27.1.11
ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑ
Η μέρα που οι ξένοι εργάτες θα κατακτήσουν τη Δύση είναι αναπόφευκτη. Το μέλλον ανήκει πάντα στους σκλάβους και στους μετανάστες…
E. Cioran
Γράφει ο Γιώργος Στάμκος
Η Ελλάδα αλλάζει. Από χώρα αποστολής μεταναστών μετατρέπεται τα τελευταία χρόνια σε αποδέκτη ενός πρωτοφανούς μεταναστευτικού κύματος. Αυτή η πλημμυρίδα ανθρώπων, που νόμιμα ή παράνομα κατέφθασαν στη χώρα μας αναζητώντας καλύτερη ζωή, αναμένεται να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τη φυσιογνωμία της. Ήδη η εθνικά ομοιογενής Ελλάδα αρχίζει να μεταμορφώνεται σε πολυεθνική και πολυπολιτισμική κοινωνία. Δεν υπάρχει φυλή, εθνικότητα και πολιτιστική κοινότητα του πλανήτη μας, που να μην έχει στείλει επαρκή αριθμό εκπροσώπων της στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός αυτό συνιστά μια ιστορική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας η οποία, από προϊόν «εθνικής μονοκαλλιέργειας», μετατρέπεται σταδιακά σε πολύχρωμο και πολυπολιτισμικό «λιβάδι». Αλλά αυτή η μετάβαση δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση για μια χώρα που οικοδομήθηκε πάνω στο «ιδανικό» της εθνικής ομοιογένειας.
Οικοδομώντας το «Ιδανικό» Εθνικό Κράτος
Η σύγχρονη Ελλάδα, όπως και τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, βασίστηκε πάνω στην ιδεολογία του εθνικισμού. Το νεοελληνικό κράτος επιδίωξε εξαρχής την εθνική ομοιογένεια αφομοιώνοντας ή εκτοπίζοντας από τα εδάφη του άλλες εθνότητες και μειονότητες. Ο στόχος ήταν προφανής: ένα κράτος, ένα έθνος, μια θρησκεία. Αυτό το «ιδανικό» έπρεπε να επιτευχθεί με κάθε κόστος.
Ύστερα από πολεμικές περιπέτειες δεκαετιών, που είχαν ως αποτέλεσμα κοσμοϊστορικές μετακινήσεις πληθυσμών, η Ελλάδα απέκτησε μια εθνολογική ομοιογένεια, την οποία θα ζήλευαν ακόμη και οι «αποστειρωμένες» Σκανδιναβικές χώρες.
Η ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας (1923), που προκάλεσε ευθανασία στη Μεγάλη Ιδέα, κατέστησε την Ελλάδα, χώρα με εθνολογική ομοιογένεια. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μονάχα η Ελλάδα (96,5% Έλληνες) πλησίαζε στο «ιδεώδες» του μονοεθνικού κράτους στα Βαλκάνια. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι διαρροές των μειονοτικών πληθυσμών συνεχίστηκαν κι έτσι η Ελλάδα, όπως και τα άλλα βαλκανικά κράτη, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την εθνική της ομοιογένεια. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να φθάσει η Ελλάδα να κατοικείται κατά 98,5% από Έλληνες, ένα ποσοστό εκπληκτικό ακόμη και για τα σκανδιναβικά δεδομένα. Οι Έλληνες εθνικιστές μπορούσαν πλέον να νιώθουν υπερήφανοι: στη χώρα μας δεν υπήρχαν πλέον μειονότητες!
Η επίσημη πολιτική της Ελλάδας διακήρυττε πως δεν υπήρχαν μειονότητες, θεωρώντας πως τυχόν αναγνώρισή τους θα απειλούσε το ιδεολόγημα του «εθνικά καθαρού» ελλαδικού κράτους. Το παράδοξο ήταν πως όλη αυτή την περίοδο η Ελλάδα, ενώ κόπτονταν για την προστασία των ελληνικών μειονοτήτων και για τη διατήρηση της ελληνική εθνικής ταυτότητας στις κοινότητες της διασποράς αρνούνταν λυσσαλέα σε Έλληνες υπηκόους να διατηρήσουν τη διαφορετική εθνική ή πολιτιστική τους ταυτότητα. Η αντιφατική αυτή στάση αποτελεί για ορισμένους το σημαντικότερο στοιχείο του συνδρόμου «ελληνοκεντρικής εγωπάθειας», που συνεχίζει να χαρακτηρίζει μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Εισαγωγές-Εξαγωγές Ανθρώπων
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η φτωχή και αναπτυσσόμενη Ελλάδα αποτελούσε μια δεξαμενή φτηνών εργατικών χεριών, τα οποία και έστελνε στις βιομηχανικές χώρες της Δύσης. Αυτή η «ανθρώπινη αιμορραγία» είχε βέβαια και τα πλεονεκτήματά της: η ισχνή οικονομία της χώρας επιβίωνε κυριολεκτικά χάρη στα εκατομμύρια των δολαρίων που έστελναν ως εμβάσματα οι μετανάστες για να στηρίξουν τις οικογένειες τους. Η Ελλάδα «εξήγαγε» ανθρώπους κι έπαιρνε ως αντάλλαγμα χρήματα.
Μετά το 1975 οι «εξαγωγές» ανθρώπινου δυναμικού από την Ελλάδα περιορίστηκαν, ενώ την ίδια περίοδο ξεκίνησε ένα έντονο κύμα παλιννόστησης. Η στασιμότητα της φυσικής αύξησης του ελληνικού πληθυσμού, αποτέλεσμα της ραγδαίας μείωσης των γεννήσεων (αλλά και της μεγάλης αύξησης των αμβλώσεων…), σε συνδυασμό με την οικονομική άνοδο της χώρας αλλά και τις κοσμοϊστορικές πολιτικοοικονομικές αλλαγές που συνέβησαν στην Ανατολική Ευρώπη (κατάρρευση κομμουνιστικών καθεστώτων, διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας κ.ά.), είχαν ως αποτέλεσμα από το 1990 και μετά, ένα μεγάλο κύμα μεταναστών και προσφύγων να βρει καταφύγιο στην Ελλάδα.
Από το 1991 πάνω από μισό εκατομμύριο Αλβανοί εγκατέλειψαν την πατρίδα τους και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, αποτελώντας έτσι την πολυπληθέστερη ομάδα οικονομικών μεταναστών στη χώρα μας.
Κατά τη δεκαετία του 1990 η χώρα μας υποδέχτηκε περίπου ένα εκατομμύριο μετανάστες, οι περισσότεροι από τους οποίους έγιναν μόνιμοι κάτοικοί της. Η ελληνική κοινωνία αιφνιδιάστηκε. Μέσα στην αρχική σύγχυση έχασε την επαφή της με την πραγματικότητα κι εθελοτυφλούσε υποστηρίζοντας ότι οι ξένοι επειδή είναι παράνομοι, δεν υπήρχαν! Χρειάστηκαν χρόνια για να συνέλθει η κοινωνία μας από το σοκ και να αποδεχτεί την πραγματικότητα: οι ξένοι ζουν ανάμεσά μας και δεν είναι προσωρινοί, δεν αποτελούν μια σύντομη επωφελή παρένθεση, αλλά ένα μόνιμο δυναμικό στοιχείο που ενδέχεται να μεταβάλλει μακροπρόθεσμα τη μορφή και τη σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας…
Οι Μετανάστες δεν «Παίρνουν τις Δουλειές» μας
Οι μετανάστες είναι λοιπόν εδώ. Ζουν ανάμεσα μας και συμβάλουν στη δημιουργία μιας νέας, πολυπολιτισμικής Ελλάδας. Μιας Ελλάδας, που μετατρέπεται σταδιακά σε γερασμένη και πλούσια ευρωπαϊκή χώρα, η οποία χρειάζεται τους μετανάστες για να φροντίζουν τους ηλικιωμένους, να καθαρίζουν τα σπίτια, να κτίζουν τις οικοδομές, να σκάβουν στα χωράφια, να ξεπουπουλιάζουν τα κοτόπουλα και να καθαρίζουν τα ψάρια στα εστιατόρια. Με άλλα λόγια για δουλειές που ένας μέσος Έλληνας, ακόμη κι αν απειλείται από το φάσμα της ανεργίας, δεν κόπτεται για να τις κάνει. Επίσης, οι αλλοδαπές αποδέσμευσαν από τις οικογενειακές φροντίδες ένα σημαντικό τμήμα του γυναικείου πληθυσμού, διευκολύνοντας έτσι την ένταξή του στην αγορά εργασίας.
Ενώ οι μετανάστες σπεύδουν να στελεχώσουν παραγωγικούς τομείς της οικονομίας με μεγάλη ζήτηση για φθηνή και εντατική εργασία, οι Έλληνες εργαζόμενοι αποφεύγουν όλο και περισσότερο τις κακοπληρωμένες και ανειδίκευτες εργασίες, τις δουλειές στα χωράφια, στις οικοδομές και στα εργοστάσια, κυνηγώντας καλοαμειβόμενα και «χάι» επαγγέλματα κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών. Από αυτήν την άποψη λοιπόν οι μετανάστες όχι μόνον δεν «παίρνουν τις δουλειές» των Ελλήνων, όπως τους κατηγορούν οι ξενόφοβοι ρατσιστές, αλλά και συνεισφέρουν με τη φτηνή ανειδίκευτη εργασία τους στην οικονομική ανάπτυξη και στην πτώση του πληθωρισμού. Όπως μας πληροφορούν έγκριτοι οικονομολόγοι χωρίς τους μετανάστες θα γινόμασταν φτωχότεροι, με ακόμη μεγαλύτερη ανεργία και λιγότερο ανταγωνιστικοί! Οι αλλοδαποί «πριμοδοτούν» την ελληνική οικονομία, αφού με τη φθηνή εργασία τους συμβάλλουν κατά 0,5% στην ετήσια αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ. Επίσης βοήθησαν να επιβραδυνθεί η πορεία επιδείνωσης του ασφαλιστικού συστήματος στην Ελλάδα με τις εισφορές τους (το 20% των εσόδων του ΙΚΑ προέρχεται από εισφορές μεταναστών).
Οι Μετανάστες Είναι Καταδικασμένοι να Πετύχουν
Η μετανάστευση, δηλαδή το να εγκαταλείψει κανείς το σπίτι και την πατρίδα και να ταξιδέψει κάτω από αβέβαιες συνθήκες αναζητώντας κάτι καλύτερο σε μια μακρινή άγνωστη χώρα με διαφορετική κουλτούρα, δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολη υπόθεση. Είναι μια δύσκολη εμπειρία και μια σκληρή δοκιμασία. Η μετανάστευση απαιτεί έναν συνδυασμό τόλμης και απόγνωσης: και τα δύο αποτελούν συνταγές της επιτυχίας. Έτσι οι μετανάστες είναι «καταδικασμένοι» να πετύχουν, κυρίως οικονομικά. Και στην προσπάθεια τους αυτή βελτιώνουν και την οικονομική κατάσταση των χωρών που τους υποδέχονται.
Σε γενικές γραμμές οι μετανάστες θεωρούνται ευλογία για τη χώρα που τους υποδέχεται. Είναι πράγματι δώρο να δέχεται μια χώρα ανθρώπους σε παραγωγική ηλικία χωρίς να έχει ξοδέψει ούτε ένα Ευρώ για την ανατροφή και την εκπαίδευσή τους. Επιπλέον οι μετανάστες μεταφέρουν ιδέες, πρακτικές και πολιτιστικά στοιχεία που πλουτίζουν και δίνουν χρώμα στη χώρα υποδοχής τους. Με δυό λόγια οι μετανάστες βοηθούν στο άνοιγμα των οριζόντων μιας κοινωνίας. Αρκεί βέβαια η κοινωνία υποδοχής τους να είναι αρκετά ευέλικτη ώστε να τους ενσωματώσει με τις λιγότερο δυνατόν παρενέργειες.
Ο Ελληνικός Ρατσισμός Είναι Εδώ!
Οι μετανάστες δεν είναι απλώς ξένοι εργάτες, είναι ολόκληροι κόσμοι που πρέπει να εξερευνηθούν. Δεν είναι προβλήματα, αλλά άνθρωποι που έχουν προβλήματα. Τα «αγκάθια» της ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία είναι πολλά. Αν και ονειρεύονται να νιώσουν ευπρόσδεκτοί, διατηρώντας όμως την ιδιαίτερη ταυτότητά τους, οι μετανάστες έρχονται αντιμέτωποι με το ρατσισμό και την ξενοφοβία της ελληνικής κοινωνίας.
Οι Έλληνες έχουν αρχίσει να εκδηλώνουν φαινόμενα επιλεκτικής ξενοφοβίας μπροστά στις μάζες των μεταναστών. Δεν υπάρχουν ωστόσο ακόμη εκδηλωμένα φαινόμενα ενός διογκούμενου γενικευμένου ρατσισμού.
Όσο οι μετανάστες κατακλύζουν τη χώρα, τόσο ενισχύεται κι εκδηλώνεται το φαινόμενο του ελληνικού ρατσισμού. Ο ρατσισμός αυτός δεν είναι πάντα εμφανής, δεν εκδηλώνεται με βίαιες πράξεις ή αποδοκιμασίες. Ο ελληνικός ρατσισμός είναι συχνά ύπουλος, διαβρωτικός και εκδηλώνεται όχι με πάντα με «δεξιό» προφίλ, αλλά ακόμη και με δήθεν αντιρατσιστικές, προοδευτικές και «αριστερές» θέσεις. Γιατί ρατσισμός δεν είναι μόνον οι ομάδες των ακροδεξιών και των νεοναζί με τα ξυρισμένα κεφάλια, που ξαμολιούνται στους δρόμους με σκοπό να δείρουν οποιονδήποτε «σκουρόχρωμο» αλλοδαπό συναντήσουν μπροστά τους ή να κάψουν σπίτια μεταναστών. Ρατσισμός είναι και να πληρώνεις χαμηλό ημερομίσθιο σ’ έναν αλλοδαπό ή να μην του κολλάς τα ένσημα. Είναι να ζητάς υψηλό ενοίκιο όταν νοικιάζεις το σπίτι σου σε μετανάστες. Να εκμεταλλεύεσαι σεξουαλικά τις αλλοδαπές γυναίκες ή να τις ωθείς στην πορνεία. Είναι να μην αφήνεις σε αριστούχο μαθητή αλλοδαπών γονέων να σηκώσει την ελληνική σημαία. Να δυσανασχετείς ακούγοντας αλλοδαπούς να μιλούν τη γλώσσα τους στο λεωφορείο. Να τους αναγκάζεις να ελληνοποιούν τα ονόματά τους ή να βαπτίζονται Ορθόδοξοι…
Μια ανοικτή δημοκρατική κοινωνία θα πρέπει να περιορίσει τα ξενόφοβα και ρατσιστικά αντανακλαστικά της και να αγκαλιάσει το «Άλλο» και το διαφορετικό. Αν δεν το κάνει θα έχει αποτύχει.
Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και εκδότης-Διευθυντής του περιοδικού ΖΕΝΙΘ.
Οι μετανάστες δεν είναι απλώς ξένοι εργάτες, είναι ολόκληροι κόσμοι που πρέπει να εξερευνηθούν. Δεν είναι προβλήματα, αλλά άνθρωποι που έχουν προβλήματα.
Η ελληνική κοινωνία αιφνιδιάστηκε. Μέσα στην αρχική σύγχυση έχασε την επαφή της με την πραγματικότητα κι εθελοτυφλούσε υποστηρίζοντας ότι οι ξένοι επειδή είναι παράνομοι, δεν υπήρχαν!
22.1.11
ΤΣΑΡΛΣ ΜΙΝΓΚΟΥΣ: ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΚΙ ΑΠΟ ΣΚΥΛΙΑ
6.1.11
«ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ» ΤΗΣ ΝΤΟΡΙΣ ΛΕΣΙΝΓΚ
Το χρυσό σημειωματάριο: Μυθιστόρημα
Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαργαρίτα Μπονάτσου
Αθήνα, Καστανιώτης 2010, 734 σελ.
Το χρυσό σημειωματάριο (1960), ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα και πολυμεταφρασμένα βιβλία της Ντόρις Λέσινγκ, χαρακτηρίζεται από την ίδια πολυπρισματική θεματική που ακολούθησε η συγγραφέας και στο σημαντικότερο ίσως από τα μυθιστορήματά της, Η πολιτεία των τεσσάρων πυλών (Τhe Four-Gated City, 1969): μέσα από το ψυχολογικό οδοιπορικό της ηρωίδας της, της Άννας Βουλφ, μιας χωρισμένης μητέρας και μυθιστοριογράφου, η Λέσινγκ θίγει ένα πλήθος ζητημάτων· πολιτικών, κοινωνικών, φεμινιστικών, ερωτικών.
Το χρυσό σημειωματάριο εστιάζει ακόμη περισσότερο στα ερωτικά προβλήματα της ανεξάρτητης γυναίκας ενώ δοκιμάζεται η ανθεκτικότητα της γυναικείας φύσης της μέσα στο αυστηρά ανδροκρατούμενο περιβάλλον του Λονδίνου στη δεκαετία του 1950.
Νιώθοντας στο σβέρκο της την καυτή ανάσα της τρέλας, η Βουλφ κρατάει τέσσερα διαφορετικά χρωματιστά σημειωματάρια. Στο μαύρο σημειωματάριο καταγράφει τη συγγραφική της ζωή, στο κόκκινο τις πολιτικές της απόψεις, στο κίτρινο τη συναισθηματική της ζωή και στο μπλε καθημερινά γεγονότα. Ωστόσο, είναι το σημειωματάριο –το χρυσό– ενώνει τα νήματα της ζωής της και κρατάει το κλειδί της ανάρρωσής της. Τολμηρό, διαφωτιστικό και απαραίτητο, το Xρυσό σημειωματάριο είναι η συναρπαστική περιγραφή μιας γυναίκας σε αναζήτηση προσωπικής και πολιτικής ταυτότητας, αντιμέτωπης με το τραύμα της συναισθηματικής απόρριψης και της σεξουαλικής προδοσίας, με την επαγγελματική αγωνία και τις εντάσεις της φιλίας και της οικογένειας. Πρόκειται για μια εκτενή αλλά πυκνή και περιεκτική αφήγηση, σε ένα είδος πλατιάς πανοραμικής θεώρησης της ζωής μιας γυναίκας που συμμετέχει έντονα στην εποχή της. Η ατομική απειλή, οι πολιτικοί πρόσφυγες της Κεντρικής Αφρικής, οι φυλετικές διακρίσεις, οι σχέσεις των γονιών με τα παιδιά, αποτυχημένες αυτοκτονίες, συμβιβασμοί, η βιομηχανία της κουλτούρας, οι σχέσεις των αντρών με τους άντρες μέσα σε μια ατμόσφαιρα αμφίβολης ομοφυλοφιλίας, οι σχέσεις των γυναικών με τις γυναίκες, ακαθόριστα διφορούμενες, και ειδικά των γυναικών με τους άντρες...
Το αριστούργημα της Λέσινγκ, που πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1980 από τις Εκδόσεις Οδυσσέας (μετάφραση: Τασούλα Καραϊσκάκη), κυκλοφορεί τώρα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε νέα μετάφραση από την Μαργαρίτα Μπονάτσου.
Στην νέα αυτή έκδοση προτάσσεται χρήσιμο προλογικό κείμενο της Λέσινγκ, γραμμένο το 1971, δηλαδή μετά την πρώτη έκδοση του Χρυσού σημειωματαρίου.

Η Ντόρις Λέσινγκ γεννήθηκε το 1919 στην Περσία, το σημερινό Ιράν, από Βρετανούς γονείς (ο πατέρας της, Άλφρεντ Τάυλερ, εργαζόταν ως διευθυντής στην Αυτοκρατορική Τράπεζα της Περσίας ενώ η μητέρα της Έμιλυ Μοντ Τάυλερ ασκούσε το επάγγελμα της νοσοκόμας.). Μεγάλωσε στη Νότια Ροδεσία, νυν Ζιμπάμπουε, όπου πήγε η οικογένειά της όταν η ίδια ήταν μόλις 5 χρονών. Φτάνοντας στην Αγγλία, το 1949, εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τον τίτλο Tραγουδώντας το χορτάρι, το οποίο σηματοδότησε την αρχή της λαμπρής λογοτεχνικής της σταδιοδρομίας. Από τότε έχει τιμηθεί με πολλές διεθνείς διακρίσεις, όπως τα βραβεία David Cohen Memorial Prize, Spain Prince of Asturias Prize, ST Dupont Golden PEN Award και, βέβαια, το Νομπέλ Λογοτεχνίας (2007) για τη συνολική προσφορά της στη λογοτεχνία.
Η Λέσινγκ πιστεύει ότι το βρετανικό κατεστημένο ποτέ δεν την συγχώρησε πραγματικά για τη σχέση της με τον σοσιαλισμό στα μεταπολεμικά χρόνια (στα νιάτα της ήταν στρατευμένη κομμουνίστρια) αλλά και για το ότι υπήρξε μαχητική φεμινίστρια. Ζει στο Λονδίνο.
5.1.11
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΛΙ
«Πρέπει να καταλάβεις ότι η διαφορά ανάμεσα σε εσένα και εμένα είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”. Πριν από λίγα χρόνια είχα σπίτι και όλα τα σχετικά. Ετσι ήρθαν τα πράγματα, ούτε που το κατάλαβα, μάγκα μου». Το ρεπορτάζ της πρωτοχρονιάτικης «Κ» για τους νεοαστέγους έρχεται από μιαν άλλη χώρα. Τη χώρα του Ντίκενς; Τη χώρα των Αθλίων των Αθηνών; Την κοινωνία του ενός τρίτου; Τη χώρα όπου γινόμαστε, τη χώρα όπου ήδη είμαστε;
Εως πριν από μερικά χρόνια, οι άστεγοι ήταν μια μειονότητα σαλών, ανθρώπων που δραπέτευαν από την κοινωνία και τα δεσμά της, που έσπαγαν τους δεσμούς με την κανονικότητα, που τους είχε βρει μια τεράστια ατυχία। Ηταν μια ελάχιστη εξαίρεση. Ηταν σαν τα αδέσποτα στο αστικό δίκτυο: δεν πείραζαν κανέναν, δεν τους πείραζε κανένας και κανείς δεν τους έβλεπε: ήταν λίγοι, τόσο λίγοι που δεν απειλούσαν τη βιτρίνα της κανονικότητας, της αιωνίας προόδου, της διαρκώς αυξανόμενης ευημερίας. Ηταν λίγοι και ήταν σαλοί.
Σήμερα, οι άστεγοι είναι πολλοί και δεν είναι σαλοί. Είναι θύματα ατυχίας και πάλι: αλλά όχι μιας ατυχίας τεράστιας, δεν αφίστανται πολύ από την κανονικότητα των τυχερών. Οχι. Η ατυχία που μετατρέπει σήμερα έναν κανονικό, έναν στεγασμένο, σε άστεγο, σε κλοσάρ και ρακοσυλλέκτη, σε αδέσποτο του δρόμου, αυτή η ατυχία είναι πια πολλή μικρή, ελάχιστη: «η διαφορά είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”».
