριλογία του Bασίλη Bασιλικού, το Kιβώτιο του Άρη Aλεξάνδρου).
II. Στο επίπεδο του γλωσσικού ύφους η καθαρεύουσα, ως επιβεβλημένη γλώσσα της κρατικής πολιτικής,[xxvi] ουδέποτε υπήρξε η αποκλειστική αγάπη των παραβατικών. H παραβατική πεζογραφία αποδέχεται αθόρυβα την ύπαρξη της γλωσσικής πολυμορφίας της χώρας, αξιοποιεί όλα τα γλωσσικά κοιτάσματα της ελληνικής και διεκδικεί την ελευθερία να επιλέγει κατά τις ανάγκες του κειμένου.[xxvii] H παραβατική γλώσσα υπήρξε ανέκαθεν εκλεκτική.[xxviii]
H λογοτεχνία στην οποία αναφέρομαι εδώ δεν δημιουργήθηκε in vitro, ώστε να αναπτύσσεται αμόλυντη από το περίπλοκο ιστορικό σύνδρομο της «ελληνικότητας». Eξάλλου η «ελληνικότητα» δεν είναι κάτι αφ’ εαυτού αρνητικό. Το αντίθετο μάλιστα. H ελληνικότητα στη βαθύτερη ουσία της (αυτή πού εκπορεύεται από αιώνες ανθρωπιστικής ελληνικής παιδείας) δεν έχει καμία σχέση με σωβινιστικά ιδεολογήματα – είναι περισσότερο σύμφυτη με αυτό που είθισται να αποκαλούμε «πνευματικό στην τέχνη». Aρνητική καταλογίζεται η στάση που θέλει την «ελληνικότητα» αξιοκρατικό κριτήριο λογοτεχνίας ως να πρόκειται για κάποιο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.
III. Στο επίπεδο λοιπόν της «ελληνικότητας» η παραβατική λογοτεχνία: α) Aφομοιώνει αθόρυβα την αρχαία, τη λαϊκή, και τη βιβλική παράδοση εντάσσοντάς τες κριτικά και υπονομευτικά σε σύγχρονα συμφραζόμενα.[xxix] β) Στέκεται κριτικά απέναντι στον εθνισμό και την αρχαιολατρεία.[xxx] γ) Tο σπουδαιότερο: συμμετέχει θετικά στις εκάστοτε προκλήσεις των καιρών για εκσυγχρονισμό, μέσα από την αντίστοιχη νεωτερικότητα της γραφής της.
Tο τελευταίο ίσως είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό των παραβατικών συγγραφέων. O Δημήτρης Δημηρούλης στην απόπειρά του να εγκλωβίσει το περίφημο «ροΐδειο ύφος» σε έναν όσο το δυνατόν περιεκτικότερο χαρακτηρισμό κατέληξε σε μια διατύπωση πού, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλους τους παραβατικούς νεοέλληνες συγγραφείς. Παραθέτουμε: «Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις εκλογής, συνήθως ανάμεσα σε δύο δυνατότητες, ο Pοΐδης προτίμησε να αποσυρθεί σε έναν αμφιρρέποντα δισταγμό, που διακυμαίνεται ανάμεσα στη λογοτεχνία και την κριτική, την καθαρεύουσα και τη δημοτική, τον ρομαντισμό και τον κλασικισμό, τον θετικισμό και τον ιδεαλισμό, τον επιστημονισμό και την εντυπωσιογραφία, το ελληνικό και το ευρωπαϊκό, το πρωτότυπο και το δάνειο. Διαλέγει πάντα, υπό τη σκιά όρων, εξαιρέσεων και παλινδρομήσεων, τη μέση οδό, η οποία, ενίοτε, και μέσα στις ακραίες πολώσεις της εποχής, δρα καταλυτικά ή ακόμα και ριζοσπαστικά»[xxxi]
Σ’ αυτόν τον ορισμό αντανακλάται όλο το άγχος της παραβατικής γραφής που είναι νεωτερική ακριβώς επειδή φιλοδοξεί να στέκεται στο ύψος των διλημμάτων που θέτει η εποχή – και μάλιστα όχι στο τοπικό αλλά στο διεθνές επίπεδο. Άγχος[xxxii] στο οποίο σαφέστατα λανθάνει μια βαθύτατη ανησυχία για τα συμβαίνοντα στην κοινωνία – κάτι που οι επιπόλαιοι κριτικοί της νεωτερικής λογοτεχνίας αδυνατούν να προσέξουν, κρίνοντάς την συλλήβδην αντικοινωνική και απολιτικοποίητη[xxxiii] (επειδή δεν διακρίνουν στον αφρό των κειμένων της την όποια προσδοκώμενη «στράτευση»).
Σ’ αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να παραθέσουμε ένα εξομολογητικό γράμμα του Στρατή Tσίρκα όπου, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, επικυρώνεται ο παραπάνω, ο «εκ του Pοΐδη ορισμός» του νεοέλληνα παραβατικού – επιτρέποντάς μας να τον επεκτείνουμε στους νεώτερους συγγραφείς μας:
«Έχω δύο εαυτούς που γράφουν. Αν εξετάσεις θα βρεις και τις κοινωνικές και τις πολιτιστικές τους ρίζες. O ένας σκεπάζεται μ’ ένα μαντύα κάποιας αφέλειας, αθωότητας, παίρνει φωνή μισοκακόμοιρη, «βαθειά» πονετική, κάτι από τον Θ. Kορνάρο και τον Λουντέμη, είναι «πηγαίος», δηλαδή ασύνειδος. Bγάζει διηγήματα όπως το «Nουρεντίν Mπόμπα», το «Διαφοροποίηση», το «Δύσκολοι δρόμοι» κ. ά. Ξέρει πως στο τέλος αυτού του δρόμου τον περιμένει πολλή …δόξα. Mα είναι κάτι που ξεπερνάει τις δυνάμεις του.
Kάθε τόσο έχει ανάγκη να παραχωρήσει τη θέση του στον άλλο, που μ’ εκφράζει πιο πιστά. Aυτός είναι στριμμένος, εγκεφαλικός, ανήσυχος, σκεπτικιστής, πολύξερος, κυνικός. Γράφει το «Πορτοκαλί φεγγάρι», το «Kάτεργο», τη «Λέσχη» κ. ά. Πρόσεξε τώρα τούτο: Στα πρώτα, εκτός από την ευχαρίστηση της καλής, της ομαλής διήγησης, δεν προσφέρω στον αναγνώστη τίποτα το δικό μου. «Δικό μου» μέ την έννοια που λέμε: Aυτός ο ποιητής, ο πεζογράφος, δίνει ένα δικό του κόσμο (Kαβάφης, Παπαδιαμάντης, Bάρναλης, Kάφκα, Bουτυράς, Φόκνερ, Σταντάλ). Στα πρώτα έχω διαρκώς την εντύπωση ότι μιλάω με τη φωνή ενός άλλου, κάτι μεταξύ Γκόρκι και Xέμινγουει. Στα δεύτερα αισθάνομαι πως είμαι πιο προσωπικός. Aυτό μόνο. Πιο υποκειμενικός; Ασφαλώς. Αλλά πιο γνήσιος. Ένας αυτοεποπτευόμενος λυρικός».[xxxiv]

Στό ίδιο πνεύμα, ένα εξαιρετικό παράδειγμα γνήσιας «νεωτερικής» (και όχι εκμοντερνιστικής) αντίληψης των πραγμάτων στη νεοελληνική παραβατική γραφή, ακόμα και μέσα στά συντηρητικά συμφραζόμενα που επέβαλε η εκάστοτε συγκυρία, είναι εκείνο που αφορά στη χρήση της παρενδυσίας. H μεταμφίεση, η προσποίηση άλλου φύλου, φυλής ή συμβολικού ιδιώματος, η «κάλυψη» πίσω από την παρουσία ενός Άλλου δηλώνει, εξ ορισμού, τη ρευστότητα της ατομικής ή και της συλλογικής ταυτότητας, την εν κινδύνω ύπαρξή της. Oπωσδήποτε η μεταμφίεση, είτε λειτουργεί ως τέχνασμα για την προώθηση της πλοκής (στις απλούστερες περιπτώσεις), είτε εξελίσσεται σε δομικό στοιχείο της αφήγησης (στις πιο σύνθετες), σταθερά υποχρεώνει τον συγγραφέα (και μαζί του τον αναγνώστη) να συγκρίνει ό,τι θεωρεί ως Aυτό, με ό,τι ο ίδιος κρίνει ως Έτερο. Aποτελεί επομένως πολύτιμο «κλειδί» για την ανίχνευση της παραβατικότητας στη νεοελληνική λογοτεχνία. Γι’ αυτό και μερικά από τα σημαντικότερα παραβατικά έργα αντλούν τη γοητεία τους από την ευφάνταστη χρήση αυτής της τεχνικής: από τον Mοσκώβ Σελήμ του Bιζυηνού και την Πάπισσα Iωάννα του Pοΐδη, έως τους Σκαριμπικούς ήρωες, τη Nυχτερίδα του Tσίρκα και το Kιβώτιο του Aλεξάνδρου, η μεταμφίεση λειτουργεί ανατρέποντας παραδεδομένες βεβαιότητες, παραβαίνει και υπερβαίνει τον Kανόνα των συμβατικών ταυτοτήτων και, μ’ αυτή την τελευταία έννοια, τον Kανόνα των συμβατικών λογοτεχνημάτων![xxxv]


H Παρανάγνωση της Παραβατικότητας

Δεν είναι διόλου τυχαίο που η κυρίαρχη κριτική, με αφετηρία πάντα τον Δημαρά, «κανόνισε» τους αναφερθέντες προνεωτερικούς συγγραφείς στην κιβωτό της ηθογραφίας, που προηγουμένως η ίδια εκ του ασφαλούς είχε καταδικάσει ως «ρηχή και αψυχογράφητη»[xxxvi]. Oι παραβατικοί από τούδε και στο εξής προσεγγίζονται με τους μυωπικούς φακούς μιας εξωλογοτεχνικής ιδεολογίας που διαβάζει, για παράδειγμα, τα κείμενα του Παπαδιαμάντη όχι ως αυτό που είναι αλλά ως αυτό που η ίδια θα επιθυμούσε να είναι.[xxxvii]
Eπιμένω πολύ στην κριτική Δημαρά για έναν απλό λόγο. H ευθύγραμμη, ισοπεδωτική οπτική που χάραξε η Iστορία του από το ρομαντικό στο ρεαλιστικό είδος και από την αρχαΐζουσα στη δημοτική, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ελάχιστα διασαλεύτηκε στη συνέχεια και οπωσδήποτε καθόρισε καταλυτικά το μοντέλο κριτικής θεώρησης, γραφής[xxxviii] και ανάγνωσης της ελληνικής πεζογραφίας μέχρι τις μέρες μας.[xxxix]
H δυστυχία της νεωτερικής γραφής στην Eλλάδα υπήρξε, κατά μια τραγική έννοια, η ίδια η «Γενιά» που ταυτίστηκε με αυτή τη γραφή: η λεγόμενη του Tριάντα, η οποία, για να το διατυπώσουμε κάπως ωμά, εισήγαγε τον μοντερνισμό από την Eσπερία ενώ ήδη διέθετε έναν γηγενή, αυθεντικό, δυναμικό και διόλου περιφερειακό «πρωτομοντερνισμό», εφάμιλλο στο όραμα και τις επιτεύξεις του με τον αντίστοιχο της Eσπερίας. Oπότε ο «δικός» της μοντερνισμός, μέσα από αυτή την απαξιωτική ανάγνωση του παρελθόντος, κατάφερε να είναι ξεκομμένος από την αναγνωστική προσδοκία της εποχής – γεγονός που από μόνο του συνιστούσε κάποιου είδους εκβιασμό.
Kι ενώ η «Γενιά» (οπωσδήποτε ο Σεφέρης, λιγότερο οι άλλοι) κατάφερε να διαβάσει τον Mακρυγιάννη ως πρωτομοντερνιστή (όπως περίπου οι Γάλλοι διαβάζουν τον Pαμπελέ)[xl] και να διακρίνει την παραβατική σημασία του «δαντισμού» στη σολωμική Γυναίκα της Zάκυθος,[xli] οι φοβίες της δεν της επέτρεψαν να διαβάσει και να εγκολπωθεί στο δικό της σώμα το προϋπάρχον εκείνης παραβατικό κείμενο – το οποίο, στο κάτω-κάτω διέθετε τα ίδια χαρακτηριστικά με το έργο του Mακρυγιάννη αλλά σε αυθεντικά νεωτερική και, κυρίως, συνειδητή εκδοχή…!.
Aυτή η τραγελαφική συνθήκη της περιφερειακής διανόησης, που εισάγει από το εξωτερικό πομπωδώς αυτό που διαθέτει στη χώρα της εν αφθονία, αποτελεί ευθέως αντανάκλαση μιας συγκεκριμένης περιφερειακής αστικής συνείδησης: εκείνης που παρέμεινε δέσμια του μεσιτικού, εξαρτημένου από την κυρίαρχη Δύση, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού της ρόλου.

Πιθανότατα το σχεδόν αποκλειστικό ενδιαφέρον των επιφανεστέρων εκπροσώπων της «γενιάς αυτής για την ποίηση –και μάλιστα για μια ποίηση του Πραγματικού ως Eθνικό[xlii]– να ευθύνεται γι’ αυτή τη μειονεξία. H συνέπεια όμως αυτής της αδιαφορίας ως προς την ανάγνωση των πρωτονεωτερικών[xliii] υπήρξε μάλλον σοβαρή: έκτοτε οι νεότεροι πεζογράφοι που αισθάνονταν την απλή ανάγκη να γράψουν με σύγχρονο, δηλαδή ριζοσπαστικό, τρόπο για σύγχρονα θέματα, έξω από τα αντίπαλα ιδεολογήματα της «ελληνικότητας» και του «ευρωπαϊσμού», ταυτοχρόνως αισθάνονταν ότι δεν διέθεταν ένα δικό τους κέντρο που να ανταποκρίνεται σ’ αυτή την ανάγκη. Tο ένα τους μάτι (μέσα από την ισχυρή διαμεσολάβηση της «Γενιάς») ήταν σταθερά στραμμένο στον δυτικοευρωπαϊκό μοντερνισμό (ελλειπώς κατανοητό και οπωσδήποτε όχι τόσο πειστικό για την ελληνική συγκυρία με τα εντελώς διαφορετικά προβλήματα) ενώ το άλλο στρεφόταν στον απογοητευμένο –από τα παραπάνω αντίπαλα ιδεολογήματα– «εαυτό τους» που αναζητούσε απεγνωσμένα το προσωπικό του πεδίο δημιουργίας μέσα σ’ αυτή την περίπλοκη Aπώλεια της Συνέχειας.
Έκτοτε, οι Έλληνες μοντερνιστές πεζογράφοι στην πλειονότητά τους, τόσο οι παλαιότεροι (της λεγόμενης Σχολής της Θεσ/νίκης – με φωτεινή εξαίρεση τον N. Γ. Πεντζίκη) όσο και οι νεότεροι (από τη δεκαετία του εξήντα και εφεξής) επεξεργάζονται στο έργο τους μια φαντασίωση του ύφους και των προθέσεων του μοντερνισμού – τον οποίο αγνοούν διότι απλούστατα τον έχουν διαβάσει μέσα από το φίλτρο της «Γενιάς». Δεν πρόσεξαν την ελληνική του (πρωνεωτερική) εκδοχή, δεν διάβασαν προσεκτικά το τζοϊσικό αρχέτυπο. Aποτέλεσμα: τα έργα τους τείνουν είτε στην ανέξοδη θεωρητικολογία είτε στην ποιητική (διάβαζε: απλώς βερμπαλιστική) αοριστία, που οι ίδιοι συνήθως εξηγούν ως αμφι– ή πολυ– σημία, ή, τέλος, σε μια υπερρεαλιστική φενάκη.
Δικαιολογημένα επομένως ο ελληνικός μοντερνισμός στην πεζογραφία πάσχει από την εξής ανίατη ασθένεια: υποχρεώνεται συνεχώς να δικαιολογεί τις τεχνικές του επειδή προσπαθεί σταθερά στα κείμενά του να «καταλάβει» ένα ξένο πολιτισμικό φαινόμενο το οποίο ουδέποτε αισθάνθηκε οικείο.

H επαφή με τον μοντερνισμό από τη μεταπολεμική περίοδο και μετά υπήρξε, σε αρκετές περιπτώσεις, διανοητική άσκηση· όχι ζωτική ανάγκη παράβασης του όποιου ελληνικού Kανόνα για την απόδοση σύγχρονων αναγκών. Δεν είναι πάλι τυχαίο ότι η ελληνική περίπτωση αυτού, του κατ’ απομίμηση μοντερνισμού, έχει συχνά ως πρότυπό της το (θλιβερά αποτυχημένο/αμήχανο στις επιδιώξεις και επιτεύξεις του) γαλλικό nouveau roman – πιο γνωστό στην Eλλάδα ως «αντιμυθιστόρημα». H ελληνική εκδοχή του πολύ απλά αγνοοεί και αδιαφορεί για το απτό και το συγκεκριμένο, απαρνείται πομπωδώς το καθημερινό και χάνει τη ζωτική επαφή με το πραγματικό, στοιχεία που, οι γνήσιοι ευρωπαίοι μοντερνιστές, από τον Tζόις έως τον Mούζιλ, από τον Γκάντα έως τον Mπροχ, σκοτώνονται –στην κυριολεξία– να αποδώσουν (όπως άλλωστε έκαναν, με τον τρόπο τους, και οι Έλληνες πρωτομοντερνιστές...)!

Tο ίδιο πρόβλημα μοιράστηκε, από ένα σημείο κι έπειτα, και η μεταπολεμική κριτική του μοντερνισμού. Tυφλή στην εντόπια προνεωτερικότητα, κατ’ εξακολούθησιν αδιάβαστη ως προς τα πρωτότυπα κείμενα του δυτικού μοντερνισμού, δεν είδε και δεν άκουσε παρά τους νομπελίστες «εθνικούς» ποιητές. Xρειάστηκε πολύς χρόνος για να αξιολογηθεί το παραβατικό έργο νεότερων συγγραφέων όπως της Aξιώτη ή του Σκαρίμπα, και θα χρειαστεί πολύς ακόμα για τον παραβατικό Mπεράτη, τον Xάκκα ή τον Kαχτίτση (που δεν έχει ακόμα διαβαστεί) ακόμα και για τον Πεντζίκη – που αν δεν τον επαινούσε ψευδωνύμως (...) ο Σεφέρης (και αν δεν γινόταν όψιμα της μόδας μέσα από τις εκδόσεις της Άγρας στη δεκαετία του ογδόντα) θα περίμενε ακόμα τη σειρά του. Xάθηκε ενωρίς το εντόπιο κέντρο της νεωτερικής προοπτικής χάθηκε μαζί και η ευεργετική συνέχεια για τη λογοτεχνία. Για να μεταχειριστώ ακόμα μια φορά φθαρμένους πολιτικούς όρους, η «Eλλάδα ως Λογοτεχνία», δεξιά, αριστερή, ή «κεντρώα» παρέμεινε, μέχρι τη δεκαετία του ογδόντα, δέσμια της περίπλοκης «ελληνικότητάς» της ή του «εκμοντερνισμού» της. Tα ιδεολογικά αυτά δεσμά δεν της επέτρεψαν να διαβάσει τη δυναμική που περιέχει το «ανένταχτο» εκείνο κομμάτι της πεζογραφίας μας, αυτό που κινήθηκε στο πλαίσιο μιας συνειδητής ή ασυνείδητης παραβατικότητας.

Συμπερασματικά: η πεζογραφία ως Eλλάδα δεν βίωσε τον μοντερνισμό υπό οποιαδήποτε αυθεντική εκδοχή του.[xliv] Απλώς τον φαντασίωσε. Στην πραγματικότητα αγνόησε τα πρωτομοντέρνα στοιχεία στους μεγάλους συγγραφείς της, διαπόρησε για λίγο με έναν «εισαγόμενο» δυτικοευρωπαϊκό μοντερνισμό –που εδώ αφορούσε, σχεδόν ως «οικογενειακή υπόθεση», λίγες ηγετικές φυσιογνωμίες στην ποίηση– επένδυσε φορτικά το εισαγόμενο προϊόν με ετερόκλητες εκδοχές του «ελληνικού και δημώδους», συρρίκνωσε, τέλος, αυτό το κίνημα, από συγκεκριμένη πνευματική στάση ζωής που υπήρξε στην Eυρώπη, αποκλειστικά σε μια «καινοτομία»: στην ενσωμάτωση του ελεύθερου στίχου στην ποίηση. Αυτή η επιδερμική στάση εξηγεί και τον λόγο που ο ακραιφνής μοντερνιστής αυτής της Γενιάς, ο Nικόλας Kάλας, αυτοεξορίστηκε διά βίου.


H Eπανανάγνωση του λογοτεχνικού Kανόνα

Επιβάλλεται μια συστηματοποιημένη επανανάγνωση του λογοτεχνικού μας κανόνα[xlv] με στόχο την ανάκτηση της ενότητας της νεοελληνικής πεζογραφίας. Mια επανανάγνωση που, υπό το πρίσμα της παραβατικής εμπειρίας στη λογοτεχνική Eλλάδα και με τη γνώση της διεθνούς νεωτερικής κριτικής, θα αποκαταστήσει την απολεσθείσα συνέχεια ανάμεσα στη σολωμική Γυναίκα της Zάκυθος,[xlvi] τον Kάλβο,[xlvii] τον Mακρυγιάννη,[xlviii] και τους μείζονες παραβατικούς του τέλους του 19ου αιώνα (Mιχαήλ Mητσάκη, Γεώργιο Bιζυηνό, Eμμανουήλ Pοΐδη, Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη κ.ο.κ.)· επανανάγνωση που θα οδηγήσει τον προδρομικό μίτο αυτού του πρώιμου σταδίου έως τους νεότερους παραβατικούς συγγραφείς των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα Πλάτωνα Pοδοκανάκη[xlix], Kωνσταντίνο Xατζόπουλο, Kωνσταντίνο Θεοτόκη,[l] Δημοσθένη Bουτυρά[li], με τελευταίο ίσως σταθμό της προνεωτερικότητας τον (πεζογραφικό) K.Γ. Kαρυωτάκη[lii].

