Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάουλ Τσέλαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάουλ Τσέλαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25.9.17

Πάουλ Τσέλαν: Ανάβασις



[ από τη συλλογή Die Νiemand’s Rose ]

Μία ανάγνωση     Ο Πωλ Τσέλαν είναι ποιητής των λέξεων. Με αυτές, μέσα από αυτές, προσπαθεί να ανα-συνθέσει το μετά το Άουσβιτς σύμπαν. Το δικό του πρωτίστως, και μετά των υπολοίπων. Γνωρίζει ότι ο παλιός κόσμος κάηκε οριστικά από το Ολοκαύτωμα. Ότι η στάχτη είναι η κληρονομιά μας. Και από αυτήν, όχι πια από τη λάσπη της Βίβλου, πρέπει να ξαναχτίσουμε τον νέο άνθρωπο. Με δεδομένο το απρόσφορο και ίσως το αδύνατο μετάφρασης της ποίησης, αποπειράθηκα να "συναντήσω" την «Αnabasis» του Τσέλαν. Η προσέγγισή του απαιτούσε τη δική μου «μετάφραση», που με την σειρά της οδήγησε στην  καταγραφή των σκέψεων και των  απόψεων που γεννήθηκαν σε αυτήν τη διαδρομή. Έτσι μόνο πρέπει να αναγνωστεί το κείμενο που ακολουθεί. 

Εύη Δαναδιάδου

* «Από τους οποίους οι καρδιές μας αναστενάζουν». Απόσπασμα από το μοτέτο του Μότσαρτ Exsultate, jubilate (Ευφρανθείτε, χαρείτε), Κ 165 

ANABASIS. Η ελληνική λέξη με λατινικούς χαρακτήρες παραπέμπει στo Ξενοφώντος «Κύρου Ανάβασις» Το χρονικό της Ανάβασης των δέκα χιλιάδων Ελλήνων μισθοφόρων του Κύρου από τη θάλασσα (ακτές της Ιωνίας) προς το εσωτερικό της Περσικής Αυτοκρατορίας, για να ανατρέψουν τον νόμιμο βασιλέα, τον αδελφό του Κύρου, Αρταξέρξη Β΄. Κυρίως όμως το χρονικό μιας Καθόδου. Της Καθόδου των Μυρίων από τα βάθη της Μικράς Ασίας (λίγο πριν την Βαβυλώνα) προς τη θάλασσα, της επιστροφής στην πατρίδα, μετά τον θάνατο του Κύρου στα 401 π.Χ. στη μάχη στα Κούναξα.


Οι Μύριοι, προερχόμενοι από όλα τα μέρη της Ελλάδας (Λακωνία, Αρκαδία, Αθήνα, Θεσσαλία) είναι άντρες «ταλαιπωρημένοι και αποκαμωμένοι από τον πολύχρονο, εξου­θενωτικό Πελοποννησιακό πόλεμο, χωρίς στέγη, οικογένεια και περιουσία, με εμπειρία όμως πολέμου, που είχαν όλες τις προϋποθέσεις να ενταχθούν ως καλά αμειβόμενοι μισθοφόροι στον στρατό του Κύρου».** Με τον θάνατο του Κύρου βρίσκονται απολύτως μετέωροι. Χωρίς σκοπό, χωρίς προορισμό, σε άγνωστο τόπο, περιτριγυρισμένοι από εχθρούς που μιλούν μια ξένη γλώσσα. Ουσιαστικά, μένουν πια χωρίς ταυτότητα. Δεν μπορούν να αυτοπροσδιοριστούν χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας με τον άλλον, τον ξενόγλωσσο άγνωστο, χωρίς πόρους, χωρίς σημεία αναφοράς.
Η πατρίδα γι’ αυτούς είναι μια ιδέα περισσότερο παρά μια πραγματικότητα. Μετουσιώνεται στη θάλασσα. Όταν μετά από μία απίστευτα μακριά και επικίνδυνη πορεία οι Μύριοι φτάνουν στη θάλασσα, αντικρίζουν την αληθινή τους πατρίδα. Αυτή και η γλώσσα τους (η κραυγή τους «θάλαττα – θάλαττα») επανα-βεβαιώνει, αν δεν εφευρίσκει από την αρχή, την ταυτότητά τους. Έχουν πια σημείο αναφοράς, μετά από μία φαινομενικά αδύνατη, στενή και αλήθεια αδιάβατη διαδρομή. Μία διαδρομή που δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, παρά μόνο αν όλοι τους έμεναν ΜΑΖΙ.

Με σημείο αναφοράς την «Κύρου Ανάβασις», το ποίημα του Τσέλαν, οι λέξεις-εικόνες του φωτίζονται, νοηματοδοτούνται. Σε μια Άνοδο-Ανάβαση και μια Επιστροφή-Κάθοδο αναφέρεται ο Τσέλαν. Hinauf und Zurück. Προς τα Επάνω και Προς τα Πίσω. Στη θέση των Μυρίων είναι οι επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Αυτοί πρέπει να διασχίσουν τη στενή, αλήθεια αδιάβατη γραμμή προς το ανοιχτόκαρδο μέλλον (die herzhelle Zukunft), τη μόνη πατρίδα πους τους έχει πια απομείνει. Όπως οι Μύριοι, έτσι και οι Εβραίοι βρέθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης, στους μη-τόπους εξολόθρευσής τους, περιτριγυρισμένοι από εχθρούς, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας, χωρίς σημείο αναφοράς, έχοντας χάσει την ταυτότητά τους, τη γλώσσα, την ικανότητα αυτοπροσδιορισμού. Οι επιζήσαντες πρέπει να ανακτήσουν πατρίδα, γλώσσα και ταυτότητα (άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες). Η πατρίδα που βλέπει ο Τσέλαν είναι η θάλασσα του ανοιχτόκαρδου μέλλοντος. Die herzhelle Zukunft.  Ένα Μέλλον προστατευμένο από τις τρικυμίες με μώλους συλλαβών, με τις λέξεις, τη γλώσσα. Σηματοδοτημένο βέβαια με σημαδούρες σπαραγμού, πένθους. Ένα μέλλον όμως που, έστω και στιγμιαία, όσο διαρκεί μια αστραπή, υπόσχεται, γεννά, περιέχει φως, ανάσα, ήχους χαρμόσυνους καμπάνας, μια μουσική. Ήχους, συλλαβές, λέξεις που μπορούν να αποδεσμευτούν από το πένθος του παρελθόντος, να γίνουν ξανά δικοί τους, να απελευθερωθούν. Και που συμπυκνώνονται, συμπεριέχονται στη λέξη – σκηνή. Das Zeltwort. Η λέξη που μέσα της υπάρχει προστασία από το κρύο, τη ζέστη, τις κακουχίες, την έρημο, το πένθος. Η λέξη ΜΑΖΙ. Των επανακτημένων ατομικών ταυτοτήτων και όχι της μέχρι αφανισμού ισοπέδωσης του Ολοκαυτώματος.

** http://www.docmed.gr/travmatismi-ke-asthenies-arkadon-misthoforon-stin-xenofontos-kirou-anavasi/



7.1.15

Η μετα-γλώσσα του Τσέλαν στο «Γλωσσικό Πλέγμα»



του Διονύση Μαρίνου



Πάουλ Τσέλαν

«Γλωσσικό Πλέγμα»

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Αθήνα, εκδ. Άγρα, 

σελ. 194



Εάν το εμβληματικό «Die Niemandsrose» (Του Κανενός το ρόδο) επέχει τη θέση ιντερμέτζου, κατά δήλωση του ίδιου του δημιουργού του, και η «Φούγκα του θανάτου» είναι η ποιητική/συναισθηματική συνδήλωση για τον μετά-Άουσβιτς κόσμο (παρά τις αντιρρήσεις του Αντόρνο ότι μπορεί να γραφτεί ποίηση και μάλιστα γερή, για τις θηριωδίες των ναζιστικών στρατοπέδων), το «Γλωσσικό Πλέγμα» είναι η τσελανική terra incognita.

Είναι η νέα γλωσσική περιοχή την οποία αναζητεί ο Εβραίος, επιζών ποιητής, εκεί όπου οι λέξεις έχουν υποστεί το τελετουργικό της περιτομής, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Ζαν Ντεριντά αναφερόμενος στη γλωσσική σκευή του Τσέλαν. Εκεί όπου η σύνθεση μιας άλλης γλώσσας, μιας μετά-γλώσσας, θα συνδυάζει εν ταυτώ όλα τα αντιθετικά της σχήματα, που θα περικλείει τη γλώσσα της σιωπής και του άρρητου και των εικόνων που καταγράφει ο κρύσταλλος των δακρύων και ο καθρέφτης του αμφιβληστροειδούς. Αυτή η ολόλαμπρη, καθάρια γλώσσα, έτσι όπως εμφανίζεται στο «Γλωσσικό Πλέγμα» διαμορφώνει ένα νέο ποιητικό ορίζοντα στο έργο του Τσέλαν. Σε σημείο που πλέον είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως η φόρμα, η λέξη, το νόημα έλαβαν εντελώς άλλη διάσταση μετά την έκδοση της συγκεκριμένης συλλογής. Τίποτα από όσα ακολούθησαν του «Πλέγματος» δεν μοιάζουν με τα πρώτα ποιητικά σχέδια του ποιητή.

Ο Τσέλαν δεν διαρρηγνύει σε αυτή τη συλλογή το παρελθόν, δεν επιδιώκει να θρυμματίσει τους προγενέστερους και πάνω στα ερείπια να μιλήσει με άλλο τρόπο. Αντιθέτως συνομιλεί ανοιχτά με τον Χαίλντερλιν, τον Ρίλκε και τον Γκαίτε, ομοίως με τα βιβλικά κείμενα και από όλη αυτή την εμπεδωμένη παράδοση, έχοντας εκ των πραγμάτων καταδυθεί στην κόλαση του Ολοκαυτώματος, αναδύεται με τον μανδύα της σιωπής, μέσα από τη μήτρα μιας απόλυτης ποιητής πράξης που μπορεί κανείς να της φορτώσει τις έννοιες του μοντέρνου ή του μεταμοντέρνου, αλλά επί της ουσίας φέρει την καίρια ουσία της ποιητικής του: η γλώσσα του ανθρώπου, αυτή που δεν μιλήσει ακόμα, μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικότητα έξω από τον εαυτό της, ενώ ταυτοχρόνως εντός του ποιήματος γίνεται να υπάρξουν και να συλλειτουργήσουν, με θαυμαστή αυτονομία, σε μορφή συμπλέγματος, ο λόγος και η σιωπή.

Ο τίτλος της συλλογής, σπερματικά θαρρεί κανείς, εμπεριέχει τόσο την έννοια της απόστασης ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, αλλά και της σύμπλευσης. Αυτό που χωρίζει τα ομιλούντα όντα, είναι αυτό που τα ενώνει. Αυτό που θεωρούμε διασπαστικό στοιχείο στη συνομιλία, τη βαθιά σιωπή, δυνητικά στην ποίηση γίνεται ενεργό στοιχείο, με όλες τις δραματικές υποσημειώσεις ενός γάργαρου λόγου.

Σε αυτή τη συλλογή ο Τσέλαν γειώνει όλα τα οργανικά στοιχεία που συνθέτουν τη γλώσσα. Ψαύει μέσα στη ψίχα του συντακτικού, δίνει ρηματική υπόσταση στα επίθετα, ουσιαστικοποιεί το ρήμα, ανασυντάσσει τη προδιαγεγραμμένη σύνταξη, η εκφορά των λέξεων αποκτά ένα νέο βάρος, μια καινούργια ουσία.

Η δράση αυτής της μεταγλώσσας φαίνεται ολοκάθαρα στον έσχατο αρμό της συλλογή (Στρέττο) όπου η πύκνωση, η αφαίρεση και η απίσχναση λαμβάνουν τον απόλυτο χαρακτήρα τους. Τα ποιήματα σε αυτή τη φάση «προσαρμογής» αποκτούν το αξιακό τους βάρος όχι σε αυτά που δεν λένε, αλλά σε εκείνα που βρίσκονται στο περιθώριο των λέξεων και των νοημάτων. Ναι, όντως καταφέρνει να θραύσει το δίχτυ/πλέγμα/φράγμα της ομιλίας και να δώσει στη γλώσσα τη διαλάμπουσα δυναμική της: το λάλον ύδωρ της σιωπής. Οι θεωρητικοί του μεταστρουκτουραλισμού θεώρησαν πως η συγκεκριμένη συλλογή διέρρηξε τη σχέση του ποιητή της Άουσβιτς με τη γλώσσα. Ακόμη κι έτσι ο Τσέλαν εμφανίζει την κρυπτογραφημένη μοναδικότητά του με μια μορφή λεκτικής κραυγής που δεν έχει σκοπό να δημιουργήσει ήχο. Διότι αυτός ο μη-ήχος είναι πιο δυνατός από την ισχυρότερη υλακή. Ο Τσέλαν καταφέρνει να εμφανίσει τη θαυμαστή πολυπλοκότητα της γλώσσας, όχι μόνο στην ποιητική, αλλά και στη σημασιολογική εκδοχή της. Οι λέξεις μας εκχωρούνται ως περάσματα σε μια άλλη, νεότευκτη, περιοχή. Το «Γλωσσικό Πλέγμα» είναι η επιδίωξη του Τσέλαν να περιγράψει τη δική του ποιητική γλώσσα που θα μιλήσει για την παραδοξότητα, αλλά και τον αλλότριο λόγο. Το 2012 οι εκδόσεις Άγρα έδωσαν μια νέα πνοή στη συγκεκριμένη συλλογή, με μια δίγλωσση έκδοση που περιλαμβάνει και ένα εμβριθές επίμετρο του Joachim Seng.

H μετάφραση ανήκει στην Ιωάννα Αβραμίδου που με επίμοχθη προσπάθεια έφερε εις πέρας αυτό το έργο που κινείται στην «γκρίζα ζώνη φωτός» (όπως θα έλεγε και ο Γκαίτε). Ο Τσέλαν πάντα ήταν μια μεταφραστική πρόκληση, στο «Γλωσσικό Πλέγμα» όμως πέραν της ποιητικής αισθαντικότητας, χρειάζεται κανείς να εκσκάψει όλες τις ρίζες της γλώσσας, να φτάσει στα όρια της επιστήμης της γλωσσολογίας, να ενδυθεί τη λέξη και όχι απλώς να την μεταφράσει. Εδώ, όλα τούτα, γίνονται με θαυμαστό τρόπο.