7.4.15

Θωμάς Κοροβίνης: Κασσιανή


Άλλος γκρεμίζει μια χελιδονοφωλιά στο μπαλκόνι του, να γλιτώσει απ’ τις κουτσουλιές, και δεν τον πιάνει για καιρό ύπνος, κι άλλος παίρνει αναίτια τη ζωή εκατό ανθρώπων και, χωρίς ίχνος κρίματος, φωλιάζει στις αγκάλες του Μορφέως, κάθε νύχτα, μακάριος.
   Η Κασσιανή τι έκανε; Κάποιες ερωτικές αταξίες χηρευάμενη, μα θαρρούσε πως είχε φορτωθεί στο σαμάρι της όλες τις αμαρτίες του ντουνιά.

― Κασσιανή, μωρή Κασσιανή, σ’ έφερα δυο κοψίδια να πασχάσεις κι εσύ.
― Δε με λεν Κασσιανή, και το ξέρεις, Μυρσίνη με λένε. Μα πώς να κάνω Λαμπρή, που ’μαι τόσο αρματωλή; Και τούτο το ξέρεις.
― Ε, και συ, ασ’ τα αυτά!  Αρματωλή κι αρματρελή! Όλοι αμαρτωλοί είμαστε, άλλος πολύ άλλος λίγο. Συ είσαι αγαθή, οι άλλοι είναι πονηροί, οι ανομολόγητοι.
― Όχι, κοπέλα μου, φεύγα, άσε με στο ντέρτι μου.
   
Η Κασσιανή, η Μυρσίνη δηλαδή, κάθε Μεγάλη Τρίτη, έστηνε τη βεργολυγερή κορμοστασιά της φάτσα στο Ιερό, έλυνε τον κότσο της, κι έφερνε τα αναρριχτά μαλλιά της μπροστά απ’ το πρόσωπό της σα μαύρο αδιαπέραστο θύσανο,  παριστάνοντας την «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα».  Όταν ο δεξιός ψάλτης άρχιζε το δοξαστικό «Ότε η αμαρτωλός έδραμε», η Κασσιανή  έπεφτε στα γόνατα κι έδινε την παράστασή της χύνοντας δάκρυα καυτά, στηθοκοπιόταν και βοούσε «Εγώ, εγώ είμαι η Κασσιανή».

Κάθε χρόνο, Μεγάλη Βδομάδα, ραντεβού με τους συντοπίτες της, το ίδιο βράδυ, με το ίδιο έργο. Με την απόλυση της εκκλησίας της Παναγιάς της Αγιάσου, κλεινόταν στο έρημο κονάκι της και βούλιαζε σ’ έναν κύκλο  ενιαύσιας μετάνοιας, νηστείας και προσευχής για να εξιλεωθεί.  


Πόσες αμαρτίες να ’χε πάνω απ’ τους άλλους; Χήρα απ’ τα νιάτα της, είχε πάει με πολλούς, λέγανε, είχε ξελογιάσει παντρεμένους. Είχε πια χαθεί απ’ τα μάτια του κόσμου. Δεν την προγκούσε κανείς. Μα εκείνη το ’φερε βαρέως. Γιατί η αμαρτία έχει αξία, όχι γι’ αυτόν που την κάνει μα γι’ αυτόν που την κουβαλά.  Κι έτσι η Κασσιανή η «αμαρτωλή», όπως συμβαίνει αδιάλειπτα σαράντα χρόνια τώρα, κάθε Λαμπρή, αντί για αρνάκι σουβλιστό και γαρδούμπα, θα πασχάσει και φέτος με χαλβά και ρέγγα ανάλαδη. 

Επιλογή εικόνας: Τέλλος Φίλης

Δεν υπάρχουν σχόλια: