19.9.15

Πέπη Ραγκούση: Με το πάτημα ενός κουμπιού



πηγή: www.tanea.gr

Ως άνθρωπος και ως τηλεθεάτρια έχω την τάση να κολλάω. Σε προγράμματα, κανάλια, τηλεοπτικές ζώνες. Ετσι εδώ και περίπου έναν μήνα έχω αναπτύξει χαρακτηριστικά εξάρτησης από τις πολιτικές εκπομπές. Βλέπω δε τα πάντα. Από τα αρχηγικά debate μέχρι τις διακαναλικές συνεντεύξεις του ΕΛ.ΛΑΣ.Η Αλήθεια και της σύμπραξης ΚΚΕ (μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ. Στη Διακαναλική του Λεβέντη ανοίγω μπουκάλι.

Χθες το βράδυ όμως έπαθα overdose με σωματοποιημένα, σχεδόν, συμπτώματα. Και το πρωί αποφάσισα να πάρω στα χέρια μου τη μοίρα μου ως τηλεθεάτρια. Για να την αλλάξω. Αδραξα λοιπόν το τηλεκοντρόλ και με το πάτημα ενός κουμπιού αναζήτησα την τύχη μου στις ψυχαγωγικές εκπομπές. Και μέσα σε, συνολικά, 20 λεπτά τηλεοπτικού χρόνου έζησα έναν πανωλεθρίαμβο.

Στο παράλληλο τηλεοπτικό σύμπαν των εκπομπών Happy Day του Alpha και Namaste με τη Ναταλία Γερμανού στο Ε (φωτογραφία), συνειδητοποίησα ότι, σε πείσμα των πολιτικών εξελίξεων, υπάρχει μία άλλη Ελλάδα όπου η ελαφρά ταξιαρχία επελαύνει για να κατακτήσει μία λουστραρισμένη ουτοπία που ενώ θέλει να φαντάζει ανέμελη, καταντά θλιβερή. Οπως συνήθως συμβαίνει όταν το τίποτα ανάγεται σε κάτι.
Ετσι λοιπόν έμαθα ότι η μοσχοπουλημένη συγγραφέας Χρυσηίδα Δημουλίδου - που έχει εισάγει ένα νέο είδος λογοτεχνίας, το συνεργατικό μυθιστόρημα, αφού ρωτάει τους αναγνώστες της στις πόσες σελίδες θα το τερματίσει - είναι πολύ θυμωμένη. Με μία σατιρική ιστοσελίδα συγκεκριμένα γιατί λέει ότι αμφισβητεί  την προσφορά της στις Τέχνες και τα Γράμματα. Και για να τιμωρήσει την παγκόσμια διανόηση, όχι μόνο θα κατεβάσει το προφίλ της στο facebook αλλά δεν θα ξαναγράψει λέξη. Ο,τι καβατζάραμε δηλαδή, αν καβατζάραμε, τον κίνδυνο του Grexit, απειλούμεθα και με Δημουλexit. Να δείτε που δάχτυλος Σόιμπλε θα είναι κι αυτό.

Εκτός αυτού, παρακολούθησα και μια πολύ ταρατατζούμ εισαγωγή για την επιστροφή στην Ελλάδα ενός κατιτί που μου φαινόταν ότι θα ήταν ίσα με κάτι λιγότερο από τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Το κατιτί ήταν μια ξανθιά θεατρολόγος, Μαριλένα Παναγιωτοπούλου ονόματι, που δεν κατάλαβα ακριβώς από πού επέστρεψε αλλά έμαθα ότι στην επιστροφή πέρασε από το Λονδίνο για να κλείσει κάποια θεατρικά έργα που δεν διευκρίνισε όμως πού θα τα ανοίξει.

Το τρίτο είναι το καλύτερο. Λέγεται Αλέρτας και είναι ζαχαροπλάστης. Αλλά και μετασπαλιάρα τον λες. Διότι δεν είναι μόνο που το πιο πιο πιο πολύ που δεν έχει κάνει σεξ είναι μία εβδομάδα αλλά δεν έχει κάνει και τατουάζ στο επίμαχό του διότι, κατά δήλωσή του, «δεν βάζεις αυτοκόλλητο σε μια Φεράρι». Αμ' πως!


Για μια συγγραφέα γυναικείας λογοτεχνίας, μια θεατρολόγο, έναν ζαχαροπλάστη και μια Φεράρι λοιπόν σήμερα το βράδυ θα δω δύο φορές απανωτά τη διακαναλική του ΕΛ.ΛΑΣ.Η Αλήθεια. Γιατί πολύ παλιά, δηλαδή πριν από τρεις μήνες, γκρίνιαζα και για τη Μενεγάκη τρομάρα μου.

18.9.15

Γιώργος Τούλας: Στρώσε, ξέστρωσε

πηγή: περιοδικό Εντευκτηριο, τεύχος 87 (Αφιέρωμα: Γύρω από το τραπέζι), 2009




Edward HopperAutomat. Oil on canvas, 1927

Όταν αποδέχτηκαν την πρόσκληση της για φαγητό, η Έλλη και ο Κ., άρχισε ένα τρεχαλητό για να ’ναι όλα όπως πρέπει. Το όπως πρέπει, στη ζωή της ήταν αρχή. Όχι μονάχα τώρα που, ελαφρώς σιτεμένη, στα 52 της δεν είχε και πολλά πολλά πάρε δώσε, αλλά και παλιά, που λέγανε πως σφύριζε, στα νιάτα της. Ακόμα και τότε όλα γινόταν όπως πρέπει. Ίσως είναι και ένας από τους λόγους που τελικά έμεινε μόνη της και τώρα παρακμάζει ατυχώς. Στο σπίτι τους είχε φάει τρεις τέσσερεις φορές και ένα τραπέζι τούς το χρωστούσε έτσι και αλλιώς. Η αποδοχή τη συγκεκριμένη στιγμή τη βρήκε απροετοίμαστη. Η Έλλη με τον Κ. ήταν ζευγάρι καμιά πενταετία και οι κοινωνικές τους σχέσεις ήταν εξαρχής μετρημένες. Με την Έλλη σπούδαζαν κάποτε μαζί και αυτό είναι όλο. Κράτησαν επαφές και συναντιόταν από καιρού εις καιρόν, καμιά φορά έτρωγαν και παρέα. Γαλέο θα φτιάξω, της είχε πει, που τον πετυχαίνω πάντα. Και κάτι συνοδευτικό. Στην αρχή το είχε δει να βγει από την υποχρέωση μετά το πήρε πατριωτικά. Να καταπλήξει. Άλλωστε ποιος μπαινόβγαινε πια σε αυτό το σπίτι; Από τότε που πέθανε και η μάνα της και ξέκοψαν και οι θείες της, ερημιά. Πήρε μια μέρα άδεια από τη δουλειά, άλλωστε και τόσες μέρες που είχε απόθεμα τι θα τις έκανε; Πρωί πρωί στον ψαρά που είχε παραγγείλει τον γαλέο, παγωτό από το ζαχαροπλαστείο, μερικές ελλείψεις από το σούπερ μάρκετ και φρέζιες από τον ανθοπώλη. Σπάνια έπαιρνε λουλούδια, τι να τα κάνει κιόλας, αλλά σήμερα το απαιτούσε η περίσταση. Καθάρισε προσεκτικά όλο το σπίτι, έστρωσε ένα παλιό τραπεζομάντηλο της μάνας με το κοφτό το σχέδιο στην τραπεζαρία, μαχαιροπίρουνα, σερβίτσια όλα. Συγύρισε, πέταξε. Μερικά πράματα της φάνηκαν, ξαφνικά, περιττά. Κατέβασε στον κάδο κάτι αναμνηστικά, κάτι πιάτα από τη Ρόδο με τα ελάφια, κάτι διακοσμητικά που αγαπούσε η μάνα της, φρικτά μπιμπελό, κάτι μισοτελειωμένα λικέρ σε μπουκάλια που είχαν να ανοιχτούν χρόνια. Σαν να ανάσανε το σαλόνι. Στόλισε τα λουλούδια, εννιά παρά δέκα άναψε και δυο κεριά. Στις εννιά είχαν πει. Ο γαλέος ήταν στον θερμοθάλαμο ζεστός, είχε φτιάξει μια ωραία σαλάτα που την είχε μάθει από την τηλεόραση, ένα πουρέ λαχανικών. Το τραπέζι το στόλισε με φύλλα δάφνης, έβαλε και στο cd player κάτι γαλλικά τραγούδια που είχε πάρει από τις εφημερίδες. Να ανοίξω το κρασί, σκέφτηκε, ή μήπως είναι αγένεια και καλύτερα να τους περιμένω; Ο Κ. δεν είναι πολύ των τύπων, δεν πιστεύω να παρεξηγηθεί, ας βάλω ένα ποτηράκι να μου διώξει το άγχος. Το ρολόι έδειχνε πια εννιάμισι όταν αποφάσισε να τηλεφωνήσει γιατί αργούσαν. Το κινητό βρίσκεται εκτός δικτύου, είπε η φωνή. Στο σπίτι δεν το σήκωνε κανείς. Θα έρχονται, είπε από μέσα της και άλλαξε το cd με τα γαλλικά. Ο γαλέος άρχισε να ξεραίνεται και κείνη να εκνευρίζεται με την όλη κατάσταση. Στις δέκα βγήκε στο μπαλκόνι. Η Παπαναστασίου κάτω έρημος, πού και που περνούσε κανένα αυτοκίνητο. Τίποτε. Ξαναδοκίμασε στα τηλέφωνα. Τα ίδια. Μα τι αγένεια σκέφτηκε, ότι και αν τους έτυχε έπρεπε να ενημερώσουν. Έβαλε λίγο κρύο νερό στις φρέζιες να μη μαραθούν, ένα δεύτερο ποτήρι κρασί που έγινε τρίτο και τέταρτο, άναψε και ένα τσιγάρο από κείνα τα κρυμμένα, που τα είχε για ώρα ανάγκης. Όχι ότι κάπνιζε αλλά να… Στις έντεκα αποφάσισε να καθίσει να φάει. Έσβησε και μερικά φώτα στο σαλόνι, δεν είχε νόημα. Έτρωγε ανόρεκτα τον γαλέο που είχε πια ξεραθεί εντελώς, η σαλάτα παρέμενε δροσερή και αυτό την παρηγορούσε. Το άδειο τραπέζι απόψε τη στεναχωρούσε. Από την Έλλη δεν περίμενε τέτοια γαϊδουριά. Ακόμα και να είχες μαλώσει με τον Κ. στείλε ένα μήνυμα. Πες κάτι μας έτυχε, κάτι σοβαρό. Το παγωτό το έφαγε στη βεράντα, με μια ζακέτα στην πλάτη. Είχε βάλει κρύο, φθινοπώριαζε. Σκέφτηκε να μην της ξαναμιλήσει ποτέ. Ακόμα και αν την έπαιρνε το πρωί να απολογηθεί. Σήκωσε και πήρε στο κινητό. Να της αφήσει και ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή, να ξέρει ότι πληγώθηκε με τη στάση τους. Εκτός δικτύου. Έπεσε για ύπνο βουρκωμένη. Ούτε το τραπέζι δεν μάζεψε. Το πρωί ξύπνησε από τα αξημέρωτα. Με ένα αίσθημα αηδίας για όλους τους ανθρώπους. Δεν θα ξανακαλούσε κανέναν ποτέ σε αυτό το σπίτι. Το ’χε πάρει απόφαση. Το τραπέζι της και η πρόσκληση τής φαινόταν πια μια πολύ κακή ιδέα. Σχεδόν το είχε μετανιώσει. Κατέβηκε να πάρει το λεωφορείο για τη δουλειά. Βρήκε θέση στο αστικό, ήταν νωρίς, κάθισε. Κάποιος είχε ξεχάσει την εφημερίδα του. Το μάτι της έπεσε στην πρώτη σελίδα. Μια φωτογραφία και ένας μικρός τίτλος. Νυχτερινή τραγωδία, ζευγάρι έχασε τη ζωή του στον περιφερειακό μετά από σφοδρή σύγκρουση. Η Έλλη και ο Κ. Ξαφνικά η γεύση του γαλέου πλημμύρισε το στόμα της, και ας είχαν περάσει τόσες ώρες. Κατέβηκε στην επόμενη στάση. Γύρισε πίσω. Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά, πέταξε τις φρέζιες στα σκουπίδια και έβγαλε το τραπέζι στη βεράντα, στολισμένο όπως ήταν. Δεν ξανάφαγε ποτέ σε τραπέζι. Μονάχα όρθια στην κουζίνα ή σε έναν δίσκο μπροστά στην τηλεόραση.

Κώστας Τσαούσης: Θέλω μια χώρα

πηγή: free press Metropolis (Σεπτέμβριος 2015)
http://issuu.com/metropolisnews/docs/metropolis_092015/c/scxlgkz




Πού τελειώνει άραγε το παλιό; Πού αρχίζει το και­νούργιο; Τι διαφοροποιεί το ένα οπό το άλλο; Υπάρ­χουν διοχωριστικές γραμμές ονόμεσά τους; Το σύνο­ρο είναι (ακόμη) εμφανές;

Ερωτήματα επί ερωτημάτων... Αν και σύντομη, η προε­κλογική περίοδος ήταν κατάφορτη, σαν τα παραγεμι­σμένα ντάτσουν των τσιγγάνων με το καρπούζια, οπό μικρά και μεγάλα ερωτήματα κοι ερωτηματικά για τη συνέχεια, για την επόμενη ημέρα.

Συνήθως δεν απαντώ σε ερωτήματα και σε ερωτηματι­κά. Το αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνιΑλλω­στε, είμαι σε ηλικία που οι απαντήσεις έτσι και αλλιώς δεν είναι εύκολες και δεν θα μπορούσον να είναι εύ­κολες. Η διαδρομή μας δεν το επιτρέπει!

Η πενταετής διάβαση των πολιτών στην έρημο της πο­λύπλευρης πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρί­σης πέραν όλων των άλλων υπονόμευσε (αν δεν τί­ναξε κιόλας στον αέρα) όλες τις ψευδαισθήσεις μας ― όσες είχαν απομείνει ενεργές και μάχιμες, στηριγμένες στο έδαφος των προσωπικών και συλλογικών μυ­θολογιών.

Στο ποίημα ενός νεολαίου της μεταπολίτευσης διαβά­ζω (στην ουσία επιλέγω να διαβάσω) το εξής απόσπα­σμα:

Κομμάτια κοι θρύψαλο στου Σκούρτη στου Κουν
τα πρώτα μυστκά ραντεβού τα πρώτα βιογραφικά στις νεαλαίες

οπό συμμαθητές γίναμε σύντροφοι

(αργότερα ήρθαν το πάρτι κοι οι σημειώσεις ― δώρο άμα τη εγγραψή 
μετά, τα κλαμπ στα αεροδρόμια).

Το απόσπασμα είναι από το ποίημα με τίτλο «Σαράντα χρόνια» που δημοσιεύεται στη συλλογή Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ και άλλα κείμενα, του Τέλλου Φίλη (Εκδόσεις Εντευκτηρίου, με έδρα τη Θεσσαλονίκη). Ο τελευταίος ζει πλέον μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και είναι ένας από τους ζωντανούς φορείς μιας κυρί­αρχης συλλογικής μυθολογίας που έζησε και μεγα­λούργησε στις ψυχές και τις καρδιές των συνομηλί­κων ― ασφαλής για δεκαετίες. Οταν ήρθε σε επαφή με την ψυχρή και στεγνή πραγματικότητα (το πώς και το πού δεν έχει σημασία), η μυθολογία αυτή κατέρρευσε με πάταγο, αφήνοντας πίσω της κομμάτια κοι θρύψα­λα και πολλή πολλή σκόνη!

Η μυθολογία του Φίλη αλλά και η δική μου μόνο στο παρελθόν μπορεί να βρίσκει τη δικαίωση της ― και τον σεβασμό μας. Τα όποια υπολείμματά της τα διατηρού­με στην καρδιά μας στο πιο δροσερό μέρος της καρ­διάς μας. Παίρνουμε ανάσα και δύναμη για να κατέβουμε και πάλι στο υπόγειο του Κουν. Μπορεί να μη συναντήσουμε ξανά τον Χάρη Σώζο, αλλά δεν πειρά­ζει ― είναι εκεί οι μαθητές της Μαριάννας Κάλμπαρη στην παράσταση «Θέλω μια χώρα»!


16.9.15

Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος για το «Ποιητικό Αίτιο» του Ένο Αγκόλλι



πηγή: www.tanea.gr (δημοσίευση: 11 Αυγούστου 2015)





φωτογραφία: Σάκης Καρακασίδης [2014]

Το θαύμα στις μέρες μας


Αν δεν προοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά η εφημερίδα για να μας κάνει γνωστό το θαύμα που διαφορετικά θα παρέμενε άγνωστο, τότε θα πρέπει να αποχαιρετήσουμε κάθε προοπτική για μια ουσιαστική αλλαγή. Το θαύμα μπορεί να έχει τον χαρακτήρα μιας πρωτόφαντης ανατριχίλας που ακόμη και σε ηπιότερο ρυθμό υπόσχεται μια διαρκή αποκάλυψη. Οπως έγινε με ένα ρεπορτάζ δημοσιευμένο στα «ΝΕΑ» το περασμένο Σαββατοκύριακο με τρεις συγκλονιστικές φωτογραφίες μεταναστών. Με την πρώτη ν’ απεικονίζει αφγανούς μετανάστες σε ένα χωράφι ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια διείσδυσης στη σήραγγα της Μάγχης. Τη δεύτερη με μετανάστες που επιχειρούν να επιβιβαστούν σε ένα τρένο στον σταθμό της Γευγελής και την τρίτη με μετανάστες που φτάνουν στη Λέσβο μέσα σ’ ένα φουσκωτό (πέντε έχουν πέσει στο νερό για να φτάσουν μια ώρα νωρίτερα στη στεριά). 

Η σημασία του ρεπορτάζ και των φωτογραφιών έγκειται στο γεγονός πως όση αποκτήνωση και να έχουν προκαλέσει αντίστοιχες εικόνες στην τηλεόραση, αισθάνεσαι να αποκτάς κάτι από τη χαμένη σου ανθρωπιά, χωρίς τον φόβο – σύντομα τουλάχιστον – να την ξαναχάσεις. Αν όμως η προοπτική του θαύματος δύσκολα μπορεί να συνδυαστεί με τις φωτογραφίες των μεταναστών, είναι αμέσως αναγνωρίσιμο σε μια άλλη περίπτωση. Ο λόγος δεν είναι για την ποίηση αυτή καθ’ εαυτήν, αν και πρόκειται για έναν ποιητή και για ένα ποιητικό βιβλίο. 



φωτογραφία: Βλάσσης Χρυσόπουλος [2015]

Ο τίτλος τού βιβλίου είναι «Ποιητικό αίτιο» και το όνομα του ποιητή Ενο Αγκόλι. Πώς ξαφνικά ένας νεαρός, που γεννήθηκε στην Αλβανία πριν από είκοσι ένα χρόνια και σπουδάζει σήμερα Αναλυτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, έγραψε ποιήματα που αναγνωρίζεις μέσα τους μπολιασμένη μια αμιγή εκδοχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού; Δεν είναι τόσο η συνύπαρξη ονομάτων με άμεσες ή έμμεσες αναφορές σε συγκεκριμένα έργα τους, όπως αυτά του Μαρσέλ Προυστ, του Τόμας Ελιοτ, του Τόμας Μαν, του Γκαρθία Λόρκα ή του Νίτσε. Είναι κυρίως η ένωση ενός παιδικού αλβανικού τραγουδιού που λέει (προς τιμήν του ο Αγκόλι το παραθέτει μέσα στο ποίημα στη μητρική του γλώσσα) «Η μπάλα γυρίζει, πλησιάζει στο τέρμα/χτύπημα, πέναλτι, σουτ, γκολ» με μια κουλτούρα που θα φαινόταν ότι το απορρίπτει ως ξένο σώμα, αλλά τώρα αναδεικνύονται σε μια κοινή πολιτιστική παρακαταθήκη.


Δείτε το βίντεο με τον Ένο Αγκόλλι να μιλάει για το βιβλίο του


15.9.15

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης διαβάζει το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη «Η ναυμαχία»



Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ

Aφανισθήκαμεν εκεί στην Σαλαμίνα.
Οά, οά, οά, οά, οά, οά, να λέμε.
Δικά μας είναι τα Εκβάτανα, τα Σούσα,
και η Περσέπολις  — οι πιο ωραίοι τόποι.
Τι εγυρεύαμεν εκεί στην Σαλαμίνα
στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.
Τώρα θα πάμε πίσω στα Εκβάτανά μας,
θα πάμε στην Περσέπολί μας, και στα Σούσα.
Θα πάμε, πλην σαν πρώτα δεν θα τα χαρούμε.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί· η ναυμαχία
αυτή γιατί να γένεται και ν’ απαιτείται.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί· γιατί να πρέπει
να σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,
κ’ εκεί να πηαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως.
Έτσι γιατί να είναι: μόλις κανείς έχει
τα περιώνυμα Εκβάτανα, τα Σούσα
και την Περσέπολιν, ευθύς αθροίζει στόλο
και πηαίνει προς τους Έλληνας να ναυμαχήσει.
Aν ναι βεβαίως· άλλο λόγο να μη λέμε:
οτοτοτοί, οτοτοτοί, οτοτοτοί.
A ναι τω όντι· τι μας μένει πια να πούμε:
οά, οά, οά, οά, οά, οά. 


Κ. Π. Καβάφης
[1889]

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 


Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης διαβάζει το ποίημά του «Κόρη μου, κορυδαλλέ μου»


H ηχογράφηση προέρχεται από το cd «Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης αυτοανθολογείται και διαβάζει ποιήματά του», που συνόδευε το τεύχος 71 του περιοδικού Εντευκτήριο. 

Υπάρχουν ακόμη μερικά αντίτυπα του τεύχους και αποστέλλονται με αντικαταβολή. 

Πληροφορίες - παραγγελίες: entefkti@otenet.gr

14.9.15

Δημήτρης Δουλγερίδης: Οι μύθοι του Βορρά



πηγή: www.tanea.gr [στήλη: Μικρού μήκους]


Κάποτε ήταν ο μύθος της «ερωτικής πόλης». Ενα νεφέλωμα από τσιτάτα και στίχους, όπου η μποέμικη Θεσσαλονίκη κατέφευγε στο ξόδεμα ψυχής για να ξεπεράσει την απόρριψη του αθηνοκεντρικού κράτους. Τον μύθο, παρεμπιπτόντως, τον επέβαλε το αθηνοκεντρικό κράτος.

Μετά ήταν η εξωραϊσμένη ανάμνηση της πολυφυλετικής πόλης που παρήγαγε ιστορία στο επίκεντρο της Βαλκανικής. Η Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με τη νέα μυθολογία, έπρεπε να είναι ή εβραϊκή ή οθωμανική ή ελληνική. Αλλά καθώς διηγούνταν τα παλιά της μεγαλεία, η πόλη κουράστηκε κι έκατσε επί των ερειπίων, σαν βασιλιάς σ' αρχαίο δράμα. Τα ερείπια ήταν ενίοτε κυριολεκτικά: πάνω στο εβραϊκό νεκροταφείο της χτίστηκε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

Τα τελευταία χρόνια επανήλθε ο μύθος της κουλτούρας. Το είπε και ο περιοδεύων Τσίπρας στη συνάντηση με τον Μπουτάρη: «Να μεταφέρουμε στην πόλη δραστηριότητες ανάδειξης της πολιτιστικής της κληρονομιάς». Αν μη τι άλλο, είναι ένα εύφλεκτο πυροτέχνημα σε μια υπόκωφη προεκλογική περίοδο: «Εχουμε ξεχάσει τη Θεσσαλονίκη, ας θυμηθούμε τον πολιτισμό της».

Είναι μια Μεγάλη Ιδέα που μπαινοβγαίνει στο χρονοντούλαπο των εξαγγελιών, ανεξαρτήτως πολιτικών ηθών. Ενα όραμα με πρεσβυωπία στον χάρτη του οποίου δεν χωράει η επανάσταση του αυτονοήτου (με την άδεια του Γιώργου Παπανδρέου).

Τα πάθη του ΚΘΒΕ; Αυτά δεν είναι πολιτισμός; Τα βιβλιοπωλεία που κλείνουν σε μια πόλη ενάμισι εκατομμυρίου; Η μοναχική διαδρομή της κινηματογραφικής «Παράλλαξης» και του λογοτεχνικού «Εντευκτηρίου»; Το άδηλο μέλλον για το αρχείο του Ντίνου Χριστιανόπουλου; Ο συρρικνωμένος προϋπολογισμός του Μουσείου Φωτογραφίας;


Ας μας συγχωρήσουν οι συντοπίτες τον ελλειμματικό κατάλογο παραπόνων. Απομακρυνθήκαμε από τη Θεσσαλονίκη και την ξεχάσαμε. Τη θυμόμαστε πλέον μέσα από μύθους. Οτι «της Σαλονίκης», ντεμέκ, «της πρέπει το καράβι». Με όλο το θάρρος, η πόλη μοιάζει άσχημη κάθε φορά που το πλοίο απομακρύνεται από το λιμάνι.

[Η εικόνα προστέθηκε από το Εντευκτήριο]

13.9.15

O Γιάννης Σκαραγκάς γράφει για «Τα μηχανάκια του Μανόλη» του Γιαν Χένρικ Σβαν και το «Χωρίς απόδειξη» του Στάμου Τσιτσώνη



Γιαν Χένρικ Σβαν. Τα μηχανάκια του Μανόλη: Μυθιστόρημα. Μετ.: Μαρία Φραγκούλη. Επίμετρο, επιμέλεια μετάφρασης: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2013, 174 σελ.

Ο Γιαν Χένρικ Σβαν γεννήθηκε στη Λουντ της Σουηδίας το 1959. Είναι πεζογράφος, κριτικός και μεταφραστής. Τα μηχανάκια του Μανόλη είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του στα ελληνικά. Πρόκειται για την ιστορία ενός άντρα που πενθεί τον χαμό του γιου του, μία δραματική αναδρομή στην ήσυχη και κοινότοπη ζωή ενός συνηθισμένου άντρα, που δεν ξέρει πώς να ξανασυνδεθεί με τη ζωή και τον κόσμο γύρω του.

Ο Μανόλης είναι χτίστης, σοβατζής και μπογιατζής σε ένα μη κατονομαζόμενο ελληνικό νησί. Η δουλειά του είναι να φτιάχνει σπίτια—τα σπίτια των άλλων, παρόλο που κανένας δεν τον παίρνει να δουλέψει εδώ και πολύ καιρό. Μετά την απώλεια του γιου του, αποφασίζει να αφήσει γένια, για να εκφράσει το πένθος και την επιθυμία του να απομονωθεί. Ο κόσμος τον θεωρεί τεμπέλη, όπως και ο Μανόλης θεωρούσε τον γιο του. Η μόνη περιουσία που διαθέτει είναι μια καλύβα χωρίς αποχωρητήριο, τα μηχανάκια του και τα παλιά ανταλλακτικά που κρέμονται από τα κλαδιά των ελαιόδεντρων στον κήπο. Ξεκινάει έναν απολογισμό, μετρώντας τα μηχανάκια που απέκτησε όλα τα προηγούμενα χρόνια, και αναρωτιέται για τη ζωή με τη γυναίκα του. 

Ο Μανόλης που έχει συνθέσει ο Σβαν έχει την ακαμψία αλλά και τη δύναμη του αρχετυπικού ήρωα, μιας ψυχής μπροστά στην πανανθρώπινη εμπειρία της απώλειας. Είναι φτιαγμένος από πολλά κομμάτια λαχταριστής ζωής και σκέψης, και αυτό είναι που τον καθιστά απροσδόκητα οικείο. Το πένθος του Μανόλη είναι το χαρακτηριστικό που τον κάνει πρωταγωνιστή· τον μεταβάλλει από παρατηρητή-στοχαστή σε έναν ήρωα που έχει συντριβεί από κάτι μεγαλύτερο.

Ο Σβαν παρακολουθεί σύντομες σκηνές από την καθημερινότητα του ήρωά του. Καταγράφει τα ντοκουμέντα της ύπαρξής του μέσα από μια σειρά κοινότοπων τελετουργιών,—που μπορεί μεν να μην εξελίσσουν τη δράση του ήρωά του (τη δράση ως μια σειρά επιλογών), αλλά σίγουρα τον σκηνοθετούν με δραματική έμφαση. Η λεπτομέρεια που περιπλέκει τα πράγματα και του δίνει την τραγική του ποιότητα είναι το γεγονός ότι ο ίδιος αγόρασε το αυτοκίνητο στον γιο του, μετά από την πίεση της γυναίκας του. Δεν το ήθελε, αλλά υπέκυψε στην επιμονή μιας συντρόφου με την οποία δεν είχε τίποτα κοινό, εκτός από το παιδί τους. Αυτή η ύστατη αδυναμία να εκδηλώσει την επιθυμία του και να συγκρουστεί με το πρόσωπο που συμβολίζει την ανύπαρκτη ζωή του είναι η χαμένη του ευκαιρία να διατηρήσει το μέλλον ζωντανό. 

Η αφοπλιστική γοητεία στο ύφος του Σβαν έγκειται στον τρόπο που αποτυπώνει την ψυχή του ήρωά του, εξυφαίνοντάς την με επίμονα φτιαγμένες προτάσεις, υπαινικτικές αλλά έντονες, εντυπωσιακά μετρημένες στη συναισθηματική τους οικονομία,—την οποία υπηρετεί άξια η μετάφραση της Μαρίας Φραγκούλη και ενισχύει το επίμετρο και η επιμέλεια της Μαργαρίτας Μέλμπεργκ.


Στάμος Τσιτσώνης. Χωρίς απόδειξη. Α­θήνα, Κριτική 2015, 192 σελ.

Στα μαθηματικά, ό,τι είναι 
αληθινό είναι και κομψό.

Είναι ενδιαφέρον το ότι η πληθώρα βιβλιογραφίας για το αν η σχέση των μαθηματικών με τη μυθιστορία είναι συμπληρωματική (ή αμφίδρομη) δοκιμάζεται πάντα όταν συγκρίνονται λογοτεχνικά έργα που κατά καιρούς συνδυάζουν τους δύο κόσμους. Είναι πιο εύκολο να υποστηριχτεί σε επίπεδο δομής: ο ρόλος του συγγραφέα που κατασκευάζει μια ιστορία έχει κοινούς κώδικες με τον ρόλο του μαθηματικού που αποδεικνύει ένα θεώρημα. Υπάρχει όμως ένα γοητευτικό κενό, που συνήθως έχει να κάνει με την ανάγκη για την εξαγωγή μιας απόδειξης. Οι μαθηματικές έννοιες μπορεί να επινοούνται όπως οι ήρωες μιας ιστορίας για να καταλήξουν στην εύρεση της αλήθειας, αλλά το κίνητρο των ηρώων δεν είναι πάντα η αλήθεια, όπως και τα εργαλεία τους δεν έχουν πάντα να κάνουν με τις αποδείξεις. 

Η συλλογή διηγημάτων του Στάμου Τσιτσώνη Χωρίς απόδειξη παίζει απολαυστικά με την πιθανότητα ο λογικός και επιστημονικός τρόπος σκέψης να συναντήσει τον αφηγηματικό τρόπο. Ο ρόλος των μαθηματικών σε αυτές τις ιστορίες είναι σχεδόν μεταφυσικός, τρέφει τις εμμονές ανθρώπων που προσπαθούν να αναμετρηθούν με την πραγματικότητα και καλούνται από τις ίδιες τους τις επιλογές να δοκιμάσουν τα όρια της λογικής.

Αυτό που καταφέρνει ο Τσιτσώνης με τα διηγήματά του είναι να δώσει φωνή, και μάλιστα γοητευτική, στην επιστημονική απορία μπροστά στο α­πρόβλεπτο. Δημιουργεί ήρωες που, μεταξύ άλλων, αμφισβητούν τις ταξινομημένες σχέσεις της ζωής τους, παγιδευμένους σε μυστηριώδη τρένα, όπου η διαδοχή των βαγονιών τούς μεταφέρει χρονικά σε μελλοντικές περιόδους και ηλικίες, αστρονόμους που προσπαθούν να βρουν την κατάλληλη μονάδα μέτρησης των συναισθημάτων, και ανταγωνίζονται με πάθος συναδέλφους τους για τις πιο δυσδιάκριτες λεπτομέρειες, μαθηματικούς που κάνουν συμφωνία με τον διάβολο και καταφέρνουν να τον δυσκολέψουν.

Ο συγγραφέας, ο οποίος είναι και μαθηματικός, ακροβατεί ανάμεσα στους αριθμούς και τα γράμματα, και αυτό το μοίρασμα μετατρέπει τη στάση του απέναντι στο παράδοξο από κριτική σε αντίληψη. Μετατρέπει την εξήγηση σε ενσυναίσθηση. Έντονο είναι το υπόγεια νευρωτικό χιούμορ και ο αδίστακτος αυτοσαρκασμός του.
«[...] Εσείς είστε ένας εξαιρετικός μαθηματικός. Μόνο ένας μέτριος μαθηματικός, ένας μαθηματικός που δεν έχει αρκετή φαντασία, γράφει μυθιστορήματα και ιστορίες για τα μαθηματικά. Οι μαθηματικοί με ισχυρή φαντασία ασχολούνται μόνο με τα καθαρά μαθηματικά...»

Ο Τσιτσώνης προσδίδει στους ήρωές του μια σειρά από αδυναμίες, ιδιοτροπίες και αντιφάσεις, που βάζουν σε δεύτερο επίπεδο τον εγκεφαλικό τους προσανατολισμό, εκθέτοντας μια απολαυστική παλέτα συναισθηματικής τεκμηρίωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δημιουργεί ήρωες που δεν έχουν ανάγκη να αποδείξουν την αλήθεια αλλά τη χρησιμοποιούν ως αφορμή για να υποδυθούν ρόλους και κυρίως να παίξουν, να γίνουν κομμάτι μιας ζωής που σκορ­πίζεται και σαρώνει, ικανοποιεί ή διαψεύδει, χαρίζεται και χάνεται. Χωρίς πάντα κάποιον αντικειμενικό συλλογισμό και ασφαλή συμπεράσματα. Χωρίς απόδειξη.

Συγγραφέας, σεναριογράφος, ο Γιάννης Σκαραγκάς σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Έχει διδάξει δημιουργική γραφή και σενάριο στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του ΑΠΘ. Έχει γράψει τέσσερα μυθιστορήματα (Επιφάνεια, Η πατρίδα της αφής, Το αινιγματικό βλέμμα του αγγέλου, και το πιο πρόσφατο Ο ουρανός που ονειρεύτηκες). Ως σεναριογράφος έχει εργαστεί για πάνω από μία δεκαετία στον χώρο της τηλεόρασης, έχοντας υπογράψει πέντε σειρές (Mega, Alpha), αλλά και στον κινηματογράφο (Village Roadshow, Argonauts Productions, A&G Films Media Entertainment Ltd). Γράφει στα ελληνικά αλλά και στα αγγλικά. Τα διηγήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς σε αμερικανικά και ευρωπαϊκά έντυπα όπως: World Literature TodayTower Journal, Crannog, Midnight Circus, Story Shack κ.ά. Έχει γράψει τρία θεατρικά έργα: Prime Numbers (υποψήφιο για τα New York Innovative Theatre Awards το 2009), Οι περιπέτειες του Μόγλη (Εθνικό Θέατρο, 2013-2014) και Η εποχή του κυνηγιού (που κάνει πρεμιέρα τον Απρίλιο του 2015 στην Αθήνα).
Είναι υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright και μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων.

[Αναδημοσιεύεται από τη στήλη του Γιάννη Σκαραγκά «Γραμματοσειρές», που εγκαινιάστηκε στο τρέχον τεύχος, αριθ. 107, του περιοδικού Εντευκτήριο]