11.9.14

Βουνό ή θάλασσα; ― «Βουνό ή θάλασσα;». Γράφει ο Χρίστος Κρεμνιώτης



του Χρίστου Κρεμνιώτη*


Βουνό ή θάλασσα; 

Ήταν το καλοκαίρι του ’14. Ο Αύγουστος τρέκλιζε, παραπατώντας πότε μπερδεμένος στις αλυσίδες της καθημερνότητας, πότε στους περιβόητους στίχους που του είχαν αφιερωθεί από ποιητές και ποιητές, για να τον εξυμνήσουν∙ κι έπαιρνε τώρα η φωνή τους, χροιά ειρωνική ― του αναπόφευκτου. Έφευγε ήδη σκυφτός κατά το φθινόπωρο∙ λασπωμένος από τα πρώιμα πρωτοβρόχια, που σπεύσανε σαν ύαινες ν’ αποτελειώσουν τη μισοπεθαμένη μας ζωή, και το φως το κατάκοιτο επάνω στα μαγαρισμένα πεζοδρόμια.

Από τα μέσα του χειμώνα το είχαν αποφασίσει∙ και ήρθαν στην πόλη. «Kαλύτερα τα πρώτα χρόνια του σχολειού να τα περάσει εκεί» σκεφτόντουσαν, αλλά ήτανε, πριν απ’ όλα, εκείνη η στάχτη της ελπίδας που σιγόκαιγε ακόμη∙ πως κάποια λύση θα βρισκότανε και τα οικονομικά θ’ άλλαζαν, έστω λίγο, προς το καλύτερο. Από αυτό που λένε «κοντινός συγγενής» ζούσε μονάχα ο πατέρας της γυναίκας. Απρόσιτος και μισοσαλεμένος, βολόδερνε στους καφενέδες του νησιού οπού θα επέστρεφαν  κι αυτοί για το μικρό διάστημα που μεσολαβούσε, μέχρι να ξεκινούσαν τα μαθήματα της μικρής. Αλλά τίποτε. Ο άνεμος ήταν κατηγορηματικός και, εκείνη, η θάλασσα, άβουλη, ασταθής, συνεπαρμένη από τον ίδιο της τον εαυτό, σαν καλλιτέχνης της οκάς που, ένας Θεός ξέρει πόσο ανεβαίνει στα ίδια του τα μάτια, κάθε που χαρίζεται με πάθος στα πάθη του.

Είχαν περάσει ήδη τρία εικοσιτετράωρα από την πρώτη καθορισμένη ημερομηνία: και ο καιρός αμείλικτος. Η κατάσταση ήταν εξαναγκασμένη σε ένα είδος ακινησίας κι έτσι γινόταν όλο και πιο νοσηρή. Έπεφτε κάποτε να κοιμηθεί κανείς τους∙ και, κάμποσο μετά, ξυπνούσε πιο κουρασμένος από πριν. Πολύ γρήγορα αυτό έγινε μέθοδος μιας και, πάνω στο ξύπνημα, υπήρχαν λίγα κλάσματα του χρόνου που μια γλυκιά λήθη άπλωνε σαν πρωινότατο πούσι γύρω από τα γεγονότα. Για λίγα δευτερόλεπτα, αφού ξυπνούσαν, η μνήμη τούς εξαπατούσε κι είχαν την εντύπωση πως όλα ήσαν όπως πριν. Μα η χαρά τους έφευγε γρήγορα. Όπως χάνεται πάντα: σαν μαντήλι απ’ το ανοιχτό παράθυρο ενός αυτοκινήτου που ταξιδεύει. Κι όμως, πότε γερμένος σ’ έναν τοίχο, πότε βυθισμένη σαν ηλιοβασίλεμα σε μια πολυθρόνα, γύρευαν ν’ αποκοιμηθούν. Έστω για λίγο. Ελπίζοντας σ’ εκείνη τη βραχύχρονη ψευδαίσθηση.

Κατά τα ξημερώματα της τρίτης ημέρας, ωχρός και ήδη παραμελημένος ―σαν ένας ολιγόπιστος νηστευτής― στάθηκε εμπρός απ’ τον καθρέφτη που κρεμόταν στο βάθος του μικρού διαδρόμου. Είχε τιναχτεί απότομα από την καρέκλα, που με το σύρσιμό της άνοιξε άλλο τόσο απότομα και τα μάτια της γυναίκας του που σιγοναυαγούσε στον ύπνο, καθισμένη εμπρός από το παράθυρο. Του ’χε έρθει στον νου μια μισοχαζή, γλυκόπικρη ιδέα ―σαν όλες τις ιδέες της ζωής, πριν τον θάνατο για τον θάνατο― να γυρέψει μέσα στο είδωλο του, ένα-δυο δικά του χαρακτηριστικά που να τη θυμίζουν.
Το πύρινο μέλι του πρωινού φωτός, έπεφτε και κυλούσε αργά στον καθρέφτη. Τύλιγε τη μορφή του, αντανακλούσε και θάμπωνε τα μάτια του και σχεδόν τον έκανε να ξεχνά την ανάσα του, έτσι που κάθε τόσο, νομίζοντας πως έπαυε να αναπνέει, έβγαζε έναν μπερδεμένο αναστεναγμό και έπαιρνε και πάλι να κοιτά μέσα στην αντανάκλαση του φωτός και ήταν, ώρες-ώρες, εκεί που πιο πολύ τον τύφλωνε η λάμψη, σαν να ’βλεπε μια μορφή γυναικεία ― αλλά στα χρόνια μεγαλύτερη από εκείνη που γύρευε να δει. «Να ’ναι η Παναγία;» σκέφτηκε μια φορά. Ας ήταν. «Ας είναι» απαντούσε, με ψυχή λιγότερη απ’ όση χρόνια πριν. Την παρακάλαγε να τους τη χαρίσει, για το καλό της γυναίκας του, που «θα τα ’χανε» αν έστω ετούτο τ’ όνειρο δεν θα της γινότανε χαλάλι.  
  
Μόνο κάτι στιγμές, πάνω σε ένα τσάκισμα των ματιών του από το φως, έμοιαζε ν’ αντικρίζει εκείνη που γύρευε. Ένας μορφασμός ίδιος με τους δικούς της, όταν τα πρωινά τού ‘μούτρωνε’ σαν της έπλενε το πρόσωπο και της πείραζε τα μαλλιά.

«Βουνό ή θάλασσα!» με μια φωνή στεγνή∙ κι έπειτα ένα γέλιο σαν κι αυτά που βγάζει ο άνθρωπος όταν, επιτέλους, παύει να πιστεύει στη λογική. Της είχαν  έρθει στον νου οι κουβέντες και τα τόσα χαριτωμένα πειράγματα που τότε, νιόπαντροι, έκαναν μεταξύ τους για το πού θα ζούσαν με τα πολλά τους παιδιά. Θα ήταν πάντως μακριά απ’ την πόλη, για να μάθαιναν πρώτοι το πότε θ’ άλλαζε η εποχή από τα χρώματα που θα σκαρίζανε στο χώμα. Απ’ τη διάθεση  που θα ’δειχνε το μπλε. Κι ήρθαν αλλιώς τα πράγματα. Αλλιώς, σαν πάντα∙ για να σου μουρμουρίσουν στο αυτί εκείνη την υστερόβουλη ερώτηση, αν είναι δώρο άδωρο η ζωή. Παιδί για χρόνια δεν μπορούσανε να κάνουν και, σαν έκαναν, σαν έφτασε τα έξι, έφυγαν από το νησί και από το ωραίο εκείνο βυζί της γης, τον λοφάκο στην άκρη του υψιπέδου απ’ όπου έβλεπαν πέρα πέρα μέσα στην ασυνειδησία της θάλασσας.
«Βουνό ή θάλασσα!» με μια φωνή στεγνή∙ κι έπειτα ένα γέλιο σαν κι αυτά που βγάζει ο άνθρωπος όταν, επιτέλους, παύει να πιστεύει στη λογική. Πλησίασε, στάθηκε πίσω από την πολυθρόνα και τη χάιδεψε, κινώντας τα χέρια του γύρω από το κεφάλι της σαν μέλη μιας μαριονέτας που συσπάται διηγούμενη το τέλος ενός θλιβερού παραμυθιού. Έπειτα την τράβηξε ώς το κρεβάτι. Ξάπλωσε και την έγειρε δίπλα του. Ακολούθησαν πιστά όλες εκείνες τις κινήσεις που τα σώματα τους ακολούθησαν τότε ― σχεδόν όλες. Τότε∙ στην αρχή αρχή των πραγμάτων. Στην αρχή αρχή των σωμάτων. Αποκοιμήθηκαν.