Βρισκόμαστε ενώπιον ιστορικού ρήγματος। Φτώχεια υπήρχε πάντα. Μαζική πτώχευση και ταχεία καταστροφή μικρομεσαίων στρωμάτων, δεν υπήρχε. Κι είναι γενετικά άλλο να γεννιέσαι φτωχός, να μεγαλώνεις με μειωμένες προσδοκίες, αλλά να μπορείς να ελπίζεις ότι θα βελτιώσεις τη θέση σου, να μπορείς να λογαριάζεις ότι σε μια ατυχία θα υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας, για να μην καταστραφείς, το δίχτυ της διευρυμένης οικογένειας ή της κοινότητας, το δίχτυ του κράτους–πρόνοιας, το δίχτυ της κοινωνικής αλληλεγγύης. Και είναι άλλο να ζεις σε μια σχετική ευημερία, να μην ξέρεις τι ακριβώς σημαίνει απόλυτη ένδεια, και αίφνης, με μια “στραβή”, να τα χάνεις όλα, να χάνεις και τα ολίγα που σε κρατάνε εντός της κανονικότητας, υπό μία στέγη, και να βρίσκεσαι στην ουρά του συσσίτιου, στις λίστες απορίας, στον δρόμο, ντροπιασμένος κάτω από το χαλί...
«Οταν φανεί το πρόβλημα, στην πραγματική του διάσταση, η κοινωνία θα σοκαριστεί. Κάθε εβδομάδα καταφεύγουν στις δομές μας τουλάχιστον δύο περιπτώσεις ατόμων που έχασαν τα σπίτια τους λόγω της κρίσης... Αν βαθύνει η κρίση και συνεχίσουν να χάνονται τόσες θέσεις εργασίας, το ζήτημα θα αποκτήσει εκρηκτικές διαστάσεις», περιγράφει μια νοσηλεύτρια που υποδέχεται καθημερινά νεοαστέγους, τώρα και αποφοίτους πανεπιστημίων και πρώην εμπόρους.
Πίσω από τους αριθμούς των ανέργων ή των πτωχευμένων νοικοκυριών που δίνει η Στατιστική Αρχή, βρίσκονται ανθρώπινα πρόσωπα, δράματα, καταστροφές। Στα πρόσωπα των ηττημένων νεοαστέγων βρίσκεται χαραγμένο το μέλλον, σαν σκοτεινό ενδεχόμενο ημών των κανονικών. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι το μέγιστο: δίκτυα αλληλεγγύης. Είναι ένα κάποιο ανάχωμα μπρος στην κοινωνική αποσάθρωση, στην κοινωνία της «στραβής».
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4.1.2011]
12.12.10
Η διαφορά του φ με το θ (ένα άρθρο της Μυρσίνης Ζορμπά)
Εξω χαλασμός, η χώρα μετεωρίζεται στο κενό καθώς γκρεμίζονται βεβαιότητες, δομές, κανόνες, πλάνα ζωής. Μέσα στο δωμάτιο ησυχία, αρχίζουμε το μάθημα ελληνικών. Ανήλικοι πρόσφυγες, σαστισμένοι ακόμη από το ταξίδι τους που κράτησε μήνες, από τις περιπέτειες με φορτηγά, κακουχίες, σύνορα, βάρκες, διαδικασίες της αστυνομίας. Μακριά από συγγενείς και φίλους, μόνοι, στην επίσημη γλώσσα «ασυνόδευτοι αιτούντες άσυλο». Σφίγγουμε τα χέρια, χαμογελάμε αμήχανα, λέω το όνομά μου όσο μπορώ πιο καθαρά, ρωτάω, λίγο ελληνικά λίγο αγγλικά, πώς σε λένε, ακούω το όνομά του, Μοχάμετ, Χουσεΐν, Ιακώβ, και προσπαθώ να το κρατήσω στο νου μαζί με την έκφραση των ματιών, φοβισμένη, θλιμμένη, με μια σταγόνα ελπίδας στο βλεφάρισμα. Ρωτάω τη χώρα, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Ερυθραία, Σομαλία, Νιγηρία. Η γεωγραφία της Ασίας και της Αφρικής συμπυκνωμένη σ’ αυτό το μικρό τραπέζι όπου θα απλώσουμε σε λίγο τα τετράδια για να γράψουμε την ελληνική αλφαβήτα σαν πρόσχημα γνωριμίας και οικειότητας, ξεχνώντας πάνω στην προσπάθεια της φωνητικής διαφοράς του θ με το φ και του ε με το υ την πείνα, τον πόλεμο, την απελπισία της γυμνής ζωής στα δεκατέσσερα ή τα δεκάξι σου.
Καθόμαστε γύρω από το τραπέζι στριμωχτά όλοι μαζί, κοιταζόμαστε στα μάτια. Πιάνουμε σιγά σιγά την κουβέντα. Σπασμένες λέξεις, πόσο καιρό είσαι εδώ, έχεις ροζ κάρτα, πόσο χρονών είσαι. Ουδέτερες πληροφορίες που παίρνεις και δίνεις για αρχή. Οι οδηγίες της ομάδας των εθελοντών λένε να μην κάνεις παραπανίσιες ερωτήσεις που μπορεί άθελά σου να πληγώσουν. Ο κοινωνικός λειτουργός μιλούσε πριν για τις αϋπνίες και τους νυχτερινούς εφιάλτες, για μικρότερα αδέλφια που έμειναν στο μακρινό πουθενά, αγκάθια στην καθημερινή έγνοια του νου.
Ανοίγετε τα τετράδια και γράφετε την αλφαβήτα, λέτε ένα ένα τα γράμματα, τα επαναλαμβάνετε, ένας δωδεκάχρονος δεν έχει πάει καθόλου σχολείο στη χώρα του και πρέπει να μάθει για πρώτη φορά τα γράμματα στα δεκατέσσερά του σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνει. Του χαμογελάς για να πάρει κουράγιο, αλλά μέσα σου είσαι απελπισμένη. Ο τυφλός Αφγανός πρέπει πρώτα να μάθει προφορικά ελληνικά και μετά μπρέιγ στα ελληνικά. Η τυφλότητα έχει κι αυτή τη δική της πολυγλωσσία. Στην αριθμητική είναι πιο εύκολα, όλοι ξέρουν πρόσθεση κι αφαίρεση, θα μάθουν σύντομα διαίρεση και πολλαπλασιασμό. Από μάθημα σε μάθημα μεγαλώνει η οικειότητα, κοιτάζεστε στα μάτια, ξέρεις και ξέρουν πότε φέρνεις μαζί σου χαρούμενη διάθεση και πότε κάποια αόριστη στενοχώρια, οι σπασμένες λέξεις αρχίζουν να παίρνουν σχήμα, ακούς στην άκρη του μαθήματος ιστορίες που σε αναστατώνουν, προσπαθείς να βρεις λύσεις σε προβλήματα εκτός αριθμητικής, ένα συν ένα δεν κάνουν πάντοτε δύο. Μοιράζεστε αστεία, ένα σουβλάκι, μια αισιόδοξη ιδέα, τους φίλους σου εκείνους που έδειξαν ενδιαφέρον.
Μέσα στο δωμάτιο ησυχία. Έξω η κρίση γιόρτασε αυτές τις μέρες τα πρώτα της γενέθλια. Η θύελλα που έχει καλύψει τον ορίζοντα σου θολώνει την ορατότητα. Το εφιαλτικό όνειρο που λέγεται μέλλον ξετυλίγεται σε συνέχειες. Τα κακά νέα συνεχίζονται με άλλες χώρες που παίρνουν τη σειρά τους στο ταμείο της διεθνούς αρπακτικής ελεημοσύνης. Ο καπιταλισμός, η παγκοσμιοποίηση, παραγγέλνεις βιβλία, δοκιμάζεις ιδέες, οι παλιές δεν επαρκούν πια για να καταλάβεις. Διαφορετικές χώρες κι αιτίες, ίδια η αντιμετώπιση, τα επιχειρήματα, το σχέδιο από την Ισλανδία, τη Ρουμανία ως τη Μεσόγειο και την Ιρλανδία. Είτε το πρόβλημα εμφανίστηκε σε μια ιδιωτική τράπεζα είτε ήταν φούσκα των ακινήτων ή διογκωμένος δημόσιος τομέας, όλοι είναι ένοχοι, όλοι θα πληρώσουν.
Ποιο είναι το τοπίο της επόμενης μέρας;
Δεν χάνουμε μόνο ένα ποσοστό του μισθού μας, το δώρο, την άδεια, τη σύνταξη, τη δουλειά, χάνουμε τον τρόπο να υπάρχουμε. Άνεργοι νέοι, άνεργοι μεσήλικες, συνταξιούχοι σε αναμονή απόγνωσης, κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού στο όριο της φτώχειας, ύφεση, καταστροφή των μεσαίων στρωμάτων, κατάργηση του κοινωνικού κράτους, δημόσιες υπηρεσίες ανύπαρκτες, μια κοινωνία κατακερματισμένη που κινδυνεύει να γίνει κανιβαλική. Οι μηχανές χαμηλώνουν σταδιακά και σβήνουν μαζί με την αισιοδοξία των ανθρώπων. Οι πλασιέ της ελπίδας εξαφανίστηκαν, είναι η ώρα των πραγματιστών και των κυνικών, των αυστηρών τιμωρών, η ώρα της κρίσης.
Στον ορίζοντα ένα αεράκι ριζοσπαστικοποίησης, το νιώθω σε μένα, στους φίλους μου. Θέλω μεταρρυθμίσεις, πάντοτε ήθελα, θέλω εκσυγχρονισμό, θέλω περισσότερη δικαιοσύνη, θέλω να καταλαβαίνω τι συμβαίνει, θέλω σχέδιο και συμφωνία, όχι κινούμενη άμμο μέτρων. Το πολιτικό σύστημα χάνει χρόνο, συνεχίζει να μεταμφιέζεται, να ψεύδεται, να αμφιταλαντεύεται, να λειτουργεί με ιδιοτέλεια. Αναποφάσιστο παραπαίει ανάμεσα σε αναβολές, μισές αλήθειες, μικροπολιτικούς υπολογισμούς. Η ευθύνη του για τις κοινωνικές εντάσεις που κυοφορούνται μεγάλη. Αν δεν πείσει θα καταρρεύσει, κι αυτή είναι η χειρότερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει τώρα. Χρειαζόμαστε τους πολιτικούς και την πολιτική, τη διαχείριση και τις αποφάσεις, την εφαρμογή και τους κανόνες. Χρειαζόμαστε τα κόμματα αλλά πρέπει να λειτουργήσουν και υπάρχει μόνο μία ευκαιρία γι’ αυτό, να γίνουν δημοκρατικά, να επιτρέψουν να ακουστεί η φωνή των μελών τους. Αλλαγή παραδείγματος σημαίνει περισσότερη δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα, περισσότερη συμμετοχή, διαφανείς κανόνες, λιγότερα προνόμια, πολυδιάστατες πολιτικές, ικανότητα διακυβέρνησης με νέο σχέδιο. Η ανάπτυξη πρέπει να πάψει να είναι μια κενή λέξη στα χείλη γραφειοκρατών και επιχειρηματιών. Πρέπει να κατανοήσουμε, να σχεδιάσουμε, να δράσουμε. Πρέπει να γεφυρώσουμε πραγματικότητες, χρόνους, πράξεις. Να διδαχθούμε και να διδάξουμε τη διαφορά του φ με το θ, του ε με το υ.
9.12.10
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ
Στόχος της διοργάνωσης είναι να εξετάσει το ρόλο της λογοτεχνίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, πως επιδρά το φαινόμενο στο αναγνωστικό κοινό και πως αντιδρά η λογοτεχνία.
Το φαινόμενο αυτό εξετάζεται ιστορικά, κοινωνιολογικά και πολιτισμικά. Η ημερίδα αποβλέπει στο να γνωρίσει στο κοινό τη σημερινή πραγματικότητα, να διακρίνει πώς η γλώσσα μεταμορφώνεται και ποιες αντιστάσεις μπορούν να προταθούν ώστε η λογοτεχνία να μην αλλοιωθεί αλλά να αναγεννηθεί μέσω της παγκοσμιοποίησης.
Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη. Αμέσως μετά την κάθε εισήγηση θα ακολουθεί συζήτηση. Θα χορηγηθεί βεβαίωση συμμετοχής στους φοιτητές και στους εκπαιδευτικούς, όλων των βαθμίδων που θα την παρακολουθήσουν.
Χορηγοί της εκδήλωσης είναι η Πρυτανεία και η Επιτροπή Ερευνών του Α.Π.Θ., η Αντιδημαρχία Πολιτισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης και το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη.
Το αναλυτικό πρόγραμμα της ημερίδας έχει ως εξής:
09:30-09:40 Χαιρετισμοί
09:40-10:00 Στουρμ-Τριγωνάκη Έλκε: Η νέα παγκόσμια λογοτεχνία – προς τι μια νέα κατηγορία;
10:00-10:20 Ιωαννίδης Θωμάς: Η παγκοσμιοποίηση του Μ.Αλεξάνδροτ. Η περίπτωση της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα...
10:20-10:40 Τσούπρου Σταυρούλα: Από την Παλαιά Διαθήκη στους Μικρασιάτες συγγραφείς, ύστερα στις Η.Π.Α. των ετών 1937-38 και ξανά στους Έλληνες συγγραφείς της Γενιάς του ΄30 και των μεταπολεμικών δεκαετιών: το ταξίδι κάποιων στίχων μέσα στον χρόνο και στα (παρα)κείμενα, ως επιβεβαίωση της «εκ γενετής» παγκοσμιότητας του λογοτεχνικού φαινομένου.
10:40-10:50 Συζήτηση
10:50-11:10 Διάλειμμα – Καφές
11:10-11:30 Καργιώτης Δημήτρης: Η γλώσσα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
11:30-11:50 Κατσιγιάννη Άννα: Γλωσσικός επεκτατισμός και γλωσσική ιθαγένεια στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
11:50-12:10 Δημητρούλια Τιτίκα: Λογοτεχνία - παγκοσμιοποίηση - ψηφοποίηση: νέοι κώδικες και χώροι.
12:10-12:30 Φρέρης Γιώργος: Η λογοτεχνία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
12:30-12:40 Συζήτηση
12:40-13:00 Διάλειμμα
13:00-13:20 Κανατσούλη Μένη: Ξαναδιαβάζοντας το παρελθόν μέσα από τα βιβλία για παιδιά: ελληνικότητα ή/vs παγκοσμιοποίηση;
13:20-13:40 Μαρκάτη Αγάθη: Ο σύγχρονος ρευστός κόσμος στην πεζογραφία του Σωτήρη Δημητρίου και του Χρήστου Οικονόμου...
13:40-14:00 Αντωνιάδου Ολυμπία: Πως ένα κόκκινο γιλέκο έκανε το γύρο του κόσμου: ένα ταξίδι μέσα στον λαβύρινθο της παγκοσμιοποίησης
14:00-14:20 Καστελλάνου Γκρατσιέλλα: Η παγκοσμιοποίηση στο έργο του Ζοζέ Σαραμάγκου Η Σπηλιά
14:20-14:30 Συζήτηση
14:30-14:40 Κλείσιμο ημερίδας
15.11.10
ΔΗΜΟΥΛΑ, ΠΑΜΟΥΚ, ΤΣΙΟΛΚΑΣ, ΛΙΟΣΑ, ΒΕΛΤΣΟΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΟ ΘΑΣΙΤΗ ΣΤΟ ΝΕΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»
Μια ανοιχτή επιστολή της Κικής Δημουλά προς τον διευθυντή του «Εντευκτηρίου» προτάσσεται στο νέο τεύχος του περιοδικού, που μόλις κυκλοφόρησε. Με αφορμή την … άρνηση ενός κειμένου, παρότι τυπώθηκε στο περιοδικό, να εμφανιστεί στα μάτια της, η ποιήτρια αναστοχάζεται τη σχέση της με το «Εντευκτήριο» και τον Γιώργο Κορδομενίδη, εξισορροπώντας θαυμαστά στο λεπτό μεταίχμιο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου και εξηγώντας, μεταξύ άλλων, την απαρέσκειά της προς τα αφιερώματα και την συνακόλουθη άρνησή της να συγκατατεθεί σε παλιότερο αφιέρωμα του περιοδικού στην ποίησή της (τεύχος 57, 2002) και να δώσει συνεργασία της προς δημοσίευση.
Στο δεύτερο μέρος της επιστολής της, η Δημουλά αναφέρεται στο εκτενές μελέτημα της Πάολα-Μαρία Μινούτσι «Η μνήμη ως λήθη στην ποίηση της Κικής Δημουλά», που δημοσιεύεται στις επόμενες σελίδες του τεύχους και ανιχνεύει, εν μέρει, τη σχέση του έργου της ποιήτριας με την καβαφική ποίηση (μετάφραση: Φοίβος Ι. Πιομπίνος).
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ «Ο χρόνος μου είναι τώρα, ο τόπος μου είναι εδώ/ Η λέξη-κλειδί προ πολλού ειπωμένη/ Οι αναζητήσεις τέλος./ Αλλ’ όπως μια φτερούγα, που προσπαθεί να ισορροπήσει/ Το μάτι μου δυσκολεύεται να μείνει σταθερό./ Πληγώνεται από την κάθε είδους γύρω μου σαβούρα/ Τη μετριότητα και την ασκήμια των πραγμάτων/ Μες στους τετράγωνους, που τα περιορίζουν, χώρους […]»: στίχοι από το ποίημα «Χρόνος και χώρος», του Σουηδού ποιητή Χόκαν Σαντέλλ (γενν. 1962). Τον παρουσιάζει ο Θ. Π. Ζαφειρίου, που μεταφράζει και δύο εκτενή ποιήματά του.
Το ίδιο τεύχος του «Εντευκτηρίου» πλουτίζουν νέα, αδημοσίευτα ποιήματα του Αργύρη Παλούκα, του Γιώργου Βέλτσου, του Γιάννη Τζανετάκη, του Παναγιώτη Πετραντωνάκη.
Στην πεζογραφία ξεχωρίζουν: το αφήγημα «Η Ελληνίδα γιαγιά μου» (μετ.: Χριστίνα Φωτιάδου) του Χρήστου Τσιόλκα, του Ελληνοαυστραλού συγγραφέα που συζητείται πολύ τον τελευταίο καιρό εξαιτίας των μυθιστορημάτων του «Νεκρή Ευρώπη» (εκδ. Printa) και «Το χαστούκι» (εκδ. Ωκεανίδα)· το άρθρο του Ορχάν Παμούκ «Η τουρκική μου βιβλιοθήκη» (μετ.: Γιάννης Θεοδοσίου), για τα αγαπημένα βιβλία του στην γλώσσα του (συλλογές των ποιητών του λεγόμενου Πρώτου και Δεύτερου Κύματος, έργα του Ναζίμ Χικμέτ, του Ορχάν Κεμάλ, του Κεμάλ Ταχίρ, βιβλία για τον Ατατούρκ κ.ά.)· ένα παλιότερο άρθρο του πρόσφατου Νομπελίστα Μάριο Βάργκας Λιόσα, με τίτλο «Ο πολιτισμός βγάζει τα παντελόνια», για την παρατηρούμενη επικυριαρχία του γυναικείου φύλου στα γράμματα, τις τέχνες και τις ανθρωπιστικές σπουδές. Αξίζουν όμως προσοχής και τα διηγήματα του Κώστα Λογαρά, του Κοσμά Χαρπαντίδη και του πρωτοεμφανιζόμενου Παύλου Γεωργιάδη (οικοδόμου το επάγγελμα).
ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΟ ΘΑΣΙΤΗ (Μήθυμνα Λέσβου, 1923 – Θεσσαλονίκη, 21।8.2008) «Κι αν οι μέτριοι στίχοι τους αγνοήθηκαν/ μάταιοι δεν υπήρξαν// Κάποτε, με τον καιρό/ μπορεί να πνεύσουν πάλι./ Να θάλλουν ξάφνου μυστικά/ να κατορθώνεται η συγκίνησή τους/ μέσα σ’ ωραίους στίχους άλλων.»: «Poetae Minoris», ένα από τα εννιά ανέκδοτα ποιήματα του Πάνου Θασίτη, που πρωτοδημοσιεύονται στο «Εντευκτήριο», ανοίγοντας το πολυσέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού στον ολιγογράφο ποιητή και οξυδερκή δοκιμιογράφο και κριτικό, που οι γραμματολόγοι τον έχουν κατατάξει σχηματικά στην «τριάδα των ποιητών της ήττας» (μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Κλείτο Κύρου).

Ο Σταύρος Ζαφειρίου, που συνέβαλε στην οργάνωση του αφιερώματος, παρουσιάζει και σχολιάζει το ποιητικό έργο του Θασίτη, από την πρώτη του συλλογή, «Δίχως κιβωτό» (1951) μέχρι την τελευταία, «Σχιστολιθικά» (1983). Τη διελκυστίνδα ρεαλισμού και ερμητισμού στην ποίηση και την κριτική του Θασίτη διερευνά ο Αλέξης Ζήρας· ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου ασχολείται με την αυτονομία της τέχνης και το βάρος της πολιτικής συνείδησης στον κριτικό στοχασμό του Θασίτη· ο Θέμης Λιβεριάδης, σε μια προσωπική κατάθεση, μιλά για τον Θασίτη με 11 αφορισμούς· τέλος, ο Μιλτιάδης Δ। Πολυβίου παρουσιάζει «τεκμήρια από την πολιτική δράση και τις διώξεις ενός νέου ποιητή», δημοσιεύοντας φωτογραφίες από τη συμμετοχή του Θασίτη σε εκδηλώσεις της ΕΠΟΝ, δικαστικά και αστυνομικά έγγραφα που τον αφορούν, στιγμιότυπα από την εκτόπισή του στον Άη-Στράτη και τη Μακρόνησο ― τεκμήρια μιας εποχής στην οποία το να είσαι αριστερός διανοούμενος δεν ήταν ανέξοδη ρητορική αλλά συνεπαγόταν βαρύ προσωπικό τίμημα.
Αξίζει να προσεχτεί η ενότητα «Επιστολές στον Πάνο Θασίτη», με γράμματα και σημειώματα που του έστειλαν διακεκριμένοι κριτικοί και συγγραφείς στους οποίους είχε στείλει τα βιβλία του: Κοσμάς Πολίτης, Αλέξανδρος Αργυρίου (απάντηση σε αντιρρήσεις του Θασίτη σε κριτική του Α.Α., από τις πρώτες που δημοσιεύτηκαν για τη συλλογή «Δίχως κιβωτό»), Μελισσάνθη («Η φωνή σας έχει μια καθαρότητα που φέρνει ανακούφιση»), Γιάννης Ρίτσος (φίλος του από τα χρόνια της κοινής τους εξορίας), Οδυσσέας Ελύτης («αν υπήρχανε στον τόπο μας πέντε-δέκα άνθρωποι προετοιμασμένοι να δεχθούν ένα έργο σαν το Άξιον Εστί, εσείς ασφαλώς είσαστε μέσα σ’ αυτούς»), Στρατής Τσίρκας («σε βεβαιώ πως είχα ένα ρίγος σχεδόν καφκικό όταν βρέθηκα σ’ ένα γραφείο μ’ αναμμένα όλα τα φώτα, που πολλά ίχνη μαρτυρούσαν πως να τώρα δα δούλευαν άνθρωποι εδώ μέσα…»), Γιώργος Ιωάννου («πιάνεις θέματα “αχάριστα” και τα δίνεις με σχεδόν επικό πλάτος φωνής, χωρίς καθόλου αυτή να γίνεται ρητορεία»), Δ. Π. Παπαδίτσας («η αληθινή ποίηση έχει μία και μοναδική εκφραστική, εκείνη που υποβάλλει το αληθινό ποίημα»), Μανόλης Αναγνωστάκης («ψαροτουφεκάς ακόμα;»).
ΚΑΠΝΙΣΤΗΡΙΟ Ο Άκης Παπαντώνης γράφει από την Οξφόρδη για τον σερ Τζον Φρανκ Κέρμοντ (1919-2010), που πέθανε πρόσφατα, σημαντική προσωπικότητα των βρετανικών γραμμάτων,, κριτικό και θεωρητικό της λογοτεχνίας, μελετητή του Σαίξπηρ και των Βρετανών ρομαντικών, συνεργάτη του «Times Literary Supplement» και πρωτεργάτη στη δημιουργία δύο περιοδικών που βρίσκονται στο προσκήνιο μέχρι και σήμερα, του «London Review of Books» και του «Literary Review».
Η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη γράφει από τη γαλλική πρωτεύουσα για την επάνοδο στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής επικαιρότητας του προσώπου και του έργου του Αλμπέρ Καμύ (1913-1960), με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατό του σε τροχαίο δυστύχημα.
ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ Ο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος σκιαγραφεί το πορτραίτο του Πάνου Μουλλά (1935 - 11.9.2010), ομότιμου καθηγητή νεοελληνικής φιλολογίας του ΑΠΘ, και η Τζίνα Πολίτη δημοσιεύει το κείμενο του Εγκωμίου που εκφώνησε κατά την τελετή απονομής στον Μουλλά του βραβείου Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας και Έρευνας (14.12.2001).
Σε άλλες σελίδες, ο εκδότης των «Νησίδων» Βασίλης Τομανάς αποχαιρετά την πεζογράφο και μεταφράστρια Φούλα Λαμπελέ (1926-7.10.2010).
ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων. Γράφουν: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (Γιώργου Μαρκόπουλου, «Κρυφός κυνηγός»), Τιτίκα Δημητρούλια (Σταύρου Ζαφειρίου, «Ενοχικόν» και Αντόνιο Κατάλφαμο, δύο βιβλία ποίησης στα ιταλικά), Μαρία Στασινοπούλου (Κώστα Π. Παναγιωτόπουλου, «Δέκα ζωές της ζωής μου» και Κώστα Ακρίβου, «Ποιος θυμάται τον Αλφονς»), Γιώργος Μπλάνας (Δήμητρας Χριστοδούλου, «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι»), Θεόδωρος Παπαγγελής (Σοφίας Νικολαΐδου, «Απόψε δεν έχουμε φίλους»), ΄Ακης Δήμου (Μαρίας Λαϊνά, «Άπαντα τα θεατρικά»), Τούλα Κόντου (Ουίλιαμ Τρέβορ, «Οι εργένηδες των λόφων» και «Δύο ζωές»), Θανάσης Μαρκόπουλος (Αντώνη Κάλφα, «Με τα διασωθέντα της πίστης κειμήλια»)· Δημήτρης Μπάμπας (Μα Τζιαν, «Πεκίνο σε κώμα»), Θωμάς Λιναράς (Κόρμακ ΜακΚάρθυ, «Όλα τα όμορφα άλογα», «Το πέρασμα», «Πεδινές πολιτείες»), Βάνα Χαραλαμπίδου (Αρά Γκιουλέρ, «Στην Πόλη»)· στη νέα στήλη «Εισερχόμενα», ο Δημήτρης Η. Παστουρματζής παρουσιάζει νέες εκδόσεις που έφτασαν στο περιοδικό, ενώ στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε μεγάλο αριθμό πρόσφατων εκδόσεων.
ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Την ενότητα της λογοτεχνίας σ’ αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» κοσμούν έργα της σημαντικής χαράκτριας Τόνιας Νικολαΐδη.

Όπως έγραψε η Μαρία Μαραγκού, «Ότι είναι η σημαντικότερη Ελληνίδα χαράκτρια το έχει κατοχυρώσει. Ότι βρίσκεται στο πλαίσιο μιας τέχνης που μπορεί να γίνει οπουδήποτε και να απευθυνθεί σε οποιονδήποτε, πιθανώς το ανακαλύπτουμε σήμερα, παρακολουθώντας το σύνολο της δουλειάς, την εξέλιξη της διαδρομής και την ανάγκη να διαπραγματευθεί φόρμες διαφορετικές, υπερασπίζοντας το ίδιο αίτημα, την προσέγγιση μιας προσωπικής αλήθειας που διαθέτει συλλογικό διάλογο».
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζεται το πορτφόλιο «Μαύρη θάλασσα» της Αγγλίδας Βανέσα Ουίνσιπ.

Γράφει η Άννα-Μαρία Παράσχου: «Το στοιχείο που κάνει τη δουλειά αυτή ενδιαφέρουσα είναι η ανάδυση της καθημερινότητας μέσα από περιοχές που έχουν στιγματιστεί και χαρακτηριστεί από βίαια κι οδυνηρά γεγονότα. Η Vanessa Winship φέρνει στο φως πτυχές της ζωής, πέρα από τη φρίκη του πολέμου και του διχασμού, αναδεικνύει την ελπίδα και το φως πέρα από το σκοτάδι, περιφέρει το βλέμμα της σε μέρη που έχουν πληγεί στο παρελθόν ή πλήττονται ακόμη από καταστροφικές έριδες κι όμως είναι εδώ, μέσα από τη ματιά της, η αισιόδοξη πλευρά της ζωής, μια θέαση που, χωρίς να είναι απολύτως πρωτότυπη, είναι εύστοχα ουσιώδης. Είναι πολύ σημαντικό να βλέπει κανείς τη ζωή να συνεχίζεται, να υπάρχει ελπίδα και φως, μέσα στο σκοτάδι που συνήθως μας περιτριγυρίζει..»
12.11.10
ΕΛΑΤΕ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΟΥΤΑΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ»

Ζώντας στη Θεσσαλονίκη, ο καθένας μας μπορεί να ’χει πολλές εντυπώσεις χαρακτηριστικές του νοήματος που αντιπροσωπεύει μια πόλη. Απ’ αυτή την άποψη τη θεωρώ πραγματικά ζωντανό πανεπιστήμιο. Πιστεύω πως καμιά πόλη στον κόσμο δεν είναι δυνατό να διδάξει όσα αυτή σήμερα. Κάθε πόλη έχει μιαν ορισμένη μορφή. Η Θεσσαλονίκη, δίχως να στερείται ένα μακρόχρονο ιστορικό παρελθόν, όπου καθ’ όλη τη διάρκειά του διατήρησε πάντα τη σημασία της, παρουσιάζεται σαν αστάθμητο γίγνεσθαι.
Είναι άσκημη, μας λεν, και σύγχρονα ομολογούν οι ίδιοι, μπορεί να γίνει πιθανόν η ωραιότερη […] Έχει ουρανό καταγάλανο σαν τα νησιά, και οι ομίχλες της θυμίζουν Λονδίνο. Ο όρμος της στο μυχό του Θερμαϊκού, όπου αράζουν σκάφη όλων των θαλασσών, θυμίζει συχνότατα τα δειλινά, λίμνες ηπειρωτικές, όπως της Γενεύης. Ρομαντική όταν τη βλέπεις ανάμεσα από τα δέντρα του Σέι-Σου, εμπνέει τον πιο ασφυκτικό ρεαλισμό η άποψη των συνοικισμών της. […]
Φίλες και φίλοι,
Η Θεσσαλονίκη στην οποία γεννηθήκαμε ή/και επιλέξαμε να ζούμε, στη διάρκεια των τελευταίων 24 χρόνων διολίσθησε αργά αλλά σταθερά ―εξαιτίας πράξεων αλλά κυρίως παραλείψεων της κατά καιρούς διοίκησης του Δήμου από στελέχη της Νέας Δημοκρατίας― στη σημερινή της κατάσταση, που όλοι στις συζητήσεις μας τη χαρακτηρίζουμε απαράδεκτη
Στα χρόνια αυτά δυστυχώς δεν υπήρξαμε κι εμείς περισσότερο ενεργοί, δεν διεκδικήσαμε πιο έντονα τα δικαιώματά μας, κατά βάθος γιατί σιγά σιγά “προσαρμοστήκαμε” στο χάλι της πόλης και πάψαμε να πιστεύουμε ότι είναι εφικτή μια “άλλη Θεσσαλονίκη”, σαν τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις που τις επισκεπτόμαστε και τις θαυμάζουμε.
Αυτό που λέμε μεταξύ μας, πως «η κατάσταση δεν πάει άλλο», ήρθε η στιγμή να γίνει πράξη. Στις μεθαυριανές εκλογές, άσχετα με την κομματική χροιά που τους έχει αποδοθεί, θα εκλέξουμε όχι ταχυδρόμο, «για να στείλουμε μήνυμα στην κυβέρνηση», αλλά Δήμαρχο Θεσσαλονίκης για μια 5ετία.
Σ’ αυτή την κρίσιμη για τη Θεσσαλονίκη ψηφοφορία, ενωθείτε μαζί μας, για να φτιάξουμε όλοι μαζί τη Θεσσαλονίκη που θέλουμε να ζούμε. Καθαρή, πολιτισμένη, φιλική στους κατοίκους της και στους ξένους, ανοιχτόκαρδη, αγαπητική. Είναι ―κυριολεκτικά― στο χέρι μας.
Ελάτε με την «Πρωτοβουλία για τη Θεσσαλονίκη» και τον Γιάννη Μπουτάρη. Γιατί δεν υπάρχει περιθώριο για άλλο χαμένο χρόνο. Γιατί μας αξίζει μια καλύτερη Θεσσαλονίκη.
Γιώργος Κορδομενίδης
δημοτικός σύμβουλος με την «Πρωτοβουλία» και τον Γιάννη Μπουτάρη
ΨΗΦΟ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗ
10.11.10
ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΤΟΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟ
Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ το 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία και στη Μακρόνησο. Είχε διατελέσει σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων.
Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1943 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής του με τίτλο «Fuga». Το 1983 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για τη συλλογή του In Perpetuum.
Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού εξέφρασε τη λύπη της για τον θάνατο του ποιητή και αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, αναφέροντας ότι «η ποίηση έγινε ο δίαυλος μέσα από τον οποίο εξέφραζε τη σκέψη, τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις του, έγινε ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να αποτυπώσει το πνευματικό του μανιφέστο. Ο θάνατος του ποιητή Έκτορα Κακναβάτου αποτελεί για την ελληνική ποίηση απώλεια μεγέθους ανάλογου του πνευματικού αναστήματος του εκλιπόντος».
Μεταξύ των έργων του είναι τα «Fuga» (1943), «Διασπορά» (1961), «Η κλίμακα του λίθου» (1964), «Τετραψήφιο» (1971), «Οδός Λαιστρυγόνων» 1978, «Τα μαχαίρια της Κίρκης» (1981), «In Perpetuum» (1983), «Κιβώτιο ταχυτήτων» (1987) «Οι ακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός» (1995) κ.α. Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη στις 3.30 το μεσημέρι από το νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου.
(από την εφημερίδα Η Καθημερινή)
23.10.10
Ο Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΟΥΤΑΡΗ
21.10.10
ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΟΥΤΑΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την οικονομική κρίση, την εντεινόμενη ανεργία και την αποβιομηχάνιση, η πόλη υφίσταται μια πρωτοφανή κρίση ταυτότητας και αντιμετωπίζεται από την υπόλοιπη Ελλάδα και τα ΜΜΕ ως πρωτεύουσα του συντηρητισμού και της αδράνειας. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στη χαμηλού επιπέδου αυτοδιοικητική της εκπροσώπηση και στην κραυγαλέα κακοδιαχείριση στον Δήμο Θεσσαλονίκης, που αποτελεί αντικείμενο παρατεταμένης δικαστικής διερεύνησης.
Οι δημοτικές εκλογές παρέχουν στην πόλη την ευκαιρία για μια πραγματική αναγέννησή της, με αιχμή του δόρατος μάλιστα τον πολιτισμό. Ας μη θεωρηθεί υπερβολή ή ουτοπία: σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, ο πολιτισμός είναι και χρησιμοποιείται ως κεντρικό εργαλείο πολιτικού και αναπτυξιακού σχεδιασμού. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στις εξαιρετικά δύσκολες στιγμές που περνάει η Ελλάδα, ο πολιτισμός ενδέχεται να αποτελεί κύριο εργαλείο αναπτυξιακής πολιτικής, τόσο για τη βελτίωση των οικονομικών της χώρας όσο και για την κοινωνική συνοχή.
Αποδέχτηκα με χαρά την πρόταση του Γιάννη Μπουτάρη να συμμετάσχω στον συνδυασμό της «Πρωτοβουλίας για τη Θεσσαλονίκη», αφενός επειδή πιστεύω στο πρόγραμμα της «Πρωτοβουλίας» και εμπιστεύομαι τον Γιάννη Μπουτάρη και τους συνεργάτες του, αφετέρου επειδή θεωρώ ότι μπορώ να συμβάλω στην πολιτιστική αναβάθμιση της πόλης, μέσα από τις ισχυρές υποδομές του Δήμου Θεσσαλονίκης, ένα σχέδιο που επί τριάντα χρόνια παρουσιάζω με τις εργασίες, τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τις δημοσιεύσεις μου στο κοινό της πόλης και της χώρας.
ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ
Γεννήθηκα το 1955 στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλωσα στη Σταυρούπολη. Από τον Κωνσταντινουπολίτη πατέρα μου, Σωτήρη, έμαθα πλήρως την τέχνη του καθεκλοσκελετοποιού, καί από την Ξανθιώτισσα μοδίστρα μητέρα μου, Μαρίκα, απόκτησα στοιχειώδεις γνώσεις ραψίματος και μαγειρικής ― και από τους δυο μαζί διδάχτηκα τη δύσκολη τέχνη της επιβίωσης.Παράλληλα με το σχολείο, δούλεψα στο εργαστήριο του πατέρα μου, στο οικογενειακό παντοπωλείο, καθώς και σε φωτοτυπείο, κυλικείο και επινικελωτήριο.
Μετά το 6τάξιο Γυμνάσιο συνέχισα να μορφώνομαι μόνος μου.
Από το 1974 μέχρι το 2009 εργάστηκα στην Εθνική Τράπεζα, όπου από το 1982 έως το 2001 ήμουν υπεύθυνος Τύπου και δημοσίων σχέσεων για τη Β. Ελλάδα (από τη θέση αυτή συνέβαλα στην αποκατάσταση του παραδοσιακού κτιρίου του πρώην Ε΄ Γυμνασίου και στην έναρξη λειτουργίας του ως πολιτιστικού κέντρου) ενώ από το 1997 μέχρι το 2009 διετέλεσα διευθυντής στο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης. Υπήρξα επίσης τακτικός εισηγητής σε σεμινάρια για νέους υπαλλήλους της Τράπεζας, καθώς και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Εμείς που εξέδιδε (1985-2006) η Εθνική για το προσωπικό της.
Από το 1978, συνεργάτης εφημερίδων και περιοδικών (Ελληνικός Βορράς, Το Τέταρτο, Το Δέντρο, Διαγώνιος, Διαβάζω, Ένα, Θεσσαλονικέων Πόλις). Υπήρξα μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Ενενήντα επτά (1996-1997) του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας «Θεσσαλονίκη 1997»· για λογαριασμό του ίδιου οργανισμού διοργάνωσα τον κύκλο εκδηλώσεων «Θεσσαλονικέων εσπερίδες», δώδεκα λογοτεχνικές βραδιές για ισάριθμους Θεσσαλονικείς ποιητές και πεζογράφους
Από το 1979, παραγωγός ραδιοφωνικών προγραμμάτων (ΕΡΤ2, Ράδιο Α 103, Ράδιο 88μισό του Μύλου, από το 1995 μέχρι το 2009 στον 9,58fm της ΕΡΤ3).
Από το 1987 εκδότης-διευθυντής και άνθρωπος-για-όλες-τις-δουλειές του περιοδικού Εντευκτήριο και των Εκδόσεων Εντευκτηρίου. Το Εντευκτήριο, που το 2009 τιμήθηκε με το κρατικό Βραβείο Περιοδικού, αναγνωρίζεται ως ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα, περιλαμβάνει μεταξύ των συνεργατών του τα γνωστότερα ονόματα συγγραφέων της χώρας και έχει εκδώσει έως τώρα 90 τεύχη, ανάμεσα στα οποία σημαντικά αφιερώματα.

Τα εξώφυλλα των τευχών Νο 83 (με αφιέρωμα στην Κική Δημουλά + dvd από την εκδήλωση «Η Κική Δημουλά διαβάζει ποιήματά της» στο Underground Εντευκτήριο, που πραγματοποιήθηκε για να γιορταστούν τα 20χρονα του περιοδικού) και Νο 89
Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορούν 35 τίτλοι με ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, cd κτλ.
Στο «Underground Εντευκτήριο», τον χώρο εκδηλώσεων του περιοδικού, τον οποίο επίσης διευθύνω, από το 2001 και μετά διοργανώθηκαν πολλές εκδηλώσεις, ανάμεσά τους οι πολυσυζητημένες «ολονυχτίες» στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, καθώς και άλλα θεάματα-ακροάματα με βασικό τους χαρακτηριστικό τη μείξη λογοτεχνίας, θεάτρου, χορού, βίντεο και μουσικής· ακόμη, προβολές ταινιών για συγγραφείς, συζητήσεις για το θέατρο, κύκλοι μουσικών εκδηλώσεων για νέους μουσικούς και συνθέτες (σε συνεργασία με το Κρατικό αλλά και με ιδιωτικά ωδεία της πόλης) κ.ά.
Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης διαβάζει σελίδες από την Οδύσσεια σε δική του μετάφραση στο Underground Εντευκτήριο
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος διαβάζει Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στο Underground Εντευκτήριο, σε μια από τις πιο πολυπληθείς εκδηλώσεις που έγιναν στον χώρο αυτόν
Το 1993-1995 υπήρξα επιμελητής (editor) του περιοδικού Το Αριστοτέλειο σήμερα, που εξέδιδε η πρυτανεία του Πανεπιστημίου, για λογαριασμό της οποίας επίσης επιμελήθηκα σειρά εντύπων, αφισών κτλ.
Από το 1998 μέχρι το 2005 έγραφα τη σελίδα βιβλίου «Αναγνωστήριο» στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος της Κυριακής.
Το 1999 μετείχα στη διοργάνωση, μαζί με το σουηδικό λογοτεχνικό περιοδικό 90TAL, του Φεστιβάλ Ποίησης της Στοκχόλμης.
Από τα τέλη 2005 συνεργάζομαι, ως κριτικός βιβλίου, με το καλλιτεχνικό ένθετο της εφημερίδας Η Καθημερινή.
● - Ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Φίλων Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης
● - Μέλος του Δ.Σ. της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη» (1987-1989)
● - Mέλος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1999)
● - Εκπρόσωπος του Υπουργείου Πολιτισμού στο Δ.Σ. του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης, στην Κοζάνη (2003-2007)
●- Μέλος του Δ.Σ. του Μακεδονικού Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης (2010-)
Δείτε ένα τηλεοπτικό πορτραίτο μου εδώ:
http://www.youtube.com/watch?v=_CGdE679j0E
http://www.youtube.com/watch?v=xABVHhK0qe0
Αν πιστεύετε ότι κάποιοι φίλοι ή γνωστοί σας ενδιαφέρονται να έχουν την ίδια ενημέρωση, μπείτε σας παρακαλώ στον κόπο να τους γνωστοποιήσετε την ανάρτηση αυτή.
20.10.10
ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΣΙΟΛΚΑ: ΝΕΚΡΗ ΕΥΡΩΠΗ
Christos Tsiolkas
Νεκρή Ευρώπη: Μυθιστόρημα
Μετάφραση: Νίκη Προδρομίδου
Αθήνα, Εκδόσεις Printa 2010, 446 σ.
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗ
Μόλις δέκα χρόνια χωρίζουν τη νουβέλα «Κατά μέτωπο», πρώτο βιβλίο του αγγλόφωνου, ελληνικής καταγωγής (γενν. Μελβούρνη, 1965), Χρήστου Τσιόλκα και το τρίτο, το πολυσυζητημένο μυθιστόρημα «Νεκρή Ευρώπη». Έκτοτε, ο ίδιος αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους πεζογράφους της Αυστραλίας, κυρίως χάρη στο ανέκδοτο ακόμη στα ελληνικά μυθιστόρημά του «Το χαστούκι».
Ανάμεσα στα δύο βιβλία υπάρχουν κοινά στοιχεία: και εδώ ο πρωταγωνιστής-αφηγητής, ο 35χρονος φωτογράφος Ισαάκ Ράφτης, είναι γιος Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία, ομοφυλόφιλος επίσης, και βρίσκεται σε ένα μακρύ ταξίδι ενηλικίωσης στη γηραιά ήπειρο, για να βρει τις οικογενειακές του ρίζες αλλά και για να δει από κοντά την Ευρώπη των μεγάλων ιστορικών ρευμάτων που γνώρισε από τα σχολικά βιβλία· καταλήγει όμως να ψηλαφεί τα ποικίλα τραύματά της, τα φαντάσματα που τη στοιχειώνουν και τις γκρίζες της προοπτικές, με κατοίκους κουρασμένους, απαισιόδοξους και παραιτημένους...

Ένας κόσμος σε αποσύνθεση
Η παρακμή του γηραιού κόσμου
Ειδικά για τη σύγχρονη Ελλάδα, η κριτική ματιά του είναι αδυσώπητη χωρίς να διολισθαίνει σε εύκολο καταγγελτικό λόγο. Ο Τσιόλκας έχει ακτινογραφήσει τη βαθιά κοινωνική κρίση προτού αυτή ξεσπάσει σαρωτική και δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους.
Από την Ελλάδα στη Βενετία, το Παρίσι, την Πράγα, το Βερολίνο, το Λονδίνο και το Καίμπριτζ, ο Ισαάκ συναντά μια Ευρώπη τριπλά νεκρή: εξαιτίας των εκατομμυρίων πολιτών της που χάθηκαν στους παγκόσμιους και τοπικούς πολέμους του εικοστού αιώνα, εξαιτίας του θανάτου του κομμουνιστικού ιδεώδους και λόγω του θανάτου της αγροτικής τάξης, από την οποία προέρχεται ο αφηγητής.
Ο τελευταίος δεν φωτογραφίζει για να κριτικάρει ή για να αποδομήσει την ευρωπαϊκή εικόνα, είναι απλώς ο καταγραφέας της αποσύνθεσής της. Δεν επινοεί την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού, τις ορδές των μετοίκων από χώρες μακρινές κι από άλλες ηπείρους, το σύγχρονο δουλεμπόριο, την παντοία εκμετάλλευση, τον αέναο κύκλο του αίματος: όλα αυτά έχουν συμβεί και τον περιμένουν να τα αποτυπώσει.
Παράλληλα, σκιτσάρει εικόνες από τη ζωή στην Αυστραλία των Ελλήνων μεταναστών, ζωντανεύει τη σχέση του με τον μακροχρόνιο σύντροφό του και προβληματίζεται για τον ρόλο της τέχνης του.
Αίμα, γη και φαντάσματα
Το ταξίδι όμως του Ισαάκ στη γηραιά ήπειρο είναι ο ένας από τους δύο άξονες της αφήγησης. Πηγαίνοντας στο χωριό της μητέρας του, στην ορεινή Ευρυτανία, ο Ισαάκ έρχεται αντιμέτωπος με βαθιά θαμμένα μυστικά από τον καιρό της Κατοχής και κυρίως από τον ανελέητο εξολοθρεμό των Ελλήνων εβραίων. (Άλλωστε, ο αντισημιτισμός ―γενικότερα: η θρησκευτική μισαλλοδοξία― και η ξενοφοβία είναι οι δύο εκφάνσεις του ρατσισμού τις οποίες ιδιαίτερα διερευνά ο Τσιόλκας στη «Νεκρή Ευρώπη».) Αυτή την παλιά ιστορία, διαποτισμένη με αποκρύψεις, ψέματα και δεισιδαιμονίες, την παρακολουθούμε σε ενδιάμεσα κεφάλαια, που δανείζονται το κλίμα τους από τα παραμύθια και τις λαϊκές δοξασίες.
Το γράψιμο του Τσιόλκα, σφιχτό, νευρώδες, γεμάτο ένταση αλλά και με σχεδόν εμμονικές αναφορές στα πάθη της σάρκας, τις σωματικές οσμές και εκκρίσεις, το αίμα, χτυπάει εξίσου και στον εγκέφαλο και στο στομάχι.
Παρόλο που κρατώ επιφυλάξεις για το φινάλε του βιβλίου και τον τρόπο με τον οποίο συγκλίνουν η νεορεαλιστική αφήγηση και ο μαγικός ρεαλισμός, θεωρώ τη «Νεκρή Ευρώπη» ιδιαίτερα σημαντικό βιβλίο αλλά και λαμπρό δείγμα του τι μπορεί να καταφέρει ένας ταλαντούχος συγγραφέας συνδυάζοντας το παθιασμένο γράψιμο με τη βαθιά γνώση του θέματός του.
Είναι ανώφελο να ανα-αφηγηθεί κανείς την “υπόθεση” της «Νεκρής Ευρώπης», αφού αυτή είναι απλώς η βάση προκειμένου ο Τσιόλκας να μιλήσει για το πώς συντρίβει η Ιστορία τις ζωές των απλών ανθρώπων, για τη θρησκεία, την πολιτική, τις ιδεολογίες, τη μετανάστευση, τις έννοιες της πατρίδας και της ταυτότητας...
Μυθιστόρημα με πολλά επίπεδα, πολιτικό κατά βάση, η «Νεκρή Ευρώπη» είναι βιβλίο απαισιόδοξο για το πιθανό μας μέλλον. Λέει ο Ισαάκ: «Αυτό που πιστεύω είναι ότι [...] θα συνεχίσουμε να πολεμάμε και θα συνεχίσουμε να μισούμε και θα πιστεύουμε ότι είμαστε δίκαιοι και ενάρετοι και πιστοί. [...] Θ’ αναζητούμε τις απολαύσεις και θα καταστρέφουμε αλλήλους κατά την αναζήτηση αυτή. Θα εγκαταλείπουμε τα παιδιά μας. Θα τα κάνουμε όλα αυτά στο όνομα του Θεού και στο όνομα της φύσης μας.»
Η μετάφραση της Νίκης Προδρομίδου συμβάλλει αποφασιστικά στην αναγνωστική απόλαυση.
9.10.10
ΠΕΘΑΝΕ Η ΦΟΥΛΑ ΛΑΜΠΕΛΕ

Πέθανε προχτες και ήδη κηδεύτηκε η αθόρυβη αλλά και ακούραση πεζογράφος και μεταφράστρια Φούλα Λαμπελέ.
Σύμφωνα με το βιογραφικό της που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης:
Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Πατέρας χημικός και φαρμακοποιός από την Ιστιαία Ευβοίας, μητέρα από την Μακρινίτσα. Και οι δυο μεγαλωμένοι στον Βόλο. Παντρεύτηκε τον Ελβετό Albert Lambelet το 1955 στην Ζυρίχη, όπου έζησε χωρίς διακοπή μέχρι το 1996. Έκτοτε και μέχρι τον θάνατό της ζούσε στη Θεσσαλονίκη.
Σπουδές. Διπλωματούχος ιατρικής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Ζυρίχης. Επάγγελμα. Γιατρός μικροβιολόγος. Σταδιοδρομία. Από το 1956 άσκηση της εργαστηριακής ιατρικής στην Ζυρίχη. 1980-85 προσέγγιση στην μοριακή βιολογία με έρευνα στο Ινστιτούτο Ιολογίας
Πανεπιστημίου Ζυρίχης.
Μέλος: Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, Schweizerischer Verband Schriftsteler Inen
Λογοτεχνία. Ενδιαφέροντα από τα μαθητικά χρόνια, προσωπική συμμετοχή από το 1970, με την έκδοση του πρώτου βιβλίου διηγημάτων («Ζητείται πράσινη γάτα», Εκδ. Νέας Πορείας, 1973). Ακολούθησαν άλλα 15 βιβλία με διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα στις εκδόσεις Νέα Πορεία, Τεκμήριο, Πιτσιλός,, Λωτός, Υψίπεδο, και Νησίδες. Τελευταίο βιβλίο (2006) διηγημάτων στις εκδόσεις Νησίδες: «Άγγελοι είναι, τι ξέρουν αυτοί».
Παράλληλα έγραψε μια σειρά νεανικών διηγημάτων από τα οποία εκδόθηκαν τα δέκα: Έξι στις εκδόσεις Καστανιώτη, δύο Λωτός και δύο Τεκμήριο Τέσσερα, και έξι παραμένουν ακόμα ανέκδοτα.
Μεταφράσεις. Κυρίως από τα γερμανικά και γαλλικά. Σε βιβλίο εξεδόθη το νεανικό μυθιστόρημά της Christine Noestlinger ελληνικός τίτλος «Με φωνάζαν ορνιθόρυγχο» - με ψευδώνυμο Λέλα Μπαλέφου (αναγραμματισμός του Φούλα Λαμπελέ).
Τεκμήριο 1991.Μεταφράσεις διηγημάτων, βιογραφιών κ.ά., παρουσιάστηκαν από πολλά
λογοτεχνικά περιοδικά.
Ανθολογίες. «Αποστολίδη» και Int. Authors and Writers who's who.
.
7.10.10
ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΓΙΟΣΑ: ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2010
Στον Περουβιανό συγγραφέα Μάριο Βάργκας Γιόσα απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2010, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Σουηδικής Βασιλικής Ακαδημίας.
Στην ανακοίνωσή της η Σουηδική Ακαδημία αναφέρει ότι τιμά τον Περουβιανό συγγραφέα για «τη χαρτογράφηση των δομών της εξουσίας και τις αιχμηρές περιγραφές του για την αντίσταση, την επάνασταση και την ήττα του ατόμου».
Με έντονο πολιτικό παρελθόν και πορεία, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα έγινε γνωστός με το βιβλίο του Η πόλη και τα σκυλιά (1963). Το νέο μυθιστόρημα του νομπελίστα, πλέον, συγγραφέα El sueño del Celta (ελεύθερη μετάφραση: Το όνειρο του Κέλτη) θα κυκλοφορήσει στα ισπανικά το Νοέμβριο του 2010. Oι μεταφράσεις του βιβλίου θα κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα ένα χρόνο αργότερα, με παράλληλες εκδηλώσεις σε διάφορες χώρες και με το συγγραφέα να συμμετέχει μέσω video wall.
O Μάριο Βάργκας Λιόσα γεννήθηκε το 1936 στην Αρεκίπα του Περού. Ήδη με το πρώτο του μυθιστόρημα Η πόλη και τα σκυλιά (μτφρ. Aγγελική Aλεξοπούλου, Εκδ. Καστανιώτη, 1999) έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο. Aπό τις Eκδόσεις Kαστανιώτη κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματα Μια ιστορία για τον Μάυτα (μτφρ. Aγγελική Aλεξοπούλου, 1997), Τα τετράδια του δον Ριγοβέρτο (μτφρ. Bιβή Φωτοπούλου, 2001), Η γιορτή του Τράγου (μτφρ. Aγγελική Aλεξοπούλου, 2002), Το πράσινο σπίτι (μτφρ. Kατερίνα Tζωρίδου, 2005), Ο Παράδεισος στην άλλη γωνία (μτφρ. Κώστας Αθανασίου, 2006), Το παλιοκόριτσο (μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, 2007). Επίσης κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία του με τον τίτλο Το ψάρι στο νερό (μτφρ. Λήδα Παλλαντίου, 1999) και το δοκίμιό του Επιστολές σ' ένα νέο συγγραφέα (μτφρ. Mαργαρίτα Mπονάτσου, 2001).
Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα είχε επισκεφτεί την Ελλάδα το 2002 για την παρουσίαση του βιβλίου του Η γιορτή του Τράγου.
Δείτε εδώ μια εκτενή συνέντευξη του Γιόσα
3.10.10
ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ: ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΨΑΡΙ
Ατυχώς, κάποτε ο Δασκαλόπουλος κουράστηκε και εγκατέλειψε τη στήλη. Δοκίμασα για ένα διάστημα να συνεχίσω ο ίδιος, αλλά η παρακολούθηση τόσων εντύπων, για τις ανάγκες ενός σοβαρού σχολιασμού, προϋπέθετε χρόνο που δεν διέθετα, κι έτσι η προσπάθεια αυτή έμπρακτης αλληλεγγύης στα αδελφά έντυπα έλαβε τέλος.
Σ' αυτή την περίοδο της γενικευμένης κρίσης, και των περικοπών που κάνει ο καθένας μας στα έξοδά του, είναι φυσικό να πλήττεται ο Τύπος, και περισσότερο ο ειδικός, όπως είναι τα λογοτεχνικά περιοδικά. Την κρίση την αισθάνεται ποικιλότροπα και το Εντευκτήριο, και απ' όσο μαθαίνω και άλλα περιοδικά του είδους.
Μολονότι δεν είμαι και ο αντικειμενικότερος στο ζήτημα αυτό, νομίζω πως τα λογοτεχνικά περιοδικά έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία στην πνευματική ζωή ενός τόπου από αυτήν που εύκολα φαντάζεται κανείς. Ας είναι, η εξέλιξη θα δείξει.
Μεταφέροντας το παλιό «Κιόσκι» στο blog του Εντευκτηρίου, κάνω σήμερα αρχή από το πρόσφατο τεύχος του Φαρφουλά, ενός περιοδικού που δεν το έχω παρακολουθήσει συστηματικά αλλά ακόμη κι έτσι το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Ενδιαφέρον αλλά και πρωτότυπο είναι το αφιέρωμα στο ψάρι που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Φαρφουλά.

«Ιχθύς: φαλλικό σύμβολο, γονιμότητα, αναπαραγωγή, ζωή ανανεωμένη και διατηρημένη, δύναμη των υδάτων σαν αρχή και διατήρηση της ζωής, το υδάτινο στοιχείο, συσχετισμένο με όλες τις όψεις της μητέρας θεάς σαν γεννήτριας και με όλες τις σεληνιακές θεότητες…»
(από το Λεξικό των Συμβόλων του J. C. Cooper)
«Το ψάρι είναι το πλάσμα που διεγείρει και τροφοδοτεί με την παραδοξότητά του τη φαντασία όχι μόνο των μικρών παιδιών και των καλλιτεχνών, αλλά και όλων των εγκλωβισμένων ανθρώπων, των ανθρώπων που θα ήθελαν να ζουν ελεύθεροι σαν ψάρια, των ανθρώπων που κάποτε μπορεί να υπήρξαν ψάρια, των ανθρώπων που ασφυκτιούν στο συμβατικό πλαίσιο ενός βαρετού εαυτού και μιας πληκτικής ζωής, των ανθρώπων που ανακουφίζονται όταν διαφεύγουν, όταν χάνονται, όταν ονειρεύονται, γιατί είναι ο τρόπος με τον οποίο διασκεδάζουν, ο τρόπος με τον οποίο αλαφραίνουν τη ζωή τους και την κάνουν περισσότερο ενδιαφέρουσα, επαναπροσδιορίζοντας την πραγματικότητά τους μέσα από φαντασιακές διαδρομές παρέα με φανταστικά πλάσματα», γράφει η Έλσα Κορνέτη στο editorial του περιοδικού.
Για το ψάρι λοιπόν γράφουν κείμενα, εμπνέονται ιστορίες και ποιήματα, αφηγούνται όνειρα, σχεδιάζουν και μελετούν οι: Έλσα Κορνέτη (Το νησί πάνω από το ψάρι), Εύη Τσακνιά (Μέσα από το μάτι του ψαριού), Θεώνη Ταμπάκη (Ένα όνειρο), Ίων Πανόπουλος (Άζωτο 78,084%), Δημήτρης Βανέλλης (Αλλάζοντας), Γιάννης Ξούριας (Το ψάρι), Σωκράτης Μαρτίνης (Οι οφθαλμομάντεις του θέρους), Μιχάλης Μπαγιαρτάκης (Μια αληθινή ιστορία αγάπης), Νίκος Ξένιος (Αγέλη), Γιώργος Ε. Πάρκου (Η κρυμμένη τέχνη του ψαρέματος...), Κωνσταντίνος Μπούρας (Ιχθύς-Ιχθείς), Χρήστος Τουμανίδης (18 χαϊκού για τα ψάρια), Ζαχαρίας Στουφής (Το Ψάρι του Θεού), Διαμαντής Καράβολας (Θαλάσσιες θεότητες στην ελληνική μυθολογία), Δάφνη Χρονοπούλου (Ο Μόμπυ Ντικ και η Μικρή Γοργόνα), Βασιλική Γεροκώστα (Παροιμίες και γνωμικά για τα ψάρια). Επίσης ανθολογούνται κείμενα για τα ψάρια των Γιάννη Σκαρίμπα, Αντόν Τσέχωφ, Ισιντόρ Ντυκάς, Ανδρέα Εμπειρίκου, Νίκου Εγγονόπουλου και Φώτη Κόντογλου. Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι της Βασιλικής Γεροκώστα.
Εκτός αφιερώματος δημοσιεύονται οι μελέτες του Σωτήρη Ραπτόπουλου (Ίχνη αρχαίας λατρείας στις περί Αγίου Μάμαντος παραδόσεις) και του Γιάννη Ξούρια (Ευδαίμονες νύχτες στη Βοσπορομαχία).
Στις σελίδες ποίησης φιλοξενούνται ποιήματα των: Θόδωρου Μπασιάκου, Δημήτρη Χορόσκελη, Κώστα Ρεούση, Λαμπρινής Αιωροκλέους, Γιάννη Ντέλλα, Γεωργία Τρούγλη, Dominique Αρβανίτη, Στάθη Κουτσούνη, Ιωάννας Κανελλοπούλου.
Το τεύχος συνοδεύει η ένθετη εφημερίδα Η Ηχώ της Αεραλάνδης με αντίστοιχη περί ψαριού θεματολογία.
Επίσης σε ξεχωριστή έκδοση περιλαμβάνεται το αφήγημα του Λεωνίδα Βασιλειάδη Το γλυκό αλογάκι της Παναγίτσας.
Ο Φαρφουλάς κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία ή αποστέλλεται με αντικαταβολή.
Αν δεν το βρίσκετε επικοινωνήστε με την ηλεκτρονική του διεύθυνση (farfoulas@gmail.gr) ή στα τηλέφωνα των εκδόσεων (2106458814, 6974003741)
12.9.10
ΠΕΘΑΝΕ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΟΥΛΛΑΣ
Γεννημένος το 1935 στο Κιλκίς ο Παναγιώτης Μουλλάς σπούδασε φιλολογία στο Παν/μιο Θεσσαλονίκης. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών στην Αθήνα (1961-1966) και έζησε για πολλά χρόνια στο Παρίσι (1966-1977), όπου δίδαξε νεοελληνικά στο Παν/μιο της Nanterre και στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης. Το 1977 εξελέγη καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Έκτοτε ζούσε και δίδασκε στη Θεσσαλονίκη.
Είχε την φιλολογική επιμέλεια δεκάδων εκδόσεων, συνέγραψε εκατοντάδες δοκίμια - μελέτες για τη νεοελληνική πεζογραφία και ποίηση ενώ μεταφράσεις του κλασικών έργων έχουν χρησιμοποιηθεί στο σύγχρονο θέατρο Βιβλία του: - Λουκιανού: Εταιρικοί και νεκρικοί διάλογοι (προλεγόμενα, μετάφραση, σημειώσεις) Γαλαξίας 1967. -Γκ. Φλωμπέρ: Η αισθηματική αγωγή (χρονολόγιο, προλεγόμενα, βιβλιογραφία, μετάφραση, σημειώσεις), Γαλαξίας 1971, Οδυσσέας 1981. -Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος (εισαγωγή, κείμενα, κρίσεις), Ερμής 1974, 1981. -Γ. Μ. Βιζυηνός: Νεοελληνικά διηγήματα (εισαγωγή, κείμενα, κρίσεις), Ερμής 1980. -Για τη μεταπολεμική μας πεζογραφία - Κριτικές καταθέσεις, Στιγμή 1989, "ο Χώρος του Εφήμερου. Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα (Εκδ. Σοκόλη 2007 ) κ.αΗ κηδεία του θα γίνει την ερχόμενη εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη.
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΟΥΛΛΑ ΣΤΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»
- τχ. 2 (1988) «Εξομολογητική πεζογραφία» και «Κριτική της κριτικής ή αυτοκριτική» (στις Σελίδες για τον Γιώργο Ιωάννου)
- τχ. 4 (1988) «Από το "Ημερολόγιο ενός αναγνώστη"» (κριτική βιβλίου του Γ. Μ. Σηφάκη)
- τχ. 5 (1988) «Ο παλίμψηστος κώδικας του Ν. Γ. Πεντζίκη»
- τχ. 14 (1991) «Ο κριτικός λόγος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς»
- τχ. 16 (1991) «Για μια γραμματική του νεοτερικού πεζού λόγου»
- τχ. 22 (1993) «Ο Τόλης Καζαντζής ανάμεσα στο τότε και στο τώρα» (στις Σελίδες για τον Τόλη Καζαντζή)
- τχ. 28-29 (1994) «Από το "Ημερολόγιο της αυτοβιογραφίας"» (στις Σελίδες για τον αυτοβιογραφικό λόγο)
Κείμενα για τον Παναγιώτη Μουλλά στο «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»
- τχ. 20 (1992) Βενετία Αποστολίδου, «Περί επιστολογραφίας»
10.9.10
29.8.10
25.8.10
ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ (Ο Κ. ΡΕΣΒΑΝΗΣ ΣΤΑ «ΝΕΑ» ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»)
Ο Κώστας Ρεσβάνης σχολιάζει στα σημερινά ΝΕΑ το πρόσφατο τεύχος του «Εντευκτηρίου» (και τολμά να επισημάνει το προ 30ετίας αλλά δυστυχώς ανθεκτικό στο χρόνο σχόλιο του Διονύση Καψάλη πάνω στις ανατριχιαστικές/αναχρονιστικές απόψεις της Αλέκας Παπαρήγα)
Του Κώστα Ρεσβάνη
«... Νηστεύοντας το περιττό από την πόρτα του τυχαίου / ξαναµπαίνω στους παιδικούς παραποτάµους. / Στο κρησφύγετο της εφηβείας µου. / Τότε που ακόµα όλα παίζονταν / στην αχλύ των αινιγµάτων που ο κυλιόµενος λίθος τους / πάντα µέσα µου παλιννοστεί. / Μόνο που τώρα ξέρω πως µάλλον δεν υπάρχει λύση. / Μα κι αν υπάρχει δεν τη θέλω. / Μου φτάνει το άρωµά σου!».
(Στίχοι από το ποίηµα του Χριστόφορου Λιοντάκη «Νηστεύοντας το περιττό» που περιλαµβάνεται στην ανέκδοτη συλλογή του «Στο τέρµα της πλάνης» και δηµοσιεύεται στο «Εντευκτήριο»).
Οταν δεν δηµιουργεί πληρέστατα αφιερώµατα σε σηµαντικές προσωπικότητες των γραµµάτων και των τεχνών το «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδοµενίδη, συνήθως γεµίζει τις σελίδες του µε ένα γοητευτικό µείγµα επιλεγµένων πεζών και ποιηµάτων Ελλήνων και ξένων. Εκτός αυτών, στο νέο τεύχος υπάρχουν και δεκατέσσερις σελίδες αφιερωµένες στον πρόωρα χαµένο θεσσαλονικιό πεζογράφο Τάσο Χατζητάτση (1945 - 2008), για τον οποίο η αν. καθηγήτρια Φιλολογίας στο ΑΠΘ Μαίρη Μικέ θα σηµειώσει ότι «κατάφερε στην ολιγόχρονη πορεία του (µία δεκαετία περίπου) στον λογοτεχνικό στίβο, µε τις πέντε πεζογραφικές του καταθέσεις, να σχηµατίσει ένα ευδιάκριτο στίγµα, από τα πλέον αξιόλογα των τελευταίων χρόνων...».
Αλλά το «Εντευκτήριο» έχει και άλλα καλούδια:
Βιβλιοκριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις, εξαιρετικά άρθρα και σχόλια, σχέδια του αιγυπτιώτη ζωγράφου Γιάννη Μαγκανάρη (1918 - 2007), µαθητή του Παρθένη και του Κεφαλληνού, που κοσµούν την ενότητα της λογοτεχνίας, καθώς και ειδικό ένθετο, σε ξεχωριστό χαρτί, µε φωτογραφικές δηµιουργίες της Ιταλίδας Μαριάλµα Ρούσο. (Ισως για να γελάσει λίγο το χείλι µας σ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, ο Κορδοµενίδης ανέσυρε και αναδηµοσιεύει από τον «Πολίτη» (Ιαν.,
Φεβρ. 1980) σκωπτικό σχόλιο του Διονύση Καψάλη, µε αφορµή το άρθρο της Αλέκας Παπαρήγα στον «Ριζοσπάστη» «Το γυναικείο κίνηµα και ο νεοφεµινισµός». Διαβάστε το οπωσδήποτε!).
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ. Ενα από τα εγκυρότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά, το «Κ» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), δηµοσιεύει αφιέρωµα εξήντα σελίδων «στον ιστορικό και σηµαντικότερο κριτικό λογοτεχνίας το δεύτερο µισό του 20ού αιώνα» Αλέξανδρο Αργυρίου (1921- 2009). Για τη ζωή και το έργο του γράφουν η Βασιλική Κοντογιάννη, ο Γιώργος Αράγης, η Ελισάβετ Αρσενίου, ο Αλέξης Ζήρας, ο Βασίλειος Βασιλειάδης, η Αικατερίνη Κουµαριανού και η Ελισάβετ Κοτζιά. Από το κείµενο της τελευταίας, που αναφέρεται στην πολυσυζητηµένη Ιστορία της Λογοτεχνίας του Αργυρίου, αποσπώ λίγες αράδες: «Αντί λοιπόν για ιστορία ή για χρονικό συνταγµένο µε ακρίβεια και αµεροληψία, το τελευταίο έργο του οφείλουµε να το αντιµετωπίσουµε σαν µια παράθεση πρωτογενούς υλικού την οποία θα πρέπει να µελετήσουν ανυπερθέτως όλοι οι µελλοντικοί ερευνητές. Διότι τη συναγωγή αυτή την πραγµατοποίησε ένας από τους πιο φανατικούς δηµιουργούς των ελληνικών αρχείων, ο οποίος κατάλαβε επιπλέον πολύ νωρίς τη σηµασία της ηλεκτρονικής ψηφιοποίησης και συγκρότησε µια από τις πρώτες βάσεις ηλεκτρονικών δεδοµένων περιοδικών και βιβλίων».
διευθύνσεις
«ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»: Τ.Θ. 50.011, Θεσσαλονίκη 540 13, τηλ.: 2310-283.223, e-mail: entefktirio@translatio.gr