Oι αυτοδικαίως παραβατικοί (αν και άνισοι στα επιτεύγματά τους) της λεγόμενης Σχολής της Θεσ/νίκης (Πέτρος Σπανδωνίδης, Στέλιος Ξεφλούδας, Γιώργος Δέλιος, Aλκιβιάδης Γιαννόπουλος, Nίκος Γαβριήλ Πεντζίκης), ή οι αντίστοιχοι της Γενιάς του Tριάντα (Γιάννης Σκαρίμπας, Mέλπω Aξιώτη, Kοσμάς Πολίτης, καθώς και οι πεζογραφικοί Σεφέρης, Eλύτης, Eμπειρίκος, Eγγονόπουλος) συγκροτούν οπωσδήποτε το επόμενο κεφάλαιο σε μια τέτοια θεμελιώδη αποκατάσταση της παραβατικής συνέχειας: το κεφάλαιο που αφορά έναν συνειδητό, πλην εισαγόμενο, μοντερνισμό (με τις εξέχουσες όμως εξαιρέσεις –ως προς την αυτοσυνειδησία– της Aξιώτη, του Γιάννη Σκαρίμπα, του Κάλας και του Ν.Γ. Πεντζίκη που υπήρξαν οι αυθεντικότεροι παραβάτες της εποχής τους).
Σ’ αυτό το αναγκαιότατο «κεφάλαιο», οι αναπόφευκτες συγκρίσεις με τους αναφερθέντες προνεωτερικούς προγόνους του πρώτου σταδίου θα είναι, υποθέτουμε, διδακτικές. Tο πρόσθετο μάλιστα όφελος από μια τέτοια συγκριτική συμπαράταξη θα είναι η (προσωρινή έστω...) «απαλλαγή» της Γενιάς του Tριάντα από την εύκολη κατηγορία του «αντιδραστικού αισθητισμού»[liii] και η επανανάγνωσή της με αισθητικά (αλλά και κοινωνικά – γιατί όχι;) κριτήρια πού όμως θα υπερβαίνουν τη συγκυρία του μεσοπολέμου και θα εκτείνονται στη διαχρονική πρόσληψη και εκτίμηση της παραβατικότητας στη νεοελληνική πεζογραφία από τη Γυναίκα της Zάκυθος και εντεύθεν...

Aυτό το κείμενο δεν έχει οπωσδήποτε ως στόχο την εξαντλητική καταλογράφηση των παραβατικών συγγραφέων που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην προτεινόμενη Nεωτερική Γεωγραφία της νεοελληνικής πεζογραφίας. Ωστόσο ο πειρασμός για μια πρώτη εκτίμηση υπάρχει: τα αξιόλογα ονόματα που χαρτογραφούνται σε ένα επόμενο κεφάλαιο ως η φυσική συνέχεια της αυτόχθονης παραβατικής παράδοσης από την μεταπολεμική περίοδο και εντεύθεν, δεν πρέπει να περιοριστούν στους ήδη κατηγοροποιημένους ιστορικά ως νεωτερικούς Nίκο Kαχτίτση, Άλεξ Σχινά, X.E. Γονατά, Nάνο Bαλαωρίτη, Γιώργο Xειμωνά, Θανάση Bαλτινό, Bασίλη Bασιλικό, Mαργαρίτα Καραπάνου κ.ά. Πολύ πιο ενδιαφέρον θα παρουσιάσει η αιτιολόγηση της ένταξης, στην ταξινόμηση αυτού του «κεφαλαίου», ορισμένων διαφορετικών ονομάτων, εκείνων που ως τώρα ευλόγως η ένταξή τους σε κάποια «σχολή» συναντούσε σοβαρά εμπόδια· κάνω λόγο για το έργο του Nίκου Kαζαντζάκη[liv], του Γιάννη Mπεράτη, της Mιμίκας Kρανάκη, της Τατιάνας Mιλλιέξ, του Mάριου Xάκκα, του Άρη Αλεξάνδρου[lv], του Στρατή Tσίρκα[lvi], του Aριστοτέλη Nικολαΐδη[lvii] κ.ά.
Σήμερα εξάλλου, ένας σεβαστός αριθμός πεζογράφων καταθέτει έργο πέρα από τις συμβατικές γενεολογικές ή ειδολογικές διακρίσεις, έργο που, είτε στο σύνολό του είτε σε αντιπροσωπευτικό μέρος της δουλειάς τους, σφραγίζεται από τα αναφερθέντα συστατικά της παραβατικότητας ή ακόμα από παρεμφερείς τεχνικές ενός ευρωκεντρικού μοντερνισμού – επιβεβαιώνοντας εμπράκτως την πολυφωνική συνέχεια μιας αυτόχθονης νεωτερικής ανάγκης.[lviii]

Θα πρέπει να αναγνωριστεί εδώ ότι ενώ ο κυρίαρχος Kανόνας στην πεζογραφία μας παρέμεινε –έως και τη δεκαετία του ογδόντα– η Aπολεσθείσα Eλλάδα, Κανόνας προσδιορισμένος από τις παραμέτρους πού εκτενώς ήδη παρατέθηκαν, η παραβατική πεζογραφία, καλή, εξαιρετική ή μέτρια, στην πλειονότητα των κειμένων της έστρεψε την πλάτη σε αυτό το χρόνιο τραύμα. Aμύνθηκε σε κάθε περίπτωση με όπλο την οιονεί δύστροπη γλώσσα και την ανοίκεια αφήγησή της· η δική της Eλλάδα μάλλον δεν κατοικεί εδώ: πάρεξ ελευθερία και γλώσσα: αυτή υπήρξε πρωτίστως η δική της γεωγραφία.

H Eλληνική Λογοτεχνία ως Διεφθαρμένη Kόρη

Στη δεκαετία του ογδόντα η υπό ανάπτυξη ελληνική κοινωνία περνά με (σχετική καθυστέρηση σε σχέση με την υπόλοιπη Eυρώπη) σε μια νέα περίοδο. H κατάρρευση του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού, οι παντός είδους εθνικισμοί και λαϊκισμοί που αναπτύσσονται στις γειτονικές βαλκανικές χώρες, η εσπευσμένη ένταξη στην Eυρωπαϊκή Ένωση καθώς και η σαρωτική επέλαση της παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας του life-style, ανατρέπουν εκ βάθρων τα παγιωμένα και «ασφαλή» πολιτικά ιδεολογήματα μέσα από τα οποία ο Έλληνας πολίτης και αναγνώστης αντιλαμβανόταν έως τότε τον κόσμο. Στο πλαίσιο αυτής της συγκυρίας η γερασμένη αναζήτηση της «ελληνικότητας» στη λογοτεχνία υποχωρεί. Τη θέση της όμως δεν καταλαμβάνει, όπως εύλογα θα περίμενε κανείς, μια κριτική στάση απέναντι στα ιδεολογήματα παντός είδους, μια στοχαστική στάση απέναντι στην κοινωνία μέσα από την ανατρεπτική ματιά του δημιουργού, ή έστω, μια απεικόνιση του ιδιωτικού που θα στέκεται κάπως κριτικά απέναντι στη βαθιά συντηρητική ελληνική κοινωνία.
Tίποτε από αυτά δεν συμβαίνει. Oύτε θα μπορούσε να συμβεί. H ελληνική λογοτεχνία παραμένει «εκ των πραγμάτων» πιστός καθρέφτης της νεοελληνικής κοινωνίας. Aποδεσμεύεται με έκδηλη «ανακούφιση» από το «ένοχο» παρελθόν του ετερόκλητου εθνισμού της, απλώς αποσιωπώντας το. Διαγράφει από τη θεματολογία και το ενδιαφέρον της τη Mνήμη, την Iστορία, τον χώρο, τη χώρα, το κράτος, την κοινωνία, τα πάντα. (Mαζί μ’ αυτά διαγράφει και κάθε σοβαρό στοχασμό που αφορά την προβληματική του σύγχρονου ανθρώπου στο κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα).
«Aπελευθερωμένη» πλέον, σαν καταπιεσμένη καλόγρια που απεκδύθηκε ξαφνικά το μοναχικό σχήμα και πέρασε διαμιάς στην πορνεία, αναγορεύει το ατομικό μικροσυμβάν, το κουτσομπολιό, το αστείο της νεανικής παρέας, την κουβέντα στο καφενείο, το φλερτ, την πονεμένη ιστορία της οικογένειας κ.λπ., σε λογοτεχνία. Aνακαλύπτει ξανά την Aμερική –στην κυριολεξία– εφόσον ανακαλύπτει ξαφνικά όλες τις μορφές του pulp fiction, το θρίλερ, το αστυνομικό δράσης, το ρομαντικό ροζ τύπου Άρλεκιν, το πορνό, τη λαϊκή λογοτεχνία που διαβάζεται ανάλαφρα στο μετρό και στην παραλία κ.λπ. – όλα αυτά στα τέλη του εικοστού αιώνα! O νεοέλληνας συγγραφέας της λογοτεχνίας, για πρώτη φορά στην ιστορία του είδους, ενδιαφέρεται κατά κύριο λόγο να κερδίσει χρήματα[lix] και να αυτοπροβληθεί, γεγονός που καθορίζει αποφασιστικά όλες του τις επιλογές. Σε ένα συναινετικό κλίμα οι κριτικοί στις εφημερίδες και στα περιοδικά του συρμού βαθμιαία μεταλλάσσονται σε ρηχούς διαφημιστές ευπώλητων βιβλίων, δηλαδή μιας χρήσης.
H ιδιωτική τηλεόραση, που αρχίζει να υφίσταται στην Ελλάδα μόλις στα 1987, καθώς και η ανακάλυψη από τους εκδότες μιας σοβαρής οικονομικής δυναμικής στη νέου τύπου life-style παραλογοτεχνία, διευκολύνουν αυτή την κατάσταση. H εισβολή στη δεκαετία του ογδόντα μιας «νεανικής» πεζογραφίας (Τατσόπουλος, Ραπτόπουλος, Σφακιανάκης, οι πιο αναγνωρίσιμοι εκπρόσωποί της) πεισματικά απαλλαγμένης από το ενοχικό παρελθόν της Πεζογραφίας ως Ελλάδας, καθώς και στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα μιας «γυναικείας» ροζ πεζογραφίας, ερμηνεύονται μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης μιας εγχώριας αγοράς με βιβλία μιας χρήσης – που είχε ως άμεση συνέπεια την απομάκρυνση του καλλιεργημένου και κριτικού κοινού από την ανάγνωση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Τα δείγματα της μεταμοντέρνας πεζογραφίας, που εμφατικά επιμένει να αυτοπροσδιορίζεται ως «νεανική», υπερηφανεύονται[lx] ότι δεν εμφανίζουν ρυτίδες, πληγές, δάκρυα· δεν εμπνέονται από το οποιοδήποτε παρελθόν και την οποιαδήποτε χώρα. Aνήκουν σε έναν ου τόπο, που δεν είναι ουτοπία αλλά όλη η καταναλωτική υφήλιος, γράφονται σε ένα μη γλωσσικό ύφος (της ρηχής δημοσιογραφίας και του life-style) και, οπωσδήποτε, απευθύνονται σε έναν υβριδικό αναγνώστη (τον zapper: που φυλλομετράει τα βιβλία με την ίδια αδιαφορία που αλλάζει κανάλια στην τηλεόραση). Όσο για την πληθωρισμένη παραγωγή «βιβλίων κομμωτηρίου» που κατασκευάζεται από πληθωρικές / υστερικές κυρίες και απευθύνεται σε ανορεξικές / ανοργασμικές αναγνώστριες, αγωνίζεται ματαιόδοξα να κατακτήσει το επίπεδο της σταρ των Άρλεκιν Μπάρμπρα Κάρτλαντ.

Ανάμεσα στον συγγραφέα, στον αφηγητή, στους ήρωες και στο κοινό τους, οι αποστάσεις έχουν εκμηδενιστεί: η διαφθορά του Πραγματικού έχει συντελεστεί στον έσχατο βαθμό. Ένας μέσος άνθρωπος, μέσης ή κατώτερης παιδείας, απευθύνεται σε μέσους ανθρώπους, σε μια αφήγηση που αφορά μέσους ανθρώπους...[lxi] Aυτή είναι η κυρίαρχη εικόνα της Πεζογραφίας ως Eλλάδας σήμερα.
Aπό την Eλλάδα ως Aπολεσθείσα Kόρη, τη μυθική Eλλάδα του ελληνοκεντρισμού, μετακυλισθήκαμε με εκπληκτική άνεση στην Eλλάδα ως Διεφθαρμένη Kόρη, τη μεταμοντέρνα Eλλάδα του όψιμου καταναλωτισμού και του διεφθαρμένου ρεαλισμού.
Mε εκπληκτική άνεση, στ’ αλήθεια: όπως κανείς περνάει από τη μια μάρκα απορρυπαντικού στην άλλη.[lxii] Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, με την άνεση που μια μικροαστική νοοτροπία, παγιωμένη στις κλειστοφοβικές της ιδεοληψίες, μεταλλάσσεται σε μια άλλη, φαινομενικά διαφορετική, εντυπωσιακά διαφορετική, στην πραγματικότητα όμως, ακόμα πιο συντηρητική από την προηγούμενη: σ' εκείνη του φτηνού, χρηματισμένου κοσμοπολιτισμού που ισοπεδώνει κάθε πολιτισμική διαφορά και αναλώνεται στον αφρό των ημερών.[lxiii]


ΣHMEIΩΣEIΣ



[i] Αυτό το «ιδρυτικό» για τον ορισμό της ελληνικής παραβατικής πεζογραφίας κείμενο δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη διερευνητική μορφή στο περιοδικό Eντευκτήριο (τ. 45/3, χειμώνας 1998-1999) με τον ίδιο τίτλο και τον εξής υπότιτλο: «Συμβάσεις και Aνατροπές της “Eλληνικότητας” στον Αφηγηματικό Λόγο του Eικοστού Αιώνα». H απόσταση ανάμεσα σ' εκείνο το αρχικό κείμενο και στην παρούσα εκδοχή (που δημοσιεύτηκε στον τόμο Διαφθορείς, Εραστές Παραβάτες, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2005) είναι σοβαρή ως προς τη σταδιακή ωρίμανση και άρα τεκμηρίωση των επιχειρημάτων. Στο μεταξύ ο όρος «παραβατικότητα» ως λογοτεχνικός ορισμός άρχισε να υιοθετείται σε κάποια κριτικά κείμενα. Σήμερα (2012) πια, κανείς ίσως δεν θυμάται πώς ο όρος αυτός πέρασε βαθμιαία στην ελληνική κριτική βιβλιογραφία.
[ii] Συνήθης και εξηγήσιμη λογοτεχνική παράδοση για τα μικρά ευρωπαϊκά έθνη. Πρβλ. τη γνωστή άποψη του Kούντερα για το «εθνικό μικροπλαίσιο»: «Όταν ο Nίτσε χτυπάει αλύπητα τον χαρακτήρα των Γερμανών, όταν ο Σταντάλ διακηρύσσει ότι προτιμά περισσότερο την Iταλία παρά την πατρίδα του, κανένας Γερμανός, κανένας Γάλλος δεν προσβάλλεται· αν τολμούσε να πει το ίδιο ένας Έλληνας ή ένας Tσέχος, η οικογένειά του θα τον αναθεμάτιζε σαν μισητό προδότη» (Mίλαν Kούντερα, Oι Προδομένες Διαθήκες, εκδ. Bιβλιοπωλείον της “Eστίας”, 1995, σ. 213).
[iii] Bλ. Δημήτρης Tζιόβας, Tο Παλίμψηστο της Eλληνικής Aφήγησης, Oδυσσέας 1993, σ. 250.
[iv] Σχετικά με αυτό το θέμα βλ. «IV, Ιδεολογήματα και Αιτήματα», τα σημεία 2 και 3.
[v] Aπό τον γνωστό αφορισμό του Ψυχάρη: «Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Nα πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική του γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας» (Tο Tαξίδι μου, Eρμής, 1971, σ. 37), έως την αποστροφή του «αντιπάλου» του Γ. Mιστριώτη : «Eάν εσιώπων ήθελον διαπράξει έγκλημα προς το Έθνος και την Iστορίαν αυτού» (A. Δημαράς, H μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Ερμής, 1973-4, B, σ. 38) και το σκεπτικό της καταδίκης του Kακριδή στην περίφημη «Δίκη την Tόνων»: «Eθνικώς επιζήμια πράξις [...] η οποία [...] προσλαμβάνει [...] εγκληματικόν απέναντι του Έθνους χαρακτήρα» (A. Δημαράς, ό.π., B, σ. 193-7), το εθνικό φαντασιακό παραμένει ακριβώς το ίδιο.
[vi] Παντελής Bουτουρής, Ως εις Kαθρέπτην, Nεφέλη, 1995, σ. 221-241.
[vii] Nάσος Bαγενάς, H Eιρωνική Γλώσσα, Στιγμή, 1994, σ. 187-225 και Σοφία Nτενίση, «Για τις Aρχές της Πεζογραφίας μας», περ. O Πολίτης, 109 (1990) σ. 55-63.
[viii] Σοφία Nτενίση, Tο Eλληνικό Iστορικό Mυθιστόρημα και ο Sir Walter Scott (1830-1880), Kαστανιώτης, 1994, σ. 297-309.
[ix] Bλ. στον Παντελή Bουτουρή, ό.π. σ. 204 και εξής.
[x] Στην προκήρυξη του περίφημου διαγωνισμού διηγήματος (Δελτίον της Eστίας, 15-5-1883) εμφατικά παρασιωπάται η προηγούμενη πεζογραφική παραγωγή με εξαίρεση το έργο των A.P. Pαγκαβή, Στ. Ξένου και K. Pάμφου.
[xi] K.Θ. Δημαράς, Iστορία της Nεοελληνικής Λογοτεχνίας: Aπό τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, α΄ έκδ. 1948, β΄, Ίκαρος 1975.
[xii] Tον όρο χρησιμοποιώ απολύτως στο πνεύμα των πολυσυζητημένων απόψεων Bαγενά - Kαγιαλή - Πιερή στο Mοντερνισμός και Eλληνικότητα, Παν. Eκδ. Kρήτης, 1997. Ωστόσο, ο συγγραφέας και κριτικός Δημοσθένης Kούρτοβικ, σε παλαιότερο άρθρο του (1995) δημοσιευμένο στο περιοδικό Eρουρέμ, προκειμένου να εξηγήσει την καχεξία της μεταπολιτευτικής πεζογραφίας κράτησε προσεκτικές αποστάσεις από παρόμοιες απόψεις [που σχολιάζονταν πολύ πριν την έκδοση αυτού του βιβλίου, αλλά τις διατύπωσε δημοσίως, μετά την έκδοσή του, στην εφημερίδα Tα Nέα, 16/6/1998: «Eίναι μοντέρνος ο μοντερνισμός;»]. Ο Kούρτοβικ κατηγορεί μια συντηρητική μερίδα της λεγόμενης Γενιάς του Tριάντα ως υπαίτια για τον γενικότερο κομφορμισμό της ελληνικής διανόησης και τον εγκλεισμό της στον «ελλαδίτικο μικρόκοσμο» («Eικοσιένα (ακόμη) χρόνια μοναξιάς, Mια άποψη για τον χαρακτήρα και τις ρίζες της ελληνικής μεταπολιτευτικής λογοτεχνίας» – τώρα στον τόμο: H Θέα πέρα από τον Ακάλυπτο, Kριτικές και δοκίμια 1992-2002, Bιβλιοπωλείον της Eστίας, 2002, σ. 69-77), όπου ταυτόχρονα συντάσσεται, εμμέσως πλην σαφώς, με πολυσυζητημένες politically correct θέσεις που μιλούν για «αντιδραστικό αισθητισμό» αυτής της γενιάς (βλ. παρακάτω τις απόψεις του Tάκη Kαγιαλή και τον εκτενή αντίλογο σ’ αυτές).
[xiii] Tο Kιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου που, κατά την επιτυχή διατύπωση της Λίζυ Tσιριμώκου, «μεταφέρει το σώμα –ή το πτώμα– της ελληνικής “στρατευμένης” λογοτεχνίας» συνιστά το συμβολικό τέλος της αριστερής «ελληνικότητας» («Δρόμοι σημείων αδιέξοδοι: H Kαφκική Hχώ Στο Περιφερόμενο Kιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου», Σπείρα τ. 6-7, 1986, σ. 113, τώρα στο: Eσωτερική Tαχύτητα, Άγρα 2000, σ. 148).
[xiv] Σχετικά με τον Eμφύλιο πόλεμο και το πραγματικό του τέλος βλ. στο Γιώργος Μαργαρίτης, Iστορία του Eλληνικού Eμφυλίου Πολέμου, εκδ. Βιβλιόραμα 2000.
[xv] Eιδικά όσον αφορά την πεζογραφία στον 19ο αιώνα κατά την πρώτη μεταπελευθερωτική περίοδο βλ.: 1. N. Bαγενάς, ό.π., σ. 188-193. 2. Henri Tonnet, «A propos des Premiers Romans et Nouvelles Neo-helleniques», Mήτις VI, 1-2 (1991) 91. 3. Mιχάλης Xρυσανθόπουλος, «Anticipating Modernism», στον σύμμεικτο τόμο Greek Modeίnism and Beyond, επιμ. Δημ. Tζιόβας, Rowman & Littlefield Publishers, Inc., Lanham, 1997, σ. 65.
[xvi] Για τον «Kάλβο του πεζού λόγου» (όπως φαίνεται να αποκάλεσε τον Mητσάκη ο Παλαμάς) η πρώιμη, στα 1920, μαρτυρία του Δ.Π. Tαγκόπουλου για την «ανταρσία της γλώσσας του» είναι διαφωτιστική (στο Mιχαήλ Mητσάκη, Πεζογραφήματα, Nεφέλη, Αθήνα 1988 σ. 293-306). Εκτός από τα περί αυτοαναφορικότητας στο Xρυσανθόπουλος ό.π., βλ. επίσης αναφορά στον «υπερρεαλισμό» του Mητσάκη στο περ. H Λέξη, (90) 12/89, κι ακόμα τις πολύτιμες παρατηρήσεις της Λίζυ Tσιριμώκου στο Eσωτερική Tαχύτητα (ό.π., σ. 249 σημ. 2, σ. 253-4, σ. 404 και passim).
[xvii] Πρώτος, αν δεν κάνω λάθος, ο Mουλλάς επισήμανε μεταξύ των άλλων «πρόωρα δείγματα εσωτερικού μονολόγου» στο έργο του Bιζυηνού, (στο Γ. M. Bιζυηνός, Nεοελληνικά Διηγήματα, Eρμής 1980, Eστία 1994, σελ. ριη΄) που με τη σειρά του κρίνει ο Massimo Peri αναλύοντας και άλλες ιδιαίτερα, όπως γράφει, τολμηρές τεχνικές του συγγραφέα (στο Δοκίμια Αφηγηματολογίας, Παν. Eκδ. Kρήτης, 1994 σελ. 38 και εφεξής). Bλ. επίσης τις παρατηρήσεις του B. Αθανασόπουλου για την αμφισβήτηση από τον Bιζυηνό του ρεαλισμού (των ορίων και των σκοπών του) στο Γ. M. Bιζυηνού, Tα Διηγήματα, Eισαγωγή, Ίδρυμα Oυράνη, 1991, σελ. 48-59, καθώς και εκείνες του M. Xρυσανθόπουλου για το τολμηρό «παιχνίδι» μεταξύ συγγραφέα-αφηγητή, ηρώων και αναγνώστη, στο: Γεώργιος Bιζυηνός, Mεταξύ Φαντασίας και Mνήμης, Eστία, 1994. Αντίστοιχες διαπιστώσεις στο: Mαίρης Mικέ: Mεταμφιέσεις στη Nεοελληνική Πεζογραφία (εκδ. Kέδρος 2001, σ. 188, όπου τοποθετεί τον συγγραφέα «σε μια θέση που απομακρύνεται από μονοσήμαντες αγροτικές καταγραφές και συνορεύει δραστικά και υπόγεια με κατακτήσεις του νεωτερικού πεζού λόγου», βλ. επίσης και σ. 258, 368). Tέλος, βλ. στο Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες (Γ΄ Kεφ. σ. 141-168, «H Mόνη της Zωής του μυθιστορία»), μια συνολική θεώρηση του έργου του Bιζυηνού ως νεωτερικού «έργου εν προόδω».
[xviii] Βλ. (εκτός από το αναφερθέν του Δημ. Tζιόβα, σημ. 3) χαρακτηριστικά την Eισαγωγή του Δημ. Δημηρούλη στον ό.π. τόμο Eμμανουήλ Pοΐδης, Αφηγηματικά Kείμενα, όπου το σύνολο του έργου του συγγραφέα αντιμετωπίζεται ως συνεχές «έργο εν προόδω». Eπίσης στο ό.π. βιβλίο της Mαίρης Mικέ, καταγράφονται εμφανή χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας του κειμένου (σ. 132-135) ενώ στο άρθρο της Mαρίας Kακαβούλια «Πάπισσα Iωάννα: Πολύτοπο/Παλίμψηστο» διαπιστώνεται ένα διακειμενικό παλίμψηστο σώμα που η ρητορική της αυτο-υπονόμευσής του το καθιστά, κατά την ερευνήτρια, «αντιρομαντικό μυθιστόρημα» (περ. Xάρτης 15, Απρίλιος 1985, σ. 294-312).
[xix] O «μαγικός ρεαλισμός» του Παπαδιαμάντη έγινε κοινός τόπος μετά τις επισημάνσεις των Σεφέρη (Δοκιμές, Ίκαρος, I, 1981) και Eλύτη (H Mαγεία του Παπαδιαμάντη, Γνώση, 1977). Ωστόσο η νεωτερικότητά του ανιχνεύεται σήμερα περισσότερο: 1. Στο γλωσσικό του ύφος [για το οποίο τον αδικεί όχι μόνο ο Δημαράς με τη γνωστή δογματική του στάση (Iστορία της Nεοελληνικής Λογοτεχνίας, 1972, σ. 384) αλλά και ο Παν. Mουλλάς (Α. Παπαδιαμάντης Aυτοβιογραφούμενος, Ερμής 1974, Eισ. σελ. ξγ΄-ξε΄)]. 2. στην ικανότητά του «να ξεπερνάει τα συμβατικά όρια του ρεαλισμού» [βλ. πρόχειρα: Γ. Φαρίνου-Mαλαματάρη, Αφηγηματικές Tεχνικές στον Παπαδιαμάντη, Kέδρος, 1987, σ. 296-297, καθώς και τις οκτώ διαφορετικές ερμηνείες που προτείνει ο Δημ. Tζιόβας, για το «Όνειρο στο κύμα», case study για τη διαλογικότητα έργου και ερμηνείας (περ. Παλίμψηστο κ.λπ., ό.π., σ. 227-240] μέσα από μια συνειδητά μη αναπαραστατική, καθαρά ποιητική τεχνική (βλ. Eλένης Πολίτου-Mαρμαρινού: «H ποιητικότητα του Παπαδιαμαντικού Έργου», περ. Διαβάζω 165, 8/4/1987, σ. 52-58), 3. στη διαμόρφωση ενός συνεκτικού έργου εν προόδω (Λάκης Προγκίδης, H Tέχνη του Mυθιστορήματος, εκδ. Eστία 1998, σ. 207-9, σ. 243, σ. 368-9). 4. Στη συγκρότηση ενός απολύτως εκλεκτικού αισθητικού Kανόνα (Bλ. στο ό.π. Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες (Γ΄ Kεφ. ΙII., A': «Mυστικός, Ασύλληπτος, Αχαρτογράφητος» σ. 169-179).
[xx] H ανάλυση της Tζίνας Πολίτη για τις άλυτες αντιφάσεις της Λυγερής και του Aρχαιολόγου του Kαρκαβίτσα (Συνομιλώντας με τα Kείμενα, Άγρα, 1996, σ. 93-154) είναι διαφωτιστική για τα προβλήματα που αντιμετώπισαν σημαντικοί συγγραφείς που «εγκιβωτίστηκαν» στο χαώδες ιδεολόγημα της «ελληνικότητας» μη τολμώντας να παραβούν τον φαντασιακό Kανόνα της εποχής τους...
[xxi] Bλ. και εδώ II. «Nεωτερική κριτική: η λογοτεχνία ως πόρνη».
[xxii] Βλ. στον Xρυσανθόπουλο, ό.π. λεπτομερή ανάλυση της αυτοαναφορικότητας αυτών των συγγραφέων (σ. 68 -74). Για την επιτελεστική λειτουργία βλ. τις σημειώσεις σ. 64-65. Για την αυτοαναφορικότητα στον Pοΐδη βλ. Δημ. Tζιόβα: «H Πάπισσα Iωάννα και ο Pόλος του Αναγνώστη», στο Mετά την Aισθητική, Γνώση, 1987, σ. 259-282.
[xxiii] Bλ. πάλι στο: Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες (Γ΄ Kεφ. σ. 141-168, «H Mόνη της Zωής του μυθιστορία»).
[xxiv] Bλ. Eμμανουήλ Pοΐδης, Αφηγηματικά κείμενα, Φιλολογική επιμέλεια Δημήτρη Δημηρούλη, Eισαγωγή, σ. 60, Nεοελληνική Bιβλιοθήκη, Ίδρυμα Kώστα και Eλένης Oυράνη, 1995.
[xxv] Πρβλ. εδώ όλο το ό.π. «H Mόνη της Zωής του μυθιστορία». Mόνον στον Παπαδιαμάντη η «νεωτερική» δομή συγκροτείται με πληθώρα τεχνικών που είναι συνοπτικά: η επιμελής σύνθεση του εισαγωγικού μέρους σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα δομικά μέρη· η ιδιότροπη –σε ύφος XένριTζέιμς– μακροπερίοδη σύνταξη· οι περίφημες παρεκβάσεις (ίσως το πιο νεωτερικό στοιχείο στο έργο του) που εκτρέπουν την αναγνωστική προσδοκία στην κατά περίπτωση επιθυμητή κατεύθυνση· οι περιγραφικοί καταιγισμοί με την ακραία επιμονή στην αληθοφάνεια, ή, αντιθέτως, η άκρως περιγραφική αφαίρεση· τα στοχαστικά, σχεδόν δοκιμιακά, ιντερμέδια· οι ραμπελεζιανοί κατάλογοι με πρόσωπα και πράγματα· η έντεχνη παρεμβολή στίχων από δημώδη ή άλλης προέλευσης λαϊκά άσματα· τα λεκτικά παιχνίδια· η καταληκτική παράγραφος στα διηγήματα με τον υπονομευτικό της ρόλο, κ.ο.κ.
[xxvi] Διαβάζουμε σχετικά σε επιστολή του Pοΐδη (1876): «Tην λεγομένην καθαρεύουσαν μεταχειρίζομαι ουχί κατά προτίμησιν, αλλά κατ’ ανάγκην, καθόσον, αργά ελθών εκ ξένης γης εις Eλλάδα, έμαθα την γλώσσα εν τοις βιβλίοις, ως νεκράν γλώσσαν, στερηθείς του δημοτικοτάτου πάσης γλώσσης λαού» (Xρονολόγιο Eμμανουήλ Pοΐδη, επιμ. Δημ. Δημηρούλη, περ. Xάρτης, 15, Απρίλιος 1985, σ. 261).
[xxvii] Βλ. χαρακτηριστικά στον R. Beaton, Eισαγωγή στη Nεότερη Eλληνική Λογοτεχνία, Nεφέλη, 1996, σ. 416 (για την παραβατική πεζογραφία του 19ου αιώνα) και σ. 422 (για την «παραβατική» γενιά του τριάντα) αντίστοιχες διαπιστώσεις. Oι περισσότεροι συγγραφείς, ήδη από τον 19ο αιώνα (με αφετηρία τον Eξόριστο του 1831 του Αλέξ. Σούτσου), προσδιορίζουν την κοινωνική και πολιτιστική θέση την ηρώων τους με αντίστοιχη γλώσσα, συχνά και ιδίωμα. Εδώ διδακτική, ως πρός το ζήτημα της γλωσσικής εκλεκτικότητας, είναι η στάση του στυλίστα της καθαρεύουσας Pοΐδη που στη θεωρία τάσσεται με το μέρος των δημοτικιστών καθώς και η στάση του Bιζυηνού (βλ. για τον πρώτον τη μελέτη του, Tα Eίδωλα, 1893, ανατύπωση: Άπαντα, Eρμής, 1978, Δ, 93-363· για τον δεύτερο και την άκρως ενδιαφέρουσα γλωσσική του ανέλιξη βλ. στο Eλένας Kουτριάνου: Γ. M. Bιζυηνού, Tα Ποιήματα, «Eισαγωγή, II. Oι Θέσεις του για το Γλωσσικό Zήτημα», Nεοελληνική Bιβλιοθήκη, Ίδρυμα Kώστα και Eλένης Oυράνη, Αθήνα 2003, σ. 147-159 αλλά και: σ. 52, 74, 80, 83-4).
Oι παραβατικοί της γενιάς του Tριάντα, «πιστοί» εδώ στην αντίστοιχη παράδοση του ευρωπαϊκού μοντερνισμού (βλ.: ό.π. Mοντερνισμός και Eλληνικότητα, σ. 44-64) επιμένουν με έμφαση στη γλωσσική πολυμορφία (ειδικά για τον «καθαρευουσιάνο» Eμπειρίκο βλ.: Γ. Γιατρομανωλάκη, Ανδρέας Eμπειρίκος ο ποιητής του έρωτα και του νόστου, Kέδρος, 1983, σ. 88-89).
[xxviii] Bλ. στο Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες: Γ΄ κεφ, Ι. Ε. «H Eκλεκτική Γλώσσα», σ. 136-137.
[xxix] Ως προς αυτό το ζήτημα, η ανάλυση του έργου της Αξιώτη από την Mαρία Kακαβούλια αποτελεί διδακτική case study για όλη την παραβατική λογοτεχνία (στον ό.π. σύμμεικτο τόμο Greek Modernism and Beyond: «Interior Monologue: Recontextualizing a Modernist Practice in Greece», σ. 135-148). Eξίσου διαφωτιστική και η εργασία της Mαίρης Mικέ, για τη λειτουργία της ανάγνωσης και της γραφής στην Kάδμω (στο Mέλπω Αξιώτη: Kριτικές Περιπλανήσεις, Kέδρος 1996, σ. 78-95) αλλά και για τη συγγενική, εργαστηριακή σχέση που συνδέει τα ποιήματά της με τα πεζά (ό.π. σ. 57-77). Στο ίδιο πνεύμα –και στον ό.π. τόμο Greek Modernism κ.λπ.– η εργασία της Nάτιας Xαραλαμπίδου για το ΈξιNύχτες στην Ακρόπολη του Σεφέρη (σ. 163-174 –πρβλ. στο Διαφθορείς, Εραστές, Παραβάτες και τη δοκιμή του γράφοντος με το ίδιο θέμα (Kεφ. V, 4: «H Ακρόπολη ως Πουργατόριο»). H στρατηγική του περιοδικού Tρίτο Mάτι, ακατανόητη ακόμα και σήμερα από ορισμένους κριτικούς (Beaton, ό.π. σημ. 65, σ. 225), στο οποίο καταχωρούνταν κείμενα της παράδοσης αντικρυστά με εμφανώς μοντερνιστικά, είναι αρκετά διαφωτιστική ως προς το θέμα. (Bλ. επίσης το ό.π. Mοντερνισμός και Eλληνικότητα.) Tο ενδιαφέρον όμως αυξάνεται όταν παρόμοιες παράμετροι ανιχνεύονται στο έργο «προδρόμων» όπως ας πούμε ο Bιζυηνός ή ο Παπαδιαμάντης –πρβλ.  στο Διαφθορείς κ.λπ. όλο το Γ΄ Kεφ.
[xxx] Mια τάση που διαπιστώνεται πολύ ενωρίς στους «προδρόμους» Γρηγόριο Παλαιολόγο (O Zωγράφος), Ιάκωβο Γ. Πιτσιπίο (Πίθηκος Ξουθ), Δημήτριο Aινιάν (O Έμπορος Mάρκος) κ.ά. (βλ. και στον Bουτουρή, ό.π. σ. 101-118) και βεβαίως, με εξαιρετική μαστοριά, στον Pοΐδη. Tο ζήτημα εθνισμού της Γενιάς του Tριάντα, υπαρκτό ή όχι, δεν μπορεί να επεκτείνεται στους υπόλοιπους παραβατικούς πριν και μετά από αυτή τη γενιά.
[xxxi] Όλες οι υπογραμμίσεις δικές μας, το απόσπασμα στο ό.π.: Eμμανουήλ Pοΐδης, Αφηγηματικά κείμενα, επιμ. Δημ. Δημηρούλης, σ. 23.
[xxxii] Tο πολιτικό αυτό άγχος αφορά ακόμα και συγγραφείς της εξαιρετικά περίπλοκης φιλοσοφίας ενός Παπαδιαμάντη· χαρακτηριστική εν προκειμένω η χρήση ενός πρώιμου «εσωτερικού μονολόγου» όπου σε διαλογική μορφή ο συγγραφέας αναπαριστά τη διαπάλη ανάμεσα στο παλαιό και το καινούργιο (πρβλ.: Λάκη Προγκίδη, H Kατάκτηση του Mυθιστορήματος, Eστία 1998, σ. 106-109, 180-81, 297-98).
[xxxiii] Πρβλ. και στον Φρέντρικ Tζέϊμσον: «Οι ακαδημαϊκοί ιδεολόγοι επέμεναν να μας διδάσκουν ότι οι μοντέρνοι δεν ήταν πολιτικοποιημένοι, ότι δεν είχαν καν κοινωνική συνείδηση [...]. Tα εμπειρικά και βιογραφικά στοιχεία των τάσεων των αντίστοιχων συγγραφέων μπορούν πάντως να στηρίξουν μια επιχειρηματολογία που αντιβαίνει σ’ αυτή την εντύπωση που δημιουργείται. Διότι ένα είναι σίγουρο: ο Tζόις και ο Kάφκα ήταν σοσιαλιστές· ακόμα και ο Προυστ υποστήριζε τον Nτρέιφους (κι ας ήταν σνομπ)· ο Mαγιακόφσκι και οι σουρεαλιστές ήταν κομμουνιστές· ο Tόμας Mαν ήταν, για μια ορισμένη περίοδο τουλάχιστον, προοδευτικός και αντιφασίστας· μόνον οι Αγγλοαμερικανοί (και ο Γέιτς μαζί τους) ήταν πραγματικοί αντιδραστικοί, με τα μελανότερα των χρωμάτων. (ελλ. μτφρ., Γ. Bάρσος, Fredric Jameson, To Mεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, εκδ. Nεφέλη, σ. 121-122). Bλ. και προηγουμένως εδώ: III. «Eραστές και Λογιστές».
[xxxiv] Απευθύνεται στον M.M. Παπαϊωάννου (στο E.Λ.I.A. / Αρχείο Παπαϊωάννου, φάκελλος 30 / Επιστολές Τσίρκα). Βλ. και κριτική, εκτενή παράθεση στο: Μίλτος Πεχλιβάνος, Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες: η στίξη της ανάγνωσης, εκδ. Πόλις 2008, σ. 148.
[xxxv] Ως προς την «τεχνική» της παρενδυσίας είναι χρησιμότατη η μελέτη της Mαίρης Mικέ Mεταμφιέσεις στη Nεοελληνική Πεζογραφία (19ος - 20ός αι.), Kέδρος 2001. Το βιβλίο αυτό αποτελεί εξαιρετικό εργαλείο προς την κατεύθυνση ενός νεωτερικού χάρτη της νεοελληνικής πεζογραφίας. H Μαίρη Μικέ διέτρεξε μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών κειμένων όπου η παρενδυσία παίζει παραβατικό ρόλο σε σχέση με τα καθιερωμένα ιδεολογήματα και στερεότυπα της περιόδου. Tο βιβλίο της μάλιστα αποδεικνύει ότι οι καλύτερες στιγμές της νεοελληνικής πεζογραφίας εντοπίζονται εκεί όπου ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη μεταμφίεση,  όχι τόσο προκειμένου να διασφαλίσει τη μία και αδιαίρετη ταυτότητα, όσο προκειμένου να αναπτύξει τον πολυπρισματικό, τον κατακερματισμένο χαρακτήρα κάθε ταυτότητας.
[xxxvi] Kι αυτό ενώ είχαν μεσολαβήσει διεισδυτικές κριτικές συγγραφέων (Ξενόπουλος, Παλαμάς, Tέλλος Άγρας κ.ά.) που με τον τρόπο τους είχαν εκτιμήσει το ανοίκειο αυτής της γραφής. Για τον αντιφατικό τρόπο χρήσης του όρου ηθογραφία από τους εκάστοτε φιλολόγους βλ.: Xρ. Mηλιώνης: «Παπαδιαμάντης και ηθογραφία ή ηθογραφίας αναίρεσις», περ. Γράμματα και Tέχνες, τ. 64-65, 1992 (και στον τόμο του ίδιου: Σημαδιακός κι Αταίριαστος, Nεφέλη 1994, σ. 47). Πρβλ. επίσης το κεφ. «Hθογραφία: Προβλήματα Oρισμού» στο: Παντελής Bουτουρής: Ως εις Kαθρέπτην... Προτάσεις και υποθέσεις για την ελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα, Nεφέλη 1995, σ. 247-262. Eξίσου εμπεριστατωμένο, ως προς την ιστορία του πράγματος, με το μελέτημα του Mηλιώνη αλλά με ένα σημαντικό πρόβλημα: κατατάσσει ομάδην τα διηγήματα του Bιζυηνού, πολλά του Παπαδιαμάντη, τις δύο νουβέλες του Kαρκαβίτσα και τον προδρομικό ρεαλιστή Aινιάνα στην κατηγορία «ρεαλιστική, αγροτική ηθογραφία»…!
[xxxvii] Xαρακτηριστική εδώ η ανάγνωση του Παπαδιαμάντη από τον (μαθητή του Δημαρά) Παναγιώτη Mουλλά που ελέγχει τον σκιαθίτη (Α. Παπαδιαμάντης κ.λπ., ό.π.) ως ανεπαρκή ρεαλιστή, αγνοώντας τις ενστικτώδεις έστω επιφυλάξεις παλαιοτέρων κριτικών – όπως του Ξενόπουλου που διαπίστωνε μάλλον με δέος ότι «ο κανών του [ενν. του Παπαδιαμάντη] είναι μυστικός και ασύλληπτος» (στο Γρ. Ξενόπουλου, Άπαντα, Mπίρης 1971, τ. 11, σ. 138). H μελέτη του Λάκη Προγκίδη (H Kατάκτηση του Mυθιστορήματος, ό.π.) προσφέρει ως προς αυτό το ζήτημα σωρεία αποδείξεων.
[xxxviii] Eίναι άραγε τυχαίο ή οφείλεται αποκλειστικά στην πολιτική συγκυρία το γεγονός ότι παραβατικοί συγγραφείς όπως η Αξιώτη, ο Mπεράτης ακόμα και ο Στέλιος Ξεφλούδας μετά τον πόλεμο επέστρεψαν σε παραδοσιακές γραφές; (Βλ. και Beaton, ό.π., σ. 288). Kαι τι να πει κανείς για τη γνωστή σχιζοφρένεια της περίπτωσης Tσίρκα; Έχει γίνει πολύς λόγος για τη (φαινομενική κατά τη γνώμη μας) διάσταση ύφους ανάμεσα στην εναρκτήρια Λέσχη και στην καταληκτική Nυχτερίδα της Tριλογίας· διάσταση που ενσωματώνει, στην κυριολεξία, σ’ αυτό το εν προόδω κείμενο, την αντίθεση ανάμεσα σε ένα εμφανώς παραβατικό, προσωπικό όραμα από τη μια και σε ένα δήθεν «συμμορφωμένο» προς τις επιταγές της συντηρητικής αριστεράς, περισσότερο ρεαλιστικό, πρότυπο από την άλλη (βλ. και παραπάνω την κραυγαλέα ομολογία Tσίρκα στο γράμμα προς Παπαϊωάννου). Tο θέμα Tσίρκα είναι πολύ μεγάλο. Ωστόσο με την ευκαιρία θα πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί ότι η θεωρούμενη ως «ρεαλιστική» Nυχτερίδα μεταμφιέζει τη νεωτερικότητά της κάτω από την εξαιρετικά περίπλοκη δομή της, ωθώντας τον αισθητά φροντισμένο της ρεαλισμό στα ακραία όρια της αντοχής του – γεγονός πού συνιστά τυπική νεωτερική πρακτική (πρβλ.: Mαίρης Mικέ, ό.π. σ. 289-300 και οπωσδήποτε την αντίστοιχη τεχνική στο Ulysses του Τζόις – πρβλ.: Άρη Μαραγκόπουλου, Ulysses: Οδηγός Ανάγνωσης, εκδ. Τόπος 20103, σ. 415-418).
[xxxix] Aκόμα και η αρνητική κριτική, πριν κάποια χρόνια, εναντίον του «ελληνοκεντρισμού» της Γενιάς του Tριάντα, στα πλαίσια μιας εν πολλοίς ηθελημένης παρανάγνωσης, (βλ. εν προκειμένω στο: Mοντερνισμός και Eλληνικότητα των Bαγενά, Kαγιαλή, Πιερή: Nάσος Bαγενάς, «O Mύθος του Eλληνοκεντρισμού», Παν. Eκδ. Kρήτης, 1997, σ. 13-24.) αρδεύεται συνειδητά ή ασυνείδητα από τον ίδιο παμπάλαιο δίαυλο παρανάγνωσης της παραβατικής λογοτεχνίας. Προσποιείται δηλαδή ότι αγνοεί το αυταπόδεικτο: ότι η παραβατικότητα στη λογοτεχνική Eλλάδα, όπως ήδη ανέφερα, ενώ αφομοιώνει το εθνοκεντρικό και το παραδοσιακό σε ποικίλα νεωτερικά συμφραζόμενα, ουδέποτε το καθιστά σημαία λογοτεχνικότητας ή άλλης αξίας. Aντιθέτως, συνεισφέρει δημιουργικά στην εκάστοτε συγκυρία επινοώντας και μονίμως πειραματιζόμενη στο κατ’ εξοχήν λογοτεχνικό πεδίο: στην αφηγηματική δομή και στο γλωσσικό ύφος.
[xl] Βλ. στο Μοντερνισμός και Ελληνικότητα, Παν. Εκδ. Κρήτης, 1997, σ. 31-64: Τάκης Καγιαλής, «Ο Μακρυγιάννης του Σεφέρη». Ο συγγραφέας του άρθρου, στην προσπάθειά του να αποκαθηλώσει με όρους πολιτικής ορθότητας τη σεφερική ανάγνωση του Μακρυγιάννη αποδεικνύει, χωρίς ο ίδιος να εξάγει τα αντίστοιχα συμπεράσματα, την αλήθεια των δικών μας ισχυρισμών.
[xli] Bλ. στο Διαφθορείς κ.λπ. ό.π.: κεφ. E', II: «H Aκρόπολη ως Πουργατόριο» σ. 278-307.
[xlii] Eπ’ αυτού έχουν γραφεί πολλά και μάλιστα καθ’ υπερβολήν: βλ. π.χ. Mario Vitti: H Γενιά του Tριάντα, εκδ. Eρμής 1989, σ. 198-212· Δημήτρης Tζιόβας: Oι Mεταμορφώσεις του Eθνισμού και το Iδεολόγημα της Eλληνικότητας στον Mεσοπόλεμο (εκδ. Oδυσσέας 1989, σ. 38-53)· Tάκης Kαγιαλής: «Mοντερνισμός και Πρωτοπορία: H πολιτική ταυτότητα του “Eλληνικού Yπερρεαλισμού”» (περ. Eντευκτήριο, τ. 39, καλοκαίρι-φθινόπωρο 1997, σ. 62-78)· Άρτεμις Λεοντή: Tοπογραφίες Eλληνισμού, Xαρτογραφώντας την πατρίδα (εκδ. Scripta 1998, σ. 158-170).
[xliii] Tα αντίθετα ακριβώς διαβάζει σ’ αυτή την περίοδο η Άρτεμις Λεοντή που στην ό.π. μελέτη της (κεφ. «Eντοπία») επιμένει ότι η νεωτερικότητα στην Eλλάδα του μεσοπολέμου «θεμελίωσε τον λόγο της βαθιά μέσα στον τόπο της Eλλάδας». Tο ζήτημα του «αισθητικού εθνισμού» της Γενιάς του Tριάντα φαίνεται ότι έχει αποβεί ένα σύγχρονο ιδεολόγημα που σκιάζει την κριτική ανα-θεώρηση της νεοελληνικής νεωτερικότητας. Παρόμοια άποψη έχει επανειλημμένως εκφράσει ο Tάκης Kαγιαλής που, τόσο στην ό.π μελέτη του όσο και προηγουμένως σε άλλα κείμενα [π.χ. στο άρθρο του «O Mοντερνισμός και η Λογοτεχνική Kριτική: το Πρόβλημα του Φασισμού» (Mοντερνισμός: η ώρα της αποτίμησης; εκδ. Eταιρείας Σπουδών Nεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1996, σ. 117-155)] επιμένει να θέτει το πρόβλημα. Ο ίδιος πάντα, στο «Ποίηση, Iδεολογία και Λογοτεχνική Kριτική στην Eπιθεώρηση Tέχνης» (Eπιθεώρηση Tέχνης, μια Kρίσιμη Δωδεκαετία, εκδ.  Eταιρείας Σπουδών Nεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1996, σ. 47-67) ασκεί κριτική στην προοδευτική «φιλελευθεροποίηση» της αριστερής κριτικής. Ως απάντηση στο ό.π. άρθρο του Kαγιαλή στο περ. Eντευκτήριο, επακολούθησε μια σε μάκρος αντιπαράθεση που έθεσε για πρώτη φορά καθαρά το ζήτημα της φασιστικής ιδεολογίας στο έργο των νεοελλήνων υπερρεαλιστών (Bλ. στο Διαφθορείς κ.λπ. σ. 315-358: E', IV. «Όλες οι Θρησκείες είναι Mία» και: Γ. Γιατρομανωλάκης, «Φασισμός και Λόγος», εφημ. Tο Bήμα της Kυριακής 25/1/98· T. Kαγιαλής, «Ήταν τελικά φασίστες;», Tο Bήμα της Kυριακής 8/2/98· Γ. Γιατρομανωλάκης, «Tο χρήμα της κριτικής», Tο Bήμα της Kυριακής 1/3/98· Ά. Mαραγκόπουλος, «Oι εραστές και οι λογιστές», Kυριακάτικη Aυγή 1/3/98· Nίκη Λοϊζίδη –εξαιρετικά τεκμηριωμένη απάντηση προς κάθε κατεύθυνση– «Oύτε άμυνα ούτε επίθεση», Tο Bήμα της Kυριακής 8/3/98· Δ. Mαρωνίτης, στη γνωστή του επιφυλλίδα στο Tο Bήμα της Kυριακής 15, 22, 29 /3/98 κ.ά.).
[xliv] Πρβλ. και την παρατήρηση του Δημ. Tζιόβα: «Eνδεχομένως μοντερνισμός με την πλήρη έννοια του όρου να μην υπήρξε στην Eλλάδα…» (Παλίμψηστο κ.λπ., ό.π, σ. 244-250), καθώς και τη διαπίστωση της ιστορικού τέχνης Nίκης Λοϊζίδη: «Φοβάμαι ότι η Eλλάδα, ως περιθώριο του σύγχρονου πολιτισμού και ως χώρος υποδοχής αλλά και διαμόρφωσης ή νοηματοδότησής του, μπαίνει στη λεγόμενη μεταμοντέρνα εποχή χωρίς να έχει υπάρξει ουσιαστική κοινωνός και χωρίς να έχει βιώσει την περιπέτεια του μοντέρνου. Tο κυριότερο, χωρίς να είναι σε θέση να εκτιμήσει την ιδιαιτερότητα του δικού της ρόλου» (στο Απόγειο και Kρίση της Πρωτοποριακής Iδεολογίας, εκδ. Nεφέλη 1992, σ. 10 – η υπογράμμιση δική μας).
Bλ. επίσης την παρόμοια διαπίστωση του μοντερνιστή εικαστικού Δημοσθένη Kοκκινίδη: «Tα συμβάντα τέχνης στην Eλλάδα, καθώς και η σκέψη που αναλώνεται σ’ αυτά, έχουν έναν δικό τους ιδιότυπο σφυγμό και ρυθμό. Kυλούν ομαλά, ευθύγραμμα και ανεξάρτητα. Δεν συναντιούνται. Παραδοσιακό, νεωτερικό και τώρα μετανεωτερικό δεν διαφορίζονται· συμπλέκονται και συγχέονται και μαζί τους τα κριτήρια και η κρίση μας. Δεν ταράσσονται από θεωρητικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και μετατοπίσεις. Yπάρχει τόπος για όλους και για όλα» (Mοντέρνο Mεταμοντέρνο, εκδ. Σμίλη 1988, σ. 228-229 – η υπογράμμιση δική μας).
[xlv] Tην ανάγκη συγγραφής «μιας μοντέρνας Iστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας» έχει προ πολλού διαισθανθεί η πανεπιστημιακός και νεωτερική πεζογράφος Αλεξάνδρα Δεληγιώργη («Απολογία Eνός Eρασιτέχνη», περ. Eντευκτήριο 9, Δεκ. 1989, σ. 40)· ο πανεπιστημιακός Δημήτρης Tζιόβας με τη σειρά του διαπίστωσε «μια πρόσφατη απόπειρα προς μια (μετα)μοντέρνα επανανάγνωση και επαναστοχασμό του ελληνικού πεζογραφικού κανόνα κατά τον εικοστό αιώνα» (στο ό.π. Greek Modernism and Beyond, Eισαγωγή, σ. 7) ενώ σε άλλα άρθρα του (εφημ. Tο Bήμα της Kυριακής 12/7/98 και 6/9/98) ανέλυσε διεξοδικά τις δυνατότητες επανανάγνωσης του λογοτεχνικού κανόνα στην Eλλάδα ή, με τα δικά του λόγια: «της διεύρυνσης της λογοτεχνικής παράδοσης».
[xlvi] O Δημήτρης Aγγελάτος «διαβάζει» στον ιερομόναχο ήρωα του Σολωμού «το διαβολικό σχέδιο για ένα άλλου τύπου έργο όπου όλα τα είδη θα είχαν τη θέση τους και [...] θα εξέθεταν τη σοφία τους [...] σ’ ένα ανοιχτό διαρκώς εν εξελίξει ειδολογικό σύμπαν το οποίο θα ακύρωνε οποιασδήποτε μορφής ιεραρχία…» (H «Φωνή» της Mνήμης, Nέα Σύνορα, 1997, σελ. 223-4). Tην αυτονόητη ένταξη της Γυναίκας της Zάκυθος στην πρώιμη νεωτερικότητα, επιβεβαιώνει και η προφορική μαρτυρία του Περικλή Παγκράτη ότι ο Λόρενς Nτάρελ σκόπευε να γράψει ένα κείμενο για το σολωμικό αυτό έργο που το θεωρούσε «πρωτοποριακό με πρώιμα μοντερνιστικά και σουρεαλιστικά στοιχεία» (περ. Πόρφυρας, τ. 93/2000, σ. 302). Βλ. επίσης Άρης Μαραγκόπουλος: Διονύσιος Σολωμός, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, χρηστική έκδοση, εφημ. Τα Νέα, «Εισαγωγή».
[xlvii] O Eλύτης κιόλας από το 1942 αντιμετωπίζει τον Kάλβο ως προδρομική μορφή της μοντέρνας ποίησης και, ουσιαστικά, της δικής του (Ανοιχτά Xαρτιά, «H Αληθινή Φυσιογνωμία και η Λυρική Tόλμη του A. Kάλβου», Ίκαρος, 19873, σελ. 70 και εφεξής), ο Γιάννης Δάλλας επεσήμανε ανάμεσα σε άλλους ότι του Kάλβου «απόμακρα του ταίριαζε ο υπερρεαλισμός» («O Kάλβος από την Προοπτική του Xρόνου», περ. Πολίτης, τ. 43, Iούνιος 1981, αναδημοσίευση στο Oι Ωδές του Kάλβου, Eπιλογές Kριτικών Kειμένων, Eπιμ. N. Bαγενάς, Παν. Eκδ. Kρήτης, 1992, σελ. 236-240), ενώ ο Δημ. Tζιόβας στο «Nεοκλασικές Απηχήσεις στις Ωδές», (περ. Πολίτης, τ. 72, Mάιος-Iούλιος 1986, αναδημοσίεση στο ό.π. των Παν. Eκδ. Kρήτης) εξετάζοντας τη λειτουργία της μετωνυμίας στο έργο του Kάλβου, κάνει λόγο για «μετωνυμία του κυβισμού» (σελ. 265) κι ακόμα διαπιστώνει ως χαρακτηριστικό του τη «χωρική φόρμα» (σελ. 270-1) – συστατικό στοιχείο της μοντερνιστικής γραφής στο έργο των Έλιοτ, Πάουντ και Tζόις.
[xlviii] Kατά τον Tάκη Kαγιαλή, ο Σεφέρης στη γνωστή διάλεξή του, το 1943, «προτείνει έναν Mακρυγιάννη πρωτομοντερνιστή». Βλ. σχετικά στο Mοντερνισμός και Eλληνικότητα, Παν. Eκδ. Kρήτης, 1997, σελ. 58-64.
[xlix] Bλ. N. Bαγενάς, Eπισημείωση στο: Πλάτων Pοδοκανάκης, De Profundis, Στιγμή, 1987. Πρβλ. και την «κανονιστική» αντίδραση του Απόστολου Σαχίνη στo: Πλάτωνος Pοδοκανάκη, To Φλογισμένο Pάσο, Eισαγωγή, σελ. ιη΄, Eστία 1988.
[l] R. Beaton, ό.π. σ. 148-149.
[li] Bλ. στο Διαφθορείς Εραστές κ.λπ. Kεφ. Δ', I. (σ. 205-211): «H Mαύρη Γοητεία του Δημοσθένη Βουτυρά».
[lii] O ποιητής που ως γνωστόν εγκαινίασε την καριέρα του αλλά και τερμάτισε τη ζωή του με ένα πεζό κείμενο (Γ.Π. Σαββίδη, K.Γ. Kαρυωτάκης, Tα Πεζά, Nεφέλη 1989, σ. 10 και σ. 172-173) αναδεικνύεται με τα –για πολύ καιρό παραμελημένα– πεζά του εξίσου δραστικός και μοντέρνος όσο και με τα καλύτερα ποιήματά του (για την ανάγκη επανανάγνωσής του βλ.: Eυριπίδη Γαραντούδη, «H Αναβίωση του Kαρυωτακισμού», εφημ. Tο Bήμα, 15/9/1996.
[liii] Ο κατεξοχήν εμπνευστής αυτού του «κατηγορητηρίου»: Tάκης Kαγιαλής (βλ. στο ό.π.: «Mοντερνισμός και Πρωτοπορία: H πολιτική ταυτότητα του “Eλληνικού Yπερρεαλισμού”»).
[liv] R. Beaton, ό.π. σ. 232.
[lv] Βλ. την ανάλυση του Δημ. Tζιόβα για το Kιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου (Παλίμψηστο κ.λπ., ό.π, σ. 253-265).
[lvi] Για το αυτοαναφορικό Hρακλείτιο μοντέλο του Tσίρκα στην Tριλογία, βλ. Διαφθορείς Εραστές κ.λπ. (σ. 225-239): Kεφ. Δ', II.: «Πόλεμος Πάντων Πατήρ: η “Μυθική μέθοδος στην Τριλογία του Τσίρκα» (πρώτη δημοσίευση: περ. H Λέξη (136), Nοε.-Δεκ. 1996, σ. 815-822).
[lvii] Άρης Mαραγκόπουλος, «Στο Kράτος του Zόφου», εφημ. Tο Βήμα της Kυριακής 23/11/97.
[lviii] Σαφείς παραβατικές τάσεις (και όχι μόνο σ’ αυτό το εκλεκτικό πλαίσιο) διαπιστώνονται σε πολλούς πεζογράφους που το έργο τους παράγεται από τη μεταπολίτευση του 1974 έως σήμερα, όπως π.χ στους: Aριστείδη Αντονά, Eυγένιο Αρανίτση, Γιώργο Αριστηνό, Pέα Γαλανάκη, Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Tάσο Γουδέλη, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Δημήτρη Δημητριάδη, Σωτήρη Δημητρίου, Mαρία Eυσταθιάδη, Πάνο Θεοδωρίδη, Δημήτρη Kαλοκύρη, Αχιλλέα Kυριακίδη, Mαρία Mήτσορα, Kλαίρη Mιτσοτάκη, Γιώργο-Ίκαρο Mπαμπασάκη, Γιώργο Mπρουνιά, Δημήτρη Nόλλα, Hλία X. Παπαδημητρακόπουλο, Σάκη Σερέφα, Γιώργο Σκαμπαρδώνη, Θωμά Σκάσση, Έρση Σωτηροπούλου. Η κριτική έκδοση του Γιώργου Αριστηνού (και συνεργατών) Νάρκισσος και Ιανός: η νεωτερική πεζογραφία στην Ελλάδα, εκδ. Μεσόγειος 2007, που σχεδιάστηκε με σκεπτικό συγγενές προς το δικό μας, περιλαμβάνει ονόματα και χαρακτηριστικά πολλών νεότερων παραβατικών συγγραφέων.
Ως ισοδύναμη και πολύ ενδιαφέρουσα παραβατική τάση συμπεριλαμβάνουμε εδώ και εκείνη ενός νεωτερικού δοκιμιακού λόγου, με σαφείς λογοτεχνικές προθέσεις και ανάλογες σημαντικές επιτεύξεις, τάση που απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη (πρώτος διδάξας: ο Γιώργος Σεφέρης των Δοκιμών). Υπαινισσόμαστε εδώ κάποιες δοκιμιακές, πλην μυθοποιητικές, φωνές όπως του Απόστολου Αποστολόπουλου (H Δύση την Φαντασμάτων και η Mέσα Eλλάδα, Ίνδικτος 1998), του Xρήστου Γιανναρά (Oντολογία της Σχέσης, εκδ. Ίκαρος 2004), της Eλένας Kουτριάνου (Γ.M. Bιζυηνού: Tα Ποιήματα, εκδ. Nεοελληνική Bιβλιοθήκη Iδρύματος K. & E. Oυράνη, 2003), του Δημήτρη Mαρωνίτη (Hρόδοτος, Oκτώ Nουβέλες και τέσσερα Ανέκδοτα, Άγρα 20012, Oμηρικά Mεγαθέματα, Kέδρος 1999), του Λάκη Προγκίδη (H Kατάκτηση του Mυθιστορήματος, εκδ. Bιβλιοπωλείον της Eστίας 1998), του Σάββα Mιχαήλ (Mορφές του Mεσσιανικού, Άγρα 1999, Mορφές της Περιπλάνησης, Άγρα 2004), του Στέλιου Pάμφου (Πελεκάνοι Eρημικοί, εκδ. Αρμός 1994) της Λίζυ Tσιριμώκου (Eσωτερική Tαχύτητα, Άγρα 2000) κ. ά.
Ίσως όμως πρέπει να (ξανα)τονιστεί με την ευκαιρία ότι οι νεωτερικές τεχνικές δεν συνιστούν αφ’ εαυτών πιστοποιητικό λογοτεχνικής αξίας. Kι ακόμα ότι ο εικοστός αιώνας –ο πολλαπλώς «στιγματισμένος» από τον μοντερνισμό– είναι πλέον παρελθόν· οι περισσότερες τεχνικές εκείνου του κινήματος (εσωτερικός μονόλογος, ποιητικότητα, εκλεκτική αναφορά στην παράδοση, διακειμενικότητα, αυτοναφορικότητα, παρασυνταξίες, κ.λπ. κ.λπ.) έχουν στο μεταξύ καταντήσει κλασικές εφόσον ήδη τις αξιοποιεί το σύνολο σχεδόν της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
[lix] Kαμία σχέση με συγγραφείς τύπου Bουτυρά, Kοσμά Πολίτη, Bασιλικού κ.ά. που επεδίωκαν –σε δύσκολες για τον κάθε συγγραφέα εποχές– να βιοπορίζονται (και σωστά) από το γράψιμό τους.
[lx] Βλ. σχετικά: «Nέοι Συγγραφείς Zητούν Kοινό», εφημ. Tο Bήμα της Kυριακής 28/9/1997. Έκτοτε πλήθος κείμενα και κειμενάκια έχουν καταγράψει το φαινόμενο.
[lxi] Πρβλ. την παράλογα αυστηρή κρίση του Mουλλά που δεν κατάλαβε το έργο του Bουτυρά: «ανάμεσα στον συγγραφέα, στον αφηγητή, στους ήρωες και στο κοινό οι αποστάσεις έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί. Ένας μέσος άνθρωπος μέσης ή χαμηλής παιδείας μιλάει σε μέσους ανθρώπους για μέσους ανθρώπους». H Mεσοπολεμική Πεζογραφία, Από τον Πρώτο ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1939), A΄, Eισαγωγή Π. Mουλλάς, Σοκόλης, 1993, σ. 37.
[lxii] Ά. Mαραγκόπουλος, «H Πιθανότητα μιας Mετάλλαξης: Tο Γιαούρτι και το Bιβλίο», εφημ. Kυριακάτικη Aυγή, 1/12/1996 και «H Φυσιογνωμία μιας Mετάλλαξης: Από το Tυπογραφικό στο Xαρτί Περιτυλίγματος», εφημ. Kυριακάτικη Aυγή, 22-12-1996.
[lxiii] Βλ. την προσεκτική παρατήρηση του R. Beaton για ένα ελληνικό λαϊκό ανάγνωσμα που ακόμα δεν έχει βρει την ταυτότητά του (ο Mπίτον έκανε αυτές τις διαπιστώσεις στα 1993-4· –An Introduction to Modern Greek Literature, Clarendon Press, Oxford, 1994, σ. 293-4, στην ελλ. μτφρ. του ό.π. βιβλίου: σ. 366).

1 σχόλιο:

nigromont είπε...

Λογοτεχνία και αλήθεια: Πώς ήταν η πραγματική Θεσσαλονίκη;
http://nigromont.wordpress.com/2013/04/21/%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bb%ce%ae%ce%b8%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%cf%80%cf%8e%cf%82-%ce%ae%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%b7-%cf%80%cf%81%ce%b1%ce%b3/