Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.6.23

Νίκος Ξανθιώτης: Η ενέδρα του χρόνου



Τα χρόνια

θα έρθουν και θα καθήσουν

σαν πάγος

πάνω στις αρθρώσεις μας

 

Θα κυρτώσουν τις πλάτες μας

Θα διπλωθούμε στα δυο

κάτω από το βάρος

μιας ζωής που την καθόρισαν

απαγορεύσεις και στερήσεις

 

Και οι μικρές, τρυφερές χειρονομίες

―για την ώρα εξαγνισμένες από τη νεότητά μας―

τότε θ’ αναζητούν

μισοφωτισμένα στενά

ή το πρόσχημα ενός αποχαιρετισμού

για να φανούν στα μάτια των περαστικών

συνηθισμένες διαχύσεις μεσηλίκων


[ δημοσιεύτηκε στο περ. Εντευκτήριο, τχ. 1, 1987 ]

7.6.22

Για τον ποιητή Δημήτρη Παπαστεργίου


 


















γράφει η Κλεονίκη Δρούγκα

πηγή: https://www.fractalart.gr


Δημήτρης Παπαστεργίου 

Τα μεροκάματα ενός έρωτα

Εκδόσεις Εντευκτηρίου

Θεσσαλονίκη, 2019


Ο Δημήτρης Παπαστεργίου γράφει ποίηση με ειλικρίνεια και  απλότητα για τα καθημερινά, τον άνθρωπο, τις βαθύτερες σκέψεις και επιθυμίες του, δημιουργεί εικόνες, στήνει σκηνικά, αναστατώνει την αναπνοή μας. Επέλεξα να μιλήσω για ορισμένα ποιήματά του από τη συλλογή «Τα μεροκάματα ενός έρωτα», Εντευκτήριο, 2019 που μας συντονίζουν με το ερωτικό στοιχείο της ποίησής του.

Από τα πλέον ερωτικά ποιήματα είναι το ποίημα «Δικαιοσύνη»· αρχικά, αποτυπώνει μια αγχωμένη στιγμή, κινήσεις στη δουλειά μικρές και φαινομενικά ασήμαντες μέσα στην καθημερινότητα

Κάθε μέρα στη δουλειά
κόβεις το ζυμάρι
σε ίσα κομμάτια

και ξαφνικά δημιουργεί μια ρωγμή κι ο ποιητής μεταθέτει τον χρόνο και τα αλλάζει όλα· μεταβάλλει το ποιητικό κλίμα και κερνά ερωτισμό, τραβώντας μας απ' το μανίκι να τον ακολουθήσουμε στο βάθος του ποτηριού με όλες μας τις αισθήσεις.

Κάθε βράδυ
κάνω το ίδιο
με τις ηδονές σου

Εγκαταλείπουμε ―για όσο διαρκεί το ποίημα και λίγο περισσότερο― τηνσκέψη  για τον διαρκώς επιδεινούμενο κόσμο, αποτραβάμε το βλέμμα από ό,τι μας δαγκώνει, νιώθουμε το άγγιγμα στον λαιμό μιας ανάσας και αναπνέουμε πιο βαριά ευτυχισμένοι.

Συνδηλωτικά, το ποιητικό υποκείμενο σμιλεύει το ποίημα στο καλούπι του σώματος της γυναίκας που ποθεί, ξεδένει τα κορδόνια των αισθήσεων, τα αφήνει λυτά και οραματίζεται την δικαιοσύνη στον έρωτα, βιώνοντας το ερωτικό πάθος.

Σε βάζω στα ποιήματα
―μικρά καλούπια γεμάτα με τη γλύκα σου―
όπως ακριβώς
ο νεαρός
ξεμυάλισε τη σαραντάρα.

Δικαιοσύνη στον έρωτα,
όνειρο μέσα σ’ όνειρο
.

Το ερωτικό κάλεσμα υπάρχει όμως παντού για τον ποιητή ― ακόμη και στις πιο απλές συνηθισμένες στιγμές στο ποίημα «Το Σχόλασμα» από την ίδια ποιητική συλλογή· αυτές οι στιγμές διεγείρουν τη φαντασία του και μεθούν τις αισθήσεις του.

Κάθε μέρα
δεν βλέπω την ώρα να σχολάσουμε.
Τη στιγμή
που βγάζεις το λευκό σκουφάκι
τινάζεις το κεφάλι
κι εξαπολύεις δεξιά-αριστερά
τα πύρινα μαλλιά σου
»

Κάνει συνειρμούς, ακουμπώντας την καθημερινότητα με όχημα τη φαντασία και συνθέτει ένα σκηνικό ερωτικού πάθους που ομοιοκαταληκτεί με τις βαθύτερες επιθυμίες του χαρακτήρα του αλλά και τις δικές μας, ενώ εμείς συνεχίζουμε να κρατάμε την ανάσα μας.

Είναι η ώρα που βλέπω
ένα στιγμιότυπο
από τους οργασμούς σου
.

 


Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου

 

Ο ποιητής εμπιστεύεται τη άνοιξη κι όσα η άνοιξη φέρνει στο ποίημα «Βουκολικό» της προηγούμενης ποιητικής συλλογής. Και η άνοιξη διεγείρει τη φύση, στραγγαλίζει τους δισταγμούς, δυναμώνει την ερωτική επιθυμία. Ο ποιητής μιλά σε β΄ ενικό πρόσωπο, στήνει το σκηνικό και καλεί Εκείνη και Εμάς

Έλα

σκάνε χρώματα
ανθίζουν τα λουλούδια

 Άνοιξη

να κοιτάξουμε με εμμονή τη φύση στην αναγέννησή της, σε στιγμές απρόσμενες, να τον ακολουθήσουμε,

Έλα στην πίσω αυλή του εργοστασίου
στη ρεματιά
και πιο εκεί προς τα χωράφια

να ανοίξουμε τα μάτια και τις αισθήσεις μας και να νιώσουμε, πατώντας στο γκαζόν και το χώμα, την ερωτική παλίρροια:


πώς ζευγαρώνουν να σου δείξω
οι χελώνες
οι λαγοί
οι νευρικοί κρεμμυδοφάγοι
το αχαλίνωτο πουλάρι κι η φοράδα
οι πελαργοί
ο καψωμένος φασιανός με την πουλάδα

και το δείλι που όλα αλλόκοτα φαντάζουν
ο μεθυσμένος Σειληνός με τη Μαινάδα
.

Οι λέξεις υπηρετούν το νόημα χαμηλόφωνα, το νόημα υποκλίνεται στην ακρίβειά τους, το αισθητικό αποτέλεσμα είναι υψηλό, ο ποιητής κερνά διακριτικά εικόνες, τις ανανεώνει, τις ζωντανεύει, χωρίς να βαραίνει τη σελίδα, ο ποιητής Δημήτρης Παπαστεργίου γράφει απολαυστική ποίηση.



3.5.21

Στέλιος Κατριλιώτης: Δύο ποιήματα

 



Φεγγάρι 


Πάντα υποσχόμενα είναι  τα πρωινά 

Αρκεί να έχει εκθρονιστεί εγκαίρως 

το φεγγάρι. 

Χωρίς να υπενθυμίζει κάθε τόσο 

ότι αποτυγχάνει η νύχτα.


Εξάλλου  φθείρεται και το φεγγάρι  

από την τόση ορατότητα 

γίνεται καπνός 

Φεύγει μετανάστης 

για άλλα σύννεφα

άλλες στιγμές να απασχολήσει.


Πάντως πολύ πειθαρχημένα στέκεται.

Μάλλον γιατί είναι άψυχο. 



Νηστεία 


Όπου βλέπω αγκάθι, 

κρύβεται το άνθος

Κι όπου ακούω αγάπη, 

χτενίζεται ο τρόμος 

Να βγει στο δρόμο ως δέλεαρ 

Γεμίζοντας τις χούφτες καραμέλες 


Και τότε ποιος θα εμφανιστεί να με αποτρέψει;


Αλήθεια, αν τόσο κόστιζε το τέλος,

δεn θα σε αγόραζα αρχή 

θα έμενα πάνω στα κλαδιά του αορίστου.


Έτσι, δεν θα είχα ως δικαιολογία τη δύσπνοια.

Κι ας αρνιόταν πεισματικά το σκοτάδι να νηστέψει. 

Κοιτώντας το θα φώναζα 

πως γνήσια νηστεία είναι 

να ενδίδεις στο

ανθρώπινο.

[ Ο Στέλιος Κατριλιώτης είναι 17 ετών. Γεννήθηκε και κατοικεί στη Νέα Κίο Αργολίδος. 
Προηγούμενη δημοσίευσή του στο blog: https://entefktirio.blogspot.com/2020/05/blog-post.html ]

29.1.21

Χρήστος Φωτογλίδης: Παραφθορά


Πιστέψαμε ότι πέρασε ο καιρός

κι ήρθαν καλύτερες μέρες

όμως τίποτε δεν άλλαξε.

Εκείνη την καημένη την τριανταφυλλιά 

ακόμη την τρώνε τα δευτερόλεπτα. [1] 

Και τα πουλιά

Έφυγαν από τα μαλλιά σου για το Μεξικό. [2]


Και 'γω

λέω ναι και ύστερα όχι 

και ―προσωπικά― [3] 

δεν ντρέπομαι που παραιτούμαι… 


[Πιάνω να λύσω μια σπαζοκεφαλιά με copy paste.

Μπορεί να μοιάζει με παιχνίδι δημιουργικής γραφής 

αλλά τα σιχαίνομαι.

Μέσα μου ξέρω.

Ένα χρέος και μια μνήμη.

Κι ένα γαμώτο

που δεν αλλάξαμε τη ζωή, 

Μαρία.] [4]


(1) Νίκος Καρούζος    (2) Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος     (3) Μιχάλης Γκανάς     (4) Κατερίνα Γώγου 


Ο Χρήστος Φωτογλίδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής ιστορίας. Δημοσιεύει για πρώτη φορά.


Συγκομιδή πρώτων εμφανίσεων: Τέλλος Φίλης





22.1.21

Βέρα Πολέμη: Ο φόβος της σιωπής

 
 


Δεν βγαίνω πια.

Φοβάμαι

τις σιωπές των ανθρώπων

την άνευ όρων παράδοση

στα κενά της ψυχής.


Γιατί ζωή χωρίς έρωτα

δεν γίνεται.

Ζωή χωρίς πάθος

δεν πρέπει να υπάρχει.


Σαν τον μουσικό

που γίνεται ένα με τις παρτιτούρες του

σαν τον ζωγράφο

που κινείται στους πίνακές του

σαν τον ποιητή

που υπάρχει στις λέξεις του.


Γιατί χωρίς πάθος

η μουσική θα ήταν μόνο νότες.

Οι πίνακες

μόνο γραμμές

και τα ποιήματα

σκέτες λέξεις. 


Γι’ αυτό  κι εγώ

θέλω να γίνω μουσική

για να δίνω ρυθμό στα κορμιά των ανθρώπων.

Να γίνω πίνακας

να διεισδύω στα μάτια τους

να γίνω ποίημα

για να είμαι οι λέξεις στα χείλη τους.


Φοβάμαι πια.

Το μόνο που ακούω είναι σιωπές. 


Βέρα Πολέμη, 40 ετών. Σπούδασε ιταλική  φιλολογία. Δημοσιεύει για πρώτη φορά. 


Στέλλα Καζαντζή: Αλλιώς τι


 


Η αγάπη δεν τελειώνει, μοναχά εγκαταλείπεται

δεν πηγαίνει κάπου η αγάπη όταν τελειώνει, 

εκεί είναι πάντα,

σαν ένα βιβλίο σε δανειστική βιβλιοθήκη.


Έχετε τη δυνατότητα δανεισμού και ανανέωσης

Πρέπει πάντα να επιστρέφετε τα αντίτυπα,

αλλιώς θα―


αλλιώς θα τι;


Η Στέλλα Καζαντζή είναι 26 ετών. Δημοσιεύει για πρώτη φορά. 


21.1.21

Σίγουρα σκοτάδια




εικόνα: Wally Skalij

γράφει ο Γιώργος Κυρμανίδης


Αδιόρατες οι διαχωριστικές γραμμές

της λογικής με την παράνοια.

Ίσα  που προλαβαίνω να τις διακρίνω

μέσα στο πυκνό σκοτάδι.


Αυτό είναι λοιπόν που μ' οδηγεί

στο πέρασμα των χρόνων

στους λειμώνες  της ζωής 

και στη συννεφιασμένη πόλη

αυτού του απροσδιόριστου θανάτου; 


Κανένας δεν με οδήγησε

με τέτοια σιγουριά

ούτε καν η ελπίδα

που κρατά σαν λάβαρο το φως


Είναι που με φοβίζει πια η λάμψη

δεν τη συμπαθώ

προτιμώ το ατάραχο σκοτάδι.

Τέτοια κατασκευασμένη σιγουριά 

άραγε ποιος ξέρει πού θα με βγάλει...


Γιώργος Κυρμανίδης:  23 ετών, φοιτητής στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. 

Δημοσιεύει για πρώτη φορά. 



13.1.21

Αποστάσεις ασφαλείας


Κείμενο και εικόνα: Γιάννης Αποστόλου*


Τώρα τραβήξαμε κουρτίνες να χωρίζουν τη μοναξιά μας

Ταιριάξαμε τα λάθη μισά μισά κάτω από το τραπέζι

Πήραμε λάμπα ξενόφερτη για ραντεβού

(Άψογοι)

μπας και βρεθούμε στη μέση της οθόνης

ακόμη περιμένοντας, 

κάνω να σε αγγίξω και δεν αναθυμάμαι 

την πίκρα ή την τρυφεράδα στο μάγουλό σου

Κόπηκε σαν καντήλι που πνίγεται, θαρρώ, 

μέσα στα ίδια μου τα χέρια· το καμάρι μου.

Περιμένοντας ακόμη, έλεγα, 

έπεσε απαγορευτικό στις περίσσιες φωνές

οι σκιές λιγόστεψαν κάτω από τα φώτα της πόλης

το ίδιο και οι μεταμεσονύχτιες τύψεις. 


Εμείς οι ίδιοι κίνδυνος για την υγεία μας – 

και των άλλων πάλι εμείς. 

κλειστήκαμε ―πρώτα άθελα, έπειτα από συνήθεια―

πίσω από τα φασκιά της αλήθειας μας

και δεν μαζέψαμε κουράγιο να τη λικνίσουμε

όπως άλλοτε τον μικρό κουμπαρά των γιορτών 

με ’κείνη την ελπίδα των πιο αστείων ονείρων. 

Τώρα, ψιθύριζα, που στα γράφω σε χαρτί

το κάνω από φόβο μην τα στείλω βιαστικά

ή από ένα τρεμάμενο δάκτυλο

ως απλό μήνυμα σε κινητό που δονείται ρυθμικά,

λες και πρόκειται για απόρρητο φύλλο πορείας

για μιαν άλλη ζωή που δεν προλαβαίνουμε.

Όχι.

Θα ’πρεπε κλέφτικα να αχνίζω το μονοπάτι

πάνω στο λείο κορμί σου 

να αφήνω στίγματα αναβρασμού

στους θύλακες της κάθε σου κορύφωσης

όχι να ψάχνω ηδονή σε αποστάσεις ασφαλείας

― πράγματι, πολλοί ζητάνε την καύλα εξ αποστάσεως·


Η απόσταση τουλάχιστον μπορεί να μετρηθεί

ενώ εγώ, μου λες, 

πώς θα μάθω δίχως να σ’ αγγίζω;


* Γεννήθηκε το 1995,  αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ (2013-2017). Συνέχισε τις σπουδές του πάνω στην κλασική αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (2017-2018), και το 2020  ξεκίνησε  τη διδακτορική του διατριβή στην Ισπανία, ως μέλος του Καταλανικού Ινστιτούτου Κλασικής Αρχαιολογίας, με έδρα την Ταρραγόν. Η έρευνά του επικεντρώνεται στη χρήση και στην ανάπτυξη νέων αυτοματοποιημένων τεχνολογιών, μέσω των drones, για τον εντοπισμό επιφανειακών θέσεων και καταλοίπων του παρελθόντος. Αυτή είναι η πρώτη φορα που δημοσιεύει λογοτεχνικό κείμενο. 

 

12.1.21

Ο τελάλης


του Χρήστου Θ. Σαρηγκιόλη


Μέρα μεσημέρι.

Ο τελάλης είναι ήδη στην πλατεία.

Αλλά ποιος να τον ακούσει;

Όλοι πνιγμένοι στους δικούς τους

Καθημερινούς άθλους.

Μιλάει για ξεφτισμένα ιδανικά

Υπό το φως του θεού Ήλιου.

Αλλά ποιος να τον ακούσει;

Μόνο μια γέρικη ψυχή κάθεται,

Συλλογίζεται.

Σηκώνει τον σταυρό που όλοι

Αποφεύγουν να σηκώσουν.

Αλλά ποιος να τον ακούσει;


Έδεσσα, 2011


Ο Χρήστος Θ. Σαρηγκιόλης γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1994. Το ανωτέρω ποίημα το έγραψε σε ηλικία 17 ετών. Στο μεταξύ, σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και γλωσσολογία, με μεταπτυχιακό στην Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία, στο Πανεπιστήμιο του Essex. Έχει μεταφράσει κείμενα Άγγλων περιηγητών για την έκδοση «Με τα μάτια των ξένων - Περιηγητές στην Έδεσσα και την Πέλλα (2019). Ζει στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται στην ιδιωτική εκπαίδευση. Δημοσιεύει πρώτη φορά.


Ζεϊμπέκικο



εικόνα: Τέλλος Φίλης


γράφει ο Σπύρος Ροδόπουλος


Μες στις επίγειες ταβέρνες

φορώντας ρούχα δανεικά

βρήκα μια διάφανη αγάπη

μα  την εσκότωσα μετά.


Κρατώντας μόνο μια λύρα

χρυσή και άχορδη, φτηνή

πλήρωσα, φορτώθηκα ελπίδα

με μια καρδιά σχεδόν μισή


Κι όλοι όσοι γέλαγαν,  πατέρα

με μάτια καθάρια και στεγνά

τους πήρε και τους σήκωσε

για όσα κοινά  ιδανικά,  

με ηδονή μού τραγουδούσαν

μα ήταν ήδη πια αργά. 


Με μια μισή καρδιά

και μ’ άχρηστη λύρα

δεν εχω βήμα πουθενά 

αόρατος  πλέον τριγυρίζω

και περιμένω μια ματιά. 


Ο Σπύρος Ροδόπουλος είναι 22 ετών. Σπούδασε Media και Eπικοινωνία. Δημοσιεύει για πρώτη φορά.   


11.1.21

Καραντίνα


εικόνα: Τέλλος Φίλης

 

της Μαριγώς Αλεξοπούλου


Όταν βγεις από εκεί

άραγε το πρόσωπο σου θα είναι ίδιο;

Πώς είναι όταν γυρίζεις

από την ξενιτιά,

τον πόλεμο,

την εξορία; 

Εξορίστηκες μέσα σου

και τώρα εξορίστηκες στ’ αλήθεια,

στο δωμάτιο,

στο φωτιστικό,

στο παράθυρο.


Πίσω από την πόρτα

παραμονεύει

το καθήκον,

η συνύπαρξη,

αυτό που λέμε αγάπη

εν τη απουσία σου. 


Η Μαριγώ Αλεξοπούλου είναι φιλόλογος στη Σχολή Μωραΐτη. 
Το ποίημα αυτό περιλαμβάνεται στην έβδομη ποιητική της συλλογή, «Νυχθημερόν», 
που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πόλις

9.1.21

Αναντικατάστατος


 

κείμενο και εικόνα: Χρίστος Λαζάρου 


Χθες το βράδυ του ’χες κυριεύσει το μυαλό, 

χθες του ’χες κλέψει κάθε σκέψη.

Εισβολέας γίνηκες σε κάθε του κύτταρο, 

κάθε όψη γύρω του έμοιαζε δική σου.


Πόσο τον τυράννησε η ανάμνησή σου, το αγγελικά απαλό του δέρματός σου.

Τούτη η μοσχοβολιστή αύρα που γι’ αυτόν εσύ και μόνον έχεις,

Κι  είναι κρουνός, ω Θεέ, αβυσσαλέου πάθους και ανεξάντλητου έρωτος.


και πώς καταλήγει βάσανο κολασμένο να μην έχει τώρα τη δική σου αφή τη βελουδένια.

και πώς καταλήγει κάθε άγγιγμα άλλο, τόσο αδιάφορο, τόσο ξένο, τόσο ουδέτερο. 


Κάπου εκεί είναι που τελικά διαπιστώνει

πως, πια, εσυ κατέκτησες το πιο ισχυρό σε τούτη τη ζωή. 


Κατάκτηση βαριά, σπουδαία είναι,

Βασιλέως βάθρο, ευφορία εκστατική.

Γιατί είναι νίκη, πράγματι, θριαμβευτική

να καταφερεις τούτο  μονάχα:


Να φτάσεις να ’σαι στ’ ουρανού αυτού τα στεγανά,

για τα διψασμένα κάποιου χέρια, μα και τα τρυφερά,

ό,τι έφτασες να είσαι στον κόσμο του εσύ:


                                                            ― αναντικατάστατος ―

 


(O Χρίστος Λαζάρου είναι 25 ετών κι εργάζεται ως  φιλόλογος στην Πάφο  της Κύπρου) 


31.12.20

Σονάτα για χορδισμένο τσέμπαλο -Ι

 γράφει ο Αντώνης Κίτσιος



Σπουδή της κάμψης σε ημίγυμνο παράθυρο 
Ψάχνω να πέσω σε τεμάχια να μην υποθέσεις 
πως ό,τι περίσσεψε το θυμάμαι από μνήμης.  
Ένα ακόρντο χειρονομεί τις πλάτες μου. 
Σώμα της επαγωγής, σώμα του άλλοτε. 
Υπάρχω στο έγκαυμα της αναπλήρωσης 
που συναίνεσε στο τίποτα λες και υπάρχω. 
Όταν γεμίζουν προσχέδια τα δάχτυλα 
κι όταν αδειάζουν από αφές
κοιλώνω στα δύο και μετρώ 
την κάτοψή μας σε φθόγγους.
Κάπως έτσι ας μιλάμε, εφεδρικά 
για όσα οξείδωσε κείνο το μινουέντο.
Κάπως έτσι ας πονάμε, σιωπηλά 
για παύσεις ληγμένων τέμπο 
μέχρι που κάποια κλίμακα να εφεύρει
τους τρόπους να σταυρώσουμε 
σε μια επανάληψη των πέντε ποταμών.  
Εκεί που επιμένεις σαν κάλπικο πεντάλ, 
πώς καταλήξαμε σε μονοφωνικά κοράλ;

31.12.2020 


[ Ο Αντώνης Κίτσιος, 22 χρονών, είναι φοιτητής Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. ]







4.10.20

H υποψιασμένη απελπισία της Kατερίνας Γώγου

του Γιώργου Κορδομενίδη (σε συνεργασία με τον Δημήτρη Η. Παστουρματζή) 



H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια. 


Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.


Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας «γιούπι!».




Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου. 

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιήματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσότερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. 

Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση όχι την προσωπική, αλλά όλων σαν εμένα, χωρίς όμως μ' αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοιπόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τά 'βγαλα.




Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982), έχει κάνει κι αυτό πάνω από δεκαπέντε εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Όλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, βγήκε το 1990 από τα Nέα Σύνορα. 

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μία σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.




Σ' αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ' αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:


[...]

Πώς θα γυρίσω

που βρίσκομαι χωρίς σκαρί

συντρόφους, από τ' άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια

χωρίς αέρα και πανιά

όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;


Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω

κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή

τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου

να μην τους ξυπνήσω;


Mε λένε Oδύσσεια.

Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό

το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο

σχεδόν οριστικά τσακίσει [...]


Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (λογουχάρη, στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων). 

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ' έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου 'λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ' αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια [...]. 

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.


[πρώτη δημοσίευση: Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 21.4.2002]


Σημείωση 2020: Τα στοιχεία για τις εκδόσεις είναι του 2002. Λογουχάρη, τα βιβλία  Τρία κλικ αριστερά, Το ξύλινο παλτό, Με λένε Οδύσσεια, είναι εξαντλημένα. Ο Νόστος επανεκδόθηκε από τον Καστανιώτη το 2004. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησαν τα Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε (2015) και Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του (2018).




16.9.20

Δίπλα σου


γράφει ο Θάνος Λουμπρούκος


Εκείνο το βλέμμα του
εκείνο το βλέμμα του δεν
θα το ξεχάσεις ποτέ.
Ευθυτενής και σίγουρος
κοίταζε τη ρίζα της ελιάς
και το καψαλισμένο πεύκο.
Τις σηκωμένες πλάκες
από το πεζοδρόμιο.
Κι εσύ άκουγες το “Πέραμα”
με τη Βίκυ Μοσχολιού
και σκεφτόσουν πόσο πολύ εκείνος
έμοιαζε του Ξέρξη.
Πόσο μόνη η ζωή του
στο άδειο παράθυρο 
που εκείνος στεκόταν.
Και βρήκες κοινά στοιχεία.
Κάπου βρήκες τη Βίκυ Μοσχολιού
μέσα στους τόσους Πέρσες.
Εκείνος ατένιζε τη ζωή που δεν
περνούσε από μπρος του
με ακίνητα τα μάτια του.
Το βαθύ του βλέμμα το σίγουρο
δεν θα το ξεχάσεις ποτέ.


[ διαβάστε το ποίημα με την παρακάτω ηχητική υπόκρουση ]

 https://www.youtube.com/watch?v=tJUKONveQQ4

23.5.20

Στέλιος Κατριλιώτης: Επιθετικοί εφιάλτες



















Ανατέλλεις αιφνιδιαστικά
Δάκρυα στεγνώνουν μιά απολεσθείσα αθωότητα.
Ξαφνικά χάνεις δάκτυλα,
τους δείκτες αρχικά
αποκομμένοι πια διατάζουν εσένα ή σχεδιάζουν για σένα.

Θυμήσου πως ποτέ δεν ξυπνάς μόνος
αιφνίδια το αντιλαμβάνεσαι
Παράγοντας εφεύρεσης ο ερχομός του Κυνισμού.
ομόκεντροι κύκλοι η ζωή,
στη μέση δακτύλιου ένα εύηχο επίθετο,
κοινό των πάντων.

Μαθημένος χρόνια να τους διαχωρίζεις.
Όμως μάταια περιμένεις πρόσκληση συμμετοχής 
μήπως και πρωταγωνιστήσεις σε τούτα τα μυστήρια.
Είθισται η ψύχωση να προσβάλλει πρωτίστως την αιώρηση.


[ Ο Στέλιος Κατριλιώτης είναι 16 ετών. Γεννήθηκε και κατοικεί στη Νέα Κίο Αργολίδος. ]

13.9.19

Πέθανε χτες ο Νάνος Βαλαωρίτης



Ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων

«Θα συνεχίσω άραγες να γράφω και μετά θάνατον; Έχω γράψει σε ώρα τροπικής θύελλας τις παραμονές του τέλους κι όταν το πλοίο βυθιζόταν τραγούδησα στο κατάστρωμα κι όταν γκρεμίζονταν οι πυλώνες του ναού, έκρουσα τις φωνητικές μου χορδές με την τελευταία μου πνοή…
Έγραψα σε ώρες συσκότισης λόγω διακοπής ρεύματος, σε ώρα ψυχικού κλονισμού, παγιδευμένος κάτω από χαλάσματα χωρίς αέρα κι αντικρίζοντας εκτελεστικά αποσπάσματα δικτατοριών. Έγραψα ακούγοντας εκκωφαντικές συναυλίες σκληρού ροκ και στο κρεβάτι μου όταν κοιμόμουνα: τώρα χρειάζομαι μόνο χαρτί και καλαμάρι και θα συνεχίσω να γράφω στον αιώνα τον άπαντα».

Η Ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη, 1993

Με μεγάλη θλίψη πληροφορηθήκαμε το θάνατο του ποιητή, πεζογράφου, δοκιμιογράφου και ιδρυτικού μέλους της Εταιρείας Συγγραφέων, Νάνου Βαλαωρίτη. Από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο οποίος πέθανε αργά χθες σε ηλικία 98 ετών, έχει συνδέσει το όνομά του με τις μεγάλες πρωτοπορίες, αλλά και ορισμένα από τα διασημότερα ονόματα των γραμμάτων του 20ού αιώνα. Σεφέρης, Μπρετόν, Φερλινγκέττι, Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ, Τ.Σ. Έλιοτ, Γ.Χ Όντεν και Ντύλαν Τόμας είναι μερικοί μόνο από τους συγγραφείς και ποιητές τους οποίους γνώρισε και συναναστράφηκε. Συμμετείχε στο κίνημα του υπερρεαλισμού, βούτηξε στη beat λογοτεχνία αλλά και στη γλωσσοκεντρική και punk ποίηση, χαρακτηρίστηκε αιώνιος έφηβος και περιπλανήθηκε πάντοτε, με τη ζωή, με τη γραφή του, σε χώρους νέους, πειραματικούς και περιπετειώδεις.  
Στους οικείους του εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια και τη συμπαράστασή μας. 


Ο Νάνος Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1921. Σπούδασε φιλολογία και νομικά στα πανεπιστήμια Αθηνών, Λονδίνου, Σορβόννης. Εργάστηκε ως υπάλληλος της Ελληνικής Πρεσβείας στο Λονδίνο, μεταφραστής, συνεργάτης και εκδότης περιοδικών. Παρουσίασε άρθρα και μετέφρασε πρώτος στο Λονδίνο εκτενώς Έλληνες ποιητές του 1930 -Σεφέρη, Ελύτη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Γκάτσο. 
Στην Αγγλία έζησε από το 1944 έως το 1953 και γνώρισε τον Έλιοτ και όλο τον κύκλο του. Το διάστημα 1954-60 έμεινε στο Παρίσι και γνώρισε τον Αντρέ Μπρετόν και τους υπερρεαλιστές. Το 1960 γύρισε στην Ελλάδα και διηύθυνε το περιοδικό "Πάλι" (1963-1966). Το 1969 παρουσίασε ελληνική ποίηση στο γαλλικό περιοδικό "Lettres Nouvelles". Από το 1968 έως το 1993 δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία και δημιουργική γραφή στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο. 
Εκεί, ποιητικά του κείμενα εκδόθηκαν από τον οίκο City Lights του Λώρενς Φερλινγκέττι. Οργάνωσε παρουσίαση των Ελλήνων υπερρεαλιστών στο Κέντρο Πομπιντού το 1990-91. Διηύθυνε από το 1989 έως το 1995 με τον ποιητή Αντρέα Παγουλάτο το περιοδικό "Συντέλεια", το οποίο επανεκδόθηκε το 2004 με τίτλο "Νέα Συντέλεια". 
Το 1959 βραβεύτηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το οποίο και αρνήθηκε. Το 1982, βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1998 με το Κρατικό Βραβείο Χρονικού - Μαρτυρίας. Το 1996 βραβεύτηκε από την Ν.Ρ.Α. [National Poetry Association (Αμερικανική Εταιρεία Ποίησης)] – η οποία στο παρελθόν είχε βραβεύσει και τους Φερλινγκέττι, Γκίνσμπεργκ κ.ά. 
Το 2006 τιμήθηκε με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το ποιητικό του έργο. Το 2006, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τού απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος Τιμής. 
Το 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. 


23.8.19

Απόψε θέλω να ονειρευτώ



Διαβάστε το ακούγοντας αυτή τη μουσική


του Χρίστου Λαζάρου

ΑΠΟΨΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΤΩ

Απόψε θέλω να ονειρευτώ. 
Συντροφιά με νότες που την πραγματικότητα θα διώξουν, 
έτσι που να μοιάζει ευτυχία. 

Θα φέρουν ξανά στο χαμόγελό μου, τη συνενοχή σου 
εκείνη που θα μου ψιθυρίσει όσα ζήσαμε σε 
κρεβάτια φλογισμένα. σε ιδρωμένα σεντόνια, πυρπολημένα μάτια, σώματα υγρά. 
Σώματα ενωμένα, συμπλέγματα αρχαϊκά 
Ένωση βάρβαρη έρωτος που θεραπεύει τις πληγές 
Ειδικά την στιγμή μετά 
Εκείνη τη στιγμή τη στιγμή 
που ξεχνάω πως φεύγεις. 
Γιατί πράγματι φεύγεις, 
 Όλο φεύγεις. 
Φεύγεις 

Αφήνοντας με μόνον, 
 να επιμένω να πλάθω ένα Εμείς.
x