31.12.16

Δύο χέρια στην ίδια τσέπη



εικόνα: Mark Horst


γράφει ο Γιώργος Αδαμίδης


Ο Λευτέρης ήταν συμμαθητής μου στις τρεις τελευταίες τάξεις του εξατάξιου Γυμνασίου. Την τελευταία χρονιά ήμασταν μαζί και το πρωί, στο σχολείο, και το βράδυ, στο ιατρικό φροντιστήριο. Μοιραζόμασταν το ίδιο θρανίο και την ίδια τσέπη. Τον χειμώνα του 1972, που δεν είχα παλτό και το πανωφόρι μου ήταν ένα κοντό στρατιωτικό μπουφάν (το επάνω της στολής εξόδου), αφήνοντας σχεδόν ακάλυπτη τη μέση, έπαιρνε, όταν αργά το βράδυ βγαίναμε από το φροντιστήριο, έπαιρνε το χέρι μου και το έβαζε μαζί με το δικό του στην τσέπη του παλτού του. Η Χαρούλα και μια άλλη συμμαθήτριά μας, με τις οποίες πηγαίναμε μαζί μέχρι την Αριστοτέλους για τις συνοικίες μας, μας πείραζαν: «Άντε, οι ώρες οι καλές και καλούς απογόνους»! «Ναι», απαντούσε εκείνος. «Σκοπεύουμε να κάνουμε πολλά παιδιά.» Και έσφιγγε δυνατά το χέρι μου μέσα στη χούφτα του. Είχε αξιοθαύμαστη, για εκείνη την εποχή τουλάχιστον, άνεση στη συμπεριφορά του. Δεν ήταν ψηλός ― πάντως ήταν ψηλότερος από μένα, με μαύρα, ίσια μαλλιά (τα ζήλευα, τα δικά μου ήταν παιδιόθεν σπαστά και ατίθασα), καλοφτιαγμένο σώμα και ―κυρίως― το πιο ανοιχτόκαρδο και λαμπερό χαμόγελο που έχω δει. Έπαιζε καλό μπάσκετ. Τραγουδούσε με ωραία φωνή στις σχολικές εκδρομές με πούλμαν. Εκτός από το σχολείο και το φροντιστήριο, δεν είχαμε άλλες συναναστροφές. Δεν ήρθε ποτέ στο σπίτι μου (δεν τον κάλεσα, άλλωστε), δεν πήγα στο δικό του. Δεν ξέρω αν είχε αδέλφια. Τόσο εκείνος όσο και εγώ δεν καταφέραμε να μπούμε στην Ιατρική. Μετά την αποφοίτησή μας τον έχασα. Σε μια τυχαία συνάντησή μας στον δρόμο, πέντε χρόνια αργότερα, μου είπε πως είχε σπουδάσει κάτι... τεχνικό, δεν θυμάμαι πια, και πως δούλευε ως μηχανικός σε κάποια εταιρεία στην περιοχή της Σίνδου. Και μετά από άλλα δέκα χρόνια, σε ένα φεστιβάλ βιβλίου, στην παραλία, μου σύστησε τη γυναίκα του· είχε ένα από αυτά τα ονόματα που θεωρώ αντρικά (Σωτηρία, Σταματία, κάτι τέτοιο) και κάθε άλλο παρά ... θηλυκό πρόσωπο. Έκανα μελαγχολικές σκέψεις. Τον αναζήτησα προ ημερών στο Facebook. Ελάχιστοι με το δικό του ονοματεπώνυμο ― μόνο ένας θα μπορούσε... Αν είναι αυτός, ο χρόνος δεν του χαρίστηκε. Κάτω από μια φωτογραφία, ένας νεαρός με το ίδιο επίθετο σχολίασε «Είσαι ωραίος, ρε πατέρα». Είδα τις φωτογραφίες του γιου”· ωραίο παιδί, αλλά σε τίποτε δεν μου θύμισε τον “δικό μου” Λευτέρη. Χτες τη νύχτα ήμασταν πάλι νέοι ― όχι 20άρηδες αλλά πάντως νέοι. Βρισκόμασταν, άγνωστο πώς και γιατί, στη Βέροια, στο αυτοκίνητό του, καθ’ οδόν προς τη Θεσσαλονίκη· μόλις είχαμε βγει από την πόλη. Του είπα πως στο σπίτι είχε έρθει η μητέρα μου, γιατί δεν αισθανόταν πολύ καλά και δεν ήθελε να είναι μόνη. Του πρότεινα να με αφήσει κάπου απ’ όπου θα μπορούσα να πάρω ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ προς Θεσσαλονίκη, να μη μου κάνει τον ταξιτζή. Δεν έφερε αντίρρηση, ούτε πρότεινε κάτι άλλο. «Κρίμα», είπε μόνο. (Ποτέ δεν μιλούσε πολύ ― ήταν κι αυτό κάτι που θαύμαζα.) «Θα περνούσαμε τη νύχτα μαζί.» Μάλλον έφταιγαν τα κεφτεδάκια που έφαγα αργά, πολύ αργά, το βράδυ.

