25.9.20

Περί ευτυχιοκρατίας


 
γράφει ο Τέλλος Φίλης


Σ’ αυτό το βιβλίο βρήκα όλες τις απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν τολμούσα να κάνω τόσους μήνες στον εαυτό μου. Ουσιαστικά, η ανάγνωσή του δημιούργησε μία "συνθήκη σχέσης" σχεδόν σαν μια ερωτική ιστορία, όταν διαπιστώνεις ότι ο σύντροφός σου είναι αυτός που σου απαντά σε ό,τι δεν ρωτάς, είτε από ανασφάλεια, είτε από μιά άγουρη ακόμη οικειότητα, είτε από έναν ανομολόγητο υπαρξιακό φόβο γι’ αυτό που εσύ ήδη είσαι, αλλά με τεχνάσματα ακόμη αποκρύπτεις ακόμη κι από τον ίδιο σου τον εαυτό.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, ενώ ουσιαστικά αποτελεί μία κοινωνιολογική μελέτη, λειτουργεί περισσότερο σαν άτυπη ψυχαναλυτική συνεδρία 300 σελίδων, όπου το τελικό συμπέρασμα είναι ότι "δεν είσαι τρελός" ― τουλάχιστον αν σκέφτεσαι και ιεραρχείς τα "θέματά" σου όπως εγώ.

Έτσι ακριβώς λειτούργησε σε μένα λοιπόν, που ο εγκλεισμός, τα νέα της πανδημίας, οι ανομολόγητοι φόβοι κι οι εμμονές φίλων και γνωστών, με την ταυτόχρονη επίδειξη μιας ευημερίας ακατανόητα επιφανειακής σε μένα, στα κοινωνικά δίκτυα, είχαν φτάσει να μου προξενούν διάφορες υπαρξιακές εκρήξεις του τύπου: "ποιος είμαι εγώ, ποιος είναι ο κόσμος".

Οι συγγραφείς με εξαιρετικά γλαφυρό και ευκολοδιάβαστο λόγο με βοήθησαν να εξηγήσω πολλά από τα παράξενα που ένιωθα να συμβαίνουν, να σταθούν αφορμή να ξανασκεφτώ αυτή την επιμονή "ότι δεν τρέχει και τίποτε, όλα είναι περαστικά" των κοινωνικών δικτύων, ειδικά από νεαρότερες ηλικίες, ή "χτίσε κοινωνικό προφίλ σαν να είσαι πίτσα κι όχι άνθρωπος με ψυχολογικές διακυμάνσεις".

Από την άλλη βεβαίως είναι κι ένα απολύτως κατατοπιστικό εγχειρίδιο που σου εξηγεί γιατί το ζητούμενο δεν είναι η πάση θυσία ευτυχία, αλλά πως η γνώση, η σκληρή κι ανελέητη αυτογνωσία, είναι ο μόνος επαναστατικός ηθικός προορισμός, αν θέλουμε να πούμε ότι κάποια στιγμή "ζήσαμε" και δεν είμαστε από χρόνια ήδη "νεκροί". 



Edgar Cabanas, Eva Illouz

Ευτυχιοκρατία

Πώς η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας

Μετάφραση: Βασιλική Πέτσα

Αθήνα, Πόλις 2020

352 σελ.



16.9.20

Δίπλα σου


γράφει ο Θάνος Λουμπρούκος


Εκείνο το βλέμμα του
εκείνο το βλέμμα του δεν
θα το ξεχάσεις ποτέ.
Ευθυτενής και σίγουρος
κοίταζε τη ρίζα της ελιάς
και το καψαλισμένο πεύκο.
Τις σηκωμένες πλάκες
από το πεζοδρόμιο.
Κι εσύ άκουγες το “Πέραμα”
με τη Βίκυ Μοσχολιού
και σκεφτόσουν πόσο πολύ εκείνος
έμοιαζε του Ξέρξη.
Πόσο μόνη η ζωή του
στο άδειο παράθυρο 
που εκείνος στεκόταν.
Και βρήκες κοινά στοιχεία.
Κάπου βρήκες τη Βίκυ Μοσχολιού
μέσα στους τόσους Πέρσες.
Εκείνος ατένιζε τη ζωή που δεν
περνούσε από μπρος του
με ακίνητα τα μάτια του.
Το βαθύ του βλέμμα το σίγουρο
δεν θα το ξεχάσεις ποτέ.


[ διαβάστε το ποίημα με την παρακάτω ηχητική υπόκρουση ]

 https://www.youtube.com/watch?v=tJUKONveQQ4

14.9.20

Αυτός ο κύριος Μπι




γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου


Αυτός ο κύριος Μπι είναι και εβραίος και γνωστός. Εγώ δεν τον ήξερα. Τον έμαθα το προηγούμενο σαββατοκύριακο στο Συνέδριο Ερευνών και Ευρεσιτεχνιών. Πλήθος μελετητές ανακοίνωναν τα αποτελέσματα των μακροχρόνιων ερευνών τους· παρακολούθησα ενδιαφέρουσες ομιλίες και εντυπωσιάστηκα. Το κακό όμως είναι ότι οι πολλές πληροφορίες με μπέρδεψαν, έχασα τον ειρμό της σκέψης μου και δεν μπορούσα να τις ταξινομήσω. Άρπα-κόλλα σημειώσεις κράτησα· όχι από το συνέδριο αλλά από τον διπλανό μου, θερμό θαυμαστή αναλόγων εκδηλώσεων. Παρόλο που ζήτησα τη βοήθειά του, οι επεξηγήσεις του με μπέρδεψαν περισσότερο αφού ―για να μπω στο πνεύμα γρήγορα, μιας και μου δόθηκε η ευκαιρία― τις σταχυολόγησα όπως όπως.


Παρότι πήγα στο συνέδριο για να σκοτώσω την ώρα μου, το παρακολούθησα ανελλιπώς, πλην όμως το κατανόησα ανεπαρκώς. Αυτό το συνειδητοποίησα εκ των υστέρων, καθόσον δεν ήθελα να το παραδεχθώ, αν και μου το είχε επισημάνει ο διπλανός μου. Καθόμουν λοιπόν στη θέση μου, εντυπωσιασμένος απ’ όσα μάθαινα, και σκεφτόμουν: Για κοίτα, πρώτη φορά ήρθα σε συνέδριο κι αμέσως γνώρισα έναν διάσημο, που είναι και εβραίος και γνωστός, όπως είπε ο συντονιστής. Δηλαδή, δεν γνώρισα τον ίδιο αλλά αυτόν που τον είχε μελετήσει· επειδή δεν συγκράτησα το όνομά του, τον αναφέρω ως Μελετητή. Εδώ πρέπει να σημειώσω πως, καθώς δεν φημίζομαι για τη μνήμη μου, ούτε το όνομα τού διπλανού μου θυμάμαι. Κατάφερα όμως να συγκρατήσω δύο ανακοινώσεις, μιας και είχαν κοινό παρονομαστή τη θάλασσα. Κατά περίεργη σύμπτωση, και οι δύο περιέγραφαν ανακαλύψεις τού κυρίου Μπι. 




Η μία μελέτη υποστήριζε ότι, παρά τον εξανθρωπισμό μας, διατηρούμε συμπεριφορές από τη μακρινή εποχή που ήμασταν ψάρια. Εξηγούσε και επιβεβαίωνε, με απλά λόγια, μία παλιά θεωρία, η οποία έλεγε ότι το ζάρωμα των δακτύλων μέσα στο νερό έχει τις ρίζες του στο εξελικτικό παρελθόν του ανθρώπου, όταν, για να επιβιώσει, έπρεπε να πιάνει με γυμνά χέρια πράγματα μέσα στο νερό δίχως να του γλιστράνε, καθώς επίσης και να στηρίζεται καλύτερα όταν περπατούσε με γυμνά πόδια σε ρηχούς και γλιστερούς βραχώδεις βυθούς.


«Τα αυλάκια που σχηματίζονται στα ακροδάχτυλα λειτουργούν ως κανάλια που διώχνουν μακριά το νερό και επιτρέπουν στο δέρμα να έρχεται σε καλύτερη επαφή με το αντικείμενο» είπε ο Μελετητής και εξήγησε πως το ζάρωμα των δαχτύλων είναι μία αναγκαία λειτουργία, που δεν έχει σχέση με την είσοδο νερού στο δέρμα αλλά συμβαίνει για να δημιουργείται τριβή και να μην ολισθαίνουμε.


«Είναι μία αντίδραση που οφείλεται στη συστολή αιμοφόρων αγγείων κάτω από το δέρμα και ελέγχεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα» μου εξήγησε ο διπλανός μου, κι εγώ το κατάλαβα.


Η δεύτερη ανακοίνωση ανέφερε τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για την επαλήθευση της θεωρίας «Δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή». Ο Μελετητής, παρότι είχε αρχίσει να κουράζεται από την πολύωρη παραμονή του πάνω στο βάθρο, συνέχισε να μιλάει, να μιλάει και να μη σταματάει. Εγώ, παρόλο που αντιλαμβανόμουν τη σημασία τής κάθε φράσης του τη στιγμή που την έλεγε, μόλις άρχιζε τον επόμενο συλλογισμό ξεχνούσα ό,τι είχα καταλάβει μέχρι τότε. Όμως, φαίνεται πως και αρκετοί άλλοι είχαν το ίδιο πρόβλημα με εμένα, αφού άρχιζαν να μιλάνε μεταξύ τους για διευκρινίσεις, αφού δεν επιτρέπονταν οι ερωτήσεις προς τον ομιλητή. Ο Μελετητής εκνευρίστηκε και φώναξε αρκετές φορές «Παρακαλώ, κάνετε ησυχία». Τελικά, ησυχία έγινε, αλλά ο Μελετητής, που ήταν πολύ ταραγμένος, κάποια στιγμή έριξε όλο το βάρος του πάνω στο πόντιουμ, που ήταν γεμάτο από τις σημειώσεις του, αυτό δεν άντεξε, έγειρε και τον πήρε μαζί του· ακριβώς τη στιγμή που εξηγούσε το πείραμα και όλες τις προσπάθειες του κυρίου Μπι να ελαφρύνει τη θάλασσα από το αλάτι της. Έτσι, άρχισε νέα φασαρία, που όλο και μεγάλωνε, διότι  κάποιοι αντιδρούσαν τόσο στη λογική όσο και στην αναγκαιότητα της ανάλυσης. 


«Το ξέρουμε πως δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή» φώναζαν ενδιάμεσα στις παύσεις του, εμποδίζοντας κάθε προσπάθεια τού Μελετητή να συνεχίσει. Ειδικά στο σημείο που ανέλυε τις συνθήκες τής εποχής που ήμασταν όλοι ψάρια. Τότε του επιτέθηκαν, αν και ο Μελετητής είχε εξηγήσει προκαταβολικά πως αυτά δεν τα έλεγε ο ίδιος αφ’ εαυτού του αλλά ο πρόγονός του, ο κύριος Μπι, που είχε κάνει και την έρευνα. Έτσι τον είπε, «πρόγονό» του, και κάποιοι από τους ακροατές δεν μπορούσαν ν’ αποδεχτούν πώς γίνεται μία αμφιλεγόμενη φιγούρα του λόγου, σαν τον Μελετητή, να είναι απόγονος ενός μεγάλου ερευνητή, που ήταν και εβραίος και γνωστός.


 «Αφού δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή, τότε γιατί με τόσο αλάτι τα ψάρια δεν γίνονται παστά;» ρώτησε κάποιος και ακούστηκαν δυνατά γέλια.


«Για τον ίδιο λόγο που δεν μιλούν γαλλικά όσα ψάρια έφαγαν τους Γάλλους θαλασσοπόρους, που πνίγηκαν στις βόρειες θάλασσες» απάντησε ειρωνικά ο Μελετητής, και τότε από το ακροατήριο ακούστηκαν οι έντονες αντιρρήσεις των Γάλλων παρευρισκομένων.


Μέχρι τώρα απέφευγα τις συνελεύσεις και τα συνέδρια γιατί δεν άντεχα τις έντονες συγκινήσεις, τις συνεχείς αντιρρήσεις που μπερδεύουν τον ακροατή, αλλά και το πήγαιν-έλα όλων αυτών που αφήνουν πίσω τους την πόρτα ανοιχτή, αδιαφορώντας αν οι ακατάληπτοι ήχοι τού διαδρόμου φτάνουν στην αίθουσα και αποσυντονίζουν το ακροατήριο. Για παράδειγμα, ετούτη τη φορά έτυχε να συμβούν αλλόκοτες φασαρίες. Όχι πως θα με επηρέαζε αν η θάλασσα ξεπλενόταν από τη βροχή ή αν ξαρμύριζε με τα νερά των ποταμών. Να ξεχαστώ ήθελα και, με ενδιαφέρουσες πληροφορίες, να ενισχύσω τη δραστηριότητα του προμετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου μου, ο οποίος ευθυνόταν για τη συγκέντρωση γεγονότων και συμπεριφορών, που μού προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις. Ήλπιζα πως θα κατάφερνα να στρέψω την προσοχή μου σε άλλα πράγματα ώστε ν’ απαλλαγώ ―επιτέλους― από το άγχος που κυνηγούσε τη ζωή μου. Κάτι σαν άσκηση δηλαδή· μία σύγχρονη ψυχιατρική τεχνική, που είχε σκοπό ν’ αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αισθάνομαι ώστε να ξεφορτωθώ όσα με ενοχλούν.


Επισημαίνω ότι ενδιαφέρομαι για κάθε πρωτοποριακή μέθοδο και, καθόσον οι δύο προαναφερθείσες ανακοινώσεις ήταν αποτέλεσμα πολύχρονων, σημαντικών (αλλά και ασυνήθιστων για την εποχή τους) ερευνών, ένιωσα ιδιαίτερα υπερήφανος επειδή τις παρακολούθησα. Επίσης, παρότι οι πληροφορίες τους μου φάνηκαν πολλές, συγκράτησα όσες, εκτός από σημαντικές, ήταν και ευκολονόητες. Μπορώ να πω μάλιστα πως, μετά από αρκετή εκ των υστέρων μελέτη, κατάφερα να κατανοήσω περισσότερα γι’ αυτές. Έτσι, δίπλα στο όνομα του κυρίου Μπι, μετά το «εβραίος και γνωστός», πρόσθεσα και το «κατανοητός», κατατάσσοντάς τον αυτόματα στους πλέον σοφούς ερευνητές της εποχής του. Βέβαια, τον υπαινιγμό του Μελετητή δεν τον πολυκατάλαβα αλλά δεν του έδωσα και ιδιαίτερη σημασία, αφού η απόδειξη ήταν ήδη μπροστά μου: όσες φορές κι αν είχα δοκιμάσει θαλασσινό νερό ήταν αρμυρό. Όπως και να είχε η κατάσταση, εμένα τα ψάρια δεν θα μου άρεσαν, είτε γαλλικά μίλαγαν είτε άλλη γλώσσα. Και δεν θα μου άρεσαν γιατί μυρίζουν ψαρίλα. Αλλά τι να έλεγα;


Τη συζήτηση που ακολούθησε μετά την τελευταία ανακοίνωση δεν την παρακολούθησα μέχρι το τέλος. Όταν άκουσα την αποστομωτική απάντηση τού Μελετητή για τα ψάρια που δεν μιλάνε γαλλικά, σηκώθηκα και έφυγα. Τι άλλο να έκανα; Άλλωστε, οποιαδήποτε κι αν ήταν η συνέχεια στο εν λόγω σκεπτικό, δεν θα μπορούσε ν’ αλλάξει τον τρόπο που αισθάνομαι και αντιδρώ.


Μετά από αρκετόν καιρό και πολλή σκέψη, κατάλαβα γιατί ο κύριος Μπι, που ήταν και εβραίος και γνωστός και κατανοητός –επιμένω–, έπαψε να εμφανίζεται σε διαλέξεις περί των ερευνών του. Ακούστηκε πως, σε κάποιες έρευνες που έκανε στις κρύες βόρειες θάλασσες, έπεσε στο νερό και τον έφαγαν τα ψάρια. Σε καμία περίπτωση δεν θέλω αυτό να θεωρηθεί υπαινιγμός. Άλλωστε, δεν μαθεύτηκε ποτέ αν αυτός ο κύριος Μπι ήτανε Γάλλος.


Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Ζει στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνογραφία-ενδυματολογία. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα.

Αποφοίτησε από το Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημιουργικής Γραφής

του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. 

Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί το βιβλίο της Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες [2017].



11.8.20

Με ελλειπτικότητα και πυκνότητα



του Γιώργου Φράγκου

https://www.philenews.com
[ κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος ]

Κυριάκος Ευθυμίου: «Το κόκκινο άλογο», εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2020.

Μινιατουρίστικα αφηγήματα πλούσιας ανθρωπογεωγραφίας και βαθιάς αισθαντικότητας περιλαμβάνει η τελευταία λογοτεχνική έκδοση του Κυριάκου Ευθυμίου, που κυκλοφόρησε το 2020. Στο τομίδιο περιλήφθηκαν 18 κείμενα μικρής έκτασης που δύσκολα μπορούν να καταταχθούν ειδολογικά κατά τρόπο μονοσήμαντο. Θα έλεγα ότι στην πλειονότητά τους εμπεριέχουν ειδολογικά χαρακτηριστικά διηγήματος, χρονογραφήματος, πεζοτράγουδου ή και πεζόμορφου ποιήματος. Η ελλειπτικότητα, η πυκνότητα, η λιτότητα και το αφαιρετικό στοιχείο που χαρακτηρίζουν τον ποιητικό λόγο του Κ.Ε. θα έλεγα ότι χαρακτηρίζουν και τον πεζογραφικό του λόγο.

Όλα τα αφηγήματα στο βιβλίο, αν και ελαύνονται από «εξωτερικά» γεγονότα και ερεθίσματα, χαρακτηρίζονται για την ουσιαστική εσωτερικότητά τους και την ψυχολογική ανάλυση που τα διακρίνει. Η αυτοαναφορικότητα απαντάται σε εύλογο βαθμό, αλλά την ίδια ώρα τα κεντρίσματα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό ιστό διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο.

Η συλλογή ξεκινά με ένα κείμενο επιστροφής, ελεγείας και προσευχής για όσα χάθηκαν, για όσα βιώθηκαν τραυματικά και για όσα αβέβαια έπονται. «Το κόκκινο άλογο» (σελ. 7) είναι ατμοσφαιρικό, εσωστρεφές και υποβλητικό, όπως η ποίηση του Κ.Ε.

«Ο κλεφτάκος» (σελ. 11) παρουσιάζει και κάποια ηθογραφικά στοιχεία.  Είναι ένα κείμενο τρυφερό, αθώο, εξομολογητικό, συγκινητικό. Πραγματεύεται τη φτώχεια, τη στέρηση, αλλά κυρίως τη συνειδησιακή διαμάχη μεταξύ της ανάγκης και της ηθικής ορθότητας. Τελικά, το «παγκάρι» της ψυχής αποδεικνύεται πιο ισχυρό από το δέλεαρ στο παγκάρι της εκκλησίας.

Η πεζογραφική δεινότητα του Κ.Ε. συνδυάζεται με την ποιητική αφαιρετικότητα, αλλά και με εμβόλιμα στοιχεία υπερρεαλιστικής υπερβατικότητας και αλληγορικών θεωρήσεων. Τα πιο πάνω είναι ευδιάκριτα στο «Η νύφη». (σελ. 14).

«Το καρπούζι» (σελ. 16) είναι ίσως το πιο κλασσικότροπο από τα διηγήματα της συλλογής. Πραγματεύεται τη μετανάστευση των Κυπρίων στην Αγγλία τη δεκαετία του ’50 του περασμένου αιώνα, με τα μάτια μιας παιδούλας. Πρόκειται για αφήγημα κοινωνικών προδιαγραφών, διανθισμένο και με πικρό χιούμορ.

Θα χαρακτήριζα το «Αν κι εγώ ξέρω τι θέλω» (σελ. 20) διήγημα-μονόλογο υπαρξιακών αναζητήσεων, απλό αλλά ουδόλως απλοϊκό. Πρόκειται για μια μικρή φιλοσοφική σπουδή πάνω στην αρχαιοελληνική ρήση: «Μη προτρεχέτω η γλώττα της διανοίας».

Αιφνιδιαστικά τρυφερό, συγκινητικό και ωραίο είναι το «Η Παναγιά» (σελ. 23). Στα πλείστα αυτά μηνιατουρίστικα αφηγήματα του Κ.Ε. συμπλέουν η παιδική αθωότητα με την ευαισθησία, την τρυφερότητα και τη συγκινησιακή φόρτιση. Και στο συγκεκριμένο κείμενο όλα αυτά καταγράφονται ή υποδηλούνται σε σχέση με την πρώτη εμπειρία-ίσως και μη εμπειρία για την ακρίβεια – ενός αγοριού με ιερόδουλη.

Το «Άγγελος» (σελ. 25) είναι η ιστορία μιας καρκινοπαθούς που αντιπαλεύει το θηρίο της ασθένειάς της με το όραμα της καλοσύνης και της διδασκαλίας. Βαθιά ουμανιστικά μηνύματα, δοσμένα με απλότητα, λιτότητα και αμεσότητα.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις, συνήθως βασανιστικές και αμφίρροπες, απασχολούν έντονα το συγγραφέα. Π.χ. στο «Συγνώμη» (σελ. 27) θεματοποιούνται οι ενοχές που προκαλεί μια εξωσυζυγική σχέση, όχι μόνο προς τον/την σύζυγο, αλλά και προς το υποκείμενο του πόθου, του εραστή ή της ερωμένης.

Γενικά, όλη η συλλογή συνιστά μιας μορφής πινελιές σε ανθρώπινα πορτρέτα. Στο «Ταγμένος» (σελ.30) ο Κ.Ε. διαπομπεύει και χλευάζει με χιούμορ, τον αριβισμό, τον καριερισμό, τον τυχοδιωκτισμό-καιροσκοπισμό και την χρησιμοθηρία.

Τα πλείστα αφηγήματα του Κ.Ε. είναι πρωτοπρόσωποι μονόλογοι, ευθείς, λιτοί και ευσύνοπτοι. Π.χ. το «Συνέβη αυτό που θα σας πω» (σελ. 33) είναι ένα παραλήρημα ψυχολογικής πνοής, φαντάρου στη σκοπιά του.

Στα περισσότερα διηγήματά του ο συγγραφέας-αφηγητής υποδύεται διάφορους ρόλους, συνήθως περιθωριακούς ή αμελητέους, ποτέ κεντρικούς ή ιδιαιτέρως σημαντικούς. Στο «Ο προδότης» (σελ. 36) από τις πολύ καλές στιγμές του βιβλίου, καταγράφει την τραγικότητα και την ψυχολογική συντριβή ενός προδότη του αγώνα της ΕΟΚΑ, δεκαετίες μετά, που ψάχνει εναγωνίως μια αγκαλιά για να αφήσει την τελευταία του πνοή.

Στο «Παραμύθι» (σελ. 41) ο συγγραφέας μάλλον υμνολογεί την παιδική αθωότητα, την αγνότητα της ψυχής των παιδιών. Το θεματικά παραπλήσιο επόμενο αφήγημα «Προσευχή» (σελ. 44) είναι ένας σπαραχτικός μονόλογος και συνάμα ένα δριμύ κατηγορητήριο ενός 7χρονου παιδιού που έχασε τη μητέρα του από καρκίνο. Ένα κείμενο απλό, πέρα για πέρα αληθινό και άμεσο.

Ακόμη και μικρά ενσταντανέ διάρκειας κάποιων λεπτών ή και δευτερολέπτων μπορούν να γίνουν αφηγήματα. Αυτό συμβαίνει με το «Μικρό πουλί». (σελ. 47)

Συχνά ο συγγραφέας θεματοποιεί τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων μέσα στο αστικό, κοινωνικό τοπίο. Το «Ο άνθρωπος που έβλεπε τους άλλους να περνούν» (σελ. 49) αναφέρεται σε δύο αδέλφια με περιουσιακές διαφορές που δεν μιλούν μεταξύ τους. Μια συνήθης, κοινότυπη ιστορία που δια χειρός του συγγραφέα αποκτά τόση τρυφερότητα. Και βεβαίως ταυτόχρονα περικλείει και τόσο πόνο.

Το χιούμορ, ιδίως το πικρό, διαδραματίζει το δικό του ρόλο στη συλλογή. Π.χ. στο «Ο μοναχός» (σελ. 52) διακωμωδείται με χιούμορ, τρυφερότητα και τακτ, η ιστορία ενός μοναχού που είναι έτοιμος να υποκύψει και να ενδώσει στα κελεύσματα της σάρκας.
«Το πρώτο φιλί» (σελ. 54) είναι ένα ποιητικά ελλειπτικό πεζογράφημα. Εδώ παρουσιάζονται ανάγλυφα ο συναισθηματικός κόσμος και η κοσμογονία που συντελείται στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Παρελαύνουν ανάμεικτα ενώπιον του αναγνώστη η δειλία, η ντροπαλότητα, η ευφορία, η άγρια ομορφιά, αλλά ακόμη και η έξαλλη χαρά που διεγείρονται με μιας σε τέτοιες συναισθηματικές καταστάσεις.

Το στερνό αφήγημα της συλλογής τιτλοφορείται «Τελευταία σελίδα» (σελ. 56) και είναι ένα υπαρξιακής πνοής αφήγημα για τη ζωή και το πώς αυτή μπορεί να τελευτήσει. Δηλαδή ο συγγραφέας ολοκληρώνει το βιβλίο του όπως ακριβώς το ξεκίνησε, με εσωτερικότητα, ψυχισμό και φιλοσοφική διάθεση.

Συνολικά, πιστεύω ότι πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια που αξίζει να τύχει της προσοχής του αναγνωστικού κοινού, τόσο για την αισθητική τέρψη που προσφέρει, όσο και για τα βαθιά ουμανιστικά μηνύματα που εμπερικλείει.

[Σημείωση του Εντευκτηρίου: Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί και το βιβλίο του Κυριάκου Ευθυμίου Κυρτός αλατοπώλης.
Περισσότερα για το βιβλίο εδώ.]


10.8.20

Ο φόβος του τέλους, του οποιουδήποτε τέλους



της Μαρίας Στασινοπούλου
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

πηγή: https://www.efsyn.gr  [Εφημερίδα των Συντακτών / Ανοιχτό Βιβλίο], 8 Αυγούστου 2020

Ενα κείμενο που σε αδράχνει γοητευτικά από την πρώτη στιγμή είναι η νουβέλα Γυμνός του Χρήστου Χρηστίδη – υποδειγματική τυποτεχνικά έκδοση του Εντευκτηρίου. Πρόκειται για μια επώδυνη περιδιάβαση σε χώρα «αχαρτογράφητη»· για μία άλλη κάθοδο στον Αδη, στο μεταίχμιο της ύπαρξης και της ανυπαρξίας: «το σάβανο από το σπάργανο απέχει μια ανάσα».

Ξεκινώ από τον χωρίς άρθρο τίτλο, Γυμνός, που γενικεύει την ιδιότητα, δεν μιλά δηλαδή για έναν συγκεκριμένο γυμνό. Ενστικτωδώς, το μυαλό μου πήγε στον Ιώβ – όχι άστοχα, όπως διαπίστωσα στη συνέχεια: «Αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί∙ ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο»∙ (σε ελεύθερη μετάφραση: «Γυμνός απ’ την κοιλιά βγήκα της μάνας μου, γυμνός και θα γυρίσω πίσω στη μάνα γη. Ο Κύριος όλα τα ’δωσε, ο Κύριος και τα πήρε πίσω»).1

Ας ακολουθήσουμε τον μίτο της αφήγησης. Ενα παράξενο ζευγάρι, ο πρόσφατα χειρουργημένος με μερική αφαίρεση εντέρου ηλικιωμένος ασθενής (που επιπλέον υποφέρει και από άσθμα), στο καροτσάκι, και ο συνοδός του, επιβάτες αεροπλάνου, βρίσκονται, εξαιτίας της αναγκαστικής προσγείωσής του, σε μια πόλη-χώρα περίεργη, εφιαλτική, και παγιδεύονται σ’ έναν παράλογο λαβύρινθο. Μία πόλη σαν στημένο, από κάποιον παρανοϊκό σκηνοθέτη, σκηνικό, όπου έχουν νεκρώσει τα πάντα, άλλοτε από γενική απεργία και άλλοτε από καραντίνα, και όπου κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν. Δεν υπάρχει έλεγχος, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις, δεν υπάρχει τίποτα. Μια γενική ανατροπή του χώρου και του χρόνου, στην πραγματικότητα και στη φαντασία. Μια δυστοπική επικράτεια, μια πόλη όπου κυριαρχεί από τη μια η ανεξέλεγκτη ελευθερία και από την άλλη η άρνηση παντοδύναμη. Σιγά σιγά φαίνεται να επιστρέφουν όλα στην κατάφαση. Η απροσδιοριστία του δραματικού χωροχρόνου κύριο γνώρισμα στο θέατρο του παραλόγου.

Στην περιπλάνησή τους, για να βρουν κατάλυμα ή φαγητό, οι δυο ταξιδιώτες συναντούν διάφορα μη συνηθισμένα πρόσωπα-απομεινάρια στην πόλη του αφανισμού και διαλέγονται μαζί τους. Τα πρόσωπα αυτά μνημονεύονται με κάποια ιδιότητα προσδιοριστική, όπως: «Ο γέρος με την γκρίζα στολή και τα ρόδινα μάτια», «η γριά με τα παγωμένα δάκρυα», «ο άνδρας με τις πολύχρωμες σκιές», «ο θεόρατος αστυνομικός με τα πουλιά» κ.ά.

Σε κάθε άνθρωπο που συναντούν, ή στα διάφορα σημεία όπου βρίσκονται οι δυο άνδρες, ο ανάπηρος κάνει συνειρμικές αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα της προηγούμενης ζωής του, τα οποία και αφηγείται. Ετσι, θυμάται, για παράδειγμα: έναν αλμπίνο συμμαθητή του∙ τον παχύσαρκο ιερωμένο θείο του με τα παραδείσια πτηνά∙ τον ψυχίατρο στον οποίο τον πήγαιναν οι γονείς του∙ τον αδύναμο εαυτό του παιδί∙ τον ενήλικο εαυτό του τρόφιμο των νοσοκομείων, βυθισμένον στη μελαγχολία. «Αυτή η κοιλάδα είναι βάλτος αναμνήσεων και νοσταλγίας», λέει.



Ολα συμβαίνουν σ’ ένα κίτρινο θαμπό φως, σε κίτρινη ομίχλη, με κίτρινες σκιές, συχνά με την υπόκρουση της βροχής ή την ταραχή του κατακλυσμού, σε κλίμα που ανακαλεί αδιέξοδα του Κάφκα ή ασύμβατα του Μπέκετ. Παντού καιροφυλακτεί το κενό, ένα κάποιο κενό, άβυσσος κάποτε, όπου ο αδύναμος άνθρωπος βολοδέρνει ανάμεσα στο παράλογο και στο ακατανόητο.

Ενα τραύμα, μια ενοχή κινεί τον διχασμένο σε δυο πρόσωπα άνθρωπο: τον ανάπηρο και αυτόν που σέρνει το καροτσάκι. Στο τελευταίο κεφάλαιο οι ρόλοι ταυτίζονται και αποκαλύπτεται το διχαστικό παιχνίδι, τους όρους του οποίου υπαγορεύει ο χρόνος και η υπαρξιακή αγωνία. Κομβικό πρόσωπο στην αφήγηση η τρίχρονη δίδυμη αδελφή του ανάπηρου, η Τάτα, που αυτοπυροβολήθηκε –μπορεί και όχι– και η μεταξύ τους ύποπτη σχέση. Το μυστικό καλά κρατεί.

Με το κατακτημένο εξαρχής ύφος του, ο Χρηστίδης χρησιμοποιεί δεξιοτεχνικά τη γλώσσα για τη γλώσσα αλλά και τη γλώσσα για την αφήγηση. Ευγένεια γραφής ακόμη και όταν κάνει πιπεράτες περιγραφές. Φράσεις περίτεχνες και απροσδόκητες: «οι έωλες προσδοκίες», «ο χρόνος που τραυλίζει». Λεπτομέρειες εντυπωσιακές στην περιγραφή της φύσης, των προσώπων, των χώρων, ακόμη και των ημιπολύτιμων λίθων. Μιλά για τα ρούχα των ηρώων του, σαν να είναι ενδυματολόγος, και για το εσωτερικό των σπιτιών, σαν να είναι σκηνογράφος. Τα τζάμια και οι καθρέφτες, που επιστρέφουν είδωλα, αγαπημένη καταφυγή του συγγραφέα.


[κλικάρετε πάνω στην εικόνα, για να μεγαλώσει]


Οπως και στο πρώτο του βιβλίο, Ο αναποδογεννημένος, το θέμα του Χρηστίδη είναι ο χρόνος, η φθορά και ο θάνατος. Σπουδή θανάτου έχουμε κι εδώ. Ενθυμούμενος μία γραμματέα στη δουλειά του, ο ανάπηρος λέει: «Η μελαγχολία τη δυνάστευε. Ακόμη και στους πιο βαθείς οργασμούς της, δεν είχε τη χαρά της κορύφωσης αλλά τη θλίψη του τέλους» γι’ αυτό κατέφευγε σε ποικίλα χάπια, «χάπια για τον πόνο, χάπια για τον φόβο, χάπια για την απελπισία, χάπια για να κατευνάσουν τον τρόμο της για το τέλος των πραγμάτων. Τη φόβιζε το τέλος, το οποιοδήποτε τέλος».
1. Παλαιά Διαθήκη, Ιώβ, Κεφ. Α', 21-22.


3.8.20

Συγγραφείς, προβάλετε τα βιβλία σας στο υπό έκδοση τεύχος 120-121 του Εντευκτηρίου

Για τους συγγραφείς που ενδιαφέρονται να προβάλουν τα βιβλία τους μέσω του νέου, υπό έκδοση του Εντευκτηρίου (Νο 120-121), προσφέρεται χώρος μισής σελίδας (Π 11,5 εκατ. x Υ 9,5 εκατ.) στην προνομιακή τιμή των 50 ευρώ.
Οι ενδιαφερόμενοι ας στείλουν μήνυμα στο entefkti@otenet.gr



Το τεύχος θα κυκλοφορήσει στις 27 Αυγούστου και θα παραμείνει στα βιβλιοπωλεία έως τις 13 Οκτωβρίου 2020.



Κώστας Λαλές [ Συλλογή Σωτήρη Φέλιου ]


                  Κώστας Λαλές: Χωρίς τίτλο. 2014-2015. Γύψος, σίδερο, ξύλο, 164 x 42 x 22 εκ.                


Η Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, στο πλαίσιο των μηνιαίων αφιέρωμάτων της σε έναν καλλιτέχνη από τη Συλλογή, απευθύνθηκε στον Κώστα Λαλέ για να μοιραστεί μαζί με το κοινό τα ερεθίσματα της δημιουργίας του τον τελευταίο καιρό.

Συνεργάτες της Συλλογής επισκέφθηκαν τον εικαστικό καλλιτέχνη στο ατελιέ του, και εκείνος τους μίλησε για την καθημερινότητα και τις συνήθειές του. Ακολουθήστε τη Συλλογή στα Facebook και Instagram για να δείτε αυτή τη συνάντηση!

Η Συλλογή συνεχίζει να είναι κοντά στο κοινό διαδικτυακά μέσω της ιστοσελίδας μας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης Facebook και Instagram.

12.7.20

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης διαβάζει απόσπασμα από την 24η ραψωδία της «Οδύσσειας» σε δική του μετάφραση



Στην παρουσίαση του ψηφιακού δίσκου «Όμηρος - Ησίοδος. Μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης. Διαβάζουν: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Φιλαρέτη Κομνηνού» (Εκδόσεις Εντευκτηρίου & 9,58 fm/ΕΡΤ3), ο Μαρωνίτης διάβασε απόσπασμα από την αδημοσίευτη τότε μετάφρασή του της 24ης ραψωδίας της «Οδύσσειας». Η εκδήλωση (η πρώτη που έγινε στο Underground Εντευκτήριο πριν ακόμη από τα "επίσημα" εγκαίνια του χώρου) πραγματοποιήθηκε στις 15.12.2001.

[Διατίθενται ακόμη μερικά αντίτυπα αυτού του ψηφιακού δίσκου, που αποστέλλεται με αντικαταβολή 15,00 ευρώ ― περιλαμβάνονται έξοδα συσκευασίας & αντικαταβολής. Πληροφορίες - παραγγελίες: entefkti@otenet.gr]

2.7.20

Εντευκτήριο Νο 119 (2020)




Στον 33o χρόνο


ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
Σελίδες για την Όλγκα Τοκάρτσουκ, ποίηση και πεζογραφία, άρθρα, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, ζωγραφική, φωτογραφικό ένθετο

Τχ. 119 [Φεβρουάριος 2020], 160 σελ., τιμή 10,00 ευρώ

[ το τεύχος θα παραμείνει στα βιβλίοπωλεία μέχρι τα μέσα Ιουνίου ]


ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΓΚΑ ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ
«Ο χρόνος όλων των ταξιδιωτών είναι πολλοί χρόνοι σε έναν, ολόκληρο πλήθος. Είναι χρόνος νησιών, χρόνος στα αρχιπελάγη της τάξης μέσα σε έναν ωκεανό χάους, είναι χρόνος παραγόμενος από τα ρολόγια των σταθμών, παντού διαφορετικός — πρόκειται για χρόνο κανονισμένο, για έναν χρόνο μεσημβρινό, που κανείς δεν παίρνει ιδιαιτέρως στα σοβαρά. Σε ένα αεροπλάνο εν πτήσει οι ώρες εξαφανίζονται, η ανατολή έρχεται με ταχύτητα αστραπής και πίσω της τρέχουν το μεσημέρι και το βράδυ. Ο αγχώδης χρόνος των μεγαλουπόλεων όπου φτάνει κανείς για λίγο μόνο για να βρεθεί αιχμάλωτος μιας βραδιάς, και από την άλλη ο οκνηρός χρόνος των ακατοίκητων πεδιάδων που βλέπει κανείς από το αεροπλάνο. Πιστεύω επίσης πως η οικουμένη χωράει κάπου μέσα, στις εγκεφαλικές έλικες, στην επίφυση, σου κάθεται στον λαιμό αυτή η υδρόγειος. Εδώ που τα λέμε, μπορεί να βήξεις και να τη βγάλεις». Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σπονδυλωτό αφήγημα της Ολγκα Τοκάρτσουκ «Πλάνητες», που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα ελληνικά (σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Δ. Ιωαννίδου), τμήματα του οποίου περιλαμβάνονται στις 34 σελίδες που αφιερώνει το νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» στη βραβευμένη με το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2018 Πολωνή συγγραφέα. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμη την ομιλία της κατά την τελετή απονομής του βραβείου (μετ.: Γιώργος Θεοχάρης), καθώς και ένα κείμενο του Σουηδού συγγραφέα Γιαν Χένρικ Σβαν, ο οποίος την πρωτομετέφρασε από τα πολωνικά στα σουηδικά πριν από είκοσι ολόκληρα χρόνια.




ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ - ΔΟΚΙΜΙΟ

Στο ίδιο τεύχος, ποίηση των Γιώργου Βέλτσου, Βάκη Λοϊζίδη, Γιάννη Δούκα, Θανάση Μαρκόπουλου, Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, Γιάννη Σαρηγιαννίδη, Αλέξιου Σαββάκη, Σταμάτη Ντώνια, Δημήτριου Κρούκη, και πεζά  των Θεόδωρου Γρηγοριάδη, Διαμαντή Αξιώτη, Δημήτρη Μίγγα, Μαρίας Στασινοπούλου, Χασάν Καϊλή, Γιάννη Πάσχου, Γιώργου Παπαδημητρίου.
«Ένας μυθιστοριογράφος χρειάζεται τη γραφομηχανή του, ένας ποιητής όμως μπορεί να γράψει οποτεδήποτε, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Μερικές φορές γράφω το ποίημα στο μυαλό μου ενώ βρίσκομαι, για παράδειγμα, στο λεωφορείο ή περπατάω στον δρόμο. O ρυθμός των βημάτων με βοηθά στην κα­τασκευή των στίχων. Έπειτα, αμέσως μόλις επιστρέψω στο σπίτι, το κατα­γράφω. Για πολύ καιρό, όταν ήμουν νέος, έγραφα τις νύχτες. Είναι πιο ήσυχα, πιο ήρεμα. Αλλά, το να γράφεις τη νύχτα μεγεθύνει τη μοναξιά του συγ­γραφέα. Τώρα πια γράφω πολύ νωρίς το πρωί και το απόγευμα. Προσφέρει πραγματικά ευχαρίστηση να τελειώνεις τη σελίδα όταν πέφτει η νύχτα.» Λόγια του Μεξικανού ποιητή και πεζογράφου Οκτάβιο Πας (επίσης τιμημένου με Νομπέλ Λογοτεχνίας) σε συνέντευξή του στον Άλφρεντ Μακ  Άνταμ, αποσπάσματα της οποίας (μετ.: Άκης Παραφέλας) επίσης περιλαμβάνει το τρέχον τεύχος του «Εντευκτηρίου».
Σε άλλες σελίδες, ο Χρήστος Καββαδάς αφηγείται την ιστορία δύο “ιδιωτικών” αναγνώσεων ραψωδιών της «Οδύσσειας» από τον μεταφραστή τους, Δ. Ν. Μαρωνίτη, ενώ ο Τάκης Σπετσιώτης αποκαλύπτει «κρυμμένα ονόματα» στα πεζά του Κώστα Ταχτσή.
Στο «Απουσιολόγιο», ο Δημήτρης Αθηνάκης “ξεπροβοδίζει” την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης μνημονεύει τον «τυπογράφο του πολιτισμού» Γιάννη Μουγκό.

Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν έργα της Φωτεινής Χαμιδιελή.




ΚΡΙΤΙΚΗ
               
Τις κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους υπογράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ (Δήμητρας Λουκά: Κόμπο τον κόμπο)· Μαρία Στασινοπούλου (Γιώργου Συμπάρδη: Αδέλφια)· Λίνα Πανταλέων (Μάρως Δούκα: Πύλη εισόδου και Ηλία Μαγκλίνη: Είμαι όσα έχω ξεχάσει)· Αθηνά Αθανασίου (Μάριου Χατζηπροκοπίου: Τοπικοί τροπικοί)· Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος (Κώστα Πλαστήρα: O παράλληλος χρόνος των άλλων)· Κλεοπάτρα Λυμπέρη (Γιώργου Βέη: Ινδικοπλεύστης)· Βαρβάρα Ρούσσου (Γιώργου Γωνιανάκη: Τι είπε το ποτάμι)· Χρύσα Βλάχου (Γιάννη Στεφανάκη: O κόσμος των πραγμάτων)· Χρύσα Φάντη (Αρχοντούλας Διαβάτη: Κινητή γιορτή)· Βασίλης Γ. Χατζηβασιλείου (Κυριαζή Πιτιλάκη: Inventio).
Στην τακτική στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», ο Βασίλης Αμανατίδης γράφει για βιβλία της Κλαρίσε Λισπέκτορ και της Αγαθής Δημητρούκα αλλά και για ένα cd της Nalyssa Green, ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζει πρόσφατες εκδόσεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ 
             
Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Κυριάκου Συφιλτζόγλου (υπό τον γενικό τίτλο «Αλωνιστικός φακός»), για τα οποία ο ίδιος παρατηρεί: «Εν κινήσει με τραίνα, εν κινήσει με λεωφορεία, σε Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία. Εν κινήσει ο φακός, ο αμφιβληστροειδής πίσω από το τζάμι. Έξω ακίνητο τοπίο, κυρίως χωράφια σε κάθε εποχή. Κυρίως γραμμές και χρώμα. Κυρίως μια ομοιοκαταληξία, μέσα-έξω, το βλέμμα. Κυρίως γεωμετρία, καμβάς, αόρατο πινέλο εκεί που δεν φαντάζονται οι άλλοι ― ερήμην. Με λίγα λόγια: ανθρώπινος μόχθος, σπορά, λίπασμα, ποτιστικά, αλωνιστικές μηχανές, όργωμα και ξανά από την αρχή. Βιοπορισμός για ζωτικές ανάγκες και καθημερινή αγωνία ― δύσκολα χωρά η τέχνη. Όχι απασχόληση αλλά εργασία. Αυτοί τη δουλειά τους, δεν υποψιάζονται ― η κόρη του ματιού τη δική της δουλειά. […]»




Της ύλης του τεύχους προτάσσεται, δίκην εκδοτικού σημειώματος, το κείμενο του διευθυντή του «Εντευκτηρίου», Γιώργου Κορδομενίδη. «Προδρομική – προφητική κριτική του Ντίνου Χριστιανόπουλου για το βιβλίο της “Σωτηρούλας” (2019), που χρησιμοποιεί στον τίτλο το ονοματώνυμό του». Η δημοσίευση περιλαμβάνει χειρόγραφη, αδημοσίευτη επιστολή του Χριστιανόπουλου, που χρονολογείται το 1990.


30.6.20

Από το ενθάδε στο επέκεινα



της Λίνας Πανταλέων

πηγή: Καθημερινή (28.6.2020)


Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η


«Δυστυχώς, για όλους υπάρ­χει σπίτι σε αυτήν την πό­λη». Δύο άνδρες βρίσκο­νται παρατημένοι, εξαιτίας μιας αναποδιάς, σε μια αδιανόητη χώρα. Ο ένας, μεσήλικας, εξοργίζεται με την απρόσμενη εξορία, ενώ ο άλλος, βαριά άρρωστος, ψυχομαχεί σε ένα αναπηρικό καρότσι. Περιδιαβαίνοντας στην πόλη συνομι­λούν με περίεργους τύπους, που επιτείνουν τον οικιστικό παραλο­γισμό. Έρημες λεωφόροι, τσιμεντένια κτίρια, αφώτιστες είσοδοι πολυκατοικιών, βουβά παράθυ­ρα, όλα κενά από σημάνσεις, βυ­θισμένα σε ωχρή ομίχλη. Το πιο παράξενο είναι πως οι γηγενείς ή οι μέτοικοι της ζοφερής πολιτείας επιμένουν πως οι δύο ξένοι έχουν και αυτοί σπίτι στην πόλη.
Ύστερα από τον αξιοπρόσεκτο Αναποδογεννημένο (Εκδόσεις Εντευκτη­ρίου, 2016), ο Χρήστος Χρηστίδης επανεμφανίζεται με μία ιλαρή περιήγηση σε μια νεκρόπολη. Οι συνδηλώσεις του θανάτου είναι διάσπαρτες στην αφήγηση, ενώ τα διαλογικά μέρη υπονοούν ότι οι δύο ξένοι πορεύονται προς την τελευταία τους κατοικία. Άκρως αλλόκοτοι οι αυτόκλητοι νεκροπομποί. Ένας τούς πληροφορεί πως έχουν φτάσει σε τερματικό σταθμό απ’ όπου δεν γίνονται πλέον αναχωρήσεις. Άλλος τους προειδοποιεί πως θα ήταν καλύ­τερο να μη βρουν το σπίτι τους. Ένας άλλος τους λέει απερίφρα­στα: «Εδώ, είμα­στε όλοι νεκροί!», προσθέτοντας στη δυσοίωνη δή­λωση: «Το σπίτι σας είναι ο τάφος σας». Ένα κορι­τσάκι που παίζει με ένα περίστρο­φο, υποδηλώνοντας έτσι την αι­τία του θανάτου του, λέει στους δύο άνδρες πως εκεί όλοι μένουν μόνοι και κανένας δεν φεύγει. «Δεν υπάρχει μετά». «Γιατί έμεινε μό­νο το πριν».

Σε αυτό το «πριν» περιηγούνται οι δύο άνδρες, που στην ουσία εί­ναι ένας, διχοτομημένος ανάμεσα στο ενθάδε και στο επέκεινα. Πιο κοντά στο τέλος, ο ηλικιωμένος ανακαλύπτει στις ιστορίες των κα­τοίκων δικές του μνήμες, αλγεινά στιγμιότυπα, που αχνοφέγγουν στα έγκατα του νου. Ο ετοιμοθάνατος καταλαβαίνει πως η γεύση του χώματος είναι διαφορετική από στόμα σε στόμα. Εκείνος ο άλλος κόσμος, όπου περιπλανιό­ταν, επιζούσε μέσα του. Ηταν μία κοιλάδα νοσταλγίας. Οι συνειρμοί, που αναρριπίζουν στη συνείδησή του οι παράφρονες συνομιλίες, αποτελούν τα πιο συγκινητικά κομ­μάτια του βιβλί­ου. Ο Χρηστίδης συλλογίζεται πως «ο φόβος του θα­νάτου γεννά λυ­τρωτικό γέλιο». Επίλογος των σπαρταριστών διαλόγων είναι ο ρόγχος του ηλικι­ωμένου, απ' όπου αναβλύζουν εικόνες άγριας οδύνης. Συναρπάζει, λόγου χάριν, η ιστορία της γυναίκας που έπασχε από μελαγχολία για το τέλος των πραγμάτων. Ο ηλικιωμένος θυ­μόταν τα αναφιλητά της και την ακατάπαυστη προσπάθειά του να την παρηγορεί, λέγοντάς της ιστορίες δίχως τελείες.
Η παρενδυσία του μακάβριου σε ασύδοτη κωμικότητα θυμίζει την αιρετική γραφή του Σάκη Σερέφα. Μέσα από την περιπλάνηση του δισυπόστατου ήρωα σε μία γι­γάντια οστεοθήκη, ο Χρηστίδης ακολουθεί μια ανάστροφη πορεία, από το εκεί στο κάποτε. Έτσι, από τον νεκροθάλαμο καταλήγει στο λίκνο, γιατί «το σάβανο από το σπάργανο απέχει μια ανάσα». Ο άρρωστος άνδρας ανακαλύπτει στην τελευταία του κατοικία το πρώτο του σπίτι, το παιδικό του δωμάτιο. Εκεί μέσα τον παραμο­νεύει το πρωταρχικό τραύμα, το οποίο η μνήμη, λίγο προτού γί­νει λήθη, περιθάλπει, διαμοιράζοντάς το σε αστείες εξιστορή­σεις τεθνεώτων, κατοίκων μιας αμέριμνης χώρας.


[ πατήστε με τον κέρσορα πάνω στην εικόνα, για να μεγαλώσει ]

Εντυπωσιάζει η απλότητα με την οποία ο Χρηστίδης χτίζει ένα δαιδαλώδες πολεοδομικό συγκρό­τημα θανάτου. Τίποτα δεν δείχνει εξεζητημένο. Ούτε η κωμωδία ού­τε το δράμα. Η γραφή δεν αδη­μονεί για το ξάφνιασμα. Ο ήρωας κατευθύνεται στον τάφο του ακούγοντας τους νεκρούς να γε­λούν. Εκεί πέρα τελειώνουν όλα, «οι απαντήσεις, οι ερωτήσεις, οι λέξεις, ακόμα και οι σιωπές». Η αφήγηση απαλλάσσεται βαθμιαία από χαρά και λύπη, για να εκπνεύσει στην τελευταία σελίδα σε ένα αμετανόητο ερωτηματικό.

Χρήστος Χρηστίδης
Γυμνός: Νουβέλα
Θεσσαλονίκη
Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2020
154 σελ.

12.6.20

Χρήστος Χρηστίδης: Γυμνός



Μόλις κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου

Χρήστος Χρηστίδης
Γυμνός: Νουβέλα
Θεσσαλονίκη
Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2020
160 σ.
ISBN 978-960-7568-63-2
Τιμή: 11,00 (περιλαμβάνεται ΦΠΑ)

Μετά την αναγκαστική προσγείωση του αεροπλάνου τους, δύο επιβάτες βρίσκονται σε μια αχαρτογράφητη χώρα και εκεί τους ρουφάει, σχεδόν τους καταπίνει, μια αλλόκοτη, λαβυρινθώδης, φασματική πόλη, όπου συναντούν πρόσωπα άγνωστα αλλά και ταυτόχρονα οικεία.
Μία νουβέλα που διασταυρώνει παραμιλητό με στιχομυθία, φάρσα με ζόφο, ασθματικό με μακροπερίοδο λόγο, καθώς η αγωνία της πλοκής διολισθαίνει στην αγωνία της ύπαρξης.


Ο Χρήστος Χρηστίδης γεννήθηκε το 1953 και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής Αθηνών, σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου. Το 2016 εξέδωσε το αφήγημα Αναποδογεννημένος.


Διαβάστε τις πρώτες σελίδες του Γυμνού εδώ: https://issuu.com/christos_christidis/docs/gymnos-apospasma

Διαβάστε κριτικές για τον Αναποδογεννημένο εδώ: https://issuu.com/christos_christidis/docs/anapodogennimenos-kritikes