7.11.08

ΠΕΘΑΝΕ Ο ΤΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΤΑΤΣΗΣ

Πέθανε σήμερα το πρωί (Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου) ο Τάσος Χατζητάτσης, άνθρωπος σπάνιας ποιότητας, ταλαντούχος συγγραφέας, πολύτιμος συνεργάτης του Εντευκτηρίου και καλός φίλος.
Όσο κι αν ακούγεται τετριμμένο, ο θάνατός του κάνει την ελληνική λογοτεχνική κοινότητα φτωχότερη και βυθίζει σε βαθιά θλίψη όλους εμάς που τον συναναστραφήκαμε, τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε.



Ο Χατζητάτσης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Σπούδασε οδοντιατρική και εργάστηκε μέχρι πριν από μερικά χρόνια ως οδοντίατρος. Πρωτοεμφανίστηκε το 1984 με διηγήματά του στο περιοδικό Χάρτης, ωστόσο έγινε ευρύτερα γνωστός και δημοφιλής χάρη στα διηγήματα που δημοσίευσε στο Εντευκτήριο, στις εκδόσεις του οποίου εξέδωσε τόσο το πρώτο του βιβλίο, Έντεκα σικελικοί εσπερινοί (1997, βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω) όσο και το δεύτερο, Στη σφενδόνη (2000).  (Τα κείμενα και των δύο βιβλίων συγκεντρώθηκαν πρόσφατα σε έναν τόμο, υπό τον κοινό τίτλο Ασκήσεις μνήμης, εκδόσεις Πόλις.)


Ο Τάσος Χατζητάτσης διαβάζει κείμενό του σε εκδήλωση στο Underground Εντευκτήριο


Το 2003 εξέδωσε το μυθιστόρημα Σα σπασμένα φτερά (εκδόσεις Πόλις).
Στο Εντευκτήριο δημοσίευσε επίσης μελετήματα και δοκίμια για συγγραφείς, καθώς και κριτικές βιβλίου. Τέλος, συνεργάστηκε ως κριτικός με το ένθετο «Βιβλιοδρόμιο» της εφημερίδας Τα Νέα.
Με τη γυναίκα του, την κεραμίστρια Λίνα Χατζητάτση, απέκτησαν δύο παιδιά. 



Στο μικρό βίντεο ο Τάσος Χατζητάτσης διαβάζει απόσπασμα από πεζό του κατά τα εγκαίνια του Underground Εντευκτήριο, 12 Απριλίου 2002


Η κριτική του διευθυντή του Εντευκτηρίου, Γιώργου Κορδομενίδη, για το Μονόξυλο στο ποτάμι: 



Το τελευταίο διήγημα του Τάσου Χατζητάτση που δημοσιεύτηκε στο Εντευκτήριο (τεύχος 81, Απρίλιος-Ιούνιος 2008)

Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε
ή Ο άνεμος πνέει όπου θέλει


Στη μνήμη του Γιώργου και της Τασούλας Θωμαΐδη

Ο Αλέξανδρος ήταν ο άνδρας της αδελφής του πατέρα μου. Ο πατέρας μου εργένης ακόμα και η αδελφή του, ύστερα από έναν άτυχο έρωτα, είχαν βολευτεί μετά τον θάνατο των γονιών τους, να συγκατοικούν στο πατρικό τους σπίτι. Επιπόλαιοι και οι δυο τους, άνθρωποι αδιάφοροι για κάθε πρα­κτικό πρόβλημα, ζούσαν ανέμελα, σκορπώντας στους ανέμους την πα­τρική περιουσία, η οποία ούτε αστείρευτη αποδείχθηκε ούτε ότι μπορούσε να αναγεννηθεί από τις στάχτες που άφηνε πίσω της. Παραμονές του πολέμου, όταν το πατρικό σπίτι, απέναντι από την εκκλησία της Άγιας Τριάδος, το έβγαλε η τράπεζα σε πλειστηριασμό, αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε ένα ισόγειο στην Μπιζανίου. Άνθρωποι του κόσμου και οι δύο, αποφάσισαν ότι ήταν άδικο να μείνουν μοναδικοί επιβάτες σε ένα καράβι που βούλιαζε. Αναζήτησαν συντρόφους στη συμφορά. Παντρεύτηκαν. Ο πατέρας μου τη μητέρα, κόρη κτηματία, και η αδελφή του τον φίλεργο Αλέξανδρο, συνταξιούχο τραπεζικό, και συνέχισαν και μετά τους γάμους να ζουν όλοι μαζί. Βέβαια, στη συγκατοίκηση ρόλο είχε παίξει και η ανέχεια που μάστιζε όλους εκείνα τα χρόνια, παραμονές πολέμου και Κατοχή. Τα άδεια σπίτια ήταν σπάνια, χρήματα δεν υπήρχαν και οι όποιες δουλειές του πατέρα κόπηκαν με το μαχαίρι. Για χρόνια, αν και κανένας μας δεν το ομολόγησε ποτέ, ζούσαμε με τη σύνταξη του Αλέξανδρου.
Ο θείος Αλέκος καταγόταν από τη Σμύρνη. Στη μικρασιατική καταστροφή χάθηκαν πλούτη και γονείς. Το καράβι της σωτηρίας κατέβασε τον Αλέξανδρο και τα αδέλφια του στο λιμάνι του Πειραιά. Τα αδέλφια του, μεγαλύτερα, κοσμογυρισμένα, με όνειρα θαρραλέα, αναθρεμμένα στο περιβάλλον του Sporting Club, ένιωσαν απογοήτευση από την εικόνα της Ελλάδας που αντίκρισαν. Αυτός ο τούρκικος μαχαλάς κάτω από την Ακρόπολη δεν είχε καμιά σχέση με την πατρίδα την οποία, με περισσή περηφάνεια, τους περιέγραφαν οι γονείς και οι καθηγητές τους. Αποκαρδιωμένοι, αποφάσισαν ότι η Αθήνα δεν αντιπροσώπευε τίποτα γι’ αυτούς και προτίμησαν να συνεχίζουν το ταξίδι της σωτηρίας για τη Μασσαλία, όπου ήταν εγκαταστημένη από χρόνια η μεγάλη τους αδελφή. Μόνον ο Αλέξανδρος έφερε αντιρρήσεις. Είχε σοβαρούς λόγους να παραμείνει στην Ελλάδα. Κρυφά από την οικογένειά του, είχε παντρευτεί στη Σμύρνη μια Ελληνίδα. Την Αγγέλα, ηθοποιό που παρεπιδημούσε τους χειμερινούς μήνες του 1921 με επιθεωρησιακό θίασο στη Σμύρνη. Ο Μάριος, ο μεγαλύτερος αδελφός του Αλέξανδρου, στάθηκε ανένδοτος. Ο γάμος έπρεπε να διαλυθεί. Δεν θα δεχόταν με καμιά δύναμη να εγκαταλείψει τον Βενιαμίν της οικογένειας, απροστάτευτο, στην άστοργη αγκαλιά της αρκετά μεγαλύτερής του ηθοποιού. Ο Μάριος ήταν ο θεατρώνης που μετακαλούσε ελληνικούς θιάσους στη Σμύρνη κι ένιωθε ότι ήταν υπεύθυνος για την καταστροφική γνωριμία της Αγγέλας με τον Αλέξανδρο. Χρησιμοποίησε όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, κουτσομπολιά και διαδόσεις, ψέματα και αλήθειες, για να κάμψει την απόφαση του νεαρού ερωτοχτυπημένου αδελφού του. Άδικα· τα νιάτα, ατίθασα, είναι πάντα τα πιο δυνατά. Χτύπησε το χέρι του στο σίδηρο, αλλά το πείσμα του μικρότερου θριάμβευσε, προκαλώντας σχίσμα στην οικογένεια. Τα αδέλφια έφυγαν πικραμένα για τη Γαλλία και έριξαν πίσω τους μαύρη πέτρα. Δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ στην Ελλάδα και δεν θα αντικρίσουν ποτέ ξανά τον μικρό τους αδελφό.
Ο Μάριος έγινε ονομαστός θεατρώνης στη Μασσαλία και, ύστερα από τον πόλεμο, επιτυχημένος παραγωγός κινηματογράφου. Ο δεύτερος αδελφός, ο Μιχάλης, άνθρωπος ασυμβίβαστος, πεισματάρης και θυελλώδης, πολέμησε στον ισπανικό εμφύλιο. Απόφοιτος της περίφημης Ευαγγελικής Σχολής, ένθερμος αρθρογράφος για τα δεινά του μικρασιατικού ελληνισμού στην εφημερίδα Αμάλθεια, έγραψε ένα ερωτικό μυθιστόρημα στη Γαλλία. Εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη, με την ενίσχυση του Μάριου, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Η υπόθεσή του εξελίσσεται στο Παρίσι του Λεβάντε, στην ελληνική Σμύρνη, πριν την καταστροφή. Ο πρωταγωνιστής παντρεύεται, κρυφά από τους γονείς του, την αγαπημένη του Έλεν, η οποία όμως χάνεται, πνίγεται κατά τη διάρκεια της καταστροφής στα νερά του κόλπου της Σμύρνης. Τον Μιχάλη τον εκτέλεσαν οι σταλινικοί ως αναρχικό στη Βαρκελώνη. Η Μαριάνθη, η μικρότερη αδελφή, δίδυμη με τον Αλέξανδρο, παντρεύτηκε στη Μασσαλία έναν εργοστασιάρχη γυαλιού. Είναι η μόνη που κράτησε επαφή και αλληλογραφούσε με τον αδελφό της. Από αυτά τα γράμματα, που τα βρήκα ύστερα από τον θάνατο του Αλέξανδρου, έμαθα για τα οικογενειακά τους.
Ο Αλέξανδρος με την Αγγέλα απέκτησαν δυο αγόρια. Στο συρτάρι του βρήκα καταχωνιασμένη μια φωτογραφία της Αγγέλας την εποχή του γάμου τους. Νέα, ωραία, μια καλλονή με μαύρα σγουρά μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση της. Χαμογελά, κοιτώντας κάπου στο βάθος του ουρανού αλλά τα μάτια της κρύα και το βλέμμα αυστηρό, βλοσυρό θα έλεγα. Ο γάμος, επιβεβαιώνοντας τους φόβους του Μάριου, δεν κράτησε πολύ. Αλλά η Αγγέλα δεν χάθηκε. «Οι πουτάνες πάντα σώζονται», ήταν το πικρό επιμύθιο του Αλέξανδρου όταν διηγιόταν για τις πουτάνες της Σμύρνης. Σώθηκαν όλες, με τα πρώτα καράβια, και στελέχωσαν με επιτυχία τους οίκους του Πειραιά. Και όλοι καταλαβαίναμε για ποιαν τα έλεγε. Η Αγγέλα έπαιξε για χρόνια σε θέατρα της Αθήνας, με το πατρικό της όνομα. Δεν ξεχώρισε για το υποκριτικό της ταλέντο αλλά ως σύζυγος, θαυμαστή για την ομορφιά της, του καινούργιου άνδρα της, του Γρηγόρη Βασιλόπουλου. Αυτός, αν και ανάλωσε τη ζωή του στην τραπεζική σταδιοδρομία, έγινε γνωστός ως μέλος της βασιλικής φατρίας. Μεταπολεμικά του ανατέθηκαν, κατ’ επανάληψη, υπουργικά χαρτοφυλάκια σε εξωκοινοβουλευτικές, σε βασιλικές έλεγαν οι εχθροί του, κυβερνήσεις.
Ο Αλέξανδρος εργάστηκε για χρόνια στην τράπεζα, για να μη λείψει τίποτα στ’ αγόρια που μεγάλωναν κοντά του. Όταν πια βγήκε στη σύνταξη και απαλλάχτηκε από τις πατρικές του υποχρεώσεις, τα παιδιά του αποκαταστημένα (ο μεγάλος του χαμένος στις Ινδίες, δούλευε στο υποκατάστημα των Ράλληδων, ο μικρότερος λογιστής στην εταιρεία Ηλεκτροδότησης Λαρίσης), ερωτεύτηκε τη θεία μου. Γεροντοέρωτας; Έναν άνθρωπο στο λυκαυγές του βίου του, ποιος λόγος τον ώθησε να παντρευτεί και να γίνει μέλος της οικογένειάς μας; Για να τον γηροκομήσουμε, υποστήριζα, με τη σαρδόνια αμετροέπεια που μου χάριζε η αγάπη του και η αυθάδεια της νεότητάς μου. «Για να βοηθήσω την ξεπεσμένη οικογένειά σας», απαντούσε ο Αλέξανδρος, με το περιγελαστικό του ύφος και τόσο εξόργιζε τον πατέρα μου. Γιατί ο προσγειωμένος Αλέξανδρος μας βοηθούσε σε όλα: στα μαθήματά μου, στις δουλειές του σπιτιού, στα ψώνια, στο μαγείρεμα και κυρίως στα οικονομικά. Ενώ ο πατέρας τσακωνόταν με την αδελφή του, την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για την κατάντια μας και διαπληκτιζόταν με την μητέρα, γιατί δεν υποθήκευε τα πατρικά της κτήματα, ο Αλέξανδρος ανακάλυπτε νέες προσοδοφόρες δουλειές. Άνθρωπος χαλκέντερος, με νεανικό ενθουσιασμό παρά την ηλικία του, μας ελάφρυνε οικονομικά κάνοντας τον ασφαλιστή, τον μεταφραστή, τον παραγγελιοδόχο, τον λογιστή, ακόμα και τον έμπορο σταθμών όταν άλλαξαν οι οκάδες σε κιλά. Στο τέλος έγινε και πληρεξούσιος του Ιβάν Φιλίποβιτς, ύστερα από αφανή υπόδειξη, πιστεύω σήμερα, του αδελφού του Μάριου. Γιατί είναι πλέον γνωστό ότι ο Μάριος και ο Φιλίποβιτς και φίλοι και συνεταίροι υπήρξαν στην παραγωγή σημαντικών κινηματογραφικών ταινιών της μεταπολεμικής Γαλλίας.
O Ιβαν Φιλίποβιτς ήταν Ρώσος εμιγκρές, γεννημένος στην Αγία Πετρούπολη. Ακολουθώντας τα στρατεύματα των Λευκών, κατέφυγε στην Οδησσό και από κει με πλοίο στη Μασσαλία. Λεγόταν ότι είχε καταφέρει να διασώσει μεγάλο μέρος της περιουσίας του, παρά τις κακουχίες του πολέμου και τη σπάταλη και πολυτελή ζωή του. Υπήρξε τακτικός παίχτης των μεγάλων καζίνων και τολμηρός δοκιμαστής των θέλγητρων τρυφερών υπάρξεων. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες των καιρών, είχε καταθέσεις σε ελβετικές τράπεζες, ακίνητα στη Γαλλία, πολυκατοικίες στην Αθήνα και ήταν ιδιοκτήτης αποθηκών και δύο κινηματογράφων στη Θεσσαλονίκη. Τον χειμώνα τον περνούσε στην Αθήνα, γιατί το κλίμα της του έκανε καλό στ’ αρθριτικά. Τον Απρίλιο όμως, με το βαγκόν-λι, έφευγε για την Ελβετία και από κει για τη βίλα του στην Κυανή Ακτή. Εκμεταλλευόμενος το ενιαύσιο αυτό ταξίδι, έμενε για λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη, για να τακτοποιήσει οικονομικές εκκρεμότητες. Όταν γνώρισα τον Ιβάν Φιλίποβιτς, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αντίκρισα έναν οστεώδη ηλικιωμένο άνδρα, με σκούρο γκρι κουστούμι, τα μαλλιά κολλητά, τα μάγουλα ζαρωμένα αλλά προσεκτικά ξυρισμένα, να διαβάζει τη Φιγκαρό, στο σαλόνι του παλιού «Μεντιτερανέ», στην παραλία. Οι αριστοκρατικοί του τρόποι φανέρωναν την ευγενική του καταγωγή. Η φρέσκια γαρδένια στην κομβιοδόχη του, μεθυστικός κήπος. Τον συνόδευε μια γυναίκα ψηλή, εξαιρετικά κομψή, όχι πια νέα. Το πρόσωπο και η κορμοστασιά της διατηρούσαν ζηλότυπα τα σημάδια μιας σπάνιας ομορφιάς, που δεν έλεγε να βασιλεύσει. Με τα πυρόξανθα μαλλιά της αναδεμένα σε κότσο, τα κατακόκκινα χείλη όλες οι αμαρτίες του κόσμου, τα ψηλά ζυγωματικά να τονίζουν τα πράσινα μάτια της και το βλέμμα απόμακρο, άλλων εποχών. Τυλιγμένη σε ένα ολόσωμο φόρεμα, με ζώνη πλεκτή, που τόνιζε το δακτυλίδι της μέσης. Η άσπρη γούνα παρατημένη σαν ρούχο παρακατιανό, ανέμελα, στη διπλανή πολυθρόνα. Μας υποδέχτηκε όρθια, με τα γαλλικά της, που δεν καταλάβαινα, αλλά απολάμβανα τον ρυθμό τους και τις εκφραστικές χειρονομίες που τα συνόδευαν. Με τα χέρια ανασηκωμένα, στολισμένα κλαδιά κερασιάς, να διαμαρτύρεται για την υγρασία της πόλης. «Δόξα του γαλλικού κινηματογράφου» μου σφύριξε ο Αλέξανδρος, καθώς με έσπρωχνε να καθίσω στον απέναντι καναπέ. Η Σέλμα Μπόγκερ, συγκράτησα. Όνομα άγνωστο, που ο συλλαβισμός του επέτεινε τον θαυμασμό μου στη σπάνια ομορφιά της. Οι λέξεις χάθηκαν. Έσβησαν τα λόγια. Αρνήθηκα την προσφορά μιας λεμονάδας και βυθίστηκα στα απαλά μαξιλάρια του καναπέ, λουσμένος από το εκθαμβωτικό φως της Μπόγκερ που με κυρίευε με την επιμονή ονείρου. Η συντροφιά μιλούσε γαλλικά. Τους αγνοούσα. Με αγνόησαν και αυτοί και με άφηναν, σχεδόν υπνωτισμένος να απολαμβάνω την ανθισμένη εικόνα που εισέβαλλε στην άγουρη νιότη μου. Ο χρόνος είχε σταματήσει, μόνο ο φόβος ότι το όνειρο θα τελειώσει. Φίλησα αμήχανα το χέρι που μου πρότεινε η Μπόγκερ για αποχαιρετισμό, εισπράττοντας το υποτιμητικό και ειρωνικό βλέμμα του θείου μου. Έριξε στους ώμους της την άσπρη γούνα και με τον κύριο Φιλίποβιτς μπήκαν στο ταξί που τους περίμενε μπροστά στο ξενοδοχείο. Η εικόνα χανόταν. Δύσκολα ξεχώριζες τη λευκή σιλουέτα από την άσπρη γραμμή των αφρισμένων κυμάτων που έσκαγαν στην προκυμαία. Την επιθυμία από το πάθος.


Ύστερα από χρόνια. Μια Κυριακή. Φοιτητής πια, παρακολούθησα σχεδόν από τύχη στην κινηματογραφική λέσχη την ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν Οι κυρίες του δάσους της Βουλώνης. Ήταν η δεύτερη ταινία του Μπρεσόν που πρόβαλλε η Λέσχη. Είχε προηγηθεί το Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε ή Ο άνεμος πνέει όπου θέλει, ταινία που, παρ’ όλα τα ευμενή σχόλια του εισηγητή, με κούρασε αφάνταστα. Δεν άντεχα τον λεπτολόγο ρεαλισμό της και το πνευματικό στοιχείο που αποκτούσαν τα καθημερινά αντικείμενα. Πράγματα παράλογα για μένα, που έμενα άγρυπνος τα βράδια υπογραμμίζοντας αποσπάσματα από το Αντί-Ντίρινγκ του Έγκελς. Είχα αποφασίσει, χωρίς τύψεις, να αποφύγω τη νέα δοκιμασία. Ένας φίλος όμως, έμπειρος στα κινηματογραφικά, επέμενε ότι δεν έπρεπε να χάσουμε αυτήν την ταινία, επρόκειτο για αριστούργημα. Πήγα αναγκαστικά. Η Μαρία Καζαρές, υποδυόμενη τη Μοίρα, στήνει μια σατανική μηχανή ερωτικής εκδίκησης και οι ήρωες-ανδρείκελα, ο Ζαν και η Ανιές, θα σωθούν χάρη στον έρωτά τους. Με έκπληξη και συγκίνηση ανακάλυψα στο δροσερό και αγνό πρόσωπο της Ανιές τα νεανικά χαρακτηριστικά της Σέλμας Μπό­γκερ που είχε αναστατώσει τον πρώιμο εφηβικό μου ενθουσιασμό. Τα χέρια της στολισμένα κλαδιά κερασιάς, στο σαλόνι του «Μεντιτερανέ». Το με­σημέρι στο σπίτι με λαχτάρα αποκάλυψα στον Αλέξανδρο ότι είχα παρακολουθήσει μια ταινία της Μπόγκερ. Δεν συμμερίστηκε τον ενθουσιασμό μου, μόνο κούνησε το κεφάλι: «Μια αποτυχημένη παραγωγή του Φιλίποβιτς» είπε. Και για την Μπόγκερ: «Ταλαιπωρήθηκε αφά­νταστα από τον καρκίνο, πέθανε πέρσι τον χειμώνα.» Χάθηκε και ο κύριος Φιλίποβιτς. Δεν επισκεπτόταν πια τη Θεσσαλονίκη. Οι κινηματογραφικές του αίθουσες δεν απέφεραν κέρδη. Έδυε ο αιώνας, έκλειναν οι κινηματογράφοι. Η μια αίθουσα του Φιλίποβιτς έγινε σούπερ μάρκετ και η άλλη, η κεντρική, δόθηκε για αντιπαροχή.
Τελευταία, τελευταίος, χάθηκε κι ο Αλέξανδρος. Μόνος συγγενής εγώ παρακολούθησα την κηδεία του. Κανένας γιος του δεν εμφανίστηκε. Τον θάψαμε φρεσκοξυρισμένο, με όλα τα μαλλιά του, πυκνά, ακμαία, μαύρα, «Τα βάφεις» τον πείραζα. «Ποτέ» διαμαρτυρόταν, «από παιδί τα πλένω με πράσινο σαπούνι.»
(Χάνονται οι νεκροί. Σβήνουν. Απόντες, ξεχνιούνται. Η δικιά μας λήθη είναι η κόλαση. Μόνο σκιές μένουν στις αφηγήσεις μας. Για σένα, Τασούλα, γράψω αυτή την ιστορία. Για σένα που αγνάντευες μέχρι το τέλος το πέλαγος. Για σένα μουντζουρώνω τα χέρια μου σε ψέματα και αλήθειες, σε μελάνια και πλατίνες, προσπαθώντας να κρατήσω μέχρι το τέλος κρυφό το μυστικό.)
Όταν η ωραία Σέλμα, εξαντλημένη από την αρρώστια, έμεινε στο κρεβάτι, ο Ιβάν Φιλίποβιτς αγόρασε ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο που το ονόμασε «Σέλμα». Μετέφερε το κρεβάτι της στο κατάστρωμα, μια μηχανή προβολής στη βάση του μεσαίου ιστίου, το τετράγωνο ακάτιο ιστίο για οθόνη, και πρόβαλε τις ταινίες της αγαπημένης του διασχίζοντας το πέλαγος. Ένα ιστιοφόρο γεμάτο ταινίες και χρώματα να πλέει κι να πλέκει ιστορίες, έτσι δημιουργήθηκε ο μύθος του πρώτου πλωτού κινηματογράφου.
Πολλοί πιστεύουν σ’ αυτή την ιστορία και άλλοι την ενδυναμώνουν με διαδόσεις που υποστηρίζουν ότι υπάρχουν και κινηματογραφικά πλάνα του ιστιοφόρου, σε συλλογές παλιών κινηματογραφιστών, τα οποία όμως ούτε βρέθηκαν ούτε, από όσο ξέρω, προβλήθηκαν ποτέ.
Μόνο ορισμένα θαμπά πρωινά, όταν έχει καιρό να φυσήξει, ο ορίζοντας της θάλασσας χάνεται στην ομίχλη και δεν ξεχωρίζει απέναντι ο Όλυμπος, μπορείς να διακρίνεις το τρικάταρτο ιστιοφόρο να πλέει. Και με λίγη προσοχή, μπορείς να ξεχωρίσεις και τους επιβάτες στο κατάστρωμα να χαιρετούν. Τον πατέρα μου, τη μητέρα, τη θεία, τον Αλέξανδρο, τον Ιβάν Φιλίποβιτς, τη Σέλμα Μπόργκερ, τον Γιώργο, την Τασούλα. Τότε, εγώ πετώ στον αέρα το ναυτικό μου πηλήκιο, οι χρυσές κορδέλες να ανεμίζουν, ο άνεμος να πνέει όπου θέλει, και με ενθουσιασμό τους χαιρετώ. Νεκροί αυτοί, μην καταλάβουν το μυστικό: πως στη σφιγμένη μου παλάμη, βαθιά μέσα στην τσέπη, κρύβω το τσαλακωμένο εισιτήριο για το ιστιοφόρο.

                   Τάσος Χατζητάτσης

16.10.08

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΛΑΪΝΑ, ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ, ΣΦΥΡΙΔΗΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Κυκλοφορεί με το νέο φεγγάρι (16 Οκτωβρίου 2008)















Μ’ ένα νέο πεζό ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου για το κόστος της ομορφιάς (των άλλων) στη ζωή μας, εμπνευσμένο από ένα μπρούντζινο γλυπτό κεφάλι του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αλέξανδρου Σεβήρου, ανοίγει το τεύχος 82 του «Εντευκτηρίου» (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008, 192 σελίδες, 10 ευρώ)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ    Το τεύχος προδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το τελευταίο, ανέκδοτο μυθιστόρημα «Μαμά, φοβάμαι» της Στέλλας Βογιατζόγλου, που πέθανε πρόσφατα, μόλις στα 58 της χρόνια.

Ακόμη, ένα ζωοφιλικό διήγημα του Περικλή Σφυρίδη και πεζά των Δημήτρη Νόλλα, Ηλία Λ. Παπαμόσχου και Τζένης Οικονομίδη. Ο Άκης Δήμου δημοσιεύει έναν θεατρικό μονόλογο όπου αφηγείται την πραγματική ιστορία της δολοφονίας του εικαστικού καλλιτέχνη Danny Thomason από την εκδικητική ερωμένη του, που συντάραξε την καλλιτεχνική κοινότητα. 

Το εκτενές διήγημα του Ηλία Μαγκλίνη «Η κουβεντιασμένη» εκτυλίσσσεται στη Θεσσαλονίκη του 1948, όταν ένα τάγμα του Δημοκρατικού Στρατού έπληξε την πόλη με βολές πυροβολικού. 

Η Ολυμπία Γλυκιώτη μεταφράζει ένα νεανικό “νουάρ” πεζό του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, ποτισμένο από τζαζ μουσικές, κι ο Φοίβος Ι. Πιομπίνος παρουσιάζει το εντυπωσιακά επίκαιρο διήγημα του Εμίλ Ζολά «Ένα θύμα της διαφήμισης», για το τι μπορεί να πάθει κάποιος αν παίρνει τοις μετρητοίς όσα ισχυρίζονται οι διαφημίσεις αλλά και με αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο ενίοτε ασκείται (ήδη από την εποχή του Ζολά) η κριτική της λογοτεχνίας. 

Επίσης, δημοσιεύεται ένα διήγημα τού (πιθανότατα πρωτομεταφραζόμενου στα ελληνικά) Ολλανδού Φ. Μπ. Χοτζ που είχε μεταφράσει για το «Εντευκτήριο» η επίσης πρόσφατα και πρόωρα χαμένη Στέλλα Τιμωνίδου, γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, που όμως εργάστηκε πολλά χρόνια ως εκπαιδευτικός στη βόρεια Ευρώπη.

Η Μαρία Λαϊνά δημοσιεύει έξι «Βήματα για τη νύχτα» (μικρά ποιήματα), ο Γιώργος Μαρκόπουλος υμνεί ένα «Νεκροταφείο αυτοκινήτων», ενώ νέα ποιήματά τους δημοσιεύουν ακόμη οι Χάρης Βλαβιανός, Γιάννης Γκούμας, Ιωσήφ Βεντούρας, Δημήτρης Λεοντζάκος, Δήμητρα Κατιώνη, Γιώτα Αργυροπούλου και ο Αλβανός μετανάστης Λουάν Τζούλις, που συστεγάζει τα ποιήματά του υπό τον εύγλωττο υπέρτιτλο «Δεν είμαι ξένος στα ποιήματά μου».

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ     Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων νέων εκδόσεων, όπου γράφουν οι: Βαγγέλης Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (για το βιβλίο της Μαρίνας Καραγάτση, «Το Ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι»), Τιτίκα Δημητρούλια (Πέτρου Μάρκαρη, «Παλιά, πολύ παλιά»), Αθανασία Τσατσάκου (Τίτου Πατρίκιου, «Η νέα χάραξη»), Δημήτρης Δασκαλόπουλος (Γ. Θεοτοκά - Γ. Κ. Κατσίμπαλη, «Αλληλογραφία [1930-1966]»), Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος (Μάριου Χάκκα, «Άπαντα»), Λίνα Πανταλέων (Γιάννη Μακριδάκη, «Ανάμισης ντενεκές»), Γιώργος Κορδομενίδης (Μιγιούκι Μιγιάμπε, «Πύρινη άμαξα»), Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου (Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, «Να λέω λόγια σκοτεινά»), Δημήτρης Κόκορης (Γρηγόρη Παπαδογιάννη, «Σνιφ!»), Σοφία Νικολαΐδου (Θόδωρου Παπαγγελή, «Πανωστάφυλα»), Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης (Norberto Fuentes, «Η αυτοβιογραφία του Φιντέλ Κάστρο»), Αγνή Κουβελά (Πάνου Τζώνου, «Μουσείο και Νεωτερικότητα»)· ακόμη, οι Βασίλης Τομανάς, Γιάννης Κεσσόπουλος και Κώστας Θεολόγου προτείνουν βιβλία των Theodor Roszak, Δημήτρη Στεφανάκη και Χρύσας Φάντη, η Ελένη Χοντολίδου σχολιάζει στα πεταχτά μια σειρά από λευκώματα, ενώ στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε μεγάλο αριθμό πρόσφατων εκδόσεων.  

«ΚΑΠΝΙΣΤΗΡΙΟ»:  Η Ελένη Κοσμά και ο Στέργιος Μήτας γράφουν για τον επιστολογράφο Φλωμπέρ, με αφορμή την έκδοση στο εξωτερικό του πέμπτου και τελευταίου τόμου της Αλληλογραφίας του, που καλύπτει την εποχή κατά την οποία ο συγγραφέας έφερε βαρέως την επιτυχία του, απεκδυόταν τις λογοτεχνικές ετικέτες και εξαπατούσε (κατά περίπτωση) ερωμένες και βιογράφους. 


Θεωρώντας μάλιστα ότι η λογοτεχνική ιστορία γύρω του “στερεοποιείται”, αγωνιζόταν πεισματικά να κρατηθεί στο περιθώριο της δημοσιότητας. «Το να δίνεις στο κοινό λεπτομέρειες για τον εαυτό σου», έγραφε έξι μήνες προτού πεθάνει, «είναι ένας μπουρζουάδικος πειρασμός στον οποίο πάντοτε αντιστάθηκα.» «Δεν έχω βιογραφία», ήταν η σταθερή απάντησή του απέναντι στην ευγενή αδιακρισία του βιογράφου.

Από την άλλη, η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη αναφέρεται στα ημερολόγια του μοντερνιστή και νεοκλασικιστή συνθέτη Σεργκέι Προκόφιεφ (1891-1953), τα οποία στο σύνολό τους αποτελούν ένα ταξιδιωτικό φιλμ, ένα ευπαρουσίαστο χρονικό γεγονότων με δραματικές αντιπαραθέσεις και εξομολογητικό τόνο. Μικρό δείγμα μια εγγραφή του 1919: «Το πρώτο μου ρεσιτάλ: Ανησυχούσα λιγάκι σχετικά με τον Bach, αλλά το ξεπέρασα χωρίς δυσκολίες. Οι Contredanses του Beethoven πήγαν πολύ καλά και η Σονάτα του Schumann πήγε επίσης αρκετά καλά […]. Μετά το ρεσιτάλ υπήρχε πλήθος ανθρώπων στο πράσινο δωμάτιο. Με τραβούσαν από τα χέρια και τους ώμους με βία λόγω της έκστασής τους.»

ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ    Ο Μιλτιάδης Πολυβίου νεκρολογεί τον ποιητή και κριτικό Πάνο Θασίτη και ο Άκης Σακισλόγλου την πεζογράφο Στέλλα Βογιατζόγλου.


ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ     Την ενότητα της λογοτεχνίας σ’ αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» κοσμούν ζωγραφιές της Φωτεινής Χαμιδιελή, που γεννήθηκε και κατοικεί στη Βέροια, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Rhode Island των ΗΠΑ, διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση και έχει στο ενεργητικό της 12 ατομικές εκθέσεις και συμμετοχή σε πάνω από 75 ομαδικές. Για το έργο της Χαμιδιελή γράφει η Δήμητρα Μήττα.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ     Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου και παράγεται με τη χορηγική υποστήριξη της THINK BEAUTY, παρουσιάζεται το πορτφόλιο του Άκη Παπαδόπουλου «Τα ιδρωμένα αλώνια». 


Γράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου σχολιάζοντας τη συγκεκριμένη εργασία, που καταγράφει παραδοσιακούς αγώνες πάλης στη μακεδονική ενδοχώρα: [Πρόκειται για μια] σειρά ασπρόμαυρων έντεχνων ντοκουμέντων, όπου ξεδιπλώνεται όλη η τελετουργία: το κάλεσμα του κοινού από τους παλαιστές πριν από τον αγώνα, η πανηγυρική ατμόσφαιρα, το γυάλισμα των σωμάτων, η ένταση της μονομαχίας, το σμίξιμο ιδρώτα, χώματος και λαδιού πάνω στη γυμνή, μυώδη σάρκα. Στην ζωντανή αυτή αφήγηση παρεμβάλλονται, σαν απαραίτητα σημεία στίξης, τα πορτραίτα των παλαιστών που ποζάρουν στον φακό με αιχμηρό βλέμμα λίγο πριν από τον αγώνα. 


Οι εκφραστικές φωτογραφίες του Παπαδόπουλου ζωντανεύουν ψήγματα από τη δράση και τον χώρο στον οποίο αυτή συμβαίνει. Εδώ δεν υπάρχουν περιθώρια λαθραίας καταγραφής. Ο φωτογράφος πρέπει να μυηθεί στο τυπικό και αναπόφευκτα να γίνει αποδεκτός από την κοινότητα. […] Η φωτογραφία τέτοιων δρώμενων τελικά, πέρα από λαογραφικές επισημάνσεις, ανοίγει σήμερα ένα παράθυρο σε ένα κομμάτι του εαυτού μας επιμελώς κρυμμένο, όπου ―πέρα από το λούστρο και τις ουσιαστικές ή επιφανειακές κατακτήσεις του σύγχρονου πολιτισμού― αντηχεί ακόμη ο ζωτικός χτύπος του αρχέγονου κόσμου.»

Τέλος, από το τεύχος αυτό στην ύλη του «Εντευκτηρίου» προστίθεται μια νέα ενότητα, υπό τον προβοκατόρικο επίτιτλο «Φωτογραφίες που ίσως δεν εγκρίνει ο κ. Άρις Γεωργίου». Η αρχή γίνεται με τη σειρά «Το τέλος της ζωής όπως την ήξερα», του Γαβρήλου Κοντομανίκη.

Τα τέσσερα τεύχη ενός χρόνου κοστίζουν τουλάχιστον 40 ευρώ. Ως συνδρομητές, τα έχετε κάθε τρεις μήνες στο σπίτι σας μόνο με 30 ευρώ ετησίως.  Γραφτείτε σήμερα συνδρομητές, στέλντοντάς το μήνυμά σας στο entefktirio@translatio.gr

Επίσης, μπορείτε να έχετε σημαντικές εκπτώσεις στα βιβλία και τα cd των Εκδόσεων Εντευκτηρίου. 

 

27.9.08

ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΓΙΟΥΡΣΕΝΑΡ: ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ






 









Γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

 

Μια προσωπική μελέτη της αισθητικής του ονείρου

 

 

Μαργαρίτα Γιουρσενάρ: Τα όνειρα και οι μοίρες

Μετάφραση: Νίκος Δομαζάκης

Αθήνα, εκδόσεις Χατζηνικολή 2008, 230 σελ.

 

«Τα όνειρα και οι μοίρες» είναι ένα από τα πρώτα βιβλία της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Πρωτοδημοσιευμένο το 1938, την ίδια χρονιά με τα φημισμένα «Διηγήματα της Ανατολής», μεταφράστηκε μόλις πρόσφατα στα ελληνικά, σχεδόν μισό αιώνα μετά την πρώτη του έκδοση. Ίσως επειδή δεν είναι το πιο «αφηγηματικό» της βιβλίο· ούτε μυθιστόρημα, ούτε νουβέλα, ούτε διηγήματα, είναι κατά κάποιον τρόπο μια προσωπική μελέτη της αισθητικής του ονείρου και προσπαθεί να διατυπώσει μια πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί το όνειρο σχηματίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Τα τριάντα όνειρα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό δεν είναι οι απλές, συνηθισμένες, σύντομες εξιστορήσεις της ‘υπόθεσης’ που φανέρωσε η νύχτα αλλά λεπτομερέστατες αφηγήσεις του φόντου, των προσώπων που εμφανίστηκαν στο όνειρο κτλ. Η Γιουρσενάρ δεν περιορίζεται να πει «περπατούσα σε έναν κήπο»· εννοεί να περιγράψει τον κήπο με όλα τα χρώματα που είχε στο όνειρο. Άλλωστε,  όταν έγραψε τα όνειρά της πίστευε ότι κάθε πεζό έπρεπε να διατηρεί ένα είδος λυρικής ομορφιάς, να γέρνει προς το τραγούδι.

Λόγου χάρη, στο όνειρο «Οι ζαρντινιέρες» αφηγείται: «Είμαι σ’ ένα παιδικό δωμάτιο, που βρίσκεται στη σοφίτα ενός παλιού εξοχικού σπιτιού. Το δωμάτιο θερμαίνεται από μια σόμπα, που οι εμαγιέ πλάκες της απεικονίζουν σκηνές από τους ‘Μύθους’ του Λαφοντέν, και το πορτρέτο ενός βοσκού εποχής Λουδοβίκου ΙΕ΄, που παίζει φλογέρα, είναι κρεμασμένο στον τοίχο, πλάι στον χοντρό, μονίμως λίγο μαυρισμένο σωλήνα, από τον οποίο διαρρέει καπνός.»

Για την ίδια τη Γιουρσενάρ το βιβλίο αυτό δεν ήταν παρά η σχεδόν απεγνωσμένη απόπειρα, που κάθε έμπειρος ονειρευόμενος γνωρίζει καλά, να καταφέρει ν’ αποδώσει με λέξεις κάτι από την ένταση του χρώματος, την πολυπλοκότητα των συναισθημάτων, την ποικιλία των ενεργειών του ονείρου.

Οι αναφορές της στον κόσμο των ονείρων δεν εξαντλούνται στις σελίδες αυτού του βιβλίου της. Στο μυθιστόρημα που την έκανε δημοφιλή σε όλο τον κόσμο, τα «Αδριανού απομνημονεύματα» (1951), ο εμβληματικός ομώνυμος ήρωάς της αφηγείται τα όνειρα που είχε δει στα τελευταία χρόνια της ζωής του, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι και η ίδια η ζωή έχει κάτι από τον άυλο χαρακτήρα του ονείρου.

Επίσης, ο άλλος ξεχωριστός ήρωάς της, ο Ζήνων, ο μοναχικός αναρχικός, φιλόσοφος-αλχημιστής του 16ου αιώνα, λέει στην «Άβυσσο» (1968) ότι τα μηνύματα των ονείρων μερικές φορές βγαίνουν αληθινά, αφού αποκαλύπτουν τα μυστικά του κοιμισμένου. Θεωρεί ο Ζήνων τα όνειρα παιχνίδια του πνεύματος που αφήνεται στον εαυτό του, και μπορούν να μας πληροφορήσουν για το πώς αντιλαμβάνεται η ψυχή τα πράγματα. Απαριθμεί μάλιστα τις ιδιότητες της ύλης που αποκαλύπτονται στο όνειρο, την ελαφράδα, το άπιαστο, το ασύνδετο, την πλήρη αποδέσμευση από τον χρόνο, τη μεταβλητότητα των σχημάτων του προσώπου που κάνει να είναι ο καθένας πολλοί και οι πολλοί να μειώνονται σε έναν, το σχεδόν πλατωνικό αίσθημα της ανάμνησης, την ανυπόφορη αίσθηση μιας ανάγκης.

Στο βιβλίο «Με ανοιχτά τα μάτια», τη συνέντευξη-ποταμό στον Ματιέ Γκαλέ, η Γιουρσενάρ θα εκμυστηρευτεί: «Σπάνια βλέπω αγχώδη όνειρα. Βλέπω, κυρίως, τοπία εκπληκτικής ομορφιάς. Καμιά φορά και πρόσωπα, που είναι όμως λιγότερο σημαντικά από το τοπίο. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ονειρευόμαστε σε ασπρόμαυρο. Έχω κάνει τις έρευνές μου και διαπίστωσα ότι πολλοί είναι οι άνθρωποι που ονειρεύονται, όπως και γω, σε καταπληκτικά έντονα χρώματα.»

Το δεύτερο συνθετικό του τίτλου του βιβλίου αναφέρεται στο πεπρωμένο, τον ‘κλήρο’ μιας ύπαρξης. Η Γιουρσενάρ πίστευε ότι υπάρχουν σχέσεις ανάμεσα στο πεπρωμένο ενός ανθρώπου και στα όνειρά του.

Κόρη του Γάλλου αξιωματικού Μισέλ Κληνεβέρκ ντε Κραγιενκούρ και της Βελγίδας Φερνάντ ντε Καρτιέ, η Γιουρσενάρ γεννήθηκε στις 8.6.1903 στις Βρυξέλλες. Μεγάλωσε σε περιβάλλον εύπορο και πνευματικό, γεγονός που της έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσει πλατιά και πλήρη παιδεία, στην οποία ιδιαίτερη θέση κατείχαν ο βουδισμός, οι Έλληνες και οι Λατίνοι κλασικοί. Σπούδασε και έζησε στην Ευρώπη μέχρι το 1942, οπότε εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Νησί των Έρημων Βουνών (Μέην, ΗΠΑ), σε ένα παλιό ξύλινο σπίτι. Έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής της (17.12.1987) και το μοιράστηκε για σχεδόν σαράντα χρόνια με τη φίλη και σύντροφό της Γκρέις Φρηκ, κατόπιν για άλλα εφτά χρόνια με τον τελευταίο σύντροφό της (και πολύ νεότερό της) Τζέρι Ουίλσον και στο τέλος μόνη. Συνέχισε να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο σχεδόν μέχρι τον θάνατό της. Από τα γνωστότερα έργα της: «Αλέξης» (1929), «Χαριστική βολή» (1939), «Κριτική παρουσίαση του Καβάφη» (1958), «Ο λαβύρινθος του κόσμου (3 τόμοι», 1974-1978), «Το στεφάνι και η λύρα» (μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων ποιητών, 1979), «Μισίμα» (1981) και άλλα.

 

 

5.8.08

Κυκλοφορεί το καλοκαιρινό «Εντευκτήριο»





Ελληνική ποίηση και πεζογραφία,

ζωγραφική, φωτογραφικό ένθετο


τεύχος 81, Καλοκαίρι 2008, τιμή 10 ευρώ




Νέα ποιήματα της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, του Μιχάλη Γκανά, του Αναστάση Βιστωνίτη, πεζά του Τάσου Χατζητάτση και της Λίλας Κονομάρα, ένα αφήγημα επιστημονικής φαντασίας του Ζαν-Πιερ Αντρεβόν για το τι θα συμβεί στον κόσμο μας όταν το πετρέλαιο θα έχει εξαφανιστεί (μετ.: Παύλος Μαύρος), παρουσίαση τριών σχετικά νέων συγγραφέων από την κεντρική και την ανατολική Ευρώπη, ένας μονόλογος του Λεωνίδα Προυσαλίδη αφιερωμένος στη Λούλα Αναγνωστάκη κι ένα δοκίμιο του Δ. Ν. Μαρωνίτη για τις ομηρικές γυναικείες μορφές στο αρχαίο δράμα είναι μερικά μόνο από τα περιεχόμενα του νέου, καλοκαιρινού τεύχους του «Εντευκτηρίου» (αριθ. 81, 176 σελ., 10 ευρώ), που μόλις κυκλοφόρησε.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Με τρία ποιήματα υπό τον κοινό τίτλο «Σκοτεινό νερό κι όμως σε φέγγει» επιμένει η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου. Γράφει στο πρώτο από αυτά: [...] Μην κρύβεσαι μην κλείνεσαι / Σαν λουλούδι της νύχτας / Σκοτεινό νερό και σε φέγγει / Εικόνα στη σκιά του σπιτιού σου / Εντός είσαι άγρυπνος και γυμνός // Έλα έλα // Στο στήθος σου άρωμα χύνω / Κόκκινα φιλιά με στόμα πορφυρό / Μιας αιματοβαμμένης μέρας


Υπάρχουν ποιητές, ελάχιστοι, πιστεύει ο Ηλίας Κεφάλας, που μιλούν την ιδιαίτερη φωνή του γενέθλιου τόπου με έναν τρόπο καθολικό και σχεδόν καταλυτικό, που αναδεικνύουν τους δεσμούς καταγωγής ως πιο ισχυρούς από τους δεσμούς του αίματος και που, πολλές φορές, τους συνταυτίζουν, συναντώνται κατά μια περίεργη φαινομενολογική συγκυρία σε ένα συνεχόμενο γεωγραφικό τόξο: πρόκειται για την άτμητη ενδοχώρα της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας. Το τόξο δηλαδή αρχίζει από τη «μικρότατη Άρτα» του Γιάννη Δάλλα, συμπαρασύρει στο ξεκίνημά του όλη την Ήπειρο των Μιχάλη Γκανά, Νίκου Χουλιαρά, Κώστα Κρυστάλλη, για να αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια ονόματα παλιά και καινούρια, περνά από τα φασματικά Τρίκαλα του Νίκου Παππά και τη χαμηλόβουνη Δεσκάτη του Χρίστου Μπράβου και καταλήγει στο «Μαύρο Δάσος» με τα Μακεδονίτικα πουλιά του Μάρκου Μέσκου. Τόνιζα τότε ότι οι ποιητές που έχουν τις βιολογικές αφετηρίες τους στο μισοφέγγαρο αυτό είναι άρρηκτα δεμένοι με τη γενέθλια γη. Ο εντόπιος χώρος λειτουργεί σαν ένα προστατευτικό κέλυφος πάνω από την καθημερινή τους ανάλωση. Οπωσδήποτε, όμως, το κέντρο της συμπάγειας αυτής είναι η Ήπειρος και οι Ηπειρώτες ποιητές είναι αυτοί που, κατά κύριο λόγο, επιβεβαιώνουν το φαινόμενο, κατακυρώνοντάς το ως ένα επί μέρους χαρακτηριστικό μέσα στο οικουμενικό άνοιγμα της ποίησής τους.
Από αυτή την οπτική ο Ηλίας Κεφάλας γράφει για τη «μαγνητική δύναμη της εντοπιότητας» και την εφαρμογή της στην περίπτωση του εξ Ηπείρου ποιητή.

Σ' αυτό το φόντο δημοσιεύονται τα τρία πεζόμορφα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά, που επιγράφονται στη γενική πτώση «Γυναικών»

Από την ανέκδοτη συλλογή του «Τα ρόδα της Αχερουσίας» αποσπά επτά ποιήματα ο Αναστάσης Βιστωνίτης.

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμη τα τελευταία, ίσως, ποιήματα του Χρίστου Λάσκαρη, που πέθανε στις αρχές του καλοκαιριού, καθώς και ποιήματα της Ουρανίας Κουνάγια και του πρωτοεμφανιζόμενου Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου.

Ο Τάσος Χατζητάτσης δημοσιεύει ένα νέο διήγημά του σε μορφή εξαιρετικά σύντομης σάγκας και η Λίλα Κονομάρα παρουσιάζει τον διαρκώς ερωτηματικό και σπειροειδή μονόλογο «Ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα απ’ την αρχή»· μονόλογο δημοσιεύει και ο θεατρικός συγγραφέας Λεωνίδας Προυσαλίδης, βασισμένο μάλιστα στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Διαμάντια και μπλουζ».


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το δοκίμιο του Δ. Ν. Μαρωνίτη «Ομηρικές γυναίκες στο αρχαίο δράμα», που επιλεκτικά αλλά και αποτελεσματικά σχολιάζει την παραδειγματική εμπλοκή ηρωίδων από τα ομηρικά έπη (της Ελένης και της Κλυταιμνήστρας πρωτίστως), σε αρχαίες τραγωδίες।


Επίσης, το παιγνιώδες κείμενο του Σάκη Σερέφα για την έμπνευση και την ποίηση.


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων, όπου οι Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μισέλ Φάις, Τιτίκα Δημητρούλια, Μαρία Στασινοπούλου, Βενετία Αποστολίδου, Λίνα Πανταλέων, Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Φίλιππος Φιλίππου, Δημήτρης Κόκορης, Βάνα Χαραλαμπίδου και Παναγιώτης Γούτας γράφουν για βιβλία των Γιώργου Κοροπούλη, Γιώργου Χρονά, Σταύρου Ζαφειρίου, Γιώργου Παναγιωτίδη, Γιάννη Ατζακά, Τόλη Νικηφόρου, Νίκου Μπακουνάκη, Έλσας Κορνέτη, Μαριάννας Κορομηλά και Πέτρου Τατσόπουλου· ακόμη, ο Βασίλης Τομανάς και ο Δημήτρης Η. Παστουρματζής προτείνουν βιβλία των Βίκτορ Σερζ και Γκυ Σαζέ, ενώ στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε μεγάλο αριθμό πρόσφατων εκδόσεων.

ΣΧΟΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ

Στο «Καπνιστήριο», η Ελένη Κοσμά και ο Στέργιος Μήτας γράφουν για τη σχέση εβραϊσμού - λογοτεχνίας αλλά και για τη «διαρκή νεότητα της Σιμόν ντε Μπωβουάρ», ενώ η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη αναφέρεται σε μια μετάφραση του «Φάουστους» του Γκαίτε από τον Κόλριτζ.

Ακόμη, η Ελένη Χοντολίδου νεκρολογεί τον διανοητή, συγγραφέα και (μεταξύ άλλων ιδιοτήτων) εκδότη του περιοδικού «Ο Πολίτης», Άγγελο Ελεφάντη, και ο διευθυντής του «Εντευκτηρίου» αποχαιρετά δύο σπουδαίες φυσιογνωμίες της Θεσσαλονίκης, την ευεργέτρια Αλίκη Τέλλογλου (του ομώνυμου ιδρύματος) και την κριτικό της τέχνης (και συνεργάτιδα του περιοδικού) Σοφία Καζάζη, καθώς και τον πεζογράφο, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Μήτσο Αλεξανδρόπουλο.


ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ












Την ενότητα της λογοτεχνίας σ’ αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» ―με τη συνεργασία του Μανόλη Γιανναδάκη― κοσμούν έργα αποφοίτων του Εργαστηρίου Χαρακτικής της Σχολής Καλών Τεχνών Α.Π.Θ. Πρόκειται για τους: Χρύσα Μπεζιργιαννίδου (Ορεστιάδα, 1974), Γιώργο Πάλλη (Αθήνα, 1969), Ελένη Κυριακίδου (Κωνσταντινούπολη, 1968), Serhad (Serhad Tseliker Bapir, Κουρδιστάν, 1964), Δημήτρη Καρλαφτόπουλο (Αθήνα, 1971), Anna Maira Glownia (Πολωνία), Κριστιάνα Ηλιοπούλου (Ρουμανία, 1969), Ιωάννα Χάμου (Λάρισα, 1981), Παναγιώτη Καλογιάννη (Κλουζ, Ρουμανία, 1983), Ράνια Φραγκουλίδου (Κατερίνη, 1971), Ελένη Βλάχου (Θεσσαλονίκη, 1979), Ελένη Τσίρη (Καστοριά, 1967), Νένα Γεωργιάδου (Πτολεμαΐδα, 1977) και Κυριακή Φωτιάδου (Ηράκλειο, 1972).

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ
Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου και παράγεται με τη χορηγική υποστήριξη της THINK BEAUTY, παρουσιάζεται το πορτφόλιο της Ένης Κούκουλα «Άλλος τόπος». 

Γράφει ο Βασίλης Αμανατίδης σχολιάζοντας τη συγκεκριμένη εργασία της: « Στις φωτογραφίες της Ένης Κούκουλα, τα σώματα και τα πράγματα ―ολόκληρα ή σπαραγμένα― διακηρύσσουν με τον πιο βουβό και αθόρυβο τρόπο την απόσπασή τους από μια υποθετική ολότητα· στέκουν ως σιωπηλά μνημεία του απογαλακτισμού τους από το όλον που τα περιέχει· ασκούν, με μια αυτεξουσιότητα, το δικαίωμά τους να παραμείνουν λεπτομέρειες. Εδώ, η απόσπαση από το ενιαίο του κόσμου μνημειώνεται με την τήρηση ενός στρατηγήματος απομάκρυνσης: Oι εικονιζόμενες ανθρώπινες μορφές στρέφουν την πλάτη στο κάθε βλέμμα μας […]. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τα αντικείμενα “αρνούνται” την πλήρη και ανεμπόδιστη θέασή τους, “προκρίνοντας” τη μερική και θραυσματική έκθεσή τους. Αυτή η συστροφή και αυτός ο επιμερισμός, ωστόσο, δε μας εμποδίζουν ποτέ να τα κατανοήσουμε. Αντίθετα, βοηθούν τον θεατή να καταλαγιάσει το σημερινό, αδηφάγο του βλέμμα και να πλησιάσει τα αποσπάσματα του κόσμου με την ίδια αργή σιωπή που του επιβάλλουν αυτοί οι διαιρεμένοι χώροι, αυτοί οι απομακρυσμένοι άνθρωποι και αυτά τα αποκομμένα αντικείμενα.»

15.7.08

Η ΑΝΘΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Υπήρξα και παραμένω φανατικός αναγνώστης εφημερίδων και ―κυρίως― περιοδικών· και μάλιστα ευρέος φάσματος, δηλαδή όχι μόνο των λογοτεχνικών. Κι αν μερικά λογοτεχνικά περιοδικά, με την ποιότητά τους και την οπτική τους, με ώθησαν κάποια στιγμή στο να αποπειραθώ την έκδοση του Εντευκτηρίου, τα "άλλα" περιοδικά, τα μη λογοτεχνικά, ήταν εκείνα που διαμόρφωσαν την γραφιστική αισθητική μου, όπως αυτή εκφράζεται τώρα πια στις σελίδες του δικού μου περιοδικού.

Παρακολουθώ φυσικά με φανατισμό, τα τελευταία χρόνια, τα (λεγόμενα) freee press, αν και σε μερικά από αυτά η δημοσιευόμενη ύλη είναι το πρόσχημα για τη συγκέντρωση διαφημίσεων· και για τα περισσότερα δεν ξέρω πόσο ακριβώς free μπορούν να είναι, δέσμια ακριβώς των διαφημίσεων και παρόμοιων εξαρτήσεων.

Ανάμεσα στα free press ξεχωρίζω για την ποιότητα της ύλης της την Parallaxi, κι αυτό σε μεγάλο βαθμό (ελπίζω) άσχετα από το γεγονός ότι ο εκδότης της Γιώργος Τούλας είναι φίλος αλλά κι από το ότι η Parallaxi αρκετές φορές έχει αναφερθεί επαινετικά στο Εντευκτήριο και στο υποκείμενό μου.



Στο τελευταίο τεύχος της λοιπόν η Parallaxi δημοσιεύει δύο τουλάχιστον εξαιρετικά κείμενα, που αποτελούν λαμπρά δείγματα της νέας δημοσιογραφικής λογοτεχνίας που ακμάζει στον τόπο μας και στον καιρό μας. Το ένα είναι το εκδοτικό σημείωμα του Γιώργου Τούλα, το δεύτερο είναι μια ιστορία που αφηγείται ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης (νομίζω ότι στο Εντευκτήριο πρωτοδημοσίευσε πεζό του).

Αναζητείστε το καλοκαιρινό τεύχος του περιοδικού και διαβάστε αυτά αλλά και τα υπόλοιπα κείμενά του.
Δείγματος χάριν, παραθέτω εδώ το κείμενο του Τούλα.
Γιώργος Κορδομενίδης


Το δικό της αλλιώτικο καλοκαίρι

Πάνε τρεις μήνες που ξενοίκιασε το σπίτι. Όχι τίποτε σπουδαίο, ένα δυάρι στη Ροτόντα. Τριακόσια είκοσι ευρώ με το χαρτόσημο. Πολυκατοικία του εξήντα. Το πλήρωναν από μισό με τον Παντελή. Δυόμιση χρόνια άντεξαν μαζί. Τελευταία πιο πολλές ήταν οι γκρίνιες για τα χρέη, παρά οι χαρές. Χώρισαν στην αρχή του χειμώνα. Με τα πρώτα πετρέλαια. Τα πρώτα ανεβασμένα κοινόχρηστα. Είπε να το κρατήσει μόνη. Είχε τη σκασίλα του χωρισμού, να γύρναγε και στη μάνα της… Έπιασε και τρίτη δουλειά. Το πρωί αναπληρώτρια σε ένα σχολείο στη Χαλάστρα, μίαμιση ώρα να πάει και μιάμιση νάρθει. Τρία απογεύματα τη βδομάδα ιδιαίτερα σε ένα πιτσιρίκι αδύναμο στα φιλολογικά και κάθε Σάββατο και Κυριακή κρατούσε δυο δίδυμα για να βγαίνουν οι γονείς τους. Τα βόλευε κάπως αν δε γλιστρούσε μια μέρα σε ένα πεζοδρόμιο και δεν έσπαγε τα δόντια. Κάτω γνάθος κατεστραμμένη. Στα καλά καθούμενα. Και ένα μήνα με μώλωπες μακριά από τη δουλειά και τα χρέη που συσωρεύτηκαν, μετρητό δεν έμπαινε καθόλου και μετά τα δόντια. Δύο οκτακόσια για να φτιαχτούν. Σε μέτριο οδοντίατρο στην Τούμπα και όχι στο φιρμάτο στη Μητροπόλεως, που την έστειλε η κυρία που της κρατούσε τα παιδιά. Η μόνη λύση για να τον πληρώσει ήταν το δάνειο. Ξενοίκιασε το σπίτι και γύρισε στο πατρικό. Παναγία Φανερωμένη. Η πολυκατοικία γεμάτη πια μετανάστες. Και το παιδικό της δωμάτιο τι να πρωτοχωρέσει. Καλοκαίριαζε πια. Τις εξόδους τις έκοψε εκ των πραγμάτων. Τα κορίτσια είπαν μια μέρα για Πέγκυ Ζήνα και Ρουβά. Πλάκα θα είχε. Το ξέχασε το ίδιο απόγευμα. Έβγαινε στο μπαλκόνι της πρασιάς και κάπνιζε. Είχε και τα μπάιπας του πατέρα της. Που να καπνίσεις μέσα στο σπίτι. Βγες καμιά βόλτα της έλεγε η μάνα της, θα μαραθείς. Καλοκαιρινά ρούχα είχε να πάρει δυο χρόνια. Πέρσι κράτησαν τα λεφτά με τον Παντελή και πήγαν δέκα μέρες σε κάμπινγκ στην Κρήτη. Φέτος λογάριαζε να πάει κάπου σε δωμάτιο. Μεγάλωσε και κουράστηκε να κοιμάται κατάχαμα. Τα λογάριασε και έτσι και αλλιώς δεν της έβγαινε. Και όταν οι άλλες έβγαλαν τα εισιτήρια για την Κω τους είπε να μην την υπολογίζουν φέτος. Το δάνειο την έπνιγε και ας της έλεγε ο πατέρας της να μη σκάει. Πως κάτι θα έκανε και κείνος. Τα εξακόσια ευρώ της σύνταξης το μήνα ήταν ανέκδοτο. Σκέφτηκε να πάει μια βδομάδα στην Πελλοπόνησο. Η μάνα της κατάγεται από ένα χωριό κοντά στη Ζαχάρω. Περνούσαν παλιά τα καλοκαίρια στο σπίτι του παππού. Ψηλοέρημο πια. Τηλεφώνησε στα ξαδέρφια της, λέω να κατέβω. Μην έρθεις της είπαν, θα μαυρίσει η ψυχή σου. Ένας χρόνος πέρασε και δεν έχουν κάνει τίποτε. Απορώ που πήγαν όλα εκείνα τα λεφτά που δίνατε πέρσι στους μαραθώνιους για τα καμένα. Την άδεια την έφαγε στο πήγαινε έλα. Μια μέρα σε μια πισίνα με κάτι συναδέλφους. Πήρε δυο ποτά και άραξε στον ήλιο. Ένα Σαββατοκύριακο στα Φλογητά στο σπίτι του αδερφού της με τα παιδιά και τα σκυλιά. Και τρεις μέρες στο κάμπινγκ το φοιτητικό, γκοτζάμ γαιδούρα. Ένα βράδυ την έπιασε το παράπονο στο μπαλκόνι και έκλαψε. Τι στο διάολο κάνω στραβά σκέφτηκε. Το Αύγουστο άρχισε να προγυμνάζει ένα μαθητή για την επόμενη χρονιά. Κάθε μέρα δυο ώρες. Και κρατούσε και τα δίδυμα τα απογεύματα που η μάνα τους έκανε βελονισμούς και τάι τσι. Μια νύχτα στην Παναγία Φανερωμένη ανέβηκε στην ταράτσα. Η νύχτα ήταν ξάστερη. Έκανε ένα τσιγάρο, είδε τους Ρώσους απέναντι να πίνουν μπύρες. Του χρόνου σκέφτηκε, αν δε σπάσω κανένα δόντι μια βδομάδα σε τετράστερο θα την πάω. Όσο και αν στοιχήσει. Να νοιώσω σαν τα κορίτσια των διαφημίσεων.

Γιώργος Τούλας

14.7.08

Πλαστικά όνειρα με δανεικό χρήμα (Μιγιούκι Μιγιάμπε)

Η αλλοτρίωση του ανθρώπου από την υπερκατανάλωση και τον αλόγιστο δανεισμό

Μιγιούκι Μιγιάμπε
Πύρινη άμαξα
Μετάφραση [από τα αγγλικά]: Βασίλης Πουλάκος
Αθήνα, εκδόσεις Printa 2007, 337 σελ.

