Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ. Π. Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ. Π. Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.9.15

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης διαβάζει το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη «Η ναυμαχία»



Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ

Aφανισθήκαμεν εκεί στην Σαλαμίνα.
Οά, οά, οά, οά, οά, οά, να λέμε.
Δικά μας είναι τα Εκβάτανα, τα Σούσα,
και η Περσέπολις  — οι πιο ωραίοι τόποι.
Τι εγυρεύαμεν εκεί στην Σαλαμίνα
στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.
Τώρα θα πάμε πίσω στα Εκβάτανά μας,
θα πάμε στην Περσέπολί μας, και στα Σούσα.
Θα πάμε, πλην σαν πρώτα δεν θα τα χαρούμε.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί· η ναυμαχία
αυτή γιατί να γένεται και ν’ απαιτείται.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί· γιατί να πρέπει
να σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,
κ’ εκεί να πηαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως.
Έτσι γιατί να είναι: μόλις κανείς έχει
τα περιώνυμα Εκβάτανα, τα Σούσα
και την Περσέπολιν, ευθύς αθροίζει στόλο
και πηαίνει προς τους Έλληνας να ναυμαχήσει.
Aν ναι βεβαίως· άλλο λόγο να μη λέμε:
οτοτοτοί, οτοτοτοί, οτοτοτοί.
A ναι τω όντι· τι μας μένει πια να πούμε:
οά, οά, οά, οά, οά, οά. 


Κ. Π. Καβάφης
[1889]

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 


12.4.15

In Memoriam



Ήπειρος, 1957. Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας.
© Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη

του Γιώργου Κεχαγιόγλου


Eκ των ελληνορθοδόξων παραδόσεων ανάλεκτα...
ή
Μνημονεύετε κοσμομονoτρόπους Διονύσιον κόμητα Νίκλην-Σολωμόν,
Αλέξανδρον Αδαμαντίου Εμμανουήλ-Παπαδιαμάντην
και Κωνσταντίνον Πέτρου Φωτιάδην-Καβάφην


Αφιερωμένον εξαιρετικώς εις Χρηστόν Ιωανναράν: αι βλαβεραί συνέπειαι
 της Μονοτονικής Μικρασιατικής Καταστροφής



***

[…] Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε·
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φώς της χαράς συμμαζωχτείτε·
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους αγίους και φιληθείτε·
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα εχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες·
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
απο το φώς που χύνουνε οι λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει απ᾽ τ᾽ αγιοκέρι
οπου κρατούνε οι χριστιανοί στο χέρι. […]
 («Ο Λάμπρος»)




***

[…] Ωραίον και πολύ ζωντανόν, και γραφικόν και παρδαλόν, ήτο το θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τα Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι με το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν επί των στέρνων, τελούντες τον Ασπασμόν.
Οι δούλες με τας κορδέλας των και τας λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά και αριστερά, κ’ εφλυάρουν προς αλλήλας, χωρίς να προσέχουν εις την ιεράν ακολουθίαν. Οι παραμάνες ωδήγουν από την χείρα τριετή και πενταετή παιδία και κοράσια, τα οποία εκράτουν τας χρωματιστάς λαμπάδας των, κ’ έκαιον τα χρυσόχαρτα με τα οποία ήσαν στολισμέναι, κ’ έπαιζαν κ’ εμάλωναν μεταξύ των, κ’ εζητούσαν να καύσουν όπισθεν τα μαλλιά τού προ αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός του ναού, και κατετρόμαζον τες δούλες. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τούς εκυνηγούσε, αλλ’ αυτοί έφευγαν από την μίαν πλαγινήν θύραν, κ’ ευθύς επανήρχοντο διά της άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τους δίσκους κ’ έρραινον με ανθόνερον τες παραμάνες.
Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού, επτά ή οκτώ παραμάνες, εκρατούσαν πεντάμηνα και επτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας. Τα μικρά ήνοιγον τεθηπότα τους γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως το φώς των λαμπάδων, των πολυελέων και μανουαλίων, τους κύκλους και τα νέφη του ανερχομένου καπνού του θυμιάματος και το κόκκινον και πράσινον φώς το διά των υάλων του ναού εισερχόμενον, το ανεμίζον ράσον του εκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος μέσα έξω εις διάφορα θελήματα, τα γένεια των παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν της κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν των χειλέων, διά να επαναλάβουν εις όλους το Χριστός ανέστη· βλέποντα και θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τα στίλβοντα κομβία και τα στριμμένα μουστάκια του αστυφύλακος, τους λευκούς κεφαλοδέσμους των γυναικών, και τους στοίχους των άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς και πόρρω· παίζοντα με τους βοστρύχους της κόμης των βασταζουσών, και ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.
Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον με ώμον πλησίον μιάς κολόνας, μόλις είδαν το έν το άλλο, και πάραυτα εγνωρίσθησαν και συνήψαν σχέσεις, και το έν, ωραίον και καλόν και εύθυμον, έτεινε την μικράν απαλήν χείρα του προς το άλλο, και το είλκε προς εαυτό, και εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους. […]
 («Χωρίς στεφάνι»)

***

Την εκκλησίαν αγαπώ – τα εξαπτέρυγά της,
τ᾽ ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της,
τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.

Εκεί σαν μπώ, μες σ᾽ εκκλησία των Γραικών·
με των θυμιαμάτων της τες ευωδίες,
με τες λειτουργικές φωνές και συμφωνίες,
τες μεγαλοπρεπείς των ιερέων παρουσίες
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό –
λαμπρότατοι μες στων αμφίων τον στολισμό –
ο νούς μου πηαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας,
στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό.
 («Στην εκκλησία»)

1.7.14

Ο ερωτικός Καβάφης είναι, ταυτόχρονα, ένας εξεγερμένος Καβάφης



συνέντευξη του Δημήτρη Παπανικολάου στον Θοδωρή Αντωνόπουλο

πηγή: http://www.lifo.gr

Πόσο γκέι ήταν ο Αλεξανδρινός ποιητής και πόση σημασία έχει η θαρραλέα εκδηλωμένη σεξουαλικότητά του, που τόσο ταμπού αποδείχθηκε για την επίσημη κουλτούρα μας και για πολλούς εγχώριους μελετητές, στην αποτίμηση του έργου του; Είναι τελικά πιο συνειδητοποιημένος, πιο επαναστάτης, πιο μοντέρνος από όσο εκτιμούσαμε; «Αναμφίβολα!», εκτιμά ο συμπατριώτης αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στο εξαίρετο πόνημά του «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι» - ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης)

Γιατί ο ομοφυλόφιλος, gay, "queer" Καβάφης; 

Γιατί καταρχήν ο ίδιος ο ποιητής δεν σχετιζόταν με την εικόνα του μονήρους, εγκλωβισμένου, ενοχικού Καβάφη που μας κληροδοτήθηκε. Βέβαια, η συζήτηση για την ομοφυλοφιλία στον Καβάφη έχει υποτίθεται ήδη διεξαχθεί, έλα όμως που, τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν είχε την ευθύτητα, την αναλυτική ευκρίνεια και την ειλικρίνεια που άρμοζε. Κι όμως ο ίδιος ο ποιητής όχι μόνο επεδίωξε αυτή την κουβέντα αλλά την ξεκίνησε κιόλας ο ίδιος, την προετοίμασε, έθεσε τους όρους διεξαγωγής της. Διαβάζοντας κανείς τα δημοσιευμένα καθώς και τα αδημοσίευτα γραπτά του, το καταλαβαίνει.  

Ήταν άραγε «σταδιακή» η απελευθέρωση του ποιητή, όπως ισχυρίζονται κάποιοι μελετητές; 

Τι σημαίνει «σταδιακή απελευθέρωση»; Φτάνει ποτέ κανείς στο σημείο να είναι πλήρως απελευθερωμένος; Δεν μπαίνω σ' αυτή τη λογική, κυρίως γιατί απεχθάνομαι τις βιογραφίστικες, τις παθολογικίστικες ερμηνείες και τα λοιπά κόμπλεξ που πιθανόν κρύβουν πίσω τους τέτοιες αναγνώσεις (υπονοώντας, για παράδειγμα, ότι ο Καβάφης δήθεν περίμενε να πεθάνει η μητέρα του για να απενοχοποιηθεί ή ότι αυτό συνέβη σε μια μεγάλη πλέον ηλικία, όταν πια «όλα ήταν στο παρελθόν»). Τη ζωή του Καβάφη εγώ τη βλέπω σαν μια διαρκή προσπάθεια κατάκτησης της παρρησίας να μιλά κανείς για τις ερωτικές του επιλογές. Θες να το πεις «σταδιακή» απελευθέρωση αυτό, μπορείς. Προσωπικά, θεωρώ ότι ως αναγνώστες του Καβάφη καλούμαστε να παρακολουθήσουμε ένα ποιητικό σχέδιο που αγγίζει ταυτόχρονα τη ζωή και το καλλιτεχνικό έργο. Βλέπουμε μια συνεχή διαδικασία διεκδίκησης ενός λόγου, μια προσπάθεια να κατακτήσει κανείς το δικαίωμά του στην ισότιμη κοινωνική συμμετοχή αλλά και στη δημόσια διατύπωση της διαφοράς. Ας μην ξεχνάμε ότι την ομοφυλόφιλη συνειδητότητα που βλέπουμε να χαρακτηρίζει τους ήρωες ή/και την ποιητική φωνή σε πολλά ποιήματά του, ο Καβάφης την κατέκτησε• ούτε δεδομένη ούτε επιτρεπτή ήταν πιο πριν.   

Ώστε ο Καβάφης τελικά, και με τις πυκνές αναφορές στην αρχαιότητα δεν επεδίωξε να κρυφτεί πίσω από ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, αντίθετα εκτέθηκε με σθένος. 

Ακριβώς. Η αναφορά στην αρχαία Ελλάδα ως χώρο μιας πιο ρευστής σεξουαλικότητας ήταν διαδεδομένη στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, κυρίως στο πλαίσιο των καλλιτεχνικών κινημάτων του αισθητισμού και της décadence. Ο Καβάφης όμως παίρνει αυτή τη μόδα της ερωτικής αναφοράς στο παρελθόν και την μεταμορφώνει σε κάτι εντελώς πρωτότυπο, συνδέοντάς τη διαρκώς με τη δική του αναζήτηση και αυτογνωσία. Δεν τον ενδιαφέρει να πει μια ρετρό «ροζ» ιστορία, αλλά ιστορίες ταυτότητας, επιθυμίας, γνώσης και εξουσίας. Δίνει επίσης πάντα την αίσθηση της ιστορικής αναζήτησης και της γενεαλογίας, προσπαθεί δηλαδή να υποψιάσει τον αναγνώστη και για τη στρατηγική της αναφοράς στο αρχαίο παρελθόν, για το πώς αυτή κατασκευάζεται, και για τη συνάφειά της με το παρόν. Κατά τη γνώμη μου, είναι ο πρώτος ποιητής του 20ού αιώνα που αναφέρεται έτσι, με τέτοια αυτοσυνειδησία και στρατηγική, στο παρελθόν.   

Εκφράζει οπότε καθαρά μια σεξουαλική ταυτότητα; 

Μιλά για μια αίσθηση ταυτότητας που πηγάζει από την ερωτική επιλογή και συμπλέκεται με τους λόγους της σεξολογίας που εκείνη την εποχή κυκλοφορούν ευρύτατα. Ο ομοφυλόφιλος παίρνει στην εποχή του Καβάφη πρόσωπο, ιστορία, και λόγο. Ωριμάζει σταδιακά έτσι μια ταυτότητα, η οποία διαμορφώνεται σε πείσμα της καταπίεσης και της καταδίκης (ας θυμηθούμε και τον Όσκαρ Ουάιλντ). Υπήρχαν βεβαίως τρόποι ακόμα και στην εποχή του Καβάφη να μπορέσει να ζήσει κανείς τη ζωή του ως ομοφυλόφιλος, ή τουλάχιστον να έχει ομοφυλόφιλες σχέσεις. Εκείνο που απουσίαζε ευρύτερα, ήταν ο δημόσιος λόγος για μια τέτοια επιλογή ζωής – αυτό ακριβώς αρχίζει να αλλάζει στην εποχή του Καβάφη, κι αυτό ακριβώς προτείνει ο ίδιος ως ένα καινούριο μοντέλο κοινωνικής και ποιητικής παρουσίας.


«Σαν κ' εμένα καμωμένοι». Γιατί επιμένεις σε αυτόν τον στίχο; 

Γιατί καταρχάς επιμένει ο ίδιος ο ποιητής. Επανέρχεται σε αυτόν τρεις φορές, τόσο σε σημειώσεις όσο και στο γνωστό ποίημά του «Κρυμμένα». Φέρνει έτσι στο προσκήνιο μια δυνητική, φαντασιακή κοινότητα ανθρώπων, αναλογίζεται τη συλλογικότητα που μπορεί να αναδειχθεί μέσα από μία κοινή ερωτική ταυτότητα, αλλά, ουσιαστικά, κι από το μοίρασμα κάθε ταυτότητας. Επιθυμούσε να δώσει «φως και συγκίνησιν εις όσους είναι σαν κ' εμένα καμωμένοι», καθώς γράφει χαρακτηριστικά, υποψιαζόμενος ήδη ότι μια συγκεκριμένη συλλογικότητα ανθρώπων πρόκειται να εντρυφήσει σε αυτόν, για να βρουν ακριβώς αυτή τη συγκίνηση. Δεν περιορίζει φυσικά αυτό το εύρος του έργου και των αναφορών του, δείχνει όμως μια βασική τους παράμετρο. Διότι είναι ξεκάθαρο ότι ο Καβάφης όχι μόνο αναζητούσε τρόπους καταγραφής της εμπειρίας της ομοφυλόφιλης επιθυμίας και της ταυτότητας που συνδέεται με αυτήν, αλλά επεδίωκε κιόλας να διαβαστεί κι από μια κοινότητα «όμοια καμωμένων». Κατακρίνει δε απερίφραστα σε σημείωμά του τους «άθλιους νόμους» της κοινωνίας – «μήτε της υγιεινής, μήτε της κρίσεως απόρροια» - οι οποίοι «μίκραιναν το έργο μου, εδέσμευσαν την έκφρασί μου» (1905).   

«Θυμήσου, σώμα...», γράφει ο ποιητής. Αλλά μπορεί ένα σώμα να γράψει ιστορία αξιομνημόνευτη; 

Σαφώς. Την ιστορία τη γράφουμε έτσι κι αλλιώς και με τα σώματά μας. Και δεν το εννοεί αυτό ο ποιητής μόνο ως προς την ποιότητα του συναισθήματος και του αγγίγματος που αποτυπώνεται στην μνήμη των κυττάρων, αλλά και ως παρακίνηση προς το σώμα να κινηθεί, να αντιδράσει, συμμετέχοντας με τον δικό του τρόπο στην ιστορική εξέλιξη και καταγραφή. Κι αυτό προϋποθέτει να αναλογιστεί από τι είναι καμωμένο, με τι εξουσίες, επιθυμίες, εκπαιδεύσεις, αντιστάσεις έχει αναμετρηθεί, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την ηθική ευθύνη για τις επιθυμίες εκείνες που το κάνουν να ξεχωρίζει και ταυτόχρονα να συνδέεται με άλλα σώματα.   

Είναι λοιπόν και ακτιβιστής ο Καβάφης; 

Κάποιοι θεωρούν ότι ο ακτιβισμός είναι μια πράξη που βγαίνει από τα όρια του διαλόγου και υπερβάλλει προς μια κατεύθυνση προκειμένου να αναδείξει ένα κοινωνικό πρόβλημα. Υπό αυτή την έννοια ο Καβάφης ακτιβιστής δεν είναι, όσο κι αν μπορεί να εμπνεύσει ακτιβιστικές δράσεις. Αυτό που κάνει είναι να αφηγείται την ιστορία του πώς κανείς μπορεί να γίνει το ηθικό υποκείμενο των ερωτικών και σεξουαλικών του επιλογών. Κι αυτή η ιστορία είναι, όπως και να το κάνουμε, μια ιστορία προσωπικής πολιτικής αλλά και πολιτικής της κοινότητας.   

Τι ρόλο έπαιξε ο Αλεξανδρινός στη δική σου ζωή; 

Ήταν εκεί όταν πραγματικά τον χρειάστηκες; Νομίζω ότι όποιος διαβάσει το βιβλίο αυτό το κατανοεί. Ο Καβάφης είναι ένας ποιητής που, για πολλούς λόγους, σου δείχνει πόσο υποστηρικτικά μπορεί να λειτουργεί η λογοτεχνία: όχι μόνο ως αισθητική απόλαυση αλλά και ως πληροφορία, όχι μόνο ως νοητική αναζήτηση αλλά και ως παραμυθία. Το ότι κάποιοι άνθρωποι, ακριβώς κινούμενοι από την σεξουαλική τους ταυτότητα, αναζητούν στον Καβάφη αυτή την πολλαπλή στήριξη δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι μόνο αυτοί μπορούν να τη βρουν στο έργο του – σημαίνει όμως ότι πρέπει να σεβαστούμε και να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδικασία ταύτισης που άλλωστε ξεκινάει από το ίδιο το έργο και δεν μειώνει, απεναντίας ενισχύει την πρωτοποριακότητα και τη ριζοσπαστικότητά του.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ 
Πιτσιρικάς εξέδιδε χειρόγραφα την αθλητική εφημερίδα της γειτονιάς του. Μαθήτευσε στο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας και το αθηναϊκό underground press. Ως επαγγελματίας γραφιάς συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τις εκδόσεις Τερζόπουλος, τον ΔΟΛ, την Ελευθεροτυπία, το free press Metropolis, τα περιοδικά 01, 10% και Υποβρύχιο. Aρθρογραφεί τακτικά στην έντυπη και την ηλεκτρονική Lifo. Έχει επίσης ασχοληθεί με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων.

13.6.14

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας είναι ο Κ. Π. Καβάφης



γράφει ο Ιωσήφ Πρωϊμάκης

Φωτογραφίες: Γιάννης Δρακουλίδης / FOSPHOTOS

πηγή: http://popaganda.gr

Ο δυσθεώρητος ηθοποιός επιστρέφει απόψε στο σανίδι για να ερμηνεύσει τον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή αυτοβιογραφούμενο, σε ένα θεατρικό βασισμένο αποκλειστικά σε σημειώματα, επιστολές και καταγεγραμμένες συζητήσεις.

Απόλυτο σκοτάδι. Ησυχία. Ξαφνικά, ένα σπίρτο ανάβει δυο κεριά. Δυο ψηλά, ξύλινα κηροπήγια, ακουμπισμένα σ’ ένα μικρό γραφείο. Από πάνω του, σκυμμένη μια λεπτή, σκελετώδης φιγούρα. Χοντρά στρογγυλά γυαλιά παραμορφώνουν το κουρασμένο βλέμμα του, η φλόγα τρεμοπαίζοντας ρίχνει σκιές στο μέτωπό του, να χορεύουν σαν τις σκέψεις στο γερμένο του κεφάλι. Σφιχτά τυλιγμένο στο λαιμό του ένα φουλάρι κατακόκκινο, σαν ξεραμένο αίμα, σπρώχνει το βλέμμα σου ν’ ακολουθήσεις τα μακριά του χέρια. Το ένα, με τα κομψά, λεπτά του δάχτυλα, σπρώχνει νευρικά μια πένα σ’ ένα μικρό κομμάτι χαρτί. Το άλλο, κρατά ένα ποτήρι γεμάτο σκουρόχρωμο αλκοόλ. Αναστενάζει. Η πένα πέφτει στο γραφείο, το ποτήρι σηκώνεται στα χείλη του και το βλέμμα σου στο πρόσωπό του. Είναι ο Κ.Π. Καβάφης. Μα, είναι και ο Κωνσταντίνος Τζούμας.
Όσο έχει ταυτίσει τη φωνή του με τα ραδιοφωνικά πρωινά του Εν Λευκώ, άλλο τόσο ακριβοθώρητη έχει γίνει και η επιβλητική φιγούρα του σε σανίδια και οθόνες. Όμως, σχεδόν μια δεκαετία αφότου αποσύρθηκε σιωπηρά απ’ την ηθοποιία, ο Κωνσταντίνος Τζούμας επιστρέφει, για να ενσαρκώσει «έναν γέροντα εξαντλημένο και κυρτό, σακατεμένο απ’ τα χρόνια και τις καταχρήσεις», όπως αυτοπροσδιορίζεται ο χαρακτήρας που ερμηνεύει, σ’ αυτήν την αυτοβιογραφική παράσταση για τον Κ.Π. Καβάφη. Ένα θεατρικό που αναμένεται να ανέβει το δεύτερο δεκαήμερο του Ιούνη στο θέατρο Τζένη Καρέζη. Εκεί όπου τρύπωσε και η Popaganda, για να κάνει χάζι με τις πρόβες.

Βασισμένο στα ημερολόγια του ίδιου του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή, σε καταγεγραμμένες συνομιλίες, επιστολές και σημειώματα, το έργο φέρει την υπογραφή του Γιάννη Φαλκώνη. Ενός, όχι ακριβώς νέου, αλλά ούτε ακριβώς παλιού θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη, που προσηλύτισε τον Τζούμα όχι ακριβώς με τον συμβατικότερο τρόπο. Ως φωτογράφος κατ’ επάγγελμα, ο Φαλκώνης γνώρισε τον Τζούμα μέσα από μια σειρά ποιητικών αναγνώσεων: «Ο Γιάννης τα κάλυπτε φωτογραφικά, χρόνια τώρα και του έκανε εντύπωση, λέει, ο τρόπος που διάβαζα τον Καβάφη και άλλους ποιητές», θυμάται ο Τζούμας. «Υποθέτω ότι εννοεί ότι δεν είχαν τίποτε απ’ τον θεατρινίστικο τρόπο της υπερβολής, της γεμάτης τρικυμία και ορμή, ας πούμε. Δεν υπήρχε κάτι τέτοιο, γιατί η προσπάθειά μου ήταν πάντα να βγαίνει μπροστά το κείμενο, όχι τι αισθάνομαι εγώ ως ηθοποιός ή ως Κωνσταντίνος».
Κάπως έτσι φαίνεται να προσεγγίζει και το θεατρικό στις πρόβες: «Τι θα πει “κάνω τον Καβάφη”;» λέει. «Τρέχα γύρευε, αυτά είναι ευσεβείς πόθοι. Το πολύ-πολύ που μπορείς να κάνεις είναι να τον διαβάσεις και να αισθανθεί κάποιος που σε ακούει κάτι, αλλά να υποδυθείς; Ούτε γι’ αστείο, δεν μου περνάει καν απ’ το μυαλό». Ανατρέχοντας στην αρχή του για τις αναγνώσεις ποίησης, ο Τζούμας θυμάται τον τρόπο που διάβαζαν τα ποιήματά τους οι ίδιοι οι ποιητές: Αφήνοντας τις λέξεις τους να αποκαλύψουν μόνες τους τη δύναμή τους, το στίχο να αναδειχθεί απ’ τον ίδιο το ρυθμό του και να δώσει στο κείμενο τη δύναμη των συναισθημάτων με τα οποία είναι εμποτισμένο. Ωστόσο, ο τρόπος που κινείται στη σκηνή και μετριέται με το ρόλο, θα μπορούσες να πεις ότι κάπως σα να αντικρούει αυτά που λέει όταν ανάβουν τα φώτα. Όμως, ο τρόπος που κινείται ο Τζούμας, ο τρόπος που στέκει, διάολε, ακόμη και ο τρόπος που κάθεται σε μια καρέκλα, σε κοιτάζει και αναπνέει, ο νατουραλισμός του ο ίδιος, είναι μπολιασμένος με μια θεατράλε ιδιαιτερότητα, μια παραστατικότητα που παρασέρνει.

Όπως σε παρασέρνει και η φωνή του, όταν σου διηγείται την πρώτη του επαφή με την έντονη επίδραση που έχει ο Καβάφης στην ανάστατη ψυχή. «Με μια φίλη είχαμε περάσει μια ζόρικη φάση ένα βράδυ σπίτι μου και αποφασίσαμε να βγούμε να πάρουμε λίγο αέρα και να συνέλθουμε. Και βγήκαμε με μια ένταση και κάναμε μια βόλτα προς το Ζάππειο, όπου είχε έκθεση βιβλίου. Έπεσε το μάτι και των δυο μας στα Άπαντα του Καβάφη. Πήρα ένα εγώ, πήρε ένα αυτή, βγήκαμε στη λεωφόρο, πήρε ένα ταξί να πάει σπίτι της και εγώ γύρισα στο δικό μου. Πρέπει να ήταν 9μιση, 10 το βράδυ. Το άνοιξα και άραξα στον καναπέ. Όταν αισθάνθηκα την επιθυμία να αλλάξω λίγο, κάτι άλλο να κάνω, ήταν η ώρα 12μιση. Με είχε συνεπάρει, και όχι μόνο αυτό, μου είχε αλλάξει τη διάθεση. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί μέχρι τότε πίστευα ότι η ποίηση, ε, είναι μια υψηλή τέχνη, ας πούμε, η οποία δεν επεμβαίνει όμως τόσο δραστικά στις διαθέσεις μας και στη σωματικότητά μας. Κι όμως».
Η τριβή του με τα κείμενα και τα ντοκουμέντα που έχει μοντάρει ο Φαλκώνης, του αποκάλυψαν και άλλες πλευρές του ποιητή: «Τις απόψεις του Καβάφη για την κρίση για παράδειγμα, δεν τις ήξερα. Και ότι η κρίση δεν είναι κάτι καινούργιο. Ούτε τις απόψεις που είχε για τα Ελγίνεια ήξερα. Εκφράζεται κατά καιρούς για διάφορα θέματα. Ούτε τη λατρεία του για τον Oscar Wilde ήξερα». Άλλα όμως, του ήταν πολύ οικεία, χωρίς να έχουν απαραίτητα άμεση σχέση με τον Καβάφη. «Μου αρέσουν πάρα πολύ τα βιογραφικά στοιχεία, από μικρός είχα μια τέτοια περιέργεια. Μ’ αρέσει να βλέπω πού συναντιούνται οι ζωές μας. Ξέρεις, τα διλήμματα και τα σταυροδρόμια είναι κοινά στους ανθρώπους, δεν υπάρχουν διαφορές. Η διαφορά είναι στο πώς το διαχειρίζεται ο καθένας. Και μ’ αρέσει αυτό κάθε φορά να το διαπιστώνω».

Η αφορμή ετούτου του θεατρικού, πάντως, δεν είναι η πρώτη που τον έφερε τόσο κοντά στον ποιητή. Θυμάται ένα περιστατικό, απ’ τα χρόνια του στη Νέα Υόρκη, όταν «κάποια στιγμή περνούσα έξω από ένα καφέ περήφανος για τα καινούργια μου δόντια -μια οδοντοστοιχία που μου είχε φτιάξει η τότε σύντροφός μου ως δώρο- και πετάχτηκε ένας κύριος από ένα καφέ και μου λέει “Ξέρετε τι διαβάζω αυτή τη στιγμή”;  -είχε τα Άπαντα του Καβάφη στο χέρι του. “Περνούσατε απ’ έξω”, μου λέει, “και κάτι σαν προέκταση, κάτι σαν να είχε σχέση. Από πού είστε;”, με ρωτάει. “Έλληνας”, του λέω. Με κοιτάει και ρωτάει “Ξέρετε μήπως και τον ποιητή;”. “Τον Καβάφη; Θα αστειεύεστε”, του λέω. Υπάρχει φοιτητής δραματικής σχολής που να μην πήγε να δώσει Καβάφη, την Ιθάκη ή τα Τείχη, για να περάσει σε μια σχολή;».
Να λοιπόν, που ο τυχαίος θαμώνας του καφέ της Νέας Υόρκης θα έχει στην παράσταση την ευκαιρία να δικαιωθεί. Ο Τζούμας θα ερμηνεύσει «έναν Καβάφη αυτοβιογραφούμενο, με τους ανθρώπους που έκανε παρέα τα βράδια, με νέους ποιητές, με ανθρώπους που του έπαιρναν συνεντεύξεις, με ζωγράφους που σύχναζαν στο σαλόνι του για να τον ζωγραφίσουν, με τις απόψεις που εξέφραζε κατά καιρούς. Έναν άνθρωπο ο οποίος ζει σ’ ένα σπίτι χωρίς ηλεκτρικό, από κάτω υπάρχει ένα πορνείο, ζει εκεί πέρα με κεριά, περνά πολλές ώρες στο γραφείο του την ώρα που δημιουργεί και οι σκιές και τα φαντάσματα τον επισκέπτονται. Ένας άνθρωπος που ήταν και ο ίδιος θεατρικός σαν χαρακτήρας, του αρέσανε αυτά, να δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα».

Εύλογα αναρωτιέται κανείς αν θα δούμε και την άλλη, την πικάντικη πλευρά της ζωής του. «Στην ποίησή του αυτά όλα είναι θύμησες», εξηγεί. «Δεν συμβαίνουν τώρα. Ο Καβάφης δεν έχει την ωμότητα των ποιητών που εκφράζουν τον ομοερωτισμό τους άμεσα. Έχει ανάμνηση του κάποτε, το οποίο είναι σχεδόν πλατωνικό, όμως δεν έχει καμία σχέση με το εδώ και τώρα, ότι ήρθε ένας έφηβος και πετάξαμε τα ρούχα στο πάτωμα, όπως είναι στους πίνακες του Francis Bacon, δυο κορμιά που παλεύουν με τη λίμπιντό τους. Όχι. Είναι θύμησες, είναι ανάμνηση. Εμείς πετυχαίνουμε τον Καβάφη σε μεγάλη ηλικία, λίγο πριν αποχωρήσει. Κάνει ένα-δυο ταξίδια στην Αθήνα, το ένα για την τραχειοτομή που του έκαναν για τον καρκίνο του. Δεν υπάρχει η άλλη πλευρά, η οποία δεν ξέρω και αν υπήρξε ποτέ, και αν υπήρξε, θα ήταν στη νεότητά του».
Όσο κι αν ο ίδιος ο Τζούμας λέει πως «δεν είναι ακριβώς μια παράσταση που θα την παίζεις ολόκληρη σαιζόν, είναι μερικές παραστάσεις κάποια βράδια, αφιερωμένες σε μια φυσιογνωμία που περισσότερο χαϊδεύει τον εγωισμό μου, παρά μου δημιουργεί δυσκολίες», όπως και να το κάνεις η επιστροφή του δεν παύει να είναι μια επιστροφή. Για την οποία, μάλιστα, έχει εμπιστευτεί έναν σχετικά άγουρο σκηνοθέτη. «Ο Γιάννης έχει έναν κόσμο ολόκληρο μέσα του που θέλει να τον βγάλει και χαίρεται σαν μωρό παιδί όταν υλοποιούνται πράγματα -είναι και jolly giant. Και δεν έχει σχέση με τους επαγγελματίες σκηνοθέτες, είναι κάτι πολύ διαφορετικό».

Όταν ρωτάω για την ενδεχόμενη απειρία του Φαλκώνη, ο Τζούμας απαντά με την δεδομένη εμπειρία τη δική του: «Δεν υπάρχει πιο σέξυ πράγμα απ’ το να εκτίθεσαι. Ακόμη και στο μικρόφωνο μπροστά αν πεις κάτι που σου ξέφυγε, το βρίσκω εκπληκτικό. Μου το έλεγε ο Χατζιδάκις κάποτε, όταν είχαμε συνεργαστεί στην Πορνογραφία. Μου είπε “κοίτα, δεν σε θέλω επαγγελματία, σε θέλω αυτόν που ξέρω στη συναναστροφή, που τρώμε τα βράδια, που μιλάμε, που χαιρετιόμαστε, αυτά. Όχι ότι είμαστε επαγγελματίες και τέτοια”. Αγάπη γι’ αυτό που κάνουμε και αυτή τη φρεσκάδα της πρώτης λήψης, που λένε στο σινεμά. Αγάπη και επιθυμία δηλαδή, και το βασικό πράγμα για να κάνει κανείς πράγματα στη ζωή του, είναι η επιθυμία. Πρέπει να επιθυμείς, αλλιώς δεν βγαίνει τίποτα».
Το Κ.Π. Καβάφης Αυτοβιογραφούμενος σε σύνθεση κειμένων και σκηνοθεσία του Γιάννη Φαλκώνη, με τον Κωνσταντίνο Τζούμα στο ρόλο του τίτλου, πλαισιωμένο απ’ τους Κερασία Σαμαρά, Αλέξανδρο Νταβρή και Λευτέρη Τσάτση, θα ανέβει από 11-18 Ιουνίου στο θέατρο Τζένη Καρέζη (Ακαδημίας 3, Αθήνας, τηλ.: 210 3625 520).