6.10.12

Οι τελευταίες ημέρες του Τολστόι

πηγή: http://www.examiner.gr

Ο Λέων Τολστόι (9 Σεπτεμβρίου  1828 - 20 Νοεμβρίου 1910), ο συγγραφέας των «Άννα Καρένινα», «Πόλεμος και ειρήνη» πέθανε το 1910 από πνευμονία,  σε ηλικία 82 ετών. Από τα τελευταία χρόνια αλλά και από τις τελευταίες ημέρες της ζωής του έχουν καταγραφεί και κάποιες εικόνες σε βίντεο.




Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από τη σειρά ντοκιμαντέρ του BBC «Civilisation: A Personal View by Kenneth Clark» (1969).


5.10.12

[H ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ ΚΑΙ Η ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ]

της Δανάης Χατζόγλου

πηγή: www.parallaximag.gr



Ο εκφασισμός της κοινωνίας με πονά περισσότερο από την οικονομική χρεοκοπία. Ο εθνικισμός με αρρωσταίνει. Νιώθω και είμαι Ελληνίδα, αλλά απεχθάνομαι τις πατρίδες και τη βία που σκόρπισαν οι πατρίδες στους αιώνες, σε κάθε ήπειρο, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, με κάθε θρησκεία. Μπορεί μια ταινία να ανάψει φωτιές στο μουσουλμανικό κόσμο; Ναι, μπορούν να μας στοιχειώσουν ξανά η μισαλλοδοξία, η διφορούμενη έννοια της πατρίδας και τα λάβαρα κάθε τυφλής πίστης. Σημαία, μαύρη στολή, μαύρα γυαλιά, μαντήλες, κουκούλες, να μη φαίνεται το μίσος. Η γελοιότητα του καθαρού αίματος ακόμα και τώρα που ξέρουμε. Η γελοιότητα του μοναδικού πεπρωμένου. Οι ρυθμιστές του θανάτου. Η πορνογραφία περιλαμβάνει κακοποιήσεις όλο και μικρότερων παιδιών, μηνών, ημερών. Τρομάζει η σκέψη, το ξέρω, όπως ξέρω ότι είναι βαθιά νυχτωμένος όποιος δεν συνδέει τις κακοποιήσεις με τις μορφές εξουσίας.

ΟΙ ΕΞΩ
Οι Γερμανοί πάνω από όλα θέλουν να είναι οι ρυθμιστές, ακόμα και όταν όλα δείχνουν ότι δεν πάει άλλο. Το σωστό νούμερο είναι πάνω από την ουσία. Το νούμερο του θανάτου. Οι πολιτισμένοι τεχνοκράτες τύπου Βαν Ρομπάι, Όλι Ρεν, Λουκά Παπαδήμου, μιλούν μέσα από τα δόντια, σε χαμηλούς τόνους, άρρυθμα. Το σωστό νούμερο. Τεχνοκράτες δίχως άλλα προσόντα πέρα από το σωστό νούμερο. Ο πολιτισμένος πόλεμος δοκιμάζεται πάνω μας. Δοκιμάζεται η πολιτική και η ιδεολογική αντοχή ενός λαού που μέσα σε μια νύχτα έχασε σχεδόν τα πάντα, μαζί και το μέλλον του. Το σωστό νούμερο. Η ιστορία του φασισμού είναι μια αναζήτηση του σωστού νούμερου παντού. Στα νούμερα του θανάτου των Άλλων, των Διαφορετικών. Ποια Δημοκρατία μπορεί στηριχθεί στο σωστό νούμερο, όταν η ουσία της δημοκρατίας είναι η διαλεκτική, η προσέγγιση, οι κοινωνικοί παράγοντες που κινούν την Ιστορία; Είμαι χαμένη από χέρι; Ποια διαλεκτική και ποιοι κοινωνικοί παράγοντες; Τι να κάνουμε. Αν υπάρχουν νέες πολιτικές προτάσεις είμαι έτοιμη να τις ακούσω.

Τι περιμένω; Ακόμα πιο δαιδαλώδη Γραφειοκρατία και μεσαιωνικό Αυταρχισμό με πολλά πρόσωπα. Η «λελογισμένη, έννομη βία ενός κράτους-εταιρείας» είναι πολύ κοντά.
Δεν είναι νέα όπλα, αλλά σε έναν ακήρυχτο πόλεμο δεν ξέρεις τί να περιμένεις. Στην Αφρική, πάντα στην Αφρική, στο Λίκνο της Ζωής, σκοτώνονται και σήμερα οι πάντα απολίτιστοι μαύροι, στα ορυχεία λευκόχρυσου, από άντρες με μαύρες στολές, κλειστά μαύρα κράνη, μαύρα όπλα και POLICE με άσπρα γράμματα. Αφρικανοί αστυνομικοί ή λευκοί μισθοφόροι εταιρειών με μεσαιωνικά δικαιώματα; Τα νούμερα είναι σωστά, ακόμα και αν πεθάνει το 20% των μαύρων δούλων στα ορυχεία. Τα κράτη – εταιρείες. Τα σωστά νούμερα της Τρόικας και του Ζαν Κλοντ Γιούνγκερ, που δηλώνει, με τον σωστό λόγο, μέσα από τα δόντια και σε χαμηλούς τόνους, ότι η Ελλάδα δεν θα φύγει από την Ευρωζώνη γιατί δεν μπορεί να υπολογιστεί η ζημιά. Και τότε ματώνει η καρδιά της Μέρκελ. Μήπως είμαστε κι εμείς κάποιου είδους Λίκνο που δε χωρά πουθενά στα σωστά νούμερα;

ΟΙ ΜΕΣΑ
Πώς αρχίζει ο εκφασισμός μιας κοινωνίας; Ποια μικρά και μεγάλα ζητήματα τον τρέφουν καθημερινά; Από τη συμβολική χειρονομία του ετοιμοθάνατου πρωθυπουργού Αντρέα Παπανδρέου προς την αεροσυνοδό Δήμητρα έως την «καλτσοδέτα» της βουλευτίνας των σοσιαλιστών Εύας και το χαστούκι του φασίστα στη Λιάνα Κανέλη, δεν υπάρχει, στη δική μου ανάλυση, μεγάλη διαφορά στο μήνυμα. Οι ελληνάρες, με τις ακαλλιέργητες περιουσίες και τα φαύλα πάθη των τραγουδιών τους. Η φαυλότητα και οι φαύλοι που επανεκλέγονται πάντα. Τα Μαζικά Μέσα και το «αυτά θέλει ο λαός». Καμιά έρευνα δεν μας έδειξε ποτέ τι ακριβώς θέλουν οι λαοί. Αλλά εμείς θέλαμε, οπωσδήποτε, τους Κωστόπουλους, τους Αναστασιάδηδες, τους Τριανταφυλλόπουλους, τους Τράγκες, τις Τατιάνες, τις Βάνες και δε συμμαζεύεται. Ο εκφασισμός στη σχέση των φύλων είναι πάντα σταθερός δείκτης της κοινωνίας που ζούμε.

Πόσο αντέχει ένας λαός που ψάχνει ακόμα την ταυτότητά του, ανάμεσα σε Έλληνες και ελληνάρες, ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ανάμεσα σε Καλό και Κακό Εθνικισμό; Και τί απαντήσεις περιμένουμε, αν τα ερωτήματα δεν είναι τα καίρια, τα ειλικρινή, τα επώδυνα για όλους;

Η φαυλότητα και η μισαλλοδοξία έρπει από την Κρήτη μέχρι τη Θράκη εδώ και πολλά χρόνια. Τις βολεύαμε και τις χαϊδεύαμε σαν το ποδόσφαιρο, με 16 εφημερίδες.

Ο φασίστας παίρνει τώρα τη γιαγιά από το χέρι και την περνά απέναντι και κάποιοι λένε στη γιαγιά να μην τον αφήνει να την περνάει απέναντι γιατί είναι κακός ο νέος, ο συγκεκριμένος, ο φασίστας. Αλλά ο φασίστας την αφήνει με χαμόγελο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μη φοβάσαι γιαγιούλα, της ψιθυρίζει, δε θα αφήσουμε κανένα να σου κόψει τη σύνταξη, οι άλλοι είναι οι κακοί.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ 2012: ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ


Δυναμικό και εντυπωσιακό, τόσο για το πολυάριθμο κοινό όσο και για τους συμμετέχοντες, έκανε η Λογοτεχνική Σκηνή, ο νέος άξονας που προστέθηκε φέτος στους ήδη υπάρχοντες (για τη μουσική και τα εικαστικά) του «Παρά θίν’ αλός», του ανήσυχου φεστιβάλ του Δήμου Καλαμαριάς που ήδη συμπλήρωσε 22 χρόνια ζωής. Ας σημειωθεί ότι πρόκειται για το πρώτο λογοτεχνικό φεστιβάλ που οργανώνεται στην Ελλάδα από δημόσιο φορέα, και μάλιστα από έναν μεγάλο πλην περιφερειακό Δήμο του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.


Η φετινή, πρώτη διοργάνωση, καθώς συνέπεσε με τα 100 χρόνια από την ένταξη της Θεσσαλονίκης στο νεοελληνικό κράτος, αφιερώθηκε στην εισφορά των ποιητών και των πεζογράφων της στο ‘σώμα’ της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, και παρουσίασε ένα συνοπτικό όσο και αντιπροσωπευτικό πανόραμα της τοπικής λογοτεχνικής παραγωγής από το 1912 μέχρι τώρα, συνδυάζοντας σύντομες εισηγήσεις από ειδικούς επιστήμονες και μελετητές, προβολές βίντεο αρχείου και σύγχρονων πολυθεαμάτων με συγγραφείς που δεν ζουν πια ενώ διαβάζουν κείμενά τους ή μιλούν οι ίδιοι για το έργο τους, ανάγνωση ποίησης και πεζογραφίας από σημερινούς λογοτέχνες, καθώς και ζωντανή μουσική.

Μιλώντας για την περίοδο από 1912 μέχρι το 1931, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος αναφέρθηκε στα πιο αξιόλογα βιβλία ποίησης, πεζογραφίας, θεάτρου, δοκιμίου, τις μεταφράσεις και τα λογοτεχνικά περιοδικά που εκδόθηκαν στο διάστημα αυτό, και τόνισε ότι η 20ετία αυτή, αν και δεν αποτελεί μια κάποια αιχμή στη λογοτεχνική παραγωγή της πρώτης 100ετίας της νεοελληνικής Θεσσαλονίκης, πρόσθεσε μερικά σημαντικά στοιχεία στο ‘άνοιγμα’ της λογοτεχνίας, η οποία μερικές δεκαετίες αργότερα διέπρεψε στον χώρο της Θεσσαλονίκης.
Βίντεο με την ομιλία του Ντίνου Χριστιανόπουλου εδώ: http://www.livemedia.gr/video/28656


Στην εισήγησή του για την περίοδο 1932-1945, o Aλέξης Ζήρας επέμεινε μεταξύ άλλων στο πρώτο πραγματικά αξιόλογο περιοδικό από το 1912 και μετά, τις περίφημες Μακεδονικές Ημέρες. Και τόνισε πως την ιδιαίτερη προβολή του ρόλου του περιοδικού αυτού στα λογοτεχνικά πράγματα της Θεσσαλονίκης, μετά το 1932, τη συναντούμε σε όλες γενικώς τις Iστορίες των ελληνικών γραμμάτων του 20ού αιώνα. Αλλά επιμέρους και σε όλες τις σπουδές της λογοτεχνίας που ασχολήθηκαν με ποιητές και πεζογράφους που έζησαν και δημιούργησαν στην πόλη. Είναι ένα εμβληματικό, κομβικό σημείο. `Ισως όχι γιατί η Θεσσαλονίκη πριν το ’32 ήταν μια λογοτεχνική έρημος, όπως καθ' υπερβολήν έγραψε ο Γιώργος Βαφόπουλος, ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του περιοδικού. Αλλά μάλλον γιατί οι Μακεδονικές Ημέρες υπήρξαν, τουλάχιστον στην πρώτη εκδοτική τους περίοδο, ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ένας πόλος συγκέντρωσης των γονιμότερων δυνάμεων που διέθετε στα χρόνια του μεσοπολέμου η πόλη και που ενμέρει έμεναν ώς τότε σκόρπιες και ασυντόνιστες.
Βίντεο με την ομιλία του Αλέξη Ζήρα εδώ: http://www.livemedia.gr/video/28657


Παίρνοντας τη σκυτάλη, ο Δημήτρης Κόκορης αναφέρθηκε στο πιο σημαντικό (και όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη) περιοδικό της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας (1946-1955), τον Κοχλία, ένα αξιόλογο και αντιπροσωπευτικό δείγμα καλλιτεχνικής νεωτερικότητας, που υπηρέτησε τον μοντερνισμό και την τεχνοτροπική εξέλιξη χωρίς να αποκόπτει τους δεσμούς με την παράδοση. Την ίδια περίοδο, εμφανίστηκαν νέοι αξιόλογοι πεζογράφοι (Αλαβέρας, Βασιλικός, Κιτσόπουλος, Ιωάννου) και ποιητές (Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης, Στογιαννίδης, Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου), ενώ εδραίωσαν τη θέση τους παλαιότεροι λογοτέχνες (Πεντζίκης, Βαρβιτσιώτης, Καρέλλη, Θέμελης κ.ά.).
Βίντεο με την ομιλία του Δημήτρη Κόκορη εδώ: http://www.livemedia.gr/video/28713

Με τη σειρά της, η Βενετία Αποστολίδου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στα χρόνια 1956-1970 συνυπήρξαν και δημιούργησαν τρεις (ή τέσσερις, αν συμπεριλάβουμε και τους μεσοπολεμικούς, που ολοκλήρωναν το έργο τους) γενιές λογοτεχνών: η α΄ μεταπολεμική, η β΄μεταπολεμική, ενώ έκανε τα πρώτα της βήματα η γενιά του ’70. Η περίοδος αυτή υπήρξε περίοδος ιδιαίτερης ακμής της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης, καθώς οι λογοτέχνες που ζούσαν στην πόλη θα έλεγε κανείς πως ήταν από τους βασικούς διαμορφωτές της φυσιογνωμίας της α΄ και της  β΄ μεταπολεμικής γενιάς. Η α΄ βρέθηκε στην ωριμότερη και παραγωγικότερη στιγμή της ενώ η β΄ (Μπακόλας, Ιωάννου, Χριστιανόπουλος, Μάρκογλου, Μέσκος, Ευαγγέλου, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Νικηφόρου, Καζαντζής) διήνυε τον πρώτο δημιουργικό της κύκλο, καταθέτοντας το ιδιαίτερο βιωματικό της στίγμα.  Ταυτόχρονα, ιδρύθηκαν και άκμασαν περιοδικά (Κριτική, Διαγώνιος) που έγραψαν ιστορία στον νεοελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό Τύπο. 
Βίντεο με την ομιλία της Βενετίας Αποστολίδου εδώ: http://www.livemedia.gr/video/28714

Η δεκαετία του 1970  αποδείχθηκε ιδιαίτερα γόνιμη και δημιουργική για τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης τόσο αναφορικά με τους παλαιότερους πεζογράφους και ποιητές όσο και με τους νεότερους, αυτούς που κατά βάση αποτέλεσαν τη γενιά του ’70, υπογράμμισε ο Θανάσης Μαρκόπουλος. Στα χρόνια αυτά συνέχισαν να είναι ενεργοί οι μεσοπολεμικοί πεζογράφοι των Μακεδονικών Ημερών και οι μεταπολεμικοί συγγραφείς της πρώτης γενιάς, ενώ οι περισσότεροι της δεύτερης διευκρίνισαν τώρα σαφέστερα το πρόσωπό τους. Το καινούριο στοιχείο όμως αποτέλεσαν οι ποιητές της γενιάς του ’70, οι οποίοι εμφανίστηκαν μέσα από τα περιοδικά Ausblicke και Τραμ. Το τελευταίο, μοντέρνο ποιητικά, γραφιστικά και τυπογραφικά, κατάφερε να συγκεντρώσει στις σελίδες του, ιδίως στη δεύτερη περίοδο, τις νέες δυνάμεις της Θεσσαλονίκης αλλά και της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα αγκάλιασε και όλες τις προηγούμενες γενιές των δύο πόλεων.
Βίντεο με την ομιλία του Θανάση Μαρκόπουλου εδώ:

Τέλος, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου αναφέρθηκε στην πεζογραφική και την ποιητική παραγωγή της Θεσσαλονίκης από το 1974 μέχρι τις ημέρες μας, σημειώνοντας πως τόσο οι πεζογράφοι (μοντερνιστές, μεταμοντέρνοι και ρεαλιστές) όσο και οι ποιητές (από τη γενιά του 1970 μέχρι και τους εκπροσώπους της νέας γενιάς) έχουν επιτύχει ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτα αποτελέσματα, χωρίς όμως το έργο τους να διατηρεί πλέον οποιοδήποτε τοπικό στοιχείο: η σύγχρονη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης παρακολουθεί τις γενικότερες τάσεις της εποχής της και εντάσσεται στα ρεύματα που διαμορφώνονται σε πανελλήνιο επίπεδο.
Βίντεο με την ομιλία του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου εδώ:

Βίντεο-ντοκουμέντα και μεικτά οπτικοακουστικά αρχεία:
Στέλιος Ξεφλούδας - Γ. Θ. Βαφόπουλος - Ν. Γ. Πεντζίκης - Ζωή Καρέλλη:
Μανόλης Αναγνωστάκης: http://www.youtube.com/watch?v=2esa3WPZCgY&feature=youtu.be

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: http://www.youtube.com/watch?v=j-lv1FW6LLM&feature=youtu.be
Ανέστης Ευαγγέλου: http://www.youtube.com/watch?v=6Ns-AcKpnBc&feature=youtu.be

Στη διάρκεια του λογοτεχνικού αυτού τριημέρου, διάβασαν δημοσιευμένα ήδη αλλά και ανέκδοτα κείμενά τους 34 ποιητές και πεζογράφοι, από εκπροσώπους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς μέχρι της νεότατης.
Γιάννης Καρατζόγλου: http://www.livemedia.gr/video/28661
Μαρία Κουγιουμτζή: http://www.livemedia.gr/video/28662
Γιώργος Αλισάνογλου: http://www.livemedia.gr/video/28663
Βικτωρία Καπλάνη: http://www.livemedia.gr/video/28664
Κούλα Αδαλόγλου: http://www.livemedia.gr/video/28665
Χλόη Κουτσουμπέλη: http://www.livemedia.gr/video/28666
Στέλιος Λουκάς: http://www.livemedia.gr/video/28667
Απόστολος Λυκεσάς: http://www.livemedia.gr/video/28668
Μαρία Καρδάτου: http://www.livemedia.gr/video/28669
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: http://www.livemedia.gr/video/28673
Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου: http://www.livemedia.gr/video/28770
Κατερίνα Καριζώνη: http://www.livemedia.gr/video/28671

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου: http://www.livemedia.gr/video/28719
Πρόδρομος Μάρκογλου: http://www.livemedia.gr/video/28720
Μάρκος Μέσκος (διαβάζει ο ηθοποιός Δημήτρης Ναζίρης): 
Τόλης Νικηφόρου: http://www.livemedia.gr/video/28723
Ρούλα Αλαβέρα: http://www.livemedia.gr/video/28724

Δημήτρης Λεοντζάκος: http://www.livemedia.gr/video/28730
Περικλής Σφυρίδης: http://www.livemedia.gr/video/28731
Δημήτρης Δημητριάδης: http://www.youtube.com/watch?v=BJKpIEh8wlc&feature=youtu.be
Κώστας Πλαστήρας: http://www.livemedia.gr/video/28733
Αλεξάνδρα Δεληγιώργη: http://www.livemedia.gr/video/28734
Πάνος Θεοδωρίδης: http://www.livemedia.gr/video/28735
Μανόλης Ξεξάκης: http://www.livemedia.gr/video/28736
Δημήτρης Μίγγας: http://www.livemedia.gr/video/28737
Αλεξάνδρα Μπακονίκα: http://www.livemedia.gr/video/28802
Θωμάς Κοροβίνης: http://www.livemedia.gr/video/28803
Γιώργος Σκαμπαρδώνης: http://www.livemedia.gr/video/28804
Σταύρος Ζαφειρίου: http://www.livemedia.gr/video/28806
Ισίδωρος Ζουργός: http://www.livemedia.gr/video/28814
Σοφία Νικολαΐδου: http://www.livemedia.gr/video/28808
Έλσα Κορνέτη: http://www.livemedia.gr/video/28809
Βασίλης Αμανατίδης: http://www.livemedia.gr/video/28810
Θανάσης Τριαρίδης: http://www.livemedia.gr/video/28811 
Δήμητρα Κατιώνη: http://www.livemedia.gr/video/28812

Τη Λογοτεχνική Σκηνή οργάνωσε και παρουσίασε ο Γιώργος Κορδομενίδης, διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Εντευκτήριο. 
Δείτε το προλόγισμά του εδώ: http://www.livemedia.gr/video/28653
Τον χαιρετισμό του δημοτικού συμβούλου Δήμου Καλαμαριάς, εντεταλμένου για θέματα πολιτισμού, Νίκου Ζαχαριάδη, εδώ: http://www.livemedia.gr/video/28654
Την ομιλία του Δημάρχου Καλαμαριάς, Θεοδόση Μπακογλίδη, εδώ: 


4.10.12

Ο Επίσκοπος της Λαοδικείας

της Έφης Γιαννοπούλου

πηγή: http://artfullyonsaturday.wordpress.com




Και στο νου έρχονται τα λόγια του ευαγγελιστή, όταν, στην Αποκάλυψη, απευθύνεται στον Επίσκοπο της Λαοδικείας: «Οίδά σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός· ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου».  Κάποτε βρίσκαμε τον κ. Κουβέλη πληκτικό, σήμερα πλέον ο εμετικός λόγος του τού χαρίζει επάξια τον τίτλο του Επισκόπου της Λαοδικείας.

Επισκεπτόμενος τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, κ. Ν. Δένδια, ο Φώτης Κουβέλης κατά την έξοδο επιδίδεται σε δηλώσεις. Μεταξύ αυτών η φράση: «Η προστασία της ζωής του πολίτη δεν μπορεί να υποκαθίσταται από κανέναν εξωθεσμικό μηχανισμό, ούτε από κείνους οι οποίοι αυτόκλητα αναλαμβάνουν την προστασία της ζωής των ελλήνων πολιτών, αλλά ούτε και από αυτόκλητες (sic!) υπερασπιστές των ξένων πολιτών που βρίσκονται στη χώρα μας». Ορθά ομιλεί ο κ. Κουβέλης, η προστασία της ζωής του πολίτη ούτε πρέπει ούτε μπορεί να υποκαθίσταται από κανέναν εξωθεσμικό μηχανισμό· μόνο που άλλο είναι το ζουμί της δήλωσης: για μια ακόμη φορά εξισώνονται τα «άκρα», φασίστες που μαχαιρώνουν μετανάστες και «αυτόκλητοι υπερασπιστές» των ξένων που… αλήθεια τι ακριβώς κάνουν; Αλληλεγγύη, υπεράσπιση του αδυνάτου, διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, είναι λέξεις εξόριστες πλέον  από το λεξιλόγιο του κ. Κουβέλη, ο οποίος έχει παγιώσει πλέον ένα προσωπικό ιδιόλεκτο, την «κουβελική», μια γλώσσα σωστή, λόγια, στρογγυλεμένη, υπεύθυνη, πιστεύοντας πως παρακάμπτει έτσι ανώδυνα τους σκοπέλους των συγκρούσεων και της πόλωσης. Αντίστοιχα εκφράζεται και για τον εκδημοκρατισμό της Αστυνομίας, μια «συνεχής διαδικασία η οποία ποτέ δεν πρέπει να σταματήσει».

Αρχή τέλους


πηγή: http://vlemma.tumblr.com/

Bug Jack Barron

Xθες η ελληνική τηλεδημοκρατία έζησε μια κορύφωση: ο νυν συγκυβερνών και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τερμάτισε λάιβ, στο Δελτίο των Οκτώ.

Ο λάλος και πάντα αγέρωχος Β. Βενιζέλος γκρεμίστηκε από το θρονί του ιθαγενούς αγά αφρίζοντας στο παράθυρό του σαν δικολάβος των καφενείων της Ευελπίδων.

Το σοκ, που εξαπολύθηκε την άνοιξη του 2010 επί της αμέριμνης και απροετοίμαστης ελληνικής κοινωνίας, ήταν τέτοιας σφοδρότητας και έκτασης που αιφνιδίασε όχι μόνο τους πολίτες αλλά και τους πολιτικούς που οδήγησαν τη χώρα στα μνημόνια ― κι ίσως αυτούς πολύ περισσότερο, δεδομένης της εκ των υστέρων αποδειχθείσας ολιγωρίας και ανικανότητάς τους.

Σύντομα το ντούο Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου, συνοδευόμενο από το υπόλοιπο παρηκμασμένο ΠΑΣΟΚ, έχασε κάθε έλεγχο. Μετά το πρώτο κύμα αποπροσανατολισμού και προπαγάνδας, το πολιτικό σύστημα άρχισε να κλονίζεται και, από το καλοκαίρι του 2011, να καταρρέει.

Η πολιτική (αυτο)εξουδετέρωση του Αντώνη Σαμαρά, διά της εισόδου του στην κυβέρνηση Παπαδήμου και της συνυπογραφής του Μνημονίου ΙΙ, ολοκλήρωσε την αμετάκλητη υπομόνευση των αστικών κομμάτων, όπως εδέσποσαν στις τέσσερις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης.

Την παρακμή του πολιτικού συστήματος διαδέχεται, τώρα πλέον φανερά, η αποσάθρωση των θεσμών και η αποκάλυψη των κρυφών αρμών του συστήματος διαπλοκής και πελατειακής εξαχρείωσης. Το ΔΝΤ και η τρόικα, για τους δικούς τους λόγους, απαιτούν το σπάσιμο των εγχώριων ομάδων-rackets· κι αυτά αμύνονται με κάθε μέσο, ακόμη και επιτιθέμενα στη χώρα, επιχειρώντας πλιάτσικο επί των ερειπίων, όσο μπορούν να δρουν με έναν βαθμό αυτονομίας, σαν τον παλιό καλό καιρό.

Τα αλληλοκαρφώματα, τα συμβόλαια εκτελέσεων, οι ομηρίες, οι messaggeros, η κόπρος που απλώνεται στον δημόσιο βίο, είναι τα βίαια επεισόδια ενός πολέμου βασάλων και φύλαρχων, οι οποίοι νιώθουν βαρύ το χέρι της αυτοκρατορίας και καυτή την ανάσα του πλήθους.

Στα μήντια θα φανούν κι άλλα.

Σιωπηρή συνενοχή ή αντίδραση στον φασισμό;


 τoυ παπα-Δημήτρη Θεοφίλου


πηγή: e-theologia.blogspot.com




«Η τόλμη, η ειλικρίνεια και το νοιάξιμο για τον αδιάκριτα πλησίον,
 μας καθιστούν αυθεντικούς ανθρώπους,
φορείς ελπίδας και πολιτισμού για ένα ξάστερο αύριο»

Θα περίμενε κανείς η «καθεύδουσα και αυτοαπασχολούμενη» ελλαδική εκκλησία να τολμήσει, να ρισκάρει, να διακινδυνεύσει να βρεθεί απέναντι από το σκοτάδι, τον νεοφασισμό και τον νεοναζισμό που εκκολάπτεται ξανά σαν το αυγό του φιδιού, και μας απειλεί ως κοινωνία, ως πολιτισμό, ως δημοκρατία. Σιωπά όμως ενοχικά, όπως έκανε το 1936-1940 με τη φασιστική-ναζιστική μεταξική δικτατορία, αλλά και πολύ πιο πρόσφατα με την αμερικανοκίνητη δικτατορία 1967-1974 των συνταγματαρχών.
Η ιστορία πώς να ξεπλύνει τόση αδιάντροπη ενοχή και συνεργασία; Ακόμη μέχρι σήμερα βγαίνουν νοσταλγοί «δεσποτάδες» (θα ήταν προσβολή για τον επισκοπικό θεσμό να τους ονοματίσουμε αλλιώτικα) και λιβανίζουν ξεδιάντροπα τους βρικόλακες και εμπόρους εθνικοφροσύνης του λαού και των ιερών και οσίων της ιστορίας μας.
Χείλη λοιπόν ερμητικά κλειστά, βρισκόμενα σε ουδέτερη σιωπή, αλλά ουδέτερη σιωπή δεν υπάρχει, παρά μόνο σιωπηρή συνενοχή. Γόνοι, παιδιά και εγγόνια συνεργατών κατακτητών, δοσίλογων και ταγματασφαλιτών σηκώσανε κεφάλι και έχουν άποψη για τα πάντα χρησιμοποιώντας τη δημοκρατία στης οποίας το σώμα έχουν ασελγήσει επανειλημμένως. Πριν αρκετούς αιώνες κάποιοι πρόγονοί μας θα αναφωνούσαν λίγη «ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ».
Ντρέπομαι ειλικρινά ως πολίτης αλλά και ως κληρικός αυτού του τόπου, να ανέχομαι και να συνεχίζω να καλύπτω με τη σιωπή και την ανανδρία μου όλον  αυτόν τον συμφερτό δήθεν αγανακτισμένων φασιστοειδών που επαγγέλλονται μια νέα ναζιστική κοινωνία με «καθαρούς φυλετικά άριους με βάση το DNA»· έτσι αποφάσισα να σπάσω τη σιωπή μου και σε αυτό προσκαλώ και άλλους.
Αν τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα δεν ήταν  τόσο ανατριχιαστικά, ίσως να περιοριζόταν το όλο ζήτημα στον χώρο της ψυχιατρικής, αλλά δυστυχώς η κατάσταση «ξεφεύγει»: εχθές χτύπησαν και τραυμάτισαν κάποιους που είχαν διαφορετική άποψη, σήμερα χτύπησαν γυναίκες-μέλη του Κοινοβουλίου αύριο θα κάνουν πογκρόμ όπου και όποιον στοχοποιήσουν. Είναι μια επικίνδυνη μειοψηφία, θα τους αφήσουμε «αδέσποτους» να μας «υπερασπίζονται» ή να μας «κακοποιούν» ανάλογα με τις αρρωστημένες διαθέσεις τους;
Είμαστε οι πολλοί, ας βάλουμε τα όρια ανοχής και αντοχής, ως συντεταγμένη κοινωνία, ως πολιτισμός, ως θρησκευτικό ή ιδεολογικό «πιστεύω» απέναντι στη βία, στον φασισμό και το σκοτάδι. Λυπάμαι πολύ γιατί τούτες εδώ οι σκέψεις αρθρώνονται από κάποιον χαμηλά στην εκκλησιαστική και κοινωνική ιεραρχία, με οικογένεια και βαριές υποχρεώσεις, και όχι από εκείνους που θα έπρεπε ως πνευματικοί ταγοί να αφήσουν τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα και τις αξόδευτες «ευσεβείς» προθέσεις και να εκτεθούν, να διακριθούν, να τοποθετηθούν, να τολμήσουν, αφήνοντας πίσω Mercedes, μίτρες, αυτοκρατορικούς μανδύες, πατερίτσες και αυτο-ικανοποιητικά κιτς συλλείτουργα που προκαλούν τόσο με τη χλιδή τους όσο και με τον αρχοντοχωριατισμό τους, τον αναξιοπαθούντα αδελφό.
Στο πρόσωπο του καθενός χωριστά και όλων μαζί η Εκκλησία θα έπρεπε να αναγνωρίζει το πρόσωπο του Χριστού. Στον  βαθμό λοιπόν και στην έλλειψη αναγνωρισιμότητας αυτού του ίδιου του Χριστού αναδεικνύεται περίτρανα το ξαστόχισμα του ουρανού και της Βασιλείας Εκείνου που τα έδωσε όλα δίχως να προσδοκά τίποτε.  
Ξέρω πως με τα λόγια τούτα πολλοί ξεβολεύονται και ενοχλούνται, αλλά,  τι να κάνουμε, ο Χριστός και η διδασκαλία του ποτέ δεν υπήρξαν βολικά εργαλεία, στα χέρια τυράννων, δημοκόπων και άπραγων θεατών της ιστορίας.
Αν η σύγχρονη ελλαδική εκκλησία δεν τολμήσει να αναμετρηθεί με τον κακό εαυτό της και δεν ανταποκριθεί με  έμπρακτο και βιωματικό τρόπο (και όχι με αδάπανες φανφάρες από τους άμβωνες)  ―στις ανάγκες των καιρών και του λαού της, που σίγουρα δεν περιορίζονται μόνο σε προσφορά τροφής αλλά σε δόσιμο νοήματος ζωής, με σταυρικό παράδειγμα που δείχνει και μαρτυρά την επερχόμενη φαεσφόρα ανάσταση―  είναι καταδικασμένη τόσο ενδοϊστορικά  όσο και μεταφυσικά σε μη αναγνωρισιμότητα, ως φορέα αληθινού νοήματος της όντως ζωής και κιβωτού της σωτηρίας, από τον μοναδικό Κύριο και Δεσπότη της.

O παπα-Δημήτρης Θεοφίλου είναι εφημέριος στη  Φωκίδα. Είναι έγγαμος, πατέρας 3 παιδιών, Πτυχ. Θεολογίας, Πτυχ. Ψυχολογίας, Μaster Θεολογίας, Πτυχ. βυζαντινής μουσικής.

Κατερίνα Γώγου: Ένα (επίκαιρο) ποίημα


πηγή: www.http://bosko-hippydippy.blogspot.gr (του Αντώνη Μποσκοΐτη)
Το προλογικό σχόλιο και η φωτογραφία της Γώγου από το www.facebook.com/artiria art



Ένα ποίημα της Κατερίνας Γώγου που δημοσιεύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 στο περιοδικό ''Το Κράξιμο'', το οποίο εξέδιδε ''η εκδιδόμενη τραβεστί Πάολα'', όπως αναγραφόταν στο εξώφυλλο του. Διαβάζοντας το κανείς, συνειδητοποιεί πόσο επίκαιρο είναι, με τις εικόνες φρίκης να ωχριούν μπροστά στη ζώσα πραγματικότητα: μια χώρα διαλυμένη με τους φασίστες να τα λένε με Προέδρους της Δημοκρατίας - μαριονέτες, με ιερόδουλες να διαπομπεύονται, με ανθρώπους να αξιολογούνται βάσει της εθνικής καταγωγής τους, με την τρομοκρατία των ΜΜΕ και το νταηλίκι των Ευρωπαίων νταβατζήδων στο ζενίθ τους, με πολλές χιλιάδες ανέργους, με την εσωστρέφεια, την κατάθλιψη και τη μιζέρια ως μόνιμο μενού στο άπλυτο πιάτο του Νεοέλληνα. 


Στο διάολο να πάνε όλοι,
Να μαυρίσει ο ήλιος!
Ο Λόγος Του Θεού ας είναι ο Λόγος Της Κατερίνας:

Λαδερά στο πλαστικό Ακομινάτου
έξω απ' την πόρτα Αύγουστος
άσπρες σαν πανί οι πουτάνες
40 υπό σκιάν 4 η ώρα μεσημέρι.
Ανοίγουνε τα μπούτια μοναχά τους
σαν ψόφια μύδια
γέμισ' ο κόσμος χρωματιστά βρακιά
Πακιστανούς ντετόλ κουτσές ρουφιάνες
κι αδερφές μ' ενέσεις στα βυζιά
γεμάτες καρκινώματα.
Γέμισ' ο δρόμος
ξετιναγμένες σάλπιγκες και πεταμένες μήτρες
τουμπάνιασε η κοιλιά
απ' άχρηστα σπέρματα
- δεν πιάνονται παιδιά εδώ
δεν πιάνεται τίποτα από πουθενά
η Μαγδαληνή και η Βάνου τη γυρίσανε
οι δοσάδες κι ο άγιος της γειτονιάς είναι κολεγιά
πρώτα τα παίρνουνε και μετά σας καρφώνουνε.
Έτσι είναι.
Απλώσατε πουτάνες στο Μεταξουργείο
ντάλα μεσημέρι χωρίς δέντρο - πού
θα σκαλώσετε χωρίς τοίχο - πού'
ρθατε εδώ να ακουμπήσετε
Αγανακτισμένοι Πολίτες
και θρησκευτικοί παράγοντες τα βρήκανε.
Οργανωθήκανε. Αγόρασαν μπιτόνια. Και βενζίνα.
Θα σας καταβρέξουν. Θα σας κάψουνε λέει.
Σα τυφλοπόντικες λέει.
Κλούβες με κωλομπαράδες αστυνομικούς
ματάκηδες ανίκανοι οι Γιατροί των Ηθών
μουνόψειρες κάνουν σουλάτσο τη μέρα στο μυαλό σας
λευκόρροια στον ύπνο οι τσιλιαδόροι - ποιανού
το μέρος παίρνουνε
Εδώ καίμε τις μάγισσες. Γαμάμε τις πουτάνες.
Η αφίσα του Καραμανλή
τα μάτια σας καμιά φωτογραφία
κλωστές από κεντήματα
περούκες καραφλές μελανιασμένες ρόγες
εξώσεις σφίγγουν τα μαλλιά και το λαιμό
δένουνε χέρια και πόδια στα κρεβάτια
εσάς και εμάς μαζί
ο τρόπος κι η ταρίφα αλλάζει
ο τόπος και το όνομα αλλάζει
Στη Λάρισα 40 βαθμοί
εδώ στο σταυρό ο ήλιος.


Στο βίντεο, ένα πορτραίτο της από την εκπομπή «Πρωταγωνιστές» του Σταύρου Θεοδωράκη

Οι Άρι(στ)οι της κοινωνίας μας


πηγή: http://palabourtzi.blogspot.gr


Έφτασε επιτέλους η μεγάλη ώρα και στιγμή που έπεσε στα χέρια μου η πρώτη ανακοίνωση της τοπικής οργάνωσης του μοναδικού αξιόπιστου και πατριωτικού κόμματος της χώρας, του κόμματος βεβαίως βεβαίως της Χρυσής Αυγής.

Το κόμμα που έχει τις λύσεις για όλα μας τα προβλήματα, το κόμμα που μετά λόγου γνώσεως αντιμετωπίζει σθεναρά την προδοσία της χώρας σε όλα τα επίπεδα και τα παραλληλεπίπεδα, με μια ανακοίνωση - φωτιά στο κατεστημένο, έβαλε για άλλη μια φορά τα πράγματα στη θέση τους και έδειξε σε όλους τους νοήμονες πολίτες τον δρόμο της μετανάστευσης... με συγχωρείτε, τον δρόμο του πνεύματος. Το Ναύπλιο είναι περήφανο που ακολουθεί τη μεγάλη εθνική ―και γιατί να μη το πω; εθνικιστική― εξέγερση που συντελείται, και πλέον είμαστε σίγουροι πως, αν γίνει η επανάσταση (μιλάμε πάντα για την εθνική επανάσταση), θα έχουμε ως πόλη περίοπτη θέση στη καρδιά των πατριωτών κρατούντων.

Ας ξεκινήσουμε όμως να αναλύσουμε σπιθαμή προς σπιθαμή τον πυκνό και πολύμορφο λόγο της ανακοίνωσης.

Η ανακοίνωση ξεκινάει με μιά διαπίστωση. Το στρατόπεδο του Ναυπλίου ακούγεται πως θα κλείσει. Ένα στρατόπεδο ιστορικής σημασίας για το έθνος, καθώς εκεί έχουν εκπαιδευτεί χιλιάδες οπλίτες και αξιωματικοί της χώρας. Σε αντίθεση βέβαια με τα υπόλοιπα στρατόπεδα, που δεν είναι ούτε ιστορικής σημασίας ούτε βεβαίως έχουν εκπαιδεύσει τόσο κόσμο. Και για να το λέει ο σοφός εθνικιστής αυτό, έτσι θα είναι.

Για τον νεαρό μαυροφορεμένο εθνικιστή, αυτή η εξέλιξη φαίνεται τελείως φυσιολογική. Είναι κοινώς παραδεκτό πως η εθνική μας άμυνα έχει περιπέσει στα δίκτυα των διεθνών τοκογλύφων και της εγχώριας τρόικας ,που επιθυμούν να κάμψουν το πατριωτικό μας φρόνημα και την εθνική μας αξιοπρέπεια. Και όλοι αυτοί οι σατανάδες της ζωής μας βρήκαν το μικρό και ηρωικό Ναύπλιο, για να του κλείσουν το στρατόπεδο και να φέρουν τα πάνω κάτω στη Εθνική Ιδέα. Προφανώς, πράγμα που δεν γνώριζα μέχρι τη διαφώτιση και καθοδήγηση του εθνικιστή, τόσα χρόνια ήμουνα Έλληνας επειδή στη πόλη μου υπήρχε στρατόπεδο. Αλλά στο μέλλον; Πού δεν θα υπάρχει στρατόπεδο στον δρόμο για το Τολό; Γιατί, όπως λέει και ο ποιητής, «χωρίς Αγροτική Τράπεζα μπορώ να ζήσω σαν Έλληνας, με εργασία στα 18 ευρώ χωρίς σύμβαση μπορώ να ζήσω σαν Έλληνας, με χαρισμένα τα χρέη των ποδοσφαιρικών σωματείων μπορώ να ζήσω σαν Έλληνας, χωρίς στρατόπεδο όμως στη πόλη μου μπορώ να ζήσω σαν Έλληνας;” Και βέβαια όχι, απαντάμε εμείς.

Έπειτα το κείμενο απευθύνεται στον λαό της Αργολίδος και του Ναυπλίου, εμάς, τους αυτόχθονες ιθαγενείς και προκομμένους, που καλούμαστε να λιντσάρουμε τους τοπικούς βουλευτές των δύο κομμάτων που ψήφισαν πρώτα τα μέτρα και τώρα προσποιούνται με δήθεν ερωτήσεις στη Βουλή πως ενδιαφέρονται για μας, για να σώσουν τα ψηφαλάκια τους. Καλή τοποθέτηση και εύστοχη. Αλλά τον Κοδέλα του Σύριζα γιατί δεν τον συμπεριλαμβάνει στους τοπικούς βουλευτές; Επειδή δεν ψήφισε το μνημόνιο ή μήπως επειδή είναι κι αυτός ξυρισμένος;

Ο συγγραφέας συνεχίζει το μεγαλειώδες σκεπτικό του, δίνοντας την αξία που έχει πραγματικά για τον Έλληνα πατριώτη κάθε στρατιωτική μονάδα που, εκτός απο την οικονομική της συνεισφορά (αναλύθηκε στο χθεσινό φύλλο), αποτελεί τη φωλιά που κάθε Άριστος, και μόνο Άριστος, όχι κάνα βούρλο, δέχεται τις Μεγάλες Ιδέες του Γένους, όπως η καλλιόπη, το βίσμα, το σφουγγάρισμα, το γυάλισμα παπουτσιών, η λούφα, ο μπάφος, οι πουτάνες στις εξόδους, το πιτόγυρο, το γαμήσι στους Τούρκους, και η ευγένεια και η μόρφωση όλου ανεξαιρέτως του στρατιωτικού δυναμικού, κυρίως όμως των καραβανάδων. Για τον Έλληνα εθνικιστή επομένως η ύπαρξη του στρατοπέδου μας είναι κεντρικής σημασίας. Στ' αρχίδια του βασικά η Δημόσια Βιβλιοθήκη της πόλης που συντηρείται με δωρεές, τα παρατημένα στη φθορά τους νεοκλασικά κτίρια της παλιάς πόλης, η ανυπαρξία αξιοπρεπούς πνευματικού κέντρου, η μη επέκταση των εργατικών κατοικιών για τα δύσκολα χρόνια που έρχονται, η παντελής έλλειψη πανεπιστημιακού κτιρίου για τους φοιτητές μας, το ετοιμόρροπο Γενικό Λύκειο, η έλλειψη σταθμού λεωφορείων, το ξεχασμένο Μπούρτζι, οι δημόσιες υπηρεσίες που πληρώνουν τρελά νοίκια σε ιδιώτες, το καφέ «Καφενείο» που κλείνει, όπως θα κλείσουν και πολλά άλλα, λόγω της κοινωνικής αναλγησίας των ιδιοκτητών τους, και φυσικά η πώληση του λιμανιού μας και το κλείσιμο του νοσοκομείου μας.

Απο τα παραπάνω ο εθνικιστής ενδιαφέρεται πάνω απ' όλα για το στρατόπεδο. Γι' αυτό πρωτομίλησε στην πόλη του Ναυπλίου. Γι' αυτή τη μαλακία έβγαλε τη πρώτη ανακοίνωση. Αρχικώς, στ΄αρχίδια του για τα υπόλοιπα. Να βλέπει μόνο το χακί και να καβλώνει. Να του σηκώνεται το τσουτσουνάκι. Ο εθνικιστής δεν μοιάζει ούτε με τα "μουνόπανα" των αστικών κομμάτων που μας πίνουν το ελληνικό αίμα και εξυπηρετούν αντεθνικά-σιωνιστικά συμφέροντα ούτε με τον προδότη κουμουνιστοσυμμορίτη που εύχεται να καταργηθεί όλος ο ελληνικός στρατός επειδή ο τυπάκος είναι κομπλεξικός απο τα παλιά και μάλλον μικροτσούτσουνος και πούστης. Άλλες κατηγορίες στον κόσμο δεν υπάρχουνε. Και ο εθνικιστής στέκει μόνος του. Μόνος εναντίον όλων. Ο εθνικιστής ανάμεσα στα δύο μοναδικά σημεία της πολιτικής μας ζωής. Ο εθνικιστής γαμεί και δε. Και σε καλεί να πολεμήσεις μαζί του.

Θα πας;
 
 
Ψηφοφόροι του κόμματος της Χρυσής Αυγής με λογότυπα της φιλειρηνικής και εν τη ναζιστική Γερμανία δημιουργημένης ράτσας  σκύλων ονόματι pit bull, που αποτελεί ένα απο τα αγαπημένα μπλουζάκια του κόμματος

H Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου απαγγέλλει στίχους της (βίντεο-ντοκουμέντο)

πηγή: www.musicpaper.gr



Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου απαγγέλει στίχους της από
το τραγούδι της "Κάποιο τρένο θα περάσει"
το οποίο μελοποίησε ο Μανώλης Χιώτης.


Γιατί, βρε άνθρωπε κουτέ,
δεν φιλοσόφησες ποτέ
στη σύντομη ζωή σου,
παρά κλαις και μαραζώνεις
και το κέφι σου χαλάς.
Κει που πήγαν τόσοι άλλοι,
και μικροί, μα και μεγάλοι,
κάποτε, κάποτε κι εσύ θα πας.

Γιατί, βρε άνθρωπε, γιατί,
να τη θολώνεις τη ζωή
με το πικρό σου κλάμα;
Κάποιο τρένο θα περάσει
απ' τη ζωή μας βιαστικό.
Τη βαλίτσα μας στο χέρι
κι ο Θεός μονάχα ξέρει
πού θα κάνουμε σταθμό.

Εδώ με τον Μανώλη Χιώτη και τη Μαίρη Λίντα



και εδώ με τη Βίκυ Μοσχολιού

2.10.12

Το Μανχάταν κυλάει στις φλέβες της Αθήνας


Tου Νίκου Γ. Ξυδάκη

πηγή: www.kathimerini.gr

Η ταινία Cosmopolis του Ντ. Κρόνενμπεργκ, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ντον ΝτεΛίλλο (εκδ. Εστία), δείχνει μια ημέρα από τη ζωή ενός νεαρού δισεκατομμυριούχου στο Μανχάταν. Ο μεγαπαίκτης των αγορών Ερικ Πάκερ διευθύνει τα ντιλ μέσα από την τεράστια λιμουζίνα του, που αργοκυλάει στους νεοϋορκέζικους δρόμους· μέσα στην απαστράπτουσα hi-tech σαρκοφάγο δέχεται συνεργάτες και συμβούλους και διεξάγει ιδιόρρυθμους διαλόγους για το χρήμα, τον χρόνο, τη ζωή, την ηθική, την ύπαρξη. Η μέρα κυλάει με ιλιγγιώδεις διαλόγους, ενόσω οι δρόμοι κυριεύονται από μια ξέφρενη εξέγερση και οι αγορές νομισμάτων τρέχουν στα μόνιτορ. Η αφήγηση ξεκινάει με αφηρημένο εξπρεσιονισμό του Πόλοκ, κι ένα στίχο του Πολωνού Ζ. Χέρμπερτ: «νομισματική μονάδα έγινε ο αρουραίος»· κορυφώνεται με τη θρησκευτική ζωγραφική αφαίρεση του Ρόθκο.

Το Cosmopolis θα μπορούσε να είναι μια απεικόνιση του Μανχάταν, απόμακρη, ερμητική, άνευ νοήματος για τον Ελληνα θεατή. Δεν είναι. O κόσμος του Ερικ Πάκερ, παγωμένος και υπερταχύς, με μικροτσίπ αντί για αίμα, με αριθμούς αντί για αισθήματα, κόσμος πέραν της ανάγκης, κόσμος υποσχόμενος μέλλον, χωρίς παρόν, αυτός ο κόσμος της παγκόσμιας ροής χρήματος, είναι εξαιρετικά οικείος στους Ελληνες τρόφιμους του Euro-Depression. Διότι η Ελλάδα της Υφεσης είναι η απόληξη της φρενίτιδας του Cosmopolis, η κορύφωσή του: ένα διαρκές μεταίχμιο καταστροφών, μια διαρκής ανατροπή.

Οσα περιγράφονται μέσα στη λιμουζίνα προϋποθέτουν όσα περιγράφονται στις οδομαχίες έξω απ’ αυτήν. Και τα δύο συμβαίνουν στην Ελλάδα, φανερά τουλάχιστον από το 2009: και τα ντιλ και οι οδομαχίες. Το χρήμα, αυτοναφορικό, αυτονομημένο, αποσπασμένο από οποιαδήποτε σύνδεση με υλικότητες, ανάγκες, όρια, συμβολισμούς, όρισε τον βίο πριν από την κρίση με θεοκρατική απολυταρχία. Ηταν ο ζωοδότης και ο λατρευόμενος, ο απόλυτος ηγεμών, ο νοηματοδότης. Το ίδιο απολυταρχικό χρήμα, διά της ελλείψεώς του, ορίζει και πάλι τον χώρο των ανθρώπων, τους κατεστραμμένους βίους τους και τις διαψευσμένες προσδοκίες.

Η Αθήνα είναι το αντεστραμμένο είδωλο του Cosmopolis Μανχάταν: είναι η σπάνις και η στέρηση μετά την πλησμονή, είναι η διάψευση μετά την πληθωρισμένη υπόσχεση και τη φενάκη. Η Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης δείχνει το κενό που περιέχεται στην απαστράπτουσα λιμουζίνα των παγκοσμιοποιημένων ντιλ. Εδώ, στα μελαγχολικά κράσπεδα της οδού Σοφοκλέους έξω από το ταφικό Χρηματιστήριο, στις άδειες βιτρίνες με τα ενοικιαστήρια και τα γκράφιτι, στις σιωπηλές πρασιές των προαστίων, μόνο εδώ, στα Υφεσιακά Πεδία, αποκτούν νόημα τα λόγια της Βίγια Κίνσκι προς τον Ερικ Πάκερ:
«Οι αρχαίοι Ελληνες έχουν έναν όρο. “Χρηματιστικός” (ο ασχολούμενος με τον πορισμό χρημάτων - Πλάτων, Πολιτεία). Εμείς όμως πρέπει να κάνουμε τη λέξη να παρεκκλίνει λιγάκι. Να την προσαρμόσουμε στην τρέχουσα κατάσταση. Γιατί το χρήμα έχει γίνει αυτοσκοπός. Δεν υπάρχει άλλης μορφής τεράστιος πλούτος. Το χρήμα έχει χάσει την ικανότητά του να περιγράφει, όπως την έχασε εδώ και καιρό και η ζωγραφική. Το χρήμα μιλάει στον εαυτό του».

Ιωσήφ Μπρόντσκι: Ποίηση και πεζογραφία


Επιλογή και μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

πηγή: http://bibliotheque.gr



Η διαίρεση της λογοτεχνίας σε ποίηση και πεζογραφία άρχισε με την εμφάνιση της πεζογραφίας, γιατί μόνο στην πεζογραφία αυτό θα μπορούσε να γίνει. Μέχρι σήμερα έχει καθιερωθεί να εξετάζουμε την ποίηση και την πεζογραφία ως ανεξάρτητα, τελείως διαφορετικά πεδία, ή καλύτερα σφαίρες της λογοτεχνίας. Σε κάθε περίπτωση «στίχοι σε πεζό», «η ρυθμική πρόζα» κλπ. μαρτυρούν μάλλον για την ψυχολογία του δανείου, δηλαδή για την πόλωση, παρά για μια ολοκληρωμένη αντίληψη της λογοτεχνίας ως φαινόμενο. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι αυτή η αντίληψη στα πράγματα σε καμία περίπτωση δεν μας έχει επιβληθεί έξωθεν, από την κριτική. Η αντίληψη αυτή, πριν απ’ όλα, είναι καρπός μια συντεχνιακής προσέγγισης της λογοτεχνίας εκ μέρους των ίδιων των λογοτεχνών.



Είναι ξένη ως προς τη φύση της τέχνης η ιδέα της ισότητας, η σκέψη οποιουδήποτε λογοτέχνη είναι ιεραρχική. Σ’ αυτή την ιεραρχία η ποίηση βρίσκεται πάνω από τη λογοτεχνία και ο ποιητής – βασικά – είναι υπεράνω του πεζογράφου. Αυτό συμβαίνει όχι τόσο γιατί η ποίηση είναι αρχαιότερη της πεζογραφίας, όσο γιατί ο περιορισμένος σε μέσα ποιητής μπορεί να κάτσει και να γράψει ένα άρθρο  την ίδια στιγμή, που ο πεζογράφος στην ίδια ακριβώς θέση με πολύ δυσκολία θα μπορούσε να σκεφτεί για το στίχο. Ακόμη και στην περίπτωση που ο πεζογράφος διέθετε όλες εκείνες τις αναγκαίες για τη δημιουργία ενός αξιοπρεπούς κειμένου σε στίχους, ιδιότητες, γνωρίζει άριστα ότι η ποίηση πληρώνεται πολύ χειρότερα και με πολύ πιο αργούς ρυθμούς απ’ ότι η πεζογραφία.

Με μικρές εξαιρέσεις, ολοένα και λιγότεροι μεγάλοι συγγραφείς της νεότερης εποχής εκπλήρωσαν το χρέος τους προς την ποίηση. Ορισμένοι, όπως για παράδειγμα ο Ναμπόκοφ, μέχρι το τέλος των ημερών τους προσπαθούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους, ότι παρόλα αυτά – εάν όχι πριν απ’ όλα – ήταν ποιητές. Η πλειοψηφία όμως ξεπερνώντας τον πειρασμό της ποίησης, δεν στρέφονται ποτέ πια προς αυτή, παρά μόνο ως αναγνώστες, διατηρώντας, εν τούτοις, ένα βαθύ σεβασμό προς αυτή για τα μαθήματα λακωνικότητας και αρμονίας που τους έδωσε. Η μοναδική περίπτωση στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα, όπου διάσημος πεζογράφος μετατράπηκε σε μεγάλο ποιητή είναι ο Τόμας Χάρντ[1] . Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι ο πεζογράφος που δεν έχει ενεργητική εμπειρία στην ποίηση τείνει προς την πολυλογία και τον βερμπαλισμό.



Τι μπορεί όμως ο πεζογράφος να διδαχθεί από την ποίηση ; Την συνάφεια του ειδικού βάρος της λέξης μέσα στο κείμενο, την επικέντρωση της σκέψης, την παράλειψη του αυτονόητου, τους κινδύνους που κρύβονται στην υψηλόφρονα σκέψη. Τι μπορεί να διδαχθεί ο ποιητής από τη πεζογραφία ; Όχι και τόσα πολλά : την προσοχή προς τη λεπτομέρεια, τη χρήση του απλού λόγου και των γραφειοκρατικών εκφράσεων, σε σπάνιες περιπτώσεις τα τεχνάσματα της σύνθεσης (καλύτερος διδάσκαλος της οποίας – η μουσική). Και το ένα όμως και το άλλο, και το τρίτο μπορεί εύκολα να αντληθεί από την εμπειρία της ίδιας της ποίησης (ειδικά της ποίησης της Αναγέννησης), και θεωρητικά – και μόνο θεωρητικά – ο ποιητής μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς τη πεζογραφία.

Το ίδιο μόνο θεωρητικά μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς τη συγγραφή πεζογραφίας. Η ανάγκη ή η άγνοια του κριτικού, δίχως να αναφέρουμε την απλή αλληλογραφία, αργά ή γρήγορα, τον υποχρεώνουν να γράψει μια αράδα «όπως όλοι οι άνθρωποι». Πέρα όμως απ’ αυτές, ο ποιητής έχει κι’ άλλες πειστικές αιτίες, τις οποίες θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε παρακάτω. Πρώτον, ο ποιητής απλά μπορεί να θελήσει μια ωραία ημέρα να γράψει κάτι σε πεζό λόγο. (Το σύμπλεγμα της ατέλειας, από το οποίο υποφέρει ο πεζογράφος στη σχέση του με τον ποιητή, σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται για την ύπαρξη συμπλέγματος ανωτερότητας στον ποιητή στη σχέση του με τον πεζογράφο. Ο ποιητής τιμά το έργο του τελευταίου πολύ περισσότερο από τη δικό του, το οποίο πολλές φορές δε θεωρεί καν ως έργο). Εκτός απ’ αυτό, υπάρχουν υποθέσεις, οι οποίες δεν μπορούν να εκφραστούν παρά μόνο μέσω του πεζού λόγου. Η αφήγηση για περισσότερα από τρία πρόσωπα αντίκειται σχεδόν σε κάθε ποιητική φόρμα, με εξαίρεση το έπος. Οι σκέψεις πάνω σε ιστορικά θέματα, οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας (στις οποίες ο ποιητής ανατρέχει όπως και κάθε άλλος θνητός) με τη σειρά τους αποδεικνύονται πιο φυσικές στη πεζογραφία. «Η ιστορία του Πουγκατσόφ», «Η κόρη του Λοχαγού» – πόσο όμορφα θέματα θα ήταν για ρομαντικά ποιήματα ! Και ιδιαίτερα για την εποχή του ρομαντισμού … Τελειώνει όμως, παρόλα αυτά, με την αντικατάσταση του μυθιστορήματος σε στίχους από τους «στίχους από μυθιστόρημα». Είναι άγνωστο το πόσο χάνει η ποίηση από το γεγονός της στροφής του ποιητή προς την πεζογραφία  το μόνο σίγουρο είναι ότι απ’ αυτό η πεζογραφία βγαίνει κερδισμένη.

Την καλύτερη ίσως απάντηση στο ερώτημα γιατί συμβαίνει αυτό να μας την δίνουν τα πεζογραφήματα της Μαρίνας Τσβετάγιεβα. Παραφράζοντας τον Κλαούζεβιτς[2], η πεζογραφία ήταν για την Τσβετάγιεβα απλά η συνέχεια της ποίησης με άλλα μέσα (δηλαδή ότι ουσιαστικά είναι η πεζογραφία ιστορικά). Παντού, στις σημειώσεις των ημερολογίων της, στα άρθρα της για τη λογοτεχνία, στα απομνημονεύματά της – ερχόμαστε σ’  επαφή ειδικά με την μεταφορά της μεθοδολογίας της ποιητικής σκέψης σε κείμενο του πεζού λόγου, με την μετεξέλιξη της ποίησης σε πεζογραφία. Η Τσβετάγιεβα οικοδομεί τη φράση όχι τόσο με βάση την αρχή του κατηγορούμενου, που έπεται του υποκειμένου, όσο με βάση την ποιητική τεχνολογία: τον ηχητικό υπαινιγμό, το ρυθμό της ρίζας των λέξεων, το σημαντικό enjambment κλπ. Δηλαδή ο αναγνώστης όλη την ώρα έχει να κάνει όχι με μια γραμμική (αναλυτική) εξέλιξη, αλλά με μια κρυσταλόμορφη (συνθετική) εξέλιξη της σκέψης. Για τους ερευνητές της δημιουργίας δεν υπάρχει, αν θέλετε, καλύτερο εργαστήριο: όλα τα στάδια της διαδικασίας παρουσιάζονται σ’ ένα εξαιρετικά μεγάλο – που φτάνει μέχρι τα όρια του απολιθώματος της καρικατούρας – πλάνο.

«Η ανάγνωση, – λέει η Τσβετάγιεβα, – είναι συμμετοχή στη δημιουργία». Αυτή φυσικά είναι μια δήλωση ποιητή    ο Λέων Τολστόι δε θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Σ’ αυτή τη δήλωση ένα ευαίσθητο – σε τελικά ανάλυση σχετικά προσεκτικό – αυτί θα διέκρινε στην καταπιεσμένη υπερηφάνεια του συγγραφέα (και μάλιστα γυναίκας) εκείνη τη χροιά της απογοήτευσης ειδικά του ποιητή, ο οποίος κουράστηκε αφάνταστα από την συνεχώς διευρυνόμενη – με κάθε στίχο – απόστασή του από το κοινό. Στο γεγονός ότι ο ποιητής στρέφεται προς τη πεζογραφία – σ’ αυτή την a priori φόρμα συνομιλίας με τον αναγνώστη – υπάρχει πάντα κάποιο μοτίβο μείωσης του ρυθμού, της ταχύτητας, μια απόπειρα να εξηγήσει και να εξηγηθεί. Γιατί δίχως τη συμμετοχή στη δημιουργία δεν υπάρχει κατανόηση : και τι είναι κατανόηση αν όχι συμμετοχή; Όπως έλεγε και ο Ουίτμαν[3] : «Η μεγάλη ποίηση είναι δυνατή μόνο εφόσον υπάρχουν μεγάλοι αναγνώστες». Στρεφόμενη προς την πεζογραφία η Τσβετάγιεβα δείχνει στον αναγνώστη της από ποιες λέξεις – σκέψεις – αποτελείται η φράση  αποπειράται – συχνά παρά τη θέλησή της – να φέρει τον αναγνώστη της πιο κοντά σ’ αυτή : να τον κάνει ίσο της.



Υπάρχει και μια ακόμη ερμηνεία της μεθοδολογίας της Τσβετάγιεβα αναφορικά με τον πεζό λόγο. Από τη στιγμή της εμφάνισης του αφηγηματικού ύφους οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο : διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα –φοβάται ένα και μόνο πράγμα:  την κατηγορία περί μη αυθεντικότητας. Εξ ου και η τάση για ρεαλισμό ή οι αναζητήσεις όσον αφορά τη σύνθεση. Σε τελική ανάλυση, κάθε λογοτέχνης επιθυμεί ένα και το αυτό : να κατακτήσει ή να κρατήσει το χαμένο ή ρέοντα Χρόνο. Για όλα αυτά ο ποιητής διαθέτει το φίλτρο, τις άτονες σιωπές, τις δακτυλικές απολήξεις  ο πεζογράφος δεν έχει τίποτα απ’ αυτά. Στρεφόμενη προς τη πεζογραφία η Τσβετάγιεβα τελείως ασυνείδητα μεταφέρει σ’ αυτή τη δυναμική του ποιητικού λόγου – βασικά, τη δυναμική του τραγουδιού, το οποίο καθεαυτό είναι φόρμα αναδιοργάνωσης του Χρόνου. (Αν και μόνο και μόνο γιατί ο στίχος είναι σύντομος, σε κάθε του λέξη, συχνά σε κάθε συλλαβή, υπάρχει διπλή ή τριπλή σημειολογική φόρτιση. Η ποικιλία των σκέψεων προϋποθέτει αντίστοιχο αριθμό αποπειρών  περίσκεψης, δηλαδή πολλές φορές  και τι άλλο είναι ο αριθμός αν όχι μια μονάδα του Χρόνου; ) Η Τσβετάγιεβα, παρόλα αυτά, δεν ενδιαφέρεται και πολύ για την πειστικότητα του πεζού της λόγου : όποιο κι’ αν ήταν το θέμα της αφήγησης, η τεχνολογία του παραμένει η ίδια.

Επιπλέον, η αφήγησή της, αν την κρίνουμε αυστηρά, είναι δίχως θέμα και επικεντρώνεται, κατά κύριο λόγο, στην ενέργεια του μονόλογου. Εν τούτοις όμως αυτή, σε αντίθεση τόσο με τους επαγγελματίες πεζογράφους, όσο και με άλλους ποιητές, που στράφηκαν προς τη πεζογραφία, δεν υποτάσσεται στην πλαστική αδράνεια του λογοτεχνικού είδους και του επιβάλλει τη δική της τεχνική, του επιβάλλει τον εαυτό της. Αυτό δε συμβαίνει τόσο λόγο της μανικής της προσωπικότητας, όπως σκέφτονται συνήθως, όσο χάριν του μανικού τονισμού, ο οποίος για την ίδια ήταν πολύ πιο σημαντικός στο στίχο και στην αφήγηση.

Η εντύπωση της αυθεντικότητας της αφήγησης μπορεί να είναι αποτέλεσμα της παρατήρησης των απαιτήσεων του λογοτεχνικού είδους, μπορεί όμως να είναι και αντίδραση στο τέμπο της φωνής, η οποία αφηγείται. Στη δεύτερη περίπτωση και η αυθεντικότητα της υπόθεσης, όπως και η ίδια η υπόθεση, περνάνε σε δεύτερο πλάνο στη συνείδηση του ακροατή  ως ένδειξη σεβασμού, για λόγους κοσμιότητας.



Βιογραφικό σημείωμα

Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι (1940 – 1996) Ρώσος ποιητής, νομπελίστας (1987) αντιφρονών, υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ε.Σ.Σ.Δ. Γεννήθηκε στο Λένινγκραντ. Σε νεαρή ηλικία ήθελε να γίνει γιατρός, αλλά κατέληξε να εργάζεται ως βοηθός ιατροδικαστή. Από νωρίς έγραφε στίχους, ήταν φίλος της Άννας Αχμάτοβα στην οποία μάλιστα αφιέρωσε τον στίχο «Θα μας θυμάστε όλους σαν μια παρεκτροπή». Ήρθε σε σύγκρουση με το καθεστώς, δικάστηκε και καταδικάστηκε για «αλητεία και παρασιτισμό» σε πενταετή κάθειρξη. Το 1972 τον απέλασαν από την Ε.Σ.Σ.Δ.. Μετά από μικρή παραμονή στην Ευρώπη, πήγε στις Η.Π.Α. όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του διδάσκοντας και γράφοντας ποίηση και δοκίμια τόσο στα αγγλικά, όσο και στα ρωσικά. Τιμήθηκε με πλήθος βραβείων. Πέθανε το 1996 στη Νέα Υόρκη και θάφτηκε στην Βενετία, την αγαπημένη του πόλη.



[1] Τόμας Χάρντ (1840 – 1928) Άγγλος ποιητής – ρεαλιστής και ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές του 20ου αιώνα.
[2]  Στο σημείο αυτό ο Μπρόνστσκι έχει υπόψη του τα λόγια του Κλαούζεβιτς (1780 – 1831), του Πρώσσου αρχιστράτηγου, θεωρητικού της πολεμικής τέχνης και ιστορικού, σύμφωνα με τον οποίο ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα.
[3]  Ουόλτ Ουίτμαν (1819 – 1892) – κλασσικός Αμερικανός ποιητής.



30.9.12

23.9.12

Καμιά φορά

πηγή: http://taxamenaepeisodia.wordpress.com




James Abbott McNeill Whistler, Arrangement in Grey and Black: Portrait of the Painter’s Mother


Ένας μήνας. Ένας χρόνος. Δύο. Τρεις. Καμιά φορά ψάχνω στο τηλέφωνο το νούμερό σου. Καμιά φορά σηκώνω το τηλέφωνο νομίζοντας ότι είσαι εσύ. Καμιά φορά περπατάω κάτω από το σπίτι σου και κοιτάω ψηλά, στο μπαλκόνι, να δω αν με περιμένεις όπως τότε. Καμιά φορά στέκομαι στο μπαλκόνι περιμένοντας να σε δω. Καμιά φορά μου λείπουν τα γεμιστά σου. Καμιά φορά θέλω να σου μιλήσω για να μου πεις πως βράζουν τα μακαρόνια. Καμιά φορά περιμένω να σε δω να κάθεσαι στην καφετέρια στην πλατεία πίνοντας ουίσκι με πάγο και μπόλικο νερό. Καμιά φορά βγαίνω έξω και πίνω ουίσκι με πάγο και μπόλικο νερό. Καμιά φορά περνάω έξω από την τράπεζα και θέλω να μπω μέσα, να καθίσω στο γραφείο σου και να μου παραγγείλεις τυρόπιτα και χυμό. Καμιά φορά κάθομαι στο γραφείο και παραγγέλνω τυρόπιτα και χυμό. Καμιά φορά περιμένω στην πόρτα για να σε βοηθήσω με τις σακούλες από το σουπερμάρκετ. Καμιά φορά δεν μπορώ να σηκώσω τις σακούλες από το σουπερμάρκετ. Καμιά φορά σε θυμάμαι να γελάς. Καμιά φορά γελάω. Καμιά φορά κάθομαι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και περιμένω να σε δω να καθίσεις μπροστά για να σου πω να αλλάξεις τον σταθμό στο ραδιόφωνο. Καμιά φορά αλλάζω συνέχεια σταθμούς στο ραδιόφωνο σε όλη την διαδρομή. Καμιά φορά μου λείπεις. Καμιά φορά μου λείπεις. Καμιά φορά κοιτούν τις φωτογραφίες σου και μου λένε ότι μοιάζουμε. Καμιά φορά τα μάτια μου κλαίνε όπως και τα δικά σου.

Δεν περνάω από την Αλεξάνδρας ποτέ, το ξέρεις; Κι ύστερα όλη αυτή η Κυψέλη που σε πήρε κι έμεινα εγώ στην Κεφαλληνίας να ιδρώνω, Νοέμβρη μήνα, μέχρι να φτάσω στο αυτοκίνητο. Στην Πατησίων δεν στρίβω ποτέ στην εστία. Δρόμοι ολόκληροι έχουν χαθεί από τον χάρτη, αναγκάζομαι να κάνω κύκλους στην Αθήνα για να μην ξυπνήσουν οι φωτογραφίες και με τρακάρουν.

Δεν είναι που σε θυμήθηκα απόψε. Είναι που ακόμα με κουβαλάς μέσα σου.

«Εσύ είσαι όμορφη, δεν είσαι κανένας Πακιστανός»...


του Κώστα Παπαντωνίου


πηγή: tvxs.gr




Άλλη μία ιστορία αστυνομικής αυθαιρεσίας

Το απόγευμα της Πέμπτης η Αστυνομία σταματά δύο λεωφορεία στην πλατεία Κλαυθμώνος και κατεβάζει κάτω 3 μετανάστες. Ζητάει τα χαρτιά τους στο πλαίσιο του καθιερωμένου σχεδίου του Νίκου Δένδια «Ξένιος Ζευς».


Παρά το γεγονός ότι οι μετανάστες δείχνουν τα σχετικά έγγραφα, οι αστυνομικοί δεν μένουν ικανοποιημένοι. Συνεχίζουν να τους αντιμετωπίζουν με το ίδιο εχθρικό ύφος και απαιτούν να μιλήσουν καλά ελληνικά. Οι ίδιοι απορούν, ενώ προσπαθούν να εξηγήσουν πως έχουν μαζί τους ό,τι χρειάζεται. Οι τόνοι ανεβαίνουν και ο ένας αστυνομικός τους επιτίθεται φραστικά. Μια κοπέλα που παρακολουθεί το περιστατικό αντιδρά.

Η στάση της αστυνομίας απέναντι στην 24χρονη προκαλεί σοβαρά ερωτήματα και προβληματισμό. Αρχικά της ζητoύν να μην... ανακατεύεται και στη συνέχεια ο ένας αστυνομικός τη σπρώχνει. Η ίδια επιμένει. Με συνοπτικές διαδικασίες της περνούν χειροπέδες και τη... σέρνουν προς το τμήμα Ακροπόλεως. Κατά τη μεταφορά της προς αυτό, συνεχίζουν να τη σπρώχνουν, αν και δεν υπάρχει από την πλευρά της αντίσταση, ενώ όταν δείχνει πως έχει τραυματιστεί από τις χειροπέδες, η απάντηση είναι να την... τραβούν με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη από το συγκεκριμένο σημείο. Πριν ξεκινήσουν για το τμήμα, οι αστυνομικοί της προτείνουν να ζητήσει συγγνώμη για να την αφήσουν ελεύθερη. «Εσύ είσαι όμορφη κοπέλα. Δεν είσαι κανένας Πακιστανός», της λένε χαρακτηριστικά. Εκείνη δεν υποχωρεί και αρνείται να αποδεχτεί τον ρατσιστικό διαχωρισμό, κάτι που φάνηκε ότι τους ενόχλησε.

Εξ ου και οι τραβηγμένες από τα μαλλιά κατηγορίες που της απαγγέλθηκαν για πρόκληση σωματικής βλάβης (επειδή... γρατζουνίστηκε αστυνομικός), απελευθέρωση κρατουμένων (επειδή με τη στάση μπορούσε να διευκολύνει τους μετανάστες “να την κάνουν”), αλλά και αντίσταση κατά της αρχής (επειδή δεν... ζήτησε συγχώρεση για κάτι που δεν έφταιγε).

Η 24χρονη παρέμεινε στο κρατητήριο όλο το βράδυ δίχως λόγο. Με το που πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν, παρενέβη και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Θοδωρής Δρίτσας, αλλά οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό. Η απόφαση ήταν ειλημμένη. To μεσημέρι της Παρασκευής η κοπέλα πέρασε από αυτόφωρο και η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 2 Οκτωβρίου, καθώς δεν παρουσιάστηκαν οι μάρτυρες, οι οποίοι αξίζει να σημειωθεί ότι είναι αστυνομικοί. Η ίδια αφέθηκε ελεύθερη, αλλά αυτό δεν αναιρεί πως πρόκειται για ένα ακόμα περιστατικό, στο οποίο η ΕΛ.ΑΣ λειτουργεί αυθαίρετα.

Η καταπολέμηση της εγκληματικότητας μάλλον δεν συγκαταλέγεται στις προτεραιότητές της. Αντιθέτως προτιμά να «τιμωρεί» άτομα που τολμούν να υπερασπιστούν συνάνθρωπό τους, ενώ βάζει σε ανούσιο τρέξιμο και την ελληνική δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα να ξοδεύεται άσκοπα πολύτιμος χρόνος.