10.4.15

Βασίλης Τερζόπουλος: Μεγάλη Βδομάδα - Μεγάλη Ζωή



 Κυριακή των Βαΐων
― Θα χτυπήσω την καμπάνα σε τρεις γύρους και μετά θα έρθω να σε βοηθήσω με τα κεριά και τις δάφνες.
― Δύο το πολύ είπε ο παπα-Λευτέρης… μην κάνεις πάλι του κεφαλιού σου!
― Ο Χριστός τα έδινε όλα σε τρία. Εγώ κάνω του κεφαλιού μου;
― Θα πάμε το βράδυ μετά τη λειτουργία να παίξουμε με τους Αθηναίους; Έχουν έρθει από χθες.
― Και ούτε απέξω πέρασαν από εδώ! Δεν έχω όρεξη να τους δω… καλύτερα να βγούμε να μαζέψουμε λουλούδια για την Μεγάλη Πέμπτη.
― Από τώρα; Θα μαραθούν…
― Αν πάμε την Τετάρτη ή την ίδια μέρα, δε θα μπορέσουμε να πάρουμε πολλά. Θα παραφυλάνε όλοι. Ενώ σήμερα κανείς δεν θα ‘χει τον νου του. Θα τα βάλουμε σε λεκάνη με νερό ―θα πάρω μια της γιαγιάς μου― και θα τα χώσουμε στο μεγάλο ψυγείο του παππού σου, στο καφενείο.
― Κι αν τα δει;
― Ξέρω πού θα τα κρύψουμε. Πίσω από κει που βάζει τα έντερα. Εσύ είπες πως ούτε που το πειράζει εκείνο το ράφι πριν από τη Μεγάλη Παρασκευή.
― Στης θείας Ευφροσύνης να πάμε, είδα ζουμπούλια και κρίνους δίπλα απ’ τις τριανταφυλλιές.
― Έννοια σου και ξέρω. Θα πάμε κι εκεί, αλλά τα καλά είναι στην άλλη ενορία. Στο σπίτι του ζαχαροπλάστη. Τέτοιος τσιγκούνης που είναι, δε θα του λείψουν λίγα γαλάζια τριαντάφυλλα.


Μεγάλη Δευτέρα
― Κατάφερες και ήρθες από σήμερα;
― Το περίμενα πώς και πώς. Ήθελα λίγο να ξεκουραστώ.
― Τι κάνει η πρωτεύουσα;
― Τα γνωστά… τρέξιμο, άγχος, κίνηση… χωρίς ουσία πραγματικά. Αλλά δεν μπορείς μακριά της. Εσύ εδώ; Το μαγαζί;
― Εντάξει, κρατάει ακόμη. Τώρα αυτές τις μέρες θα δουλέψουμε. Όταν φύγετε όλοι, πάλι θα ερημώσουμε… μέχρι να καλοκαιριάσει. Μη διανοηθείς να βγάλεις λεφτά για τον καφέ. Ντροπή…
― Δεν είναι για τον καφέ. Για να πάρεις λουλούδια για τον επιτάφιο. Στ’ όνομά μου. Μπας και ξεπλυθεί καμιά αμαρτία μου.
― Μα δεν τα αγοράζω ποτέ αυτά τα λουλούδια. Ξέχασες; Ποτέ δεν το έκανα, τώρα θα το κάνω; Βάλ’ τα μέσα. Κι άμα θες να ξεφορτωθείς καμιά αμαρτία, έλα το απόγευμα να ψάλεις μαζί μου. Στις εφτά θα χτυπήσει καμπάνα.
― Μπα… δεν ξέρω, πέρασαν αυτά, έχω ξεμάθει.
― Ποδήλατο θυμάσαι ακόμη να κάνεις στην Αθήνα. Έλα, θα χαρεί κι ο παπα―Λευτέρης. Τελευταίες του γιορτές είναι, βγαίνει στη σύνταξη.



Μεγάλη Τρίτη
― Γιατί τέτοια πιλάλα; Ο σατανάς σε κυνηγάει;
― Ζυμώνει η μάνα μου τσουρέκια, και τρέχω να της πάρω μαστίχα, που την ξέχασε. Τι τρως εκεί;
Milka με αμύγδαλα. Την έφερε ο πατέρας μου κι η γιαγιά μου την έκρυψε, αλλά εγώ τη βρήκα.
― Αμαρτωλέ! Πως θα κοινωνήσεις;
― Μια χαρά θα κοινωνήσω, γιατί; Αν είναι αυτή η πιο μεγάλη αμαρτία, ας καώ στην κόλαση. Έλα, θες λίγο;
― Άσε, θα με σκοτώσει η μάνα μου.
― Πήγαινε. Κι όταν ψηθούν κι είναι ζεστά ζεστά, φέρε ένα να το μασουλήσουμε.
― Θα το καταλάβει και θα με λιντσάρει. Να πάρεις απ’ τα δικά σας.
― Δεν θα κάνει η γιαγιά μου φέτος. Ακόμη κλαίει την αδερφή της, που πέθανε τα Χριστούγεννα.
― Καλά, θα σου φέρω ένα απ’ τα μικρά, που τα κρατάει για κέρασμα.
― Φέρ’ το, να το φάμε μαζί πριν από τη λειτουργία.
― Κανόνισε να μυρίζεις τσουρέκι όταν θ’ ακούγεται το τροπάριο, και να σε πάρει χαμπάρι ο Έφορος.
― Τρέχα, το θέλω με μαστίχα.


Μεγάλη Τετάρτη
― Θυμάσαι που έγραφες τα ονόματα για τις φίλες της γιαγιάς σου, και σου έδιναν λεφτά;
― Τρεις χρονιές το έκανα και μετά αγόρασα παπούτσια για το ποδόσφαιρο.
― Έπαιρνες βέβαια κι απ’ το κουτί που έριχναν για την εκκλησία.
― Έλα μωρέ, τι έπαιρνα, ψιλά έκανα για κανένα κερί.
― Η γιαγιά σου όμως το χαρτί με τα ονόματά σας σε ‘μενα το δινε να το πάω στον παπα-Λευτέρη, για να ‘ναι σίγουρη ότι θα διαβαστεί.
― Ήταν που μια φορά ξέχασα στην τσέπη μου το δικό της το χαρτί, κι εκείνη τη χρονιά αρρώστησε ο παππούς μου.
― Ε, δεν ήσουν και άγγελος. Της έκανες πολλά.
― Κι εσύ που έγινες απόστολος, είδες καλύτερες μέρες;
― Καλύτερα να παίρνεις τις ευχές, κι ας μην βγουν ποτέ.
― Καλύτερα να είσαι ελεύθερος, κι από ευχές κι από κατάρες. Αν ξέρεις πως όλα είναι λόγια στον αέρα κι εσύ είσαι αυτός που ορίζεις τη μοίρα σου.

Μεγάλη Πέμπτη
― Τα ’φερες;
― Εδώ τα ’χω, φρέσκα και δροσερά, σαν να κόπηκαν σήμερα.
― Να πάρω ένα πορτοκαλί για την Αναστασία;
― Να τ’ αφήσεις κάτω! Είναι για τον Εσταυρωμένο.
― Αν ήθελες εσύ να πιάσεις κορίτσι, τα μισά θα τα είχες εξαφανίσει.
― Κλεμμένο θα της δώσεις μωρέ; Τζούφια αγάπη θα πάρεις.
― Μόνο όπως σε συμφέρει τα παρουσιάζεις. Κι εσύ κλεμμένα φέρνεις για τον επιτάφιο και καρπώνεσαι τις ευχαριστίες του παπά και των γυναικών.
― Δεν είναι κλεμμένα… δωρεά των πιστών είναι. Μόνο που δεν το γνωρίζουν. Ακόμη καλύτερα δηλαδή. Τους έρχεται το καλό σαν θείο δώρο. Κι εγώ παίρνω την ευλογία γιατί βοηθάω σ’ αυτό.
― Πάμε για την καμπάνα; Σε λίγο θα γίνει η αποκαθήλωση.
― Εσύ βρες την Αναστασία, θα πάω εγώ.
― Θα τη δω μετά, που θα τραγουδάνε όλες μαζί στον στολισμό.
― Έλα, άντε πάρε ένα κόκκινο. Είναι καλύτερο να της δώσεις ένα τέτοιο. Επειδή είμαι καλός άνθρωπος…


Μεγάλη Παρασκευή
― Θέλεις να σ’ αλλάξω;
― Εσύ εδώ; Πως το ’παθες;
― Αφού δεν την χάνω ποτέ την περιφορά. Δεν κουράστηκες;
― Κάποτε δεν την έχανες. Μετά, χάθηκες εσύ και σ’ έχασε κι εκείνη. Αντέχω ακόμη.
― Κι αν άλλαξα ζωή, δεν άλλαξα αίμα. Έλα, κάνε ένα διάλειμμα και πήγαινε να βρεις τη γυναίκα σου. Μέχρι την πλατεία. Μετά, προς τον Προφήτη Ηλία, στην ανηφόρα, το παίρνεις πάλι.
― Πλήρωσες για όλο τον στολισμό. Δεν χρειάζεται να κουβαλήσεις και τον επιτάφιο. Η Αναστασία ψέλνει τα εγκώμια πίσω με τις γυναίκες.
― Κάποτε αλλάζαμε κάθε δυο τετράγωνα.
― Κάποτε νόμιζα ότι είχα ένα στήριγμα και άφηνα την κούραση να βγει. Μετά είδα ότι δεν έχω πουθενά να στηριχτώ, κι έμαθα να μην κουράζομαι.
― Να σε κεράσω ένα τσίπουρο μετά;
― Μετά τις 12 ε; Που αλλάζει η μέρα και το πένθος περνάει, σωστά; Δεν μπορώ, έχω πρωινό ξύπνημα. Θα πάω στο μνήμα της μάνας μου. Τρία χρόνια.
― Δεν μπορείς να με συγχωρήσεις, έτσι;
― Είμαι απλά ένας θνητός.


Μεγάλο Σάββατο
― Θεία! Αυγό!
― Πάλι κουλούρια έφερε… Πόσα αυγά έχεις;
― Πέντε ώς τώρα. Εσύ;
― Έξι. Πήρα και στο μνήμα του κυρ-Θανάση. Πριν έρθεις.
― Μετά απ’ αυτό, θα πάει στα μνήματα των προσφύγων. Εκεί αποκλείεται να έχουν φέρει αυγά.
― Η χήρα του ζαχαροπλάστη θα ‘χει σίγουρα.
― Αν προλάβω εγώ κι εσύ δεν πάρεις, σ’ έφτασα.
― Πρόσεχε γιατί ο παπα-Λευτέρης σε αγριοκοιτάει.
― Εσένα κοιτάει, που απλώνεις το χέρι να κεραστείς πριν τελειώσει την ευχή.
― Εσύ πας και μπαστακώνεσαι δίπλα στους δίσκους.
― Τις σφυρίχτρες τις έστησες για το βράδυ;
― Θα πάω μετά. Θα βάλω και τα καινούργια που έφεραν οι Αθηναίοι. Δε θα με βοηθήσεις;
― Ήρθε απ’ τη Γερμανία η νονά μου, και θα πάω με τη μάνα μου να της δώσουμε το τσουρέκι της. Να πάρω και το δώρο μου.
― Το Άγιο Φως θα το κρατάω φέτος εγώ. Μου το χρωστάς από πέρσι.
― Δεν θες την εικόνα;
― Πάλι τα ίδια θα ‘χουμε; Να την πάρεις εσύ.
― Όποιος ανάψει περισσότερες σφυρίχτρες μέχρι να τελειώσει το πρώτο Χριστός Ανέστη, θα κρατήσει και το Άγιο Φως ώς έξω. Δίκαια πράγματα.


Κυριακή του Πάσχα
― Άλλη μία τελευταία, και θα στο σπάσω. Στη μύτη, όχι πλάγια!
― Δεν σπάει με τίποτα! Είναι απ’ τις φραγκόκοτες της μάνας μου.
― Φτάνει, τέλος. Άντε γεια μας! Χριστός Ανέστη!
― Στην υγειά του ψήστη! Χρόνια πολλά!
― Αναστασία, φέρε μας λίγο ακόμη κρασί. Δοκίμασες το κοκορέτσι μου; Σπέσιαλ… λωριδάκια… δώσε το πιάτο σου.
― Το καλύτερο που έχεις κάνει ποτέ. Φτάνει, μη βάζεις άλλο. Λίγο μόνο, για μεζέ.
― Α, ρε! Όσο μακριά κι αν είσαι, εδώ είναι η ψυχή σου, μαζί μας.
― Εδώ, μαζί σας… όπως παλιά. Και κάθε χρόνο…
― Θέλω να σου ζητήσω και μια χάρη, τώρα που σ’ έχουμε εδώ.
― Να την ακούσω.
― Είδες την ανακαίνιση που έκανα πέρσι στο μαγαζί. Κουκλίστικο το έκανα.
― Καλές δουλειές να έχεις.
― Ευχαριστώ. Ανοίχτηκα πολύ όμως. Χρειάζομαι… μερικά λεφτά… για τις δόσεις.
― Έχεις να δίνεις πολλά ακόμη;
― Εντάξει, το παλεύω να τα φέρω βόλτα. Θα ‘ρθει όπου να ‘ναι το καλοκαίρι, θα δουλέψουμε καλύτερα. Άμα βοηθήσεις λίγο κι εσύ…
― Με χτύπησε κι εμένα, ρε φίλε, η κρίση… Δεν είσαι ο μόνος. Άσε με λίγο να το σκεφτώ…
― Ήταν το μαγαζί του παππού μου, ρε συ. Το καφενείο του. Θα πεθάνει η μάνα μου, αν γίνει καμιά στραβή.

― Μη φοβάσαι. Σ’ αγαπάει εσένα ο Θεός. Ήσουν πάντα καλός. Δεν θα σ’ αφήσει έτσι. Άντε, γεια μας! Χρόνια Πολλά!


Ο Βασίλης Τερζόπουλος, γεννήθηκε το 1980 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στη Δράμα. 
Αποφοίτησε από το Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών πάνω στην Ευρωπαϊκή Πολιτική από το London School of Economics. 
Ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου ασχολείται με τη δημοσιογραφία, συνεργαζόμενος με περιφερειακά και διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης. 
Εργάστηκε ως ειδικός συνεργάτης στο Υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης, στους τομείς της Επικοινωνίας και του Πολιτισμού. 
Από το 2004 συνεργάζεται με την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Ασχολείται επίσης με τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ενώ για μία δεκαετία υπήρξε ενεργό μέλος του Σώματος Ελληνικού Οδηγισμού. 
Έχει γράψει δύο βιβλια για παιδιά, πεζά κείμενα, σενάρια για ταινίες μικρού μήκους και κείμενα για το θέατρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: