26.6.06














Γιώργος Κορδομενίδης

ΤΟ ΑΣΙΓΑΣΤΟ ΠΕΝΘΟΣ

Μου πήρε τρία χρόνια να αποφασίσω ότι μπορώ να “πειράξω” το σπίτι της μητέρας μου μετά τον αιφνίδιο θάνατό της ένα ξημέρωμα του Μαϊου 1988. Στο μεταξύ όλα είχαν μείνει όπως τα άφησε. Ακίνητα και σκονισμένα. Οι χνουδωτές παντόφλες στα πόδια του κρεβατιού. Ενα ρομάντσο μισάνοιχτο στο κομοδίνο. Η ρόμπα της ριγμένη στην πλάτη μιας καρέκλας. Τώρα ανακαλύπτω ότι η ψυχανάλυση το έχει μελετήσει κι αυτό το φαινόμενο: Λίντια Φλεμ, «Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου» (μετάφραση: Ματίνα Μαυρονικόλα, επιμέλεια: Εφη Κορομηλά, Αθήνα, εκδόσεις Μελάνι 2006, 170 σελ.).
«Το ορφάνεμα δεν έχει ηλικία», με ανακουφίζει η Φλεμ. Και γράφει για τη δυσκολία μας να δεχθούμε τον θάνατο των γονιών μας, για το πένθος που μας συγκλονίζει και που συχνά δεν το συζητάμε με κανέναν, συνήθως δεν το συζητάμε όταν το ζούμε ακόμη και επί χρόνια μετά τον θάνατό τους, με συντελεσμένες και τις ανακομιδές κττ., κυρίως όταν πια έχουμε μεγαλώσει κι εμείς. Και φτάνει μια ασήμαντη αφορμή, μια κουβέντα, ένα μικροαντικείμενο, ένα ρούχο, ίσως και μια οσμή, ένα όνομα, μια φράση σε μια ταινία ή σε ένα βιβλίο, για να ξαναγίνει το πένθος τωρινό, για να μετανιώσει κανείς για όσα δεν είπε, δεν έκανε, δεν άκουσε...

(περιοδικό «Εντευκτήριο», τχ. 73, Απρίλιος-Ιούνιος 2006)

3 σχόλια:

giorgosadamidis είπε...

Καθένας πονάει μόνος του, και πενθεί μόνος του. Η λύπη μάλλον είναι από τα συναισθήματα που δεν μπορείς να μοιραστείς με καποιον άλλο.

mygdon είπε...

Τον πόνο για τον θάνατο ενός γονιού τον γνωρίζουν αργά ή γρήγορα σχεδόν όλοι οι άνθρωποι. Αυτή η κοινή μοίρα κάνει τη λύπη -που ίσως δεν μοιράζεται με κανέναν άλλο- να γίνεται, τουλάχιστον, αναγνωρίσιμη και το πένθος σεβαστό.

marmarinos είπε...

Ο πόνος της απώλειας - πόνος εγωιστής - κανένας πόνος δεν μοιάζει με τον δικό μας - και πως να μοιραστείς αυτό που δεν έχεις - το κοινό με τον άλλον.