29.3.15

Μίλτος Σαχτούρης: 29.7.1919 - 29.3.2005


Ιδιόχειρο βιογραφικό σημείωμα του Μ.Σ. 
(από την εικονογράφηση των «Σελίδων για τον Μίλτο Σαχτούρη»,
Εντευκτήριο 84, 2009, με ανέκδοτα ποιήματά του, άγνωστο αρχειακό υλικό 
και άρθρα που καλύπτουν ευρύ θεματικό φάσμα 
+ cd με τη φωνή του να διαβάζει ποιήματά του)

Το αφιέρωμα ανοίγει με τέσσερα ποιήματα του Σαχτούρη χαρισμένα σε φίλους του:  τον Στάθη Αρφάνη, τον Θάνο Κωνσταντινίδη, τον Γιώργο Στενό και τον Θέμη Λιβεριάδη. Ακολουθεί χρονολόγιο βίου και έργου του Μίλτου Σαχτούρη που συνέταξε ο Αργύρης Παλούκας. Αν και συνοπτικό, παρουσιάζει τη διαδρομή του ποιητή στη ζωή και την τέχνη: από τη γέννησή του, στις 29 Ιουλίου 1919, μέχρι τον θάνατό του, στις 29 Μαρτίου 2005, στον οίκο ευγηρίας «Βασιλάκειο».



Η πρώτη σελίδα του Χρονολογίου Σαχτούρη που συνέταξε με αγάπη για τον ποιητή
αλλά και για το Εντευκτήριο ο ποιητής Αργύρης Παλούκας


Για την εκ μέρους της πρόσληψη της ποίησης του Σαχτούρη γράφει η Βερονίκη Δαλακούρα, που παρατηρεί μεταξύ άλλων: «Ο Σαχτούρης βίωσε τα γεγονότα σαν τον τυφλό που, ψαύοντας, φαντάζεται, κι αυτή η διαδικασία ερεθίζει ακόμη περισσότερο το φαντασιακό του. Φαίνεται σαν να μην επινόησε· το καθετί στην ποίησή του είναι πραγματικό όσο και παράλογο».

Προσωπική είναι και η προσέγγιση του Θέμη Λιβεριάδη, που συναιρεί όνειρα, πραγματικά περιστατικά και επιλεγμένους στίχους του Σαχτούρη.



Ο Αμερικανός Τζον Τέιλορ, ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής έργων πολλών Ελλήνων λογοτεχνών στα αγγλικά, γράφει για τις θεματολογικές εμμονές του ποιητή, επισημαίνοντας: «Πλημμυρισμένοι από βίαια σχήματα λόγου που συμπεριλαμβάνουν μαχαίρια, περίστροφα, απωλεσθείσα όραση και ακρωτηριασμένα άκρα (οι στίχοι τώρα τα χέρια και τα πόδια μας/ κρέμονται στα δέντρα αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα ενός συχνά εμφανιζόμενου θέματος ταπείνωσης και απελπισίας), οι στίχοι του Σαχτούρη μοιάζουν συχνά να ανταποκρίνονται ρεαλιστικά στους φόνους, τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη όψη του πολέμου».

Στο υπερρεαλιστικό περιεχόμενο του ποιητικού έργου του Σαχτούρη αναφέρεται ο Ανδρέας Παγουλάτος: «Υπερρεαλιστικής προέλευσης εικονοποιΐα, με εξπρεσιονιστικούς, όμως, ζωγραφικούς χρωματισμούς και τόνους, μια δραματική ένταση, με τραγικά ξεσπάσματα, καθώς και τη διαλογική θεατρικότητα του παραλόγου: ένας παράδοξος, πράγματι, συνδυαστικός χαρακτήρας που καταφέρνει και δίνει στην ποίησή του ο Σαχτούρης».

Ο ποιητής Αργύρης Παλούκας παρουσιάζει στο άρθρο του μια όχι ιδιαίτερα γνωστή πτυχή του έργου του ποιητή των «Εκτοπλασμάτων»:  με αφορμή τις σκοτεινές πεζογραφικές δοκιμές του Σαχτούρη (ήδη από το 1938), συσχετίζει το πρώτο ―άγνωστο― διήγημα του ποιητή με μοτίβα του κατοπινού έργου του.

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου γράφει για την ποίηση και την ποιητική του ώριμου Σαχτούρη: «Χωρίς να μπορεί να τεκμηριωθεί επακριβώς ένας θεματικός αναπροσανατολισμός του ή μια μεταστροφή του ποιητικού του ψυχισμού, ο Σαχτούρης της ώριμης ηλικίας μετατοπίζεται βαθμιαία από τον πανικό τον οποίο προκαλεί ο παραλογισμός του πολιτικο-ιστορικού ή του καθημερινού περιβάλλοντος, στον τρόμο τον οποίο συνεπιφέρει η εικασία ή η πρόβλεψη του ατομικού θανάτου».

Ο Βασίλης Αμανατίδης δημοσιεύει ένα «ποίημα σκηνικής χρήσης, με προοίμιο, θέσεις, άρσεις και φινάλε», που το αποτελούν 88 εικόνες – όλες απομονωμένοι, σκόρπιοι στίχοι ποιημάτων του Σαχτούρη από το σύνολο του έργου του (1945-1998), θραύσματα επανασυναρμολογημένα και μερικές φορές ελαφρώς παραλλαγμένα.

Στην προσωπική ανάγνωση επιμένει κι ο Θανάσης Τριαρίδης: «Στον Σαχτούρη η ποιητική τέχνη, έτσι όπως τη σκέφτηκαν ο Σολωμός και ο Καβάφης (μιλάω σκόπιμα για δυο ποιητές που ο ίδιος λέει πως τον σημάδεψαν), δεν υπάρχει· στη θέση της υπάρχει ποιητική ανάγκη. Ο Σαχτούρης όντως γράφει μια ποίηση που δεν ποιήθηκε ― και μακάρι να μην διαβαστεί αυτό ως λογοπαίγνιο. Τα ποιήματά του μοιάζουν να κόβονται με το μαχαίρι: από ένα καρβέλι, από ένα σώμα, από έναν ουρανό».


Σύντομο, όσο και περιεκτικό, το άρθρο του Λίνου Ιωαννίδη τιτλοφορείται «Αμετάβλητη γραφή»: «Ο Σαχτούρης που βρέθηκε στον χρόνο τ’ ουρανού, που κράτησε κι ένιωσε όσο κανένας την Απουσία, ο έκπτωτος που ήρθε με τη στιγμή χαμένη, ο λεπτός και φοβισμένος διαρκώς που αντίκρισε το Τρομερό, είναι ο Πλήρης. Κοντά του παρηγορείται ο Πόνος. Για όλα αυτά, θα παραμένει λυτρωμένος και δέσμιος, αθάνατος και χτυπημένος απ’ το πένθος, πιστός και απελπισμένος, υγιής και πάσχων. Αθέατος ο Μίλτος Σαχτούρης, φωτεινός και ασύλληπτος θα φεύγει συνεχώς και γι’ αυτό θα παραμένει ο πιο στερεωμένος».

Ο συλλέκτης Γιώργος Ζεβελάκης ανασύρει από το φημισμένο αρχείο του μια συνέντευξη του Σαχτούρη δημοσιευμένη στην εφημερίδα «Μεσημβρινή» στις 13.9.1963 (δοσμένη πιθανότατα στον Αλέξανδρο Κοτζιά), τεκμήρια της πνευματικής σχέσης του Σαχτούρη με τον Τάκη Σινόπουλου (τις αφιερώσεις των συλλογών του πρώτου προς τον δεύτερο και σύντομο χειρόγραφο κριτικό σημείωμα του Σινόπουλου, που παρατηρεί: «η ποίηση του Μ. Σ. μου δίνει την εντύπωση μιας δύσκολης λέξης στο στόμα ενός Τραυλού. Η δύσκολη λέξη είναι η σύγχρονη ποίηση και ο Μ.Σ. κάνει πιπί ποίηση. Πράγματα εξαρθρωμένα και γι’ αυτό η δυσκολία σπασμένη τού γίνεται ευκολία»), και μια κριτική του Τάσου Λειβαδίτη για τη συλλογή «Τα στίγματα», όπου μεταξύ άλλων σχολιάζει: «Ο Σαχτούρης δεν βασανίζεται ούτε απ’ το υπαρξιακό άγχος, ούτε από την αναζήτηση μιας μεταφυσικής εξόδου. Ανήκει σ’ ένα τρίτο είδος εκφυγής. Πρόκειται για τυπική περίπτωση καλλιεργημένης παραισθητικής, με αιτιολογικό την αυτοπροστασία. Θα μπορούσε ίσως να θυμηθεί κανείς τον Κάφκα, με την μέγιστη όμως διαφορά ότι στον Τσέχο συγγραφέα, αντίθετα με τον Έλληνα ποιητή, όλα τα σύμβολα, παρά τον εφιαλτικό χαρακτήρα τους, έχουν όχι μόνο κοινωνική καταγωγή αλλά και κοινωνικό στόχο».


Ο Σαχτούρης με τον σκηνοθέτη και ποιητή Λευτέρη Ξανθόπουλο, που τον φιλμογράφησε επίμονα

Σκηνοθέτης δύο ταινιών με (και για) τον Μίλτο Σαχτούρη, ο Λευτέρης Ξανθόπουλος παρουσιάζει την υποδοχή από την κριτική των πρώτων συλλογών του ποιητή, από τον λίβελο κατά του ελληνικού υπερρεαλισμού εκ μέρους του ψευδώνυμου Άρτζη Μπούρτζη [ο Ξανθόπουλος θεωρεί πως πρόκειται για τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Κώστα Παράσχο] μέχρι τα σχόλια του Αλέξανδρου Αργυρίου (1944), του Κώστα Κουλουφάκου (1956), της Νόρας Αναγνωστάκη (1960) και του Γιώργου Ιωάννου (1981).

Το αφιέρωμα συμπληρώνουν ποιήματα αφιερωμένα στον Σαχτούρη: των Γιώργου Στενού, Θανάση Μίχου και Δημήτρη Στενού, σημειώματα του Γιάννη Παλαμιώτη, του Πάνου Θεοδωρίδη και του Νίκου Γ. Ξυδάκη, καταγραφή της βασικής δισκογραφίας (από τον συλλέκτη Δημήτρη Μπαγέρη) και της φιλμογραφίας Σαχτούρη.

Στη σκιαγράφηση του πορτραίτου του Σαχτούρη πίσω από τα ποιήματά του βοηθά η αναδημοσίευση δύο ακόμη συνεντεύξεών του: η πρώτη στον Γιάννη Φλέσσα («Το Βήμα της Κυριακής», 14.12.1980) και η δεύτερη στον Γιώργο Πηλιχό («Τα Νέα», 21.5.1983).

Η εικονογράφηση του αφιερώματος προέρχεται από το αρχείο του Θάνου Κωνσταντινίδη και του Λευτέρη Ξανθόπουλου.


Το αφιέρωμα συνοδεύεται από σιντί, στο οποίο ο Σαχτούρης διαβάζει τα ποιήματά του:
Η ΄Υδρα, Συμπέρασμα, Το φεγγάρι γελάει, Ο στρατιώτης ποιητής, Ο τρελός λαγός, Κλεψύδρα, Το χρυσάφι, Επεισόδιο, Στιγμές, Θρήνος, Κοιτάμε με τα δόντια, Το καναρίνι, Βενιαμίν, Κεφάλια, Η τριανταφυλλιά, Η εισβολή της μαύρης πεταλούδας του Πόρου, Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών (οι ηχογραφήσεις προέρχονται από τα αρχεία των Γιώργου Ζεβελάκη, Λευτέρη Ξανθόπουλου και Μισέλ Φάις).
Η παραγωγή του σιντί δεν θα ήταν δυνατή δίχως τη γενναιοδωρία της Ελένης Μ. Λαζαρίδου.

Το τεύχος αποστέλλεται με αντικαταβολή 13,00 ευρώ.
Παραγγελίες και πληροφορίες: τηλ. 2310 279607, entefkti@otenet.gr


27.3.15

Δημήτρης Νόλλας: Αν ζούμε σήμερα σαν υποκριτές, αύριο θα ζήσουμε σαν θύματα



του Γρηγόρη Μπέκου

 πηγή: http://www.tovima.gr


Ο Δημήτρης Νόλλας μετράει τα λόγια του όπως μετράει τις λέξεις του. Τις προάλλες τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2014 για «Το ταξίδι στην Ελλάδα» που κυκλοφόρησε το 2013 από τον Ικαρο, ένα βιβλίο που η κριτική επιτροπή ενέταξε στην παράδοση της «ελληνογνωσίας».

Ευκαιρίας δοθείσης, λοιπόν, συναντήθηκε με «Το Βήμα» στην οδό Βουλής, στο βιβλιοπωλείο των ιστορικών εκδόσεων, κοντά στο Σύνταγμα, και μίλησε για τα σαράντα (και πλέον) χρόνια της λογοτεχνικής παρουσίας του λίγο προτού εγκαταλείψει την πρωτεύουσα για το ησυχαστήριό του.

«Η Γλώσσα Σκοπέλου είναι μια ήσυχη μικρή κοινότητα όπου περνώ μεγάλο μέρος του χρόνου μου, συχνά και τον χειμώνα. Συλλέγω καρπούς και σκαλίζω ένα μποστάνι, όπως κι ένα πάκο σελίδες Α4, αφιερώνοντας και στις τρεις αυτές ασχολίες τον λιγότερο δυνατό χρόνο»
εξήγησε ο 75χρονος δραμινός συγγραφέας.

Διακρίσεις έχει λάβει ουκ ολίγες στο παρελθόν τόσο για την πυκνή, υπαινικτική γραφή των διηγημάτων του - Το τρυφερό δέρμα (Καστανιώτης, 1982) απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, ενώ Ο παλαιός εχθρός (Καστανιώτης, 2004) το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών - όσο και για το σύντομο βιβλίο Ο τύμβος κοντά στη θάλασσα (Καστανιώτης, 1992) που του χάρισε το πρώτο του Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (διαδραματίζεται στην Καβάλα της δεκαετίας του 1940 και θίγει τη «φαγωμάρα» στην Αντίσταση).

Το ταξίδι στην Ελλάδα
είναι, όπως αποκάλυψε, το πρώτο μέρος μιας μυθιστορηματικής τριλογίας «με τον γενικό τίτλο "Δύσκολοι καιροί" η οποία καλύπτει 70 χρόνια νεοελληνικής ιστορίας από το σημαδιακό 1943, έτος που αρχίζει η  εμφύλια ανθρωποφαγία, και συνεχίζεται με τα "Μάρμαρα στη μέση" (σ.σ.: εντός του 2015 από τον Ικαρο) στην καρδιά της φούσκας στα τέλη του περασμένου αιώνα. Το τρίτο μέρος θα φτάνει στις μέρες μας. Μερικοί από τους χαρακτήρες πηγαινοέρχονται από το ένα βιβλίο στο άλλο, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι ενόσω είναι ακόμη ζωντανοί».

Το καλό δίηγημα και η γλώσσα
Τι σηματοδότησε όμως το πρόσφατο βραβείο; Κάτι σωρευτικό, ας πούμε, ή εξακολουθεί να βλέπει το καθένα ξεχωριστά; «"Σωρευτικά" ή "καθένα ξεχωριστά", κανένα βραβείο δεν έχει τη δύναμη να κάνει εκείνο το ακοίμητο και ανελέητο ανθρωπάκι, να κάνει τον ενοχλητικό μέσα εαυτό μας να το βουλώσει και να σταματήσει να αμφιβάλλει διαρκώς αν αξίζουν κάτι όλα αυτά που έχουμε δημιουργήσει στη ζωή μας, κάποια απ' αυτά τουλάχιστον» αποκρίθηκε.

Πότε είναι καλό ένα διήγημα και μάλιστα ένα διήγημα γραμμένο στην ελληνική γλώσσα; Και τι πρέπει να έχει μια ιδέα ή μια ιστορία για να την «τραβήξει» ο ίδιος λίγο παραπάνω; «Δεν "τραβάω" τίποτα παραπάνω απ' όσο θέλει το ίδιο να τραβηχτεί. Ούτε πράγματα ούτε ανθρώπους και καθόλου τα γραπτά. Καθένα από τα παραπάνω έχει τη δική του ζωή, τον δικό του χτύπο καρδιάς. Νομίζω πως, αν μπει κανείς στον πειρασμό να συμπεριφερθεί προκρούστεια σ' ένα κείμενο για να το φέρει στα μέτρα του, εκείνο θα μπορούσε να τον εκδικηθεί συνεχίζοντας να κείται εκεί, νεκρό για πάντα. Τώρα για το πότε είναι καλό ένα διήγημα, τι να σας πω; Πιστεύετε πως υπάρχει οδηγός της αριστείας ενός διηγήματος; Εντάξει, και για να μη νομίσετε πως υπεκφεύγω, πιστεύω πως εγγύηση της καλοσύνης του είναι η γλώσσα του. Οταν η γλώσσα του λαμπυρίζει σαν τα άνθη της αμυγδαλιάς στο μαύρο της κλωνάρι, ε, ναι, τότε είναι καλό. Ετσι πιστεύω».

Αρχίσαμε τότε να λογαριαζόμαστε με Το ταξίδι στην Ελλάδα, όπου καταπιάνεται με τις αντιφάσεις αυτού που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως «ελληνική ιδιοπροσωπία». Συμφωνήσαμε ότι κάθε λαός είναι ιδιαίτερος ή ότι, εν πάση περιπτώσει, κάθε λαός έχει κάποια διακριτά χαρακτηριστικά που τον ακολουθούν και ενίοτε τον καθορίζουν. Σε τι συνίσταται αυτή η «ελληνική ιδιοπροσωπία» και πώς μπορούμε να την προσεγγίσουμε ακριβοδίκαια; Και γιατί λειτουργεί περισσότερο ως δύναμη καθήλωσης; Μήπως εν τέλει πρόκειται για την επίκληση ενός εξαιρετισμού που μάλλον μας προκαλεί περισσότερα προβλήματα (ταυτότητας λ.χ. αλλά και καθημερινής πρακτικής, στα «μεγάλα» αλλά και στα «μικρά») από όσα μας λύνει; 

Η δύναμη της καθήλωσης
«Ας συμφωνήσουμε πως όταν γενικεύουμε και μετατρέπουμε τα μέλη μιας ομάδας σε σύνολο αδιαίρετο με κοινά χαρακτηριστικά, τις συνήθειες, τα πιστεύω και τις αντιδράσεις τους, ασφαλώς δημιουργούμε στρεβλή εικόνα για τον καθέναν εξ αυτών που συμμετέχει σε αυτό το σύνολο. Διευκολύνοντάς μας έτσι, με την πρώτη ευκαιρία, να εξωπετάξουμε εκείνον που θα είχε διαφορετική άποψη ή θα παρεξέκλινε από το πολιτικώς ορθό και από  τον κανόνα, από αυτό που όλοι είμαστε» ξεδίπλωσε τον συλλογισμό του ο Δημήτρης Νόλλας.

Και αφού σιώπησε για μια στιγμή συνέχισε με μια θλιβερή αφορμή που του έδωσε η επικαιρότητα: «Γιατί τι άλλο υπήρξε ο τραγικός Βαγγέλης Γιακουμάκης από άλλον έναν μάρτυρα της ατομικής ελευθερίας. Του ανθρώπου που αρνείται να γίνει σαν τους λυκάνθρωπους που τον περιβάλλουν. Αρνείται και πεθαίνει. Αυτό είναι κεντρικό σημείο της περιώνυμης ιδιοπροσωπίας μας, κύριε Μπέκο, για την οποία μιλάμε τόση ώρα. Ξέρετε πόσους νεομάρτυρες έχει η Εκκλησία μας γύρω απ' αυτό το ζήτημα; Ξέρετε τι θα πει να αρνείσαι την ενσωμάτωσή σου στον κανόνα του ισχυροτέρου, είτε αυτός λέγεται Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής είτε Αρμανσμπεργκ ο Χαμερπής; Και όλοι αυτοί οι μάρτυρες να είναι ανώνυμοι, κακοποιοί, δούλοι, πόρνες, φαντάροι, μικρομαγαζάτορες και περιβολάρηδες, μαύροι και λευκοί, που λένε όχι στην ευτυχία που τους προσφέρεται με αντάλλαγμα την ελευθερία τους; Δεν γνωρίζω άλλους, άλλων εθνών, να πέφτουν με τέτοια αυταπάρνηση πάνω στα υπερόπλα του δυνάστη τους για να υπερασπιστούν με το αίμα τους την ελευθερία και να προτιμούν να "τρώγωσι πέτρες" από το να τακιμιάζουν μαζί του. Η ανεξέλεγκτη και παράλογη λατρεία της προσωπικής ελευθερίας, να τι θεωρώ από τα βασικά στοιχεία της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. Και αν είναι έτσι, ναι, δημιουργεί προβλήματα αυτή η ιδιοπροσωπία, ενοχλεί, σε έναν πλανήτη που μεταβάλλεται σιγά-σιγά σε "σάλα-τραπεζαρία ένα" και εξορίζει απ' τη ζωή μας το Ιερό ανυψώνοντας στη θέση του το χρυσό μοσχάρι».

Μία ακόμη όψη της εθνικής «ιδιοπροσωπίας» είναι και η ροπή προς τον διχασμό. Το ταξίδι στην Ελλάδα στοιχειώνεται από τον εμφύλιο πόλεμο. Υπάρχει ένας «μαύρος λοχαγός» του Εθνικού Στρατού ο οποίος, πλέκοντας ένα μακάβριο εγκώμιο του σπαραγμού, αποφαίνεται: «Οσο καλύτερος και να 'ναι ο αυριανός τρόπος απ' τον χτεσινό, η συνθήκη των προβάτων και του ποιμένα στην ουσία της δεν αλλάζει». Τι σημαίνει αυτό με δυο λόγια, υπό το φως μάλιστα της σημερινής συγκυρίας, της οικονομικής κρίσης, που επανέφερε την εμφυλιοπολεμική ορολογία στο προσκήνιο; «Αυτό που λέει ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας σημαίνει πως οι τρελαμένοι με την εξουσία, ανεξαρτήτως των διαφορών που προβάλλουν, των ιδεών τους που ευαγγελίζονται τη ριζική αλλαγή της κοινωνίας και τα λοιπά και τα λοιπά, είναι όλοι τους συγγενείς και ανήκουν στην ίδια πατριά. Διαφορετικές συμμορίες, ίδιο σόι. Είναι κρίμα γιατί στους κόλπους τους συμπεριλαμβάνουν αρκετούς τίμιους και ικανούς, αλλά τους παρασέρνει το ρέμα των συνασπιζομένων βλακών και αθλίων. Για δε τον εμφυλιοπολεμικό λόγο που μας φέρνει πίσω νομίζω πως αυτό συμβαίνει επειδή η φονικότητα αυτών των λόγων έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν και αποδείχτηκε ικανή να κρατάει ζωντανή τη φωτιά της "φαγωμάρας". Ασφαλής εγγύηση για να τον αναστήσουμε κι εμείς αυτόν τον λόγο με τη σειρά μας» εκτίμησε ο Δημήτρης Νόλλας.

Στη δίνη της κρίσης
Ο νεαρός Αρίστος Καραμπίνης, πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός του, πραγματοποιεί ένα ταξίδι αυτογνωσίας στον γενέθλιο τόπο (στη Θεσσαλονίκη του 1963, μετά τη δολοφονία Λαμπράκη) προτού επιστρέψει στο Μόναχο, αφού «ένα λιθαράκι είχε μετατοπιστεί εντός του». Είναι όμως και η Χρυσάνθη που πήγε να δουλέψει στη Γερμανία το 1943, είναι και ο Πίζας, ο κουτσός τοκογλύφος εκ Καππαδοκίας, που κάνει μάθημα στον Αρίστο για το χρήμα, ένα κήρυγμα προτεσταντικής ηθικής... Είπαμε για τον διάχυτο αντιγερμανισμό (τον λαϊκισμό, όχι τη σοβαρή κριτική προς τη Γερμανία), είπαμε και για τη σημερινή ελληνική «διαρροή εγκεφάλων»προς το εξωτερικό, των νέων πρωτίστως.


Η ανάγκη ωστόσο της δικής του ηρωίδας ήταν άλλης τάξεως. «Η Χρυσάνθη είναι αυτό που διαβάζετε, τίποτα περισσότερο. Ενα πρόσωπο που περιθωριοποιείται στη δίνη της κρίσης που έχει φέρει ο πόλεμος και η ναζιστική κατοχή. Αλλη μια "αγανακτισμένη", για τις συμφορές της οποίας έχουν ευθύνη οι άλλοι. Και η οποία, για να επιζήσει, στρέφεται προς τους "διώκτες" της στην καθημαγμένη Γερμανία. Και με τον καιρό αποκτά τη σοφία και την ησυχία μιας περιπλανώμενης ζητιάνας, ενός Πόρτσια. Είναι το περιθώριο. Γι' αυτό και δεν τη χωράει ο τόπος. Γι' αυτό και στο τέλος χάνεται (και ευτυχώς δεν τη βρίσκει κανείς). Ο άλλος χαρακτήρας που υμνεί το χρήμα σκανδαλίζει με αυτή τη χαοτική αντίθεση ανάμεσα στο επάγγελμά του και στον τόπο καταγωγής του. Ναι, συμβαίνει. Ενας τόπος δεν παράγει μόνον αγγέλους, δεν είναι εργοστάσιο παραγωγής οσίων και μαρτύρων. Είναι και μήτρα κοινών, κοινότατων και ποταπών υπάρξεων και αποτυχημένων. Ετσι είναι πλασμένος ο κόσμος μας και είναι όμορφος έτσι. Υπ' αυτή την έννοια, παραδέχομαι πως "Το ταξίδι στην Ελλάδα" είναι ένα άλμπουμ ναυαγίων» υπογράμμισε.



«Ο ένας μόνος του, αυτάρκης και ασφαλής, είναι μια αυταπάτη»
Τόσο στη νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» (Κέδρος, 2009) όσο και στη συλλογή διηγημάτων «Στον τόπο» (Iκαρος, 2012) ο Δημήτρης Νόλλας ασχολήθηκε με τη μοίρα των μεταναστών που φτάνουν στην Ελλάδα. «Δοξάζω τον Θεό που από μικρό με διαπαιδαγώγησαν, και το χρωστώ αυτό στους γονείς μου, πως η ζωή δεν είναι μια ομαλή ευθεία ούτε και δεδομένη. Eχει γυρίσματα, κι έτσι εκεί που είσαι εσύ, αύριο μπορεί να βρίσκομαι εγώ. Και μόνον αυτή η σκέψη κάνει τους ανθρώπους αλληλέγγυους. Δεν υπάρχει ο ένας χωρίς τον άλλον. Ο ένας μόνος του, αυτάρκης και ασφαλής, είναι μια αυταπάτη, είναι ένας νεκρός που δεν το ξέρει. Ομως ας μην υποδυόμαστε ρόλους κάθε τόσο και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Οπως είπαμε πιο πάνω, εδώ, σήμερα, δίπλα μας, οδηγήσαμε ένα παιδί στον θάνατο επειδή δεν ήθελε να μας μοιάσει, τους δυστυχισμένους που ξεβράζει η θάλασσα θα λυπηθούμε; Ή μήπως νομίζετε πως κάτι διαφορετικό απ' αυτό που λέει η προηγούμενη πρόταση έγινε στα χωράφια της Μανωλάδας; Οσο δεν αναγνωρίζουμε το ανθρώπινο πρόσωπο στον άλλον, τον υποβιβάζουμε σε πράγμα. Γι' αυτό και χρειάζεται να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί με όσους βγάζουν πύρινους λόγους κατά της παρουσίας των ξένων στον τόπο μας, επειδή αυτό που θέλουν είναι να τους έχουν δούλους, μαντρωμένους σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας».

Αν κάτι μένει από «Το ταξίδι στην Ελλάδα» είναι μια φωτεινή ιδέα για την πατρίδα, για την πατρίδα που είναι συνύπαρξη, όσο δύσκολη κι αν είναι. Κύριε Νόλλα, τον ρωτήσαμε, τι είναι για εσάς η πατρίδα; «Πατρίδα είναι η γλώσσα μου, η ελληνική και η πίστη στον Χριστό. Ολα τα άλλα είναι "τα πούπουλα της κότας". Οσοι από μας αλληλολιβανίζονται με τις ταξικές διαφορές (ή τις εθνοφυλετικές) πατάνε στο αίμα και προετοιμάζουν την επιστροφή μας στη ζούγκλα. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για αυτό. Είμαστε όλοι μας μια κοινωνία κουτσών, στραβών, όμορφων και άσχημων, βλακών, ανίκανων να ζητήσουν μια συγγνώμη, αλλά και πνευματικών ανθρώπων, και αν είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε όλοι μαζί και να λύνουμε τις διαφορές μας με αγάπη και διάλογο, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε σήμερα σαν υποκριτές και αύριο σαν θύματα».

25.3.15

H διεθνής διαδρομή του «Ύμνου εις την Eλευθερίαν»



του Γιώργου Κορδομενίδη

[δημοσιεύτηκε στη σελίδα βιβλίου «Αναγνωστήριο»
εφημ. Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 28.3.1999

«O “Yμνος εις την Eλευθερίαν” του Διονυσίου Σολωμού και οι ξενόγλωσσες μεταφράσεις του». Eπιμέλεια: Kατερίνα Tικτοπούλου. Θεσσαλονίκη, Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας 1998, 222 σελ.
Σωκράτης Kαψάσκης. «Στοιχεία βιογραφίας του Διονυσίου Σολωμού». Aθήνα, Tυπωθήτω / Γιώργος Δαρδανός 1998, 666 σελ.


H ανακήρυξη του 1998 ως Eτους Διονυσίου Σολωμού, για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή, υπήρξε πρώτης τάξεως αφορμή να ξαναδιαβαστεί το έργο του Σολωμού· έργο που επισκιάστηκε από την ετικέτα του “εθνικού” ποιητή και η οποία, με τη σειρά της, τον κατέστησε, στα μάτια μιας μεγάλης μερίδας του αναγνωστικού κοινού,  ποιητή αναλώσιμο μόνο κατά τις εθνικές επετείους.
Πριν από έναν χρόνο, το «Aναγνωστήριο» παρουσίασε συνοπτικά τις πρώτες εκδόσεις βιβλίων και αφιερωμάτων περιοδικών για τον Διονύσιο Σολωμό.
Στο ξεψύχισμα του Eτους Σολωμού, κυκλοφορήθηκε από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας ―με χρηματοδότηση του Yπουργείου Πολιτισμού― το συλλογικό έργο «O “Yμνος εις την Eλευθερίαν” του Διονυσίου Σολωμού και οι ξενόγλωσσες μεταφράσεις του», με εξαιρετική τυποτεχνική εμφάνιση και υποδειγματική εκδοτική φροντίδα. (Ελάχιστη, ίσως και σχολαστική, επιφύλαξη εκδοτικής δεοντολογίας: έχω τη γνώμη ότι στη σελίδα τίτλου θα έπρεπε, μαζί με το όνομα της επιμελήτριας του τόμου, να αναγράφονται και τα ονόματα των συνεργατών: της Χ. Προκοπάκη, του Μ. Β. Ραΐζη και ―κυρίως― του Ντ. Χριστιανόπουλου, χάρη στην καταγραφική εμμονή του οποίου, εδώ και πάνω από 20 χρόνια, μένει ανοιχτό το θέμα της μεταφραστικής περιπλάνησης του «Υμνου» ανά τον κόσμο και ανά τις γλώσσες.)
«O “Yμνος εις την Eλευθερίαν” αναγνωρίζεται ως τριπλό ορόσημο: για τον ίδιο τον δημιουργό του, για τη σύγχρονη ιστορία μας, και για τη νεότερη λογοτεχνία μας», σημειώνει στο προλογικό της σημείωμα η επιμελήτρια του τόμου, Kατερίνα Tικτοπούλου· ενώ ο πρόεδρος και διευθυντής του Kέντρου Eλληνικής Γλώσσας, καθηγητής Δ. N. Mαρωνίτης γράφει στον δικό του πρόλογο: «O “Yμνος” του Σολωμού και οι σχεδόν ταυτόχρονες τρεις ξενόγλωσσες μεταφράσεις του αποτέλεσαν κορυφαίο σήμα εθνικής αυτογνωσίας και φιλελληνικής προθυμίας. Ωφέλιμο επομένως είναι να ξαναγυρίσουμε στη γόνιμη αρχή αυτής της συμφωνίας, μήπως βρεθεί κάποιος μπούσουλας, για να ξεπεραστεί κάπως η διπλή σύγχυση τόσο για την εθνική μας ταυτότητα όσο και για το ευρωπαϊκό μας περιβάλλον.»

Oι πρώτες μεταφράσεις
O τόμος αποτελείται από δύο διακριτά μέρη. Tο πρώτο, τυπωμένο σε κρεμ χαρτί, περιλαμβάνει τον «Yμνο εις την Eλευθερίαν» και τις τρεις πρώτες, φιλελληνικές μεταφράσεις του, που κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα, προβάλλοντας τους σκοπούς του ελληνικού Aγώνα και κάνοντας γνωστό το όνομα του Σολωμού στην Eλλάδα και στο εξωτερικό. Πρόκειται για την πεζή γαλλική μετάφραση του Stanislas Julien (Παρίσι, 1825), την έμμετρη αγγλική μετάφραση του Charles Brinsley Sheridan (Λονδίνο, 1925) και την πεζή ιταλική μετάφραση του Gaetano Grassetti (Mεσολόγγι, 1825).
Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών των μεταφράσεων και στην ατμόσφαιρα εντός της οποίας κυοφορήθηκαν αναφέρονται, στο ίδιο αυτό πρώτο μέρος, με σύντομα κείμενά τους, η Xρύσα Προκοπάκη (για τη γαλλική και την ιταλική μετάφραση) και ο Mάριος Bύρων Pαΐζης (για την αγγλική).
H πρώτη γαλλική μετάφραση του «Yμνου», από τον S. Julien (1797-1873), όχι πάντοτε εύστοχη, μας πληροφορεί η Προκοπάκη, δημοσιεύθηκε στον δεύτερο τόμο της συλλογής δημοτικών τραγουδιών του C. Fauriel.
Μόλις εκδόθηκε στο Παρίσι η συλλογή Fauriel, ο C. B. Sheridan (1796-1844), γιος του ονομαστού θεατρικού συγγραφέα και δεινού πολιτικού R. B. Sheridan, στενού φίλου του Λόρδου Mπάιρον, δημοσίευσε μια ενθουσιώδη κριτική γι' αυτήν καί σύντομα ανέλαβε ο ίδιος να μεταφράσει τον «Yμνο»· η μετάφρασή του εκδόθηκε μέσα στον ίδιο χρόνο, προκαλώντας ―με τις “απιστίες” της στο πρωτότυπο κείμενο του «Yμνου»― τη δυσαρέσκεια και την επιτίμηση του Σολωμού. 
Aντίθετα, ο ποιητής ήταν «απολύτως ικανοποιημένος» από την ιταλική μετάφραση του «Yμνου» που έκανε, πάντα το 1825, υπό την επίβλεψή του, ο φίλος του, G. Grassetti (1778-1836) και που τύπωσε στο Mεσολόγγι ο (πιθανότατα Θεσσαλονικιός) Δ. Mεσθενεύς.  

Ο «Υμνος» σε άλλες γλώσσες
Tο δεύτερο μέρος του βιβλίου, τυπωμένο σε λευκό χαρτί, αφιερώνεται στις μεταφραστικές τύχες του «Yμνου» από το 1824 μέχρι σήμερα. Eδώ δημοσιεύεται η νεότερη εκδοχή σχετικής μελέτης του Nτίνου Xριστιανόπουλου, η πρώτη μορφή της οποίας παρουσιάστηκε το 1979, στον τόμο «Aφιέρωμα στον καθηγητή Λίνο Πολίτη», και συμπληρώθηκε αργότερα με σποραδικές δημοσιεύσεις του Xριστιανόπουλου σέ βιβλία του ή σε περιοδικά.
Πρόκειται για μια εξαντλητική καταγραφή των έως τώρα γνωστών μεταφράσεων του ποιήματος, οι οποίες υπερβαίνουν τις 79 και προέρχονται από 16, συνολικώς, γλώσσες. H καταγραφή οργανώνεται σε έξι ενότητες, με βάση τη γλώσσα της μετάφρασης, και συνοδεύεται από χρήσιμα σχόλια για τους μεταφραστές και τις μεταφράσεις, από τις οποίες ενδεικτικώς παρατίθεται μία στροφή κάθε φορά.
Ειδικότερα, ο Χριστιανόπουλος έχει επισημάνει 18 μεταφράσεις στα αγγλικά, 13 στα γαλλικά, 21 στα ιταλικά, 12 στα γερμανικά και 15 σε διάφορες άλλες γλώσσες (ολλανδικά, πολωνικά, δανέζικα, ουγγρικά, καταλανικά, ρουμανικά, κορεατικά, ιαπωνικά, βουλγάρικα, ρωσικά, ισπανικά και αλβανικά). 
Τον τόμο ―που αντανακλά το παραγόμενο από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας εκδοτικό έργο― εικονογραφούν «Η σπουδή για τις σφαγές της Χίου» του Delacroix και «Η Ελληνίδα ηρωίδα» του Janet και συνοδεύει μια κάρτα με την Ελευθερία κατά Μιχάλη Μανουσάκη (κατ' ανάθεση του Κέντρου). 


Στοιχεία μιας βιογραφίας


Διαρκούντος του Ετους Σολωμού, εκδόθηκε ένα ογκώδες σχεδίασμα βιογραφίας του Σολωμού από Σωκράτη Καψάσκη (γνωστού μέχρι τώρα ως κινηματογραφιστή, ποιητή και μεταφραστή του «Οδυσσέα» του Τζόυς).
Ομολογώ ότι δεν αισθάνομαι επαρκής, προκειμένου να αξιολογήσω την εργασία αυτή· όμως μπορώ να βεβαιώσω ότι διαβάζεται με ιδιαίτερη ευχαρίστηση και ενδιαφέρον, καθώς παρέχει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να διαμορφώσει τη δική του αντίληψη για το θέμα, αντλώντας ο ίδιος στοιχεία από τις διαθέσιμες μαρτυρίες. Διότι ο Καψάσκης παραθέτει αυτούσια αποσπάσματα από ποικίλες πηγές, με πληροφορίες για πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο της εποχής, καθώς και για τη ζωή του Σολωμού. Αλλά δεν αρκείται στη συλλογή και την παράθεση του υλικού· το διασταυρώνει, το αξιολογεί και το αξιοποιεί με τρόπο συνθετικό.

24.3.15

Ο Διονύσης Καψάλης αναγορεύεται σήμερα, 18.30, επίτιμος διδάκτωρ Α.Π.Θ.



Διακεκριμένος ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και εκδότης, τακτικός συνεργάτης του Εντευκτηρίου, ο Διονύσης Καψάλης αναγορεύεται σήμερα επίτιμος διδάκτωρ του Α.Π.Θ., ώρα 18.30, στην αίθουσα τελετών του παλαιού κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής. 

Το Πρόγραμμα της Τελετής έχει ως εξής:

Προσφώνηση από τον Πρύτανη του Α.Π.Θ., Καθηγητή Περικλή Μήτκα.
Έπαινος του τιμώμενου (Laudatio) από τον Καθηγητή Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ., Μιχάλη Χρυσανθόπουλο.
Τελετή Αναγόρευσης.
Επίδοση Ψηφίσματος, Τίτλου και Διασήμου.
Αντιφώνηση και ομιλία του τιμώμενου, με θέμα «Η ευτυχής φιλολογία».
Οι ηθοποιοί Ειρήνη Κυριακού και Νίκος Ράμμος του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. θα διαβάσουν αποσπάσματα από το έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Άμλετ σε μετάφραση του Δ. Καψάλη.
Λήξη Τελετής



Σύντομο βιογραφικό τιμώμενου.

Ο Διονύσης Καψάλης (Αθήνα, 1952), σπούδασε κλασική και αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Georgetown των ΗΠΑ και νεοελληνική και συγκριτική φιλολογία στο King’s College του Λονδίνου. Από το Νοέμβριο του 1999, κατέχει τη θέση του Διευθυντή στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Έχει καταθέσει δεκαεννέα ποιητικά βιβλία, έξι τόμους με δοκίμια και ποιητικές μεταφράσεις (σονέτα του Σαίξπηρ, ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον, χαϊκού του Ίσσα και του Μπασό κ.ά.). Υπήρξε για πολλά χρόνια μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού Ο Πολίτης και συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Η Αυγή και Η Καθημερινή. Η συνεργασία του με το θέατρο είναι ιδιαίτερα γόνιμη: Προσωπογραφία. Ποίημα για τρεις φωνές (Θεσσαλονίκη-Πολιτιστική Πρωτεύουσα, 1997 ~ Θέατρο Τέχνης-Κάρολος Κουν σε σκηνοθεσία Κ. Κατζουράκη).
Έχει μεταφράσει τις Ευτυχισμένες μέρες του Σαμουήλ Μπέκετ και τα έργα του Σαίξπηρ Ρωμαίος και Ιουλιέτα (Θέατρο Κάππα, 1995), Βασιλιάς Ληρ (Θέατρο Τέχνης, 1999 ~ ΚΘΒΕ, 2008), Οθέλλος (Θέατρο του Νέου Κόσμου, Φεστιβάλ Αθηνών 2006), Περικλής (Εθνικό Θέατρο, 2011), Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (Εθνικό Θέατρο, 2012), Άμλετ (Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 2015). Συνέγραψε ακόμη το λιμπρέτο για την όπερα Ιούλιος Καίσαρ του συνθέτη Φίλιππου Τσαλαχούρη (Μέγαρο Μοσικής, Μάρτιος 2015).

Έχει συνεργαστεί στενά με τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη, γράφοντας μεταξύ άλλων και τους στίχους για το έργο Θρήνοι γυναικών. Ηρωίδες του Σοφοκλή (Θέατρο «μικρής» Επιδαύρου, Φεστιβάλ Αθηνών 2006), Rue Lepsius. Μια μουσική προσωπογραφία του Κ. Π. Καβάφη («Σχολείο» της οδού Πειραιώς, Φεστιβάλ Αθηνών 2008).

Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί και από άλλους Έλληνες συνθέτες και συγκροτήματα (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Γιώργος Χριστιανάκης, Διάφανα κρίνα κ.ά.). Έχει συνεργαστεί με το Τρίτο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου, όπου πρόσφατα, από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο του 2014, παρήγαγε 14 ωριαίες εκπομπές με τον τίτλο «Στην καρδιά του Σαββατόβραδου».

Είναι μέλος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης, του Συμβουλίου Ιδρύματος της Σχολής Καλών Τεχνών και της Επιστημονικής Επιτροπής του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

Το 1999 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για την προσφορά του στην ποίηση.

20.3.15

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Τα 84α γενέθλιά του



Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος διαβάζει αποσπάσματα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
στη δική του μετάφραση, σε μια από τις πρώτες εκδηλώσεις που διοργάνωσα ως διευθυντής 
του Πολιτιστικού Κέντρου Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ

Ο εμβληματικός ποιητής της Θεσσαλονίκης, ο αιρετικός δημιουργός και άνθρωπος, Ντίνος Χριστιανόπουλος, συμπληρώνει σήμερα 84 χρόνια ζωής.

Τρέφω βαθύ σεβασμό και μεγάλη αγάπη γι' αυτόν που υπήρξε μέντοράς μου και αυστηρός φίλος (αν και υπερβολικά αυστηρός, μέχρι αδικίας, μερικές φορές). Δεν μπορώ να μετρήσω πόσα έχω μάθει από αυτόν, πόσα του οφείλω.

Με αφορμή τη σημερινή επέτειο των γενεθλίων του, αναδημοσιεύω από το ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΝΤΙΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟ του Εντευκτηρίου (τχ. 95) σχετικό κείμενό μου.


Γιώργος Κορδομενίδης



Ο δάσκαλος και ο μαθητής.
Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 1983


Σχέση διά βίου μαθητείας

Το κείμενο των επόμενων σελίδων διαβάστηκε στην εκδήλωση «Τιμή στον Ντίνο Χριστιανόπουλο», στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων «Θεσσαλονικέων Εσπερίδες», που περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα εκδηλώσεων του οργανισμού Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη 1997» (θέατρο «Αυλαία», 14.10.1997). Προηγήθηκαν με εισηγήσεις τους ο Χρήστος Καββαδάς και ο Δημήτρης Χουλιαράκης. Ποιήματα του τιμώμενου διάβασε η ηθοποιός Λυδία Φωτοπούλου.

Ο ποιητής αρνήθηκε ―παρά τις επίμονες, μέχρι την τελευταία στιγμή, πιέσεις μου― να παραστεί. Δέχτηκε τελικά να “μετάσχει” στην εκδήλωση διαβάζοντας στο μικρό κασετόφωνό μου δύο ανέκδοτα τότε ποιήματά του αλλά και παραχωρώντας μου, για να τη διαβάσω δημοσίως, πριν από τις εισηγήσεις μας, μια επιστολή που είχε απευθύνει, ήδη από τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς, στον ποιητή Μίμη Σουλιώτη, υπεύθυνο του Τομέα Γραμμάτων της Πολιτιστικής. Η επιστολή αυτή έλεγε τα εξής:

Φίλε κύριε Σουλιώτη,

Έλαβα την επιστολή σας [επιστολή με την οποία η Πολιτιστική του ανακοίνωνε πως σκοπεύει να τον τιμήσει με ειδική εκδήλωση] και σας ευχαριστώ.

     Η βραδιά που μου ετοιμάζετε δεν έχω αντίρρηση να γίνει, όχι γιατί με αφορά προσωπικά αλλά γιατί δεν θα ’θελα να αντιδράσω σε μια σειρά εκδηλώσεων που κατά βάθος επικροτώ. 
     Ωστόσο, ανέφερα ήδη στον αγαπητό φίλο Γιώργο Κορδομενίδη πως δεν θα παρευρεθώ, για να μην εκληφθεί η παρουσία μου σαν υποχώρηση. Λίγοι θα καταλάβουν πως ενώ επικρίνω την Πολιτιστική Πρωτεύουσα σε πολλά, δεν παύω να την επαινώ σε ορισμένα ―λόγου χάρη, για μερικά εξαιρετικά έντυπά της― ή να προσφέρω αφιλοκερδώς τις συμβουλές μου σε όσους από τους προϊσταμένους της επεδίωξαν κατά καιρούς να με συμβουλευτούν. Δέχομαι δηλαδή τα καλά των εχθρών μου όπως ακριβώς χτυπώ και τα κακά των φίλων μου. Έτσι λοιπόν, και στην περίπτωση της τιμητικής βραδιάς, την αποδέχομαι ως πνευματικός άνθρωπος αλλά δεν θα μετάσχω ως Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Φιλικά,


Ντίνος Χριστιανόπουλος



Δεν μπορώ παρά να μιλήσω για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο υπό το φως και κάτω από το βάρος μιας στενής πνευματικής σχέσης και βαθιάς φιλίας που μετρά ήδη δεκαεννέα χρόνια. Προβαίνω εξαρχής στη δήλωση αυτή, όχι μόνο επειδή θα μιλήσω μέσα από το συγκεκριμένο, δικό μου πρίσμα, αλλά και επειδή φοβάμαι μήπως έτσι μιλώντας δεν διακρίνω πάντα το λεπτότατο όριο ανάμεσα στο προσωπικό και στο ιδιωτικό.


Τον καιρό που τον πρωτογνώρισα δεν κρατούσα ημερολόγιο, ώστε να έχω σημειώσει ―και να μπορώ τώρα να το διασταυρώσω― πότε ακριβώς (εννοώ συγκεκριμένη ημερομηνία) τον συνάντησα για πρώτη φορά. Είμαι πάντως σίγουρος για τη χρονιά (ήταν το 1978), για το πρόσωπο που μου τον “αποκάλυψε” (ο ζωγράφος και συγγραφέας Κώστας Μαρτινόπουλος), για το μέρος όπου τον συνάντησα (το γραφείο του, που τότε, για έναν μόλις χρόνο, βρισκόταν στην οδό Στρατηγού Καλλάρη 3). Ήταν η εποχή που έκανα τα πρώτα μου βήματα στη δημοσιογραφία, με μικρά σημειώματα για εκθέσεις ζωγραφικής, και ο ποιητής, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων του, λειτουργούσε ήδη από το 1974 τη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος». Η μαύρη για μένα αλήθεια είναι ότι, στα 23 μου χρόνια, αγνοούσα μέχρι τότε παντελώς την ποίησή του (δεν είχα καν ακούσει το όνομά του νωρίτερα), και δεν είχα ούτε τη λεπτότητα ή την προβλεπτικότητα ―σε ένα κράμα νεανικής και δημοσιογραφικής αυθάδειας― να διαβάσω κάποια συλλογή του προτού σπεύσω να τον συναντήσω.

Όσοι τον έχουν συναναστραφεί έστω και ελάχιστα, μπορούν να φανταστούν τις πρώτες μου εντυπώσεις και αντιδράσεις. Εντυπωσιάστηκα, γοητεύτηκα, έγινα ―κυριολεκτικά― θαυμαστής του από τα πρώτα λεπτά που πέρασα στο γραφείο του και δεν έλεγα να ξεκολλήσω από εκεί, μέχρις ότου τον ανάγκασα ―επειδή είχα κάνει «αρμένικη βίζιτα»― να μου πει, όταν εμφανίστηκαν στην πόρτα άλλοι επισκέπτες, «τώρα εσύ να φύγεις!». Αυτό ήταν το πρώτο “τραύμα” μου από την αντισυμβατική συμπεριφορά του. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, μάλλον είναι απόλυτα φυσικό ότι, ήδη από τις πρώτες μας συναντήσεις, η στάση του απέναντί μου είχε όλα τα χαρακτηριστικά που σημαδεύουν τη φιλία μας μέχρι τώρα. Ο Χριστιανόπουλος ήταν αντισυμβατικός, αυστηρός, προστατευτικός χωρίς διδακτισμό, πρόθυμος να πει τη γνώμη του και να βοηθήσει.


Η απουσία του ποιητή

Σ’ ένα μικρό, δισέλιδο μόλις, δοκίμιό του που δημοσιεύτηκε το 1979 πρωτοσέλιδο στη Διαγώνιο, υπό τον σαρκαστικό τίτλο «Συνέντευξη», και εκδόθηκε αυτοτελώς το 1986, υπό τον εμφατικότερο τίτλο Εναντίον, ο Χριστιανόπουλος δήλωνε:

Είμαι εναντίον κάθε τιμητικής διάκρισης, απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε ― αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων» που μας άφησαν οι αρχαίοι. [...]
     Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορία που με γδέρνει.
     Είμαι εναντίον κάθε ατομικής μας φιλοδοξίας, που μας οδηγεί καθημερινά σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν οι παραγοντίσκοι και τα τσανάκια, φταίει βέβαια το κωλοχανείο, φταίνε όμως κι οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, φταίει προπάντων η δική μας σκαρταδούρα.

Αντιστέκομαι στον πειρασμό να μεταφέρω όλο αυτό το μανιφέστο, τη διακήρυξη αρχών του Χριστιανόπουλου, που όσοι συναναστρεφόμαστε τον ποιητή έχουμε δει πάρα πολλές φορές να επιβεβαιώνεται στην πράξη. Σκέφτομαι βέβαια τον εύκολο αντίλογο: Αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια είδαμε κι ακούσαμε το όνομά του να σχολιάζεται όχι εξαιτίας ενός καινούργιου βιβλίου του αλλά με αφορμή μια συνέντευξή του στην τηλεόραση ή σε κάποια εφημερίδα. Πολλοί τον έψεξαν γι’ αυτό που θεωρούσαν ανακολουθία λόγων και έργων, αναγκάζοντάς τον να μας θυμίσει, το 1993, στο δοκίμιό του Το επ’ εμοί, ότι «καμιά παράβαση δεν αίρει τη σημασία του κανόνα». Σκέφτομαι ότι σε μερικές περιπτώσεις υπερισχύει της αρχής του να μη δίνει συνεντεύξεις η αντίδρασή του στην κοινωνική συμβατικότητα και υποκρισία, που τον κάνει όχι απλώς να μιλάει και να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, αλλά και ―συχνά, δυστυχώς― να υπερβάλλει. «Είμαι, αλήθεια, προκλητικός; Δεν ξέρω. Μ’ αρέσει να προκαλώ τους υποκριτές», μονολογεί, πάλι στο Επ’ εμοί. Έτσι κι αλλιώς, ακόμη και με κάποιες ―ή και πολλές― παραβάσεις των αρχών του, παραμένει ένας ασυμβίβαστος, απρόβλεπτος στις αντιδράσεις του, μη συμβατικός άνθρωπος, θα έλεγα ένας ρεμπέτης της ποίησης, «που έχει φιλότιμο, κιμπαρλίκι, μεράκι και πείσμα για ελεύθερη ζωή», και που τα θεωρεί αυτά «αναπνοή της ψυχής του και [...] ανάγκη της ύπαρξής του, γι’ αυτό παλεύει κάθε μέρα μην τα χάσει» (λόγια δικά του, για το ποιον θεωρεί αυτός «ρεμπέτη», αυτοσχόλια για τους Ρεμπέτες του ντουνιά, που δημοσιεύονται στο Επ’ εμοί).

Ο άνθρωπος που είναι ο Χριστιανόπουλος δεν γινόταν να παρευρίσκεται σε μια εκδήλωση που από τον τίτλο της αναγγέλλει την απόδοση τιμής. Φαντάζομαι πως θα βρισκόταν απόψε μαζί μας αν ήταν βέβαιος πως δεν θα ακουστούν μόνον επαινετικά λόγια, όπως επιβάλλει η κοινωνική μας σύμβαση για τέτοιες περιστάσεις. Επιστρέφω στη συλλογή διηγημάτων Οι ρεμπέτες του ντουνιά. Εκεί περιλαμβάνει στους ρεμπέτες της ζωής του τον Παπαδιαμάντη, μιλώντας γι’ αυτόν διά στόματος Γιάννη Βλαχογιάννη. Θα μεταφέρω εδώ το μικρό αυτό κείμενο του Χριστιανόπουλου, που γράφτηκε θαρρείς για να υποστηρίξει τον προηγούμενο ισχυρισμό μου.

ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ

Όταν αποφασίστηκε να εορτασθεί η φιλολογική εικοσιπενταετηρίδα του Παπαδιαμάντη, ο Παλαμάς μού ζήτησε επίμονα να μπω κι εγώ στην οργανωτική επιτροπή. Όλοι γνωρίζαν πόσο τζαναμπέτης ήτανε ο κυρ-Αλέξανδρος (δεν ήθελε ούτε καν ν’ ακούσει για εορτασμό), κι ήμουν ο μόνος που μπορούσε ίσως να τον καταφέρει. Δέχτηκα, μα με κρύα καρδιά: ο Σκιαθίτης, σκέτο αγριοκάτσικο, δε θα υποχωρούσε ούτε στη φιλία μας. Και πράγματι, σαν το ’μαθε, πολύ του κακοφάνηκε, και μάλιστα μου μήνυσε πως θα μου έκοβε ακόμη και την καλημέρα. Δεν απελπίστηκα· σκέφτηκα πως θα ήτανε καλύτερο να μην τον ερεθίσουμε άλλο, και μοναχά την τελευταία στιγμή να προσπαθήσω να τον απαγάγω και να τον φέρω στην κατάμεστη αίθουσα του «Παρνασσού». Το πράγμα, βέβαια, δεν ήτανε και τόσο απλό, γιατί ο κυρ-Αλέξανδρος ήξερε στην εντέλεια να εξαφανίζεται. Όμως κι εγώ γνώριζα τις κρυψώνες του καλά: σίγουρα θα τον έβρισκα στον κάπελα τον κυρ-Ανέστη Ρέντη, ή στου Αντωνάκη (του δεξιού ιεροψάλτη της Δεξαμενής), ή σ’ έναν συμπατριώτη του Αμαραντίδη. Γι’ αυτό και αισιοδοξούσα. Ούτε στιγμή δε μου πέρασε απ’ το νου πως ο Παπαδιαμάντης, πολύ πιο πονηρός από εμένα, θα φρόντιζε να καταφύγει σ’ έναν τέταρτο (τον άλλο ιεροψάλτη της Δεξαμενής, με τον οποίο δεν σχετίζονταν καθόλου!) και μένα θα με άφηνε να ψάχνω. Έτσι και έγινε. Το ότι βέβαια η τελετή είχε μεγάλη επιτυχία κι ακούστηκαν από πολλούς πολλά εγκώμια, αυτό δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι ότι μου την έφερε, και μου ’κοψε από πάνω και την καλημέρα. Έτσι ο κυρ-Αλέξανδρος, για μια φορά ακόμη, απέδειξε πόσο απεχθανονταν τη δόξα και πόσο ήξερε με πείσμα να την αποφεύγει.


Μίλησα ήδη για την αρνητική στάση του Χριστινόπουλου απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις. Έχω στο μυαλό μου πρώτα πρώτα την ατομική μου εμπειρία: στη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του πρώτου τεύχους του Εντευκτηρίου (Νοέμβριος 1987), παρότι μόλις είχα δηλώσει την πνευματική μου συγγένεια προς τη δική του Διαγώνιο και τις ξεχωριστές μου οφειλές στο πρόσωπό του ―κι ίσως ακριβώς γι’ αυτό―, δεν δίστασε, μετά από ένα πρώτο και σύντομο θετικό σχόλιο, να ξεδιπλώσει μια σειρά από αντιρρήσεις: για το “άπλωμα” του περιοδικού σε χώρους πέραν της λογοτεχνίας, για την καταχώρηση διαφημίσεων, για τη δημοσίευση πολλών φωτογραφιών... Και βέβαια, έχω υπάρξει θεατής και μάρτυς του παθήματος και άλλων, που επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν το όνομα και την παρουσία του για την προβολή του έργου τους: μαζί με τα θετικά, συνήθως έπειτα από ένα μοιραίο αλλά, βλέπουν να αναδύονται σωρός οι επιφυλάξεις του.

Θα έλεγα ότι, από ιδιοσυγκρασία, βρίσκομαι (όπως και πολλοί άλλοι, φαντάζομαι) στον αντίποδα των αντιλήψεών του για τις κοινωνικές σχέσεις: θέλω ―θέλουμε― καλές σχέσεις με τους άλλους, λιγότερους κατά το δυνατόν εχθρούς, κοινωνική αναγνώριση και προβολή του ―όποιου― έργου μας. Αν εξαιρέσω την ανάγκη για αναγνώριση από την κοινωνία ―που ο ίδιος έχει εκφράσει σε μια συνέντευξη που μου έδωσε πριν από δέκα ακριβώς χρόνια―, μπορώ να πω ότι ο Χριστιανόπουλος αδιαφορεί για όλα τα υπόλοιπα· οπωσδήποτε, δεν τα επιδιώκει. Επιπλέον, όσον αφορά τις σχέσεις με ομοτέχνους του, με κριτικούς και ιστορικούς της λογοτεχνίας, και με τους μηχανισμούς δημοσιότητας, ο Χριστιανόπουλος είναι και πάλι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις συγγραφέων που έχουν τόσο κακές σχέσεις με ανθρώπους και από τις τρεις αυτές κατηγορίες. Φίλοι συγγραφείς μού έχουν μιλήσει, άλλοτε με παράπονο κι άλλοτε με δυσάρεστη έκπληξη, για την ασυνήθιστη ειλικρίνεια και την οχληρή αιχμηρότητα με την οποία ο ποιητής μας ανταποκρίθηκε κάποτε ―με ένα από τα περίφημα μπιλιέτα του― στην αποστολή εκ μέρους τους ενός βιβλίου ή ενός χειρογράφου. Και στον χώρο των κριτικών, φιλολόγων και μη, οι συμπάθειες προς το πρόσωπό του είναι τόσο σπάνιες, ώστε μπορούν να μετρηθούν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Από τα καθιερωμένα ονόματα που συνεργάζονται με εφημερίδες και που έχουν προβεί σε κριτικές ―τονίζω τη λέξη― αναφορές (όχι σε δευτερεύουσες μνείες ή σε δημοσιογραφικές βιβλιοπαρουσιάσεις) για την ποίησή του, φοβάμαι πως το τελευταίο που έχει υποπέσει στην αντίληψή μου είναι του Δ. Ν. Μαρωνίτη στο Βήμα το 1977, σε μια σειρά επιφυλλίδων για την «επαρχιακή λογοτεχνία». Τέλος, επειδή συγκεντρώνω επιμελώς για το αρχείο μου σχεδόν κάθε δημοσίευμα που αναφέρεται στον Χριστιανόπουλο, μπορώ να μαρτυρήσω πως επί χρόνια κάθε καινούργιο βιβλίο του αλλά και κάθε νέο τεύχος της Διαγωνίου, όπως και οι ανά δύο εβδομάδες εκθέσεις στη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος», προσέκρουαν σταθερά σε ένα τείχος σιωπής των εφημερίδων και των περιοδικών ποικίλης ύλης, τείχος που έσπαγε μόνο και μόνο για να φιλοξενηθούν συνεντεύξεις του, από τις οποίες αντλούνταν με σκανδαλοθηρικό τρόπο προκλητικές θέσεις και σχόλιά του για πρόσωπα και καταστάσεις ― σχόλια και απόψεις που θα τροφοδοτούσαν τις επόμενες ημέρες τις στήλες των καλλιτεχνικών σελίδων, και όχι μόνον αυτών.

Αυτή η αντισυμβατική (και πάντως όχι αντικοινωνική) συμπεριφορά του δεν νομίζω πως είναι εντελώς άσχετη με τη στάση της κοινωνίας απέναντί του για ολόκληρες δεκαετίες, θα έλεγα μέχρις ότου άρχισε να δημοσιεύει, εκτός από ποίηση και πεζογραφία, τους καρπούς των χρόνιων ερευνών του για την πνευματική ιστορία της Θεσσαλονίκης, από την τουρκοκρατία και ώς τις μέρες μας.

Θα ήθελα πάντως να κάνω μια καίρια, κατά τη γνώμη μου, επισήμανση: ο Χριστιανόπουλος είναι όσο λίγοι συγγραφείς παρών, με τον δικό του πάντοτε τρόπο, στην πνευματική ―με την ευρύτερή της έννοια― ζωή της Θεσσαλονίκης. Παρών και συμπαραστάτης όπου νομίζει πως πρέπει και μπορεί να προσθέσει τη φωνή του εναντίον της αυθαιρεσίας και της καταπίεσης: στην επαπειλούμενη κατάχωση του αρχαίου θεάτρου της οδού Απελλού, στην καταστροφή των αρχαιοτήτων της πλατείας Διοικητηρίου, στην απόπειρα να μετατραπούν οι Φυλακές Επταπυργίου σε χώρο για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, στη μετατροπή της Ροτόντας σε ναό, στις εκδηλώσεις της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της «Ευρώπης» (είχε αντιπροτείνει τα χρήματα, αντί να ξοδευτούν σε εκδηλώσεις, να διατεθούν για τη δημιουργία πτωχοκομείου και ξενώνα για αστέγους) ― για να αναφερθώ σε μερικές μόνο πρόσφατες περιπτώσεις πνευματικής και κοινωνικής εγρήγορσης.


Η σχέση μαθητείας

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι η σχέση μαθητείας που καλλιεργεί με τους άλλους ―κυρίως φυσικά με τους νεότερους που τον συναναστρέφονται, αλλά όχι μόνο με αυτούς―, καθώς και μια διάθεση γενναιόδωρης προσφοράς, που εξαιρετικά σπάνια τη συναντά κανείς σήμερα. Σε μια εποχή άκρατης ιδιοτέλειας και ατομικισμού, είναι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που γνωρίζω να έχουν διαθέσει τόσο χρόνο για να διαβάσουν και να συζητήσουν κείμενα άλλων, χειρόγραφα αλλά και τυπωμένα, συχνά μάλιστα εφιαλτικά πρωτόλεια, εις βάρος και του δικού του έργου αλλά και του λεγόμενου ελεύθερου χρόνου του. Και επειδή ο ποιητής, όπως γράφει ο Κάρολος Τσίζεκ σ’ ένα κείμενό του (περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Ελένης Μ. Λαζαρίδου Ντίνος Χριστιανόπουλος: Μικρό πορτραίτο) «δεν συνηθίζει να μασάει τα λόγια του από φόβο μήπως σε δυσαρεστήσει όταν η γνώμη του είναι αρνητική», εισπράττει επιθέσεις, εχθρότητα και ασυγκάλυπτη πολεμική, που διαρκεί χρόνια και χρόνια. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με νεανική έπαρση και αυτοθαυμασμό, αλλά δυστυχώς όχι μόνο τότε, γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις συγγραφέων και καλλιτεχνών που ευεργετήθηκαν από αυτόν και ήρθαν σε ρήξη μαζί του όταν εξέφρασε επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις για πτυχές του έργου τους.

Καταφεύγω ξανά στον νηφάλιο λόγο του Τσίζεκ: «Σχεδόν πάντα ο Ντίνος ασχολείται σοβαρά με την περίπτωσή τους [: των νέων καλλιτεχνών] κι εκφράζει τη γνώμη του ελεύθερος από κοινωνικές συμβατικότητες. Ένα πράγμα στο οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να αφιερώνεις τη ζωή σου σε κάτι για το οποίο δεν είσαι προικισμένος. Και αυτό, καλό είναι να το ξεκαθαρίσεις από την αρχή. Επιπλέον, οι σημερινοί νέοι και, μεταξύ αυτών, οι καλλιτέχνες, έχουν ξεμάθει να διδάσκονται και αρνούνται να μαθητεύσουν».

Για όσους πάντως ήθελαν να ακούσουν και να μαθητεύσουν, το γραφείο του είτε στη Στρατηγού Καλλάρη 3 είτε στη Μητροπόλεως 19, ήταν πάντα ένας χώρος φιλόξενος και ανοιχτός, που δεχόταν καθημερινά, χωρίς ραντεβού, φίλους, συνεργάτες και αγνώστους, και λειτουργούσε σαν εντευκτήριο του περιοδικού, των εκδόσεων και της Μικρής Πινακοθήκης. Είμαι σε θέση να ξέρω ότι πολλά βιβλία, λογοτεχνικά αλλά και εκτενείς μελέτες και πάσης φύσεως εκδόσεις έχουν δεχτεί την ευεργετική ματιά και την αυστηρή διόρθωση του Χριστιανόπουλου, δωρεάν αλλά και πολλές φορές χωρίς αυτή η συνεισφορά να αναφέρεται έστω στα εκδοτικά στοιχεία τους. Και τέλος, χαίρομαι να θυμίσω τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις όπου αυτή η σχέση μαθητείας απέδωσε συγκεκριμένους καρπούς και οδήγησε τρεις εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους, φίλους του, σε ομόλογες μεταξύ τους δραστηριότητες: Έχω στον νου μου τον ποιητή Τάσο Κόρφη, που εξέδωσε στην Αθήνα το περιοδικό Ανακύκληση, ίδρυσε τις Εκδόσεις Πρόσπερος και δημιούργησε τη Μικρή Πινακοθήκη του Πρόσπερου. Με σειρά χρονική, ακολουθεί το Εντευκτήριο, οι Εκδόσεις Εντευκτηρίου και ο χώρος εκδηλώσεων «Underground Εντευκτήριο» στη Θεσσαλονίκη. Και τέλος, στην Παιανία Αττικής, οι Εκδόσεις Μπιλιέτο του Βασίλη Δημητράκου, που συμπληρώνονται από το περιοδικό Τα Οκτασέλιδα του Μπιλιέτου και την Πινακοθήκη του Μπιλιέτου.

Σε ό,τι με αφορά προσωπικά: ο Χριστιανόπουλος ήταν εκείνος που επίμονα με παρότρυνε να εγκαταλείψω τη δημοσιογραφία και να στραφώ σε ποιοτικότερα γραψίματα (μέχρι και το 2009, οπότε σταμάτησα, μετά από τριάντα χρόνια, τις εκπομπές μου στο ραδιόφωνο, δεν έπαψε να μου λέει ότι “ξοδεύομαι” σ’ αυτό)· ήταν επίσης αυτός που πρώτος διάβασε με αυστηρή προσοχή τις πεζογραφικές μου δοκιμές (αφού είχε αποδοκιμάσει ρητά τις ποιητικές μου ασκήσεις) και μου άνοιξε τον δρόμο για να μάθω να “ξανακοιτάζω” χωρίς συναισθηματισμό τα λογοτεχνικά μου γραψίματα, αυτά που αργότερα στέγασε φιλόξενα στο περιοδικό του· ο ίδιος μου έμαθε την “τέχνη” των διορθώσεων και της επιμέλειας κειμένων και εκδόσεων. Μιλώντας μου, σε αναρίθμητες συναντήσεις, διάσπαρτες στα χρόνια, για τη Διαγώνιο και τον τρόπο με τον οποίο οργάνωνε την ύλη της, ουσιαστικά μου μετέδωσε το μικρόβιο της “περιοδικομανίας” κι ίσως ίσως μου υπέβαλε την ιδέα να ακολουθήσω τα χνάρια του. Του αναγνωρίζω επίσης ότι σε όλη την περίοδο που “έστηνα” το Εντευκτήριο, αλλά και μετά την έκδοσή του, είχε πάντα κάποια σχόλια να διατυπώσει για κάθε τεύχος (για άλλα κείμενα θετικά, για άλλα επιφυλακτικά ή και αρνητικά), χωρίς όμως ποτέ να με κάνει να αισθανθώ ή να σκεφτώ ότι προσπαθεί να με κατευθύνει ή να με χειραγωγήσει. Δεν θα ξεχάσω επίσης ποτέ πως από τις πρώτες συνδρομές στο περιοδικό ήταν η δική του. Όσο ήταν για μένα φυσικό να μη δεχτώ να κρατήσω τα χρήματα, άλλο τόσο ήταν φυσικό για κείνον να επιμείνει, λέγοντάς μου: «Άλλο η φιλία, άλλο το περιοδικό. Η συνδρομή μου είναι για συμπαράσταση και υποστήριξη».

Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς αν αυτή η σχεδόν τριανταπεντάχρονη σχέση υπήρξε αδιατάρακτη. Για να είμαι απολύτως ειλικρινής: όχι. Μέσα στην αυστηρότητά του προς τους πάντες αλλά και την τάση του, συχνά, να εντυπωσιάζει τους συνομιλητές του με όσα λέει, μερικές φορές υπήρξε άδικος ―και― μαζί μου. Όμως, τέτοιες καταστάσεις είναι ίσως αναπόφευκτες στη διάρκεια μιας τόσο μακρόχρονης όσο και στενής πνευματικής σχέσης. Οπωσδήποτε, η ευγνωμοσύνη μου για όσα μου έμαθε είναι τεράστια, ανεξόφλητη και φυσικά δεν γίνεται να παραγραφεί ή να σκιαστεί μακροπρόθεσμα εξαιτίας λιγότερο ή περισσότερο σοβαρών παρεξηγήσεων. Γι’ αυτό και, εκ μέρους ―φαντάζομαι― όλων των κάποτε νέων που αξιώθηκαν τη γνωριμία και την προσοχή του, θέλω και δημόσια να του πω: «Κύριε Χριστιανόπουλε, Ντίνο, σ’ ευχαριστούμε για τον χρόνο που μας διέθεσες, για την αγάπη με την οποία μας περιέβαλες και για την αυστηρότητα με την οποία μας προφύλαξες από ολισθήματα και λάθη».

[1997]


Το περιοδικό Εντευκτήριο δημοσίευσε, 
στο τεύχος 95, μεγάλο αφιέρωμα 
(170 σελίδες) στον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Όσοι ενδιαφέρονται να το αποκτήσουν, 
μπορούν να το παραγγείλουν 
με e-mail στη διεύθυνση entefkti@otenet.gr 
ή τηλεφωνώντας στο 2310279607. 
Αποστέλλεται με αντικαταβολή 12,50 ευρώ 
(περιλαμβάνονται και τα ταχυδρομικά).




Τα περιεχόμενα του αφιερώματος:

Ντίνος Χριστιανόπουλος  Λεβεντόγερος (ποίημα)

Γιώργος Κορδομενίδης  Χρονολόγιο Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ένα πρώτο σχεδίασμα

Mαρία Ιατρού  Ντίνου Χριστιανόπουλου έπαινος

Χρήστος Καββαδάς  Σημειώσεις για την ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Γιώργος Χ. Θεοχάρης Όταν το βίωμα γίνεται ποίημα πριν γραφεί

Roberto Capel Badino Η αλήθεια για τον έρωτα. Ποιητικές διαδρομές του Ντίνου
           Χριστιανόπουλου. Μετάφραση: Τέλης Πολυχρονιάδης

Crescenzio Sangiglio  Nτίνος Χριστιανόπουλος. Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ, Crescenzio
           Sangiglio

Δημήτρης Κόκορης  Η πολιτική αίσθηση ως προσωπικό βίωμα: Από τη «Βιογραφία» στις
           «Θερμοπύλες»

Περικλής Σφυρίδης  Ο Χριστιανόπουλος είναι και θα παραμείνει ερωτικός ποιητής

Νίκος Δαββέτας  Ντίνος Χριστιανόπουλος: Είναι μόνο ερωτικός ποιητής;

Τάσος Καλούτσας  Η προσέγγιση ενός σημαντικού λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού έργου

Παναγιώτης Σ. Πίστας  Σημειώσεις στο περιθώριο του έργου του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Θανάσης Μαρκόπουλος  Οι δρόμοι του σώματος στην Κάτω βόλτα του Ντίνου
             Χριστιανόπουλου

Κωνσταντίνος Ν. Πλαστήρας  Ντίνος Χριστιανόπουλος: Βιβλιογράφος και μελετητής
             των ελληνικών εκδόσεων της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας

Δημήτρης Κόκορης   Ντίνος Χριστιανόπουλος: Από τη λογοτεχνική κριτική στη φιλολογική
             μελέτη

Σωτηρία Σταυρακοπούλου  Ο Χριστιανόπουλος, η λαϊκή μας παράδοση και ο Καραγκιόζης

Δημήτρης Χουλιαράκης  Ο μεταφραστής Χριστιανόπουλος

Άρις Γεωργίου  Ντίνος Χριστιανόπουλος

Νίκος Καρατζάς  Ένα ταξίδι με τον Ντίνο

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου  Η επαφή μου με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Γιώργος Κορδομενίδης  Σχέση διά βίου μαθητείας

Θωμάς Κοροβίνης  Μια βόλτα με τον Χριστιανόπουλο

Μαρία Κουγιουμτζή  Μας καθορίζουν αυτοί που μας αγγίζουν. Παράλληλες σκέψεις,
             συνειρμοί και λοξοδρομήσεις

Ηλίας Κουτσούκος  Ο Χριστιανόπουλος των εικόνων μου

Γιώργος Σκαμπαρδώνης  Ήμουνα στη γη βελόνι (Σημειώσεις για τον Ντίνο
             Χριστιανόπουλο)

Βάνα Χαραλαμπίδου  Μια ζωή «με τέχνη και με πάθος»

Γιώργος Χρονάς  Ο έρωτας στα ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Από το αρχείο του Ντίνου Χριστιανόπουλου (επιλογή επιστολογραφίας)





Τι θα έκανες αν κάποιος δεχόταν ρατσιστική επίθεση μπροστά σου; (ελληνικό βίντεο)



πηγή: http://news247.gr

Κοινωνικό Πείραμα της ActionAid στέλνει ηχηρό μήνυμα κατά του ρατσισμού. Αλήθεια, τι κάνουμε όταν ένας άνθρωπος έχει δεχτεί ρατσιστική επίθεση;


Η ActionAid, συνεχίζοντας την εκστρατεία της κατά του ρατσισμού, πραγματοποιεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα κοινωνικό πείραμα.

Τι κάνουμε όταν ένας άνθρωπος δέχεται ρατσιστική επίθεση;

Σε αυτό το ερώτημα απαντάει το νέο βίντεο της διεθνούς οργάνωσης.

Στις 20 Φεβρουαρίου, η ActionAid πραγματοποίησε ένα κοινωνικό πείραμα στο κέντρο της Αθήνας σε 2 στάσεις λεωφορείου (Συγγρού Φιξ), με θέμα το ρατσισμό. Δύο ηθοποιοί, ο ένας από το Μπαγκλαντές κι ο άλλος από την Ελλάδα, προσποιήθηκαν μια σκηνή φραστικής ρατσιστικής επίθεσης. Οι κάμερες κατέγραψαν τις αληθινές αντιδράσεις των ανθρώπων που περίμεναν το λεωφορείο.

Στο περιστατικό ο ηθοποιός από το Μπαγκλαντές κάθεται στο παγκάκι της στάσης και ο ηθοποιός από την Ελλάδα ενοχλείται και του επιτίθεται φραστικά. Περισσότερα από 200 άτομα παρακολούθησαν τη σκηνή, η οποία επαναλήφθηκε 22 φορές σε 8 ώρες μπροστά σε διαφορετικούς κάθε φορά παρευρισκομένους.

Τα αποτελέσματα μπορούν να χαρακτηριστούν αισιόδοξα: 4 φορές ο κόσμος αδιαφόρησε, 2 φορές τάχθηκε υπέρ της ρατσιστικής συμπεριφοράς, αλλά 15 φορές ο κόσμος στη στάση υπερασπίστηκε τον άνθρωπο που δέχτηκε τη ρατσιστική επίθεση και μια φορά παρατηρήθηκαν συγχρόνως οι δύο αντιδράσεις.




Μαζί, είμαστε δυνατότεροι απέναντι στο ρατσισμό, ας πάρουμε όλοι θέση.

«Ο ρατσισμός ξεκινάει από εμάς και τελειώνει από εμάς. Ο καθένας μας και όλοι μαζί πρέπει να σταθούμε απέναντι στα ρατσιστικά φαινόμενα και να σταθούμε δίπλα στους ανθρώπους που τον υφίστανται. Σε όλες τις δράσεις της ActionAid, η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί τον κύριο πυλώνα της δουλειάς μας. Για περισσότερα από 40 χρόνια είμαστε υπέρ των πιο φτωχών και περιθωριοποιημένων ανθρώπων, των ανθρώπων που υφίστανται διακρίσεις. Ενώνουμε τη φωνή μας μαζί τους. Δεν θα μπορούσαμε να σιωπήσουμε μπροστά στα φαινόμενα ρατσισμού στη χώρα μας» δήλωσε ο Γεράσιμος Κουβαράς, Γενικός Διευθυντής της ActionAid Ελλάς.