Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Παναγιωτοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Παναγιωτοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19.12.21

[ «Διάψαλμα» της Κ. Παναγιωτοπούλου: 18 διηγήματα με ένταση γραφής ]

του Γιάννη Δρούγκου

πηγή: Facebook



Διάψαλμα είναι η μουσική υπόκρουση μεταξύ δύο ψαλμών, η εναλλαγή του μέτρου μιας μουσικής σύνθεσης. Διάψαλμα είναι ο τίτλος ενός εκ των 18 διηγημάτων που έδωσε και τον τίτλο σε αυτήν την εξαιρετική συλλογή της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες και αξίζει την προσοχή του αναγνώστη για πολλούς λόγους: για την υπέροχη ανεπιτήδευτη ελληνική γλώσσα· για τις τολμηρές αναφορές σε μαύρες περιόδους της ελληνικής Ιστορίας· για την αληθοφάνεια των διηγημάτων, που ―αν και μοιάζουν βιωματικά― είναι απότοκα έρευνας, μελέτης και ψυχής· για την ποιητική πρόζα που "φωτίζει" και απαλύνει τη σκοτεινιά και το πένθος· για την ένταση της γραφής της Παναγιωτόπουλου που καθηλώνει, ηλεκτρίζει και συγκινεί. Και για τους ήρωες των ιστοριών που ―άλλοι σαν περιγράμματα στον χάρτη του βίου τους και του τόπου τους και άλλοι πολιτικοποιημένοι, υπερήφανοι και μόνοι, πιστοί και ηττημένοι― γίνονται φιγούρες αγιασμένες, που το αναμμένο καντήλι τους αχνοφέγγει στις νύχτες μας.

Η αντάρτισσα στο βουνό που κλείνει τα μάτια για να δει λίγο γαλάζιο, η γυναίκα που τις νύχτες ξηλώνει τα κεραμίδια της στέγης της και τα κάνει κενοτάφια στο χώμα του κήπου για να κλείσει μέσα τους όσα δεν έζησε, ο άντρας που δεν χώρεσε ούτε καν σε μια φωτογραφία, ο Γωνίτσας με τα "αν" του και το κυνήγι του εαυτού του, ο ποιητής που έγραψε σε ρολά χαρτιού υγείας ποιήματα -δώρο στη μνήμη της μάνας του. Άνθρωποι στα χαρακώματα, στα βουνά, στις εξορίες, με ρούχο και δέρμα τους τις πληγές του Εμφυλίου, αφηγούνται τις αλήθειες τους για να διορθώσουν ένα λάθος, γίνονται στάχτη και διαμάντι, προδίδουν και προδίδονται, διεκδικούν, συγχωρούν, πενθούν, σπαράζουν, ελπίζουν, μάχονται υπέρ πίστεως, καρδιάς, κόμματος και ιδεολογίας, γράφουν γράμματα με κώδικες, λαμβάνουν γράμματα που παγιδεύουν και ελευθερώνουν.
Μία κλωστή αίματος, μνήμης, εκδίκησης και αγάπης ενώνει τη μια αφήγηση με την άλλη, κινείται στον χώρο και στον χρόνο, φτάνοντας ώς το Διάψαλμα, για να κλείσει ένας κύκλος απ' το παρελθόν και να επουλωθούν παλιές πληγές.
Πυκνή πυρετώδης αφήγηση, πύρινος πολιτικός λόγος για το συλλογικό και το ατομικό, υπαινιγμοί και συμβολισμοί, γραφή-μαχαίρι που σκαλίζει, πονάει και λυτρώνει σε 18 αριστοτεχνικά διηγήματα, που ανάβουν σπίθες στα ανείπωτα και στα εντέχνως καλυμμένα.

18.12.21

Η πιο κρύα νύχτα

γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου



Εκείνη τη χρονιά ήταν όλα διαφορετικά. Οι γιορτές, οι άνθρωποι, οι δρόμοι, οι ευκαιρίες, η διάθεση, η χαρά. Ποια χαρά; Δεν υπήρχε, κι ας έφταναν Χριστούγεννα. Από τις άσχημες ειδήσεις που κυκλοφορούσαν, κάθε χαρούμενη σκέψη κατέληγε σε λυπητερή. Ήταν και το κρύο που δεν σε άφηνε να πάρεις βαθιά ανάσα. Πάγωνε την είσοδο της καρδιάς σου και σταματούσε τη σκέψη σου. Αυτό το κρύο ήταν ανυπόφορο. Τα παλιά τα χρόνια, όταν τα τζάμια έσπαζαν στις γωνίες, τα ματίζανε με κομματάκια γυαλί από τα άχρηστα. Ήταν τότε που δεν άνοιγες τα παράθυρα για ν’ αεριστεί το σπίτι αφού, έτσι κι αλλιώς, έμπαζαν όλα τα κουφώματα. Ήταν τότε που ο αέρας δεν κατάφερνε να στείλει πίσω τον καπνό του τζακιού, γιατί τα καλά πνεύματα φύσαγαν τα ρεύματα του σπιτιού προς την καμινάδα και τον εμπόδιζαν. 

Εκείνον τον καιρό οι άνθρωποι δεν αρρώσταιναν ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή, το χιόνι πάγωνε τα μικρόβια και τα έριχνε από την καμινάδα του τζακιού στην κόλαση της φωτιάς του. Έτσι έλεγε η γιαγιά της Άννας και συνέχισε να το λέει και η μάνα της· εδώ και τριάντα χρόνια, είχαν χωθεί και οι δύο σε κορνίζες και ήτανε κρεμασμένες στη φούσκα του τζακιού. Ούτε κιχ δεν άκουγες από το στόμα τους μόνο τα μάτια τους, μέσα από το τζάμι, φώτιζαν πολλές εικόνες γιορτινές από εκείνα τα βράδια που μαζευόταν η οικογένεια μπροστά στο τζάκι και διηγιόταν ο καθένας ό,τι θυμόταν από περασμένες γιορτές. Κι όλες οι ιστορίες είχαν την ίδια ζεστασιά κι ένα χρώμα χρυσό, που φώτιζε τις αναμνήσεις τους. Πάντα με το σπίτι ολοστόλιστο, εκτός από εκείνη τη χρονιά που έγειρε το δέντρο από το βάρος κι έσπασαν τα περισσότερα στολίδια του.  

Η μάνα της έκλαψε. Η γιαγιά της έκρυψε το πρόσωπό της στις χούφτες της και κοίταζε τη φωτιά μέχρι που τυφλώθηκε. Τα μικρότερα αδέρφια της κρύφτηκαν κάτω από το τραπέζι μέχρι ο πατέρας να ξαναστήσει το δέντρο όρθιο. Η Άννα δεν είχε δει ποτέ χειρότερη εικόνα. Σαν λαβωμένος άνθρωπος ήταν, σαν πεθαμένος φαινόταν και την τάραζε, όπως τάραξε και τη θεια Γιαννούλα, Θεός σχωρέστην, που πήρε τους δρόμους χειμωνιάτικα ξεμπράτσωτη και τη βρήκαν το πρωί κοκαλωμένη από το κρύο. Μέχρι το τέλος της χρονιάς έφυγε κι εκείνη, σαν άνθρωπος, σαν πεθαμένος, και πάει. Ύστερα, έφυγαν σιγά σιγά και τα δύσκολα. Έφυγε και η Άννα για την πρωτεύουσα, σπούδασε, δούλεψε, παντρεύτηκε, μεγάλωσε παιδιά και τα έστειλε στα εξωτερικά να βρούνε δουλειές. Γιατί η χώρα είχε ξοδέψει τα καλά και είχαν απομείνει τα δύσκολα. Κάνα-δυο χρονιές έσφιξε την καρδιά της και στόλισε για τα Χριστούγεννα. Μετά, το βαρέθηκε· αφού δεν ερχόταν κανένας για να το χαρεί, δεν είχε πλέον σημασία. 

Τα Χριστούγεννα που έρχονταν δεν θα τα γιόρταζε. Θα ήτανε μνημόσυνο στα πεθαμένα της και δέηση για να επιστρέψουν οι ξενιτεμένοι. Μόλις έπεσε το σκοτάδι, άφησε την τηλεόραση ανοιχτή, το ποτήρι της γεμάτο με κρασί στο τραπεζάκι και τη γάτα της μόνη στον καναπέ να χαζεύει βαριεστημένα τα τραγούδια της συμφοράς. Έβαλε κάτι ζεστό, πήρε ό,τι είχε απομείνει από το μεσημεριανό φαγητό και βγήκε. Πριν κλείσει την εξώπορτα, θυμήθηκε εκείνο το γλυκό κρασί που είχε φέρει κάποιος σε μια γιορτή και το κρατούσε για μια καλύτερη στιγμή. Γύρισε, το πήρε, και χώθηκε στη νύχτα. Ο αέρας τη χτύπησε φιλικά στο πρόσωπο και της καθάρισε τη σκέψη. Δεν πήρε ταξί. Έφτασε με τα πόδια στο κέντρο της πόλης. Έψαξε στις καβάτζες των αστέγων που έβλεπε τα πρωινά πηγαίνοντας στη δουλειά, και ήταν όλες άδειες. Σκέφτηκε άλλες παραμονές, που ο Δήμος έκανε γιορτές γι’ αυτούς, κι ένιωσε λίγο καλύτερα. Ευχήθηκε, στο χιονόνερο που έπεφτε, να τους έχουν μαζέψει και φέτος νωρίτερα από τον δρόμο, για ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο. Ίσως εκείνη τη νύχτα να τους κράταγαν σε κάποιο ζεστό μέρος ν’ απαγκιάσουν.    

Ήταν έτοιμη να πάρει τον δρόμο της επιστροφής όταν σκόνταψε σε ένα μεγάλο και βαρύ χαρτόκουτο. Ευχήθηκε αυτός που ήταν μέσα να κοιμάται και να μην είναι πεθαμένος. Ούτε το ένα ούτε το άλλο, απλά ο άνθρωπος αγκάλιαζε το σκυλί, που είχε κοντά του, για να μπορέσει να ζεσταθεί. Κάθισε δίπλα τους, τους σκέπασε με το πανωφόρι της και άνοιξε το κρασί. Ούτε μηχανάκι δεν πέρναγε εκείνη την ώρα, ούτε ταξί στον ορίζοντα· ούτε και η ώρα πέρναγε με τέτοιο κρύο. Είχαν σταματήσει όλα σαν να περίμεναν κάτι. Πιες λίγο να ζεσταθείς, του είπε προτείνοντας το μπουκάλι προς το μέρος του άστεγου. Εκείνος δεν είχε κουράγιο ν’ απλώσει το χέρι του. Η Άννα άδειασε τα φαγητά από την τσάντα της, γέμισε δύο πλαστικά ποτήρια με το κρασί, και τους τάισε μπουκιά μπουκιά στο στόμα, μια το σκυλί και μια τον άνθρωπο· ήπιε μαζί τους όλη τη γλύκα του μπουκαλιού. Δεν κρύωνε κι ας ήταν ξεμπράτσωτη, ο Χριστός που γεννιόταν μαλάκωσε την καρδιά της. Κούρνιασε δίπλα στη φάτνη του κι ένωσε το χνώτο της με το χνώτο των ζώων που τον ζέσταιναν. Τελευταία εικόνα στα μάτια της ήταν το χιόνι, που έπεφτε πυκνό κι έστρωνε πάπλωμα λευκό στους δρόμους της πόλης. Εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ, γύρισε πίσω στο παλιό της σπίτι και χάιδεψε όλες  τις σπασμένες γωνίες των τζαμιών που ήθελαν μάτισμα. Αυτή η νύχτα ήταν η πιο κρύα όλης της χρονιάς είπε η τηλεόραση, αλλά η γάτα της δεν το άκουσε γιατί την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ. 

    

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Σπούδασε κινηματογράφο με ειδίκευση στη σκηνογραφία και στην ενδυματολογία. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Δημιουργικής Γραφής, 
του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. 
Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού Μανδραγόρας
Λογοτεχνικά κείμενά της έχουν περιληφθεί σε τρεις συλλογικούς τόμους. 
Διηγήματα, κριτικές μελέτες και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά.
Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορούν δύο συλλογές διηγημάτων της: Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (2017) και Διάψαλμα (2021). 









19.10.21

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου: Διάψαλμα



Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

Διάψαλμα: Διηγήματα

Θεσσαλονίκη

Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021

< ζωγραφική εξωφύλλου: Σόφι Σενόγλου, σύνθεση εξωφύλλου: Άρις Γεωργίου >

106 σελ., τιμή: 9,44 ευρώ (περιλαμβάνεται ΦΠΑ)


Για όσους παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τα λογοτεχνικά πράγματα, το όνομα της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο της, Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2017) δεν ήταν άγνωστο: Η συγγραφέας του ήταν από χρόνια (και παραμένει) μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Μανδραγόρας, όπου εκτός των άλλων δημοσιεύει συστηματικά παρουσιάσεις βιβλίων λογοτεχνίας· επιπλέον, διηγήματά της είχαν ήδη δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (μεταξύ αυτών και στο Εντευκτήριο), ενώ διατηρεί επί χρόνια το δραστήριο blog myxiesskepseis.blogspot.com.

Η Μακρυγιαλού επαινέθηκε ομόφωνα από την κριτική και διαβάστηκε / αγαπήθηκε από ένα ευρύ κοινό. 

Στον απόηχο αυτού του πρώτου βιβλίου της, πρόσφατα κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της, Διάψαλμα (όπου διάψαλμα = μουσική υπόκρουση που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο τμήματα ψαλμού [λεξικό Πρωΐας]).

Το κοινό κόκκινο νήμα που διατρέχει τις ιστορίες του βιβλίου, άλλες "ρεαλιστικές" και άλλες "σουρεαλιστικές", είναι οι φοβερές συνέπειες του Εμφυλίου στις ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων, ιστορημένες όμως με τη χρονική απόσταση που μειώνει, τρόπον τινά, τη φρίκη τους και με τρόπο που αφήνει μόνο τη στυφή επίγευσή τους.


Ο κριτικός και δοκιμιογράφος Θανάσης Θ. Νιάρχος, στο κείμενό του που δημοσιεύεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, παρατηρεί:

Τα δεκαοκτώ διηγήματα του αφηγηματικού βιβλίου της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου Διάψαλμα τοποθετούνται αυθόρμητα και αυτόματα στην ίδια ξεχωριστή σειρά τη σχηματισμένη χάρη στο σύνολο των βιβλίων του Δημήτρη Χατζή και δύο-τριών βιβλίων τού Μένη Κουμανταρέα. 

Με την έννοια ότι το δημόσιο ή ακριβέστερα το πολιτικό στοιχείο ταυτίζεται με το ιδιωτικό, σε βαθμό μάλιστα που, αν το κάθε διήγημα διαβαζόταν ξέχωρα, θα παρέμενε πολύ λιγότερο εναργές και ολοκληρωμένο. Ενώ τώρα, χάρη στην πραγματοποιημένη αθόρυβα μέσα στα διηγήματα ανατροπή ―να είναι δηλαδή τα εντελώς προσωπικής κοπής περιστατικά που επαναφέρουν τις ιστορικές συνθήκες, όσον αφορά τα πολιτικά και τα κοινωνικά συμφραζόμενα―, γίνεται ακόμη πιο ευρύς αυτός ο χρονικός ορίζοντας, είτε πρόκειται για μία μνήμη που αφορά έναν μόνον άνθρωπο είτε για ένα κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός, που εκατομμύρια άνθρωποι θα καταμαρτυρούσαν τις ολέθριες συνέπειές του. 

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, αν και κινείται μέσα σε διακεκαυμένες περιοχές του νεοελληνικού ιστορικού γίγνεσθαι, ανακινεί (χωρίς να απιστεί στο ελάχιστο στην εγκαυστική τους) ως πρωταγωνιστική τη σπάνια ομολογημένη ―τόσο εύγλωττη όμως στην πεζογραφία της― σημασία τής εσωτερικής ζωής του ανθρώπου. 

Στην κριτική της που δημοσιεύτηκε (σχεδόν ακαριαία μετά την κυκλοφορία του βιβλίου) στην εφημ. Η Καθημερινή («Τα κενοτάφια του νου», φύλλο της 5.9.2021) επισημαίνει, μεταξύ άλλων:

[...] η Παναγιωτοπούλου υφαρπάζει, μέσω της γραφής. στιγμές όπου η πραγματικότητα γνέφει προς το ανέφικτο. Το όνειρο τρέφουν οι επιθυμίες που γλιτώνουν από τον φόβο του πόνου, ανένδοτες προσμονές. Ωστόσο, τα πρόσφατα διηγήματα δείχνουν πως ο απόηχος των ιστορικών συγκυριών, κυρίως του Εμφυλίου, παραμένει σε υψηλή ένταση, μέσα στην οποία σιγούν τα κρεσέντο της ονειροπόλησης. [...] Οταν η Παναγιωτοπούλου αξιοποιεί τα εκφραστικά της μέσα για την εξεικόνιση υπερρεαλιστικών θεαμάτων, η γραφή της καθηλώνει. Διότι δύσκολα ξεχνάει κανείς τη γυναίκα που κάθε βράδυ ξεκαρφώνει τα κεραμίδια της στέγης και τα απλώνει στον κήπο, φτιάχνοντας πάνω στο χώμα κενοτάφια, που «μέσα τους έκλεινε όσα δεν είχε προφτάσει να ζήσει».


Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Σπούδασε κινηματογράφο με ειδίκευση στη σκηνογραφία και στην ενδυματολογία. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού ΜανδραγόραςΛογοτεχνικά κείμενά της έχουν περιληφθεί σε τρεις συλλογικούς τόμους. Διηγήματα, κριτικές μελέτες και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά. Το 2017 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εκδόσεις Εντευκτηρίου). Το Διάψαλμα είναι το δεύτερο βιβλίο της. Είναι υπεύθυνη για τη λογοτεχνική σελίδα της εβδομαδιαίας εφημερίδας Ανατολικής Στερεάς Εν Δελφοίς. Επίσης, συντάσσει τις στήλες «Αντιλογίες» στο site του Μανδραγόρα και «Γράφοντας μια ιστορία» του διαδικτυακού περιοδικού Read magazine.




Έγραψαν για τη Μακρυγιαλού

Το αφηγηματικό βιβλίο της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (δεκαοκτώ στο σύνολό τους) είναι ένα έντιμο βιβλίο, με την έννοια ότι δεν σε ξεγελάει σε σχέση με τις προθέσεις του, που είναι με έναν χαμηλόφωνο τρόπο να αποσπαστεί το “επικό” στοιχείο μιας καθημερινότητας, η οποία, αν και κοντινή μας, μας αιφνιδιάζει όσο και η πιο άγνωστη και πιο μακρινή. Θανάσης Θ. Νιάρχος, Τα Νέα, 18.5.2017

Το πρώτο βιβλίο της Παναγιωτοπούλου είναι έργο προσεκτικά φτιαγ­μένο, δουλεμένο με πολύ κόπο και χρόνο. Στα ολιγοσέλιδα διηγήματα υποβόσκει η επίμοχθη δοκιμασία τόσο με την ανάγνωση όσο και με τη γραφή. Χθόνιοι οι ήρωες, χθόνιες και οι σελίδες, όπου οι λέξεις ανθοβολούν εικόνες σπαρακτικής ομορφιάς. Μπορεί τα εξαίσια ονειροπολήματα να ξεψυχούν σε ματαιώσεις, η γλώσσα όμως κρατάει το θαύμα ανέπαφο. Λίνα Πανταλέων, Καθημερινή της Κυριακής, 25.6.2017

Με οικονομία και ακρίβεια ο τρόπος που συστήνει τα πρόσωπα των ιστοριών της η συγγραφέας. Κυλάει σαν παραμύθι η αφήγησή της με ένταση κλιμακούμενη και χιούμορ υποδόριο. Μαρία Στασινοπούλου, Εφημερίδα των Συντακτών, 29-30.6.2017

Σε μία αντιπροσωπευτική λεπτομέρεια της ποιητικής της συγγραφέως θα σταθώ. Το πρώτο κείμενο, «Η Μακρυγιαλού», συνιστά ένα υπόδειγμα του πώς να συγκροτείται ο λογοτεχνικός μύθος ενός χαρακτήρα. […] Γραφή που καταφέρνει να μυθοποιήσει τη χαρά της ζωής και της ανάγνωσης. Όχι να την εξωραΐσει, αλλά να ξορκίσει τους δαίμονές της. Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, Εντευκτήριο, 112, Αύγουστος 2017

«Το πρώτο βήμα…» Αισθαντική παπαδιαμαντική πατίνα στο Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εντευκτήριο) της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου. Aριστοτέλης Σαΐνης, Εφημερίδα των Συντακτών, 22.12.2017

[Η Παναγιωτοπούλου] Έχει έναν δικό της τρόπο να περιγράφει καταστάσεις, να στήνει υπαρκτούς ήρωες καθημερινούς αλλά και ήρωες/φαντάσματα, που θα μπορούσαν να κινούνται μέσα στις κοινωνίες και να μπερδεύουν τους “κανονικούς” με την παρουσία τους. Ήρωες με οντότητα, που η έντονη παρουσία τους όχι μόνο να γίνεται αντιληπτή, αλλά και να αποτελεί θέμα διερεύνησης και ερμηνείας ως φαινόμενο. Ελένη Χωρεάνθη, www.diastixo.gr, 16.1.2018

8.9.21

Τα κενοτάφια του νου

Κριτική της Λίνας Πανταλέων

πηγή: www.kathimerini.gr


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Διάψαλμα: Διηγήματα

Εκδόσεις Εντευκτηρίου

Θεσσαλονίκη 2021

102 σελ.


Η λέξη «διάψαλμα» έλκει την καταγωγή της από την αρμονική των ψαλμών. Είναι η άχνα μεταξύ δύο ψαλμικών συγχορδιών. Συνεπώς, η λέξη φέρει τις αντηχήσεις μιας μυσταγωγικής μουσικής. Την ίδια στιγμή, το «Διάψαλμα» είναι το καλύτερο πεζό της συλλογής της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου. Δύο νεαροί μουσικοί, ο ένας στο βιολί και η άλλη στο πιάνο, δρασκελίζουν ανεπίγνωστα βαθιά χάσματα, χαραγμένα από την ιδιωτική και συλλογική ιστορία, και ―μέσα από το σμίξιμο των χορδών― αποκαθαίρουν άδηλα τραύματα. Κάθε παύση, «ο απόηχος της συγχορδίας μέσα στο διάψαλμα», προανήγγειλε τη συνάντηση. Συνταράζει η μεταρσιωτική ένωση των δύο μελωδιών. Οι σιωπές του πιάνου γίνονταν «σπουδή διαστολής, που παρέπεμπε σε διάψαλμα». Η πιανίστρια «κράταγε τις νότες κι έστελνε τον απόηχό τους να σμίξει» με τον άνδρα που κρατούσε το δοξάρι. «Αρπάζοντας τον απόηχο από τις νότες της με το βιολί του, οδηγούσε τις αναπνοές της σε κρεσέντο».

Η μουσική τελετουργία διαστίζεται από ένα αντάρτικο τραγούδι που τανύζει τις χορδές τόσο του πιάνου όσο και του βιολιού. Οπως φανέρωνε η πρώτη διηγηματογραφική συλλογή της, η Παναγιωτοπούλου υφαρπάζει μέσω της γραφής στιγμές όπου η πραγματικότητα γνέφει προς το ανέφικτο. Το όνειρο τρέφουν οι επιθυμίες που γλιτώνουν από τον φόβο του πόνου, ανένδοτες προσμονές. Ωστόσο, τα πρόσφατα διηγήματα δείχνουν πως ο απόηχος των ιστορικών συγκυριών, κυρίως του Εμφυλίου, παραμένει σε υψηλή ένταση, μέσα στην οποία σιγούν τα κρεσέντο της ονειροπόλησης. Ένα ίχνος από μανίκι σε μια φωτογραφία, ένα άταφο πτώμα, λειψά οστά σε ρηχούς τάφους, κουφάρια στην ερημιά, λιανισμένα από τα αγρίμια, το κρεμασμένο ανάποδα σώμα μιας κατεσφαγμένης γυναίκας. Παντού στις σελίδες σοβούν τα απομεινάρια των τριών πολέμων, των δύο παγκόσμιων και του Εμφυλίου. Οταν φοβόταν, μια αντάρτισσα του βουνού «έσφιγγε τα μάτια της καλώντας το γαλάζιο». Ένα κομματάκι θάλασσας.


Παρά τη δυναστεία της πραγματικότητας, η γραφή δεν απεμπολεί τον θαυματοποιό της ρόλο. Τα γράμματα, λόγου χάριν, προεξάρχουν στη μυθοπλασία αρκετών πεζών. Μια γυναίκα διαβάζει σε δύο άνδρες τα μεταθανάτια γράμματα της μητέρας της, αναζητώντας στα πρόσωπά τους τον πατέρα της. Κάθε βράδυ ο ένας άνδρας έπαιζε πιάνο. Πνιγμένη στη μουσική, στο σκοτάδι και στις λέξεις, η γυναίκα αφηνόταν στο όνειρο· «ο νους της άρπαζε τα μετέωρα, τα κάρφωνε στο χώμα και δημιουργούσε μία άλλη πραγματικότητα». Ένας νεαρός άνδρας γράφει ποιήματα σε χαρτιά υγείας. Έτσι, σαν δώρο. Ηταν η μόνη περιουσία που κατέλιπε προτού πάει άδωρος στην κηδεία της μητέρας του. Ένα ανδρόγυνο που ζει με τον φόβο του αποχωρισμού επινοεί έναν κώδικα ανάγνωσης της αλληλογραφίας. Τα κρυπτογραφημένα γράμματα του νεκρού διαβάζονται στο τέλος του διηγήματος εν είδει νέμεσης για τα εμφυλιακά ανομήματα. Μία συγγραφέας πασχίζει να αποκαταστήσει την αλήθεια μιας βιογραφίας και μόνο αφότου διεξήλθε γραπτά τεκμήρια συνειδητοποίησε πως έγραφε την αυτοβιογραφία της.   

Η γραφή της Παναγιωτοπούλου ευδοκιμεί περισσότερο στην ονειροφαντασία παρά στην ιστοριογραφία. Δηλωτικό αυτής της κλίσης είναι το υπέροχο «Λάθος», όπου ένα εωσφορικό τοπίο δονείται υπόκωφα από τις εκρήξεις ενός ατέρμονου πολέμου, καταμεσής του οποίου διαμελίζεται μια ονειρική μητρική μορφή. Αντιθέτως, πεζά που αναπαράγουν χιλιοειπωμένες ιστορίες αδικούν την αφηγηματική δυναμική της συγγραφέως. Οταν η Παναγιωτοπούλου αξιοποιεί τα εκφραστικά της μέσα για την εξεικόνιση υπερρεαλιστικών θεαμάτων, η γραφή της καθηλώνει. Διότι δύσκολα ξεχνάει κανείς τη γυναίκα που κάθε βράδυ ξεκαρφώνει τα κεραμίδια της στέγης και τα απλώνει στον κήπο, φτιάχνοντας πάνω στο χώμα κενοτάφια, που «μέσα τους έκλεινε όσα δεν είχε προφτάσει να ζήσει».








 

14.9.20

Αυτός ο κύριος Μπι




γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου


Αυτός ο κύριος Μπι είναι και εβραίος και γνωστός. Εγώ δεν τον ήξερα. Τον έμαθα το προηγούμενο σαββατοκύριακο στο Συνέδριο Ερευνών και Ευρεσιτεχνιών. Πλήθος μελετητές ανακοίνωναν τα αποτελέσματα των μακροχρόνιων ερευνών τους· παρακολούθησα ενδιαφέρουσες ομιλίες και εντυπωσιάστηκα. Το κακό όμως είναι ότι οι πολλές πληροφορίες με μπέρδεψαν, έχασα τον ειρμό της σκέψης μου και δεν μπορούσα να τις ταξινομήσω. Άρπα-κόλλα σημειώσεις κράτησα· όχι από το συνέδριο αλλά από τον διπλανό μου, θερμό θαυμαστή αναλόγων εκδηλώσεων. Παρόλο που ζήτησα τη βοήθειά του, οι επεξηγήσεις του με μπέρδεψαν περισσότερο αφού ―για να μπω στο πνεύμα γρήγορα, μιας και μου δόθηκε η ευκαιρία― τις σταχυολόγησα όπως όπως.


Παρότι πήγα στο συνέδριο για να σκοτώσω την ώρα μου, το παρακολούθησα ανελλιπώς, πλην όμως το κατανόησα ανεπαρκώς. Αυτό το συνειδητοποίησα εκ των υστέρων, καθόσον δεν ήθελα να το παραδεχθώ, αν και μου το είχε επισημάνει ο διπλανός μου. Καθόμουν λοιπόν στη θέση μου, εντυπωσιασμένος απ’ όσα μάθαινα, και σκεφτόμουν: Για κοίτα, πρώτη φορά ήρθα σε συνέδριο κι αμέσως γνώρισα έναν διάσημο, που είναι και εβραίος και γνωστός, όπως είπε ο συντονιστής. Δηλαδή, δεν γνώρισα τον ίδιο αλλά αυτόν που τον είχε μελετήσει· επειδή δεν συγκράτησα το όνομά του, τον αναφέρω ως Μελετητή. Εδώ πρέπει να σημειώσω πως, καθώς δεν φημίζομαι για τη μνήμη μου, ούτε το όνομα τού διπλανού μου θυμάμαι. Κατάφερα όμως να συγκρατήσω δύο ανακοινώσεις, μιας και είχαν κοινό παρονομαστή τη θάλασσα. Κατά περίεργη σύμπτωση, και οι δύο περιέγραφαν ανακαλύψεις τού κυρίου Μπι. 




Η μία μελέτη υποστήριζε ότι, παρά τον εξανθρωπισμό μας, διατηρούμε συμπεριφορές από τη μακρινή εποχή που ήμασταν ψάρια. Εξηγούσε και επιβεβαίωνε, με απλά λόγια, μία παλιά θεωρία, η οποία έλεγε ότι το ζάρωμα των δακτύλων μέσα στο νερό έχει τις ρίζες του στο εξελικτικό παρελθόν του ανθρώπου, όταν, για να επιβιώσει, έπρεπε να πιάνει με γυμνά χέρια πράγματα μέσα στο νερό δίχως να του γλιστράνε, καθώς επίσης και να στηρίζεται καλύτερα όταν περπατούσε με γυμνά πόδια σε ρηχούς και γλιστερούς βραχώδεις βυθούς.


«Τα αυλάκια που σχηματίζονται στα ακροδάχτυλα λειτουργούν ως κανάλια που διώχνουν μακριά το νερό και επιτρέπουν στο δέρμα να έρχεται σε καλύτερη επαφή με το αντικείμενο» είπε ο Μελετητής και εξήγησε πως το ζάρωμα των δαχτύλων είναι μία αναγκαία λειτουργία, που δεν έχει σχέση με την είσοδο νερού στο δέρμα αλλά συμβαίνει για να δημιουργείται τριβή και να μην ολισθαίνουμε.


«Είναι μία αντίδραση που οφείλεται στη συστολή αιμοφόρων αγγείων κάτω από το δέρμα και ελέγχεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα» μου εξήγησε ο διπλανός μου, κι εγώ το κατάλαβα.


Η δεύτερη ανακοίνωση ανέφερε τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για την επαλήθευση της θεωρίας «Δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή». Ο Μελετητής, παρότι είχε αρχίσει να κουράζεται από την πολύωρη παραμονή του πάνω στο βάθρο, συνέχισε να μιλάει, να μιλάει και να μη σταματάει. Εγώ, παρόλο που αντιλαμβανόμουν τη σημασία τής κάθε φράσης του τη στιγμή που την έλεγε, μόλις άρχιζε τον επόμενο συλλογισμό ξεχνούσα ό,τι είχα καταλάβει μέχρι τότε. Όμως, φαίνεται πως και αρκετοί άλλοι είχαν το ίδιο πρόβλημα με εμένα, αφού άρχιζαν να μιλάνε μεταξύ τους για διευκρινίσεις, αφού δεν επιτρέπονταν οι ερωτήσεις προς τον ομιλητή. Ο Μελετητής εκνευρίστηκε και φώναξε αρκετές φορές «Παρακαλώ, κάνετε ησυχία». Τελικά, ησυχία έγινε, αλλά ο Μελετητής, που ήταν πολύ ταραγμένος, κάποια στιγμή έριξε όλο το βάρος του πάνω στο πόντιουμ, που ήταν γεμάτο από τις σημειώσεις του, αυτό δεν άντεξε, έγειρε και τον πήρε μαζί του· ακριβώς τη στιγμή που εξηγούσε το πείραμα και όλες τις προσπάθειες του κυρίου Μπι να ελαφρύνει τη θάλασσα από το αλάτι της. Έτσι, άρχισε νέα φασαρία, που όλο και μεγάλωνε, διότι  κάποιοι αντιδρούσαν τόσο στη λογική όσο και στην αναγκαιότητα της ανάλυσης. 


«Το ξέρουμε πως δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή» φώναζαν ενδιάμεσα στις παύσεις του, εμποδίζοντας κάθε προσπάθεια τού Μελετητή να συνεχίσει. Ειδικά στο σημείο που ανέλυε τις συνθήκες τής εποχής που ήμασταν όλοι ψάρια. Τότε του επιτέθηκαν, αν και ο Μελετητής είχε εξηγήσει προκαταβολικά πως αυτά δεν τα έλεγε ο ίδιος αφ’ εαυτού του αλλά ο πρόγονός του, ο κύριος Μπι, που είχε κάνει και την έρευνα. Έτσι τον είπε, «πρόγονό» του, και κάποιοι από τους ακροατές δεν μπορούσαν ν’ αποδεχτούν πώς γίνεται μία αμφιλεγόμενη φιγούρα του λόγου, σαν τον Μελετητή, να είναι απόγονος ενός μεγάλου ερευνητή, που ήταν και εβραίος και γνωστός.


 «Αφού δεν ξαρμυρίζει η θάλασσα με τη βροχή, τότε γιατί με τόσο αλάτι τα ψάρια δεν γίνονται παστά;» ρώτησε κάποιος και ακούστηκαν δυνατά γέλια.


«Για τον ίδιο λόγο που δεν μιλούν γαλλικά όσα ψάρια έφαγαν τους Γάλλους θαλασσοπόρους, που πνίγηκαν στις βόρειες θάλασσες» απάντησε ειρωνικά ο Μελετητής, και τότε από το ακροατήριο ακούστηκαν οι έντονες αντιρρήσεις των Γάλλων παρευρισκομένων.


Μέχρι τώρα απέφευγα τις συνελεύσεις και τα συνέδρια γιατί δεν άντεχα τις έντονες συγκινήσεις, τις συνεχείς αντιρρήσεις που μπερδεύουν τον ακροατή, αλλά και το πήγαιν-έλα όλων αυτών που αφήνουν πίσω τους την πόρτα ανοιχτή, αδιαφορώντας αν οι ακατάληπτοι ήχοι τού διαδρόμου φτάνουν στην αίθουσα και αποσυντονίζουν το ακροατήριο. Για παράδειγμα, ετούτη τη φορά έτυχε να συμβούν αλλόκοτες φασαρίες. Όχι πως θα με επηρέαζε αν η θάλασσα ξεπλενόταν από τη βροχή ή αν ξαρμύριζε με τα νερά των ποταμών. Να ξεχαστώ ήθελα και, με ενδιαφέρουσες πληροφορίες, να ενισχύσω τη δραστηριότητα του προμετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου μου, ο οποίος ευθυνόταν για τη συγκέντρωση γεγονότων και συμπεριφορών, που μού προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις. Ήλπιζα πως θα κατάφερνα να στρέψω την προσοχή μου σε άλλα πράγματα ώστε ν’ απαλλαγώ ―επιτέλους― από το άγχος που κυνηγούσε τη ζωή μου. Κάτι σαν άσκηση δηλαδή· μία σύγχρονη ψυχιατρική τεχνική, που είχε σκοπό ν’ αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αισθάνομαι ώστε να ξεφορτωθώ όσα με ενοχλούν.


Επισημαίνω ότι ενδιαφέρομαι για κάθε πρωτοποριακή μέθοδο και, καθόσον οι δύο προαναφερθείσες ανακοινώσεις ήταν αποτέλεσμα πολύχρονων, σημαντικών (αλλά και ασυνήθιστων για την εποχή τους) ερευνών, ένιωσα ιδιαίτερα υπερήφανος επειδή τις παρακολούθησα. Επίσης, παρότι οι πληροφορίες τους μου φάνηκαν πολλές, συγκράτησα όσες, εκτός από σημαντικές, ήταν και ευκολονόητες. Μπορώ να πω μάλιστα πως, μετά από αρκετή εκ των υστέρων μελέτη, κατάφερα να κατανοήσω περισσότερα γι’ αυτές. Έτσι, δίπλα στο όνομα του κυρίου Μπι, μετά το «εβραίος και γνωστός», πρόσθεσα και το «κατανοητός», κατατάσσοντάς τον αυτόματα στους πλέον σοφούς ερευνητές της εποχής του. Βέβαια, τον υπαινιγμό του Μελετητή δεν τον πολυκατάλαβα αλλά δεν του έδωσα και ιδιαίτερη σημασία, αφού η απόδειξη ήταν ήδη μπροστά μου: όσες φορές κι αν είχα δοκιμάσει θαλασσινό νερό ήταν αρμυρό. Όπως και να είχε η κατάσταση, εμένα τα ψάρια δεν θα μου άρεσαν, είτε γαλλικά μίλαγαν είτε άλλη γλώσσα. Και δεν θα μου άρεσαν γιατί μυρίζουν ψαρίλα. Αλλά τι να έλεγα;


Τη συζήτηση που ακολούθησε μετά την τελευταία ανακοίνωση δεν την παρακολούθησα μέχρι το τέλος. Όταν άκουσα την αποστομωτική απάντηση τού Μελετητή για τα ψάρια που δεν μιλάνε γαλλικά, σηκώθηκα και έφυγα. Τι άλλο να έκανα; Άλλωστε, οποιαδήποτε κι αν ήταν η συνέχεια στο εν λόγω σκεπτικό, δεν θα μπορούσε ν’ αλλάξει τον τρόπο που αισθάνομαι και αντιδρώ.


Μετά από αρκετόν καιρό και πολλή σκέψη, κατάλαβα γιατί ο κύριος Μπι, που ήταν και εβραίος και γνωστός και κατανοητός –επιμένω–, έπαψε να εμφανίζεται σε διαλέξεις περί των ερευνών του. Ακούστηκε πως, σε κάποιες έρευνες που έκανε στις κρύες βόρειες θάλασσες, έπεσε στο νερό και τον έφαγαν τα ψάρια. Σε καμία περίπτωση δεν θέλω αυτό να θεωρηθεί υπαινιγμός. Άλλωστε, δεν μαθεύτηκε ποτέ αν αυτός ο κύριος Μπι ήτανε Γάλλος.


Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Ζει στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνογραφία-ενδυματολογία. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα.

Αποφοίτησε από το Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημιουργικής Γραφής

του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. 

Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί το βιβλίο της Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες [2017].



5.10.19

Φθινόπωρο στη μικρή μας πόλη

-->

Νίκη Μιχαηλίδου, Εύκολες διαδρομές, ακρυλικό σε καμβά


γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου


Η κωμόπολη έδειχνε την εγκατάλειψή της σαν παλιό τραύμα από ξεχασμένο πόλεμο. Η παροδική συννεφιά βοηθούσε να νετάρει το βλέμμα και να πατήσουμε τα πεντάλ με μανία, θα έλεγες, μέχρι την επόμενη εμφάνιση του ήλιου ανάμεσα από τα σύννεφα. Ο ζεματιστός ήλιος του Σεπτέμβρη έκανε ακόμα πιο έντονες τις στιγμές της καλοκαιριάτικης ξεγνοιασιάς, που μόλις είχε περάσει. Τα ξενιτεμένα χαλίκια πάνω στην άσφαλτο τινάζονταν κάτω από τις ρόδες του ποδηλάτου κι έφταναν μέχρι τις γριές που περίμεναν στο πρακτορείο με το εισιτήριο στο χέρι. Κάποιοι μαγαζάτορες, που λαγοκοιμόνταν στις ψάθινες καρέκλες τους, περιμένοντας τον πελάτη που ξεχάστηκε, άνοιγαν τα μάτια τους από τον θόρυβο του χαλικιού πάνω στο τζάμι κι αφού δεν υπήρχε ζημιά τα ξανάκλειναν. Δυο-τρεις εργάτες έτρωγαν το μεσημεριανό τους στη σκιά της οικοδομής κι ένας ψαράς έβγαζε τ’ απόνερα από τη βάρκα του. Το μικρό της γειτόνισσας έσκουζε σε συνέχειες, επειδή η μάνα του δεν το άφηνε να παίξει στον ήλιο το καταμεσήμερο. Μια παραθαλάσσια κωμόπολη ξανάβρισκε τον ρυθμό της, καλωσορίζοντας το φθινόπωρο.

Δεν στέριωνα σε άλλες παρέες, είχα τον αδελφό μου. Εννιά μήνες διαφορά είχαμε αλλά μοιάζαμε για δίδυμοι. Τον χειμώνα παίρναμε στο κατόπι τους μεγαλύτερους για θελήματα, μέχρι να μας βαρεθούν. Τα καλοκαίρια παρακολουθούσαμε από μακριά τους παραθεριστές. Μερικές φορές γνωρίζαμε και κάποιους συνομήλικους. Όταν έφευγαν, αφήναμε τις έγνοιες μας στη σκιά, μαζί με τα ποδήλατά μας, και σκορπίζαμε το μυαλό μας στα πέλαγα. Δεν χρειαζόταν να μιλάμε. Γνωρίζαμε καλά ο ένας τον άλλο. Μόλις έμπαινε το φθινόπωρο και άρχιζαν οι βροχές, αφήναμε τη θάλασσα στην ησυχία της. Μέσα σε λίγες ώρες η σανίδα από τη διπλανή οικοδομή, με την οποία δέρναμε τη θάλασσα κάθε φορά που ένα κύμα μας ανάγκαζε να καταπιούμε την αρμύρα της, γινόταν παρελθόν. Προς το τέλος του Σεπτέμβρη άρχιζαν τα σχολεία και τα δύσκολα μαζί.



Αυτόν τον Σεπτέμβρη η ζέστη είχε πάρει παράταση. Μετράγαμε τις τελευταίες ανάσες τού καλοκαιριού με ορθοπεταλιές. Καταμεσήμερο. Θα περνάγαμε απ’ όλα τα μέρη που είχαμε αρμέξει στιγμές, σαν τελική επιβεβαίωση φόρτωσης πριν από ταξίδι. Εμείς δεν θα φεύγαμε. Δεν φεύγαμε ποτέ… ακόμα. Μόνο με το ποδήλατο φτάναμε μέχρι το τέλος της μικρής πόλης, σαν να παίρναμε αμπάριζα, και πάλι πίσω. Μόνο εμείς οι δύο αποχαιρετούσαμε αυτούς που έμπαιναν στο λεωφορείο. Ύστερα, θα πηγαίναμε στο σπίτι και θα περιμέναμε το επόμενο καλοκαίρι να επιστρέψουν κάποιοι από τους παλιούς παραθεριστές ή θα φανταζόμασταν τους καινούργιους που θα έρχονταν. 

Τη βλέπαμε γυρνώντας από τη θάλασσα. Εκείνη κατέβαινε με το ρομπάκι της το σκούρο και το ψάθινο καπέλο με την παρδαλή κορδέλα, που της είχε χαρίσει μια παραθερίστρια, όταν το θαύμασε. Σταματούσε πάντα έξω από τον φράχτη κοντά στη συκιά μας και μάζευε τα ώριμα. Ανέβαζε τα μαύρα γυαλιά της στο κούτελο, για να βλέπει καλύτερα, και ξεφλούδιζε τα γινωμένα. Πόσο να ήταν τότε; Καμιά πενηνταριά, πενήντα πέντε; Παραπάνω δεν ήταν. Θα μπορούσε να είχε φτιάξει τη ζωή της αλλά μπα, έλεγαν οι γειτόνισσες. Ο ένας ήθελε να κλείσει το παιδί της στο ορφανοτροφείο, ο άλλος να το στείλει στον αδερφό της στη Γερμανία, προκοπή δεν είδε. Το παιδί της μεγάλωσε, έφυγε μετανάστης κοντά στομ θείο του, παντρεύτηκε εκεί, και αυτή έμεινε μόνη της να καθαρίζει τα δωμάτια των εποχιακών ξενοδοχείων.  
 «Καλόμαθε η Άκολη στα σύκα θα φάνει και τα ξέφλουδα» μουρμούριζε η μάνα μου αλλά τίποτα παραπάνω δεν έκανε. Μια φορά που παραπονέθηκα ότι μας έτρωγε τα σύκα μας ,με βούτηξε από το γιακά και με τράνταξε: «Δεν έχει δικιά της συκιά. Τι δεν καταλαβαίνεις;». Δεν ξαναμίλησα, μόνο την παρατηρούσα μέχρι να τελειώσει το άρμεγμα και να πάρει την κατηφόρα προς την αμμούδα με τα βούρλα. Στα νύχια περπατούσε, σαν να χόρευε, με την κοιλιά μπροστέλα, άκολη η τυραννία της μοδίστρας ― τότε που έραβε κάνα ρούχο, γιατί ύστερα βγήκαν τα «έτοιμα». Αυτά έλεγαν στη γειτονιά με μισόλογα, που εγώ δεν καταλάβαινα. Το «Άκολη» τής το κόλλησε η μοδίστρα, επειδή δεν έστρωναν καλά τα λούκια στις ρόμπες της, μας είπε η μάνα μας, όταν τη ρωτήσαμε.

*

Τα ποδήλατά μας ήταν καλά κρυμμένα στους θάμνους. Μπροστά μας τα ξερά χορτάρια και ύστερα η αμμούδα με τα βούρλα προσκύναγε τα λαίμαργα της γέρικης ελιάς. Πώς είχε ξεμείνει αυτή η ελιά μοναχή της τόσο κοντά στη θάλασσα ρωτούσανε οι ξένοι αλλά κανένας δεν ήξερε να τους πει. Θα πέρναγε σίγουρα από δω η Άκολη. Κάθε φθινόπωρο πήγαινε για μπάνιο μεσημεριάτικα, για να μην τη δει κανένας να κολυμπάει.  
Ο Αποστόλης σύρθηκε πρώτος ανάμεσα στα ξερά χορτάρια όσο μπορούσε πιο ήσυχα μέχρι να βολευτεί. Τον ακολούθησα κι εγώ. Ήταν τόσο μεγάλη  η περιέργειά μας που ξεχνούσαμε τα φίδια, προσέχαμε μόνο μην τυχόν και μας πάρουν είδηση τα σκυλιά και προδοθούμε. Κάποια στιγμή πήγε να μετακινηθεί για ν’ αποφύγει τον ήλιο που τον τύφλωνε και την είδε να φτάνει. «Έρχεται» είπε μόνο κι εγώ κοκάλωσα. Ό,τι είχε προβάλει από τη στροφή, μετά τη συκιά. Περπατούσε αργά, γλείφοντας τα ξέφλουδα και τα δάχτυλά της. Πέρασε από μπροστά μας χωρίς να μας δει και χάθηκε πίσω από την αμμούδα. Ο Αποστόλης σύρθηκε έως εκεί και ανασηκώθηκε με προσοχή ανάμεσα από τα ξεσταχυασμένα βούρλα, που ανέβαζαν τα κοτσάνια τους έως τον ουρανό. Από κοντά κι εγώ. Η Άκολη είχε ακουμπήσει με προσοχή τα πράγματά της κάτω από την ελιά και ξεκούμπωνε τη ρόμπα της. Γύρισε κάνα-δυο φορές και κοίταξε πίσω της, μην τυχόν και είχε θεατές. Εμείς μείναμε ακίνητοι και κρατήσαμε την ανάσα μας, μην μας προδώσει ο αέρας που πήγαινε προς το μέρος της.
Την έβλεπα αλληθωρίζοντας, ανάμεσα από δύο κοτσάνια, πότε με το ένα μάτι και πότε με το άλλο, αλλάζοντας κάθε φορά εκείνο που θόλωνε. Οι ακτίνες του ήλιου σαν να ’τανε πιο φωτεινές, μου φάνηκε, έτσι όπως αντανακλούσαν πάνω στο άσπρο δέρμα της και με τύφλωναν. Χαμήλωσα τα μάτια για να τις αποφύγω και άρχισα ν’ ανεβαίνω αργά.
Οι γάμπες της, μαρμάρινες κολόνες, στήριζαν τους μηρούς που έφταναν ώς τους σκληρούς γοφούς της. Ο θαυμασμός μου με ταξίδεψε στην απορία. Τζάμπα της είχε βγει το όνομα. Κάθε άλλο παρά άκολη ήταν.
Θα ορκιζόμουν ότι τα κολομέρια της ήταν τα καλύτερα που είχα δει στη ζωή μου. Και είχα δει πολλά, αν εξαιρέσεις της μάνας μου, μια φορά που άλλαζε με γυρισμένη πλάτη στον καθρέφτη της ντουλάπας, και της γιαγιάς μου, όταν την πλένανε κατάκοιτη από εγκεφαλικό. Δεν κατάφερα να προχωρήσω παραπάνω. Η Άκολη γύρισε απότομα προς το μέρος μας, λες και διαισθάνθηκε την παρουσία μας. Ο Αποστόλης έπεσε μονοκόμματος προς τα πίσω και με παρέσυρε κατρακυλώντας στον αμμόλοφο. Ούτε «ωχ» δεν έκανα, μην τυχόν και ακουστεί. Τρέχοντας φτάσαμε μέχρι τα ποδήλατα, τα καβαλήσαμε και εξαφανιστήκαμε.
Στο σπίτι η μάνα μας είχε σφουγγαρίσει τη βεράντα και καθόταν να ξεκουραστεί μέχρι να στεγνώσει το μωσαϊκό, για να μπει και να συνεχίσει τις δουλειές της. Εκείνο το απόγευμα ήταν το τελευταίο των παιδικών καλοκαιριών μας. Η νύχτα που ερχόταν θα άνοιγε την πόρτα τής ερωτικής μας ζωής. Η Άκολη με τα τορνευτά καπούλια της θα έμενε για πάντα η πρώτη ερωμένη μας.  


22.5.19

Μαρία Σκουρολιάκου: Μακρυγιαλού. Μία σύγχρονη ηθογραφία




Όταν πρόκειται να σχολιάσουμε ένα βιβλίο, μπροστά μας εμφανίζεται το ερώτημα: τι κομίζει ο δημιουργός και με ποιον τρόπο μάς μεταδίδει τα μηνύματά του. Ο λόγος έχει συμπαντικές διαστάσεις. Έλκει μέσα του όλο το εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον του γράφοντος. Εμπειρίες, συναισθήματα, αυτοσυνείδηση, συνειδήσεις των άλλων γύρω του, που καλείται να κλείσει σε μία φόρμα γραφής. Ξεδιπλώνοντας τις συνιστώσες αυτού του λόγου, εδώ, στο βιβλίο της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες, μολονότι έχουμε να κάνουμε με πεζογραφία, υπάρχει ποίηση και αισθαντικότητα που μας συναρπάζει.

Μας ξάφνιασε λοιπόν με την εντυπωσιακή αφηγηματική της δεινότητα η συγγραφέας, η οποία με ιδιότυπο τρόπο αποτυπώνει το ανθρώπινο δράμα και φιλοσοφεί και γι’ αυτό και για το άρρητο της οδύνης. Με ποιητική πυκνότητα, υπερβαίνει τον χρόνο της δράσης κι ακροβατεί ανάμεσα σε κοφτερές αλήθειες και μύθους που αλλάζουν φορεσιές μέσα στις εποχές. Το πραγματικό με το φανταστικό αλληλοσυμπληρώνονται και αποστάζουν την ηθογραφία μιας κοινωνίας επαρχιακής κυρίως, με τα χαρακτηριστικά, τις συνήθειες, τις προκαταλήψεις, που διαμορφώνει ο μικρός και περίκλειστος τόπος, ο οποίος βρίθει από στέρηση, μοναξιά, καταχωνιασμένα συναισθήματα και γιγαντωμένο φθόνο. Kοινωνικές συμβάσεις που γεννούν δράματα, ζωές που γερνούν παράκαιρα κι ο φόβος για τον θάνατο, που μερικές φορές γίνεται μοιραίος.

Η μικρή φόρμα των διηγημάτων έχει ιδιαίτερη δύναμη καθώς, δίχως να κουράζει, γίνεται υποβλητική και κάνει τον αναγνώστη αμέσως κοινωνό της ιδιαίτερης ματιάς της δημιουργού. Στις περισσότερες ιστορίες καλούμαστε να αναγνωρίσουμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τη σαρωτική αφήγηση, που εντρυφεί στα ενδότερα των ψυχών με τρόπο ρεαλιστικό και νατουραλιστικό. Με κομμένη την ανάσα, παρακολουθούμε ιστορίες ανθρώπων με αδιέξοδα και πάθη, σαράκια μνήμης, μισοφωτισμένα αισθήματα· φιγούρες σκιώδεις, τραγικές, δοσμένες με εξαιρετική περιγραφή, που αναδεικνύει πώς λοξεύει η ζωή και ματώνει. Πώς μέσα στους βασανισμένους και στη μοίρα τους κρύβεται το γιατί κάθε μαχαιριάς, καθώς σβαρνίζεται ο άνθρωπος στους τέσσερις αγέρηδες άγριων καταστάσεων και καταχωνιασμένων καημών. Το βλέμμα της Παναγιωτοπούλου κάνει άλματα ανάμεσα σε χάσματα και περάσματα στο αλλόκοτο και στην τραγωδία, αφήνοντας αλλού να αιωρείται κι αλλού να τελείται η κάθαρση. Άλλες φορές πάλι, με τρυφερότητα ανασύρει τις παιδικές μνήμες με τα μικρά τιμαλφή τους, που βρίσκουν στον καθένα μας τη δική τους γωνιά κι ακουμπάνε οικεία και νοσταλγικά.

Δεκαοκτώ ιστορίες εικαστικής γραφής, οι οποίες πατούν στέρεα στο χώμα της παράδοσης, όσον αφορά τον τόπο και την ανθρωπογεωγραφία του· το ίδιο και τα ονόματα Μακρυγιαλού, Γιωργού, Θυμιούλα, η περιοχή της Αγιανάργυρης, καθώς και σκεύη και αντικείμενα της μνήμης μας. Πίνακες με προοπτική, που η Παναγιωτοπούλου ζωγραφίζει σε κάθε διήγημα διαφορετικά, φωτίζοντας αθέατες πτυχές, επίπεδα χρονικότητας και κόσμους χθεσινούς. Εντούτοις, τα πρόσωπα μπαινοβγαίνουν από το παρελθόν στο παρόν, και νιώθουμε σαν να συμβαίνουν τώρα, γύρω μας, όσα μας εξιστορεί.

Μία συλλογή διηγημάτων μεστής γραφής, με κυρίαρχα, τα στοιχεία της έκπληξης και της ανατροπής, τα οποία η συγγραφέας χειρίζεται άψογα. Η γλώσσα της είναι ρέουσα, με πλούσια εκφραστικότητα και θαυμαστή ευλυγισία. Η Παναγιωτοπούλου διαθέτει αφηγηματική ικανότητα και πλάθει με τέτοιο τρόπο τους ήρωες, ώστε βιώνει τα αισθήματα και τα πάθη τους, εισχωρεί στις ζωές τους, εκφράζει τις μύχιες σκέψεις τους, βοά με τις κραυγές τους, τους δομεί με επιδεξιότητα κι ανασαίνει μαζί με τον αναγνώστη κινητοποιώντας μηχανισμούς ταύτισης.  

Η Μακρυγιαλού. Μοναδική επιζήσασα απ’ το ναυάγιο τού, υπό ξένη σημαία εμπορικού πλοίου. Η μαύρη φορεσιά της συντηρεί τη θολή εικόνα τής γεμάτης απώλειες ζωής της και η βυσσινιά τεράστια μαντίλα, κρυπτική, περπατάει τον μύθο και τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τη μορφή και τη μοίρα της που την ξέβρασε στο γιαλό. Όποια εκδοχή κι αν αφήνει η συγγραφέας να πλανάται στη φαντασία, καταδεικνύει το φοβερό άγνωστο που καταδυναστεύει τον άνθρωπο και τις συνέπειες που συναντούμε στη λαϊκή σοφία διαχρονικά. Τις ψυχογραφίες, που δομούνται γύρω από κάθε αποσυνάγωγο πλάσμα που κινείται ανάμεσά μας κι ερμηνεύει έμπρακτα τα βάραθρα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Λαθρεπιβάτισσα, αερικό, καπετάνισσα, δίχως όνομα. Στο πρόσωπό της φώλιαζαν οι σκιές. Στο πρώτο αυτό ταξίδι συναντάμε το υπέροχο παραμύθι τόσο γλαφυρά δοσμένο, όπου σε κάθε περιγραφή παραμονεύει η έκπληξη, κι ακολουθούμε τους μύθους της ηρωίδας, που περνούσαν τα σύνορα και κύκλωναν τη γη. Πόσες πτυχές, πόσες ζωές είχε;

Η Μακρυγιαλού ενσαρκώνει το μυστήριο και το δίπολο που συμπορεύεται με την ανθρώπινη φύση και ανάλογα με τις δυνάμεις που δρουν σύμφυτα, επίκτητα και συμπτωματικά πορευόμαστε...
     Παρακάτω, ένας δίσκος κουβαλάει μνήμες και ιερές λεπτομέρειες των ημερών που κρύβουν πολλές φορές τραγικά γεγονότα, καταχωνιασμένα στα υπόγεια της ύπαρξης μαζί με τις διπλωμένες πληγές. Κομμάτια ζωής, ανάσες, αφή σωμάτων, γεύσεις, αντικείμενα, δεμένα με απώλειες και καημούς ισόβιους, όπως ο καημός της χαροκαμένης μάνας.
      Άλλες φορές, απ’ το βαθυπέλαγος των ψυχών ανασύρονται τα σπαράγματα του ναυαγίου. Εκεί, σαν όνειρο, σαν όραμα, σαν ενστικτώδης περιέργεια, έρχεται μία αλλιώτικη κλήση κι αποκαλύπτει τα πικρά μυστικά που θάφτηκαν βαθιά, γιατί στο φως συνέχεια ματώνουν. Κι άλλοτε ανεμίζουν μαύρο πανί ονομασμένο ή ανώνυμο, μα πάντοτε υφασμένο σε μοιραία ζαριά θανάτου. Τότε η καρδιά ρίχνει αλμυρό νερό τα δάκρυα, για να δροσίσει τον καημό. Να ξεσπάσει.

Στο διήγημα «Ο φόβος», μέσα από την αφήγηση περνούν τα φιλοσοφικά ερωτήματα για τον θάνατο, κι ήδη από τον τίτλο δίνεται το στίγμα της αγωνίας και του τρόμου μπροστά στο αναπότρεπτο που φωλιάζει στα στοιχεία της φύσης σαν είμαστε παιδιά. Και τούτο η συγγραφέας το περνά εντέχνως μεσ’ από την ηλικιακή διαδρομή μας.
     Η Περσεφόνη είναι παρούσα διαχρονικά κι ο Νότης με τη μάνα του να δίνουν μάχες για το νόημα του μύθου. Το δίπολο ύπαρξη - ανυπαρξία κεντιέται με ιδιαίτερο τρόπο από τη συγγραφέα. Ο Νότης με τον τρόμο του θανάτου να τον στοιχειώνει κι ο αέρας, σηματωρός, να φυσάει αλύπητα και να λυσσομανά μέσα του. Η θρησκευτική καταφυγή, για να τον λυτρώσει, επίσης παρούσα. Να φωλιάζει εκείνος στην αγκαλιά της μάνας, να σωθεί απ’ το κυνηγητό του αέρα. Γλίτωσε τελικά; Οι φιλοσοφικές προεκτάσεις, οι οντολογικές αναλύσεις των ηρώων, παράλληλα με το συναισθηματικό φορτίο και τις εξαιρετικές περιγραφές των στιγμών και των στοιχείων της φύσης, συγκροτούν ένα εξαίσιο διήγημα.

Στην «Ταφή της Αντιγόνης, μαζί με το κουτί, ξεθάβεται και η ιστορία της παιδικής εκδίκησης· της ιδιότυπης δικαιοσύνης που ζητούν τα παιδιά όταν τα αδικούν. Η Αντιγόνη έχει το καταφύγιό της στο τέρμα του κήπου. Εκεί όπου κρύβονται πάντοτε τα παιδιά για να ονειρεύονται μακριά απ’ τον κόσμο. Σ’ ένα δέντρο συνήθως, που απαγκιάζει τα σχέδιά τους, τα γιατί, τους αθώους θυμούς τους.

Η συγγραφέας εδώ ανοίγει τη μεγάλη πόρτα των συναισθημάτων της ωριμότητας, όπου τακτοποιούνται τα άλυτα της ενοχής και αποδίδονται στα μισεμένα πρόσωπα τα χρωστούμενα. Τρυφερή και λυτρωτική η πράξη της ταφής...

Διαβάζω:
Αυτή τη φορά ήταν σίγουρη πως το μυστικό της θα έμενε καλά κρυμμένο για πάντα.
«Μάνα, στο έφερα» φώναξε η Αντιγόνη με όση δύναμη είχε κι ένιωσε να ξαλαφρώνει. Μετά από πενήντα τρία χρόνια. Στον κήπο δίπλα στο εκκλησάκι, που αναδύεται ολόλευκο μέσα από τα κόκκινα γαρύφαλλα, η Αντιγόνη φύτεψε μια κοντούλα, ίδια μ’ εκείνην την παλιά. Και κάθε που φυσάει τ’ αεράκι, το δέντρο χαϊδεύει με τα φύλλα του τα μαύρα γράμματα στην πρόσοψη, πάνω από το πορτάκι. «Κύριος αγαπά δικαίους! Κύριος δικάζει τους τεθνεώτας!»

Οι διαδρομές του βιβλίου είναι γεμάτες ποίηση και νοσταλγία.
     Ένα τραίνο ταξιδεύει τα όνειρα. Καταργεί την ακινησία της ζωής στον ίδιο κύκλο. Αποχαιρετισμοί, αποχωρισμοί, τόσο οικείοι για όλους μας, κι η λαχτάρα της φυγής κοινός τόπος. Το μετά έρχεται να μας προσγειώσει σε σταθμούς και προορισμούς. Όπως τη Γιώτα, που οι εποχές πέρασαν από πάνω της μαζί με τις διαδρομές του τραίνου. Και δεν ήρθε ό,τι περίμενε. Έβγαλε εισιτήριο με επιστροφή για το πατρικό της. Αφέθηκε στις μυρωδιές και στα αγγίγματα των απτών πραγμάτων. Η συγγραφέας, σε μια εκπληκτική αλληγορία, με τη φωνή της γειτόνισσας, λέει τις μεγάλες αλήθειες του άλλου μέσα μας, σε έναν διάλογο-πάλη, να δικαιολογηθεί ό,τι δεν πραγματώθηκε:
«Μα ο αγώνας κλείνει τα παράθυρα και δεν ακούς το τραίνο της ζωής να σφυρίζει το πέρασμα από τ’ όνειρο στην πραγματικότητα», συνέχισε η γειτόνισσα κι έφτυσε στον κόρφο της, μην τυχόν και πέσει στην ανάγκη της Γιώτας.  

Ύστερα, οι βαθιές φωνές της μάνας βρήκαν τον στόχο τους στον σταθμό της αυτογνωσίας.
     Από ιστορία σε ιστορία, η θλίψη ή το παράταιρο εναλλάσσονται με την τρυφεράδα. Με το μαζί της αγάπης. Νερό η ευτυχία ανάμεσα στα δάχτυλα γράφει το σημείωμα της Ρούλας. Μετά, η θάλασσα είχε παγωμένο βυθό, όπως το χέρι της.
    Η Θυμιούλα πάλι, από τα χρόνια της Κατοχής κουβάλαγε αληθινές ιστορίες πολέμου κι ανομολόγητου έρωτα με τον κατακτητή. Σκλήρυνε από την αποπομπή κι ύστερα... Κάθε ύστερα έχει στη γραφή της Κατερίνας και μια απρόβλεπτη τροπή.
    Αλλού, η οργή κα η επιθυμία για εκδίκηση ποτίζουν τις ζωές και τις θολώνουν, ώσπου άγριες μαχαιριές δίνουνε τέλος σε ματωμένα τάματα.
    Κι αλλού, πάνω σε λειψές υπάρξεις, που η φύση τις αδίκησε, ξεσπούν τα ανάνθρωπα ένστικτά τους οι ευνοημένοι αρτιμελείς. Πράξεις θηριωδίας που έρχονται από μακριά, σαν παραμύθια αλλόκοτα, και οι περιγραφές τους σε τρομάζουν με τη φρικτή τους αλήθεια.

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου ερευνά κάθε αμφιλεγόμενο πρόσωπο, αποκαλύπτοντας τα βαθιά αίτια, που απαιτούν ειδική θεώρηση και γνώση. Χωρίς ν’ αφήνει ανερμήνευτο το υπέδαφος κάθε πράξης. Η απόδοσή τους σχοινοβατεί σε γκρεμούς, καθώς το ανθρώπινο στίγμα ανά πάσα στιγμή χάσκει.
    Η Γιωργού στο ομώνυμο διήγημα δεν ονομάζεται τυχαία με τον τόνο να καταπλακώνει την τελευταία συλλαβή του ονόματός της. Εκείνη την εποχή στην ελληνική επαρχία υπήρχε σοβαρός λόγος για να τονιστεί ένα όνομα στη λήγουσα. Η γυναίκα θα είχε τσαγανό, θα ήταν αυταρχική, θα ’χε το πάνω χέρι. Έτσι κι η Γιωργού, που όπως μας λέει η συγγραφέας: Άστραφτε και βρόνταγε. Είχε τον πρώτο λόγο και δεν υποχωρούσε. Όσα δεν έφτανε το μπόι της τα συμπλήρωνε το τσαγανό της. Όταν ο τεντωμένος δείχτης δεν έφερνε αποτελέσματα, σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών κι ορμούσε στον άντρα της με νύχια και με δόντια.
    Η κοινωνία στη συναρπαστική αυτή ιστορία θέλει τη Γιωργού να περνάει από σαράντα κύματα. Να προδίδεται και να χάνει το βάρος από το όνομά της. Να το ξαναβρίσκει και να κυριαρχεί ξανά με τη θηλυκή της υπόσταση, γιατί ο δυναμισμός της βρήκε τον τρόπο. Κι όταν πέθανε ο άντρας της, στα γεράματά της πια, πάλι σαν Γιωργού έκαμε στάχτη τη ζωή της. Έτσι είπαν, αλλά δεν αποδείχτηκε, θα πει ανατρεπτικά η συγγραφέας. Γιατί στο βάθος η αθέατη πλευρά κρύβει αιτίες και ερημιές που το επιφανειακό βλέμμα των ανθρώπων δεν αντιλαμβάνεται.
    Κι εδώ έχουμε μία πολυσημία, με ανάδειξη ιδιαίτερων καταστάσεων και ερμηνειών στα χρονικά, στα εθιμικά και στα ηθικά δεδομένα.

Οι ιστορίες του βιβλίου περιέχουν γυναίκες ηθικές ή παστρικιές κι άντρες ντόμπρους ή υποκριτές, στον κλοιό κατεστημένων συμβάσεων, προκαταλήψεων, θρησκοληψίας, ανάμεσα στο όνειρο και στο γκρίζο τείχος της κάθε ημέρας.
    «Αθώοι αυτόχειρες» συγκλονίζουν, κι ο έρωτας γυμνώνει το θρησκευτικό ένδυμα. Το πάθος σπάζει όλα τα φράγματα και στ’ όνομά του, το έγκλημα και η αυτοχειρία, αν και αντιβαίνουν το τρομαχτικό φορτίο των εντολών, αυτοκαταργούν την ενοχή με τις ακραίες αποφάσεις στις οποίες οδηγεί η απελπισμένη αγάπη.
    Ο γιος της Αδριανής πάλι, που δεν μεγάλωσε ποτέ, όλη τη φρίκη της απόρριψης που κρατούσε μέσα του, τη σκόρπισε θάνατο. Άγρια, ανομολόγητα αισθήματα, καταχωνιασμένα στα βύθια του. Το μετά είναι το ίδιο άγριο και θανατερό.
    Η Παναγιωτοπούλου καταγράφει τις εσωτερικές μάχες με τους δαίμονες που κουβαλάει ο καθένας. Καταγράφει τον γκρεμό του ανθρώπου που δεν αντέχει τα μαχαίρια, που δεν καταφέρνει να νικήσει τον άλλον εαυτό εντός του και συνθλίβεται.

Στον «Καθρέφτη», διαχρονικό και επίκαιρο διήγημα, ο ήρωας ταλανίζεται από την κρίση, την ανεργία και την αποτυχία, παρατημένος από τη γυναίκα του και μακριά από τον γιο του. Η ακατάπαυστη μάχη του γίνεται με διαλόγους μπροστά σ’ έναν καθρέφτη. Ποιητικές αποχρώσεις, διάχυτη πίκρα, τσακισμένα όνειρα κι οι προτροπές του, στο παιδί:
«Να φύγεις παιδί μου, ν’ ανασάνεις τη ζωή. Να βρεις ανθρώπους ν’ ακουμπήσεις σε όνειρα που σε θέλουν. Να ζήσεις. Να σ’ αποδιώχνουν οι καημοί κι οι γυρισμοί. Να σ’ αγκαλιάσουνε γαλήνιες θάλασσες και δροσερές στεριές». [...] Μη σου ζητήσουν πληρωμές οι ώρες που σπατάλησα, μη σε δικάσουνε τα λάθη μου». Διάβασε από την αρχή όσα έγραψε, πρόσθεσε δυο συγνώμες για αντίο και δίπλωσε το χαρτί σταυρωτά πάνω στο τραπέζι. Ύστερα ένωσε τα δυο κομμάτια του μολυβιού και βγήκε στο χαγιάτι.

Οι πιο πολλοί ήρωες της Παναγιωτοπούλου επιλέγουν την αυτοχειρία ή την εκδίκηση, μην μπορώντας να λύσουν τα αδιέξοδα, να δικαιώσουν τα πράγματα ή για να εξιλεωθούν. Η επιλογή της συγγραφέως λειτουργεί καταλυτικά, τοποθετώντας τον αναγνώστη στην άλλη όχθη να συνδιαλέγεται με τον δικό του καθρέφτη.
Η συλλογή κλείνει με τις ξεχασμένες ταχυδρομικές ιστορίες. Με ένα διήγημα στον ίδιο κύκλο της απώλειας.
    Ξετυλίγει τρυφερά τη διαδρομή, με γλαφυρές περιγραφές για τη φύση και τον ήρωά της, όπου εκεί που φυτρώνει η ελπίδα για ένα ξεκίνημα, έρχεται το πεπρωμένο να ανακόψει το σχεδιασμό του. Φθινόπωρο πρέπει να χάθηκε η Μακρυγιαλού, σκέφτηκε ο Γιάννης. Φθινόπωρο χάθηκε κι ο Γιάννης. Σαν τον παππού του, εκεί, στο ίδιο στοιχειωμένο μέρος.

Δικαιωμένοι ή αδικαίωτοι, οι ήρωες της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου στο πέρασμά τους από τις σελίδες του βιβλίου αφήνουν την ψυχή μας φορτωμένη με ποικίλα συναισθήματα. Ανοίγουν παράθυρα στη μνήμη μας και ξεχύνονται ονόματα σαν της Γιωργούς και της Θυμιούλας· ξεφυτρώνουν γειτονιές κι αλλοπαρμένα πρόσωπα που συναντήσαμε, μυστικά που στοίχειωσαν τον ύπνο μας, μαθαίνοντας ψιθυριστές κουβέντες που αφουγκραζόμασταν πίσω από τις μισάνοιχτες πόρτες. Μύθοι και διηγήσεις, φόβοι, σκιές, τραίνα που κλέβανε τα μάτια μας κι ονειρευόμαστε ταξίδια αταξίδευτα.

Η Μακρυγιαλού, τυλιγμένη στο βυσσινί σάλι της, αν και δεν γνωρίζει κανείς από πού ήρθε, είναι σίγουρο πως δεν χάθηκε. Η Μακρυγιαλού ήρθε για να μείνει. Θα συνεχίσει να ταξιδεύει μέσα από τη γραφή της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου, συναρπαστική από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα, με τον ποιητικό ρεαλισμό και τη σκαπτή ύλη της γραφής της που ανέδειξε τις πικρές γωνιές του κόσμου τόσων αποσυνάγωγων ανθρώπων οι οποίοι ζούσαν και ζουν ανάμεσά μας· και με το τραγικό στοιχείο που μετάγγισε στις λέξεις της από τη μοίρα τους και τις απόκρημνες περιοχές της ψυχής τους.




Kατερίνα Παναγιωτοπούλου


Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες

Θεσσαλονίκη

Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2019

85 σελ.

ISBN 978-960-7568-52-6

τιμή: 9,00 ευρώ




Η Μαρία Σκουρολιάκου εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Σπουδάζει ελληνικό πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
-->
Δημοσιεύει ποίηση και κριτική. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές· τελευταία: Χρώμα αύριο (2015), η οποία τιμήθηκε το 2017 με το Βραβείο Μάρκου Αυγέρη.