γράφει ο διευθυντής του Εντευκτηρίου, Γιώργος Κορδομενίδης


«H καταναλωτική μανία των Ελλήνων έχει οδηγήσει τη χώρα μας στην πρώτη θέση των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών με το υψηλότερο ποσοστό καταναλωτικών δανείων στο σύνολο του δανεισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2006, το ποσοστό της καταναλωτικής δαπάνης ανήλθε στο 16,32% έναντι 7, 97 στην Ευρωζώνη και 8,31 στην Ευρώπη των 27». («Η Καθημερινή», 25 Μαΐου 2008)


Μέχρι πριν από τρεις δεκαετίες, ήταν ελάχιστοι οι σύγχρονοι Γιαπωνέζοι συγγραφείς που γνωρίζαμε, έστω και κατ’ όνομα. Κι ακόμα λιγότερα ήταν τα βιβλία τους που μπορούσαμε να διαβάσουμε στη γλώσσα μας· κυρίως του Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα και του Γιασουνάρι Καουαμπάτα (βραβείο Νομπέλ 1968).
Η εκδοτική επιτυχία του βιβλίου του Γιούκιο Μισίμα «Εξομολογήσεις μιας μάσκας» (μετ. Λουκά Θεοδωρακόπουλου, Οδυσσέας 1977) και το ευρύτερο ενδιαφέρον γύρω από τη ζωή και το έργο του συγκεκριμένου συγγραφέα φαίνεται πως έστρεψαν την προσοχή των Ελλήνων εκδοτών στο έργο και άλλων σύγχρονων Γιαπωνέζων πεζογράφων. Έτσι, από τη δεκαετία του ’80 και μετά, γνωρίσαμε, μεταξύ άλλων, τους Κατσούο Ισιγκούρο, Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, Σουσάκου Έντο, Σέισι Γοϊκομίρο, Μπανάνα Γιοσιμότο, Χαρούκι Μουρακάμι, Γιόκο Ογκάουα (ονόματα που συχνά μεταγράφονται στα ελληνικά με διαφορετικό τρόπο από τους ποικίλους μεταφραστές).
Η «Πύρινη άμαξα» της Μιγιούκι Μιγιάμπε δεν είναι το πρώτο γιαπωνέζικο αστυνομικό μυθιστόρημα που μεταφράζεται στα ελληνικά (η αστυνομική σειρά των εκδόσεων «Άγρα» περιλαμβάνει ήδη αρκετά βιβλία του είδους αυτού). Παρουσιάζει ωστόσο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στο επίκεντρό του βρίσκεται η αλόγιστη χρήση καταναλωτικών καρτών και δανείων. Το φαινόμενο αυτό, που βρισκόταν στην κορύφωσή του στην Ιαπωνία στη δεκαετία του ’80, χαρακτηρίζει τώρα και την ελληνική οικονομία.
Κάθε άτομο που δεν μπορεί να απαντήσει τίμια στη βασική ερώτηση «ποιος είσαι;» είναι δυνατόν να εξαφανιστεί «σαν τις αράχνες που δεν αφήνουν πίσω τους ίχνη αλλά μονάχα έναν τέλειο ιστό». Όμως, όταν μια τέτοια εξαφάνιση συμβαίνει σε μια κοινωνία συμπαγή όπως η γιαπωνέζικη, όπως γίνεται στο γεμάτο διακυμάνσεις αστυνομικό μυθιστόρημα της Μιγιάμπε, τότε η εξαφάνιση μπορεί να αποδειχτεί ολοκληρωτική και μοιραία.
Αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το ξέρει ο έμπειρος ντετέκτιβ της αστυνομίας Σούνσουκε Χόνμα, που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια μετά από πυροβολισμό που δέχτηκε από έναν κακοποιό, όταν ανέλαβε ―κατά παράκληση του ανιψιού της συγχωρεμένης της γυναίκας του― να ερευνήσει την εξαφάνιση της αρραβωνιαστικιάς του. Εκ πρώτης όψεως, η Σόκο Σεκίνε εξαφανίστηκε για να μην ανακαλυφθεί ότι στο παρελθόν είχε ζητήσει και κηρύχθηκε σε ‘καταναλωτική πτώχευση’, εξαιτίας της υπέρμετρης χρήσης της πιστωτικής της κάρτας στην αρχή, των υπεραναλήψεων μετρητών κατόπιν, των διαδοχικών προκαταβολών από τον μισθό της κτλ.
Η ενδελεχέστερη έρευνα από τον ντετέκτιβ Χόνμα αυτής της εξαφάνισης καταλήγει σε μια απροσδόκητη ανακάλυψη: η (φερόμενη ως) ‘Σόκο Σεκίνε’ είχε οικειοποιηθεί την ταυτότητα και το βιογραφικό μιας άλλης γυναίκας, της οποίας μάλιστα ―κι αυτό είναι το χειρότερο― είχε αφαιρέσει τη ζωή.
Ο βασικός καμβάς της ιστορίας ξεκαθαρίζει αρκετά γρήγορα, όπως επίσης σχεδόν εξαρχής είναι προφανής η άτυχη κατάληξη της πραγματικής Σόκο. Ωστόσο, η Μιγιάμπε καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος, έτσι όπως ο ντετέκτιβ φέρνει στο φως τη μια λεπτομέρεια μετά την άλλη, για τις ζωές των δύο γυναικών. Στην έρευνά του παίζει ιδιαίτερο ρόλο το πολύπλοκο γραφειοκρατικό σύστημα με το οποίο το ιαπωνικό κράτος παρακολουθεί την οικογενειακή κατάσταση κάθε πολίτη, τον εκάστοτε τόπο διαμονής του, τη διαδοχική του κοινωνική ασφάλιση από εργοδότη σε εργοδότη.



Η Μιγιάμπε αποδεικνύεται πραγματική δεξιοτέχνης στην ψυχογράφηση του σύγχρονου Ιάπωνα μικρο- και μεσο-αστού που βρίσκεται καταχρεωμένος και τα χάνει όλα στην προσπάθειά του να γευτεί την ‘καλή ζωή’ που περιγράφουν τα lifestyle περιοδικά. Ταυτόχρονα, περιγράφει συνοπτικά όσο και εύστοχα το πώς λειτουργεί η ιαπωνική κοινωνία σε διάφορα επίπεδα: το κυνηγητό της δουλειάς, η σημασία της οικογένειας, η θέση της γυναίκας αλλά και το πώς αλλάζει η οικονομία όταν ο δανεισμός γίνεται ευκολότερος. Εκεί όμως όπου λάμπει η δεινότητά της είναι η σκιαγράφηση του κεντρικού ήρωα, του ντετέκτιβ Χόνμα, τον οποίο παρουσιάζει σαν έναν άνθρωπο που δείχνει μεγαλύτερος από τα 42 χρόνια του, άτομο ιδιαίτερα σκεπτόμενο και με βαθιές ανησυχίες, για τη ζωή του αλλά και για το μέλλον του 10χρονου αγοριού του.
Όλο αυτό το πλέγμα των επιμέρους θεμάτων κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον ένα ήδη συναρπαστικό μυθιστόρημα και κινητοποιεί την προσοχή του αναγνώστη πέρα και πάνω από την πετυχημένη πλοκή.

Γιώργος Κορδομενίδης

[το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή, 13.7.2008]

8.7.08

ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΥ ΕΡΩΤΑ (Αλόν Χίλου)

Αλόν Χίλου
Ο θάνατος του μοναχού
Μετάφραση από τα εβραϊκά: Χρυσούλα Κ. Παπαδοπούλου
Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο 2007, 389 σελ.



Τον Φεβρουάριο του 1840, στην υπό οθωμανική κατοχή Δαμασκό, ξέσπασε μεγάλος διωγμός των Εβραίων όταν οι Χριστιανοί τους κατηγόρησαν ―αβάσιμα, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων― ότι δολοφόνησαν για τελετουργικούς λόγους έναν μοναχό του Τάγματος των Καπουτσίνων και τον Έλληνα υπηρέτη του.
Γεννημένος το 1972 στη Γιάφα του Ισραήλ, ο Αλόν Χίλου, στο πρώτο του αυτό μυθιστόρημα χρησιμοποιεί ως βάση τα πραγματικά περιστατικά, όπως έχουν καταγραφεί σε μαρτυρίες της εποχής αλλά και σε μεταγενέστερες σχετικές ιστορικές έρευνες, ωστόσο αφηγείται την Υπόθεση της Δαμασκού από μια εκκεντρική σκοπιά: Ο Ατσλάν Φάρχι, ένας νεαρός, μαλθακός, Εβραίος, γόνος διακεκριμένης οικογένειας εμπόρων της πόλης, νιόπαντρος ήδη στα δεκάξι του χρόνια μήπως και έτσι ανδρωθεί, ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του στην αγκαλιά ενός κουρέα, στη φτωχική πλευρά της πόλης, και αρχίζει να συνειδητοποιεί την ισόβιά του καταδίκη σε μια απαγορευμένη από τη θρησκεία του και διωκώμενη από τον νόμο ερωτική έκφραση.

Στην αφήγηση του Χίλου, ο θάνατος του ηλικιωμένου μοναχού, που προκάλεσε την οργή των Χριστιανών κατά των Εβραίων, συνέβη στη διάρκεια της ερωτικής του συνεύρεσης με τον Ατσλάν· ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την αποκάλυψη της ερωτικής του ιδιαιτερότητας, τη συνακόλουθη διαπόμπευση και αποβολή από την εβραϊκή κοινότητα αλλά και την τιμωρία του από το δικαστήριο, διαμέλισε το πτώμα και εξαφάνισε τα μέλη του. Και σαν να μην έφτανε μόνον αυτό, όταν από αφέλεια ενεπλάκη στην υπόθεση, κατηγόρησε ενώπιον των Αρχών τον πατέρα του και άλλους επιφανείς Εβραίους ότι αυτοί, όντως, δολοφόνησαν τον πατέρα Τομάσο. Καθοριστικό ρόλο στην ψευδή καταγγελία του Ατσλάν έπαιξε ένας γοητευτικός ανακριτής, στο πρόσωπο του οποίου ο νεαρός Εβραίος αναγνώρισε την, εξωτικής ομορφιάς, “χορεύτρια” που τον είχε σαγηνεύσει πρίν λίγες ημέρες σε ένα καπηλειό.
Η καταγγελία του Αρτσλάν επιβεβαίωσε τις φήμες που κυκλοφορούσαν μεταξύ των Χριστιανών και προκάλεσε βιαιοπραγίες κατά των Εβραίων και λεηλασίες των περιουσιών τους, που πέρασαν στην ιστορία ως Υπόθεση της Δαμασκού.
Το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας που εισάγει ο Χίλου (και για το οποίο δεν φαίνεται να διαθέτει ούτε καν μια απλή ιστορική ένδειξη) δίνει στο μυθιστόρημα διαχρονικό χαρακτήρα, καθώς ο νεαρός Εβραίος, ακριβώς όπως εκατομμύρια έφηβοι ανά τους αιώνες, αγωνίζεται να ανακαλύψει πρώτα, να αποδεχτεί έπειτα, να γευτεί τέλος την ερωτική του ιδιαιτερότητα. Η σύγχυσή του ―που αρκετές φορές εξελίσσεται σε φόβο― είναι έντονη, κάποτε γίνεται και μελοδραματική, αλλά αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να δικαιωθούν οι ακραίες ενέργειές του, δηλαδή οι βαριές κατηγορίες εναντίον του πατέρα του και του πεθερού του. Ο Ατσλάν ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εμφανίζεται ως πάσχων πρόσωπο, που πρώτα κατατρύχεται από αμφιβολίες για την ερωτική του υπόσταση και λίγο αργότερα γνωρίζει τις χαρές του έρωτα έμπλεως τρόμου για όσα δεινά τον περιμένουν αν/όταν αποκαλυφθεί η ερωτική του απόκλιση.
Την εξιστόρηση αναλαμβάνει ο ίδιος ο Ατσλάν, ο οποίος όμως ―κι αυτό είναι αξιοσημείωτο― στις πιο δυσάρεστες για κείνον στιγμές επιλέγει να μιλήσει για τις πράξεις και τις παραλείψεις του σε τρίτο πρόσωπο, λες και του είναι ευκολότερο να αναφερθεί σ’ αυτές σαν να είναι ενέργειες κάποιου άλλου!



Το μεγάλο προσόν του βιβλίου είναι το στυλ του. Ο Χίλου χρησιμοποιεί μια πολυποίκιλτη, συχνά ποιητική γλώσσα, που παραπέμπει σε καθαρά ανατολίτικες, λυρικές, αφηγήσεις. Σχεδόν κάθε ουσιαστικό συνοδεύεται από κάποιο επίθετο, οι χρόνοι εναλλάσονται με άτακτη κανονικότητα, μερικές φορές και μέσα στην ίδια πρόταση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επαινεθεί η εξαιρετική μεταφραστική εργασία της Χρυσούλας Κ. Παπαδοπούλου.
Πρόκειται για βιβλίο ασυνήθιστο, που ρίχνει ένα ιδιάζον, αν και αυθαίρετο, φως σε ένα συναρπαστικό επεισόδιο της ιστορίας αλλά και σε έναν τρόπο ζωής στη Μέση Ανατολή που έχει εξαφανιστεί ανεπιστρεπτί από το πρόσωπο της γης· παράλληλα, είναι βιβλίο διασκεδαστικό (με τον τρόπο του), με κοφτερό χιούμορ, αλλά και πειστικό, καθώς ο συγγραφέας αξιοποιεί προς την κατεύθυνση που επέλεξε το πλούσιο σχετικό πραγματολογικό υλικό.
Ακόμη κι έτσι πάντως, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι Ο θάνατος του μοναχού τιμήθηκε με το Προεδρικό Βραβείο του Ισραήλ (2006). Δεν μπορεί να μη σκεφτεί κανείς πως, στα καθ’ ημάς, υπήρξε βουλευτής (αργότερα διετέλεσε Υφυπουργός Πολιτισμού, προφανώς λόγω των “ανοιχτών” του πνευματικών οριζόντων) ο οποίος κατέθεσε ερώτηση στη Βουλή επειδή βραβεύτηκε με κρατικό βραβείο πεζογραφίας το “πορνογραφικό”, κατά τη γνώμη του, Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές της Έρσης Σωτηροπούλου!

Γιώργος Κορδομενίδης

6.6.08

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΟΥΝΤ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Σελίδες από τη βιογραφία του Πάουντ,
ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία,
ζωγραφική και φωτογραφικό ένθετο




Ο Πάουντ είναι δεκαπέντε χρονών όταν αποφασίζει ότι θα γίνει ποιητής κι αρχίζει να εκπαιδεύεται αναλόγως. Η άποψή του είναι (όπως θα γράψει δώδεκα χρόνια αργότερα στο άρθρο του, «Πώς Ξεκίνησα») ότι το ορμέμφυτο, όπως το ονομάζει, είναι από τους θεούς ― η τεχνική όμως εναπόκειται στην απόλυτη ευθύνη του ανθρώπου⋅ κι έτσι αποφασίζει ότι μέχρι τα τριάντα πρέπει να γνωρίζει για την ποίηση περισσότερα από κάθε άλλον επί της γης: να διακρίνει το «δυναμικό περιεχόμενο» από το «κέλυφος», τι θεωρούν ποίηση παγκοσμίως, ποιο μέρος της είναι ακατάλυτο και δεν χάνεται στη μετάφραση, και ποιο άλλο είναι εφικτό μονάχα σε μία γλώσσα κι αμετάφραστο σε οποιαδήποτε άλλη. «Σ’ αυτήν την έρευνα έμαθα λίγο-πολύ εννέα ξένες γλώσσες, διάβασα έργα της Ανατολής σε μετάφραση, αγωνίσθηκα εναντίον των πανεπιστημιακών κανονισμών και των καθηγητών που επιχειρούσαν να με κάνουν να μάθω οτιδήποτε άλλο, και οι οποίοι με ενοχλούσαν με απαιτήσεις για βαθμούς.»
Μ᾽αυτά τα λόγια σκιαγραφεί την είσοδο του Πάουντ στα γράμματα ο Νόελ Στοκ στην υπό έκδοση και στα ελληνικά (μετάφραση Εριφύλης Μαρωνίτη) της βιογραφίας «Η ζωή του Έζρα Πάουντ», αποσπάσματα από την οποία προδημοσιεύονται στο νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» (Νο 80) που μόλις κυκλοφόρησε. Στα θραύσματα της βιογραφίας που προδημοσιεύονται, ο Στοκ αναφέρεται στη συγκρότηση του λογοτεχνικού προφίλ του μεγάλου ποιητή του 20ού αιώνα, στην ηγετική του θέση στο κίνημα των Εικονιστών και στη σχέση του με τέσσερις άλλες, σύγχρονές του, μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Γέητς, τον Τζόις, τον Έλιοτ και τον Χεμινγουέι.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ Στο ίδιο τεύχος, πρωτοδημοσιεύονται: ποίηση των Θανάση Χατζόπουλου, Διονύση Καρατζά, Θανάση Ε. Μαρκόπουλου, Κούλας Αδαλόγλου, Στάθη Κουτσούνη, Σωτήρη Σαράκη, Γιώργου Γεωργούση, Νίκου Σπανού, Πετούνιας Εξακουστού, Χλόης Κουτσουμπέλη, Έλσας Κορνέτη, Γιουσέφ Αντάντ (μετάφραση Μερόπης Μορφούλη)· και πεζογραφία των Νίκου Δαββέτα, Κοσμά Χαρπαντίδη, Θοδωρή Γκόνη, Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη (απόσπασμα από τον θεατρικό μονόλογο «Λα πουπέ», που παρουσιάζει η Άννα Κοκκίνου στο θέατρο «Σφενδόνη» της Αθήνας), Κώστα Κατσουλάρη, Κατερίνας Ζαρόκωστα, Κώστα Καβανόζη, Αντώνη Γεωργίου, και Γιασουνάρι Καουαμπάτα (μετάφραση Παναγιώτη Ευαγγελίδη).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες (μετάφραση Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη), για το προσωπικό του διά βίου ‘ταξίδι’ στην ‘καρδιά’ της Κούβας. Όπως γράφει, «η Κούβα δεν είναι μόνο μία χώρα. Είναι πολλές χώρες, η μια πάνω στην άλλη. Η μια κρύβει την άλλη, σε στρώματα που αλληλεπικαλύπονται και προστατεύουν από ματιές επιπόλαιες και βιαστικές».
Τέλος, το κείμενο του Γιώργου Βέλτσου «Αποφώνηση» (η αντιφώνησή του στο Εγκώμιο του Γάλλου Πρέσβη στην Ελλάδα, κατά την αναγόρευσή του σε Ιππότη του Τάγματος των Φοινίκων), είναι, μεταξύ άλλων, ένα σύντομο όσο και καίριο δοκίμιο περί φιλίας, ‘ακαδημαϊκής’ ιδιότητας και μονομανιών.


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων, όπου οι Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τιτίκα Δημητρούλια, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Λίνα Πανταλέων, Δημήτρης Κόκορης, Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Ευγενία Κριτσέφσκαγια, Γεώργιος Ν. Περαντωνάκης, Φίλιππος Φιλίππου, Έλενα Ψαραλίδου, Βασιλική Φυτώκα και Γιώργος Κορδομενίδης γράφουν για βιβλία των Γιώργου Βαρθαλίτη, Μαρίας Λαϊνά, Βασίλη Αμανατίδη, Μαίρης Μικέ, Γκύντερ Γκρας, Ορλάντο Φίτζες και Βίκτωρ Γεροφέγεφ, Κώστα Βούλγαρη, Μαρίας Μαρκουλή, Ντορίνας Παπαλιού, Ηλία Κεφάλα, Φοίβου Πιομπίνου και Γιαν Χένρικ Σβαν· τέλος, ο Στέλιος Κούκος γράφει για την ποίηση του Θανάση Γεωργιάδη, ενώ στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε μεγάλο αριθμό πρόσφατων εκδόσεων.

ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος νεκρολογεί τον Ισπανό ποιητή Άνχελ Γκονθάλεθ (1925-2008), που έγραψε τα περίφημα ‘αντιποιήματα’, ποιήματα αιρετικά, ασεβή, φτιαγμένα από καθημερινές, σχεδόν αντιποιητικές λέξεις· ο Γαβρήλος Κοντομανίκης γράφει για τον ‘Πάπα’ του Νέου Μυθιστορήματος, Αλαίν Ρομπ-Γκριγιέ (1922-2008), ο Κώστας Δεσποινιάδης για τον ποιητή και πεζογράφο Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008) και ο διευθυντής του «Εντευκτηρίου» για τον ταλαντούχο μουσικό (και αφανή εθελοντή στο «Underground Εντευκτήριο») Δημήτρη Πλαζομίτη (1959-2008). Τέλος, ο Στέργιος Δελιαλής γράφει για τον φημισμένο designer Έττορε Σότσας (1917-2008), που μεταξύ άλλων σχεδίασε τη γραφομηχανή Valentine.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Την ενότητα της λογοτεχνίας σ’ αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» κοσμούν έργα δύο ταλαντούχων νέων εικαστικών δημιουργών, της Ράνιας Εμμανουηλίδου (γεν. 1979) και του Άλκη Μπούτλη (γεν. 1978).

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΠΑΡΙ ΦΕΛΝΤΜΑΝ Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζεται το πορτφόλιο του Μπάρι Φέλντμαν «Δεκατρείς φωτογραφίες». Γράφει ο ίδιος: «Δεκατρείς φωτογραφίες, με πρόσωπα. Το να επιμελείται κανείς τη δουλειά του, με σκοπό να την παρουσιάσει στο κοινό, είναι μια εντελώς διαφορετική δραστηριότητα από το να τραβάει τις φωτογραφίες. Πρέπει να υπάρχει κάτι περισσότερο από την απλή ποιότητα κάθε μεμονωμένης εικόνας που τελικά δένει τις επιλεγμένες φωτογραφίες σε ένα σύνολο μεστό νοημάτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για την παρουσία της ανθρώπινης μορφής σε εντελώς ανόμοιες εκφάνσεις.
Ωστόσο, ελπίζω κάθε φωτογραφία να αποτελεί ένα ανεξάρτητο θέμα και η δομή της κάθε μιας να αρκεί για να συντηρήσει τη μαγική αυτή στιγμή της παρατεταμένης σκέψης και απόλαυσης.»


Γραφείτε σήμερα συνδρομητές στο «Εντευκτήριο» ή/και (αν εσείς είστε ήδη συνδρομητής) χαρίστε συνδρομές σε αγαπημένα σας πρόσωπα

Τα τέσσερα τεύχη ενός χρόνου κοστίζουν τουλάχιστον 40 ευρώ – Ωως συνδρομητές, τα έχετε κάθε τρεις μήνες στο σπίτι σας μόνο με 28 ευρώ ετησίως. Επίσης, μπορείτε να έχετε σημαντικές εκπτώσεις στα βιβλία και τα cd των Εκδόσεων Εντευκτηρίου.