Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπουργείο Πολιτισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπουργείο Πολιτισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.5.20

Κρατικά βραβεία λογοτεχνίας



της Μικέλας Χαρτουλάρη

[πηγή: Facebook]

Πώς μπορούν να αναβαθμιστούν και να καταξιωθούν στη συλλογική συνείδηση τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας; Πού χωλαίνουν; Ποια παρεξήγηση τα κυνηγά; Και ποιες αμαρτίες;


Θα ξεκινήσω ανάποδα. Τι σημαίνει πρακτικά ένα λογοτεχνικό βραβείο στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, πέρα από ένα χρηματικό έπαθλο που διαρκώς συρρικνώνεται;
     Χρηματοδοτείται η μετάφραση του βραβευμένου τίτλου σε άλλες γλώσσες; Όχι. 
     Αγοράζει η πολιτεία τους βραβευμένους τίτλους για να τους δωρίσει στα σχολεία, στις δημόσιες και δημοτικές Βιβλιοθήκες ή και στις έδρες Νεοελληνικών Σπουδών στα Πανεπιστήμια του εξωτερικού, προκειμένου να είναι προσιτοί σε κάθε ενδιαφερόμενο; Όχι.    
     Αναλαμβάνει το Υπουργείο Πολιτισμού (ή κάποιος άλλος από τους καταξιωμένους φορείς ή τα περιοδικά που απονέμουν διακρίσεις σε βιβλία: Ακαδημία Αθηνών, Εταιρεία Συγγραφέων, Ηλεκτρονικός anagnostis - πρώην «Διαβάζω», Athens Prize-περιοδικό (δε)κατα κ.ά.) την οργανωμένη, συστηματική, και εκτεταμένη προβολή των βραβευμένων τίτλων ή έστω τη χρηματοδότηση μια σχετικής διαφημιστικής δαπάνης; Όχι. 
     Ό,τι κάνει ο εκάστοτε εκδοτικός οίκος ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα και την εγρήγορσή του, και ό,τι κάνει το εκάστοτε ρεπορτάζ βιβλίου. 
     Μήπως αναλαμβάνει η πολιτεία να υποστηρίξει τους βραβευμένους συγγραφείς με εκδηλώσεις, συνέδρια, σεμινάρια σε πανεπιστήμια, σχολεία, δημοτικά κέντρα, φεστιβάλ εντός ή εκτός Ελλάδας ή και με υποτροφίες ή και δάνεια; Όχι. 
     Υποχρεώνονται τα βιβλιοπωλεία να προβάλουν τους βραβευμένους τίτλους χωρίς να πάρουν τη συνηθισμένη προμήθεια από τους ενδιαφερόμενους εκδότες; Όχι.      
     Υποχρεώνεται άραγε η Δημόσια Τηλεόραση ή το κρατικό Ραδιόφωνο να προβάλει σποτάκια με τα βραβευμένα λογοτεχνικά αστέρια της κάθε χρονιάς; Όχι.
     Υπάρχει ανεξάρτητος κρατικός φορέας βιβλίου ―όπως το ΕΚΕΒΙ από το 1994 ώς το 2013―, προκειμένου να οργανώσει σε βάθος και να παρακολουθήσει μία συγκροτημένη πολιτική βιβλίου, όχι μονάχα για τα Βραβεία αλλά και για την ανάγνωση, για τα επαγγέλματα και τις επιχειρήσεις του βιβλίου, για τις μεταφράσεις και τη διεθνή προβολή του, για τις έρευνες, για τα ζητήματα της ψηφιοποίησης, κοκ; Όχι.


Άρα; Όταν δεν υποστηρίζεται μέσα από την πολιτισμική πολιτική ούτε καν ο θεσμός των κρατικών βραβείων, ούτε καν οι τίτλοι που αναδεικνύονται μέσα απ’ αυτόν, ούτε καν η «βιτρίνα» ―ή έστω μία «βιτρίνα»― της ετήσιας βιβλιοπαραγωγής, όταν ακόμα και η δημόσια εκπαίδευση προσπερνά τους βραβευμένους τίτλους, πώς θα καταξιωθούν γενικότερα οι πιο απαιτητικοί συγγραφείς και πώς θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου κοινού; 
     Πώς θα αποκτήσει το Βιβλίο και όλοι οι κόσμοι που κουβαλάει μέσα του, οι ιδέες και οι ανησυχίες, το απαραίτητο αντίκρισμα στη συνείδηση της κοινωνίας και στην αγορά, αντίκρισμα απαραίτητο για να ενισχυθεί οικονομικά, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, ολόκληρη η αλυσίδα του βιβλίου;
     Και το κυριότερο: Αν τα βιβλία ―και όχι μονάχα τα λογοτεχνικά αλλά και τα έργα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών― δεν διαρρήξουν τα τείχη των διανοητικών ελίτ, αν δεν διευρυνθεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον, πώς θα αναγνωριστεί η αξιόλογη ελληνική βιβλιοπαραγωγή; 
     Και πώς θα μπορούσαμε ποτέ να φτάσουμε σ’ αυτή την αναγνώριση, όταν έχει παρακμάσει και η ίδια η δημόσια συζήτηση για τα βιβλία;


Το πρόβλημα λοιπόν που ανοίγει η δημόσια (μη) πολιτική των κρατικών βραβείων είναι πολύ μεγαλύτερο από μία ή δυο ή τρεις "αδικίες" στις βραβεύσεις. 
     Αλλά να τις δούμε κι αυτές σε ένα τοπίο ―το τοπίο της Τέχνης― όπου δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια.


Μίλτος Σαχτούρης (αριστερά), Δ. Ν. Μαρωνίτης

     Βρίσκω πολύ διδακτικό το εύγλωττο παράδειγμα μιας ατυχούς βράβευσης που εξέθεσε δύο άξια ονόματα και εξευτέλισε δύο ευαίσθητες προσωπικότητες. Ήταν η στημένη κονταρομαχία του 2003 μεταξύ του 84χρονου τότε Μίλτου Σαχτούρη και του 74χρονου Δημήτρη Μαρωνίτη, για το «Μεγάλο Βραβείο» που τιμά μία προσωπικότητα για το σύνολο του έργου της. Εδώ νίκησε ο ποιητής τον φιλόλογο (που τόσα είχε γράψει γι’ αυτόν), αλλά πώς….
     Η κριτική επιτροπή εισήγαγε ως δίλημμα ένα ψευδοδίλημμα, βάζοντας στη ζυγαριά δύο ανόμοια έργα. Μια υπεύθυνη κριτική επιτροπή θα έπρεπε να είχε αποφασίσει, προτού φτάσει στο … παρά δύο, ποια φιλοσοφία βράβευσης προκρίνει. Διότι ακαδημαϊκό έργο και λογοτεχνικό έργο κρίνονται με διαφορετικά κριτήρια. Εδώ όμως έγινε κάτι ακόμα χειρότερο: Ένα μέλος της επιτροπής, ένας πανεπιστημιακός που είχε προηγούμενα με τον φιλόλογο, έβαλε βέτο. Και, αντί να εξαιρεθεί από τη διαδικασία, αφέθηκε να υπονομεύσει τον θεσμό. Έριξε στο τραπέζι ένα δεύτερο όνομα, που ξύπνησε το ενοχικό σύνδρομο κάποιων κριτών. Διότι για να προσπεράσεις τον «τελευταίο της γενιάς των μεγάλων ποιητών», για να βρεις κάποιον εναλλακτικό τρόπο να τον τιμήσεις, χωρίς να αποδυναμώσεις έναν θεσμό όπως το Μεγάλο Βραβείο, ήθελε χρόνο και κότσια, που σπάνια τα διαθέτουν οι κρατικές επιτροπές. Ο Μίλτος Σαχτούρης, ο υπέροχος «τρελός λαγός», είχε στις αποσκευές του δύο κρατικά βραβεία (1962, 1987) και ένα παράσημο από τα χέρια του Κωστή Στεφανόπουλου (1995). Άξιζε το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο για το σύνολο του έργου του; Φυσικά και το άξιζε. Όμως,  θα έπρεπε να το είχε πάρει πολύ νωρίτερα. Όταν ήταν ενεργός. Έστω μέχρι το 1998, που κυκλοφόρησε τη συλλογή Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια.
     Η βράβευση του Σαχτούρη, όταν έγινε, δεν ήταν μία τολμηρή και ουσιαστική πρόταση για ένα πρότυπο δημιουργικού οίστρου. Ήταν ένα τιμητικό δίπλωμα αποστρατείας. Γι’ αυτό ήταν άδικη και για εκείνον και για τον Μαρωνίτη, προσωπικότητα με ευρύτερη κοινωνικοπολιτική παρουσία και πολυσχιδές έργο αναφοράς. Κι αν η κριτική επιτροπή «την έβγαλε καθαρή», το κύρος του θεσμού είχε πληγεί…

     Η τωρινή κριτική επιτροπή, που αναμένεται να δώσει τα βραβεία για την βιβλιοπαραγωγή του 2018 και απένειμε τα βραβεία για τα βιβλία του 2016 και 2017, δεν έκανε τέτοιες γκάφες, παρότι είναι ετερόκλητη. Κατάφερε να έχει αναλαμπές τόλμης, να κρατήσει επίπεδο και ισορροπίες. 
     Από εκεί και πέρα, θα έπρεπε να ξεκινήσει μία ουσιαστική συζήτηση για το νόημα και τους στόχους των κρατικών βραβείων, τα οποία (όπως είχε προτείνει η ομάδα εργασίας που συγκροτήθηκε επί υπουργίας Αριστείδη Μπαλτά) θα ήταν σωστότερο να διευρυνθούν και να μετονομαστούν σε Κρατικά Βραβεία Βιβλίου.
     Πάντως, πέρασαν πια οι εποχές που τα κρατικά βραβεία στόχευαν στο να συγκροτήσουν έναν Κανόνα, πέρασε και η εποχή των Κανόνων (ευτυχώς). Θα έπρεπε επίσης να περάσουν και οι εποχές της "επετηρίδας" που για χρόνια μάστιζε τους δημόσιους υπαλλήλους του πολιτισμού στην Ελλάδα, και έχει ακόμα γερές ρίζες. Αλλά και η "γραμμή" της (επι)βράβευσης, δηλαδή της απονομής βραβείων σε τίτλους που έχουν ήδη εξασφαλίσει την γενική επιδοκιμασία της κριτικής [: των κριτικών] αμφισβητείται κι αυτή, τουλάχιστον στα μεγάλα διεθνή βραβεία, ως διεκπεραιωτική. Εκεί, στο Booker, στο National Book Award, στο Pulitzer, στο Man Booker International, πιο πρόσφατα και στο Goncourt, το ζητούμενο είναι η πρόταση, οι νέοι ορίζοντες, το τολμηρό έργο που συνδυάζει τις αρετές της αφήγησης με την εμπλοκή στις ανησυχίες του καιρού μας και την αναγνωστική απόλαυση. 
     Δύσκολη εξίσωση, ωραίο στοίχημα.

Μικέλα Χαρτουλάρη: Απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών και του Γαλλικού Ινστιτούτου Τύπου (το οποίο υπαγόταν στο Πανεπιστήμιο Paris II του Παρισιού). Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στο πολιτικό περιοδικό Αντί και κατόπιν, επί 29 χρόνια στα Νέα, αρχικώς ως ρεπόρτερ στον τομέα του πολιτισμού (γράμματα, κινηματογράφος, αρχαιολογία, Υπουργείο Πολιτισμού) και κατόπιν για 6 χρόνια ως υπεύθυνη των σελίδων πολιτισμού. Δημιούργησε και εμψύχωσε επί 12 χρόνια, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2012, το «Βιβλιοδρόμιο» των Νέων, ενώ παράλληλα κρατούσε μια στήλη γνώμης για τη λογοτεχνική ζωή και τους νέους τίτλους σε ελληνικές ή ξένες εκδόσεις, και δημοσίευε συνεντεύξεις με προσωπικότητες από τον χώρο του πνεύματος. Στα χρόνια 2006-2013 συνεργάστηκε με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη στην τηλεοπτική σειρά της ΕΤ1 «Οι κεραίες της εποχής μας», με αντικείμενο συνεντεύξεις με διεθνώς διακεκριμένους συγγραφείς. Μετά τον πρόωρο θάνατο του Χρυσοστομίδη, το 2015, επιμελήθηκε τον συλλογικό τόμο στη μνήμη του από τις εκδόσεις Άγρα, Ίκαρος και Καστανιώτης (Αντίδωρο για τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, 2016).

19.7.16

Η ομάδα του Μπαλτά για το βιβλίο



της Σταυρούλας Παπασπύρου

πηγή: www.lifo.gr

Σε πείσμα των προεκλογικών δεσμεύσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την στήριξη του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και την επαναφορά στην αγορά της ενιαίας τιμής, ο χώρος του βιβλίου παραδέρνει

Είναι απογοητευτικό. Σε πείσμα των προεκλογικών δεσμεύσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την στήριξη του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και την επαναφορά στην αγορά της ενιαίας τιμής, ο χώρος του βιβλίου παραδέρνει κι από την πλευρά της κυβέρνησης ούτε σχέδια επί χάρτου δεν έχουμε δει. Κάλλιο αργά, όμως, παρά ποτέ. Πριν από λίγες μέρες συγκροτήθηκε κι επισήμως από το υπουργείο πολιτισμού μια ομάδα εργασίας, ένα είδος γνωμοδοτικής επιτροπής, τα μέλη της οποίας, χωρισμένα σε υπο-ομάδες, επεξεργάζονται ήδη κάποιες προτάσεις που θα μπορούσαν να καταλήξουν στη χάραξη μιας εθνικής πολιτικής: από την δημιουργία ενός καινούριου, μικρότερου ΕΚΕΒΙ μέχρι την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για τα κρατικά βραβεία, κι από την οργανωμένη προώθηση του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό μέχρι προγράμματα φιλαναγνωσίας στις δημόσιες βιβλιοθήκες.

Ποιούς εμπιστεύτηκε ο Αριστείδης Μπαλτάς γι’ αυτόν το σκοπό; Στην επιτροπή συμμετέχουν η Πόλα Καπόλα των εκδόσεων “Νήσος” (στον κατάλογο των οποίων υπάρχουν και δικά του έργα), η Έλενα Πατάκη από τον ομώνυμο οίκο και ο Περικλής Δουβίτσας της “Νεφέλης”, η επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα θεατρικών σπουδών του Καποδιστριακού Άννα Καρακατσούλη, ο ποιητής Θωμάς Τσαλαπάτης, οι μεταφραστές Έφη Γιαννοπούλου και Θεόφιλος Τραμπούλης, ο βιβλιοπώλης Νίκος Λαμπρόπουλος (διατηρεί τη “Σύχρονη Έκφραση” στη Λιβαδειά), ο μπλόγκερ Μιχάλης Καλαμαράς (δημιουργός του eAnagnostis που ειδικεύεται στις ηλεκτρονικές εκδόσεις), ο βιβλιοθηκονόμος Γιώργος Γλωσσιώτης (μέλος του δ.σ της Ελληνικής Ένωσης Βιβλιοθηκονόμων) καθώς και η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη, η μόνη που συμμετείχε και στην αντίστοιχη ομάδα εργασίας επί υπουργίας Θάνου Μικρούτσικου, το 1994, στα πορίσματα της οποίας βασίστηκε αμέσως μετά η δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Οι παραπάνω δεσμεύτηκαν να καταθέσουν τις προτάσεις τους ως τις 31 Οκτωβρίου. Κι ως τότε θα εργάζονται αμισθί, πλαισιωμένοι από τέσσερις υπαλλήλους του ΥΠΠΟ, στους οποίους συγκαταλέγεται πλέον και το πρώην στέλεχος του ΕΚΕΒΙ Σωκράτης Καμπουρόπουλος.



Πώς θα μπορούσε, κάτω από τόσο ασφυκτικές οικονομικές συνθήκες, να συσταθεί και πάλι ένα θεσμικό όργανο με αρμοδιότητες για την πολιτική βιβλίου; Το σίγουρο είναι πως η βιαστική ενσωμάτωση του ΕΚΕΒΙ στο απογυμνωμένο από πόρους και προσωπικό Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, αποδείχτηκε αδιέξοδη. Σήμερα, η biblionet υπολειτουργεί, στατιστικά στοιχεία για την βιβλιοπαραγωγή δεν δίνονται, έρευνες για τις αναγνωστικές συνήθειες ή για τα οικονομικά του βιβλίου δεν εκπονούνται, προγράμματα που έτρεχαν με κοινοτικά κονδύλια, όπως αυτό της Φιλαναγνωσίας, έχουν ακυρωθεί και τα περιουσιακά στοιχεία του ΕΚΕΒΙ, από τα αρχεία του ως τις βιβλιοθήκες του, σαπίζουν σε αποθήκες, όπως ομολόγησε πρόσφατα ο νέος επικεφαλής του ιδρύματος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Η διοργάνωση της έκθεσης της Θεσσαλονίκης και η συμμετοχή της Ελλάδας στις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις γίνονται με ψίχουλα, εκ των ενόντων, ενώ και τα κίνητρα για την μετάφραση ελληνικών έργων σε ξένες γλώσσες έχουν καταργηθεί προ πολλού.

Εν τω μεταξύ, στο μέτωπο της αγοράς, τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία της επαρχίας είτε κλείνουν είτε κρατιώνται όρθια με νύχια και με δόντια, αδυνατώντας ν’ ακολουθήσουν τις εκπτωτικές πολιτικές των ισχυρότερων. Ορισμένα μάλιστα έχουν φτάσει στο σημείο να κάνουν τις προμήθειές τους από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο της “Πολιτείας”, καθώς εκεί βρίσκουν τιμές χαμηλότερες και της χοντρικής. Αν μη τι άλλο, μετά την πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή Γιώργου Γραμματικάκη (Ποτάμι) να καταθέσει τον Μάιο σχετικό ερώτημα προς την Κομισιόν, φαίνεται ν’ ανοίγει ένα παραθυράκι για να τεθεί ξανά στο τραπέζι με τους δανειστές μας το ζήτημα της ενιαίας τιμής. Πώς θα τους πείσουμε ότι, με την κατάργησή της, η αγορά πήγε χειρότερα; Έχουμε θεμελιωμένα επιχειρήματα; Υποτίθεται ότι ως τα τέλη Οκτωβρίου θα διαθέτουμε.

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ 
Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και μέσα επικοινωνίας στο Παρίσι. 
Εχει δουλέψει στην"Αυγή" και την "Ελευθεροτυπία", 
σε περιοδικά ("Τέταρτο", "Αντί", " Σχολιαστής", 
"Μετρό", "ΜΕΝ", "Vogue" κα) και σε τηλεοπτικές εκπομπές 
("Βιβλιόραμα", "Αξιον Εστί", "Εχει γούστο", κ.α) 
καλύπτοντας κυρίως θέματα βιβλίου.


10.1.16

Ανοιχτή επιστολή του Γιώργου Λούκου στον υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά

πηγή: http://booksjournal.gr


Ο Γιώργος Λούκος στην Επίδαυρο

O παυθείς, από τον υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά, διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών, Γιώργος Λούκος, απευθύνει ανοιχτή επιστολή στον υπουργό, στην οποία δεν απαντά μόνο στις συκοφαντίες εναντίον του και στην απόπειρα σπίλωσης της διαχείρισης και του ήθους του αλλά και κατονομάζει τις μικρές και μεγάλες ιδιοτέλειες, κομματικές και προσωπικές, που οδήγησαν στις αήθεις αυτές μεθοδεύσεις.

Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Mε αισθήματα θλίψης για όσους εκθέτουν τη χώρα μας πληροφορήθηκα από τον Tύπο την απομάκρυνσή μου από το Ελληνικό Φεστιβάλ.
Αν και σύμφωνα με το Σύνταγμα μόνο τα αρμόδια δικαστήρια έχουν την εξουσία να απονέμουν δικαιοσύνη, εσείς αποδεχτήκατε να μετέχετε στην «κίτρινη δικάσιμο» που όρισε φιλοκυβερνητικό φύλλο, με καταφανή στόχο τη σπίλωσή μου. Παρακάμπτοντας το τεκμήριο της αθωότητας, κάνετε λόγο στο δελτίο Tύπου που εκδώσατε για «ποινική δίωξη που ασκήθηκε εις βάρος μου σε βαθμό κακουργήματος», ενώ μέχρι στιγμής δεν έχω λάβει καμία κλήση προς απολογία για κάποιο κακούργημα.
Κύριε Υπουργέ, όταν το 2008, προς μεγάλη μου απογοήτευση, ενημερώθηκα εκ των υστέρων από τους υπευθύνους των αρμοδίων τμημάτων του Ελληνικού Φεστιβάλ για τον επιζήμιο χειρισμό των εκχωρήσεων τιμολογίων προμηθευτών προς τις τράπεζες, που είχε αρχίσει το 2004, έδωσα αμέσως εντολή στους νομικούς συμβούλους του Φεστιβάλ να πράξουν τα δέοντα ώστε να επιστραφούν τα ποσά που εισέπραξαν οι εταιρείες. Δεν θα επιτρέψω συνεπώς σε κανέναν να εκμεταλλεύεται σκοπίμως αυτήν την υπόθεση, κηλιδώνοντας το πρόσωπό μου και ολόκληρο το έργο μου για να μηδενίσει την επίπονη και πολυετή προσπάθειά μου για την οικονομική εξυγίανση του θεσμού, παράλληλα με την καλλιτεχνική αναβάθμισή του.
Το 2006 ανταποκρίθηκα στην πρόσκληση να αναλάβω τη διεύθυνση του Ελληνικού Φεστιβάλ. Πιστεύοντας ότι σε μια ευνομούμενη χώρα πρέπει να υπάρχει συνέχεια σε έναν οργανισμό, δεν προέβην σε αντικατάσταση στελεχών σε υπεύθυνες θέσεις. Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, παρότι δεν έλειψαν δυσάρεστα φαινόμενα διαπλοκής, εξοικονομήσαμε υπέρ του δημόσιου συμφέροντος πολύ περισσότερα χρήματα από αυτά που δεν έχουν ακόμη επιστραφεί.
Μαζί με τα ηνία του Φεστιβάλ παρέλαβα έλλειμμα 6.751.621,99 εκατομμυρίων ευρώ (ποσόν που είχα αναφέρει βάσει στοιχείων στην πρώτη συνέντευξη Τύπου και ουδείς τότε αμφισβήτησε). Σήμερα, παραδίδω τη διεύθυνση οικονομικά υγιή, συνυπολογίζοντας το υπόλοιπο του περσινού τακτικού προϋπολογισμού το οποίο πιστεύω να εκταμιευθεί άμεσα. Σας επισημαίνω, προκειμένου να ρυθμιστούν όλα τα ζητήματα που είναι σε εκκρεμότητα, ότι πρέπει να μεριμνήσετε για τη ζημιά που όπως γνωρίζετε προέκυψε από τις ματαιώσεις των παραστάσεων και τις επιστροφές των εισιτηρίων λόγω της επιβολής των capital controls τον περασμένο Ιούλιο, καθώς και από τα μη εισπραχθέντα τέλη παραχώρησης του Ηρωδείου τον Σεπτέμβριο εξαιτίας των ακυρώσεων παραστάσεων, εν όψει των εκλογών.
Παραδίδω επίσης ένα δημιούργημα για το οποίο επιτρέψτε μου να είμαι περήφανος: το κτιριακό συγκρότημα της Πειραιώς 260. Εξοικονομώντας χρήματα από τους ετήσιους προϋπολογισμούς του Φεστιβάλ, μετατρέψαμε ένα εγκαταλελειμμένο πρώην βιομηχανικό κτίριο, σκουπιδότοπο με ψόφιους αρουραίους, σε κέντρο πολιτισμού (με τρεις εξοπλισμένες τεχνολογικά θεατρικές αίθουσες, αίθουσες εκθέσεων, διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο και κήπους), που η φήμη του πέρασε τα σύνορα της χώρας μας.
Κύριε Υπουργέ, θα ήταν ευχής έργο να διατάζατε μια σε βάθος χρόνου έρευνα, ώστε να μπορέσουν να απαντηθούν κάποια εύλογα ερωτήματα: πώς, επί της θητείας μου, μπορέσαμε να γνωρίσουμε στο ελληνικό κοινό κορυφαίες δημιουργίες της παγκόσμιας σκηνής και παράλληλα να κάνουμε, για πρώτη φορά στην ιστορία του Φεστιβάλ Αθηνών, εκατοντάδες εσωτερικές παραγωγές και μάλιστα σε μικρής χωρητικότητας αίθουσες, δίνοντας βήμα σε καταξιωμένους και σε νέους ταλαντούχους Έλληνες καλλιτέχνες του θεάτρου, του χορού και της μουσικής; Mήπως γιατί εξοικονομήσαμε χρήματα από παράλογες απαιτήσεις κάποιων μεσαζόντων αφού πλέον οι μετακλήσεις γίνονταν σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές και όχι τις τριτοκοσμικές προδιαγραφές;
Κύριε Υπουργέ, προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι λάβατε γνώση επί του επίμαχου οικονομικού θέματος από τα λιβελογραφήματα εναντίον μου. Ωστόσο, ο συνεργάτης στο γραφείο μου (δεύτερος γραμματέας μου από το 2006) Παναγιώτης Δούρος, με είχε διαβεβαιώσει ότι θα ενημέρωνε σχετικά τον αναπληρωτή υπουργό Πολιτισμού κύριο Νίκο Ξυδάκη όταν χρίστηκε διευθυντής του γραφείου του. Άλλωστε ο ίδιος, διορισμένος ένα χρόνο πριν από την ανάληψη των δικών μου καθηκόντων, ήταν γνώστης της κατάστασης που επικρατούσε στο Φεστιβάλ. Θα φρόντιζε επίσης να πληροφορήσει τον προϊστάμενό του και για διάφορα άλλα θέματα, όπως η ανάγκη άμεσης μεταφοράς των γραφείων σε οίκημα του Υπουργείου Πολιτισμού, ώστε να απαλλαγούμε από το υψηλό μίσθωμα. Κατέχοντας την ίδια θέση και επί δικής σας υπουργίας όφειλε να ενημερώσει κι εσάς, ώστε στη συνέχεια να ακολουθήσει μια κατ’ ιδίαν συνάντηση.
Αντ’ αυτού, βρέθηκα αντιμέτωπος με σκοπιμότητες και μεθοδεύσεις: προσχήματα προκειμένου να διοριστούν «ημέτεροι» στο νέο διοικητικό συμβούλιο˙ προσπάθεια να περιοριστεί δραστικά ο ρόλος μου στο υπό διαμόρφωση οργανόγραμμα με την ταυτόχρονη γιγάντωση της θέσης γενικού διευθυντή με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά˙ «ανακριτικές» πρακτικές επειδή επιβεβαιώσαμε ερώτημα δημοσιογράφου ότι δεν είχαμε ακόμη εισπράξει την αναγγελλόμενη, κατά τη συνέντευξη Τύπου, χορηγία από την Περιφέρεια Αττικής και απαίτηση διορθωτικής επιστολής˙ παραγοντισμός (από την παροχή προσκλήσεων για παραστάσεις ώς τις υποσχέσεις για χρήση των χώρων της Πειραιώς 260, χωρίς ενημέρωσή μου)˙ παρεμβάσεις και πιέσεις με νομικές ακροβασίες προκειμένου να αποδεχτώ ότι είναι νομικώς και ηθικώς σωστό, ένας υπάλληλος με σύμβαση ορισμένου χρόνου να δηλώνεται ως αορίστου και ταυτόχρονα να απαιτείται ανανέωση της σύμβασής του˙ επανειλημμένη απόκρυψη των τηλεφωνημάτων μου για να οριστεί συνάντηση μαζί σας, όπως και προσώπων φιλικά προσκείμενων σε μένα.
Κύριε Υπουργέ, είναι σεβαστή η απόφασή σας να μην παραμείνω «επικεφαλής του δημόσιου οργανισμού». Άλλωστε είχα ζητήσει να σας συναντήσω για να σας θέσω ο ίδιος το σχετικό ερώτημα ως προς την ανανέωση ή μη της θητείας μου, δεδομένου ότι το συμβόλαιό μου θα έληγε τον προσεχή Μάρτιο. Ως προς τη «δικαστική εκκρεμότητα», οι έγκριτοι νομικοί στους οποίους εγώ απευθύνθηκα υποστηρίζουν ότι ήταν καθαρά στο δικό σας χέρι να ανανεώσετε την εμπιστοσύνη σας στο πρόσωπό μου και παράλληλα να εμπιστευτείτε την κρίση της δικαιοσύνης για ένα θέμα που προέκυψε στην αρχή της θητείας μου και που πρώτος εγώ κατήγγειλα.
Αυτό που με θλίβει είναι οι μεθοδεύσεις και ο διασυρμός, οι προσβολές σε πιστούς συνεργάτες μου, οι πιέσεις σε δημοσιογράφους και καλλιτέχνες, ο εμπαιγμός επίλεκτων καλλιτεχνών που εσείς καλέσατε στο γραφείο σας.
Αναρωτηθήκατε ποτέ πώς, και μέσω ποιας εξουσίας, ένα απόρρητο έγγραφο έγινε δημόσιο, πώς μια υπόθεση, πριν καν διαλευκανθεί και πριν αποφανθεί η δικαιοσύνη γι’ αυτήν, πήρε μια άνευ προηγουμένου διάσταση από συγκεκριμένη φιλοκυβερνητική εφημερίδα, πώς ενορχηστρώθηκε η εκστρατεία εναντίον μου και πώς κορυφώθηκε με προσβλητικό (και για εσάς) τρόπο, ώστε να βιαστείτε να πάρετε αποφάσεις;
Κύριε υπουργέ, είμαι περήφανος που στα δέκα χρόνια της θητείας μου δεν δέχτηκα ποτέ παρεμβάσεις στο έργο μου από κανέναν κυβερνητικό παράγοντα, δεν προχώρησα σε κανέναν αναξιοκρατικό διορισμό ή μετάκληση με κομματικά ή συγγενικά κριτήρια, και φυσικά δεν ενέδωσα σε αθέμιτες πιέσεις.
Είμαι κυρίως περήφανος γιατί σ’ αυτά τα δέκα χρόνια δημιουργήσαμε έναν κόσμο ομορφιάς και αξίας εφάμιλλο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που κανένας λίβελος δεν μπορεί να σβήσει. Γι’ αυτό και θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όλους τους συνοδοιπόρους σε αυτήν την περιπέτεια, τους καλλιτέχνες, τους δημοσιογράφους και τους συνεργάτες μου˙ παράσημό μου στη δεκαετή ανιδιοτελή προσφορά μου είναι οι 200.000 σταθεροί θεατές κάθε καλοκαίρι και η αμέριστη στήριξη στο πρόσωπό μου 18.000 φίλων του Φεστιβάλ, που ενημερώθηκα ότι συμμετείχαν μέχρι σήμερα σε πρόσφατη ηλεκτρονική ψηφοφορία.
Ευχαριστώ όλους αυτούς που στάθηκαν αταλάντευτα με εμπιστοσύνη πλάι μου μέχρι τέλους.
Με τιμή,
Γιώργος Λούκος

2.1.16

Γιώργος Λούκος: Τέλος εποχής στο Φεστιβάλ Αθηνών



του Δημήτρη Δουλγερίδη

πηγή: http://www.tanea.gr

Εικόνες και πρόσωπα από τη χρυσή δεκαετία του θεσμού, με αφορμή την πρόωρη παύση του καλλιτεχνικού διευθυντή από τον υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά


Ξεκίνησε με τον ψίθυρο ενός δημοσιεύματος πριν από 40 ημέρες και έληξε με εκκωφαντικό κρότο για την καλλιτεχνική κοινότητα. Το ερχόμενο καλοκαίρι θα είναι το πρώτο ύστερα από το 2006 χωρίς τον Γιώργο Λούκο στο πηδάλιο του Φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου. Αλλά ακόμη και η καρατόμηση από τον Μπαλτά ή η τιμωρητική διάθεση όψιμων Ζορό της δημοσιογραφίας δεν μπορούν να καπελώσουν τη διαδρομή δέκα ετών, στη διάρκεια των οποίων ο απερχόμενος διευθυντής αναμόρφωσε την εικόνα του θεσμού τοκίζοντας τη συμπάθεια του κοινού και μετρώντας συγκρούσεις που προκαλούσαν οι επιλογές του. 



ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΘΕΑΜΑ. Τα χρόνια που χωρίζουν τον θεσμικό ρέκορντμαν από το εναρκτήριο λάκτισμα του 2005, όταν διορίστηκε με απόφαση του Κώστα Καραμανλή, αποτελούν ήδη έναν κόσμο χωριστά. Η είσοδός του στην πολιτιστική ζωή θύμιζε κάτι από τα γκαγκ που χρειάζονται οι ασπρόμαυρες ταινίες όταν κάνουν κοιλιά. Μέσα στη γενική κατατονία για το αραχνιασμένο θέαμα περασμένων δεκαετιών ο τότε διευθυντής χορού της Οπερας της Λυών εμφανίστηκε σαν γεφυροποιός με τον ευρωπαϊκό κοσμοπολιτισμό. Αν το παλαιό καθεστώς ζητούσε την αυστηρή τήρηση του πρωτοκόλλου – «μπαλέτο στο Ηρώδειο, τέχνη για τον λαό» –, ο Λούκος απηύθυνε πρόσκληση στις ανερχόμενες δυνάμεις που δεν διέθεταν κομματικές περγαμηνές ή ατζέντη στην Κορώνη. Υπήρχε εκεί έξω μια ολόκληρη γενιά – ηθοποιών, μουσικών, συγγραφέων, εικαστικών – με διαμορφωμένη συνείδηση, αλλά χωρίς κονέ. Από τα πρώτα μέτρα που πήρε, όπως αποκάλυψε αργότερα, ήταν η παύση των «μεσαζόντων»: των ειδικών γραφείων που έφερναν με το αζημίωτο τα μπαρόκ θεάματα χορευτών και χορογράφων πέριξ των Ουραλίων. Λιγότερα χρήματα στους ατζέντηδες σήμαινε αυτομάτως περισσότερες παραγωγές. Και μεγαλύτερες πιθανότητες να επισκεφθούν την Ελλάδα καλλιτέχνες που μέχρι τότε την απέφευγαν, όπως η Αριάν Μνουσκίν.



Η δεκαετία που ερχόταν ήταν η αναζήτηση του ξανακερδισμένου χρόνου. Σαν να κοιμόταν κανείς με τη χιλιοπαιγμένη υπόκρουση της «Λίμνης των κύκνων» και να ξυπνούσε μέσα στο μεταμοντέρνο σκηνικό του Τόμας Οστερμάγερ – από τους φίλους του Φεστιβάλ που το επέλεγαν και για τις παγκόσμιες πρεμιέρες τους (όπως το 2008 με τον «Αμλετ»). Το Ηρώδειο, η Επίδαυρος και το Σχολείον φιλοξένησαν εκπροσώπους της τέχνης «που συμβαίνει τώρα». Μιας τέχνης με προγραμματικές αρχές την ανησυχία και το ξεβόλεμα, μακριά από τη γραφειοκρατία και τις επετηρίδες. Στον καλλιτεχνικό ιστό της Αθήνας, οι παραστάσεις δημιούργησαν προστιθέμενη ενέργεια και οι καλλιτέχνες άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στη φεστιβαλική συνείδηση. Μαζί με τον Λευτέρη Βογιατζή, τον Βασίλη Παπαβασιλείου, τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τον Γιάννη Χουβαρδά και τη Βίκυ Μαραγκοπούλου ο Λούκος έπαιρνε τη θέση του στην ντριμ τιμ των «θετικών ανθρώπων» του πολιτισμού.

Ανεξίτηλες εικόνες. Για τους φεστιβαλιστές που βρέθηκαν στο κοίλο ή στην πλατεία, ορισμένες εικόνες δύσκολα θα ξεθώριαζαν. Είχαν και αυτοί πλέον τις δικές τους στιγμές να απαριθμήσουν απέναντι στους φίλους της Αβινιόν ή του Εδιμβούργου. Οπως την Πίνα Μπάους να παρακολουθεί μαζί με τους θεατές της Επιδαύρου τις Τρεις Μοίρες στο «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Γκλουκ. Τον προσωπικό θρίαμβο του Κέβιν Σπέισι στον «Ριχάρδο Γ’» επί τρεις συνεχόμενες βραδιές στο αργολικό θέατρο το 2011. Το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Μιχαήλ Μαρμαρινού, αντί άλλου σχολίου στα χρόνια της κρίσης. Το name dropping θα απαιτούσε μια ξεχωριστή έκδοση που θα επιβεβαίωνε με τρόπο παράδοξο την εξίσωση ποσότητας και ποιότητας. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόγραμμα του Φεστιβάλ δεν έμεινε ανοιχτό στην καλοπροαίρετη κριτική. Ξεχωριστό credit, το άνοιγμα της Πειραιώς 260 στα ρεύματα της Ευρώπης και στη «νεολαία με τις σαγιονάρες». Ο Γιώργος Λούκος απομακρύνεται, αλλά μπορεί να υποστηρίζει ότι ο ίδιος προσωπικά έβαλε στον χάρτη της Αθήνας ένα καινούργιο τοπόσημο. 



ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ. Ακόμη και φέτος, με «κουρεμένο» μπάτζετ 4,5 εκατομμυρίων ευρώ, το Φεστιβάλ υπενθύμισε ότι δεν είναι ο έφηβος που ξεκίνησε με ορμή, ξόδεψε την ενέργειά του και κουράστηκε νωρίς. Η σύμπραξη του Μιχαήλ Μαρμαρινού με το γιαπωνέζικο θέατρο Νο στη «Νέκυια» ξεπέρασε τις προσδοκίες μιας επιδαύριας παράστασης και πέρασε στην περιοχή της εμπειρίας. Η «Ιφιγένεια στη χώρα των Ταύρων» του Θωμά Μοσχόπουλου δίχασε κοινό και κριτικούς, αλλά απέδειξε ότι ένα κρατικό θέατρο –  της Βόρειας Ελλάδας, εν προκειμένω – έχει μερίδιο στην παραστασιολογία της νέας εποχής. Και η Σιλβί Γκιλέμ, παλιά γνώριμη του θεσμού, ξεκίνησε από το Ηρώδειο τον μακρύ αποχαιρετισμό για το φινάλε της χορευτικής της καριέρας. Οι πολλοί ας τον λένε «τσάρο», αλλά χάρη στις προσωπικές γνωριμίες του Λούκου αρκετές εμφανίσεις διάσημων καλλιτεχνών – όπως της Μαγκί Μαρέν – πραγματοποιήθηκαν σε κόστος χαμηλότερο ενός ατζέντη επειδή ο επικεφαλής του θεσμού μιλούσε μαζί τους – και ευτυχώς – στο απευθείας τηλέφωνο. Ο χρόνος θα δείξει εάν ο διάδοχος έχει τα ίδια νούμερα στο προσωπικό του καρνέ.

Το σημείωμα τελειώνει και δεν προλαβαίνουμε να καλύψουμε τη θητεία δέκα ετών μέσα σε 850 λέξεις. Μένει ένας προσωπικός απολογισμός με όλες τις δεσμεύσεις της συναισθηματικής φόρτισης και χωρίς να έχουμε ανοιχτά μπροστά μας τα καλαίσθητα προγραμματάκια του θεσμού. Μακάρι στα επόμενα χρόνια να ζήσουμε κάτι αντίστοιχο με τον ψιθυριστό παιάνα «Ιτε παίδες Ελλήνων», όπως τον αξιοποίησε στους «Πέρσες» του ο Ντμίτρι Γκότσεφ. Με τις συναυλίες της Φαϊρούζ και του Ελβις Κοστέλο ακριβώς τη στιγμή που είχαν νόημα. Την «Αντιγόνη», όπως αυτή που έστησε ο Λευτέρης Βογιατζής ανάμεσα στα στάχυα της Ομπολένσκι. Μια σκηνή όπου η Ηλέκτρα (Στεφανία Γουλιώτη στην παράσταση του Πέτερ Στάιν) θα πασχίζει να σφηνώσει το κεφάλι της στο λαγήνι με τις στάχτες του Ορέστη. Και μια παράσταση όπως το «Καφέ Μίλερ» της Πίνα Μπάους, το εισιτήριο της οποίας έγινε σελιδοδείκτης στα βιβλία εκείνου του καλοκαιριού το 2006. Ο κατάλογος είναι ανοιχτός για τον καθένα. 

17.11.15

Αναζητείται Εθνική Πολιτική Βιβλίου



της Εύας Στάμου

πηγή: http://www.topontiki.gr

Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα δίχως Εθνική Πολιτική Βιβλίου. Μια εθνική στρατηγική για το βιβλίο έχει, κατά την άποψή μου, τρία σκέλη: (i) την αύξηση της φιλαναγνωσίας ποιοτικών βιβλίων (λογοτεχνίας, δοκιμίων, παιδικών και επιστημονικών βιβλίων), (ii) την προώθηση των ελληνικών τίτλων στη διεθνή αγορά και (iii) τη μέριμνα για τον οικονομικά ευρύ κλάδο της εκδοτικής παραγωγής, διανομής και πώλησης βιβλίων.
 
Η κατάργηση της λειτουργίας του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) στις αρχές του 2014 σήμανε την ακύρωση της προσπάθειας διαμόρφωσης μιας εθνικής στρατηγικής για την προώθηση της φιλαναγνωσίας και τη διάδοση του ελληνικού ποιοτικού βιβλίου τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Κατά την εικοσάχρονη πορεία του το ΕΚΕΒΙ δεν ήταν άμοιρο προβλημάτων, διέθετε όμως σοβαρό προσωπικό που έφερε εις πέρας αρμοδιότητες οι οποίες μετά το 2014 διαμοιράστηκαν στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού – το οποίο δεν έχει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας –, ακυρώθηκε κάθε προσπάθεια διαμόρφωσης εθνικής στρατηγικής για το βιβλίο και το Τμήμα Γραμμάτων της ΓΓΣΠ του υπουργείου Πολιτισμού, με αποτέλεσμα αφενός την απουσία μιας ενιαίας στρατηγικής για το βιβλίο, αφετέρου την απώλεια σημαντικών ευρωπαϊκών κονδυλίων. Συγκεκριμένα:
 
1 Η πολιτική για τη διάδοση του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό έχει περιέλθει στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, που επιμελήθηκε την ελληνική παρουσία στην πρόσφατη ΔΕΒ Φρανκφούρτης. Ωστόσο έχουν διατυπωθεί παράπονα από τον χώρο των εκδοτών αλλά και των δημιουργών, των οποίων η δουλειά αγνοήθηκε από την επιτροπή διοργάνωσης του ελληνικού περιπτέρου. Θεωρήθηκε ότι τα αξιολογικά κριτήρια βάσει των οποίων επιλέχθηκαν οι εκδοτικοί οίκοι και οι συγγραφείς που προβλήθηκαν στη Γερμανία δεν ήταν διόλου σαφή και δεν υπήρξε διαφάνεια στη διαδικασία.
2 Tο πρόγραμμα ενίσχυσης των μεταφράσεων, το «Φράσις», που ανάλογο διαθέτει κάθε ευρωπαϊκή χώρα, δεν έχει ξαναλειτουργήσει. Το πρόγραμμα λειτουργούσε στη βάση της αρχής της ανταποδοτικότητας με φορείς του εξωτερικού, με συνέπεια, εφόσον το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού δεν απελευθέρωνε τα κονδύλια για τη μετάφραση ξένων λογοτεχνών, να μην αποφασίζεται εύκολα και από τους ξένους η μετάφραση βιβλίων της ελληνικής λογοτεχνίας. Να τονίσω επίσης τις επιπτώσεις της ελληνικής ασυνέπειας, όπου τίτλοι εγκεκριμένοι από την εκάστοτε κριτική επιτροπή «επανεξετάζονταν» μόλις άλλαζε κομματική ηγεσία το υπουργείο, οδηγώντας τις περισσότερες προσπάθειες σε αδιέξοδο.
3 Το πρόγραμμα για τη «Φιλαναγνωσία», που χρηματοδοτείτο από τα ΕΣΠΑ, διεκόπη το 2014 και τα χρήματα για την αγορά βιβλίων από 1.100 ολοήμερα δημοτικά σχολεία (400.000 ευρώ) δεν απορροφήθηκαν.
4 Σε εκκρεμότητα βρίσκεται η αναδιάρθρωση του ΟΣΔΕΛ, ο οποίος διαχειρίζεται δύο σημαντικούς τομείς: (1) την προστασία του βιβλίου από την παράνομη φωτοαναπαραγωγή του και την απόδοση στους δημιουργούς της «εύλογης αμοιβής» τους έναντι αυτής. (2) Την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στην ψηφιακή εποχή και τη διευκόλυνση της αδειοδότησης της χρήσης των έργων.
5 Να επισημάνω, τέλος, ότι η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που αδυνατεί έως τώρα να συγκροτήσει και να εφαρμόσει ένα εθνικό σχέδιο για τον θεσμό των δημόσιων βιβλιοθηκών. Οι 550 σχολικές βιβλιοθήκες που φτιάχτηκαν με χρήματα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους ή μένουν ανοιχτές χάρη σε κάποιους καθηγητές που παρέχουν τις υπηρεσίες τους εθελοντικά. 
 
Η άποψή μου είναι ότι αν δεν αποφασιστεί η επαναλειτουργία του ΕΚΕΒΙ θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας αντίστοιχης εμβέλειας εθνικός φορέας, όπου θα μεταφερθούν οι κυριότερες αρμοδιότητές του. 
 
Η διατήρηση του καθεστώτος διανομής του ενός πανεπιστημιακού εγχειριδίου και της ενιαίας τιμής βιβλίου (στόχοι στους οποίους έχουν εστιάσει οι επαγγελματικοί φορείς του βιβλίου, η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου, η Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλίου Ελλάδος, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών και Βιβλιοπωλών, ο ΣΕΚΒ, ο ΣΕΒΑ και η Ένωση Εκδοτών Επιστημονικού Βιβλίου) δεν συγκροτούν τη βάση για μια σύγχρονη και βιώσιμη ανάπτυξη του ποιοτικού ελληνικού βιβλίου τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. 
 
Επίσης, καταργήθηκε το πρόγραμμα για τη Φιλαναγνωσία, με αποτέλεσμα να μην απορροφηθούν 2,4 εκατ. ευρώ μέσω ΕΣΠΑ, ενώ η λειτουργία των βιβλιοθηκών σε τοπικό και εθνικό επίπεδο είναι ελλιπής. Και μην ξεχνάμε τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο εκδοτικός κλάδος με την επιβολή 23% ΦΠΑ στην παραγωγή βιβλίου
 
Ο υπουργός κ. Μπαλτάς, κατά την εκτενή του απάντηση σε σχετική ερώτηση που κατέθεσε το Ποτάμι, δήλωσε ότι για την παρούσα κατάσταση φταίνε οι προηγούμενες κυβερνήσεις και συμφώνησε ότι πρέπει η Ελλάδα να αποκτήσει εθνική πολιτική για το βιβλίο, εφόσον όμως καταγραφεί πρώτα η υφιστάμενη κατάσταση. Από την ομιλία του υπουργού δεν φάνηκε να υπάρχει κάποια στρατηγική για την ενοποίηση των βιβλιοθηκών, την προώθηση της φιλαναγνωσίας ή την προβολή των ελληνικών τίτλων εντός ή εκτός συνόρων. Ο υπουργός δεν προσδιόρισε κάποιο σχέδιο δράσης για τη σύνταξη και την ενεργοποίηση μιας πολιτικής για το βιβλίο, ούτε αναφέρθηκε στην αντιμετώπιση των επιπρόσθετων προβλημάτων λόγω επιβολής 23% ΦΠΑ στην παραγωγή βιβλίου. 
 
Η ανικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να χαράξει μια λειτουργική στρατηγική για το βιβλίο δεν μπορεί να καλυφθεί πίσω από τις τρέχουσες οικονομικές εξελίξεις. Η οικονομική κρίση μπορεί να επιδείνωσε, αλλά δεν δημιούργησε από μόνη της αυτή την κατάσταση. Χώρες με πολύ μικρότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, όπως η Λιθουανία, η Ουγγαρία και η Τσεχία, προωθούν συστηματικά τους δημιουργούς τους κι επενδύουν στη διεθνή προβολή των έργων τους. 
 
Το πρόβλημα πηγάζει μάλλον από την εμφανή άγνοια και συνακόλουθη αδιαφορία εκ μέρους της εκάστοτε κυβερνητικής ηγεσίας για την τρέχουσα εκδοτική παραγωγή της χώρας μας και τη σημασία της τόσο για την πολιτισμική όσο και για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας.
 

Η Εύα Στάμου είναι συγγραφέας και δρ Ψυχολογίας

20.2.15

Πρώτη φορά αριστερά

























Ο αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού, Νίκος Ξυδάκης (δεξιά) με τον διευθυντή του Ελληνικού Φεστιβάλ, Γιώργο Λούκο


γράφει ο Ηλίας Κανέλλης

πηγή: http://www.tanea.gr


Τελικά, υπάρχει ένας τομέας κυβερνητικής δραστηριότητας, αυτός του Πολιτισμού, ο οποίος υπηρετεί απολύτως το σύνθημα «Πρώτη φορά αριστερά». Οχι όπως το εννοούσαν προεκλογικά διάφορες προσωπικότητες του καλλιτεχνικού χώρου (και του συνδικαλισμού) που είχε φανεί ότι χαράζουν για λογαριασμό του ΣΥΡΙΖΑ πολιτική για την κουλτούρα, τις τέχνες και τους θεσμούς τους, αλλά όπως θα άρμοζε σε μια δυναμική κοινωνία.

Ο Νίκος Ξυδάκης, ως γραφιάς, είχε συμπάθειες και αντιπάθειες. Ως αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού, επίσης, δεν διεκδίκησε συμπάθειες. Οι αποφάσεις που άρχισε αμέσως να λαμβάνει, μάλιστα, έχουν εμφανές το στοιχείο της δημιουργικής σύγκρουσης. 

 
Κατ'αρχήν, άλλαξε τον προσανατολισμό του υπουργείου του. Για πρώτη φορά στα νεοελληνικά χρονικά υπουργός Πολιτισμού δεν πάτησε πάνω στο χιλιοφθαρμένο κλισέ της εθνικής ιδεολογίας, υποθηκεύοντας το σήμερα και το αύριο της πολιτιστικής ταυτότητάς μας στο αρχαίο πνεύμα αθάνατο. Η αρχαιότητα και οι δομές της, ό,τι αφορά ανασκαφές και αρχαιολογικά μουσεία, ούτως ή άλλως είναι ο κορμός της ελληνικής πολιτιστικής βιομηχανίας. Ωστόσο η σύγχρονη αρχαιολογία δεν αποδεικνύει κανενός είδους σύγχρονη ανωτερότητα, και τα μουσεία χρειάζονται αναδιοργάνωση, έκτακτες εκθέσεις, γεγονότα, ζωή, για να γίνουν κέντρο του ενδιαφέροντος των Ελλήνων και για να μπουν με καλά λόγια στους μεγάλους ταξιδιωτικούς οδηγούς. 


Ολα αυτά δεν χρειάζονται συνθήματα ούτε επικοινωνία, αλλά δουλειά. Συνθήματα δεν χρειάζονται ούτε οι σύγχρονες πολιτιστικές δομές. Ο νέος υπουργός έσπευσε, επιθετικά, να επιβραβεύσει θεσμούς που έχουν συμβάλει στην ελληνική εξωστρέφεια (όπως το Φεστιβάλ Αθηνών), διευθέτησε μια εκκρεμότητα που δηλητηρίαζε τον παραγωγικό ιστό της κινηματογραφίας μας (διορίζοντας ΔΣ στο Κέντρο Κινηματογράφου που ακύρωνε τις συντεχνίες), ετοιμάζεται, επιβραβεύοντας τη φυσιογνωμία του, να θωρακίσει θεσμικά το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. 

Πολλά, γρήγορα. Ετσι γίνεται όταν έχεις διάθεση να δουλέψεις όχι ως δεσμώτης οργανωμένων μικροσυμφερόντων, αλλά, αντίθετα, διεκδικώντας την εξωστρέφεια και τη χαρούμενη γνώση.

30.1.15

To τιμόνι του πολιτισμού σε καλά χέρια


"Γνώρισα" τον Νίκο Ξυδάκη το 2005, όταν άρχισα να συνεργάζομαι με τις σελίδες βιβλίου της εφημερίδας Η Καθημερινή, στην οποία εκείνος ήταν αρχισυντάκτης υπεύθυνος για τις σελίδες πολιτισμού. Έκτοτε, επικοινωνούσαμε συχνά τηλεφωνικώς, ωστόσο τον έχω συναναστραφεί μόνο 2-3 φορές. Δεν έχω ούτε σκοπό ούτε πρόθεση να "πουλήσω μούρη" παριστάνοντας πως είμαστε φίλοι. (Κρίνω σκόπιμο να το διευκρινίσω αυτό, καθώς οι καιροί είναι πονηροί, έχουνε δει πολλά τα αθώα, έκπληκτα ματάκια μας, και οι παρεξηγήσεις/παρερμηνείες είναι εύκολες. Ούτε προσβλέπω, ούτε περιμένω οτιδήποτε.) Ουσιαστικά λοιπόν τον γνωρίζω μέσα από τα κείμενά του, στην εφημερίδα ή στο blog του. Κείμενα στα οποία, τα τελευταία κυρίως χρόνια της ανελέητης κρίσης, έπιασε όσο λίγοι τον σφυγμό της εποχής και του τόπου μας, όχι μόνο σχολιάζοντας το καταθλιπτικό παρόν μας αλλά και ανατρέχοντας στο παρελθόν, όποτε αυτό ήταν χρήσιμο, κυρίως όμως προσβλέποντας και σε ένα μέλλον που δικαιούμαστε να είναι καλύτερο, δικαιότερο και πιο ανθηρό. Δεν το κρύβω: η τοποθέτηση του Ξυδάκη ως αρμόδιου για τον πολιτισμό στη νέα κυβέρνηση με έκανε πιο αισιόδοξο. Επιτέλους, ο κατάλληλος άνθρωπος σε μια θέση που δεινοπάθησε από πολλούς και διάφορους καριερίστες της πολιτικής, άσχετους με το αντικείμενο, που τοποθετήθηκαν εκεί επειδή για λόγους κομματικών ισορροπιών και επετηρίδας "έπρεπε" να γίνουν υπουργοί, σε κάποιο υπουργείο τελοσπάντων, «ας ήταν και του Πολιτισμού». Η έλλειψη αξιοκρατίας είναι ένα από τα πιο σοβαρά, κατά την κρίση μου, δεινά που μαστίζουν τον ελληνικό δημόσιο βίο και τις λειτουργίες του. (Το έζησα, εκτός από αυτά που ακούω και διαβάζω, στο πετσί μου εργαζόμενος επί 35 χρόνια στην Εθνική Τράπεζα. Όπου δεν είχες στον ήλιο μοίρα αν δεν διέθετες την υποστήριξη κάποιου κομματικού μηχανισμού. Είχα την ατυχία (ή την τύχη;) οι μεν Νεοδημοκράτες να με θεωρούν αριστερό, οι δε Πασόκοι δεξιό. Καμιά φορά, αναρωτιέμαι πώς κατάφερα να επιβιώσω και να σταδιοδρομήσω "ευδοκίμως" μέσα στον λάκκο με τόσα ανθρωποφάγα λιοντάρια. Μια τέτοια επιβίωση, υπό τις επικρατούσες τότε, ίσως και σήμερα ακόμη, συνθήκες δεν ήταν θέμα προσόντων ή ικανοτήτων, κάθε άλλο μάλιστα...)
Διανοούμενος λοιπόν από τους λίγους που δικαιούνται να φέρουν αυτόν τον τίτλο, ο Ξυδάκης αναλαμβάνει να διαχειριστεί τα θέματα του πολιτισμού σε ένα πεδίο πολλαπλώς ναρκοθετημένο από τους κατά καιρούς μέχρι τώρα διαχειριστές του (με μεγαλύτερους ολετήρες τους υπουργούς των τελευταίων ετών, Τζαβάρα και Παναγιωτόπουλο). Μακάρι να τα καταφέρει, για το κοινό καλό.

Γιώργος Κορδομενίδης

ΥΓ.
Προσυπογράφω στο ακέραιο το παρακάτω κείμενο του Γιώργου Τούλα.


φωτογραφία: Παύλος Φυσάκης

Γράφει ο Γιώργος Τούλας

Κάνω πολιτιστικό ρεπορτάζ σχεδόν 27 χρόνια και έχω να πω πως το υπουργείο του πολιτισμού αποτέλεσε τις τελευταίες δεκαετίες ένα αποπαίδι. Έκτος από τις περιόδους που είχε πολύ χρήμα να διαχειριστεί, οπότε και το κρατούσαν οι πρωθυπουργοί για πάρτη τους (Κώστας Καραμανλής επί Ολυμπιάδας), το Πολιτισμού δυστύχησε να έχει στο τιμόνι του ανθρώπους που η σχέση τους με την Τέχνη εξαντλούνταν στο πόσα χειροκροτήματα θα μαζέψω αν πάω στην παράσταση. Από το 1974 και μετά ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, η Μελίνα, άντε και ο Μικρούτσικος δικαιολόγησαν το ρόλο τους, ενώ υπήρξαν και περίοδοι που όσοι ήρθαν σε επαφή με το υπουργείο και τον υπουργό έμειναν άφωνοι (Βουλγάρακης, Λιάπης, Τασούλας κλπ). Τέλος υπάρχουν και αυτοί που το χρησιμοποίησαν για πρεστίζ (Βενιζέλος, Ντόρα, Σαμαράς, Παναγιωτόπουλος κλπ). Γενικά το υπουργείο την τελευταία δεκαετία για να μη γελιόμαστε κυβερνούσε άτυπα η ισχυρή του κυρία, η Λίνα Μενδώνη. Η κυρία με τη στέκα όπως την αποκαλούν οι άνθρωποι του πολιτισμού, που γνωρίζουν και κυρίως έχουν υποστεί τις συνέπειες της παντοδυναμίας της. Αυτή ήταν η άτυπη υπουργός στην πραγματικότητα που έλυνε και έδενε.
Η αλλαγή στην κυβέρνηση έφερε για πρώτη φορά στην καρέκλα του πολύπαθου υπουργείου μια προσωπικότητα έξω από κάθε αμφισβήτηση. Έναν πραγματικό διανοούμενο του καιρού μας που χαίρει μεγάλης εκτίμησης από το μεγαλύτερο μέρος του πνευματικού κόσμου και τους ανθρώπους της Τέχνης, τον Νίκο Ξυδάκη.
Αναλαμβάνει τα ηνία του πολιτισμού σε μια από τις πιο ζόρικες στιγμές του. Χρήματα δεν υπάρχουν και οι δομές βρίσκονται σε κατάρρευση. Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και Μέγαρο ακέφαλα, τα δυο Κρατικά Θέατρα στην κόψη του ξυραφιού, το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη σε οριακό σημείο με χρηματοδότηση μικρότερη και από τη μισθοδοσία του, τα μικρότερα Μουσεία με διαρκή απειλή λουκέτου, οι ορχήστρες με έλλειψη ρευστότητας, η Λυρική μπροστά στις χρηματοδοτικές ανάγκες της μετακόμισης.
Πέρσι τέτοιες μέρες καταγράψαμε εδώ τα σοβαρότατα προβλήματα του Πολιτισμού και των φορέων του στη Θεσσαλονίκη. Από τότε οι συνθήκες χειροτέρεψαν πολύ. Υπάρχουν φορείς αυτή τη στιγμή που με το ζόρι κρατιούνται σε λειτουργία, χάρη στην υπέρ-προσπάθεια των εργαζομένων τους. Οι προτεραιότητες του νέου υπουργού θα φανούν τις επόμενες μέρες. Εκείνο που πάνω από όλα χρειάζεται είναι ευαισθησία και διάθεση επικοινωνίας. Οι προκάτοχοι του ήταν ανύπαρκτοι. Στη δική μου πόλη δεν εμφανίζονταν ποτέ, η γνώση δεν των προβλημάτων σταματούσε στους τίτλους των εφημερίδων, όταν γινόταν ο πολιτισμός πρωτοσέλιδος, δηλαδή σπάνια.


φωτογραφία: Παύλος Φυσάκης

Μπορεί ο πολιτισμός στα μάτια κάποιων να μην μοιάζει προτεραιότητα σε σχέση με άλλα φλέγοντα ζητήματα της οικονομίας και της κοινωνίας όμως αν από κάπου η χώρα μπορεί να βρει μια σανίδα σωτηρίας για τις επόμενες γενιές είναι στις δικές του θάλασσες. Ας ελπίσουμε σε καλύτερες μέρες του...



1.6.14

Ηρθε και η ώρα του Πολιτισμού


Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης,
έργο του σπουδαίου αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου

της Μαρίας Κατσουνάκη

πηγή: www.kathimerini.gr


Από τις συζητήσεις περί ανασχηματισμού δεν εξαιρείται το υπουργείο Πολιτισμού. Μπορεί να παραμείνει, μπορεί και όχι ο νυν υπουργός Πάνος Παναγιωτόπουλος.Το ερώτημα είναι, σε περίπτωση που μετακινηθεί, ποιος θα τον αντικαταστήσει. Αν, δηλαδή, το υπουργείο συνεχίσει να αποτελεί αποθετήριο υποχρεώσεων της εκάστοτε κυβέρνησης ή αυτή τη φορά Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ κάνουν ένα βήμα, επιλέγοντας πρόσωπα τα οποία μπορούν να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της εποχής. Αν περιοριστεί (όχι εξαλειφθεί, για να είμαστε ρεαλιστές) η αντίληψη ότι η υπουργοποίηση αποτελεί εξόφληση υποσχέσεων και οφειλών.

Το υπουργείο Πολιτισμού, ειδικότερα, χρησιμεύει χρόνια τώρα, σαν προθάλαμος εξέλιξης (για τους άρτι τοποθετηθέντες) ή χώρος για απόσυρση προς παραδειγματισμό (για τους απείθαρχους) ή λύση ανάγκης (για όσους «περισσεύουν» από την κομματική επετηρίδα και πρέπει να «βολευτούν»).
Ομως σήμερα, μετά χρόνια γκρίνιας, διαμαρτυρίας, απαξίωσης, αμηχανίας, ήρθε και η ώρα του Πολιτισμού. Η θεαματική αύξηση του τουρισμού έφερε –αναγκαστικά– την οργάνωση και λειτουργία των μουσείων στις προτεραιότητες της κυβέρνησης. Δεκαετίες τώρα, η συζήτηση για τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους σταματούσε στις προθέσεις. Τα περισσότερα από 20 εκατ. τουρίστες έκαναν, εν τέλει, τη διαφορά σε αυτήν τη χώρα, στην οποία ο πολιτισμός διαφημιζόταν ως βαριά βιομηχανία κι εκεί (στα λόγια) σταματούσαν όλα.


Δίον: Το αρχαίο θέατρο



Το ΥΠΠΟ, στην Ελλάδα της κρίσης, καλείται, λοιπόν, εκ των πραγμάτων, να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Τι σημαίνει αυτό; Οτι ο υπουργός του οφείλει να γνωρίζει τα θέματα, να έχει επαφή με τη διεθνή πολιτιστική πραγματικότητα, τις απαιτήσεις που ανακύπτουν, να παρακολουθεί και να ανταποκρίνεται στις ταχύτατες αλλαγές τοπίου, που επιτάσσει η εποχή, να μην αναλώνεται σε διπλωματία εντυπώσεων, αλλά να εργάζεται σκληρά, μεθοδικά και αποτελεσματικά. Οφείλει, επίσης, να επιλέγει τους άριστους για συνεργάτες και όχι τους αρεστούς (ή αυτούς που αυτοπροωθούνται ως αρεστοί). Είθισται, όλα τα κόμματα να έχουν τους «δικούς τους» παρατρεχάμενους (και) στα θέματα του πολιτισμού. Εκείνους, δηλαδή, που κόπτονται για το καλό του ελληνικού κινηματογράφου, επί παραδείγματι, και το μόνο που επιδιώκουν είναι να προωθήσουν προσωπικά συμφέροντα. Δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Απλώς, τώρα πια, οι δημόσιες δηλώσεις όπως και οι πολιτικές επιλογές είναι πολύ ευανάγνωστες. Και η αλαζονεία (δεν ακούω, δεν βλέπω, δεν με νοιάζει) του πολιτικού προσωπικού πληρώνεται στην κάλπη.