8.11.15

Εντευκτήριο: Ιδρυθέν τη 8η Νοεμβρίου 1987



του Γιώργου Κορδομενίδη

[Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στο συνέδριο «Φυτώρια λογοτεχνίας στη Θεσσαλονίκη: Τα λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης στον 20ό αιώνα», που οργάνωσε ο Περικλής Σφυρίδης στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, 18-19 Νοεμβρίου 2005, και περιλαμβάνεται στον ομότιτλο τόμο με τα πρακτικά του συνεδρίου. Το τεύχος του Εντευκτηρίου που κυκλοφορούσε τότε ήταν το Νο 78. Στην παρούσα (ανα)δημοσίευση έγιναν μερικές από τις επιβαλλόμενες προσθήκες.]


Η ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΟΥ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ

Θα προτιμούσα, εννοείται, κάποιος άλλος, κάποιος που να βρίσκεται όλα αυτά τα χρόνια αρκετά κοντά στο περιοδικό, ώστε να το γνωρίζει όσο καλά χρειάζεται, και ταυτόχρονα σε απόσταση, χρήσιμη και αναγκαία ώστε να επιχειρήσει μια τίμια αξιολόγηση και μία γόνιμη κριτική του: λόγου χάρη ο επιχώριος Κώστας Πλαστήρας ή ο εν Αθήναις επιστήθιος Δημήτρης Δασκαλόπουλος. 

Ευτυχώς πάντως, τα 78 έως τώρα τεύχη του Εντευκτηρίου [Σημείωση 2014: ήδη 105] είναι διαθέσιμα, ώστε να ελέγξει κάθε ενδιαφερόμενος σε ποιό βαθμό οι προγραμματικές δηλώσεις όσον αφορά τους στόχους του περιοδικού είχαν το έντυπό τους αντίκρισμα.

Αντίθετα με ό,τι συνήθως (λέγεται ότι) συμβαίνει για κάθε νέο λογοτεχνικό περιοδικό, το Εντευκτήριο υπήρξε καρπός προσωπικής εκφραστικής ασφυξίας αλλά και, κατά κάποιον τρόπο, διαφυγή από το δεσμευτικό πλαίσιο μιας βιοποριστικής εργασίας. Πάντως, δεν το γέννησε ο επαναστατικός οίστρος για ανατροπή του λογοτεχνικού κατεστημένου, ούτε η αναζήτηση της υπερδιέγερσης που προκαλεί σε κάποιον νέο η προετοιμασία ενός περιοδικού και ο έντονος συγχρωτισμός με πρόσωπα από τον χώρο της λογοτεχνίας. 


Συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του πρώτου τεύχους του Εντευκτηρίου.
Από αριστερά, Σάκης Παπαδημητρίου, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Μπακόλας (✝),
Ντίνος Χριστιανόπουλος, Γιώργος Κορδομενίδης.
Νοέμβριος 1987, γραφεία Συνδέσμου Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας


Επίσης, ελπίζω ότι η έκδοση του Εντευκτηρίου δεν περιείχε τη φιλοδοξία να ασκηθεί, μέσω του περιοδικού, κάποιου είδους εξουσία. Παρά το γεγονός ότι το Εντευκτήριο αποτέλεσε εξαρχής ατομικό άθλημα, δεν υπήρξε, νομίζω, σε οποιαδήποτε φάση του χώρος προνομιακής έκφρασης του δημιουργού του· κι έτσι, ευτυχώς, παραμένει στα λόγια των άλλων «το Εντευκτήριο» (κι όχι το «Εντευκτήριο του Κορδομενίδη» ή «το περιοδικό του Κορδομενίδη»).

«Εμπνεύστηκα» ―ή δανείστηκα, αν θέλετε― το όνομα του περιοδικού από έναν ορισμό της λέξης εντευκτήριο όπως τον διατύπωσε, σε μια συνομιλία μας, ο Nτίνος Χριστιανόπουλος για το βιβλίο του με τίτλο Εντευκτήριο, που συστεγάζει ετερόκλητες μεταφράσεις του, από ποιήματα της Σαπφώς μέχρι ποιήματα Άγγλων και Αμερικανών. Κατ’ αναλογία, το περιοδικό Εντευκτήριο είναι ο «έντυπος χώρος» όπου «συναντώνται» ποικίλα πρόσωπα και ετερόκλητα κείμενα, για μια γόνιμη ανταλλαγή ιδεών και απόψεων.

Το πρώτο τεύχος βγήκε από το βιβλιοδετείο στις 7 Νοεμβρίου 1987 και έκανε την εμφάνισή του στα βιβλιοπωλεία την αμέσως επόμενη μέρα. 

H «Κατάθεση προθέσεων», που δημοσιεύθηκε στο δεύτερο τεύχος, δήλωνε ότι το Εντευκτήριο είναι ανοιχτό περιοδικό: δεν ανήκει σε καμιά ομάδα, δεν προωθεί τη μία ή την άλλη λογοτεχνική τάση. Δήλωνε ακόμη ότι δεν επιδιώκει να εκφράζει μόνο την παραγωγή των Θεσσαλονικέων λογοτεχνών, θέλοντας να διαφοροποιηθεί (και) με αυτόν τον τρόπο από τα άλλα δύο περιοδικά (το Τραμ και τον Παρατηρητή) που μόλις είχαν εκδοθεί τότε στη Θεσσαλονίκη κι έδειχναν να έχουν τέτοια, κυρίως, κατεύθυνση. Oι αρχές που διατυπώθηκαν στην «Kατάθεση προθέσεων» εξακολουθούν να ισχύουν.
Αποκλεισμοί για λόγους γεωγραφικής προέλευσης των συνεργατών ή προσωπικών αντιπαραθέσεων δεν υπήρξαν. Αποφασιστικό μέτρο σε όλες τις επιλογές της ύλης υπήρξε το βεληνεκές των κειμένων και η φυγόκεντρη σχέση τους με τις κυρίαρχες τάσεις της εκδοτικής αγοράς. (Αν θέλετε, βάλτε και λίγο νερό ―αλλά μόνον λίγο!― σ’ αυτόν τον ισχυρισμό, γιατί κάθε άνθρωπος έχει τις αδυναμίες του). Ισχυρίζομαι ότι το Εντευκτήριο: ενδιαφέρεται πρωτίστως για τα αντικείμενα κι όχι για τα υποκείμενα. ενδιαφέρεται δηλαδή για τα κείμενα που του υποβάλλονται και όχι για τα πρόσωπα που τα υπογράφουν. Επίσης ότι, όπως και άλλα περιοδικά της Θεσσαλονίκης στο παρελθόν, δεν επιδίωξε να κολακέψει τους αναγνώστες, υιοθετώντας την αντίληψη περί λογοτεχνίας που προωθούν μαζικά κατά τα τελευταία χρόνια οι εκδοτικοί οίκοι και που την πριμοδοτούν δίχως κριτήρια ―ή μάλλον με τα δικά τους κριτήρια― τα περισσότερα ένθετα βιβλίου των εφημερίδων και τα περιοδικά ποικίλης ύλης και λάιφ στάιλ.


Το περιοδικό έτυχε, ήδη από το πρώτο τεύχος του, αρκετά καλής υποδοχής, τόσο από το κοινό όσο και από τον Τύπο, γεγονός που αποτέλεσε σημαντική ενθάρρυνση. Κυρίως όμως το Εντευκτήριο βοηθήθηκε από την ύπαρξη ενός πυρήνα σταθερών συνεργατών, ορισμένοι από τους οποίους εμμένουν σε αυτή τη σχέση από το πρώτο ακόμη τεύχος. Ανάμεσά τους, εκτός από τους οριστικώς απόντες Τόλη Καζαντζή και Νίκο Μπακόλα, ο μέντοράς μου (κι ας μην με αναγνωρίζει για πνευματικό του παιδί), Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τους σταθερότερους συμβουλάτορές μου επί σειράν ετών· ο ποιητής, δοκιμιογράφος και βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η σύζυγός του, φιλόλογος και κριτικός, Μαρία Στασινοπούλου, πρόθυμοι πάντα να συζητήσουν προβλήματα και να προτείνουν λύσεις· ο άλλος δάσκαλός μου ―εξωπανεπιστημιακώς― Δ.Ν. Μαρωνίτης, από τους ελάχιστους (μαζί με τον προρρηθέντα Χριστιανόπουλο) που σχολιάζουν τα περιεχόμενα κάθε τεύχους ένα προς ένα, με ―κατά περίσταση― μετρημένη αυστηρότητα ή σπανίζουσα γεναιοδωρία. Επίσης, οι κριτικοί Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μισέλ Φάις και Τιτίκα Δημητρούλια, που συνεργάζονται σταθερά και σχεδόν δίχως διακοπή με το περιοδικό. 
Τέλος, συγγραφείς που, μαζί με τους προαναφερθέντες, συνεργάστηκαν κατ’ αποκλειστικότητα ή με προνομιακή προς το Εντευκτήριο κλίση, ταυτιζόμενοι κατά περιόδους μαζί του και συμβάλλοντας στην παγίωση της φυσιογνωμίας του, όπως οι: Κλείτος Κύρου (✝), Πάνος Θεοδωρίδης, Σάκης Παπαδημητρίου, Ξενοφών Μπρουντζάκης, Μανόλης Ξεξάκης, Σάκης Σερέφας, Άρις Γεωργίου, Ματούλα Σκαλτσά, Κ.Ν. Πλαστήρας, Κατερίνα Δασκαλάκη, Εβίτα Αράπογλου, Δημήτρης Η. Παστουρματζής, Δημήτρης Νόλλας, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Διαμαντής Αξιώτης, Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Τάσος Χατζητάτσης (✝), Δημήτρης Μίγγας, Σπύρος Καρυδάκης, Βασίλης Αμανατίδης, Σταύρος Ζαφειρίου και άλλοι.


Τον γραφιστικό σχεδιασμό του περιοδικού στην αρχή ανέλαβε εξ Αθηνών ο Ερρίκος Μαυρογένης, κάνοντας ένα γενικό layout, την υλοποίηση του οποίου επωμίστηκε ο Ιωάννης Επαμεινώνδας. O τελευταίος ανέλαβε από το τεύχος 4 την όλη καλλιτεχνική επιμέλεια του Εντευκτηρίου και την κράτησε μέχρι και το τεύχος 36 (Φθινόπωρο 1996). 

Επιπλέον, όλα αυτά τα χρόνια ο Ι. Επαμεινώνδας υπήρξε ο στενότερος συνεργάτης του Εντευκτηρίου κι ο πρώτος άνθρωπος που συμβουλευόμουν για οτιδήποτε αφορούσε το περιοδικό, από προτεινόμενες συνεργασίες μέχρι γενικότερους σχεδιασμούς και προσανατολισμούς. 
O ίδιος κλήθηκε αρκετές φορές να συνδράμει στη μεταφορά πακέτων με τεύχη από το βιβλιοδετείο στους διάφορους χώρους αποθήκευσης του περιοδικού. (Στο Εντευκτήριο άλλωστε αυτό είναι κανόνας: όσο υψηλότερος ο τίλος στην “ταυτότητα” του περιοδικού τόσο βαρύτερο το χαμαλίκι).
Το 1997 έκανα μερικές αλλαγές στην εμφάνιση του περιοδικού, κατά τις υποδείξεις του έμπειρου Δημήτρη Καλοκύρη και ανέλαβα και τη σελιδοποίηση.
Έκτοτε, το εξώφυλλο σχεδιάζεται από τον Άρι Γεωργίου, που έχει και τη γενική εποπτεία της εμφάνισης του περιοδικού. 
Oφείλω να πω ότι ο Γεωργίου προσφέρει αφιλοκερδώς τις γραφιστικές του υπηρεσίες όχι μόνο για το εξώφυλλο του περιοδικού αλλά και για τα εξώφυλλα των βιβλίων του, των σιντί, τις αφίσες κτλ. Και βεβαίως, ήδη από το τεύχος 6 (1989) ανελλιπώς μέχρι σήμερα διευθύνει (όντας αποκλειστικώς υπεύθυνος γι' αυτό) την Camera Obscura, το ειδικό 16σέλιδο ένθετο του Εντευκτηρίου για τη δημιουργική φωτογραφία). Ο βαθμός της απόλυτης εξουσίας του στην Camera Obscura γίνεται, νομίζω, προφανής από το εξής περιστατικό: Κάποια στιγμή, πάνε χρόνια τώρα, του έστειλα έναν αριθμό φωτογραφιών που είχα τραβήξει ο ίδιος, μήπως τυχόν και τις έκρινε κατάλληλες να μπουν, κάποια στιγμή, στην Camera Obscura. Ως άτεγκτος και... άφιλος άνθρωπος που είναι, ο Γεωργίου μού απάντησε, απλώς: «ΟΚ, τις έλαβα». Έτερον ουδέν. Αλλά επειδή ο καλός εκδότης ξέρει κι άλλο μονοπάτι, δημοσίευσα σε μεταγενέστερο τεύχος μερικές από εκείνες τις φωτογραφίες, με τον ενδεικτικό υπότιτλο «Φωτογραφίες που ίσως δεν εγκρίνει ο κ. Άρις Γεωργίου»! 

O τυπογράφος Γιάννης Μουγκός στήριξε με κάθε τρόπο το Εντευκτήριο στα δύο πρώτα, κρίσιμα τεύχη του. Από το τεύχος 3 μέχρι και το τεύχος 63 το μοντάζ του περιοδικού γινόταν στο ατελιές του Αρνάλντο Τροϊάνι, ο οποίος έφυγε από κοντά μας βιαστικά όσο και πρόωρα. Από το τεύχος 3 άρχισε και η 18χρονη συνεργασία με το τυπογραφείο του Θανάση Αλτιντζή, όπου εκτός από την εκτύπωση γινόταν και η φωτοστοιχειοθεσία μέχρις ότου το περιοδικό απέκτησε, το 1992, δικό του επιτραπέζιο εκδοτικό σύστημα, που το χειρίζεται ο επιγραφόμενος διευθυντής-και-άνθρωπος-για-όλες-τις-δουλειές. Tον τελευταίο χρόνο το περιοδικό τυπώνεται από την Grafo AE του Λευτέρη Nτουρανίδη. [Σημείωση, 2014: τα τελευταία χρόνια το Εντευκτήριο, όπως και οι εκδόσεις του, παράγεται από το εξαιρετικό τυπογραφείο-βιβλιοδετείο των αδελφών Μαυρογένη.]


Η διακίνηση του περιοδικού από το 1987 μέχρι και το 1999 στη Θεσσαλονίκη, σε μερικές πόλεις της Μακεδονίας και προς τους συνδρομητές γινόταν από τον ομιλούντα (και σπανιότερα με τη βοήθεια, κατά διαστήματα, φίλων όπως η Σίσυ Κανίογλου, ο Γιάννης Ρισάφης, ο Σάκης Σερέφας και ο Δημήτρης Πλαζομίτης (✝). Τα τελευταία χρόνια η διακίνηση στη Βόρειο Ελλάδα γίνεται από το «Κέντρο του Βιβλίου», μέσα σε εξαιρετικά αγαπητικό κλίμα συνεργασίας.
Τη διακίνηση του περιοδικού στην Αθήνα και τη νότιο Ελλάδα ανέλαβαν καταρχάς ο Σάκης Μαραθιάς και ο Σάκης Πομώνης, οι οποίοι, όταν βάρεσαν φαλιμέντο το 1989, φόρεσαν στο Εντευκτήριο (δηλαδή στη μισθοσυντήρητη τσέπη του υποκειμένου μου) ένα καθόλου αμελητέο χρέος 600.000 δρχ., έναντι του οποίου δεν κατέβαλαν έκτοτε ούτε δεκάρα τσακιστή... (Tέτοιου είδους συναλλακτικά “ήθη” να με συγχωρείτε αλλά, ακόμη και στα μεσήλικά μου χρόνια, αρνούμαι να κατανοήσω.) Μικρότερη ποσότητα διακινούσε επίσης εξαρχής το βιβλιοπωλείο «Νεφέλη» και συνεχίζει το διάδοχό του «Κατάρτι» [σημείωση 2014: που επίσης φαλίρισε, φορώντας μας ένα σημαντικό ―για τα οικονομικά μεγέθη του Εντευκτηρίου― φέσι], ενώ τον κύριο όγκο της διανομής στην Αθήνα και τη λοιπή νότια Ελλάδα διεκπεραιώνει από το 1990 και εξής ο παλαιός γνώριμος Σπύρος Μαρίνης. [Σημείωση 2014: την αποστολή αυτή έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια ο Γιάννης Νικολόπουλος, των Εκδόσεων του 21ου· η συνεργασία με τον Μαρίνη πάντως συνεχίζεται.]

Το περιοδικό υπήρξε για μεγάλο διάστημα ζημιογόνο. Η χασούρα του αντιμετωπίσθηκε (ως έναν βαθμό) από έσοδα μέσω διαφημίσεων, πενιχρότατη ―και πάντα απολύτως διαφανή― επιχορήγηση από το Κράτος, την ίδια που προνοείται για την πλειονότητα των περιοδικών, και κατά το υπόλοιπο με... αυτοχρηματοδότηση από την αφεντιά μου, που για να έχει την άνεση αυτή μετέρχεται και άλλων (πλην του τραπεζιτικού) επαγγελμάτων. Κανείς συνεργάτης δεν πλήρωσε δραχμή ―ούτε αμέσως ούτε εμμέσως, εγγράφοντας, λ.χ. συνδρομητές― για κείμενό του που τυπώθηκε στο περιοδικό. Αλλά και κανείς, δυστυχώς δεν πληρώθηκε για συνεργασία του, μολονότι αυτός είναι ο μεγάλος καημός του Εντευκτηρίου: να μπορεί να αμείβει, συμβολικά έστω, τους συγγραφείς των κειμένων που δημοσιεύει. Στην οικονομική αντοχή του περιοδικού συνέβαλαν ― καθένας με τον τρόπο του και σε διαφορετικό βαθμό― όλα αυτά τα χρόνια μερικοί φιλότεχνοι επιχειρηματίες αφενός (δίνοντάς μας διαφημίσεις των εταιριών τους), αφετέρου αρκετοί εκδότες, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, που κράτησαν σταθερά το Εντευκτήριο μεταξύ των εντύπων από τα οποία προβάλλουν τα νέα βιβλία τους. Φυσικά, και αμεσότερα, οι μεγάλοι ευεργέτες του Εντευκτηρίου είναι όλοι οι συνδρομητές του ―πολλοί από αυτούς σταθερά από το πρώτο τεύχος― και οι αναγνώστες του, μόνιμοι ή περιστασιακοί. Γιατί έχει δίκιο ο Νίκος Χουλιαράς να γράφει σε ένα μυθιστόρημά του: O Πασχάλης ο Λάλιζας τα τελευταία χρόνια ζει με τον τρόπο που καταφέρνουν να κρατιούνται στη ζωή όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά περιοδικά αυτής της χώρας: με τις συνδρομές των φίλων. Πράγματι, αν εξαιρέσει κανείς τα περιοδικά που βγαίνουν από εκδοτικούς οίκους (για να σταθώ στα περιοδικά που εξακολουθούν να εκδίδονται, η Νέα Εστία από το Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», η Ποίηση από τις Εκδόσεις Νεφέλη [σημείωση 2014: ως Ποιητική πλέον, από τις Εκδόσεις Πατάκη], τα Ποιητικά από τις Εκδόσεις Γκοβόστη, κ.ο.κ.), τα λογοτεχνικά περιοδικά στη συντριπτική πλειονότητα τους αποτελούν “ερασιτεχνικές”, δηλαδή μη επαγγελματικές, μη βιοποριστικές δραστηριότητες, που επιβιώνουν χάρη στις διαφημίσεις, τις πωλήσεις (κόντρα σε ένα δυσμενές και ανεπαρκές δίκτυο διανομής), καθώς και χάρη στις συνδρομές ιδιωτών (έτσι όπως οι δημόσιες και σχολικές βιβλιοθήκες είναι εξαιρετικά ολιγάριθμες, αντίθετα με το εξωτερικό όπου σημαντικό μέρος του τιράζ ενός περιοδικού έχει εξασφαλισμένη την απορρόφησή του από τις δημόσιες βιβλιοθήκες).


Είμαι ανέτοιμος (αλλά και απρόθυμος) να αξιολογήσω εγώ την πορεία που διήνυσε όλα αυτά τα χρόνια το περιοδικό, ή τον βαθμό συμμετοχής του στην ελληνική πνευματική ζωή. Μιλώντας πραγματολογικά, αντιγράφω μερικές επισημάνσεις του Κώστα Πλαστήρα στο γιορταστικό τεύχος 50 του Εντευκτηρίου:

Άρχισα να γράφω αυτό το κείμενο με τη φιλοδοξία να τραβήξω την βαριά κουρτίνα που καλύπτει το “μαγειρείο” ενός περιοδικού (που δεν το βγάζει κάποιος εκδοτικός οίκος) από τα μάτια όχι μόνο του “ανειδίκευτου” αναγνωστικού κοινού αλλά και των λογοτεχνών, των κριτικών και των κάθε άλλης κατηγορίας συγγραφέων, ακόμη και συνεργατών των περιοδικών, από τους οποίους συχνά διαφεύγουν οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται κάθε τέτοια έκδοση, παρότι ήξερα πως κάτι τέτοιο θα ωθούσε στο μη περαιτέρω την περιαυτολογία και θα με εξέθετε ως αυτοπροτεινόμενο για «αγιοποίηση». Ίσως μέσα μου ήθελα να διεμβολίσω την αναπόφευκτη σοβαρότητα ενός τέτοιου, απολογιστικού, κειμένου· ή μπορεί να σκόπευα να υπονομεύσω τη σοβαροφάνεια που απειλεί το υποκείμενό μου ― ακόμη ακόμη και για να εκμαιεύσω τη συμπάθειά σας. Ετσι ή αλλιώς, η μεταφορά επί χρόνια από το σπίτι στα βιβλιοπωλεία αντιτύπων του εκάστοτε νέου τεύχους είχε ως συνέπεια μια πρόωρη οστεοαρθρίτιδα, όπως και η έκθεσή μου στην υγρασία ενός υπογείου κατά τη δημιουργία του «Underground Εντευκτήριο» προκάλεσε μία, παροδική ευτυχώς, ρευματοειδή αρθροπάθεια («παίζεις πολύ ποδόσφαιρο; τα γόνατά σου έχουν ηλικία 15 χρόνια πάνω από τη δική σου!», σχολίασε ο ορθοπεδικός Αλέξανδρος Καραθανάσης, όταν με χίλια βάσανα προσκόμισα στο ιατρείο του το τουμπανιασμένο μου γόνατο). προσθέστε σ’ αυτές τις (σχετικά ελαφρές) σωματικές βλάβες, μία βαρύτατη σεξουαλική παρενόχληση από επιθετική ποιήτρια, η οποία θεώρησε ότι επειδή «μου άνοιξε την πόρτα της ψυχής της δίνοντάς μου τα ποιήματά» της, έπρεπε κι εγώ να της ανοίξω την πόρτα του σπιτιού μου και της καρδιάς μου. Ίσως ακούγεται αστείο, αλλά δεν είναι: καταιγισμός τηλεφωνικών κλήσεων με απόκρυψη, ακόμη και αργά τη νύχτα· αισχρό γκράφιτι στην πόρτα του διαμερίσματός μου· καταγγελία (!) εις βάρος μου σε αστυνομικό τμήμα για παρενόχληση! Επειδή όμως ουδέν κακόν αμιγές καλού, μπορεί τουλάχιστον κάποια στιγμή η απίστευτη αυτή ιστορία να αποτελέσει υλικό λογοτεχνικής αφήγησης. (Έχω ήδη διαλέξει τον τίτλο: «Η “σφυριγμένη”* ποιήτρια που ήθελε να με παντρευτεί και να κάνουμε πολλά παιδιά». Μένει τώρα να γραφεί το διήγημα...)

Υπάρχουν βέβαια και τα μικρότερα (;) “κακά”: η κολακευτική προσέγγιση από φιλόδοξους νέους ή και όχι κατ’ ανάγκην νέους που επιθυμούν να δημοσιεύσουν· η κατεδαφιστική ερώτηση «ποιος είσαι εσύ» που εκστομίζει συχνά κάποιος δυσαρεστημένος επειδή δεν γίνεται αποδεκτό για δημοσίευση το κείμενό του ― μια ερώτηση που εκτοξεύεται πιο εύκολα όταν ο διευθυντής του περιοδικού δεν διαθέτει ισχυρό λογοτεχνικό όνομα, ή φιλολογικές περγαμηνές, ή μια πολυπρόσωπη (άρα ανθεκτικότερη στην άμυνα) συντακτική ομάδα· η εξαφάνιση και η θανάσιμη σιωπή μερικών συγγραφέων αφότου τυπωθεί η συνεργασία τους και μέχρις ότου κρίνουν ότι ήρθε η στιγμή να δώσουν την καινούρια τους συνεργασία· η αδιαφορία και η σιωπή επίσης πολλών συνεργατών για τα κείμενα που δημοσιεύονται πριν ή μετά από το δικό τους κείμενο· οι αξιώσεις για «καλή σειρά δημοσίευσης» (αλλά κάθε τεύχος έχει μόνο μία πρώτη σελίδα!...)· οι απόπειρες να μεταφερθούν στο περιοδικό ανταλλαγές φιλοφρονήσεων και επαίνων (του τύπου: γράφω εγώ στο Εντευκτήριο για το βιβλίο σου και γράφεις εσύ, πάλι στο Εντευκτήριο, ή σε κάποιο άλλο περιοδικό, λίγο αργότερα, για το δικό μου βιβλίο...)· κι ακόμη η έλλειψη κάθε δημόσιας κριτικής για τα περιοδικά, όπως κι η απουσία διαλόγου με και για τα κείμενα που δημοσιεύονται σ’ αυτά.


Ένα περιοδικό δεν υπάρχει για το κοινό παρά μόνο όταν φτάσει στα ράφια των βιβλιοπωλείων ή στα χέρια των συνδρομητών του. Αυτό σημαίνει ότι εκεί που τελειώνει το ―ας το πούμε― δημιουργικό πνευματικό έργο (η επιλογή των συνεργασιών, η σύνθεση της ύλης ενός τεύχους, η επιλογή του εικονογραφικού υλικού, οι αλλεπάλληλες διορθώσεις και οι συνεργασίες ―όποτε επιβάλλεται― με τους συγγραφείς των κειμένων, η συγκέντρωση των διαφημίσεων και η προετοιμασία του τεύχους για το τυπογραφείο), αρχίζει το απερίγραπτο χαμαλίκι: η προετοιμασία των φακέλων για συνεργάτες, συνδρομητές, δημοσιογράφους που θα παρουσιάσουν το τεύχος κτλ. Και βέβαια πρέπει να παραληφθεί το τεύχος από το βιβλιοδετείο, να μπει σε κιβώτια και να σταλεί με μεταφορική εταιρεία στους διακινητές στην Αθήνα, να φακελωθεί και να ταχυδρομηθεί εκεί που πρέπει... Να κοπούν τιμολόγια για τις διαφημίσεις, να ενημερωθούν οι συνδρομητές των οποίων λήγουν οι συνδρομές, και φυσικά, πρώτα πρώτα, να μοιραστεί το νέο τεύχος στα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης. 

Συνεργείο εθελοντών για το φακέλωμα του τεύχους 105
στο Underground Εντευκτήριο.
Από αριστερά: Καίτη Στεφανάκη, SaiKal, Κώστας Μαρίνος, Μαρία Τσιουτάνη

Θυμάμαι ένα περιστατικό που τώρα μου φαίνεται αστείο αλλά όταν συνέβη το ένιωσα δραματικό: Καλοκαίρι, η πόλη βράζει στη ζέστη και την υγρασία κι εγώ κατεβαίνω στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου Ραγιά, στην Τσιμισκή ακόμη, φορτωμένος με δύο βαριές τσάντες γεμάτες αντίτυπα με το φρέσκο τεύχος... O Παναγιώτης Ραγιάς (✝με υποδέχεται με μεγαλόφωνο ενθουσιασμό: «Καλώς τον κ. Κορδομενίδη με το καινούριο Εντευκτήριο». Ακαριαία σχεδόν, προτού προλάβω να ακουμπήσω στο δάπεδο τις τσάντες, ένας άγνωστός μου άντρας βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής πλάι μου και με... απειλεί: «Κύριε Κορδομενίδη, θέλω από καιρό να σας στείλω κάποια ποιήματά μου». Με ζώνουνε τα φίδια, είμαι κάθιδρως, ακόμη και τα γυαλιά μου γλιστρούν στο πρόσωπο από τον ιδρώτα, ντρέπομαι που με βλέπουν σε αυτή την κατάσταση, οπότε στρέφω και του λέω: «Ξέρετε, δεν είμαι ο Κορδομενίδης που βγάζει το Εντευκτήριο, είμαι ο ξάδελφός του, που το μοιράζει»!


Πανό με τους βασικούς συνεργάτες του Εντευκτηρίου (κάρβουνο σε χαρτόνι),
πρόθυμη και φιλική προσφορά του ζωγράφου Χρήστου Αλαβέρα
για τη διακόσμηση του Underground Εντευκτήριο

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς αν πιστεύω ότι, ως διευθυντής του Εντευκτηρίου, τα έχω κάνει όλα σωστά. Η απάντηση είναι απερίφραστη: φυσικά και όχι. Δεν έχω μετρήσει όλα αυτά τα χρόνια τα λάθη μου (πράξεις ή παραλείψεις), αλλά είμαι βέβαιος πως δεν είναι λίγα. Σίγουρα, από βιαστική ή επιπόλαια κρίση, δημοσίευσα κείμενα που δεν το άξιζαν. Για παρεμφερείς λόγους, δεν δημοσίευσα κείμενα που δικαιούνταν μια θέση στο Εντευκτήριο. Είναι αλήθεια επίσης ότι από έλλειψη χρόνου και μόνον, κι όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο, οπωσδήποτε όχι από υπεροψία, αργώ πολύ να απαντήσω, αρνητικά κυρίως, ή και μερικές φορές δεν απαντώ καθόλου: τι νόημα έχει να πεις σε κάποιον δύο χρόνια αφότου σου εμπιστεύτηκε το κείμενό του ότι δεν ενδιαφέρει για δημοσίευση; Έχει τύχει επίσης να απαντήσω θετικά σε συνεργασίες που δεν είχαν κάτι το ξεχωριστό, από τύψεις και μόνο για την καθυστέρησή μου. Πριν από μερικά χρόνια το φαξ, τώρα πια το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, διευκολύνουν απίστευτα την υποβολή κειμένων στα περιοδικά ― δεν χρειάζεται κανείς να πάει ώς το φωτοτυπείο για αντίγραφα και στο ταχυδρομείο για γραμματόσημα: τα μηχανήματα κάνουν όλη τη δουλειά. Με τον καταιγιστικό ρυθμό που φτάνουν τα κείμενα, είναι ανθρωπίνως αδύνατον ―κι όχι μόνον για κάποιον που έχει άλλον, απαιτητικό βιοπορισμό― να διαβάσει πρώτα, να αξιολογήσει έπειτα και τέλος να απαντήσει με σοβαρότητα και σεβασμό σε όλες τις υποβαλλόμενες συνεργασίες. Αναγνωρίζω ότι κάποιος που υποβάλλει ένα κείμενο προς κρίση δικαιούται να προσδοκά μία απάντηση (εξυπακούεται ότι προσδοκά θετική απάντηση), κι όταν δεν απαντιέται απορεί, δυσαρεστείται, παρεξηγεί. Oμολογώ ότι δεν μπόρεσα να βρω λύση στο ακανθώδες αυτό πρόβλημα. Που παραμένει ως πρόβλημα για όσο διάστημα (είτε από δική μου υπαιτιότητα είτε από έλλειψη ενδιαφέροντος άλλων) το Εντευκτήριο συνεχίζει να είναι ατομικό εγχείρημα.

Το μόνο που μπορώ να πω σε όσους αισθάνονται πως αδικήθηκαν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, είναι μια παραλλαγή φράσης του Νάσου Δετζώρτζη: ο οποίος, σε συνέντευξή του στον Μισέλ Φάις, που δημοσιεύτηκε στο Εντευκτήριο, είπε μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του: O Δετζώρτζης τόσο μπόρεσε! Ε, λοιπόν, ο Κορδομενίδης τόσο μπόρεσε...

Θα ήμουν αχάριστος αν ισχυριζόμουν ότι το Εντευκτήριο στερήθηκε τη δημόσια αναγνώριση. Δόξα τω Θεώ, από το 1990 όταν ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, στην Ελευθεροτυπία (18.7) χαρακτήρισε το Εντευκτήριο «το καλύτερο και σοβαρότερο λογοτεχνικό περιοδικό που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα» και τα αφιερώματά του «πραγματικά και εμπνευσμένα» μέχρι πρόσφατα, που ο Δ.Ν. Μαρωνίτης έγραψε στο Βήμα της Κυριακής (6.11.2005) «Εξακολουθώ να είμαι τακτικός θαμώνας στο διπλό Εντευκτήριο, το καλύτερο στο είδος του», οι έπαινοι και οι δημόσιες θετικές αναφορές δεν έλειψαν. Άλλωστε, ο πρωταθλητισμός δεν ήταν ποτέ επιδίωξη του περιοδικού. Εκείνο που έλειψε και εξακολουθεί να λείπει είναι η σοβαρή και εμπεριστατωμένη κριτική των επιλογών μου, των πράξεων και των παραλείψεων του υποκειμένου μου, μια κριτική οσοδήποτε αυστηρή που θα βοηθούσε να γίνει σαφές πώς αντιμετωπίζεται το περιοδικό, πώς παραλαμβάνονται από το ενήμερο και ειδικευμένο κοινό οι προτάσεις του, να συνειδητοποιηθούν τα λάθη και οι αστοχίες. [...] [Σημείωση 2014: Το 2009 το Εντευκτήριο τιμήθηκε, από κοινού με τον κερκυραϊκό Πόρφυρα, με το κρατικό βραβείο λογοτεχνικού περιοδικού.]


Αλλά, ας είμαι δίκαιος: Η έκδοση ενός περιοδικού δεν έχει μόνο πίκρες, προβλήματα, στεναχώριες και απογοητεύσεις ― αλλιώς θα μου άξιζαν, μεταξύ άλλων, χαρακτηρισμοί από την περιοχή της ψυχοπαθολογίας. Μου φαίνεται τίμιο να αναγνωρίσω πόσο ωφελήθηκα ο ίδιος από την εμπειρία του Εντευκτηρίου, πόσους ανθρώπους γνώρισα ουσιαστικότερα κι από πόσους ευεργετήθηκα, τιμώμενος με την εμπιστοσύνη της συνεργασίας τους αλλά και της αναγνωριστικής τους εμμονής.

Το περιοδικό μπαίνει στον 21ο [σημείωση 2014: ήδη στον 27οχρόνο της έκδοσής του με απαισιόδοξη εργατικότητα. Παρότι το σημερινό κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον δεν ευνοεί εγχειρήματα όπως αυτό του Εντευκτηρίου, σχεδιάζονται ήδη τα τεύχη του 2008. Oι Εκδόσεις Εντευκτηρίου, αν και σε προσωρινή αναστολή, αριθμούν 35 τίτλους. Ακόμη, λειτουργεί για έκτο κατά σειρά χρόνο το «Underground Εντευκτήριο», ένας πολυδάπανος χώρος εκδηλώσεων - μίνι πολιτιστικό κέντρο, με διοργανώσεις υψηλού επιπέδου, και με ελεύθερη είσοδο όχι μόνο για τους συνδρομητές του και τους συνεργάτες του αλλά για κάθε ενδιαφερόμενο. Ετοιμάζεται η ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο. Και προσπαθεί να είναι πάντα ένα επίκαιρο περιοδικό γενικής παιδείας και πνευματικού προβληματισμού, με επιλογές που να αντέχουν στον χρόνο. O στόχος είναι φιλόδοξος. Και το όλο εγχείρημα στην κρίση σας.

[σημείωση 2014: Οι Εκδόσεις Εντευκτηρίου αριθμούν ήδη περί τους 45 τίτλους· μέχρι το τέλος του 2014 θα κυκλοφορήσουν ακόμη δύο τίτλοι. Το Underground Εντευκτήριο, που υπολειτούργησε τα δύο τελευταία χρόνια, θα ξανανοίξει ―ελπίζω― στις αρχές του 2015.
Περισσότερα για το Underground Εντευκτήριο μπορείτε να διαβάσετε εδώ: http://entefktirio.blogspot.gr/2014/03/underground-21.html]



Το Underground Εντευκτήριο επάνω εν αδρανεία 
και κάτω εν... δράσει


Μάιος 2007: Η Κική Δημουλά διαβάζει ποιήματά της
σε ειδική εκδήλωση για τα 20χρονα του Εντευκτηρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: