
Στο «Εντευκτήριο» της άνοιξης (τεύχος 92, 176, σελίδες, 10 ευρώ):
• Δοκίμιο του ερευνητή της λογοτεχνίας Γιώργου Ζεβελάκη για τον "Μαρκόνι" Νίκο Καββαδία



από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
σε δική του μετάφραση
Σε ψηφιακό δίσκο (cd) των Εκδόσεων Εντευκτηρίου

ζητήστε να σας σταλεί με αντικαταβολή 12 ευρώ συνολικά (περιλαμβάνονται και έξοδα αποστολής)
Οι απαρχές της μετάφρασης του Ευαγγελίου από τον Χριστιανόπουλο χρονολογούνται πενήντα χρόνια πριν। Ο ίδιος έχει πει για το ζήτημα αυτό: «Ολα ξεκίνησαν το 1955, που υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία και, μέσα σε όλες τις δυσκολίες της στρατιωτικής ζωής, ένιωσα έντονη την ανάγκη να στηριχθώ κάπου και να βρω από κάπου παρηγοριά. Και φυσικά δεν υπήρχε σπουδαιότερο στήριγμα από το Ευαγγέλιο, οπότε σκέφτηκα ν’ αρχίσω να μεταφράζω. Αρχισα με τον Ματθαίο, που είναι το πρώτο στη σειρά. Αργότερα είδα ότι αυτό που ήθελα, να μεταφράσω όλα τα Ευαγγέλια, ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου, γι’ αυτό έμεινα μόνο στο πρώτο. […] Την περίοδο εκείνη ένιωθα πιο πιστός χριστιανός, Αργότερα, οι προσανατολισμοί μου άλλαξαν αισθητά. Αλλά πάλι δεν σταμάτησα τη μετάφραση, παρόλο που στη δεύτερη αυτή φάση το ενδιαφέρον μου ήταν περισσότερο φιλολογικό και μεταφραστικό. Εκ των υστέρων βλέπω ότι όλα αυτά με ωφέλησαν, γιατί με βοήθησαν να προσπελάσω ένα τόσο μεγάλο κείμενο από όλες τις πλευρές.»
Είναι φανερό ότι η μετάφραση αυτή αποτελεί έργο ζωής για τον ποιητή, καθώς πηγάζει από τις χριστιανικές καταβολές του και δίνει διέξοδο στη χριστιανική του αγωνία, την οποία, όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο ίδιος στην “αυτοκριτική” του (στο δοκίμιό του «Επ’ εμοί»), δέχτηκε από τον Τ. Σ. Ελιοτ και τον Καβάφη, και έτσι προχώρησε «κάνοντας τα πρόσωπα από την Αγία Γραφή προσωπεία των εξομολογήσεών » του.
Χρειάστηκαν περίπου σαράντα χρόνια για να ολοκληρωθεί η επεξεργασία της μετάφρασης και να ξεπεραστούν οι αμφιβολίες και οι δισταγμοί του δημιουργού της, που οφείλονταν στην «ομολογουμένη τελειομανία» αλλά και στον σεβασμό του προς τη γλώσσα του πρωτοτύπου.
Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, που γράφηκε καταρχάς στα εβραϊκά, πιθανόν το 63 μ.Χ. και κατόπιν μεταφράστηκε στην κοινή ελληνική, ο Χριστιανόπουλος το θεωρεί ως «[…] το πιο δύσκολο. Οχι μόνο για τον θεολογικό του χαρακτήρα αλλά και για τη γλώσσα του, που παρουσιάζει αρκετές ιδιομορφίες. Από την άλλη μεριά θεωρείται το πιο αυθεντικό αλλά και το πιο πλήρες, έχει αρχιτεκτονική συγκρότηση και διασώζει αρκετά καλά τη ζωντάνια της κοινής ελληνικής και τον ποιητικό χαρακτήρα της αραμαϊκής στην εποχή του Χριστού. Τέλος, το Ευαγγέλιο του Ματθαίου είναι το πιο ωραίο, γιατί περιέχει ολόκληρη την επί του όρους ομιλία και περιγράφει με τον δραματικότερο και αναλυτικότερο τρόπο τα πάθη του Κυρίου».

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός ότι το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο προσείλκυσε τους μεταφραστές της Αγίας Γραφής ήδη από τον 17ο αιώνα, με κορύφωση τη γνωστή μετάφραση του 1901, η οποία προκάλεσε τα «Ευαγγελιακά», τα γνωστά αιματηρά επεισόδια που έγιναν στην Αθήνα και σημάδεψαν ιδεολογικά το γύρισμα του αιώνα.
Ωστόσο, στο τέλος του ίδιου αιώνα, ο σύγχρονος μεταφραστής του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου δήλωνε: «Δεν γνωρίζω αν οι σημερινοί αναγνώστες έχουν αληθινό ενδιαφέρον για το Ευαγγέλιο, ή απλώς επηρεάζονται από τη μόδα που άρχισε με τους νεοορθόδοξους»। Πάντως, ο Χριστιανόπουλος “ομολογεί”: «Η μετάφρασή μου προς το παρόν απευθύνεται στους πιστούς αλλά και στους διανοουμένους, και θα χαιρόμουν αν κάποτε την υιοθετούσε και η επίσημη Εκκλησία…»
Ανεξάρτητα όμως από τη γλωσσική μορφή στην οποία είναι γραμμένο το Ευαγγέλιο, η δύναμη και η γοητεία του παραμένουν αδιαμφισβήτητες. «Μισό αιώνα διαβάζω λογοτεχνία», γράφει ο Χριστιανόπουλος, «μα τη δύναμη και τη γλύκα που έχουν τα λόγια του Χριστού δεν τη βρήκα αλλού πουθενά».







«Πρέπει να καταλάβεις ότι η διαφορά ανάμεσα σε εσένα και εμένα είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”. Πριν από λίγα χρόνια είχα σπίτι και όλα τα σχετικά. Ετσι ήρθαν τα πράγματα, ούτε που το κατάλαβα, μάγκα μου». Το ρεπορτάζ της πρωτοχρονιάτικης «Κ» για τους νεοαστέγους έρχεται από μιαν άλλη χώρα. Τη χώρα του Ντίκενς; Τη χώρα των Αθλίων των Αθηνών; Την κοινωνία του ενός τρίτου; Τη χώρα όπου γινόμαστε, τη χώρα όπου ήδη είμαστε;
Εως πριν από μερικά χρόνια, οι άστεγοι ήταν μια μειονότητα σαλών, ανθρώπων που δραπέτευαν από την κοινωνία και τα δεσμά της, που έσπαγαν τους δεσμούς με την κανονικότητα, που τους είχε βρει μια τεράστια ατυχία। Ηταν μια ελάχιστη εξαίρεση. Ηταν σαν τα αδέσποτα στο αστικό δίκτυο: δεν πείραζαν κανέναν, δεν τους πείραζε κανένας και κανείς δεν τους έβλεπε: ήταν λίγοι, τόσο λίγοι που δεν απειλούσαν τη βιτρίνα της κανονικότητας, της αιωνίας προόδου, της διαρκώς αυξανόμενης ευημερίας. Ηταν λίγοι και ήταν σαλοί.
Σήμερα, οι άστεγοι είναι πολλοί και δεν είναι σαλοί. Είναι θύματα ατυχίας και πάλι: αλλά όχι μιας ατυχίας τεράστιας, δεν αφίστανται πολύ από την κανονικότητα των τυχερών. Οχι. Η ατυχία που μετατρέπει σήμερα έναν κανονικό, έναν στεγασμένο, σε άστεγο, σε κλοσάρ και ρακοσυλλέκτη, σε αδέσποτο του δρόμου, αυτή η ατυχία είναι πια πολλή μικρή, ελάχιστη: «η διαφορά είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”».
Βρισκόμαστε ενώπιον ιστορικού ρήγματος। Φτώχεια υπήρχε πάντα. Μαζική πτώχευση και ταχεία καταστροφή μικρομεσαίων στρωμάτων, δεν υπήρχε. Κι είναι γενετικά άλλο να γεννιέσαι φτωχός, να μεγαλώνεις με μειωμένες προσδοκίες, αλλά να μπορείς να ελπίζεις ότι θα βελτιώσεις τη θέση σου, να μπορείς να λογαριάζεις ότι σε μια ατυχία θα υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας, για να μην καταστραφείς, το δίχτυ της διευρυμένης οικογένειας ή της κοινότητας, το δίχτυ του κράτους–πρόνοιας, το δίχτυ της κοινωνικής αλληλεγγύης. Και είναι άλλο να ζεις σε μια σχετική ευημερία, να μην ξέρεις τι ακριβώς σημαίνει απόλυτη ένδεια, και αίφνης, με μια “στραβή”, να τα χάνεις όλα, να χάνεις και τα ολίγα που σε κρατάνε εντός της κανονικότητας, υπό μία στέγη, και να βρίσκεσαι στην ουρά του συσσίτιου, στις λίστες απορίας, στον δρόμο, ντροπιασμένος κάτω από το χαλί...
«Οταν φανεί το πρόβλημα, στην πραγματική του διάσταση, η κοινωνία θα σοκαριστεί. Κάθε εβδομάδα καταφεύγουν στις δομές μας τουλάχιστον δύο περιπτώσεις ατόμων που έχασαν τα σπίτια τους λόγω της κρίσης... Αν βαθύνει η κρίση και συνεχίσουν να χάνονται τόσες θέσεις εργασίας, το ζήτημα θα αποκτήσει εκρηκτικές διαστάσεις», περιγράφει μια νοσηλεύτρια που υποδέχεται καθημερινά νεοαστέγους, τώρα και αποφοίτους πανεπιστημίων και πρώην εμπόρους.
Πίσω από τους αριθμούς των ανέργων ή των πτωχευμένων νοικοκυριών που δίνει η Στατιστική Αρχή, βρίσκονται ανθρώπινα πρόσωπα, δράματα, καταστροφές। Στα πρόσωπα των ηττημένων νεοαστέγων βρίσκεται χαραγμένο το μέλλον, σαν σκοτεινό ενδεχόμενο ημών των κανονικών. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι το μέγιστο: δίκτυα αλληλεγγύης. Είναι ένα κάποιο ανάχωμα μπρος στην κοινωνική αποσάθρωση, στην κοινωνία της «στραβής».
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4.1.2011]
Μια ανοιχτή επιστολή της Κικής Δημουλά προς τον διευθυντή του «Εντευκτηρίου» προτάσσεται στο νέο τεύχος του περιοδικού, που μόλις κυκλοφόρησε. Με αφορμή την … άρνηση ενός κειμένου, παρότι τυπώθηκε στο περιοδικό, να εμφανιστεί στα μάτια της, η ποιήτρια αναστοχάζεται τη σχέση της με το «Εντευκτήριο» και τον Γιώργο Κορδομενίδη, εξισορροπώντας θαυμαστά στο λεπτό μεταίχμιο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου και εξηγώντας, μεταξύ άλλων, την απαρέσκειά της προς τα αφιερώματα και την συνακόλουθη άρνησή της να συγκατατεθεί σε παλιότερο αφιέρωμα του περιοδικού στην ποίησή της (τεύχος 57, 2002) και να δώσει συνεργασία της προς δημοσίευση.



