14.4.14

Πέτρου Μπιρμπίλη, Η μέρα που χάθηκε μέσα σε μια άλλη

Πέτρος Μπιρμπίλης

Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ

Αθήνα, Bibliotheque 2013, 145 σελ.















του Κωνσταντίνου Μπούρα

πηγή: www.diavasame.gr

Ο Πέτρος Μπιρμπίλης είναι ένα φαινόμενο. Πληθωρικός αλλά και ολιγογράφος, εξελίσσεται υποδόρια σαν τσαλαπετεινός του ερέβους που λάμπει με τη διακριτικότητα της πυγολαμπίδας. Φαίνεται ότι η Ζωή είναι γι’ αυτόν το ζητούμενο και η Τέχνη ένα πάρεργο, μια παράπλευρη απώλεια του Θανάτου ή –για την ακρίβεια– του Έρωτα, που κραταιότερος Θανάτου εστί.

Στίχοι δυνατοί, αμφίστομοι, ακονισμένοι να φτάνουν κατευθείαν στην πληγή και να την ανοίγουν στο φως. Ποιητική διαθήκη με απόηχους Πολυδούρη. Αισιόδοξη μεταφυσική, υγιής νεοπλατωνισμός, αλγολάγνα σιωπή, μέτρο στην απελπισία, άμετρη ηδονή, βεγγαλικά του πόθου που εκρήγνυται εκκωφαντικώς στο χαρτί. Αληθινή ποίηση. Αληθινότατη. Σεμνή, λακωνική, ταπεινή. Με λιτά εκφραστικά μέσα ο ποιητής καταφεύγει στο ουσιώδες. Δεν τον ενδιαφέρουν τα φκιασίδια και τα καλολογικά στοιχεία. Δεν ποζάρει για την αιωνιότητα στο οστεοφυλάκιο των ηλιθίων, των ματαιοκαμάτων (δική μου η λέξη). Όχι, ο Πέτρος Μπιρμπίλης δεν διεκδικεί τα πρωτεία και, φυσικά, ούτε το αλάθητο. Είναι ανθρώπινος μέχρι τέλους, νουνεχής εκ των υστέρων, παράτολμος εσαεί, απελπισμένος αλλά εναργής, παθητικά απόμακρος αλλά ενεργός… Ανασασμός ψυχής, αναθυμιάσεις Κάτω Κόσμου. Κι όλα αυτά σε ένα μπαρόκ σκηνικό γήινων ηδονών κι απελπισμένων απολαύσεων που οδηγούν στη μοναξιά. Τα κάτω τσάκρα ζεστά, η κεφαλή κρύα. Επικέντρωση της ζωτικής ενέργειας στην ανίχνευση της ηδονής. Μεταφυσικός πυρετός, υπαρξιακό άχθος.

Όμως, η πορεία προς το Φως αναπόδραστη. Η γαλήνη, το ζητούμενο μετά την τρικυμία. Οι ψυχές βυθίζονται στη φωταύγεια της Σιγής κι έπειτα ξαναγεννιούνται καθαρές ως έμβρυα.

Ποιητική της υπαρξιακής δίψας για Απελευθέρωση, ανάταση πνεύματος για εκεί που δεν υπάρχει Πόνος και το Πάθος μια φωτιά που έχει σβήσει, σιγοκαίει ακόμα όμως μέσα στις στάχτες της.

Η Μαρία Πολυδούρη, ο Ρώμος Φιλύρας, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Κώστας Καρυωτάκης, η Σαπφώ και ο Ίβυκος είναι οι συγγενείς του ποιητή Πέτρου Μπιρμπίλη. Κι αυτούς βιάζεται να ξανασυναντήσει στο διηνεκές. Όσο για την ποίηση, ένα ατύχημα… Ας ζούσαμε καλά κι ας μας έλειπε, ας απολαμβάναμε τον έρωτα κι ας μην χρειαζόμαστε να θρηνούμε απώλειες… μοιάζει σα να λέει κάτω από τους αστραφτερούς, κοφτερούς και καίριους στίχους του.

Ένα βιβλίο έκπληξη μετά τον «Ξυπόλητο» και το «Έχω μόνο εσένα». Θα δούμε πού θα τον βγάλει η τόση ποιητική του παραφορά. Αναμένομεν. Ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα ίσως. Νωπογραφία μιας ζωής, φιλοτεχνημένη με αίμα, ιδρώτα…




Ο Πέτρος Μπιρμπίλης


12.4.14

Γιαν Χένρικ Σβαν: Πώς άρχισα να γράφω «Τα μηχανάκια του Μανόλη»



Ο Γιαν Χένρικ Σβαν αφηγείται πώς άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα «Τα μηχανάκια του Μανόλη» (Εκδόσεις Εντευκτηρίου).
Η ηθοποιός Μαριέττα Σγουρδαίου διαβάζει ένα απόσπασμα από το βιβλίο.

Λήψη από την παρουσίαση του μυθιστορήματος στο βιβλιοπωλείο «Πλειάδες» (Σπ. Μερκούρη 62, Παγκράτι) την Παρασκευή 11 Απριλίου 2014.

Προλόγισε ο διευθυντής του «Εντευκτηρίου» Γιώργος Κορδομενίδης.
Μίλησαν για το βιβλίο η μεταφράστριά του Μαρία Φραγκούλη, ο πεζογράφος Νίκος Αδάμ Βουδούρης και ο συγγραφέας.

Δείτε το βίντεο κάτω.




11.4.14

Η «Αυγή» για «Τα μηχανάκια του Μανόλη» και τον Γιαν Χένρικ Σβαν


Πόλεις εγκλείστων


της Μαρίας Κατσουνάκη

πηγή: http://www.kathimerini.gr


«Πρέπει να βρεθεί μία λύση για όλους αυτούς τους ανθρώπους που περνούν τα θαλάσσια σύνορα μέσα σε βάρκες. Αυτά που είδαμε και ζήσαμε, δεν θέλουμε να τα ζήσει άλλος άνθρωπος». Η ιστορία της 23χρονης Νασρίν από τη Συρία δεν είναι ούτε μοναδική ούτε πρωτότυπη. Δυστυχώς. Εκατοντάδες χιλιάδες όσοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις χώρες τους, εκδιωγμένοι από πολέμους, ανέχεια, πολιτικά καθεστώτα.

Οι μετανάστες έχουν πάψει εδώ και πολύ καιρό να θεωρούνται κατ’ εξαίρεση συνθήκη, να συγκινούν με τις ιστορίες τους. Eχουμε παρακολουθήσει δεκάδες ντοκιμαντέρ και θεατρικές παραστάσεις με σχετικά θέματα, ρεπορτάζ στην τηλεόραση ή στις εφημερίδες. Μόνο όταν το «ταξίδι» τους έχει τραγική απόληξη, ο θόρυβος αναζωπυρώνεται· για λίγο και αυτό.


Η συνέντευξη Τύπου που έδωσαν την περασμένη εβδομάδα Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα για να μιλήσουν για τις ελεεινές συνθήκες στα κέντρα κράτησης μεταναστών, ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην καρδιά του σκότους. Συνοπτικά: συνωστισμός, ανεπαρκής θέρμανση, έλλειψη ζεστού νερού και πρόσβασης σε εξωτερικό χώρο, ανεπαρκής αερισμός και ελλιπής διατροφή σχετίζονται με την εμφάνιση και μετάδοση παθήσεων του αναπνευστικού και γαστρεντερικού συστήματος και δερματικές παθήσεις. Επιπλέον, η παρατεταμένη κράτηση των 18 μηνών είναι ιδιαίτερα επιζήμια για την ψυχική υγεία των μεταναστών και των προσφύγων: παρατηρούνται σε πολλούς συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης και ψυχοσωματικές εκδηλώσεις ενώ δεν είναι ασυνήθιστο απεγνωσμένοι μετανάστες να προχωρούν σε απεργία πείνας,αυτοτραυματισμούς, ακόμα και προσπάθειες για αυτοκτονία.

Αυτές οι πόλεις πίσω από συρματοπλέγματα, με ανθρώπους που πιστεύουν ότι «στη φυλακή είναι καλύτερα» ή ότι «είναι στάβλοι για ζώα» και όχι κέντρα κράτησης, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (πριν από την άφιξη των Γιατρών Χωρίς Σύνορα), εκφράζουν την αμηχανία των σημερινών ανεπτυγμένων κρατών μπροστά σε ένα φαινόμενο που διαρκώς οξύνεται, μετατρέποντας νοικοκυραίους σε παρίες από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι εμφύλιες συγκρούσεις και οι πολιτικές ανατροπές έχουν αυξήσει τα τελευταία χρόνια τον αριθμό των προσφύγων, τον φόβο των κοινωνιών, το αδιέξοδο των όποιων μέτρων, τα οποία ούτως ή άλλως ορίζονται από καταναγκασμούς και όχι από ψύχραιμες αποτιμήσεις.

Ο φαύλος κύκλος έχει ανοίξει: η εικόνα που σχηματίζουν οι μετανάστες για τη χώρα στην οποία εγκλωβίζονται διαμορφώνει σε ένα βαθμό και την εικόνα της κοινωνίας για τον εαυτό της· από την άλλη, οι ίδιοι οι μετανάστες εσωτερικεύουν την άρνηση (απόρριψη) που εισπράττουν από τη χώρα «υποδοχής». Θεωρώντας ότι δεν χρωστούν τίποτα στην κοινωνία, της οποίας νιώθουν απόβλητοι, όχι μόνο δεν ενσωματώνονται αλλά αναπτύσσουν και επιθετική συμπεριφορά.

Ο,τι αποτελούσε ανάμειξη πολιτισμών τις περασμένες δεκαετίες, έχει μεταβληθεί σε ορατό πρόβλημα και βάρος. Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό· είναι διεθνές.




Οι ακραίες πολιτικές συμβάλλουν στο να γίνει ακόμα πιο επικίνδυνος ο κόσμος. Η περιχαράκωση του προβλήματος δεν βοηθάει στη λύση του, η παρατεταμένη κράτηση των 18 μηνών αποδεικνύεται στην πράξη ότι δημιουργεί κατάλληλες συνθήκες για την επώαση, κυρίως, δεινών. Τι σημαίνει για την Ευρώπη η δημιουργία πόλεων για εγκλείστους; Πόλεων, σχήμα λόγου. Κελιά, ανήλιαγοι διάδρομοι, χωματερές, απουσία αξιοπρέπειας και ελπίδας. Ανθρωποι φυλακισμένοι όχι για κάποια πράξη ή παράλειψη, αλλά γιατί τα κράτη στα οποία καταφεύγουν αδυνατούν να βρουν λύσεις γι’ αυτούς. Aνθρωποι φορτωμένοι με μια ενοχή που δεν τους ανήκει. Σαν μια διά βίου αποσκευή βαριά, ξένη, ακατανόητη.

10.4.14

Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103

του Λάμπρου Σκουζάκη

πηγή: http://pandoxeio.com


Ήταν τόσο θαυμάσιο να γεύεται την ουσία της ζωής μ' όλη του την ύπαρξη, αρχίζοντας από τα πιο απλά της σημεία: από ένα βλέμμα, από μια κίνηση, από έναν ήχο! Τίποτε δεν ήταν περιφρονήσιμο. Είχε την ικανότητα να ανακαλύπτει κόσμους ολόκληρους εκεί που οι άλλοι περνούσαν ανυποψίαστοι, με την ιδέα της φτηνής καθημερινότητας να τους κλείνει τα μάτια. Αν τολμούσες να του πεις ότι είχε φαντασία (έτσι το έπαθα κι εγώ στην αρχή της γνωριμίας μας), γινόταν έξω φρενών. «Δεν είναι φαντασία», έλεγε, «η εντελής αντίληψη της πραγματικότητος, η διείσδυσις του νοήμονος ανθρώπου στη φαινομενικότητα των γεγονότων, η σύλληψις της ακριβούς κινήσεως πάσης ευελιξίας. Η πραγματικότης είναι απείρως πλουσιωτέρα και της πλέον πληθωρικής φαντασιώσεως. Απλώς, αντιλαμβάνομαι. Δεν εφευρίσκω. Διαφέρω από τους πολλούς γιατί αντιλαμβάνομαι δι’ όλης μου της υπάρξεως και όχι μόνο με το πνέυμα»… έγραφε η Νόρα Αναγνωστάκη σε ένα έξοχο κείμενο, ανοιχτό και κλειστό μαζί [«Ο αναμένων»], δημοσιευμένο στο περιοδικό Νέα Πορεία [τεύχος 6] και αναδημοσιευμένο στο παρόν Εντευκτήριο. Σύντροφος και συνοδοιπόρος του Μανόλη Αναγνωστάκη, συνδημιουργός του περιοδικού – σταθμού Κριτική [1959], η Αναγνωστάκη δεν έζησε στη σκιά του αλλά υπήρξε μια αυτόφωτη πνευματική παρουσία, πάντα ανοιχτή σε οτιδήποτε καινούργιο παρουσιαζόταν στην τέχνη της γραφής – μετέφερασε άλλωστε ταυτόχρονα με την έκδοσή του αποσπάσματα του έργου Ο βαθμός μηδέν της γραφής του Ρολάν Μπαρτ, φέροντας το όνομα του Γάλλου θεωρητικού στην Ελλάδα, ενώ ανέδειξε και τα προτάγματα του Νέου Μυθιστορήματος. Είχε πράγματι την ικανότητα να διακρίνει το νέο που κόμιζε κάθε εποχή και να το αναδεικνύει έξω από αισθητικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Υπήρξε σπάνιος τύπος κριτικού, κριτικός με γούστο, κατά τον γνωστό χαρακτηρισμό του Τ.Σ. Έλιοτ, όπως γράφει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, που μαζί με την Πόλυ Κρημνιώτη υπογράφουν τα δυο προς μνήμην της κείμενα, με αφορμή την φυγή της την τελευταία ημέρα του περσινού έτους.

ΑΓΑΠΗ καπριτσιόζα…/αυτή η αγάπη που πεθαίνει όταν χάνεται/ κι εκείνη η αγάπη που παραμένει/ και σου συμπαραστέκεται/στην ήττα/ μέχρι τέλους./[…] … διακρίνει ανάμεσα στις Συναντήσεις του με τον θάνατο ο Ταντέους Καντόρ (μετάφραση: Ζαφείρης Νικήτας), ο Πολωνός εικαστικός καλλιτέχνης, σκηνοθέτης, σχεδιαστής, συγγραφέας και θεωρητικός του θεάτρου, μια επιδραστικότατη φωνή του θεάτρου και ένας καλλιτέχνης των λέξεων και των γραμμών. Το τεύχος προτείνει και παρουσιάζει δυο νέες ποιητικές φωνές, τον 19χρονος Ένο Αγκόλλι, γεννημένο στην Κορυτσά της Αλβανίας και υπότροφο σπουδαστή πλέον αναλυτικής φιλοσοφίας στο Σικάγο και τον 18χρονο Γιαχύα Χασάν, γεννημένο στην Δανία από Παλαιστίνιους γονείς. Δημοσιεύονται ακόμη ποιήματα της Κικής Δημουλά, του Χάρη Βλαβιανού, της Ανθής Μαρωνίτη, του Πολ Όστερ (παρουσίαση και απόδοση: Βασίλης Κουγέας), του Θανάση Μαρκόπουλου, του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου, του Λεωνίδα Κακάρογλου, του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, του Συμεών Τσακίρη, του Απόστολου Λυκεσά, της Μαρίας Καρδάτου, του Άγγελου Ευθυμιάδη και της Άλκηστης Πανάγου.

Στρέφω τη σκέψη στους παιδεμένους ποιητές που τυραννίστηκε η ζωή τους σε σανατόρια, σε ψυχιατρεία και σε νοσοκομεία χρονίων παθήσεων. Βιζυηνός, Φιλύρας, Πολυδούρη, Ρίτσος, Κοτζιούλας, τραγούδησαν τη ζωή ενώ ο θάνατος σελάγιζε μέσα τους.
Στρέφω τη σκέψη στους ποητές που εκόμισαν εις την ιατρικήν επιστήμην όπως εκόμισαν εις την τέχνην. Σ’ εκείνους που αντιμετώπισαν το άλγος του πόνου μακριά από βαριές ασθένειες και δοκιμασίες μετατρέποντάς το σε τέχνη μέσ’ από τη διήθησή του στα φίλτρα της ευαισθησίας των. Σ’ εκείνους που άωρα έφυγαν από κοντά μας.
Κάπως έτσι κι εγώ, αν μη τι άλλο σ’ αυτή τη ζωή, προσδοκώ να συναριθμηθώ με τους πονεμένους της συκοφαντημένης γενιάς μου. Με τους αδελφούς μου και τις αδελφές μου της περιώνυμης «Γενιάς του ’70»: την Μπίλλη να σφάζει τον Κ ό κ ο ρ α  τ ω ν  θ ε μ ε λ ί- ω ν στο Πήλιο και τον Βασίλη, το χλωμό κ ύ ρ ι ο  Ί β ο  του Παγασητικού και με τον Μίμη των βορείων συνόρων […] την Ηρώ και τον Γιάννη, πλανόδιους θηρευτές αισθημάτων στην Α κ τ ή  Κ α λ λ ι μ α σ ι ώ τ η…  γράφει ο Γιώργος Θεοχάρης στο ένα από τα τρία Ποιήματα («Εκόμισαν…»), που τυπικά καλύπτουν ένα δισέλιδο αλλά ουσιαστικά έναν ολόκληρο κόσμο όπου η γλώσσα και η Ποίηση «μας σκέπουν αδιαλείπτως», όπως άλλωστε στιχουργεί και στο ισχαιμικό του επεισόδιο σε εξέλιξη, όπου και η χρήση της γλώσσας ως στοιχείο επιβίωσης. 
Στο ίδιο τεύχος πεζά του Δημήτρη Πετσετίδη, του Ηλία Μαγκλίνη, της Άννυς Κουτροκόη, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Ιγνάτη Χουβαρδά, της Άννας Κουστινούδη, του Χρήστου Δήμα, του Ντέιβιντ Σεντάρις (μετ.: Γιάννης Θεοδοσίου), του Γιώργου Μαυρομμάτη, του Βασίλη Τερζόπουλου και των πρωτοεμφανιζόμενων Άννας Γούλα και Μαρίας Ντινάκη. Η Λίζυ Τσιριμώκου γράφει για την πολυδιάστατη διδακτική και συγγραφική προσφορά της Τζίνας Πολίτη και ο Γιώργος Κορδομενίδης νεκρολογεί τον Κάρολο Τσίζεκ. Και πάλι η φωνή της Νόρας Αναγνωστάκη, από τις Μαγικές Εικόνες: Επτά δοκίμια, 1960 – 1965 [Τραμ, 1973]: μας μια σπουδή γυμνής ομορφιάς. Αυτό το σκέφτομαι επίμονα κάθε φορά που βλέπω μερικές κινέζικες ζωγραφιές. Θέλω να βγάλω έναν επικήδειο του ανέφελα ωραίου […]. Νομίζω πως δεν μας φτάνει πια η απόλαυση του ωραίου που διαστέλλει την ψυχή σε άχρονη έκσταση. […]. Δεν βρισκόμαστε σ’ ένα fin de siècle. Έχουμε ήδη εισχωρήσει βαθειά μέσα σ’ ένα ζέοντα και ανασχηματιζόμενο κόσμο. Κι αυτοί που μπορούν να μιλήσουν, για να είναι σύγχρονοι, πρέπει να μιλάνε τη γλώσσα του. [176 σελ.]

Γιαν Χένρικ Σβαν: Μια πολύ μικρή συνέντευξη

Ο Σουηδός πεζογράφος Γιαν Χένρικ Σβαν μιλάει για τους "αποτυχημένους" (loosers) ήρωες των βιβλίων του και για τη νεοελληνική λογοτεχνία, με αφορμή την ανθολογία νεοελληνικού διηγήματος που επιμελήθηκε και μετέφρασε.

Την Παρασκευή 11 Απριλίου, στις 9 μ.μ., στο φιλόξενο βιβλιοπωλείο «Πλειάδες» (Σπ. Μερκούρη 62, Παγκράτι, στάση μετρό Ευαγγελισμός), παρουσιάζεται το μυθιστόρημά του Τα μηχανάκια του Μανόλη, σε ελληνική μετάφραση της Μαρίας Φραγκούλη και επιμέλεια μετάφρασης - Επίμετρο της Μαργαρίτας Μέλμπεργκ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η μεταφράστριά του, ο δημοσιογράφος Νίκος Γ. Ξυδάκης και ο συγγραφέας. Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Μαριέττα Σγουρδαίου.

  

Ο νέος ποιητής Ένο Αγκόλλι

Η Ρούλα Γεωργακοπούλου (Roula Georgakopoulou), στα Νέα της Δευτέρας 7 Απριλίου, επισημαίνει την "περίπτωση Ένο Αγκόλλι" (Éno) του νεαρού Αλβανού που μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και γράφει εξαιρετικά ποιήματα στα ελληνικά. Έξι από αυτά δημοσιεύονται στο Εντευκτήριο που κυκλοφορεί (Νο 102-103).


8.4.14

Φίλιπ Ροθ: Η ζωή μου ως συγγραφέας (συνέντευξη)

πηγή: http://dimartblog.com


—Ο συγγραφέας δεν είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της ανθρώπινης σκέψης. Είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της μυθοπλαστικής λογοτεχνίας.—
Πριν από μερικές βδομάδες, ο Φίλιπ Ροθ έδωσε μια συνέντευξη στον Daniel Sandstrom για τη σουηδική εφημερίδα Svenska Dagbladet, την οποία δημοσίευσαν, στην πρωτότυπη μορφή της, οι New York Times. To dim/art, τιμώντας τον μεγάλο συγγραφέα που στις 19 Μαρτίου έκλεισε τα 81 του χρόνια, παραθέτει εδώ, μεταφρασμένη από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, τη συνέντευξή του – που κάλλιστα μπορεί να αναγνωστεί και ως ένα συναρπαστικό δοκίμιο περί γραφής.

Η ζωή μου ως συγγραφέα

Το Θέατρο του Σάμπαθ μεταφράζεται αυτό τον καιρό στα σουηδικά, είκοσι σχεδόν χρόνια από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε. Πώς θα περιγράφατε το βιβλίο αυτό στους αναγνώστες που ακόμα δεν το έχουν διαβάσει ή δεν το έχουν ακουστά, και πώς θα περιγράφατε επίσης τον κεντρικό ήρωα, τον αλησμόνητο Μίκι Σάμπαθ;
Το «μότο» στο Θέατρο του Σάμπαθ προέρχεται από μια φράση του γηραιού Πρόσπερου από την πέμπτη πράξη της Τρικυμίας. «Κάθε τρίτη σκέψη μου», λέει ο Πρόσπερος, «θα ’ναι το μνήμα μου».
Θα μπορούσα να είχα τιτλοφορήσει το βιβλίο Ο θάνατος και η τέχνη του θανάτου. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου οργιάζει η κατάρρευση, οργιάζει η αυτοκτονία, οργιάζει ο πόθος. Όπου οργιάζει η ανυπακοή. Όπου οργιάζει ο θάνατος.
Ο Μίκι Σάμπαθ δεν ζει έχοντας την πλάτη γυρισμένη στο θάνατο όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι σαν εμάς. Κανείς δεν θα μπορούσε συμφωνήσει πιο ολόψυχα από τον Σάμπαθ με τη διαπίστωση του Φραντς Κάφκα όταν έγραφε ότι «Το νόημα της ζωής είναι ότι λήγει».
Ο θάνατος στοιχειώνει το βιβλίο του – βλέπουμε το τρομερό πένθος του Σάμπαθ για το θάνατο άλλων ανθρώπων και μια τρομερή ευφροσύνη για τον δικό του. Βλέπουμε εκρήξεις χαράς, βλέπουμε επίσης και εκρήξεις απελπισίας. Ο Σάμπαθ μαθαίνει να δυσπιστεί απέναντι στη ζωή όταν ο πολυαγαπημένος του μεγάλος αδελφός σκοτώνεται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο θάνατος του Μόρτι είναι αυτός που έχει καθορίσει πώς θα ζήσει ο Σάμπαθ. Ο θάνατος του Μόρτι γίνεται ο χρυσός κανόνας του πένθους. Τον κόσμο του Σάμπαθ τον κυβερνά η απώλεια.
Ο Σάμπαθ είναι ένας άνθρωπος κάθε άλλο παρά τέλειος προς τα έξω. Βιώνει, θα λέγαμε, εκείνη την αναστάτωση των ενστίκτων που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που κρύβεται κάτω από τον άνθρωπο. Ο αποκρουστικός τρόπος ζωής του –πρόκειται για μια ζωντανή μπαταρία ανταγωνισμού, έναν άνθρωπο ανίκανο και απρόθυμο να κρύψει οτιδήποτε, που λόγω της οργισμένης, σατιρικής του φύσης, περιγελά τα πάντα, ζει πέρα από τα όρια της διακριτικότητας και του καλού γούστου και βλασφημεί καθετί το αξιοπρεπές– αυτός ο αποκρουστικός τρόπος ζωής, λοιπόν, αποτελεί την κατεξοχήν σαμπαθική του απάντηση σε έναν κόσμο όπου καμία υπόσχεση δεν τηρείται και όλα είναι θνητά. Ο αποκρουστικός τρόπος ζωής του, μιας ζωής διαρκούς διένεξης, είναι και η καλύτερη προετοιμασία που μπορεί να σκεφτεί για το θάνατο. Μέσα στην κατεργαριά του βρίσκει την αλήθεια του.
Τέλος, αυτός ο Σάμπαθ είναι πλακατζής σαν τον Άμλετ, ο οποίος κλείνει το μάτι στο λογοτεχνικό είδος της τραγωδίας κάνοντας καλαμπούρια, όπως κι ο Σάμπαθ κλείνει το μάτι στο λογοτεχνικό είδος της κωμωδίας σχεδιάζοντας την αυτοκτονία του. Υπάρχει απώλεια, θάνατος (και διαρκής και πραγματικός), πένθος – και γέλιο, αχαλίνωτο γέλιο. Έχοντας το θάνατο ως διώκτη, ο Σάμπαθ έχει το γέλιο ως ακόλουθό του.

Γνωρίζουμε πως πρόσφατα ξαναδιαβάσατε όλα σας τα βιβλία. Ποια είναι η ετυμηγορία σας; Και ποια η γνώμη σας για το Θέατρο του Σάμπαθ τώρα που το διαβάσατε και πάλι;
Όταν αποφάσισα να σταματήσω το γράψιμο, πριν από πέντε χρόνια, κάθισα όντως, όπως λέτε, και ξαναδιάβασα τα 31 βιβλία που έχω δημοσιεύσει από το 1959 έως το 2010. Ήθελα να δω αν τελικά όλο αυτό ήταν χάσιμο χρόνου. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, ξέρετε.
Το συμπέρασμά μου, αφού τελείωσα, απηχεί τα λόγια που είπε ένας Αμερικανός πυγμάχος, ίνδαλμά μου, ο Τζο Λούις. Ήταν πρωταθλητής βαρέων βαρών από τότε που εγώ ήμουν τεσσάρων και μέχρι τα δεκάξι μου. Είχε γεννηθεί στα βάθη του Νότου, ένα πάμφτωχο μαύρο παιδί χωρίς καμία ουσιαστικά εκπαίδευση, που ακόμα και την εποχή της δόξας του με το σερί των 12 χρόνων χωρίς ήττα, οπότε υπερασπίστηκε τον τίτλο του 26 φορές, δεν είχε και πολύ καλή σχέση με τη γλώσσα. Έτσι, όταν αποσύρθηκε και τον ρώτησαν για τη μακρά του καριέρα, ο Τζο συνόψισε πολύ γλυκά τα πάντα μέσα σε 6 λέξεις: «Έκανα ό,τι μπόρεσα με όσα είχα».

Σε ορισμένους κύκλους αποτελεί σχεδόν κλισέ η αναφορά της λέξης «μισογυνισμός» σε σχέση με τα βιβλία σας. Τι είναι αυτό που κατά τη γνώμη σας γέννησε εξ αρχής αυτή την αντίδραση και τι απαντάτε σε όσους ακόμα προσπαθούν να κολλήσουν αυτή την ταμπέλα στο έργο σας;
Ο μισογυνισμός, το μίσος για τις γυναίκες, δεν προσφέρει στο έργο μου ούτε δομή ούτε νόημα ούτε κίνητρο ούτε μήνυμα ούτε πεποίθηση ούτε προοπτική ούτε βάση καθοδήγησης. Πρόκειται για το αντίθετο, ας πούμε, του πώς μια άλλη αποτρόπαιη μορφή ψυχοπαθητικής φρίκης –αντίστοιχη του μισογυνισμού ως προς τη σαρωτική, διαπεραστική μοχθηρία του– ο αντισημιτισμός, το μίσος για τους Εβραίους, παρέχει όλα αυτά τα ουσιώδη στοιχεία στο Ο Αγών Μου. Όσοι με ψέγουν, προβάλλουν την υποτιθέμενη κακοήθειά μου λες και επί μισό αιώνα το μόνο που κάνω είναι να σκορπίζω δηλητήριο εναντίον των γυναικών. Αλλά μόνο ένας τρελός θα έμπαινε στον κόπο να γράψει 31 βιβλία προκειμένου να επιβεβαιώσει το μίσος του.
Η μάλλον κωμική μου μοίρα είναι πως είμαι ο συγγραφέας που οι ψέκτες μου έχουν αποφασίσει πως δεν είμαι. Ασκούν μια μάλλον κοινότοπη μορφή κοινωνικού ελέγχου: Δεν είσαι αυτό που θεωρείς ότι είσαι. Είσαι αυτό πουεμείς θεωρούμε ότι είσαι. Είσαι αυτό που εμείς επιλέγουμε για λογαριασμό σου. Ε, καλωσήλθατε στον υποκειμενισμό του ανθρώπινου είδους. Το να φορτώνεται μια περί πραγματικότητας άποψη πάνω στην περί πραγματικότητας άποψη του συγγραφέα μόνο εσφαλμένα μπορεί να ονομαστεί «ανάγνωση». Και στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι καν κάτι άκακο και διασκεδαστικό. Σε μερικούς κύκλους, το «μισογύνης» είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται πλέον τόσο χαλαρά όσο και το «κομουνιστής» από τη μακαρθική δεξιά τη δεκαετία του ’50 – και εν πολλοίς για τον ίδιο σκοπό.
Κι ωστόσο κάθε συγγραφέας μαθαίνει με τον καιρό να δείχνει ανεκτικότητα απέναντι στα βλακώδη συμπεράσματα που αντλούνται από τα λογοτεχνικά έργα, και στις φαντασιώσεις που εντελώς παράλογα και με το ζόρι αποδίδονται σ’ αυτά. Όσο για το τι είδους συγγραφέας είμαι… Είμαι αυτός που δεν προσποιούμαι πως είμαι.

Συχνά οι άνδρες στα βιβλία σας παρερμηνεύονται. Ορισμένοι κριτικοί ξεκινούν από την, κατά τη γνώμη μου, παραπειστική παραδοχή ότι οι ανδρικοί χαρακτήρες σας είναι κάτι σαν ήρωες ή παραδείγματα προς μίμηση· κοιτώντας τους ανδρικούς χαρακτήρες των βιβλίων σας, ποια βλέπετε να είναι τα κοινά τους χαρακτηριστικά – ποια είναι η κατάστασή τους;
Όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, ποτέ δεν εστίασα στην ανδρική δύναμη, στην ακμή και το θρίαμβό της, αλλά μάλλον στο αντίθετο: στην ατελή ανδρική δύναμη. Δεν θα έλεγα ότι εξύμνησα ποτέ την ανωτερότητα του άνδρα αλλά ότι παρουσίασα την ανδρική υπόσταση να παραπαίει, να ασφυκτιά, να ταπεινώνεται, να καταστρέφεται, να βιώνει την πτώση. Δεν είμαι ουτοπικός ηθικιστής. Πρόθεσή μου είναι να παρουσιάζω τους άνδρες της μυθοπλασίας μου όχι όπως θα έπρεπε να είναι αλλά εν συγχύσει, όπως είναι πραγματικά.
Το δράμα εκπορεύεται από την ευάλωτη κατάσταση ανδρών γεμάτων ζωή και πείσμα, που έχουν κι εκείνοι τις ιδιορρυθμίες τους αλλά ούτε βαλτωμένοι είναι μέσα σε αδυναμίες ούτε και φτιαγμένοι από πέτρα, και που, σχεδόν αναπόφευκτα, τους νικά η θολή ηθική τους αντίληψη, η ευθύνη, πραγματική η φανταστική, για κάποιο λάθος,  η αφοσίωσή τους σε αντικρουόμενες δυνάμεις, οι επείγουσες επιθυμίες, η ανεξέλεγκτη νοσταλγία, οι μη λειτουργικοί έρωτες, τα ένοχα πάθη, η ερωτική έκσταση, ο αυτο-διχασμός, η προδοσία, οι μεγάλες απώλειες, τα κατάλοιπα αθωότητας, τα πικρόχολα ξεσπάσματα, τα παρανοϊκά μπλεξίματα, οι συνέπειες εσφαλμένων κρίσεων, η ανεπαρκής κατανόηση, ο παρατεταμένος πόνος, οι ψευδείς κατηγορίες, οι ασίγαστες δυσχέρειες, η αρρώστια, η εξάντληση, η αποξένωση, ο πνευματικός κλονισμός, το γήρας, ο θάνατος και, επανειλημμένα, το αναπόδραστο κακό, το θρασύ άγγιγμα της φρικτής έκπληξης – ανδρών ακατάβλητων που τους σαστίζει η ζωή απέναντι στην οποία είμαστε όλοι ανυπεράσπιστοι, συμπεριλαμβανομένης μάλιστα και της ιστορίας: του απρόβλεπτου που διαρκώς επανέρχεται ως τρέχουσα στιγμή.
Σ’ αυτή την διαρκή κοινωνική δοκιμασία της τρέχουσας στιγμής βρίσκονται εγκλωβισμένοι πολλοί από αυτούς τους άνδρες. Δεν αρκεί, φυσικά, να μιλήσει κανείς για «οργή» ή για «προδοσία» – η οργή και η προδοσία έχουν κι αυτές, όπως όλα, την ιστορία τους. Το μυθιστόρημα χαρτογραφεί τον αγώνα αυτής της ιστορίας και, αν τα καταφέρει, διερευνά έτσι και τη συνείδηση της κοινωνίας που απεικονίζει.

«Η μάχη με τη συγγραφή έχει λήξει», είναι μια πρόσφατη δήλωσή σας. Μπορείτε να περιγράψετε αυτή τη μάχη και επίσης να μας πείτε λίγα πράγματα για τη ζωή σας τώρα που δεν γράφετε πια;
Όλοι οι άνθρωποι έχουν από μια δύσκολη δουλειά. Η πραγματική δουλειά είναι πάντα δύσκολη. Η δική μου έτυχε επίσης να είναι και ανέφικτη. Κάθε πρωί επί πενήντα χρόνια ερχόμουν αντιμέτωπος με την επόμενη σελίδα, ανυπεράσπιστος και απροετοίμαστος. Το γράψιμο για μένα ήταν ένα επίτευγμα αυτοσυντήρησης. Αν δεν το έκανα, θα πέθαινα. Οπότε, το έκανα. Το πείσμα μού έσωσε τη ζωή – το πείσμα, όχι το ταλέντο. Και επίσης η καλή μου τύχη πως η ευτυχία δεν είχε και μεγάλη σημασία για μένα και πως δεν ένιωθα και πολλή συμπόνια για τον εαυτό μου. Αν και, βέβαια, δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί έλαχε σε μένα αυτή η αποστολή. Ίσως το γράψιμο να με προφύλαξε από κάποια ακόμα χειρότερη απειλή.
Τώρα; Τώρα είμαι το πουλί που βγήκε από το κλουβί, αντί για το πουλί που αναζητά κλουβί (για να αντιστρέψω την περίφημη παραδοξολογία του Κάφκα). Η φρίκη του εγκλεισμού απώλεσε κάθε συγκίνηση. Τώρα αποτελεί πραγματικά μεγάλη ανακούφιση, στα όρια της ανυπέρβλητης εμπειρίας, να μην έχω να ανησυχώ για τίποτε άλλο πέρα από το θάνατο.

Ανήκετε σε μια εξαιρετική γενιά μεταπολεμικών συγγραφέων που καθόρισε την Αμερικανική λογοτεχνία επί σχεδόν μισό αιώνα: Μπέλοου, Στάιρον, Άπνταϊκ, Ντόκτοροου, ΝτεΛίλο. Πώς συνέβη αυτή η χρυσή εποχή και τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο σπουδαία; Στα χρόνια που ήσασταν ενεργός, αντιλαμβανόσασταν τους συγγραφείς αυτούς ως ανταγωνιστές ή αισθανόσασταν συνάφεια μαζί τους – ή και τα δύο; Και γιατί ήταν τόσο λίγες οι γυναίκες συγγραφείς που γνώρισαν ανάλογη επιτυχία την ίδια εκείνη περίοδο; Και τέλος: ποια είναι η γνώμη σας για την κατάσταση της σύγχρονης αμερικανικής μυθιστοριογραφίας τώρα;
Συμφωνώ ότι ήταν καλή εποχή αυτή για το μυθιστόρημα στην Αμερική, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ξέρω και πού οφείλεται. Ίσως οφείλεται στην απουσία ορισμένων πραγμάτων. Στην αδιαφορία, ή ακόμα και την περιφρόνηση, των Αμερικανών μυθιστοριογράφων προς την «κριτική» θεωρία. Μια αισθητική ελευθερία αδέσμευτη από όλους εκείνους τους φοβερούς και τρομερούς -ισμούς και την έλλειψη χιούμορ που κουβαλούν. (Φαντάζεστε μια οποιαδήποτε ιδεολογία ικανή να σατιρίζει τον εαυτό της, πόσο μάλλον μια ιδεολογία που να μην θέλει να χώσει τα δόντια της στην ελεύθερη φαντασία;) Συγγραφή αμόλυντη από την πολιτική προπαγάνδα, ή ακόμα κι από την πολιτική υπευθυνότητα. Απουσία κάθε είδους συγγραφικής «σχολής». Σε έναν τόπο τόσο απέραντο, χωρίς ένα και μοναδικό γεωγραφικό κέντρο απ’ όπου να πηγάζει η συγγραφή. Ένας πληθυσμός κάθε άλλο παρά ομοιογενής, χωρίς ούτε τη στοιχειώδη εθνική ενότητα, χωρίς έναν και μοναδικό εθνικό χαρακτήρα, όπου η κοινωνική ειρήνη είναι απολύτως άγνωστη, ακόμα και η γενικευμένη αβελτηρία όσον αφορά τη λογοτεχνία, η ανικανότητα πολλών πολιτών να τη διαβάσουν και να την κατανοήσουν έστω και κατ’ ελάχιστο, όλα αυτά χαρίζουν μια ελευθερία. Και σίγουρα επίσης δεν βλάπτει καθόλου το γεγονός ότι τα εννιά δέκατα του πληθυσμού, τους συγγραφείς τούς έχουν γραμμένους στα παλιά τους τα παπούτσια. Είναι κάτι το μεθυστικό αυτό.
Πολύ λίγη ειλικρίνεια, πάρα πολύς ανταγωνισμός, πάρα πολλά αυτά που επιδιώκουν επιμελώς να προξενήσουν αηδία, γιγαντιαία υποκρισία, καμία απόσταση ασφαλείας από άγρια πάθη, η συνηθισμένη μοχθηρία που βλέπεις πατώντας απλώς το κουμπί του τηλεκοντρόλ, εκρηκτικά όπλα στα χέρια καθαρμάτων, η ζοφερή καταγραφή απερίγραπτα βίαιων γεγονότων, η ατέλειωτη λεηλασία της βιόσφαιρας χάριν του κέρδους, υπερβολική παρακολούθηση, που κάποτε θα επιστρέψει και θα μας στοιχειώσει, μεγάλη συγκέντρωση πλούτου που χρηματοδοτεί ό,τι πιο κακόβουλο και αντιδημοκρατικό υπάρχει, επιστημονικά αναλφάβητοι που εξακολουθούν να πολεμούν τη θεωρία της εξέλιξης, οικονομικές ανισότητες θηριώδους μεγέθους, χρέη κυνηγάνε τους πάντες, οικογένειες που δεν ξέρουν πόσο πιο χάλια μπορούν να γίνουν τα πράγματα, τα πάντα να ξεζουμίζονται για λεφτά –όλη αυτή η τρέλα– και (ουδόλως καινούργιο αυτό) μια κυβέρνηση που μέσω της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν βρίσκεται στο πλευρό του λαού αλλά στο πλευρό των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, η παλιά αμερικανική πλουτοκρατία, χειρότερη από ποτέ.
Τριακόσια εκατομμύρια άνθρωποι σε μια ήπειρο πλάτους τριών χιλιάδων μιλίων από τη μια άκρη ώς την άλλη, κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για τα ανεξάντλητα προβλήματά τους. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα και καλοήθη ανάμιξη φυλών, σε κλίμακα πρωτόγνωρη από την κακοήθεια της εποχής των σκλάβων και μετά. Μπορώ να συνεχίσω επ’ άπειρον. Δύσκολο να μη νιώθεις εγγύτητα με την ύπαρξη εδώ πέρα. Δεν μιλάμε για καμιά ήσυχη γωνίτσα του κόσμου.

Θεωρείτε πως η Ευρώπη δείχνει υπερβάλλουσα ενασχόληση με την αμερικανική ποπ κουλτούρα; Και αν ναι, έχει σταθεί εμπόδιο στην πρόσληψη της σοβαρής αμερικανικής λογοτεχνίας;    
Σε κάθε κοινωνία, η εξουσία βρίσκεται στα χέρια εκείνων που επιβάλλουν τη δική τους φαντασία. Στην Ευρώπη, δεν είναι πια η εκκλησία αυτή που επιβάλλει τη δική της φαντασία στους λαούς, ούτε τα ολοκληρωτικά υπερ-κράτη, όπως συνέβαινε επί 12 χρόνια στη ναζιστική Γερμανία και επί 69 χρόνια στη Σοβιετική Ένωση. Τώρα, η φαντασία που επικρατεί είναι η αδηφάγα και μαζί βουλιμικά καταναλούμενη ποπ κουλτούρα, σπορά, εκ πρώτης όψεως και παραδόξως, της ελευθερίας. Ειδικά οι νέοι ζουν σύμφωνα με πεποιθήσεις τις οποίες έχουν εφεύρει για λογαριασμό τους οι λιγότερο σκεπτόμενοι άνθρωποι της κοινωνίας και επιχειρήσεις που ελάχιστα κωλύονται από αγαθούς σκοπούς. Όσο ευφυώς κι αν προσπαθούν οι γονείς και οι δάσκαλοι να προστατέψουν τους νέους για να μην παρασυρθούν σ’ αυτό το βλακωδέστατο και οικουμενικά πλέον λούνα παρκ, η υπεροχή της εξουσίας δεν είναι με το μέρος τους.
Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη σοβαρή αμερικανική λογοτεχνία, έστω κι αν, όπως λέτε, «αυτή η ενασχόληση έχει [ή μπορεί να έχει] σταθεί εμπόδιο στην πρόσληψη της σοβαρής αμερικανικής λογοτεχνίας» στην Ευρώπη. Ξέρετε, στην Ανατολική Ευρώπη, οι αμφισβητίες συγγραφείς έλεγαν ότι ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», η κυρίαρχη σοβιετική αισθητική, συνίστατο στο να υμνείται το Κόμμα έτσι ώστε να το αντιλαμβάνονται ακόμα κι αυτοί. Τέτοια αισθητική με την οποία να πρέπει να ευθυγραμμιστούν οι σοβαροί συγγραφείς στην Αμερική δεν υπάρχει, και σίγουρα δεν είναι αυτή και η αισθητική της ποπ κουλτούρας.
Τι σχέση έχει η αισθητική της ποπ κουλτούρας με τους τρομερούς και τρομερά ποικίλους μεταπολεμικούς συγγραφείς όπως ο Σόλ Μπέλου, ο Ραλφ Έλισον, ο Ουίλιαμ Στάιρον, ο Ντον ΝτεΛίλο, ο Ε.Λ. Ντόκτοροου, ο Τζέιμς Μπόλντουιν, ο Ουάλας Στένγκερ, ο Τόμας Πίντσον, ο Ρόμπερτ Πεν Ουόρεν, ο Τζον Άπνταϊκ, ο Τζον Τσίβερ, ο Μπέρναρντ Μάλαμουντ, ο Ρόμπερτ Στόουν, ο Έβαν Κόνελ, ο Λούις Όκινκλος, ο Ουόκερ Πέρσι, ο Κόρμακ ΜακΚάρθι, ο Ράσελ Μπανκς, ο Ουίλιαμ Κένεντι, ο Τζον Μπαρτ, ο Λούις Μπέγκλεϊ, ο Ουίλιαμ Γκάντις, ο Νόρμαν Ρας, ο Τζον Έντγκαρ Ουάιντμαν, ο Ντέιβιντ Πλαντ, ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Ουίλιαμ Γκας, ο Τζίζεφ Χέλερ, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, ο Έντμουντ Γουάιτ, ο Όσκαρ Ιχουέλος, ο Πίτερ Μάθισεν, ο Πολ Θερού, ο Τζον Ίρβιν, ο Νόρμαν Μέιλερ, ο Ρέινολντς Πράις, ο Τζέιμς Σάλτερ, ο Ντένις Τζόνσον, ο Τζ.Φ. Πάουερς, ο Πολ Όστερ, ο Ουίλιαμ Βόλμαν, ο Ρίτσαρντ Στερν, η Άλισον Λιούρι, η Φλάνερι Ο’Κόνορ, η Πόλα Φοξ, η Μέριλιν Ρόμπινσον, η Τζόις Κάρολ Όουτς, η Τζόαν Ντίντιον, η Χορτενς Κάλισερ, η Τζέιν Σμάιλι, η Αν Τάιλερ, η Τζαμέικα Κινκέιντ, η Σίνθια Όζικ, η Αν Μπίτι, η Γκρέις Πάλι, η Λόρι Μουρ, η Μαίρη Γκόρντον, η Λουίζ Έρντριτς, η Τόνι Μόρισον, η Γιουντόρα Ουέλτι (και δεν έχω σε καμία περίπτωση εξαντλήσει τον κατάλογο), ή με σοβαρούς νεότερους συγγραφείς, τόσο υπέροχα χαρισματικούς όσο ο Μάικλ Σαμπόν, η Τζούνο Ντίας, η Νικόλ Κράους, η Μάιλι Μαλόι, ο Τζόναθαν Λέθεμ, ο Νέιθαν Ίνγκλαντερ, η Κλαιρ Μεσούντ, ο Τζέφρι Ευγενίδης, ο Τζόναθαν Φράντζεν, ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ (για να αναφέρω μόνο μερικούς);

Στο βιβλίο της Κλόντια Ροθ Πίερποντ Ροθ Λυόμενος (RothUnbound) υπάρχει ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο σχετικά με τη μυστική συνεργασία σας με διωκόμενους συγγραφείς στην Τσεχοσλοβακία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αν ένας νέος συγγραφέας –ένας Φίλιπ Ροθ γεννημένος, για παράδειγμα, το 1984– ήταν να εμπλακεί στις παγκόσμιες συγκρούσεις του 2014, ποιες θα επέλεγε;
Δεν ξέρω τι να απαντήσω σ’ αυτό το ερώτημα. Κατ’ αρχάς, δεν πήγα στην Πράγα για να εκτελέσω καμιά αποστολή. Δεν έψαχνα να βρω κάποιο «καυτό» σημείο στο χάρτη. Ήμουν σε διακοπές και είχα πάει στην Πράγα αναζητώντας τον Κάφκα.
Αλλά την επομένη της άφιξής μου, έτυχε να περάσω από τον εκδοτικό οίκο που έβγαζε τα βιβλία μου για να συστηθώ. Με πήγαν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων για ένα ποτηράκι σλίβοβιτς με το προσωπικό. Μετά, μια από τις επιμελήτριες με κάλεσε για μεσημεριανό. Στο εστιατόριο, όπου κατά τύχη έτρωγε και ο εκδότης, μου είπε χαμηλόφωνα ότι όλοι όσοι ήταν στην αίθουσα συνεδριάσεων ήταν «γουρούνια», με πρώτο και καλύτερο το αφεντικό – κομματόσκυλα που είχαν προσληφθεί για να αντικαταστήσουν όσους εργαζόμενους είχαν απολυθεί, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, επειδή υποστήριξαν τις μεταρρυθμίσεις της Άνοιξης της Πράγας. Τη ρώτησα για τους μεταφραστές μου, ένα ζευγάρι, σύζυγοι, με τους οποίος το ίδιο βράδυ βγήκα για φαγητό. Ούτε κι εκείνοι μπορούσαν πλέον να δουλεύουν, για τους ίδιους λόγους, και ζούσαν υπό καθεστώς πολιτικής ατίμωσης.
Όταν επέστρεψα στις ΗΠΑ, βρήκα στη Νέα Υόρκη μια μικρή ομάδα Τσέχων διανοούμενων που είχαν φύγει από την Πράγα όταν μπήκαν τα ρωσικά τανκς για να καταστείλουν την Άνοιξη της Πράγας. Την επόμενη φορά που ξαναπήγα στη ρωσοκρατούμενη Πράγα, την επόμενη άνοιξη, δεν ήταν πια για διακοπές. Είχα μαζί μου έναν μακρύ κατάλογο ανθρώπων που ήθελα να δω, τα μέλη ενός σκλαβωμένου έθνους που διέτρεχαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, τους προγεγραμμένους συγγραφείς που θεωρούσαν πως ο σαδισμός και όχι ο σοσιαλισμός αποτελούσε τη θρησκεία του κράτους. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.
Ναι, ο χαρακτήρας είναι μοίρα, κι ωστόσο όλα είναι τυχαία.

Αν παίρνατε συνέντευξη από τον εαυτό σας σ’ αυτή τη φάση της ζωής σας, υπάρχει κάποια ερώτηση που δεν σας έχει τεθεί, που αν και προφανής και σημαντική έχει αγνοηθεί από όλους τους δημοσιογράφους; Ποια θα ήταν αυτή;
Κατά κάποιον διεστραμμένο τρόπο, όταν με ρωτάτε για την ερώτηση που έχουν αγνοήσει οι δημοσιογράφοι, αμέσως μου έρχεται στο μυαλό εκείνη που πλήθος εξ αυτών αδυνατούν, όπως φαίνεται, να αγνοήσουν. Και είναι, μέσες-άκρες, η εξής: «Πιστεύετε ακόμα ότι ισχύει το τάδε; Θεωρείτε ακόμα το δείνα;» και παραθέτουν κάτι που δεν έχω πει εγώ αλλά ένας χαρακτήρας από κάποιο βιβλίο μου. Αν δεν έχετε αντίρρηση, θα ήθελα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία της τελευταίας σας ερώτησης και να πω αυτό που πιθανότατα είναι ήδη σαφές στους αναγνώστες σας, αν όχι και στο πνεύμα των δημοσιογράφων που επικαλούμαι.
Όποιος αναζητά τη σκέψη του συγγραφέα στα λόγια και τον εσωτερικό διάλογο των ηρώων του, ψάχνει σε λάθος κατεύθυνση. Η αναζήτηση των «σκέψεων» του συγγραφέα παραβιάζει την πλούσια εκείνη σύνθεση που αποτελεί ακριβώς και τη σφραγίδα του μυθιστορήματος. Η σκέψη του συγγραφέα μυθιστορημάτων που έχει κυρίως σημασία είναι η σκέψη εκείνη που τον καθιστά συγγραφέα μυθιστορημάτων.
Η σκέψη του συγγραφέα δεν έγκειται στα σχόλια των ηρώων του ούτε καν στην ενδοσκόπησή τους αλλά στη δοκιμασία που έχει εφεύρει για τους ήρωές του, στην αντιπαράθεση των ηρώων αυτών και στις συμβατές με την πραγματικότητα συνέπειες της αλληλεπίδρασής τους – η συμπαγής τους υπόσταση, η ζώσα ύπαρξή τους έτσι όπως πραγματώνεται με όλες τις αποχρώσεις των επί μέρους στοιχείων, αυτή είναι όντως η μεταβολισμένη σκέψη του.
Η σκέψη του συγγραφέα έγκειται στην επιλογή μιας πλευράς της πραγματικότητας που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι πρότινος με τον τρόπο που τη διερευνά εκείνος. Η σκέψη του συγγραφέα βρίσκεται ενσωματωμένη σε ολόκληρη τη δράση του μυθιστορήματος. Η σκέψη του συγγραφέα παρίσταται αόρατη στον περίπλοκο σχεδιασμό –στον καινοφανή αστερισμό αυτών των φανταστικών πραγμάτων– που αποτελεί την αρχιτεκτονική του βιβλίου: αυτό που ο Αριστοτέλης είχε ονομάσει απλά «η των πραγμάτων σύστασις», το μέγεθος και η τάξη. Η σκέψη του μυθιστορήματος ενσαρκώνεται στο σημείο της ηθικής εστίασής του. Το εργαλείο σκέψης του μυθιστοριογράφου είναι η ευσυνειδησία του ύφους του. Σε όλα αυτά έγκειται το όποιο τυχόν μέγεθος της σκέψης του.
Συνεπώς, το ίδιο το μυθιστόρημα είναι ο πνευματικός του κόσμος. Ο συγγραφέας δεν είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της ανθρώπινης σκέψης. Είναι ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή της μυθοπλαστικής λογοτεχνίας. Τέλος.

7.4.14

Περιδιαβαίνοντας στους μύθους των πόλεων...

του Τάσου Ρέτζιου

πηγή: http://egnatiapost.gr


Καθώς διαβάζεις αυτές τις διαδρομές της Βάνας Χαραλαμπίδου σε πόλεις που τις σκέπασε ο μύθος και πολλές φορές η φαντασία, δεν είναι μόνο σαν να τις περπατάς, σιγά και απαλά στα άκρα για να μην πατήσεις και λερώσεις την ιστορία τους, αλλά είναι και σαν να έχεις μια ζωντανή συνομιλία μαζί τους.
Μετά το «Τόποι του μύθου και της ιστορίας» η συγγραφέας παραδίδει «Μια κουκίδα στον χάρτη» και περιδιαβαίνει στην αυτοκρατορική Αγία Πετρούπολη, τη μυστηριακή Δαμασκό, το παραμυθένιο Χαλέπι, την ιστορική Πέτρα, το θρυλικό Ασουάν, το εξωτικό Μαρακές, την πετρωμένη Πομπηία και τη... φαντασιακή Αβάνα.
Το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου, με καλλιτεχνική επιμέλεια και εξώφυλλο του Άρι Γεωργίου και εκδοτική επιμέλεια του Γιώργου Κορδομενίδη, αλλά, φυσικά, δεν είναι ένας ταξιδιωτικός οδηγός. Ούτε μια εντύπωση είναι, ούτε όμως και μια λογοτεχνική αποτύπωση. Είναι κυρίως ένα άκουσμα, όσων έχουν να ψιθυρίσουν αυτές οι πόλεις που κουβαλάνε εντός τους μύθους, ιστορία, παρελθόν πολυκύμαντο, μα πάνω απ' όλα αυτό που τις κάνει να είναι ζωντανές, έστω κι αν στέκονται στα ερείπια τους όπως η Πέτρα ή η Πομπηία: ανθρώπους... Ανθρώπους που άφησαν το χνάρι τους, προσωπικότητες μεγάλες, ήρωες ή άνθρωποι που τα έργα τους στέκονται μνημεία αρχιτεκτονικής ή πολιτισμικής λάμψης, αλλά και άσημοι άνθρωποι, αυτοί που με το πέρασμα των χρόνων δημιούργησαν τις αισθήσεις, τις μυρωδιές, τις εικόνες, τη γεύση αυτών των πόλεων...
Με ευαισθησία, ωραία γραφή, αλλά κυρίως με την αίσθηση ότι έχει μπει στο πετσί αυτών των πόλεων όχι ως επισκέπτρια, αλλά με τον οπλισμό, την περιέργεια και τη διάθεση των παλιών ταξιδευτών, η Χαραλαμπίδου, κυκλοφορεί σ' αυτές τις πόλεις παρέα με πηγές, κείμενα ιστορικών, περιηγητών, συγγραφέων, χρονικογράφων, ερευνητών, εθνολόγων και γεωγράφων που προηγήθηκαν στις ίδιες διαδρομές.
Το αποτέλεσμα, συνοδευόμενο με πλούσια εικονογράφηση, δεν είναι μονάχα η δημιουργία μιας αίσθησης κατεπείγοντος (πρέπει να πας...), αλλά και μια παρηγορητική σκέψη, πως όλο αυτό το μελίσσι εθνών, φυλών και θρησκειών έχει ως κοινό καταλύτη, την ανθρώπινη παρουσία, την ώσμωση κι εν τέλει τη διαπίστωση ότι αυτά που μας συνδέουν με αυτήν την τόσο ξένη παράδοση είναι ο κοινός τόπος της ύπαρξης μας... Ένα ωραίο βιβλίο...


6.4.14

Ο ήλιος τρώει τα σωθικά

του Νίκου Αδάμ Βουδούρη

πηγή: http://www.bookpress.gr

Ο Γιαν Χένρικ Σβαν γεννήθηκε στη Λουντ της Σουηδίας το 1959. Είναι γόνος οικογένειας λογοτεχνών. Τον γνωρίζουμε απ’ την τακτική του συνεργασία με το περιοδικό Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη. Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου εξάλλου κυκλοφόρησε το 2002 το πρώτο του βιβλίο σε ελληνική μετάφραση, το μυθιστόρημα Η καταραμένη χαρά. Πέντε χρόνια αργότερα, το 2007, απ’ τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Οι περιπλανώμενοι.
Ο Σβάν ασχολείται με τους χαμηλωμένους ανθρώπους στην ομιχλώδη πατρίδα του, αυτούς που βρίσκονται “στην απέξω”, όχι μόνο γιατί είναι αλκοολικοί ή εθισμένοι στα ναρκωτικά, αλλά επειδή δεν κατανοούν τους κοινωνικούς κώδικες. Του αρέσει όμως και η χώρα μας. Περνά τα καλοκαίρια του εδώ, στη Μεσσηνία, ομιλεί την ελληνική γλώσσα, μεταφράζει σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στα σουηδικά και δυο απ’ τα εκδοθέντα μυθιστορήματά του έχουν να κάνουν με τη ζωή σε ένα ελληνικό νησί.
Το πρώτο από αυτά, τα ελληνοκεντρικά του αφηγήματα, Η Δράκαινα, δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στη γλώσσα μας. Αυτά κι άλλα πολλά για τον συγγραφέα και το έργο του διαβάζουμε στο κατατοπιστικότατο Επίμετρο της Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, που συνοδεύει την ελληνική έκδοση του μυθιστορήματος Τα μηχανάκια του Μανόλη (Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2013), του δεύτερου μυθιστορήματος του Σβαν που διαδραματίζεται στην Ελλάδα· σε ένα ελληνικό νησί, όπως ανέφερα πιο πριν.

Ποιος είναι ο Μανόλης
Είναι νησιώτης, αναγνωρίσιμη φιγούρα, παρόλο που δεν είναι ψαράς, ούτε έχει καΐκι να κάνει βόλτα τους τουρίστες και να τους πηγαίνει σε απόμερες παραλίες, ούτε κι έχει rooms to let. Είναι μάστορας. Μπογιατζής, σοβατζής. Με την ταβανόβουρτσα και το μυστρί φρεσκάρει και μερεμετίζει τα σπίτια του νησιού. Για τις μετακινήσεις του έχει ένα μηχανάκι, πιο πριν είχε ένα άλλο μα χάλασε, όπως χάλασε και το προηγούμενο και το άλλο το πιο παλιό. Τα μηχανάκια χαλάνε. Ο Μανόλης είναι τώρα στο πέμπτο μηχανάκι. Μετράει τη ζωή του με τα μηχανάκια του. Αν είχε διαλέξει γάιδαρο για τις μετακινήσεις του, όπως ένας άλλος προγενέστερος Μανόλης, τώρα θα ήταν στον τρίτο γάιδαρο, διότι οι γάιδαροι είναι μακροβιότεροι απ’ τα μηχανάκια και επίσης δίνουν και λίπασμα και μπορείς και να γέρνεις το κεφάλι σου πάνω τους, να τυλίγεις τα χέρια σου στον λαιμό τους. Όμως ο Μανόλης αντί για γάιδαρο προτίμησε να πάρει μηχανάκι. Εξάλλου, δεν μπορείς να πας στα μπουζούκια καβάλα σε γάιδαρο.
Ο Μανόλης έζησε διάφανη ζωή, μοιρασμένη ανάμεσα στο καλύβι του με το μικρό μποστάνι, που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου με τη σπουδαία θέα (για τους άλλους σπουδαία, για τις τουρίστριες ας πούμε, που έρχονταν κάποτε εδώ, ξάπλωναν μαζί του και μετά έστελναν και καμιά κάρτα) και στο σπίτι του, απέναντι απ’ την ταβέρνα του Γιάννη. Εκεί ζει με τη γυναίκα του απ’ τη μέρα του γάμου τους. Οι δυο τους ζεστάθηκαν για λίγο όταν η γυναίκα έμεινε έγκυος μετά από 15 χρόνια κοινής ζωής. Τι κι αν ο Μανόλης είχε πια πειστεί πως είναι στείρος, στα 47 του έγινε πατέρας, διότι δικό του είναι το παιδί ― ποιανού θα μπορούσε να ’ναι... Το παιδί μεγάλωσε, έγινε ένας χαραμοφάης που ήθελε κι αμάξι. Του το αγόρασαν με τις οικονομίες χρόνων. Με το αμάξι του σκοτώθηκε και στη στροφή που έγινε το τροχαίο, εκεί όπου ντεραπάρισε, στέκει τώρα ένα εικονοστάσι να ορίζει το σημείο του θανάτου· να αποτρέπει άλλα τραγικά συμβάντα εκεί, σαν να υπενθυμίζει: Είναι πιασμένη αυτή η θέση θανάτου, ο επόμενος μελλοθάνατος οδηγός να πάει να φουρκιστεί παρακάτω και να γίνει κι αυτός με τη σειρά του θέμα για κουβέντα στην ταβέρνα του Γιάννη.

Λίγα λόγια, λίγα πράγματα
Στο νησιώτικο μικρόκοσμο η λιτότητα είναι δεδομένη και στο αφήγημα αυτό η λιτότητα μοιάζει να 'ναι το ζητούμενο. Χωρίς πλοκή, χωρίς ανατροπές και τερτίπια, ο συγγραφέας στήνει ένα γοητευτικό αφήγημα.
Μικρές, κοφτές γραμμές είναι αρκετές στον Σβαν για να σκιτσάρει τον βίο του Μανόλη. Το βιβλίο συχνά-πυκνά μου έφερνε στον νου τις Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο, όπου η αναρρίχηση μιας γάτας στην υδρορροή είναι αρκετή για τη μετάβαση απ’ την τοπογραφία στην ανθρωπογεωγραφία. Τα ανθρώπινα έργα στο μικρό νησί του Μανόλη είναι κι αυτά μικρά, οι χειρονομίες είναι κοφτές, το μεγαλειώδες και το περίπλοκο απουσιάζουν. Ο ήλιος τρώει τα σωθικά, κι όλα γίνονται μετρημένα ― δεν υπάρχει περίσσευμα οργής, ούτε πλεόνασμα χαράς για να ξεσπάσει. Οι κοινωνικοί κώδικες είναι απλοί και εξαντλούνται στο αλισβερίσι ανάμεσα στα πέντε τραπέζια της ταβέρνας. Όλα τα επίκτητα πιάνουν λίγο χώρο· έτσι, το μικρό νησί παραμένει ευρύχωρο και η προστατευμένη απ’ τη θάλασσα πολιτισμική του αυτονομία έχει έναν ακόμα φύλακα: την πεντακάθαρη, τη σαφή δομή της.
Διαβάζοντας κανείς Τα μηχανάκια του Μανόλη δύσκολα θα ξεχάσει εικόνες σαν κι αυτές: Εξαρτήματα απ’ τις μοτοσικλέτες κρεμασμένα απ’ τα κλαδιά της ελιάς, τα κουνάει ο θαλασσινός αέρας και βγάζουν μια απόκοσμη μουσική. Τσίγκινα μικροσκοπικά εικονοστάσια διατηρούν μια φλόγα στη μέση του πουθενά. Μισογεμάτα μπουκάλια μπύρας ισορροπούν σε παλιά μα φρεσκοβαμμένα τραπέζια, που η λαδομπογιά είναι αρκετή για να κρατήσει τις σανίδες στη θέση τους.
Θα ’θελα πολύ να δω σε ελληνική μετάφραση και τη Δράκαινα, το πρώτο ελληνοκεντρικό αφήγημα του δικού μας Σουηδού, και ελπίζω να μην αργήσει. Επίσης, θα ’θελα να ξέρω αν και για τους Σουηδούς η γενειάδα είναι σημάδι πένθους.
Στο Επίμετρο υπάρχει μια πληροφορία: ο Γιαν Χένρικ Σβαν, προκειμένου να γράψει για τους άστεγους, έζησε λίγα ημερόνυχτα σαν άστεγος στους δρόμους της Στοκχόλμης. Αυτό είναι μια εικόνα. Τη μεταφέρω στα καθ’ ημάς, στα ενδότερα ενός νησιού ή ενός μικρού οικισμού της ελληνικής επαρχίας, αυθαιρετώντας ― κομψά, θέλω να πιστεύω. Ψαχουλεύω τις τσέπες του περιπλανώμενου Σουηδού. Στη μια τσέπη του βρίσκω φωτογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και στην άλλη μια φωτογραφία του Νίκου Γκάτσου.
* Η εικονογράφηση είναι σκίτσο του Νίκου Αδάμ Βουδούρη. 

Τα μηχανάκια του Μανόλη
Γιαν Χένρικ Σβαν
Μτφρ: Μαρία Φραγκούλη
Επιμέλεια: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
Εντευκτήριο 2013
Σελ. 174, τιμή € 10,00