Ο Γιώργος Αδαμίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται ως διορθωτής κειμένων. Το 1995 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου το βιβλίο του Βολή εγγύς φιλίων τμημάτων: Μικρά πεζά.

Και νέον έτος αριθμεί την του Χριστού περιτομήν...

Αυτά είναι τα κάλαντα που έλεγα παιδί κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς:

Και νέον έτος αριθμεί

την του Χριστού περιτομήν

και η μνήμη του Αγίου
Ιεράρχου Βασιλείου.

Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μας προσκαλεί
την κακίαν ν' αρνηθώμεν
μ' αρετάς να στολισθώμεν.

Να ζώμεν βίον τέλειον
κατά το Ευαγγέλιον
με αγάπη με ειρήνη
και με τη δικαιοσύνη.




Χρόνια πολλά και ευτυχή

με καθαρά κι αγνή ψυχή
με χαρά και με υγεία
και με θεία ευλογία.



Μου τα είχε διδάξει η μητέρα μου και έκανα με αυτά μεγάλες επιτυχίες αλλά και... εισπράξεις (δεκάρες, εικοσάρες, μισαδάκια, καμιά φορά και ολόκληρες δραχμές ή και δίφραγκα), γιατί ήμουν το μόνο παιδί στη γειτονιά που έλεγε αυτά τα κάλαντα ― νομίζω πως η λέξη περιτομή ήταν αυτή που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση: περιτομή μέσα σε κάλαντα!

Χάρη στην... περιτομή του Χριστού λοιπόν, το υφασμάτινο πορτοφόλι (κάτι σαν πουγκί) που μου είχε ράψει η μοδίστρα μητέρα μου) γέμιζε γρήγορα μέχρι νωρίς το μεσημέρι, οπότε και γύριζα πανευτυχής στο σπίτι και ικανοποιημένος που χάρη στις εισπράξεις μου από τα κάλαντα θα εξασφάλιζα την οικονομική μου αυτάρκεια για ένα μικρό διάστημα  ― η λέξη χαρτζιλίκι ήταν άγνωστη στα παιδικά μου χρόνια, μόνο η Χατζήνα, η κουνιάδα της γιαγιάς Αντιγόνης, μου έβαζε στο χέρι ένα κέρμα κάθε φορά που πηγαίναμε με τους γονείς μου να τη δούμε, επιβραβεύοντάς με έτσι για το γεγονός ότι κάθε Κυριακή πήγαινα στο ιερό του Αγίου Ελευθερίου και ντυνόμουν παπαδάκι, για να σηκώσω στη θεία λειτουργία ένα εξαπτέρυγο ή ―αν είχα καταφέρει να ξυπνήσω αρκετά νωρίς― και τον σταυρό!

Μια χρονιά δοκίμασα να πω τα συνηθισμένα κάλαντα που έλεγαν τα άλλα παιδιά: Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία... Τζίφος. Όλοι και όλες στη γειτονιά ήθελαν «τα άλλα, τα διαφορετικά κάλαντα που ξέρεις, Γιωργάκη...»

Λένε (λέγανε) στην οικογένεια ότι μικρός ήμουν αυτό που λένε «καλό παιδί και ήσυχο». Εξ ου και η μεγάλη τους έκπληξη όταν ένα μεσημέρι, παίζοντας "μπίκο" (με ένα άδειο κουτί κονσέρβας) αστόχησα και το έστειλα στο κεφάλι της Ελενίτσας Μυσιρλοπούλου, που χρειάστηκε να την πάνε στο νοσοκομείο για μερικά ράμματα!

«Μικρός ήσουνα καλός, όχι το τέρας που είσαι τώρα» μου έλεγε πότε πότε η μάνα μου. (Άσχετο αλλά ενδιαφέρον, ίσως, ως οικογενειακό ανέκδοτο: Το 1978 ή 1979, ως νεαρός δημοσιογράφος, είχα πάρει μια συνέντευξη από τον Ντίνο Ηλιόπουλο, που βρισκόταν για κάποιες παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη. Την άλλη μέρα, ο Ηλιόπουλος, που ήθελε κάτι να προστεθεί στη συνέντευξη (ή να αφαιρεθεί, δεν θυμάμαι πια), τηλεφώνησε αργά το μεσημέρι στο σπίτι, ενώ κοιμόμουν. Η μητέρα μου είπε στον Ηλιόπουλο ―που της είχε συστηθεί κανονικά― ότι δεν μπορεί να με ξυπνήσει, γιατί θα βρει τον μπελά της! Στην παρατήρηση του Ηλιόπουλου «μα τι μπελά να βρείτε, ο Γιώργος είναι τόσο καλό παιδί», η μητέρα μου απάντησε: Καλό παιδί; Εγώ να σας πω για την... καλοσύνη του!»

Άντε, καλή Πρωτοχρονιά και καλύτερη χρονιά!

30.12.16

Παραμονή Πρωτοχρονιάς



γράφει ο Τέλλος Φίλης

Ούτε κι εγώ κατάλαβα
πώς έγινε...
Απόψε έμεινα μόνος ώρα πολλή
και σκέφτηκα
Πέρασαν λέξεις για επίσκεψη
και μετά κάποιες κινήσεις
αργότερα ―όταν το κέφι ανέβηκε―
πέρασαν τα σώματα
δυο-τρεις εντάσεις
κάνανε τα σχετικά
να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα
πάρτι κανονικό
Παράξενο
περάσανε και σώματα
αδρά διαγράφονταν οι σιλουέτες
...πρόσωπα όχι
δεν πέρασε κανένα
―η μνήμη η άτιμη
όταν θέλει επιδέξια
πώς καταφέρνει
επιλεκτικά
και διαγράφει
τραύματα―
Πιο πολύ οι λέξεις
λοιπόν κυκλοφορούν
στην ατομική μου δεξίωση
βράδυ παραμονής
μες  στη μοναχική μου ατμόσφαιρα
Και δώσ’ του να μου θυμίζουν
υποσχέσεις
και προτροπές
και νέα ξεκινήματα.
Κάποιους θαμμένους οριστικά στόχους
να μου θυμίζουν
να θυμίζουν
θυμίζουν
―ή έτσι να νομίζουν―
Όχι, μωρέ, δεν έκλαψα
περασμένα ξεχασμένα
απλά
οξυγονοκόλλησα το χθες με το παρόν
―ξέρετε εσείς― με τούτο το μπλε οξυγόνο
που τελευταία ενέσκυψε στην πόλη
Ανεπιτυχώς
Ύπνος να μη με πιάσει
Ούτε το μάτι το κακό
Τις κάθισα απέναντι μου
τις περιποιήθηκα
και μετά τις ξεπροβόδισα
από το παράθυρο
που βλέπει στον ακάλυπτο
να φύγουν

Στον ουρανό ετούτης της παραμονής, να πετάξουν
μέσα στην υγρή νύχτα
αλλού να πάνε
να προλάβουν κι άλλους
να αναστατώσουν
Γιατί πιο πολύ και από τα πρόσωπα
Κι από τα σώματα
Κι απ’ τις κινήσεις
Οι ανέστιες λέξεις
είναι που πληγώνουν πιο πολύ
οι λέξεις
που δεν ξέρεις ούτε τη διεύθυνσή τους
να πας να ζητήσεις εξηγήσεις
μήπως τελικά
και κοιμηθείς
ψιθυρίζοντας "καλή χρονιά"

Τέλλος Φίλης

24.12.16

Στάση Μπράλος

του Διονύση Μαρίνου

πηγή: Facebook


της λένε έλα για τις γιορτές μην κάθεσαι μόνη σου, να σε δούνε τα παιδιά, γιαγιά τους είσαι, ο παππούς έγινε σκόνη πέρυσι, του έπηξε ο εγκέφαλος στο χωράφι τσαπίζοντας, θα σε πάρουμε από το σταθμό εμείς, φόρα και κάτι καλό, γιορτές είναι, η Αθήνα έχει φωτιστεί, όχι όπως παλιά, αλλά δεν είναι χωριό, δεν θέλει, τους λέει καλά είμαι, βλέπω τηλεόραση τα βράδια, κοιτάζω το νερό που φουσκώνει στο μπρίκι, ανένδοτοι, θα έρθεις, βάζει μια νυχτικιά και δύο ζευγάρια κάλτσες στη βαλίτσα, Καλαμπάκα-Αθήνα, κοντά πέντε ώρες, θα πλέκω, λέει, στο τρένο, θα ξεχαστώ που δεν έχω κάτι καλό να φορέσω, να μην μπορώ να κάνω δώρα στα παιδιά, τα χέρια της πλέκουν τα χέρια της, οι διπλανοί την κοιτάζουν που κατεβαίνει στον Μπράλο, τους είχε πει Αθήνα, ξέχασε και τη βαλίτσα της στο δίχτυ, να ρίχνει βροχή καρφί, αργούμε για Αθήνα της φωνάζουν, κι εκείνη μπαίνει σε ένα καφενείο, τίγκα ως απάνω ο καπνός, κάθεται σε ένα ακριανό τραπέζι, σκεπάζεται με το φθαρμένο παλτό της, θα την περιμένουν σκέφτεται, να τους ειδοποιήσω, αλλά το ξεχνάει, όταν της φέρνει τον καφέ ο άνδρας της λέει θες κάτι άλλο, χρόνια πολλά του λέει, χρόνια πολλά κυρά μου καλά Χριστούγεννα, έξω από το παράθυρο βουή, να μην τελειώνει η βροχή, το τρένο να φεύγει, όλα να φεύγουν δίχως νόημα και να μην ξέρει πότε θα έρθει το επόμενο τρένο κι αν πρέπει να πάει στο χωριό ή την πόλη

23.12.16

Προς τα πού έφυγε ο Κάτος



του Γιάννη Κοτσιφού

πηγή: http://amagi.gr

ΚΑΡΤΑ ΕΠΙΒΙΒΑΣΗΣ.—Κάθε χρόνο, στο προοίμιο ας πούμε του καλοκαιριού (συνεπώς, γιατί και τώρα;), θυμάμαι μιαν απειλητικά ζεστή βραδιά στα τραπεζάκια του Ντε Φάκτο, στην Παύλου Μελά, με τον Γιώργο Κάτο και την τακτική τότε παρέα αποδεκατισμένη, ενόψει εξεταστικής περιόδου, όμως εμείς ήμασταν έξω, πέντε ή έξι, και εκτεινόταν εκείνο το βράδυ ριψοκίνδυνα, γιατί, αν και κανείς πλην του Κάτου δεν έπινε (κανείς, κανείς μας δεν έπινε στην πράξη τότε, ήταν περίπου αχρείαστο άλλωστε, όλη μέρα τριγυρνούσαμε σαν μεθυσμένοι από αδημονία να ξετυλίξουμε ένα ακόμα ρολό φωτοσύνθεσης και να διαβάσουμε τα στοιχειοθετημένα ποιήματα σε κάποιον, σε κάποια), είχαμε όλοι παρασυρθεί σε μια βακχεία ατελέσφορη χάρη στις διηγήσεις του, που άλλοτε φωναχτά κι άλλοτε ψιθυριστά διέτρεχαν διαδοχικά πεδία λαγνείας απερίφραστης και λογοτεχνικής μικροϊστορίας, ολοένα πιο ασυγκράτητα, τόσο που πια κανείς μας δεν μπορούσε να διακρίνει πόσο θ’ άντεχε ο καθένας μας δίχως να παρεκτραπεί, ώσπου είπε έξαφνα ήρεμα, πολύ ήρεμα, ο Κάτος: «Δρόσισε…» και σηκώθηκε με μια ελαφράδα ολωσδιόλου απροσδόκητη, μαζί του, πίσω του, κι εμείς, λυτρωμένοι, κι έφτασα στο σπίτι μου ίσα-ίσα τρεις ώρες πριν από την καθορισμένη πρωινή εξέταση για τον Ρομαντισμό και την Αθηναϊκή Σχολή, και όταν κατόπιν κάθισα, την τελευταία στιγμή, στο έδρανο, μ’ έπιασε ζάλη ακατάσχετη, σκοτάδι κάλυψε τα μάτια μου κι εντός του εναλλάσσονταν με αβάσταχτες λάμψεις εικόνες από τα ανατριχιασμένα μπράτσα της Σ. Π., όταν ακούστηκε εκείνο το «Δρόσισε», και από τα πυρετικά μάτια του Γ. Δ., και τις μηχανικές κινήσεις της Τ. Κ. πριν απ’ το γέλιο, σαν να ήθελε να το καλύψει με το χέρι κι ύστερα μετάνιωνε, και ατέλειωτα μέτρα από διορθωμένα δοκίμια, και κράτησε όλο αυτό δέκα λεπτά τουλάχιστον, κι ύστερα, όπως γλιστράς απ’ τη σωστή πλευρά μιας σκάλας, εκεί όπου κάτι έχει για να κρατηθείς, κοίταξα τις φωτοτυπημένες σελίδες και απάντησα συνοπτικά στις ερωτήσεις, δίχως τις παρεκβάσεις και τις παρενθέσεις που από τότε συνήθιζα, βγήκα από το αμφιθέατρο με βήμα αβέβαιο και πήρε η μέρα τον έλεγχο. Περνώντας σήμερα (όπως σχεδόν κάθε μέρα) μπροστά από το Ντε Φάκτο, είχα ήδη ανακαλέσει την ιστορία αυτή, μα συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι στη νοερή αναπαραγωγή της σκηνής, σταθερά, το πεζοδρόμιο της Παύλου Μελά είναι κατά πολύ φαρδύτερο και ο προσανατολισμός της ανάποδος, σαν να αναπαρίστανται όλ’ αυτά σε κάποιο κάτοπτρο, κι έτσι δεν ξέρω προς τα πού ακριβώς έφυγε ο Κάτος.

Γιορτές



Ήξερα πως ήταν ζήτημα χρόνου
έρχεται πάντα λίγο πριν από τις γιορτές
την ώρα που σκύβω να κλειδώσω το κεπέγκι
τη στιγμή που σιγουρεύομαι πως τα έχω πάρει όλα μαζί μου
ρολόι, βιβλίο, κλειδιά και κινητό
έρχεται απροειδοποίητα
― κι αν δεν έχω αποφύγει να κοιτάξω λαμπιόνια απ΄το πρωί -
― κι αν αρνιέμαι να ακούσω χριστουγεννιάτικα, εγώ ο από χρόνια άθεος
― κι αν κάνω πως δεν ακούω στην ερώτηση «εσύ που θα ρεβεγιονάρεις;»
―κι αν ορκίζομαι στον εαυτό μου ότι αυτή τη φορά δε θα "πέσω"
έρχεται σαν ευαγγελισμός χωρίς το κρίνο στο χέρι
και κάθεται μέσα στον θάλαμο του μυαλού μου σαν ήπιο εγκεφαλικό
μια φράση του Γιώργου Ιωάννου απ' την Καταπακτή

«Εμείς είμαστε για τις καθημερινές,
για τις αργίες, τις γιορτές και τις χαρές είναι οι άλλοι»
κι όποιος κατάλαβε κατάλαβε


* όποιος το βρήκε ένα ακόμη ασυνάρτητο δημόσιο παραλήρημα
είναι απ' τους "άλλους"
παρακαλώ να το αγνοήσει δεν απευθύνεται σ' αυτόν

22.12.16

Γιορτινό τραπέζι



του Διονύση Μαρίνου

πηγή: Facebook

Ναι, οι γιορτές. Τα φωτάκια του δέντρου είναι χαλασμένα από πέρυσι. Πάντα κάτι θα καίει ο χρόνος αναμονής. Μου λένε τα κάλαντα· δεν ακούω. Θα φτιάξουμε και κρέας με σάλτσα. Θα πιούμε κόκκινο κρασί, θα μου χυθεί μια σταγόνα στο τραπεζομάντηλο, θα με κοιτάζουν όλοι σαν τον παραγιό που ξέμεινε. Δίνω τρία ευρώ και κάτι άλλα ψιλά στα παιδιά για τα κάλαντα. Πότε τελείωσαν; Με κοιτάζουν απορημένα. Καθώς φεύγουν, είμαι έτοιμος να τους ζητήσω να τα ξαναπούν. Φόρεσα πουκάμισο και σακάκι με τριμμένους αγκώνες. Παλεύω να κρύψω τα χέρια μου να μη φαίνονται. Πώς ξεχνάει κανείς τα χέρια του; Τρία λαμπάκια κάηκαν σήμερα. Το δέντρο δείχνει ξεδοντιασμένο. Από λεπτό σε λεπτό περιμένω να ακούσω να φωνάζουν «πέφτει». Αγοράσαμε και δώρα. Κάποια θα μείνουν άθικτα. Κανείς δεν θα ενδιαφερθεί να τα ανοίξει. Την επόμενη χρονιά θα βρούμε κάρτες που θα γράφουν «ευτυχές το 2017» και θα γελάμε με την ευτυχία που μας χτύπησε. Τους έχω πει ότι δεν τρώω κρέας που κολυμπάει σε σάλτσα. Φοβάμαι ότι θα πνιγώ. Ο γιατρός μου λέει «να μασάς καλά». Δεν μου έδωσε όμως οδηγίες για το πώς θα καταπίνω. Φόρεσα και παντελόνι με τσάκιση. Δείχνω σαν τον πατέρα μου όταν πήρε σύνταξη. Όλα του φαίνονταν καινούργια μέσα στη ναφθαλίνη τους. Χαιρετάω όποιον περνάει από μπροστά μου: συγγενείς, αγνώστους, φίλους. Γελούν όπως κλαίνε· με τη γεύση του μισού. Η μάνα μου με σκουντάει, «τι μούτρα είναι αυτά;». Δεν πρόσεξε πως φόρεσα και καινούργια παπούτσια. Λέω στον γιατρό: «Να σας δώσω κι εγώ μια συμβουλή; Να φοράτε πάντα μαλακά παπούτσια όταν περπατάτε τη ζωή». Μου έγραψε καινούρια φάρμακα. Πρωί και βράδυ πριν από το φαγητό. Δεν ήξερε ότι θα έχουμε κρέας με σάλτσα που δεν τρώω. Θα βάλω τα χαπάκια στο δέντρο αντί για φώτα. Τα χέρια πώς τα κρύβουν;

Ο Διονύσης Μαρίνος 
γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. 
Είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας 
και κριτικός λογοτεχνίας. 
Το τελευταίο του μυθιστόρημα 
Ουρανός κάτω
κυκλοφόρησε το 2014 
από τις εκδόσεις Πάπυρος.

21.12.16

Αντιπαροχή



γράφει η Γλυκερία Μπασδέκη

Περνάω μέρα παραμέρα απ’ την αντιπαροχή γιατί δεν έχω τίποτε χειρότερο να κάνω κι ούτε σ’ έχω ξεπεράσει ακόμα, για να ασχοληθώ με κάτι πέρα απ’ τα ερωτικά μου. Έχει ανοίξει ένα κινέζικο, αλλά η Τσιντσαντσόνγκ που το τρέχει σερβίρει και καφέδες από το πρωί κι έχω κάλυψη να σε κοιτάζω. Χάλι μαύρο η αντιπαροχή, δυο-τρία φαίνεται να πουλήθηκαν κι ούτε τα μισά σε νοίκι. Υπάρχει, ας πούμε, κάτι σαν Θεός της αγάπης που φροντίζει τις χήρες και τα ορφανά κι αυτές που έστειλες να το ρίξουν στον μαμόγιατρο γιατί δεν ήσουν έτοιμος για τέτοια. Αλλά εγώ δεν ξέχασα γιατί μου παίρνει εκατό χρόνια να βγω από κάθε  δεκαετία, άρα θέλω άλλα εκατονεβδομηνταδύο χρονάκια στο περίπου για να πω συγχωρεμένος, άντε στην ευχή της Παναγίας.

Κουδούνια δεν χτυπάω, τέτοια έκανα παλιά, τώρα ωρίμασα. Ούτε στέλνω  τους πυρόμπατσους γιατί πήρε φωτιά μια καρδιά στο ρετιρέ. Μόνο πίνω τον καφέ στης  Ζιγκζαγκ και σε σκέφτομαι  με τα ένφια και τα φοροδιαβολικά και τη μις σύζυγο να σου ζαλίζει την αναρχία.

Η Τσουλί που τρέχει το κινέζικο με κερνάει καμιά φορά τον καφέ. «Καλό κοπέλα  εσύ», μου λέει, «ήσυχο κοπέλα, συμπαθώ εσένα».

Δεν της λέω τίποτα. Χαμογελάω μόνο ντροπαλά. Στα δόντια μου που δεν φαίνονται πυρπολείται η Σαγκάη κι όλες οι πάπιες Πεκίνου.



19.12.16

Κρατικά βραβεία λογοτεχνίας 2015


Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος


Από το Τμήμα Γραμμάτων, Βιβλίου & Ψηφιακού Περιεχομένου της Διεύθυνσης Εφαρμογής Πολιτιστικής Πολιτικής της Γενικής Διεύθυνσης Σύγχρονου Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ανακοινώθηκαν τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας 2015, που αφορούν εκδόσεις έτους 2014, στα οποία κατέληξε η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας από τον «βραχύ κατάλογο» των υποψήφιων προς βράβευση έργων.

Παράλληλα, δόθηκε στη δημοσιότητα το σκεπτικό βράβευσης της αρμόδιας Επιτροπής για κάθε κατηγορία βραβείου.

Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων
Απονεμήθηκε ομόφωνα στον  Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο για το σύνολο του έργου του.
Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος
Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στον Χρήστο Χωμενίδη για το έργο του με τίτλο «Νίκη», εκδόσεις Πατάκη.
Κρατικό Βραβείο Διηγήματος - Νουβέλας
Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στον Ανδρέα Μήτσου για το έργο του με τίτλο «Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια», εκδόσεις Καστανιώτη.
Κρατικό Βραβείο Ποίησης
Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στην  Ζέφη Δαράκη για το έργο της με τίτλο «Η σπηλιά με τα βεγγαλικά», εκδόσεις Νεφέλη.
Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου - Κριτικής

Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στην Κατερίνα Σχινά για το έργο της με τίτλο «Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού», εκδόσεις  Κίχλη.
Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας - Βιογραφίας - Χρονικού - Ταξιδιωτικής
Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στον Νίκο Μπακουνάκη για το έργο του με τίτλο «Δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ. Η αφήγηση στις ελληνικές εφημερίδες, 19ος - 20ος αιώνας», εκδόσεις Πόλις.


Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα
Απονεμήθηκε εξ ημισείας στον Χρίστο Κυθρεώτη για το έργο του με τίτλο «Μια Χαρά», εκδόσεις Πατάκη και στην Μαρία Φίλη για το έργο της με τίτλο «Το πιο Παράξενο Απόκτημα των Εντόμων», εκδόσεις Μελάνι.
Κρατικό Ειδικό Βραβείο σε Λογοτέχνη του οποίου το βιβλίο προάγει σημαντικά το διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα

Απονεμήθηκε ομόφωνα στην Ρίκα Μπενβενίστε για το έργο της με τίτλο  «Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, εκτόπιση, επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940», εκδόσεις Πόλις.
Διακρίσεις



Η Επιτροπή εισηγείται την απονομή τιμητικής διάκρισης στα λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Ευθύνη» και «Φρέαρ» για τη συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας.

Κριτική Επιτροπή για τα ετήσια Βραβεία Λογοτεχνίας και το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, το Ειδικό Θεματικό Βραβείο και τα Βραβεία Δοκιμίου – Μαρτυρίας

1. Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, Πρόεδρος.
2. Γιώργος − Ιωάννης Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας
της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος.
3. Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της
Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος ΔΕΠ
4. Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών, Μέλος ΔΕΠ
5. Μαρία Σκιαδαρέση, Συγγραφέας, Μέλος.
6. Ευαγγελία (Λίνα) Πανταλέων, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος
7. Ελένη (Λίλυ) Εξαρχοπούλου, Συγγραφέας, Μέλος
8. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος
9. Ειρήνη (Νένα) Κοκκινάκη, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος