18.11.12

ΕΠΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ...

Αναζητώντας στο google τυχόν πρόσφατα δημοσιεύματα στον Τύπο για το περιοδικό Εντευκτήριο, ανακάλυψα έναν ―εδώ και μήνες― διάλογο σε κάποια blogs σχετικά με το περιοδικό και το υποκείμενό μου.

Μεταφέρω εδώ, όσο γίνεται συνοπτικά, την ιστορία όπως την έχω αντιληφθεί.

Στο τελευταίο του post πριν από τις διακοπές του καλοκαιριού, ο Πατριάρχης Φώτιος (http://vivliocafe.blogspot.com/2007_07_01_archive.html) αναδημοσίευς από το blog του Εντευκτηρίου την παρουσίαση των περιεχομένων του καινούριου (τότε) τεύχους, Νο 77, με την ακόλουθη μικρή εισαγωγή:

Χυμός καρπούζι. Εντευκτήριο

Το περιοδικό Εντευκτήριο κλείνει 20 χρόνια


Ο Γ. Κορδομενίδης, απ’ όσο ξέρω, είναι η ψυχή, το μυαλό, τα χέρια, τα πόδια του θεσσαλονικιώτικου περιοδικού Εντευκτήριο. Το περιοδικό αυτό αφιερώνει σελίδες του σε πρωτότυπη δουλειά πεζογράφων και ποιητών αλλά και σε κριτικές για βιβλία της τρέχουσας παραγωγής. Κλείνω το ιστολόγιο για το καλοκαίρι με μια ανάρτηση που αφορά την προσπάθεια αυτή αντιγράφοντας από το μπλογκ του (entefktirio.blogspot.com) τα θέματα του τελευταίου τεύχους.


Το post αυτό θέλησε να σχολιάσει κάποιος Ανώνυμος, όμως ο Πατριάρχης Φώτιος δεν επέτρεψε την ανάρτηση του σχολίου, με το σκεπτικό (προφανώς) ότι δεν αφορούσε το δικό του blog αλλά το Εντευκτήριο.

Το κατ’ αυτόν τον τρόπο ‘λογοκριμένο’ σχόλιο, που αναρτήθηκε τελικά σε άλλο blog (http://kafeini.blogspot.com/2007/07/blog-post_14.html), είναι το ακόλουθο:

Anonymous said...

Το ακόλουθο σχόλιο λογοκρίθηκε από το ιστολόγιο του Βιβλιοκαφέ, αν και αφορά την τρέχουσα ανάρτηση του για το περιοδικό Εντευκτήριο. Αποφάσισα να το στείλω σε άλλα ιστολόγια που ασχολούνται σοβαρά με τη λογοτεχνία στην Ελλάδα ελπίζοντας ότι θα έχει καλύτερη τύχη.


‘Συμφωνώ ότι το Εντευκτήριο είναι ένα από τα πιο αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά με πολύ ενδιαφέρουσα θεματολογία. Το γεγονός όμως ότι ο κ. Κορδομενίδης είναι ο άνθρωπος-ορχήστρα δημιουργεί κάποια προβλήματα. Και εξηγώ: είναι αντιεπαγγελματικό καταξιωμένοι πεζογράφοι και ποιητές με σημαντικό έργο να περιμένουν χρόνια ώσπου να δουν τα κείμενά τους τυπωμένα στο περιοδικό. Το χειρότερο όμως είναι ότι βλέπουν τις εποχές να περνούν χωρίς να λαμβάνουν σημεία ζωής από τον εκδότη. Το γεγονός ότι κάποιος είναι εκδότης δεν δικαιολογεί το να φέρεται υποτιμητικά στους δημιουργούς από τους οποίους βγάζει λεφτά. Δεν καταλαβαίνω πως μπορεί ν’ αγαπά κάποιος τη λογοτεχνία αλλά να κακομεταχειρίζεται τους λογοτέχνες’

Σας ευχαριστώ,

Λεωνίδας
24 July 2007 08:11


Kafeini said...

Λεωνίδα,
Το σχόλιό σου θίγει ένα σημαντικό ζήτημα - αλλά ο αρμόδιος 'τόπος' έκφρασής του θα ήταν το ιστολόγιο του 'Εντευκτηρίου', ενός περιοδικού που για χρόνια μας δίνει, ως λογοτεχνικό έντυπο, άριστα δείγματα γραφής.

Νομίζω, πάντως, ότι κάποιες από τις τριβές που ενίοτε παρατηρούνται στο χώρο των ελληνικών περιοδικών λογοτεχνίας θα αποφεύγονταν με τον πολύ απλό τρόπο να δηλώνεται από το κάθε περιοδικό ένα κατά προσέγγιση χρονικό διάστημα στο οποίο, όποιος καταθέτει κείμενο θα λαμβάνει μια (θετική ή αρνητική) απάντηση για το αν το κείμενο του θα εκδοθεί από το εν λόγω περιοδικό. Η τακτική αυτή ακολουθείται, ως γνωστόν, από όλα τα έγκριτα περιοδικά λογοτεχνίας του (υπόλοιπου) πολιτισμένου κόσμου - αμέσως μετά την ταχυδρομική διεύθυνση δηλώνεται το διάστημα (συνήθως λίγων μηνών) στο οποίο η συντακτική επιτροπή ελπίζει ότι θα δώσει στο συγγραφέα κάποια απάντηση. Το γιατί δεν ακολουθείται στη χώρα μας αυτή η πρακτική δεν το γνωρίζω. Σίγουρα, οι εκδότες σημαντικών περιοδικών, όπως ο κ. Κορδομενίδης, του οποίου τη δουλειά εκτιμώ ιδιαίτερα, είναι αρμοδιότεροι να σου δώσουν ουσιαστικές απαντήσεις.
24 July 2007 10:44



[Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΑΝΘΡΩΠΟΥ-ΟΡΧΗΣΤΡΑ»]

Στο συνέδριο «Φυτώρια λογοτεχνίας στη Θεσσαλονίκη: Τα λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης στον 20ό αιώνα», που πραγματοποιήθηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης στις 18 και 19 Νεομβρίου 2005, αναφερόμενος στην εμπειρία μου ως εκδότη-διευθυντή του Εντευκτηρίου, ανέφερα μεταξύ άλλων:
Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς αν πιστεύω ότι, ως διευθυντής του Εντευκτηρίου, τα έχω κάνει όλα σωστά. Η απάντηση είναι απερίφραστη: φυσικά και όχι. Δεν έχω μετρήσει όλα αυτά τα χρόνια τα λάθη μου, με πράξεις ή παραλείψεις, αλλά είμαι βέβαιος πως δεν είναι λίγα. Σίγουρα, από βιαστική ή επιπόλαια κρίση, δημοσίευσα κείμενα που δεν το άξιζαν. Για παρεμφερείς λόγους, δεν δημοσίευσα κείμενα που δικαιούνταν μια θέση στο Εντευκτήριο. Είναι αλήθεια επίσης ότι από έλλειψη χρόνου και μόνον, κι όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο, οπωσδήποτε όχι από υπεροψία, αργώ πολύ να απαντήσω, αρνητικά κυρίως, ή και μερικές φορές δεν απαντώ καθόλου: τι νόημα έχει να πεις σε κάποιον δύο χρόνια αφότου σου εμπιστεύτηκε το κείμενό του ότι δεν σε ενδιαφέρει για δημοσίευση; Έχει τύχει επίσης να απαντήσω θετικά σε συνεργασίες που δεν είχαν κάτι το ξεχωριστό, από τύψεις και μόνο για την καθυστέρησή μου. Πριν από μερικά χρόνια το φαξ, τώρα πια το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο διευκολύνουν απίστευτα την υποβολή κειμένων στα περιοδικά ― δεν χρειάζεται κανείς να πάει ως το φωτοτυπείο για αντίγραφα και στο ταχυδρομείο για γραμματόσημα: τα μηχανήματα κάνουν όλη τη δουλειά. Με τον καταιγιστικό ρυθμό που φτάνουν τα κείμενα, είναι ανθρωπίνως αδύνατον ―κι όχι μόνον για κάποιον που έχει άλλον, απαιτητικό βιοπορισμό― να διαβάσει πρώτα, να αξιολογήσει έπειτα και τέλος να απαντήσει με σοβαρότητα και σεβασμό σε όλες τις υποβαλλόμενες συνεργασίες. Αναγνωρίζω ότι κάποιος που υποβάλλει ένα κείμενο προς κρίση δικαιούται να προσδοκά μία απάντηση (εξυπακούεται ότι προσδοκά θετική απάντηση), κι όταν δεν απαντιέται απορεί, δυσαρεστείται, παρεξηγεί. Oμολογώ ότι δεν μπόρεσα να βρω λύση στο ακανθώδες αυτό πρόβλημα. Που παραμένει ως πρόβλημα για όσο διάστημα (είτε από δική μου υπαιτιότητα είτε από έλλειψη ενδιαφέροντος άλλων) το Εντευκτήριο συνεχίζει να είναι ατομικό εγχείρημα.
Το μόνο που μπορώ να πω σε όσους αισθάνονται πως αδικήθηκαν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, είναι να παραλλάξω τη φράση του Νάσου Δετζώρτζη. ο οποίος, σε συνέντευξή του στον Μισέλ Φάις, που δημοσιεύτηκε στο Εντευκτήριο, είπε μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του: O Δετζώρτζης τόσο μπόρεσε! Ε, λοιπόν, ο Κορδομενίδης τόσο μπορεί...
[το κείμενο της ομιλίας μου στο συνέδριο για τα λογοτεχνικά περιοδικά αναδημοσιεύεται, με μικρές αλλαγές, στο πρόσφατο τεύχος 78 του Εντευκτηρίου, γιορταστικό των 20 χρόνων έκδοσης του περιοδικού]

Για την 'ούγια' τώρα: Στην πραγματικότητα, από την πλευρά του ο Ανώνυμος [ [Λεωνίδας] έχει κάθε δίκιο να διαμαρτύρεται (άλλο αν ο τόνος της διαμαρτυρίας του δίνει, σε μένα τουλάχιστον, την εντύπωση ότι αγνοεί τις αντίξοες συνθήκες υπό τις οποίες επιβιώνει ένα λογοτεχνικό περιοδικό στην ελληνική περιφέρεια επί τόσα χρόνια...).

Το σωστό (ή το εφικτό) είναι αυτό που αναγράφει το περιοδικό Πόρφυρας στην ταυτότητά του: ότι το περιοδικό απαντάει σε τρεις μήνες (αν θυμάμαι καλά) για τις συνεργασίες που κρατά προς δημοσίευση (που σημαίνει, δια της εις άτοπον απαγωγής, ότι μετά την παρέλευση του διαστήματος αυτού υπονοείται αρνητική απάντηση).

ΥΓ.
Ίσως δεν έχει σημασία για κανέναν άλλο το «μικρό μου ατομικό δράμα»: τη Δευτέρα 15 Οκτωβρίου, φυλλομετρώντας το ‘ζεστό’ ακόμη από το βιβλιοδετείο τεύχος 78, διαπίστωσα ότι από το διήγημα του Άρη Μαραγκόπουλου έχουν “εξαφανιστεί” (τεχνολογικά και καθόλου μεταφυσικά) οι δύο τελευταίες αράδες. Ότι πρόκειται για δύο (μόλις) αράδες βέβαια το γνωρίζω μόνον εγώ (και ο Μαραγκόπουλος). Από σεβασμό τόσο στον συνεργάτη και φίλο όσο και στους αναγνώστες του περιοδικού, κολλώ (ο άνθρωπος-ορχήστρα) αυτοκόλλητο με τις δύο αράδες που λείπουν. Μέχρι τώρα έχω αποκαταστήσει 550 αντίτυπα. Μένουν άλλα 2.000 περίπου...
Στη συνέχεια ανακάλυψα ότι είχε μείνει εκτός τεύχους μία διαφήμιση (που σημαίνει απώλεια εσόδων ― για να μη νομίσει κανείς ότι τα λάθη και οι αβλεψίες συμβαίνουν μόνον εις βάρος τρίτων και όχι και εις βάρος του περιοδικού).
Το τελευταίο ―για την ώρα;― πλήγμα: ανακάλυψα ότι επίσης έμεινε απέξω ένα εξαιρετικό μικρό πεζό τακτικού συνεργάτη του περιοδικού και επί 25 χρόνια τώρα εγκάρδιου φίλου!
Μην τολμώντας να του τηλεφωνήσω, του έστειλα ένα απολογητικό e-mail, προσπαθώντας να εξηγήσω τα ανεξήγητα.
Η (και εκδοτική) μοναξιά είναι βαρύ φορτίο. Κρίμα που ορισμένοι την αντιλαμβάνονται ως επιλογή και όχι ως ποινή.

Γιώργος Κορδομενίδης
Tο πρώτο τεύχος του Eντευκτηρίου κυκλοφόρησε στις αρχές Nοεμβρίου 1987. Tυπώθηκε σε 3.000 αντίτυπα και αριθμούσε 112 σελίδες / Στο εξώφυλλο, δίπλα στον τίτλο, ένα ιδιότυπο έψιλον, σχεδιασμένο με αγάπη από την πρόωρα χαμένη εικαστικό Xριστίνα Zερβού / Kαθώς το περιοδικό δεν διέθετε δικό του χώρο, ο Σάββας Γρηγοριάδης, η Aθηνά Kαλαϊτζόγλου, η Σίσυ Kανίογλου και ο υπογραφόμενος φακελώσαμε το τεύχος στο γραφείο μου στην τράπεζα / Στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν, πολλοί από τους εθελοντές, τους συγγραφείς και τους συνεργάτες του πρώτου εκείνου τεύχους βγήκαν από τη ζωή του περιοδικού. Kάποιοι άλλοι επιμένουν ακόμη / Στο ίδιο διάστημα, με μεγάλες θυσίες στο παρελθόν και διαρκές κόστος στο παρόν, το Eντευκτήριο αξιώθηκε να βρει μια κάποια, έστω και υπόγεια, στέγη / Συγκινούμαι όταν περνούν από τα χέρια μου καρτέλες συνδρομητών που παραμένουν πιστοί όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ξέρω πώς μπορώ να ανταποδώσω αυτή τη μακρόχρονη, ετησίως ανανεούμενη, εμπιστοσύνη και προσήλωση / Δεν ήταν εύκολα τα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τότε· και δυστυχώς τα χρόνια που ακολουθούν φαίνεται πως θα είναι ακόμη δυσκολότερα / H αίσθησή μου είναι ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονται στη ζωή τους τα λογοτεχνικά περιοδικά / Xρωστάω ένα μεγάλο ανοιχτόκαρδο “ευχαριστώ” στους συνεργάτες, τους αναγνώστες και τους υποστηρικτές ―προφανείς ή αφανείς― αυτής της 20χρονης διαδρομής / Δεν μου διαφεύγει φυσικά ότι η μακροβιότητα ενός περιοδικού από μόνη της δεν σημαίνει τίποτε, αν το περιοδικό δεν κατορθώνει να ανανεώνεται / Zήτησα για το παρόν τεύχος (που στήθηκε λίγο αυτοσχεδιαστικά) τη συμμετοχή πολλών από τους πιστούς και τακτικούς συνεργάτες του Eντευκτηρίου, προτείνοντάς τους ως θέμα την επέτειο, τον χρόνο που περνάει, τη μνήμη. Άλλοι “πειθάρχησαν” στην πρόταση αυτή, άλλοι όχι / Eξυπακούεται ότι όλα τα κείμενα που έφτασαν δημοσιεύονται: δεν υποδεικνύει κανείς τι δώρο θα του κάνουν στη γιορτή του!

Γιώργος Kορδομενίδης


Δημοσιεύουν νέα, ανέκδοτα κείμενά τους, οι

Πεζογραφία / Ποίηση / Δοκίμιο
Γιώργος Αδαμίδης, Βασίλης Αμανατίδης, Νόρα Αναγνωστάκη (σχέδιο),, Διαμαντής Αξιώτης, Γιάννης Βαρβέρης, Άρις Γεωργίου, Μιχάλης Γκανάς, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τιτίκα Δημητρούλια, Κική Δημουλά, Ιωάννης Επαμεινώνδας, Μαρία Ευσταθιάδη, Γιάννης Ευσταθιάδης, Πάνος Θεοδωρίδης, Αλέξανδρος Ίσαρης, Κατερίνα Καριζώνη, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Γιώργος Κορδομενίδης, Δημοσθένης Κούρτοβικ, Μαρία Λαϊνά, Άρης Μαραγκόπουλος, Γιώργος Μαρκόπουλος, Ανθή Μαρωνίτη, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Κώστας Μαυρουδής, Δημήτρης Μίγγας, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Σοφία Νικολαϊδου, Δημήτρης Νόλλας, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Γ. Ξυδάκης, Γιάννης Πατίλης, Τίτος Πατρίκιος, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Γιαν Χένρικ Σβαν (μετ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ), Σάκης Σερέφας, Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Μαρία Στασινοπούλου, Έρση Σωτηροπούλου, Κάρολος Τσίζεκ, Μισέλ Φάις, Τάσος Χατζητάτσης, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Χρήστος Χρυσόπουλος

Άρθρα
Σταύρος Ζαφειρίου, Ζαϊρα Παπαληγούρα, Κ. Ν Πλαστήρας

ΒΙΒΛΙΟκριτικές και παρουσιάσεις
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τιτίκα Δημητρούλια, Μαρία Στασινοπούλου, Λίνα Πανταλέων, Αλέξανδρος Αργυρίου, Γεώργιος Ν. Περαντωνάκης, Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, Γιώργος Συμπάρδης, Ιωάννα Λαλιώτου, Κατερίνα Καριζώνη, Παναγιώτης Γούτας, Μιχ. Γ. Μπακογιάννης

Σχέδια και ζωγραφική
Χρήστος Αλαβέρας, Καλλιόπη Ασαργιωτάκη, Γιάννης Βαρελάς, Αλέξης Βερούκας, Μανόλης Γιανναδάκης, Περικλής Γουλάκος, Μανώλης Ζαχαριουδάκης, Ναταλία Θωμαϊδη, Απόστολος Κιλεσσόπουλος, Χάρης Κοντοσφύρης, Ξενοφών Μπήτσικας, Χρήστος Μποκόρος, Νίκος Ναυρίδης, Δημήτρης Ξόνογλου, Μαρία Τσακάλη, Αλέξης Ψυχούλης

Φωτογραφίες
Ιωάννα Ράλλη

15.11.12

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι πια Κόμμα. Απο χθες είναι πνεύμα...

του Γκασμέντ Καπλάνι

πηγή: http://gazikapllani.blogspot.gr



Αντισυνταγματικός κρίθηκε ομόφωνα από την ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ο «νόμος Ραγκούση» για την ιθαγένεια. Ο νόμος στην ουσία δεν εφαρμόστηκε ποτέ, γιατί εκείνοι που τον διαχειρίστηκαν ήταν αχρείοι. Απλά, ένα πολύ μικρό ποσοστό μεταναστών που είχαν γεννηθεί εδώ κατάφεραν και έγιναν Έλληνες πολίτες. Μετά ήρθε η Νέα Δημοκρατία και είπε ότι ο νόμος είναι χαλαρός και πως θα τον κάνει πιο αυστηρό. Προπαντός δεν θα τον εφαρμόσει ποτέ. Δηλαδή η ίδια τακτική που ακολουθούν και με τους "κακούς Ευρωπαίους" τρία χρόνια τώρα. Ψηφίζουν "μεταρρυθμίσεις" που δεν εφαρμόζουν ποτέ και τσακίζουν τους πιο αδύναμους.  Γιατί αυτό το κρατικό σύστημα έχει ιδρυθεί πάνω στη φιλοσοφία "ο δυνατός τσακίζει τον αδύναμο". Και ο αδύναμος είναι πάντα αυτός που δεν ανήκει στο συνάφι μας, στο κόμμα μας, στο σόι μας. Αυτή είναι η "φιλοσοφία" που οδήγησε την Ελλάδα στη χρεοκοπία και που την έχει κάνει καταγέλαστη και δυστυχισμένη. Αυτή είναι η φιλοσοφία που κάνει την ελληνική κοινωνία να μαραζώνει, να μιζεριάζει, να καταστρέφει και να αυτοκαταστρέφεται, που κάνει τους πολίτες πελάτες οι οποίοι τώρα δεν βλέπουν κανένα μέλλον μπροστά τους. Η χθεσινή απόφαση του ΣτΕ δεν ακύρωσε τον "νόμο για την ιθαγένεια" στην ουσία. Επικύρωσε τη "φιλοσοφία της σύγχρονης εθνικής χρεοκοπίας". Το κοινωνικό και συνταγματικό πρότυπο που πρότεινε το ΣτΕ είναι και επίσημα εκείνο του Απαρτχάιντ.  
Απορεί λοιπόν κανείς γιατί πετσοκόβει και σκίζει η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα; Εκτός του ότι υπάρχει σημαντική πελατεία για λαθρεμπόριο βίας ενάντια στους «Άλλους», θεωρώ ότι η ιδεολογική αφήγηση της Χρυσής Αυγής είναι έντονα ενσωματωμένη στην επικρατούσα εθνική αφήγηση. Σε μια χώρα όπου τα παιδιά μαθαίνουν ότι «Έλληνας γεννιέσαι δεν γίνεσαι» και αυτό είναι διατυπωμένο και στο Σύνταγμα της χώρας, σύμφωνα με το ΣτΕ, είναι αυτονόητο, σε περιόδους κρίσεων, να έχει αντίκρισμα η ιδεολογία της Χρυσής Αυγής για την «καθαρότητα της φυλής», τα γονίδια και το «περιούσιο έθνος». Απο εκεί και πέρα, όσοι θέλουν να δουν την πραγματικότητα έτσι όπως είναι μπορούν, δυστυχώς, να καταλάβουν προς τα πού έχει βάλει πλώρη η χώρα. Εκτός και αν καταφέρει να μεταρρυθμίσει εκτός απο την κλειστή οικονομία που δεν παράγει τίποτα και μια επικρατούσα αντίληψη που βλέπει την εθνική ταυτότητα σαν ένδοξο νεκροταφείο...



12.11.12

Ο Γιάννης Ρίτσος για τη σεμνοτυφία έναντι της τέχνης

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος εκφράζει την αντίδρασή του στην ψεύτικη σεμνοτυφία
και στην εξωτερική ηθική με την οποία κρίνουν οι άνθρωποι την τέχνη. Ο ποιητής
υποστηρίζει ότι η γλώσσα της ποίησης πρέπει να είναι όπως η γλώσσα που μιλάς με
τον αγαπημένο σου, με τον φίλο σου, στην καθημερινότητά σου. Ακόμα,
εκφράζει την άποψη ότι μέσω των αισθήσεων αναπτύσσεται ο άνθρωπος και γι' αυτό
η αξία της τέχνης προβάλλεται από τον αισθησιασμό που υπάρχει σ' αυτήν.

11.11.12

Αποχαιρετά οριστικά το γράψιμο ο Φίλιπ Ροθ


πηγή: Newsroom ΔΟΛ

«Για να πω την αλήθεια, τελείωσα!»

Ο Φίλιπ Ροθ

Ο Φίλιπ Ροθ   
Νέα Υόρκη

Ένας από τους πιο σημαντικούς εν ζωή Αμερικανούς συγγραφείς, ο Φίλιπ Ροθ, ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την συγγραφική του δραστηριότητα, όπως επιβεβαίωσε και ο εκδότης του.

Στο γαλλικό περιοδικό Les inRocks δήλωσε το περασμένο μήνα: «Για να σας πω την αλήθεια, τελείωσα! Το Νέμεσις θα είναι το τελευταίο βιβλίο μου».

Ο ίδιος είπε ότι μετά το Νέμεσις που το έγραψε το 2009 και κυκλοφόρησε το 2010 δεν έχει γράψει άλλο βιβλίο και ούτε σκοπεύει να γράψει.

Πριν από λίγα χρόνια, εξήγησε ο Ροθ, συνειδητοποίησε ότι το τέλος πλησιάζει και αποφάσισε να διαβάσει όλα τα αγαπημένα του μυθιστορήματα (Ντοστογιέφσκι, Χέμινγουεϊ και άλλους) και μετά να διαβάσει όλα τα δικά του βιβλία με αντίστροφη χρονολογική σειρά.

«Ήθελα να δω αν σπατάλησα τη ζωή μου γράφοντας» είπε. «Και σκέφτηκα ότι ήμουν τελικά επιτυχημένος».

Η δήλωση, που πέρασε αρχικά μάλλον απαρατήρητη, επιβεβαιώνεται από την εκδότρια του Ροθ που μίλησε στο Reuters.

Ο 79χρονος Φίλιπ Ροθ είναι σημείο αναφοράς για πολλές γενιές λογοτεχνών και αναγνωστών.

Έγινε αρχικά γνωστός το 1959 για το Αντίο, Κολόμπους, για να ακολουθήσει σειρά σημαντικών βιβλίων όπως Το σύνδρομο του Πορτνόι, το Αμερικανικό ειδύλλιο ― για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ το 1997-, το Ανθρώπινο στίγμα, που μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο, Το ζώο που ξεψυχά, και το 2010 η Νέμεσις.

Τιμήθηκε τρεις φορές με βραβείο Φόκνερ και είναι αδιαμφισβήτητα ο περισσότερο βραβευμένος εν ζωή Αμερικανός συγγραφέας. Αν και θεωρείται ότι είναι ένας από τους συγγραφείς στον κατάλογο αυτών που είναι πιθανό να βραβευθούν, ο Ροθ δεν έχει τιμηθεί με το Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Μαρία Στασινοπούλου: Τέσσερις μικρού μήκους ιστορίες


πηγή: www.diastixo.gr


1.


Μικρό, κουλτουριάρικο καφέ, στην Οία της Σαντορίνης, «Μελένιο» το όνομά του. Μπαλκονάκι στο Αιγαίο, λουκουμάδες και αχνιστό καφέ, τσιπουράκι με τσίρο. Γκαρσόνι πρόσχαρο, νεαρός της εποχής, με μαλλί καρφάκι, ζελαρισμένο, αγουροξυπνημένος αλλά ξύπνιος, παίρνει παραγγελία από ζευγάρι Γερμανών τουριστών. Με μισά αγγλικά και παντομίμα προσπαθεί να συνεννοηθεί μαζί τους.
«Glass? Carafe?» Δείχνει με το δάχτυλο στο διπλανό τραπέζι. «Ένα; Δύο;» Ξαναδείχνει πάλι, πρώτα με τον δείκτη και μετά προσθέτοντας το μεσαίο δάχτυλο. «Red? WhiteH ματιά τώρα στα ρούχα που φοράνε, από το κόκκινο σορτσάκι της κυρίας στο άσπρο μακό του κυρίου.
Καταφέρνει να συνεννοηθεί, παίρνει την παραγγελία και περνώντας δίπλα από το τραπέζι μας λέει: «Εγώ τους καταλαβαίνω από την αρχή, αλλά θέλω να τους σπάω τα νεύρα!».


2.


Ο Αλέκος ήταν ο πρώτος που έφυγε από την παρέα. Πέθανε στα εξήντα δύο από καθολικό καρκίνο, μέσα σε ένα μήνα. Δεν μας άφησε κανένα περιθώριο να το συνηθίσουμε και να το πάρουμε λίγο λίγο απόφαση· λες και παίρνεται ποτέ απόφαση ο θάνατος. «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη», συνήθιζε να λέει ο ίδιος, μόλις μπήκαμε στην τρίτη ηλικία. Και κάθε φορά που ακουγόταν ανέκδοτο για μεσήλικες ή ηλικιωμένους που έχαναν σιγά σιγά το ερωτικό τους σφρίγος, «μη γελάτε, μη γελάτε, μαλάκες», επεσήμαινε με το πονηρό του ύφος.
Δέκα χρόνια μετά παντρεύτηκε η κόρη του. Στο πρώτο της μωρό, που ήταν αγόρι, θα έδινε το όνομα του πατέρα της. Η γυναίκα του η Κλαίρη, για να κάνει την παρουσία του Αλέκου πιο αισθητή, κάλεσε στα βαφτίσια όλους τους παλιούς συμφοιτητές και φίλους, εβδομήντα φεύγα ο καθένας. Όπως χαιρετιόμαστε στην εκκλησία και σκορπίζαμε εδώ και εκεί, πολλοί είχαμε χρόνια να βρεθούμε, γύρισε η Θεοδώρα, αφού ανταπέδωσε από μακριά ένα πεταχτό φιλί στη Νιόβη, έριξε ένα σαρωτικό βλέμμα στο εκκλησίασμα και μου είπε απελπισμένα: «Αντιγόνη, δεν το αντέχω τόσο γηρατειό μαζεμένο! Προτιμώ ο καθένας μόνος του να ονειρεύεται και να μην ακούει το βραχνά του άλλου».


3.


Ξύπναγε πρωί, αχάραγα όπως συνήθιζε να λέει, άνοιγε χαμηλά το ραδιόφωνο για να μη μας ενοχλήσει, μόλις να ακούει τον ήχο του, και έπινε ήσυχα τον καφέ της. Ήταν η πιο γλυκιά και προσωπική στιγμή της μέρας της. Μετά ταχτοποιούσε στην πιατοθήκη τα πιάτα που είχαν στραγγίσει αποβραδίς. Ο ήχος τους, το τσίκι τσίκι που έκαναν καθώς χτυπούσαν το ένα στο άλλο κατά την τοποθέτηση, μου τρύπαγε το μυαλό. Το δωμάτιό μου ήταν δίπλα στην τραπεζαρία και ένας μόνον τοίχος χώριζε το κρεβάτι μου από το ντουλάπι με τα πιάτα. Μεγαλώνοντας διαπίστωσα ότι και πολλές φίλες μου είχαν ζήσει το ίδιο «δράμα». Λέγαμε ότι πρέπει να μην άρεσε καθόλου στις μανάδες μας που κοιμόμασταν πολύ και ίσως να ζήλευαν κιόλας που ο δικός τους ύπνος είχε ελαττωθεί.
Τώρα εκείνη δεν υπάρχει πια, και εγώ, περασμένα εξήντα, ξυπνώ πολύ πρωί και η πρώτη μου δουλειά, μετά τον καφέ, είναι να βάλω τα πιάτα από το πλυντήριο στην πιατοθήκη. Η ζωή και συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται. Η κουζίνα μας, κατά μία περίεργη σύμπτωση, γειτνιάζει με την κρεβατοκάμαρα. Δίπλα κοιμάται ο άνδρας μου. Ευτυχώς που, εδώ και λίγα χρόνια, δεν ακούει σχεδόν καθόλου!


4.
Πέθανε πριν από τρεις μήνες η εξαδέλφη μου η Ειρήνη. Δεν ήταν ακριβώς εξαδέλφη, μάλλον θεία μού έπεφτε, δεύτερη εξαδέλφη της μητέρας μου ήταν, αλλά επειδή είχαμε μόνον δέκα χρόνια διαφορά και επειδή η Ειρήνη νέαζε πάντα, δεν μπορούσα να την πω θεία.
Είχε παντρευτεί δύο φορές· τους ξεπροβόδισε και τους δυο. Τώρα ζούσε μόνη και άκληρη. Άκληρη, πώς το ξεστομίζω; Τι απαίσια λέξη, την έβρισκα πάντα σκληρή και άδικη. Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να καταφεύγει ασυναίσθητα σε λέξεις και συμπεριφορές που άλλοτε μ’ ενοχλούσαν. Άκληρος, ο ακτήμων, ο χωρίς κλήρο γης αλλά και ο άτεκνος, ο χωρίς κληρονόμους· ο χαμένος από χέρι και στη μια περίπτωση και στην άλλη. Για όλους τους χαμένους στενοχωριόμουν, για όλους υπέφερα, ερήμην τους, ήταν κάτι που κουβάλαγα δεν ξέρω από πότε, δεν ξέρω γιατί, και δεν μπορούσα να ελέγξω.
Ήμαστε οι τελευταίοι συγγενείς με τους οποίους είχε σχέση η Ειρήνη· έπρεπε να ξενοικιάσουμε το σπίτι όπου ζούσε, αφού πριν το αδειάσουμε από τα καλόγουστα έπιπλα και αντικείμενα με τα οποία το εξόπλιζε μια ολόκληρη ζωή. Πού να τα πάμε; Στα σπίτια μας δε χώραγαν, σε μια πρώτη εκτίμηση. Ο παλιατζής που καλέσαμε ζήταγε και από πάνω για να τα πάρει. Να τα πετάξουμε δε μας πήγαινε. Ύστερα από πολλές διαβουλεύσεις και παλινωδίες αποφασίσαμε να τα μοιράζουμε μεταξύ μας και αρχίσαμε να μετακινούμε στα σπίτια μας τα υπάρχοντα έπιπλα για να χωρέσουν τα νεοαποκτηθέντα.
Συχνά, όταν κοιτάζω το ωραίο σερβάν και τις εγγλέζικες μασίφ καρέκλες στο σαλόνι μας, θυμάμαι και την εξαδέλφη Ειρήνη, «Θεός σχωρέσ’ την» (αν και η γιαγιά προτιμούσε το «Στα άγια η ψυχούλα της», γιατί το «Θεός σχωρέσ’ την» προϋποθέτει αμαρτίες, έλεγε) αλλά και τη φίλη μου την Πέπω με τις παροιμιώδεις ατάκες της. Κάθε φορά που η Πέπω βλέπει καινουργιοφερμένα πράγματα στα σπίτια, και κυρίως αν της αρέσουν κιόλας, αντιλαμβάνεται αμέσως την προέλευσή τους, τα κοιτάζει με θαυμασμό ή με συγκατάβαση και αποφαίνεται: «Σήμερον εμού, αύριον ετέρου, ουδέποτε του ιδίου».

Η Μαρία Στασινοπούλου είναι φιλόλογος και ασχολείται με τη μελέτη και την κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρόσφατο βιβλίο της τα αφηγήματα: Κυρία, με θυμάστε;, από τις εκδόσεις «Κίχλη».


Σημείωση: Η εικονογράφηση αποτελεί επιλογή του Εντευκτηρίου.

Η «ιερή» νόσος του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι


του Κορνηλίου και της Αλεξάνδρας Ρουτσώνη

πηγή: http://samizdatproject.blogspot.gr/


μικρό τμήμα ανεξόφλητου χρέους, αφιερώνεται
Μια μεγάλη παράδοση διατρέχει ολόκληρη την ρωσική λογοτεχνία. Μια παράδοση καταστροφής και αυτοκαταστροφής. Οι μεγάλοι Ρώσοι ποιητές Πούσκιν και Λέρμοντοφ σκοτώθηκαν σε ανόητες μονομαχίες. Ο γενάρχης της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας Ν. Β. Γκόγκολ πέθανε από εκούσια ασιτία. Από την παράδοση αυτή, ή αν θέλετε, την μυθολογία δεν μπορούσε να λείψει ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος ως γνωστό έπασχε από επιληψία, μια ασθένεια που από μόνη της περιβάλλεται από πλήθος μύθων και φημών, δημιουργώντας ένα μυστήριο, φόβο αλλά και προκαταλήψεις.
Στο διαβασίδι των αιώνων θεωρούσαν  την επιληψία  ως «ιερήνόσο », ως νόσο που πλήττει τους «ιερούς τρελούς», τους «εν Χριστώ σαλούς» και δεν είναι τυχαίο ότι η αντίληψη αυτή, ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ρωσία συνέβαλε στο να περιβληθεί η ασθένεια του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι από μια πληθώρα μύθων. Σε αυτήν, πολλοί, αποδίδουν την ιδιαίτερη πνευματικότητα του συγγραφέα, την ροπή του προς τον κόσμο των υπερβατικών ιδεών, ενώ συχνά τη συνδέουν με την αποδιδόμενη σε αυτόν ιδιότητα του προφήτη. Άλλοτε πάλι, ορισμένοι, αντιμετώπιζαν την επίδραση της επιληψίας ως μια ιδιαίτερη ικανότητα του συγγραφέα να σκιαγραφεί σκοτεινές και αρρωστημένες πλευρές της ζωής[1].
Η σχετική φιλολογία, ή και μυθολογία, γύρω από την ψυχική νόσο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι απασχόλησε και συνεχίζει να απασχολεί τόσο τους κριτικούς της λογοτεχνίας, όσο και τους ειδικούς της ψυχιατρικής επιστήμης. Έχουν γραφτεί εκατοντάδες μελέτες γύρω από το ζήτημα αυτό, με πολλές, συχνά, αντικρουόμενες απόψεις, ενώ η πολεμική των διαφόρων σχολών σκέψης καλά κρατεί μέχρι σήμερα.
Στις παρακάτω γραμμές, θα προσπαθήσουμε μια πρώτη παράθεση των διαφορετικών αυτών απόψεων, καθώς και την διατύπωση ορισμένων σκέψεων γύρω από τη ζωή και του έργο του ρώσου συγγραφέα, ο οποίος έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή ως επιληπτικός.

Ήταν κληρονομική η επιληψία του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι;

Ο μεγάλος αμαρτωλός της ρωσικής λογοτεχνίας, ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι είναι γνωστό πια σε όλους ότι υπέφερε από επιληπτικές κρίσεις. Αν μάλιστα πιστέψουμε το Μ. Βολότσκι[2], ο οποίος δημοσίευσε το 1993 το βιβλίο του «Το χρονικό της οικογένειας του Ντοστογιέφσκι 1506 – 1933», τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι η ασθένεια του αυτή είχε τα χαρακτηριστικά της κληρονομικότητας των ψυχικών ασθενειών, αφού, σύμφωνα με τον συγγραφέα, πολλοί από τους προγόνους του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι ήταν επιληπτικοί, σχιζοφρενείς, μέθυσοι και αυτόχειρες. Ο αριθμός μάλιστα αυτών των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός, εφόσον σε σύνολο 140 ατόμων του γενεαλογικού του δέντρου, καταγράφονται 113 με διάφορες ψυχικές ασθένειες.
Όποιος έχει μελετήσει την βιογραφία του Ντοστογιέφσκι εύκολα θα διαπιστώσει ότι ο μεσήλικας συγγραφέας υποπτευόταν και κατηγορούσε τη νεαρή του σύζυγό για απιστία, με βάση τις υποψίες του ότι η τελευταία της, έβδομη κατά σειρά, εγκυμοσύνη δεν είχε εξελιχθεί όπως οι προηγούμενες έξι. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές, που ο ίδιος έκανε αιφνίδιους ελέγχους στα δωμάτια των θυγατέρων του, αναζητώντας κρυμμένους, κάτω από τα κρεβάτια τους, εραστές. Τέλος, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ίδιος τρομοκρατούσε τόσο τον ίδιο του τον εαυτό, όσο και τους οικείους του, με τον φόβο της επαπειλούμενης φτώχιας και ανέχειας.
Διαβάζοντας προσεκτικά την αλληλογραφία του, αλλά και σημειώσεις από το «Ημερολόγιο του συγγραφέα» διαπιστώνουμε ότι υπέφερε από αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «χρόνια κακεντρέχεια» απέναντι στους συγχρόνους του κριτικούς, επιφανείς παράγοντες της κοινωνίας, συγγενείς αλλά και μακρινούς του ανθρώπους, τους οποίους υποπτευόταν ότι συνωμοτούν για την εξόντωσή του.
Η κόρη του συγγραφέα, ισχυρίζεται στα απομνημονεύματα της ότι οι πρώτες κρίσεις έκαναν την εμφάνισή του μετά τον τραγικό θάνατο του πατέρα του συγγραφέα, τον οποίο σκότωσαν οι χωρικοί γιατί παρενοχλούσε σεξουαλικά τις συζύγους και τις θυγατέρες του.
Ο ίδιος ο συγγραφέας συνέδεε την εμφάνιση της ασθένειας του με την σωματική τιμωρία που του επιβλήθηκε στο κάτεργο για κάποιο παράπτωμά του το 1851. Σε μια από τις συζητήσεις που είχε με τις αδελφές Κορβίν – Κρουκόφσκι, ο Ντοστογιέφσκι ομολόγησε πως η πρώτη κρίση συνέβη μετά την αποφυλάκισή του. Σε μια επιστολή του προς τον αδελφό του Μιχαήλ από 9 Μαρτίου 1857 ο Ντοστογιέφσκι τον ενημερώνει πως η πρώτη κρίση του έγινε μετά το γάμο του, δηλαδή κατά την διάρκεια της εκτόπισής του. Εκεί, ο αγροτικός γιατρός, ήταν ο πρώτος που διέγνωσε «μια αυθεντική κρίση επιληψίας».
Όπως και να έχουν, όμως, τα πράγματα, οι οπαδοί της κλασσικής ψυχαναλυτικής σχολής του Φρόιντ, εύκολα θα διέκριναν και στις δύο εκδοχές το «αίσθημα ενοχής» του συγγραφέα και, παράλληλα, την υποσυνείδητη επιθυμία του μίσους και της δίψας για εκδίκηση.
Ο γνωστός γιατρός της εποχής εκείνης, και φίλος του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, Σ. Ντ. Γιανόφσκι, ισχυρίζεται ότι η επιληψία έκανε την εμφάνιση της πολύ πριν την σύλληψη, δίκη και φυλάκιση του συγγραφέα. Οι κρίσεις επιληψίας το 1846, 1847 και 1848 ήταν ελαφριάς μορφής, πράγμα που έκανε τον ασθενή να μην την αντιμετωπίζει με σοβαρότητα. Παρόμοιες είναι οι αναφορές και άλλων προσώπων που γνώριζαν τον Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι.[3]
Οι ειδικοί γνωρίζουν ότι σημαντικό βαθμό στη συνειδητοποίηση της ασθένειας διαδραματίζει το σημείο και ο βαθμό  της αναγνώρισης και της αποδοχής της  από τον ασθενή. Ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είχε προσδιορίσει το σημείο αυτό με τα ρίγη που αισθανόταν. Τέτοια ρίγη βίωνε ο συγγραφέας λίγο πριν το κάτεργο. Πριν από αυτό τα συμπτώματα που είχε ήταν «νευρολογικού χαρακτήρα» και τα διαπίστωσε στην εφηβική του ηλικία. Τα συμπτώματα αυτά ήταν λήθαργος, μελαγχολία, πονοκέφαλος. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι «κρίσεις». Όπως και να έχουν τα πράγματα, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι επιληπτικές κρίσεις ξεκίνησαν πριν από τις δικαστικές του περιπέτειες για την ανάμιξή του στην υπόθεση του Πετρασέφσκι. .
Στο σημείο αυτό, θα κάνουμε μια μικρή αναφορά στο πατρικό πρότυπο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι. Ο πατέρας του ήταν ένας δύσκολος στη συμπεριφορά του άνθρωπος. Ζήλευε παθολογικά τη σύζυγό του, ενώ συμπεριφέρονταν βάναυσα στα παιδιά του. Εξαιρετικής σημασίας για την κατανόηση του έργου του Ντοστογιέφσκι, συνεπώς, έχει το μικρής έκτασης δοκίμιο του Ζ. Φρόιντ με τίτλο «Ο Ντοστογιέφσκι και η πατροκτονία». Η σχέση του όμως με τον πατέρα του διαμόρφωσε, εν πολλοίς, και τη σχέση του με το περιβάλλον του. Μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε την επιθετική συμπεριφορά που είχε ο ίδιος ο συγγραφέας απέναντι στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ρωσίας την εποχή εκείνη, απέναντι στους κριτικούς και το κοινό, κάθε φορά που νόμιζε ότι τον αμφισβητούσαν, απέναντι, τέλος στα μέλη της ίδιας του της οικογένειας.


Οι παθολογικές ιδιαιτερότητες του ταλέντου του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι

Αν και ο γράφων τις γραμμές αυτές δεν διαθέτει ψυχιατρική εκπαίδευση, ούτε καν ιατρική, εν τούτοις, συνειδητοποιώντας τον επαπειλούμενο κίνδυνο, θα αποτολμήσει μια «ψυχιατρική προσέγγιση» του ξεχωριστού εκείνου ταλέντου που διακρίνει το έργο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, στηριζόμενος σε γνώμες και απόψεις ειδικών, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του κατά την διάρκεια της πολυετούς ενασχόλησής του με τα έργα του «μεγάλου αμαρτωλού» της ρωσικής λογοτεχνίας.
Ακόμη και ένας απλός αναγνώστης των έργων του Φ. Ν. Ντοστογιέφσκι διαπιστώνει με την πρώτη κιόλας ματιά ότι το πλήθος των ηρώων του χαρακτηρίζονται από μια υπερβολική τάση για την λεπτομέρεια, μια ροπή προς τις συγκεκριμένες, κάθε φορά, σκέψεις, μια πολυλογία, θα έλεγε κάνεις, ενώ την ίδια στιγμή γίνεται προφανές, ότι ο ειρμός των σκέψεών τους χάνεται και, κυρίως, κάτι μένει ανείπωτο, ημιτελές.
Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα που διακρίνουμε είναι το απόλυτο παράλογο, το ανορθολογικό, η παρορμητικότητα των συμπεριφορών τους. Ενώ η τρίτη ιδιαιτερότητα είναι η συστηματική, σαδιστική, θα έλεγε κανείς, παραμονή τους σε όλα τα στάδια της κόλασης του Δάντη. Δεν είναι λοιπόν τυχαία η άποψη που διατύπωσαν πολλοί στοχαστές ότι αν ο Τολστόι έχει δημιουργήσει χιλιάδες διαφορετικούς ανθρώπινους τύπους στα έργα του, ο Ντοστογιέφσκι, απεναντίας, σε κάθε του έργο σκιαγραφεί όλους τους ήρωες του υπό το φως της δικής του οπτικής για τον κόσμο. Ας θυμηθούμε τον παθολογικά αλκοολικό Μαρμελάντοφ στο «Έγκλημα και τιμωρία», την υστερική και μανιοκαταλθιπτική Κατερίνα Ιβάνοβνα, τον σεξομανή και σαδιστή Σβιντριγκάιλοφ, αλλά και τον νηφάλιο Λούζιν, ο οποίος χώνει επιτήδεια εκατό ρούβλια στη τσέπη της  Σόνιας Μαρμελάντοβα προκειμένου στη συνέχεια να την κατηγορήσει για κλοπή. Στον «Ηλίθιο» ο πρίγκιπας Μίσκιν επανέρχεται στη ζωή μετά την παρατεταμένη θεραπεία για επιληψία και στο τέλος επιστρέφει στην ίδια ψυχιατρική κλινική στην Ελβεταία, ο Αραλντόν Ιβόλγκιν που πάσχει από εκφυλιστική παράλυση, ο έμπορος – δολοφόνος Ρογκόζιν, η Ναστάσια Φιλίπποβνα, η οποία διαρκώς επισημαίνει στους συνομιλητές της ότι την αποπλάνησαν σε μικρή ηλικία και ότι έχει, μετά απ’ αυτό, κάθε δικαίωμα να ταπεινώνει τους γύρω της. Στους «Δαιμονισμένους» ο ψυχρός δανδής Σταβρόγκιν, οι επιληπτικοί Κυρίλλοφ και Λεμπιάντκινα, το παράσιτο και προδότης Στεπάν Βερχοβένσκι, ο «επαναστάτης» Πιότρ Βερχοβένσκι, ο οποίος προκειμένου να διαλύσει τον χορό του στρατηγού εξυφαίνει πλήθος δολοπλοκιών, οι ασήμαντοι και ανόητοι Λιάμγκίν, Σιγκαλιόφ, Βιγκρίνσκι με τις α-νόητες αυτοκτονίες. Στα έργα του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχουν ευτυχισμένο ήρωες, όπως δεν υπάρχουν και «θετικοί» ήρωες». Όλα τα πρόσωπα που παρουσιάζονται σ’ αυτά τα έργα, είναι πρόσωπα που πάσχουν, που υποφέρουν, που βασανίζονται, που, όμως, στο τέλος, δε λυτρώνονται. Ακόμη και όταν ο κολασμός των πράξεών τους, ο βαρύς πέλεκυς της τιμωρίας πέφτει επί των κεφαλών δικαίων και αδίκων.
Δίχως να θέλουμε να υπεισέλθουμε στο πεδίο της ψυχιατρικής αποτίμησης της επίδρασης που άσκησε η επιληψία στην ανάπτυξη του ταλέντου του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, θα παραθέσουμε την άποψη του Ν. Μιχαηλόβσκι, ο οποίος ακόμη από το 1882 σε ένα άρθρο του με τίτλο «Σκληρό ταλέντο» σημειώνει: «Εμείς, απεναντίας, αναγνωρίζουμε το τεράστιο καλλιτεχνικό ταλέντο του Ντοστογιέφσκι και ταυτόχρονα διακρίνουμε σ’ αυτόν όχι μόνο τον πόνο που βιώνει για τους ταπεινωμένους και καταφρονημένους, αλλά, απεναντίας, βλέπουμε και μια ενστικτώδη επιδίωξή του να προκαλέσει πόνο σ’ αυτούς τους ταπεινωμένους και καταφρονημένους».[4] .
Την ίδια όμως γνώμη με τον Μιχαηλόφσκι είχαν και πολλοί άλλοι σύγχρονοι του Ντοστογιέφσκι συγγραφείς και ποιητές, όπως διαπιστώνουμε από την αλληλογραφία των Τουργκιένιεφ. Στράχοφ, Λ. Τολστόι, Π. Τσαϊκόφσκι, Σαλτικοφ-Σεντρίν, και στη συνέχεια του Μ. Γκόρκι.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην πλειοψηφία των έργων του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχει ίχνος κοινωνικής διαμαρτυρίας. Οι ήρωες του – πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα είναι θύματα των παθών τους και είναι πολύ δύσκολο να ανακαλύψει ο σύγχρονος αναγνώστης έναν ήρωα τον οποίο ο συγγραφέας δεν θα παρουσίαζε σε μια εξαιρετική μειονεκτική θέση, στην καλλίτερη δε των περιπτώσεων σε μια ανόητη θέση.
Με ασφάλεια λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι το μυστικό της δημιουργίας του Ντοστογιέφσκι είναι ότι οι ήρωες του δρουν σα να μην υπάρχει διάσταση έργων και λόγων, σα να μην λειτουργούν υπό τον έλεγχο κάποιων κεντρικών ηθικών αρχών. Όλος ο κόσμος του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είναι μια κινούμενη άμμος, είναι μια ρευστή περιρρέουσα πραγματικότητα, είναι ένας κόσμος ενστίκτων των ηρώων του, των παρορμήσεών τους, του χαοτικού τους ψυχισμού. 
Την ίδια στιγμή όμως, ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι με την ικανότητά του να διαβλέψει τις πρωτογενείς παρορμήσεις των ηρώων του, να τις μετατρέψει σε πράξεις, να αποκαλύψει το έρεβος του υποσυνείδητου, κατόρθωσε να γίνει ο προφήτης του 20ου αιώνα, όπου αυτές οι πρωτόγονες παρορμήσεις της σκληρότητας, της κυριαρχίας, της καταπίεσης, της αλαζονείας, βγήκαν έξω από τα όρια της λογικής και του νόμου και κυριάρχησαν με τις μορφές των ανελέητων ολοκληρωτισμών του προηγούμενου αιώνα.
Προσπαθώντας να ερμηνεύσει την στωικότητα ενός ψυχικά ασθενούς, ο Ζ. Φρόιντ, στο γνωστό του έργο «Ο Ντοστογιέφσκι και η πατροκτονία»,  δημιουργεί έναν ολόκληρο ψυχαναλυτικό μύθο γύρω από τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα. Ο στοχαστής της Βιέννης χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμαζόφ» ως «ύψιστο επίτευγμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η αποτίμηση του οποίου είναι αδύνατη». Ο κολακευτικός αυτός χαρακτηρισμός εκ μέρους του γενάρχη της ψυχανάλυσης δεν οφείλεται στις λογοτεχνικές και φιλοσοφικές αρετές του κειμένου, αλλά σε κάτι το τελείως διαφορετικό. Στην παγκόσμια λογοτεχνία δεν υπάρχει άλλο μυθιστόρημα, μέσα από το οποίο να διαφαίνεται, κατά τη γνώμη του Φρόιντ, τόσο ξεκάθαρα το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Από τους τέσσερις γιους του Φιοντόρ Καραμάζοφ οι τρείς θέλουν να τον σκοτώσουν, ενώ ένας εξ αυτών, ο Σμερντιακόφ, τελικά τον δολοφονεί. Κατά τη διάρκεια της  δίκης ο Ιβάν Καραμάζοφ είναι, σχεδόν, παράφρων, και λέει μια φράση, η οποία φανερώνει τη σκέψη του ίδιου του συγγραφέα: «Μα ποιος θέλει να δολοφονήσει τον πατέρα;». Στηριζόμενος πάνω στην θεωρία του για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ο Φρόιντ αποδίδει σ’ αυτό την ψυχική νόσο του Ντοστογιέφσκι.
Ανεξάρτητα, πάντως, τόσο από τον ψυχαναλυτικό μύθο που δημιούργησε η εργασία του Φρόιντ, όσο και από το ερώτημα για το αν η επιληψία του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι ήταν κληρονομική ή επίκτητη, από το αν οι πρώτες κρίσεις συνέβησαν πριν ή μετά το κάτεργο, το σίγουρο είναι ότι η νόσος αυτή έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στο έργο του, όλων των περιόδων της δημιουργίας του.
Στο δεύτερο του, κιόλας μυθιστόρημα, πριν την σύλληψή του, τον «Σωσία» ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι σκιαγραφεί τον διχασμό της προσωπικότητας, την έκπτωσή της και την τρέλα. Ακολουθεί το μικρό του έργο «Η σπιτονοικοκυρά» όπου η πρωταγωνίστρια βρίσκεται «πέραν» του κόσμου των ανθρώπων, αλλά και οι έντονα συγκνινησιακά φορτισμένες νουβέλες «Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα» και «Λευκές νύχτες». Στα δύο τελευταία έργα, ο αναγνώστης, εύκολα διαπιστώνει την ροπή του συγγραφέα να «φύγει μακράν» της σκυθρωπής περιρρέουσας πραγματικότητας και να καταφύγει στον κόσμο των ρομαντικών ονειροπολήσεων. Σ’ αυτά, ειδικά, τα έργα, κάνει την εμφάνισή της η φιγούρα του «ονειροπόλου», η οποία, εν πολλοίς, είναι αυτοβιογραφική. Είναι όμως, ωστόσο, τα έργα εκείνα στα οποία κάνει την εμφάνισή της η νόσος και οι επιπτώσεις της. Στις «Λευκές νύχτες» η θλίψη και η πικρή απογοήτευση του μοναχικού ηλικιωμένου πια ονειροπόλου, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μετά τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του, γίνεται αισθητή από τον αναγνώστη ως η καταβολή ενός ανελέητου τιμήματος για τις ονειροπολήσεις. Στο δε έργο του «Η σπιτονοικοκυρά», - και αυτό πριν από τη σύλληψη του, - στις ανησυχίες που διατυπώνει ο ήρωας βλέπουμε αμέσως τις αναλαμπές της επερχόμενης κρίσης επιληψίας.
Ο Μέγας Μελαγχολικός: μαρτυρία και μαρτύριο
Αν επιμέναμε, όμως, μόνο στις παραπάνω διαπιστώσεις σχετικά με την εμμονή του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι να μειώνει, να ταπεινώνει, να εξευτελίζει τους ήρωες του, θα παρουσιάζαμε μία μόνο και αυτή, ελαφρώς παραμορφωμένη, πλευρά του δημιουργικού του έργου, και, πιθανόν, να αδικούσαμε τον μεγάλο αυτό μελαγχολικό.
Και αυτό γιατί διαβάζοντας τα έργα του εύκολα διαπιστώνουμε την βαθιά του συμπόνια προς τα θύματα της κοινωνικής αδικίας, την αίσθηση ότι όλα αυτά που κάνουν τους ήρωες του να πάσχουν μπορούν να συμβούν και σ’ εσένα τον ίδιο, όσο καλά προστατευμένος κι αν είσαι από την πιθανότητα της πτώσης, λόγω κοινωνικής θέσης, καλλιέργειας, βούλησης, εργατικότητας, υλικής ευμάρειας, συγγενών, δημιουργικότητας, επιτυχιών κ.α.
Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση με τους ήρωες του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε ένας εξ αυτών, - και συνεπώς δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος, - που έστω και για λίγο, έστω και για μια στιγμή δεν βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού, δεν ένιωσε την δαμόκλεια σπάθη να επικρεμάται από πάνω του. Αυτό δείχνει μια βαθιά συνείδηση, εκ μέρους του συγγραφέα, της Ταπείνωσης, αν όχι μόνο από τα προσωπικά του βιώματα, τότε, ίσως, από παραδείγματα που υπήρχαν στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον. Πόσοι ήρωες του βρίσκονται σε έλεος ανελέητων ισχυρών, πόσοι και πόσοι εξαρτώνται από την καλή διάθεση αξιωματούχων, πλουσίων, τυράννων. Σήμερα, βασισμένοι στην εμπειρία του 20ού αιώνα, γνωρίζουμε καλά πως απαιτούνται εβδομάδες ή και μήνες εξευτελισμών, βασανιστηρίων, ταπεινώσεων για να έρθει ο απλός άνθρωπος στο επίπεδο των ηρώων του Ντοστογιέφσκι. Και πέραν τούτου, ο καθένας από εμάς με ευκολία μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του επεισόδια προσβολής της προσωπικότητάς του, ακόμη και από ασήμαντους κρατικούς υπαλλήλους, οι οποίοι θωρακισμένοι πίσω από τον τίτλο ή το αξίωμα τους, εξευτελίζουν βάναυσα τον απλό πολίτη.
«Ο μη αναμάρτητος πρώτος τω λίθω βαλέτω», αναφέρει η βιβλική παράδοση. Για το Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχουν αναμάρτητοι. Κι αυτό είναι που κάνει εμάς, τους αναγνώστες των έργων του μεγάλου μελαγχολικού να νιώθουμε συγγενείς με τους ήρωες του, να ταυτιζόμαστε μ’ αυτούς και με ευγνωμοσύνη να συνειδητοποιούμε ότι ο συγγραφέας όχι μόνο τους ταπεινώνει αλλά και, συνάμα, συμπονάει τα πάθη, τα βάσανα, τις δυσκολίες τους. Η υπερβολή, είναι μια από τις μεθόδους μυθιστοριογραφίας που με μεγάλη επιτυχία χρησιμοποιεί ο Ντοστογιέφσκι. Αποδεικνύεται πως είμαι μεγάλος τεχνίτης της υπερβολής συνδυάζοντας τον σαδισμό με την συμπόνια και αυτό τον καθιστά ιδιαίτερα προσφιλή συγγραφέα γενιών και γενιών στα πέρατα του κόσμου. Ιδιαίτερα σήμερα, σε μια εποχή γενικευμένης ανασφάλειας και κατάρρευσης όλων των σταθερών που γνώριζε ο κόσμος, σε μια εποχή αναζήτησης σημείων προσανατολισμού και πορείας, η λεπτή σαν τον διαυγή ανοιξιάτικο πάγο, ψυχολογική ανάλυση που κάνει στους ήρωες του, μπορεί να αποτελέσει παρηγοριά και ανακούφιση για νέες γενιές αναγνωστών.
Ο άνθρωπος που έγραψε την φράση «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» δεν μπορούσε να μείνει απαθής απέναντι στις ταπεινώσεις του ανθρώπου. Ξεπεσμένος αριστοκράτης, διάσημος συγγραφέας, φυλακισμένος, μελλοθάνατος, εξορισμένος, ο Ντοστογιέφσκι με ιδιαίτερη ευαισθησία αντιμετωπίζει το πρόβλημα των πτήσεων και των πτώσεων του ανθρώπου, αφού άλλωστε ο ίδιος, λόγω της ασθένειας του, ήταν συνεχώς αντιμέτωπος μ’ αυτό. Η επιληπτική κρίση, ως γνωστό, δεν είναι ένα καθόλου όμορφο θέαμα. Το γνώριζε ο ίδιος, τρόμαζε με τη σκέψη ότι μπορεί να έχει μια τέτοια κρίση μπροστά σε ξένους, πράγμα άλλωστε που συνέβη αρκετές φορές στη ζωή του. Την ίδια στιγμή όμως το θλιβερό αυτό θέαμα του προκαλούσε αισθήματα συμπόνιας και κατανόησης. Αισθήματα μετοχής αλλά και διάθεσης υπεράσπισης των αδυνάμων. Γόνος μιας οικογένειας  ο ίδιος, όπου για τέσσερις γενιές καταγράφονται επιληπτικοί, κατόρθωσε μέσα από τα έργα του να γίνει ο «Κολόμβος» του υποσυνείδητου κόσμου του ανθρώπου.
Οι ειδικοί του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου, ίσως χρειαστεί να κάνουν εμβριθείς μελέτες για το πώς επέδρασε η επιληψία στο δημιουργικό έργο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι. Ίσως ανακαλύψουν πράγματα θαυμαστά μα και συνάμα τρομερά. Ένα είναι σίγουρο και προφανές, επί του παρόντος, οι προσωπικές ιδιαιτερότητες του συγγραφέα, η ψυχοπαθολογία του, τόσο όταν συμπεριφέρεται σαδιστικά στους ήρωες του, όσο κι όταν συμπάσχει μ’ αυτούς και τους συμπονά είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Παρόλα αυτά όμως ο Ντοστογιέφσκι παραμένει μεγάλος ανθρωπιστής, όσο τρομακτικές κι αν είναι οι εικόνες που σκιαγραφεί μέσα από τα έργα του, όσο σαδιστικές εξάρσεις κι αν περιγράφει, όσο κι αν φοβόταν την ίδια την έννοια της ελευθερίας, όσο αδύναμους κι αν περιέγραψε τον Αλιόσα Καραμάζοφ και τον στάρετς Ζωσιμά στους «Αδελφούς Καραμάζοφ», απέναντι στον Ιβάν Καραμάζοφ ή τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή. Και αυτό είναι που τον κάνει όχι απλά μεγάλο αλλά οικουμενικό συγγραφέα, ταυτισμένο με τον χαρακτηρισμό «μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής».
Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι «Ηλίθιος»
Μτφ.: Ελένη Μπακοπούλου
Εκδόσεις Ίνδικτος
Αθήνα 2008
… «Αναλογίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην επιληπτική του κατάσταση υπήρχε ένα στάδιο, σχεδόν ελάχιστα πριν την κρίση (όταν βέβαια η κρίση τον έβρισκε ξύπνιο), που ξαφνικά, μέσα στη θλίψη, την ψυχική μαυρίλα, την πίεση, για κάποια δευτερόλεπτα έμοιαζε να φλογίζεται ο εγκέφαλος του και να εκρήγνυται με πρωτοφανή δύναμη όλες οι ζωτικές του δυνάμεις. Κάτι τέτοιες στιγμές, που κρατούσαν όσο μια αστραπή, η αίσθηση της ζωής, της αυτοσυνείδησης, δεκαπλασιαζόταν σχεδόν. Το πνεύμα και η καρδιά πλημμύριζαν από ένα πρωτόγνωρο φως· όλες οι ταραχές, όλες οι ανησυχίες του, σαν να καταλάγιαζαν δια μιας, και κατέληγαν σε μια ανώτερη γαλήνη, γεμάτη από διαυγέστατη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γεμάτη από σύνεση και γνώση. Οι στιγμές αυτές όμως, οι αναλαμπές, ήταν μόνο προάγγελος του κρίσιμου δευτερολέπτου (ποτέ πάνω από δευτερόλεπτο) με το οποίο ξεκινούσε η κρίση. Αυτό το δευτερόλεπτο βεβαίως ήταν ανυπόφορο. Συλλογιζόμενος εκ των υστέρων αυτή τη στιγμή, υγιής πια, έλεγε συχνά στον εαυτό του: όλες αυτές οι αστραπές και οι αναλαμπές της ύψιστης αυτοεπίγνωσης και αυτοσυνείδησης, και άρα ενός «ανώτερου βιώματος», δεν είναι τίποτα περισσότερο από αρρώστια, από διατάραξη της φυσιολογικής κατάστασης, κι αν είναι έτσι, τότε δεν είναι καθόλου ανώτερο βίωμα, αλλά, αντιθέτως, θα πρέπει να θεωρηθεί ως το κατώτερο. Κι ωστόσο, κατέληξε, τελικά, στο εξαιρετικά παράδοξο συμπέρασμα: «Και τι μ’ αυτό, αν είναι αρρώστια;». Το πειράζει αν αυτή η αφύσικη ένταση, το αποτέλεσμα, αυτή η βιωματική στιγμή, όταν την αναλογίζεσαι και τη σκέφτεσαι όντας σε κατάσταση υγιή, αποδεικνύεται ύψιστη αρμονία, ομορφιά, σου δίνει το ανήκουστο και ασύλληπτο μέχρι τούδε αίσθημα της πληρότητας, του μέτρου, της συμφιλίωσης και της εκστατικής θρησκευτικής ταύτισης με την πεμπτουσία της ζωής:» Αυτές οι θολές διατυπώσεις του φαίνονταν πολύ κατανοητές, αν και ακόμη αρκετά αδύναμες. Δεν μπορούσε να αμφιβάλλει πως αυτό είναι πράγματι «ομορφιά και θρησκευτική έκσταση», ότι είναι πράγματι η «πεμπτουσία της ζωής», ούτε μπορούσε να δεχτεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Διότι εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε οράματα, αφύσικα και φανταστικά, σαν αυτά που βλέπει κανείς με το χασίς, το όπιο ή το ποτό, που μειώνουν τη λογική και διαστρεβλώνουν την ψυχή. Αυτό μπορούσε να το κρίνει με απόλυτη λογική όταν τέλειωνε η κρίση. Οι στιγμές αυτές ήταν ακριβώς μόνον μια ασυνήθιστη ενδυνάμωση της αυτοσυνείδησης- αν έπρεπε να ορίσει κανείς την κατάσταση αυτή με μια λέξη - , αυτοσυνείδηση και ταυτόχρονα αυτοεπίγνωση, άμεση σε ακραίο βαθμό. Αν τη στιγμή εκείνη, δηλαδή το τελευταίο ενσυνείδητο δευτερόλεπτο πριν το ξέσπασμα της κρίσης, του συνέβαινε να προλάβει να πει στον εαυτό του, με διαύγεια και συνειδητά: «Ναι, για μια τέτοια στιγμή μπορεί κανείς να δώσει και τη ζωή του!» - τότε φυσικά αυτή η στιγμή από μόνης της άξιζε μια ολόκληρη ζωή. Πάντως, για τη διαλεκτική πλευρά του συμπεράσματός του δεν επέμεινε: η αποβλάκωση, ο ψυχικός ζόφος, η ηλιθιότητα, ορθώνονταν μπροστά του ως ολοκάθαρη συνέπεια αυτών των «ανώτερων στιγμών». Στα σοβαρά δεν θα μπορούσε να το συζητήσει, εννοείται. Στο συμπέρασμα, δηλαδή στην αποτίμηση αυτής της στιγμής, εμπειριείχετο, χωρίς αμφιβολία, ένα λάθος, αλλά ο ρεαλισμός της αίσθησης, όσο να ‘ναι, τον μπέρδευε λίγο. Τι στ’ αλήθεια μπορούμε να κάνουμε με την πραγματικότητα; Αυτό, βλέπεις, είχε συμβεί, και ο ίδιος, βλέπεις, προλάβαινε να πει στον εαυτό του εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ότι αυτή η στιγμή, σ’ αυτόν, μάλλον, θα μπορούσε να αξίζει μια ολόκληρη ζωή. «Αυτή τη στιγμή» - όπως έλεγε κάποτε στον Ραγκόζιν, στη Μόσχα, κατά τη διάρκεια των εκεί συναντήσεων τους- «αυτή τη στιγμή μου γίνεται κατανοητός ο ασυνήθιστος ισχυρισμός ότι δεν θα υπάρξει άλλος χρόνος. Πιθανόν» - συμπλήρωσε χαμογελώντας – «να είναι εκείνο το δευτερόλεπτο στο οποίο δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από την αναποδογυρισμένη στάμνα του επιληπτικού Μωάμεθ, που πρόφτασε μέσα σ’ εκείνο το δευτερόλεπτο να περιτρέξει όλους τους οίκους του Αλλάχ»…
Σελ: 393 – 395
… «Από την αρχή ακόμη, όταν ο πρίγκιπας μπήκε στο σαλόνι, κάθησε όσο πιο μακριά γινόταν από το κινέζικο βάζο, με το οποίο τον είχε τρομοκρατήσει τός η Αγκλάια. Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι μετά τα χτεσινά λόγια της Αγκλάιας ρίζωσε μέσα του η ανεξίτηλη πεποίθηση, ένα εκπληκτικό και αδιανόητο προαίσθημα ότι αύριο κιόλας θα το σπάσει οπωσδήποτε το βάζο αυτό, όσο κι αν κρατιόταν μακριά του, όσο κι αν το απέφευγε; Κι όμως, έτσι ήταν. Στη διάρκεια της βραδιάς άλλες δυνατές αλλά ευχάριστες εντυπώσεις άρχισαν να καταλαμβάνουν την ψυχή του· αναφερθήκαμε ήδη σ’ αυτό. Ξέχασε το προαίσθημα του. Όταν άκουσε για τον Παβλίσιεφ και ο Ιβάν Φιοντόροβιτς τον οδήγησε στην Ιβάν Πετρόβιτς για να του τον παρουσιάσει και πάλι, ήρθε πιο κοντά στο τραπέζι και βρέθηκε ακριβώς στην πολυθρόνα δίπλα από το τεράστιο, κόκκινο κινέζικο βάζο, που έστεκε πάνω σε έναν ανθοστάτη, σχεδόν δίπλα στον αγκώνα του, ελαφρώς πιο πίσω.
Με τα τελευταία λόγια σηκώθηκε από τη θέση του, κούνησε απρόσεχτα το χέρι, τίναξε κάπως τον ώμο του και … τότε ακούστηκε μια γενική κραυγή! Το βάζο ταλαντεύτηκε, στην αρχή, σαν αναποφάσιστο: να πέσει μήπως το κεφάλι κανενός από τα γεροντάκια; Όμως ξαφνικά έγειρε προς την αντίθετη μεριά, προς τη μεριά του γερμανάκου που μόλις πρόλαβε με τρόμο να κάνει στην άκρη, και σωριάστηκε στο δάπεδο. Θόρυβος, φωνές, πολύτιμα θραύσματα σκορπισμένα στο χαλί, φόβος, απορία, ω, τι συνέβαινε στον πρίγκιπα ήταν δύσκολο κι ίσως δεν χρειαζόταν να το φανταστείς! Αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε μια παράξενη αίσθηση που τον συγκλόνισε ακριβώς την ίδια στιγμή: ούτε η ντροπή, ούτε το σκάνδαλο, ούτε ο φόβος, ούτε το αναπάντεχο τον συγκλόνισαν περισσότερο, αλλά η πραγμάτωση της προφητείας! Τι ακριβώς ήταν αυτό που τον αιχμαλώτισε στη σκέψη αυτή, δεν θα ήταν σε θέση να το εξηγήσει· αισθάνθηκε απλά ότι έχει συγκλονισθεί ως τα τρίσβαθα της ψυχής του και στεκόταν πλημμυρισμένος από ένα φόβο σχεδόν μυστικιστικό. Μια στιγμή ακόμη, και σαν όλα μπροστά να διευρύνονται, στη θέση του τρόμου φως και χαρά, έκσταση· άρχισε να πνίγεται, και … αλλά η στιγμή πέρασε. Δόξα τω Θεώ, δεν ήταν αυτό! Πήρε ανάσα και κοίταξε ένα γύρω.»
Σελ 935 – 936
Αϊμέ Ντοστογιέφσκι
Η ζωή του πατέρα μου
Μτφ.: Στέλιος Ι. Ζερβός
Εκδόσεις Δωδώνη
Αθήνα 1971
… Τότε ο Ντοστογιέφσκυ άρχισε να 'χει αμφιβολίες για το ταλέντο του. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Έγινε νευρικός και υστερικός. Η φοβερή ασθένεια της επιληψίας που κοιμότανε μέσα του χωρίς να εκδηλώνεται σε κρίσεις, άρχισε να του φέρνει πιεστικές ενοχλήσεις. Άρχισε ν’ αποφεύγει τα φιλολογικά σαλόνια και κλεινότανε σπίτι του για πολλές ώρες ή γύριζε μονάχος στους σκοτεινούς και έρημους δρόμους της Πετρούπολης. Περπατώντας μιλούσε μονάχος του, χειρονομούσε και έκανε τους διαβάτες να γυρίζουν να τον δουν. Ακόμη και οι φίλοι του που τον συναντούσαν στο δρόμο νόμιζαν πως παλάβωσε…
Σελ. 57
…Την εποχή εκείνη ο πατέρας μου θεωρούσε τον εαυτό του άρρωστο και ανίκανο για γάμο. Η επιληψία που μέχρι τότε ήτανε σε κατάσταση λανθάνουσα άρχισε πια να εκδηλώνεται. Είχε σοβαρές κρίσεις και ζωηρούς σπασμούς που τον εξουθένωναν και τον έκαναν ανίκανο για κάθε εργασία. Οι γιατροί του συντάγματος που τον κουράριζαν δίσταζαν ακόμη να που τι ήταν η αρρώστια του· πολύ αργότερα έδωσαν το όνομα επιληψία, στην αρρώστια του Ντοστογιέφσκυ…
Σελ. 98
…Η επιληψία του πατέρα μου είχε πια εκδηλωθεί τελείως κι αυτό του είχε καλμάρει τα νεύρα. Υπόφερε βέβαια πολύ όταν είχε κρίση, όμως είχε την ανταμοιβή του όταν η κρίση περνούσε να γίνεται το πνεύμα του πιο καθαρό και πιο ήρεμο…
Σελ. 101
Αργότερα οι γιατροί εξήγησαν στους δικούς μου ότι η αιτία του θανάτου του Αλέξη ήταν η ανώμαλη διαμόρφωση του μετώπου του. Ο εγκέφαλος του μεγαλώνοντας δεν βρήκε αρκετό χώρο να αναπτυχθεί μέσα στο μικρό και παραμορφωμένο κρανίο. Εγώ προσωπικά σκεφτόμουν πάντα ότι ο Αλέξης, που έμοιαζε σε όλα του πατέρα μου, θα του είχε κληρονομήσει και την επιληψία. Ο Θεός όμως στάθηκε γι’ αυτόν πολύ καλός και τον πήρε κοντά του με την πρώτη του κρίσης της αρρώστιας.
Σελ. 180
Το μυαλό των επιληπτικών δεν είναι φυσιολογικό. Η μνήμη τους δεν κρατάει παρά τα γεγονότα που τους κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση. Είναι πιθανόν πως η Παυλίνα Ν. ήταν από κείνες τις πολύ όμορφες κοπέλες που αγαπάνε οι άντρες πολύ όταν τις έχουν κοντά τους, μα που τις ξεχνούν γρήγορα όταν πάψουν να τις βλέπουν…
Σελ. 188


[1] Merezkovskijj D. S. Lev Tolstoi I Dostoyevskii. Cobr. Soc. T. 9, 1914, c. 101.
Stefan Cveig Tri mastera. Moskva, 1992. c. 83
Grossman Leonid Poetika Dostoyevskogo. Moskva, 1925, c. 132
[2] Volockii M. V. Chronika rodoslovija Dostoyevskogo Moskva 1993.
[3] Vrangl’ A. E. Iz vospominanii o F. M. Dostoyevskom v Sibiri στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c. 345. Vsevolod Solov’ev o F. M. Dostoyevskom ibid. t.2, Moskva, 1990, c. 205. Rezinkampf AE. Vospominanija o Fiodore Michailovice Dostoyevskom στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c.. 552. Janovskii S. D. Vospominanje o Dostoyevskom στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c. 234
[4] Michailovskii N. K., Zestokii talent. Moskva, 1957.

Δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό ψυχιατρικό περιοδικό "Σύναψις" τόμος 6 του 2010

Κρατικά βραβεία λογοτεχνίας 2012: Βραχείες λίστες

πηγή: www.tovima.gr

Ανακοινώθηκαν την Πέμπτη οι υποψήφιοι συγγραφείς και τα έργα

Ανακοινώθηκαν από το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά βραβεία, Διηγήματος-Νουβέλας, Μυθιστορήματος, Ποίησης, Δοκιμίου-Κριτικής, Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, Χρονικού-Μαρτυρίας, καθώς και τις βραχείες λίστες για τα βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης.

Στην τελική ευθεία για τα βραβεία, ανά κατηγορία, είναι:

Νουβέλα-διήγημα

Σωτήρης Δημητρίου, «Η σιωπή του ξερόχορτου», Πατάκης.
Γιάννης Ευσταθιάδης, «Ανθρωποι από λέξεις», Μελάνι.
Κώστας Καβανόζης, «Ολο το φως απ' τα φεγγάρια», Πατάκης.
Μαρία Κουγιουμτζή, «Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;», Καστανιώτης.
Γιώργος Μήτας, «Ιστορίες του Χαλ», Κίχλη.
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Νερό», Κέδρος.
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «Περιπολών περί πολλών τυρβάζω», Πατάκης.
Ερση Σωτηροπούλου, «Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα», Πατάκης.


Μυθιστόρημα

Χρήστος Αγγελάκος, «Το δάσος των παιδιών», Μεταίχμιο.
Ισίδωρος Ζουργός, «Ανεμώλια», Πατάκης.
Μιχάλης Μοδινός, «Η σχεδία», Καστανιώτης.
Κώστας Μουρσελάς, «Στην άκρη της νύχτας», Πατάκης.
Γιώργος Ξενάριος, «Στην άκρη του κόσμου», Κέδρος.
Αλέξης Πανσέληνος, «Σκοτεινές επιγραφές», Μεταίχμιο.
Γιώργος Συμπάρδης «Υπόσχεση γάμου», Μεταίχμιο.

Ποίηση

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Η ανορεξία της ύπαρξης», Καστανιώτης.
Χάρης Βλαβιανός, «Σονέτα της συμφοράς», Πατάκης.
Γιώργος Γώτης, «Δίχως χάρτη», Στιγμή.
Γιάννης Δούκας, «Στα μέσα σύνορα», Πόλις.
Έλσα Κορνέτη, «Κονσέρβα μαργαριτάρι», Γαβριηλίδης.
Δημήτρης Κοσμόπουλος, «Κρούσμα», Κέδρος.
Παυλίνα Παμπούδη, «Το σπίτι στους 40 δρόμους», Ροές.
Μίμης Σουλιώτης, «Κύπρον , ιν ντηντ», Μεταίχμιο.

Δοκίμιο - κριτική

Νάσος Βαγενάς, «Κινούμενος στόχος», Πόλις.
Γιώργος Γιαννουλόπουλος, «Ο Μοντερνισμός και οι "Δοκιμές" του Σεφέρη», Πόλις.
Γιάννης Κιουρτσάκης, «Το ζητούμενο του ανθρώπου», Πατάκης.
Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος, «Θρύλοι και παραμύθια για τη χώρα του χρυσού: Αρχαιολογία ενός παραμυθιακού μοτίβου», Στιγμή.
Αντώνης Λιάκος, «Αποκάλυψη, ουτοπία και ιστορία: Οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης», Πόλις.
Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Ωσάν χαράς ιδέα: Η ποιητική γραμματική του Ανδρέα Κάλβου», Gutenberg.
Δημήτρης Τζιόβας, «Ο μύθος της γενιάς του τριάντα: Νεοτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία», Πόλις.

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς

Κυριάκος Γιαλένιος, «Η νόσος των εραστών», Μελάνι.
Θωμάς Ιωάννου, «Ιπποκράτους 15», Σαιξπηρικόν.
Αλέξιος Μάινας, «Το περιεχόμενο του υπολοίπου», Γαβριηλίδης.
Βασιλική Πέτσα, «Θυμάμαι», Πόλις.
Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, «Η διάβολος», Εκδόσεις των φίλων.
Δημήτρης Τανούδης, «Σπασμός», Νεφέλη.
Θωμάς Τσαλαπάτης, «Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ», Εκάτη.

Χρονικό - μαρτυρία

Χρήστος Δανιήλ, «"...Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina": Μάτση Χατζηλαζάρου, η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια», Τόπος.
Γιώργος Κοτανίδης, «Ολοι μαζί, τώρα!», Καστανιώτης.
Σπύρος Κουζινόπουλος, «Δράμα 1941: Μια παρεξηγημένη εξέγερση», Καστανιώτης.
Μακρής-Στάικος Πέτρος Στ., «"Ο Αγγλος πρόξενος": Ο υποπλοίαρχος Noël C. Rees και οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες: Ελλάδα - Μέση Ανατολή (1939-1944)», Ωκεανίδα.
Αλέξανδρος Μασσαβέτας, «Κωνσταντινούπολη: Η πόλη των απόντων», Πατάκης.
Γιάννης Παπακώστας, «O Emile Legrand και η ελληνική βιβλιογραφία: Αρχειακή μελέτη», Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη.
Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη και Μαρία Λουΐζα Τζόγια-Μοάτσου, «Η δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου», Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης.


ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ


Α΄ Μετάφραση από ξένη γλώσσα

Γουίλιαμ Τ. Βόλμαν, Κεντρική Ευρώπη, μετ. Αλέξης Καλοφωλιάς, Κέδρος
Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Το δέρμα, μετ. Παναγιώτης Σκόνδρας, Μεταίχμιο
Ναντιέζντα Μαντελστάμ, Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, Μεταίχμιο
Ρόμπερτ Μπέρτον, Η ανατομία της μελαγχολίας (τόμος ΙΙΙ), μετ. Παναγιώτης Χοροζίδης, Ηριδανός
Νοβάλις, Υμνοι στη νύχτα, μετ. Κώστας Κουτσουρέλης, Περισπωμένη
Λεονάρδο Παδούρα, Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά, μετ. Κώστας Αθανασίου, Καστανιώτης
Γουόλτερ Πέιτερ, Η Αναγέννηση, Μελέτες για την τέχνη και την ποίηση, μετ. Άρης Μπερλής, Αλεξάνδρεια


Β΄ Μετάφραση σε ξένη γλώσσα

Stratis Tsirkas, Ciudades a la deriva, edicion de Ioanna Nicolaidou, traduccion de Vicente Fernandez Gonzalez, Leandro Garcia Ramirez, Maria Lopez Villalba y Ioanna Nicolaidou, Madrid: Catedra, Letras Universales
Υannis Ritsos, Crisotemis, traduccion de Selma Ancira. Barcelona: Acantilado.
Il Vicino di Casa, Raccolta di racconti greci contemporanei, a cura di Maurizio de Rosa, Milano: Emmeti
Kostas Montis, Momenten en Andere Gedichten, Vertaling Hero Hokwerda Groningen: Ta Grammata


Γ΄ Μετάφραση από αρχαία ελληνικά

Αριστοτέλης, Κατηγορίαι. Περί ερμηνείας. Μετάφραση, εισαγωγή, επιμέλεια Παύλος Καλλιγάς. Εταιρεία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου, Νήσος.
Αριστοτέλης, Περί γενέσεως και φθοράς. Μετάφραση, εισαγωγή, επιμέλεια Βασίλης Κάλφας Εταιρεία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου, Νήσος.
Ελληνική Παλατινή Ανθολογία. Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Κώστας Τοπούζης, Επικαιρότητα.
Θουκυδίδης, Ιστορία. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Πόλις. 

9.11.12

25 χρόνια Εντευκτήριο (μια πρώτη αναδρομή)

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1987, λίγες ώρες αφότου κηδέψαμε τον πατέρα μου, ανέβηκα στο δώμα της οικοδομής όπου έμενα με τη μητέρα μου και που το είχα μετατρέψει σε γραφείο.
Έβαλα στο πικάπ έναν δίσκο με βαριά λαϊκά και ρεμπέτικα και, χωρίς να το πολυσκεφτώ, άνοιξα τον φάκελο στον οποίο συγκέντρωνα τους προηγούμενους μήνες συνεργασίες για ένα υπό έκδοση περιοδικό, με τον τίτλο Εντευκτήριο.

Μέσα σε ελάχιστα λεπτά είχα συνειδητοποιήσει την ανάγκη (την προσωπική μου ανάγκη) να δημιουργήσω μια νέα ύπαρξη στη ζωή μου που θα μπορούσε ίσως να με βοηθήσει να αντέξω ευκολότερα την απώλεια ενός τόσο αγαπημένου προσώπου, που με γέννησε, με μεγάλωσε με κανακέματα και παραμύθια, μου έμαθε μια τέχνη που δεν άσκησα ποτέ (του καθεκλοσκελετοποιού!) και φρόντισε, αν και κυνηγημένος για σχεδόν τρεις δεκαετίες λόγω των πολιτικών του φρονημάτων και κατά διαστήματα πάσχων από κατάθλιψη, να με σπουδάσει, να μου μάθει πως ο άνθρωπος πρέπει να έχει το κούτελό του καθαρό και τη συνείδησή του ήσυχη, και πως ό,τι πετυχαίνει κανείς στη ζωή του πρέπει να το πετυχαίνει «με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου του».

Ακριβώς δύο μήνες αργότερα κυκλοφορούσε το πρώτο τεύχος του Εντευκτηρίου. Μπορντώ εξώφυλλο ("εμπνευσμένο" από ένα αγαπημένο μου πουλόβερ, που μου το είχε πλέξει η μητέρα μου), με τον τίτλο του γραμμένο σε γραφομηχανή και μεγεθυσμένο και με το "σήμα" του φιλοτεχνημένο με αγάπη από μια αλησμόνητη φίλη, την εικαστικό Χριστίνα Ζερβού.
Τη γραφιστική επιμέλεια του τεύχους είχε ο (συνάδελφός μου τότε στην Εθνική Τράπεζα) Ερρίκος Μαυρογένης. Την εκτύπωση ανέλαβε ο αδελφικός φίλος Γιάννης Μουγκός.

Κείμενο προγραμματικών θέσεων του περιοδικού στο πρώτο αυτό τεύχος δεν δημοσιεύτηκαν, με το σκεπτικό ότι με τα τεύχη ενός χρόνου θα είχε παρουσιάσει ολοκληρωμένη τη φυσιογνωμία του, η οποία έτσι θα αποτελούσε μια έμπρακτη δήλωση στόχων.

Τελικά, κατόπιν της επιμονής στενών συνεργατών και φίλων του περιοδικού, στο δεύτερο τεύχος του δημοσιεύτηκε η ακόλουθη «Κατάθεση προθέσεων»:

ΕΝΩ η αρχή του 1987 βρήκε τη Θεσσαλονίκη μ' ένα μόνο λογοτεχνικό περιοδικό (τη Νέα Πορεία, που κι αυτή δυστυχώς κυκλοφορεί σε άτακτα χρονικά διαστήματα), το τέλος του χρόνου την άφησε με τρία νέα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έντυπα: τον Απρίλιο επανακυκλοφόρησε το Τραμ, τον Ιούνιο βγήκε ο Παρατηρητής και τον Νοέμβριο προστέθηκε το Εντευκτήριο.

ΠΩΣ και γιατί τώρα αυτή η «πνευματική άνοιξη» στη Θεσσαλονίκη; Να ερμηνευτεί ως απάντηση στη συντηρητικότητα και στην έκδηλα αντιπνευματική στάση της "νέας" ―ως προς τη θητεία― πλην τόσο παρωχημένων αισθητικών και άλλων αντιλήψεων, υπό τον Σωτήρη Κούβελα, δημοτικής αρχής; Ή μήπως είναι απλή σύμπτωση και τίποτε περισσότερο;
ΙΣΩΣ άλλοι είναι αρμοδιότεροι να απαντήσουν σ' αυτά τα ερωτήματα ― αν χρειάζεται να απαντηθούν.
ΣΕ Ο,ΤΙ μας αφορά, νομίζουμε ότι το ερώτημα «τι έχει να προσθέσει ένα ακόμη περιοδικό;» είναι εκ του πονηρού. Πιστεύουμε ότι κάθε περιοδικό έχει ―ή τουλάχιστον πρέπει να έχει― τους δικούς του στόχους, τη δική του ιδεολογική άποψη, τις δικές του αισθητικές προτιμήσεις και επιλογές, τη δική του ηθική στάση απέναντι στα πρόσωπα και στα πράγματα. (Από την άποψη αυτή, η ισοπεδωτική και κατά παράταξη αναφορά των τριών περιοδικών, χωρίς ανίχνευση των ιδιαιτεροτήτων τους, μάλλον επιτείνει τη σύγχυση παρά οδηγεί σε κάποιες απαντήσεις.)
ΒΕΒΑΙΑ, κάθε εγχείρημα κρίνεται όχι από τις υψηλές του προθέσεις ή τους φιλόδοξους στόχους του αλλά από το τελικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, δεν έχουμε καμιά αντίρρηση, εφόσον μας το ζήτησαν, να προδιαγράψουμε τους δικούς μας στόχους. 
Ο ΤΙΤΛΟΣ του περιοδικού απηχεί το περιεχόμενό του. Εντευκτήριο, σύμφωνα με τα λεξικά (από το ρήμα εντυγχάνω) είναι η αίθουσα, ο χώρος όπου συναντώνται τα μέλη μιας ομάδας, ενός σωματείου, για να συζητήσουν, να ψυχαγωγηθούν, να ενημερωθούν. Με την έννοια αυτή, το περιοδικό Εντευκτήριο είναι ένας "έντυπος χώρος" όπου συναντώνται πρόσωπα και κείμενα, φίλοι παλιοί και καινούργιοι, για να ανταλλάξουν ιδέες, απόψεις και πληροφορίες.
ΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ δεν είναι στενά λογοτεχνικό περιοδικό· μοιράζει τις σελίδες του σε όλες τις τέχνες. Φιλοδοξούμε, τελικά, το Εντευκτήριο να γίνει ένα περιοδικό γενικής παιδείας και πνευματικού προσανατολισμού. Σε κάθε τεύχος πάντως θα υπάρχουν οι «Σελίδες...», μια κύρια ενότητα κειμένων γύρω από ένα θέμα ή ένα πρόσωπο της τέχνης.
ΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ δεν είναι ένα "τοπικό" περιοδικό. Ούτε η θεματογραφία του ούτε οι συνεργάτες του περιορίζονται στον χώρο της Θεσσαλονίκης. Βεβαια, το περιοδικό εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, φιλοδοξεί όμως να διαβάζεται με το ίδιο ενδιαφέρον σε όλη την Ελλάδα και χωρίς καμια συγκατάβαση ότι προέρχεται από την «αδικημένη συμπρωτεύουσα».
ΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ σκοπεύει ν' αφιερώσει αρκετές από τις σελίδες του στην παρουσίαση νέων δημιουργών. Όσοι νέοι θέλουν, μπορούν να ταχυδρομήσουν έργα τους (κείμενα ―πρωτότυπα ή μεταφράσεις―, σχέδια, φωτογραφίες κτλ.) στη διεύθυνση του περιοδικού, με τη βεβαιότητα ότι θα συζητηθούν από τη συντακτική ομάδα με ενδιαφέρον και προσοχή. Άλλωστε, η προσφορά ενός περιοδικού δεν αξιολογείται τόσο από τα "καθιερωμένα ονόματα" που φιλοξενεί στις σελίδες του όσο από τα νέα πρόσωπα που παρουσιάζει και βοηθάει να αναδειχθουν.
Η ΕΚΔΟΣΗ του περιοδικού δεν είναι αυτοσκοπός ούτε τρόπος βιοπορισμού. Το Εντευκτήριο θα εκδίδεται όσο θα κατορθώνει να εκπληρώνει το μίνιμουμ των προδιαγραφών που έθεσε εξαρχής. Σ' αυτή τήν απόφαση μας οδήγησε, από τη μια μεριά, το θετικό παράδειγμα δύο περιοδικών (της Διαγωνίου, που εφάρμοζε τη διετή «αγρανάπαυση» ανάμεσα σε δύο περιόδους έκδοσής της, και του Συν και πλην, που έβγαινε όταν είχε κάτι να πει), κι από την άλλη τα πάμπολλα φαινόμενα περιοδικών που, μολονότι κουράστηκαν και κούρασαν, εξακολουθούν να εκδίδονται και να εκφυλίζονται.

Τα περιεχόμενα του πρώτου τεύχους:

ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Ντίνος Χριστιανόπουλος Ο συγγραφέας Γεώργιος Ιορδάνου και το βιβλίο του για το Γεντί Κουλέ

Γεώργιος Ιορδάνου Φωνή από τον τάφον των ζωντανών [Μια συναρπαστική μαρτυρία για το Γεντί Κουλέ του 1920]

Γιώργος Κορδομενίδης Ένα μεσαιωνικό σπουδαστήριο εγκλήματος [Η Έκθεση Γιαταγάνα]

Ηλίας Πετρόπουλος Φάρσες της φυλακής

Κώστας Ταχτσής Μέσ' απ' τα σίδερα

Μαργκερίτ Ντυράς - Τιερύ Λεβύ Ένας καταραμένος κόσμος. Μετ.: Αριάδνη Γρηγοριάδου - Βασίλης Κολώνας

Μισέλ Φουκώ Φυλακή: ένα σκοτεινό εργαστήριο. Μετ.: Ιουλιέττα Ράλλη και Καίτη Χατζηδήμου

Ντίνος Χριστιανόπουλος Δύο τραγούδια για το Γεντί Κουλέ

Δημήτρης Παστουρματζής Από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου

Ξ. Α. Κοκόλης Τέσσερα ρεμπέτικα για το Γεντί Κουλέ


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Αχιλλέας Κυριακίδης Το αίμα των άλλων

Νίκος Ξανθιώτης Τρία ποιήματα

Δημήτρης Δασκαλόπουλος Τρία ποιήματα από τη «Σκηνοθεσία»

Σπύρος Λαζαρίδης Δέκα μικρά ποιήματα

Τέννεση Ουίλλιαμς Η εύθραυστη δεσποινίς Ρόουζ. Μετ.: Αχιλλέας Ψαλτόπουλος

Λάμπρος Πολύζος Έξι ποιήματα

Μαρία Στασινοπούλου Δημόσιος κίνδυνος 


ΤΕΧΝΕΣ

Νίκος Μπακόλας Θεσσαλονίκη και μελόδραμα

Σάκης Παπαδημητρίου Μeredith Monk. Ένας νέος ορισμός της μουσικής

Ταντέους Καντόρ Σκέψεις για το θέατρο

Σάνια Παπά Ντοκουμέντα 8 - Κάσσελ. Η τέχνη στην αναζήτηση της κοινωνικής της διάστασης

Ιωάννης Επαμεινώνδας Η «συναισθησία» της Χριστίνας Ζερβού. Κίνηση - γλυπτική - μουσική

Δημήτρης Χαρίτος Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου (σε αναζήτηση οριστικής φυσιογνωμίας)




ΚΡΙΤΙΚΗ

Δημήτρης Αρμάος Ένα τοπίο in progress. Οι παρεκκλίσεις της μέθης και η μέθη των παρεκκλίσεων


ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ

Μανόλης Ξεξάκης Εκδοχές

Πάνος Θεοδωρίδης Για τον Ηλία Ζάικο

Σάκης Παπαδημητρίου Φωτογραφία. Αμηχανία, πλην όμως έκκληση

Φάμπιο ντελ Καβάλλο Ποιος θυμάται τον Nivasio Dolcemare; Μετ.: Δημήτρης Αρμάος


ΕΠΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟΝ ΤΩΝ ΣΕΛΙΔΩΝ

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Παντελής Χατζηαθανασίου, Σπύρος Λαζαρίδης (αναφορές σε εκδόσεις)


ΚΥΛΙΚΕΙΟ

Γιώργος Κορδομενίδης, Νίκος Ξανθιώτης (σχόλια επίκαιρα και ανεπίκαιρα)


Οι συνεργάτες / συγγραφεις του τεύχους (βιογραφικά)