Ξύπνησαν κάμποσο μετά. Από μια δυσοσμία που μόλις τότε κατάλαβαν πως υπήρχε και πριν μα πια τους φάνταζε ανυπόφορη. Ο ένας άνοιξε βιαστικά το παράθυρο ― νύχτωνε αδίστακτα μες στην ακινησία της λύπης. Εκείνη έτρεξε στο δωμάτιο της  μικρής. Ακολούθησε κι αυτός. Έσυραν τα πόδια τους πάνω σε κάτι παρατημένα πολύχρωμα πλαστικά πραγματάκια, σαν να ’παιζαν μαζί τους δίχως όρεξη. Κοίταξαν ένα γύρω και, σαν έντρομοι από την απουσία, έσπευσαν να ξεφύγουν. Στον πάγκο της κουζίνας σάπιζε ένα κομμάτι κρέας. Κάτι απειροελάχιστα πλάσματα κινούνταν επάνω του. Ένα κίτρινο υγρό, σαν μισοστεγνωμένο φλέμα, έστεκε γύρω του σαν φωτοστέφανο και η οσμή υπαινισσόταν. Η σήψη υπονοούσε και νύχτωνε αδίστακτα μες στην ακινησία της λύπης.



Είχε μείνει εκεί, να σαπίζει, από τη μέρα που η μικρή τής χτύπησε την πόρτα. Το είχε ‘σκάσει’ κρυφά με τον πατέρα της λίγο πριν, για να της αγοράσουνε μερικά λουλούδια. Ακούγοντας τη  μητέρα της να βγαίνει, κρύφτηκε στη στροφή της σκάλας προς τον επάνω όροφο. Σαν τους άνοιξε, ο άντρας ένευσε χαμογελώντας και της έδειξε με τρόπο πού στεκόταν κρυμμένη κι έπειτα, προσποιήθηκαν πως έντρομοι αναζητούσανε τον μικρό άγγελό τους, που με μια κίνηση απότομη, έκανε να εμφανιστεί ― μπερδεύοντας τα κλωναράκια των ποδιών της, χτυπώντας το ολόλευκό της μέτωπο αποφασιστικά και αφήνοντας το ένα της χέρι, σχεδόν λοξά, ν’ ακουμπά τα λουλούδια στην ακίνητη πλάτη της.

Εκείνο το απόγευμα ειδοποιήθηκαν πως ο απόπλους είχε πια επιτραπεί. Έφυγαν το επόμενο πρωί. Την ίδια ημέρα, θα γινόταν και η Εξόδιος. Αλλά γιατί να βιαστεί το παγωμένο κορμάκι; Κι αυτοί που ’μεναν πίσω, σάμπως να ένιωθαν από την πίκρα τους τον χρόνο; Έστεκαν ακίνητοι, μέσα στα βλέμματά τους, αδιάφοροι  που το μικρό βαπόρι χάλασε μεσοπέλαγα, σαν για να τους εμπαίξει και να τους φανεί «βουνό η θάλασσα».

[ζωγραφική: David Graeme Baker]



* Ο Χρίστος Κρεμνιώτης είναι συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: