10.2.21

Μέθη


γράφει ο
Αργύρης Παλούκας

Γιωργάκο μου, εδώ που φτάσαμε, στη ζώνη του λυκόφωτος, θα σου εξομολογηθώ κάτι τραγικό, που είναι βέβαια και για να γελάς μαζί. Πέρσι, χρειάστηκε να κάνω μία μικροεπέμβαση, αλλά, επειδή θα έπαιρνε κάποια ώρα, αποφασίσαμε με τον γιατρό να μού χορηγηθεί μέθη. Στην αρχή είχε την πλάκα του, ξέρεις, με τα ειδικά ρούχα που σου δίνουν να φορέσεις στο χειρουργείο, οι χαλαρωτικές —αν μπορείς να τις πεις έτσι— ερωτήσεις των νοσοκόμων, και όλα αυτά. Και τώρα ερχόμαστε στο ψητό. Εκεί που βρισκόμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα και έλεγα τις τελευταίες κουβέντες με τον αιναισθησιολόγο, ξαφνικά δεν υπήρχε τίποτα: ούτε γεγονότα, ούτε μνήμη, τίποτα. Ξύπνησα ανάσκελα, σε άλλη αίθουσα. Και δεν είναι αυτό το τραγικό. Δηλαδή είναι, διότι, μέσα στην παραζάλη από τη μέθη, με πιάσανε τα κλάματα για τη φτώχεια μου και για την αφέλειά μου να πιστεύω ότι έχω έστω και τον στοιχειώδη έλεγχο της ζωής μου. Με είχαν γυρίσει ανάσκελα, ογδόντα κιλά άνθρωπο, στο πιτς φιτίλι, σαν σακί με πατάτες. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Να, κάτι τέτοια σκέφτομαι καθημερινά και λέω, εδώ και χρόνια, πόσο πολύτιμη είναι η καθημερινότητα. Το πιο τραγικό όμως θα σου το πω τώρα: να σκέφτομαι τον θάνατο για να εκτιμώ τη ζωή. Τον θάνατο για τη ζωή, ρε Γιώργο; Αυτό παραπάει.

29.1.21

Χρήστος Φωτογλίδης: Παραφθορά


Πιστέψαμε ότι πέρασε ο καιρός

κι ήρθαν καλύτερες μέρες

όμως τίποτε δεν άλλαξε.

Εκείνη την καημένη την τριανταφυλλιά 

ακόμη την τρώνε τα δευτερόλεπτα. [1] 

Και τα πουλιά

Έφυγαν από τα μαλλιά σου για το Μεξικό. [2]


Και 'γω

λέω ναι και ύστερα όχι 

και ―προσωπικά― [3] 

δεν ντρέπομαι που παραιτούμαι… 


[Πιάνω να λύσω μια σπαζοκεφαλιά με copy paste.

Μπορεί να μοιάζει με παιχνίδι δημιουργικής γραφής 

αλλά τα σιχαίνομαι.

Μέσα μου ξέρω.

Ένα χρέος και μια μνήμη.

Κι ένα γαμώτο

που δεν αλλάξαμε τη ζωή, 

Μαρία.] [4]


(1) Νίκος Καρούζος    (2) Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος     (3) Μιχάλης Γκανάς     (4) Κατερίνα Γώγου 


Ο Χρήστος Φωτογλίδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής ιστορίας. Δημοσιεύει για πρώτη φορά.


Συγκομιδή πρώτων εμφανίσεων: Τέλλος Φίλης





22.1.21

Βέρα Πολέμη: Ο φόβος της σιωπής

 
 


Δεν βγαίνω πια.

Φοβάμαι

τις σιωπές των ανθρώπων

την άνευ όρων παράδοση

στα κενά της ψυχής.


Γιατί ζωή χωρίς έρωτα

δεν γίνεται.

Ζωή χωρίς πάθος

δεν πρέπει να υπάρχει.


Σαν τον μουσικό

που γίνεται ένα με τις παρτιτούρες του

σαν τον ζωγράφο

που κινείται στους πίνακές του

σαν τον ποιητή

που υπάρχει στις λέξεις του.


Γιατί χωρίς πάθος

η μουσική θα ήταν μόνο νότες.

Οι πίνακες

μόνο γραμμές

και τα ποιήματα

σκέτες λέξεις. 


Γι’ αυτό  κι εγώ

θέλω να γίνω μουσική

για να δίνω ρυθμό στα κορμιά των ανθρώπων.

Να γίνω πίνακας

να διεισδύω στα μάτια τους

να γίνω ποίημα

για να είμαι οι λέξεις στα χείλη τους.


Φοβάμαι πια.

Το μόνο που ακούω είναι σιωπές. 


Βέρα Πολέμη, 40 ετών. Σπούδασε ιταλική  φιλολογία. Δημοσιεύει για πρώτη φορά. 


Στέλλα Καζαντζή: Αλλιώς τι


 


Η αγάπη δεν τελειώνει, μοναχά εγκαταλείπεται

δεν πηγαίνει κάπου η αγάπη όταν τελειώνει, 

εκεί είναι πάντα,

σαν ένα βιβλίο σε δανειστική βιβλιοθήκη.


Έχετε τη δυνατότητα δανεισμού και ανανέωσης

Πρέπει πάντα να επιστρέφετε τα αντίτυπα,

αλλιώς θα―


αλλιώς θα τι;


Η Στέλλα Καζαντζή είναι 26 ετών. Δημοσιεύει για πρώτη φορά. 


21.1.21

Σίγουρα σκοτάδια




εικόνα: Wally Skalij

γράφει ο Γιώργος Κυρμανίδης


Αδιόρατες οι διαχωριστικές γραμμές

της λογικής με την παράνοια.

Ίσα  που προλαβαίνω να τις διακρίνω

μέσα στο πυκνό σκοτάδι.


Αυτό είναι λοιπόν που μ' οδηγεί

στο πέρασμα των χρόνων

στους λειμώνες  της ζωής 

και στη συννεφιασμένη πόλη

αυτού του απροσδιόριστου θανάτου; 


Κανένας δεν με οδήγησε

με τέτοια σιγουριά

ούτε καν η ελπίδα

που κρατά σαν λάβαρο το φως


Είναι που με φοβίζει πια η λάμψη

δεν τη συμπαθώ

προτιμώ το ατάραχο σκοτάδι.

Τέτοια κατασκευασμένη σιγουριά 

άραγε ποιος ξέρει πού θα με βγάλει...


Γιώργος Κυρμανίδης:  23 ετών, φοιτητής στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. 

Δημοσιεύει για πρώτη φορά. 



13.1.21

Αποστάσεις ασφαλείας


Κείμενο και εικόνα: Γιάννης Αποστόλου*


Τώρα τραβήξαμε κουρτίνες να χωρίζουν τη μοναξιά μας

Ταιριάξαμε τα λάθη μισά μισά κάτω από το τραπέζι

Πήραμε λάμπα ξενόφερτη για ραντεβού

(Άψογοι)

μπας και βρεθούμε στη μέση της οθόνης

ακόμη περιμένοντας, 

κάνω να σε αγγίξω και δεν αναθυμάμαι 

την πίκρα ή την τρυφεράδα στο μάγουλό σου

Κόπηκε σαν καντήλι που πνίγεται, θαρρώ, 

μέσα στα ίδια μου τα χέρια· το καμάρι μου.

Περιμένοντας ακόμη, έλεγα, 

έπεσε απαγορευτικό στις περίσσιες φωνές

οι σκιές λιγόστεψαν κάτω από τα φώτα της πόλης

το ίδιο και οι μεταμεσονύχτιες τύψεις. 


Εμείς οι ίδιοι κίνδυνος για την υγεία μας – 

και των άλλων πάλι εμείς. 

κλειστήκαμε ―πρώτα άθελα, έπειτα από συνήθεια―

πίσω από τα φασκιά της αλήθειας μας

και δεν μαζέψαμε κουράγιο να τη λικνίσουμε

όπως άλλοτε τον μικρό κουμπαρά των γιορτών 

με ’κείνη την ελπίδα των πιο αστείων ονείρων. 

Τώρα, ψιθύριζα, που στα γράφω σε χαρτί

το κάνω από φόβο μην τα στείλω βιαστικά

ή από ένα τρεμάμενο δάκτυλο

ως απλό μήνυμα σε κινητό που δονείται ρυθμικά,

λες και πρόκειται για απόρρητο φύλλο πορείας

για μιαν άλλη ζωή που δεν προλαβαίνουμε.

Όχι.

Θα ’πρεπε κλέφτικα να αχνίζω το μονοπάτι

πάνω στο λείο κορμί σου 

να αφήνω στίγματα αναβρασμού

στους θύλακες της κάθε σου κορύφωσης

όχι να ψάχνω ηδονή σε αποστάσεις ασφαλείας

― πράγματι, πολλοί ζητάνε την καύλα εξ αποστάσεως·


Η απόσταση τουλάχιστον μπορεί να μετρηθεί

ενώ εγώ, μου λες, 

πώς θα μάθω δίχως να σ’ αγγίζω;


* Γεννήθηκε το 1995,  αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ (2013-2017). Συνέχισε τις σπουδές του πάνω στην κλασική αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (2017-2018), και το 2020  ξεκίνησε  τη διδακτορική του διατριβή στην Ισπανία, ως μέλος του Καταλανικού Ινστιτούτου Κλασικής Αρχαιολογίας, με έδρα την Ταρραγόν. Η έρευνά του επικεντρώνεται στη χρήση και στην ανάπτυξη νέων αυτοματοποιημένων τεχνολογιών, μέσω των drones, για τον εντοπισμό επιφανειακών θέσεων και καταλοίπων του παρελθόντος. Αυτή είναι η πρώτη φορα που δημοσιεύει λογοτεχνικό κείμενο. 

 

12.1.21

Ο τελάλης


του Χρήστου Θ. Σαρηγκιόλη


Μέρα μεσημέρι.

Ο τελάλης είναι ήδη στην πλατεία.

Αλλά ποιος να τον ακούσει;

Όλοι πνιγμένοι στους δικούς τους

Καθημερινούς άθλους.

Μιλάει για ξεφτισμένα ιδανικά

Υπό το φως του θεού Ήλιου.

Αλλά ποιος να τον ακούσει;

Μόνο μια γέρικη ψυχή κάθεται,

Συλλογίζεται.

Σηκώνει τον σταυρό που όλοι

Αποφεύγουν να σηκώσουν.

Αλλά ποιος να τον ακούσει;


Έδεσσα, 2011


Ο Χρήστος Θ. Σαρηγκιόλης γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1994. Το ανωτέρω ποίημα το έγραψε σε ηλικία 17 ετών. Στο μεταξύ, σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και γλωσσολογία, με μεταπτυχιακό στην Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία, στο Πανεπιστήμιο του Essex. Έχει μεταφράσει κείμενα Άγγλων περιηγητών για την έκδοση «Με τα μάτια των ξένων - Περιηγητές στην Έδεσσα και την Πέλλα (2019). Ζει στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται στην ιδιωτική εκπαίδευση. Δημοσιεύει πρώτη φορά.


Ζεϊμπέκικο



εικόνα: Τέλλος Φίλης


γράφει ο Σπύρος Ροδόπουλος


Μες στις επίγειες ταβέρνες

φορώντας ρούχα δανεικά

βρήκα μια διάφανη αγάπη

μα  την εσκότωσα μετά.


Κρατώντας μόνο μια λύρα

χρυσή και άχορδη, φτηνή

πλήρωσα, φορτώθηκα ελπίδα

με μια καρδιά σχεδόν μισή


Κι όλοι όσοι γέλαγαν,  πατέρα

με μάτια καθάρια και στεγνά

τους πήρε και τους σήκωσε

για όσα κοινά  ιδανικά,  

με ηδονή μού τραγουδούσαν

μα ήταν ήδη πια αργά. 


Με μια μισή καρδιά

και μ’ άχρηστη λύρα

δεν εχω βήμα πουθενά 

αόρατος  πλέον τριγυρίζω

και περιμένω μια ματιά. 


Ο Σπύρος Ροδόπουλος είναι 22 ετών. Σπούδασε Media και Eπικοινωνία. Δημοσιεύει για πρώτη φορά.   


11.1.21

Καραντίνα


εικόνα: Τέλλος Φίλης

 

της Μαριγώς Αλεξοπούλου


Όταν βγεις από εκεί

άραγε το πρόσωπο σου θα είναι ίδιο;

Πώς είναι όταν γυρίζεις

από την ξενιτιά,

τον πόλεμο,

την εξορία; 

Εξορίστηκες μέσα σου

και τώρα εξορίστηκες στ’ αλήθεια,

στο δωμάτιο,

στο φωτιστικό,

στο παράθυρο.


Πίσω από την πόρτα

παραμονεύει

το καθήκον,

η συνύπαρξη,

αυτό που λέμε αγάπη

εν τη απουσία σου. 


Η Μαριγώ Αλεξοπούλου είναι φιλόλογος στη Σχολή Μωραΐτη. 
Το ποίημα αυτό περιλαμβάνεται στην έβδομη ποιητική της συλλογή, «Νυχθημερόν», 
που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πόλις

9.1.21

Αναντικατάστατος


 

κείμενο και εικόνα: Χρίστος Λαζάρου 


Χθες το βράδυ του ’χες κυριεύσει το μυαλό, 

χθες του ’χες κλέψει κάθε σκέψη.

Εισβολέας γίνηκες σε κάθε του κύτταρο, 

κάθε όψη γύρω του έμοιαζε δική σου.


Πόσο τον τυράννησε η ανάμνησή σου, το αγγελικά απαλό του δέρματός σου.

Τούτη η μοσχοβολιστή αύρα που γι’ αυτόν εσύ και μόνον έχεις,

Κι  είναι κρουνός, ω Θεέ, αβυσσαλέου πάθους και ανεξάντλητου έρωτος.


και πώς καταλήγει βάσανο κολασμένο να μην έχει τώρα τη δική σου αφή τη βελουδένια.

και πώς καταλήγει κάθε άγγιγμα άλλο, τόσο αδιάφορο, τόσο ξένο, τόσο ουδέτερο. 


Κάπου εκεί είναι που τελικά διαπιστώνει

πως, πια, εσυ κατέκτησες το πιο ισχυρό σε τούτη τη ζωή. 


Κατάκτηση βαριά, σπουδαία είναι,

Βασιλέως βάθρο, ευφορία εκστατική.

Γιατί είναι νίκη, πράγματι, θριαμβευτική

να καταφερεις τούτο  μονάχα:


Να φτάσεις να ’σαι στ’ ουρανού αυτού τα στεγανά,

για τα διψασμένα κάποιου χέρια, μα και τα τρυφερά,

ό,τι έφτασες να είσαι στον κόσμο του εσύ:


                                                            ― αναντικατάστατος ―

 


(O Χρίστος Λαζάρου είναι 25 ετών κι εργάζεται ως  φιλόλογος στην Πάφο  της Κύπρου) 


7.1.21

Αβραάμ Αθανασιάδης: Θέλω να έρθεις να παίξουμε


εικόνα: Τέλλος Φίλης ©



Θέλω να έρθεις να παίξουμε

να ξεχάσω πως κι εγώ ανήκω πλέον στους «μεγάλους»

να γίνουμε πουλιά να πετάξουμε κοντά στον ήλιο

να χτίσουμε κάστρα στην άμμο

να ’χει το κύμα κάτι ν’ αγκαλιάσει.


Καμιά φορά σκέφτομαι πως θα ’ταν 

καλύτερο να γκρεμίσουμε τον κόσμο

και να τον ξαναφτιάξουμε απ’ την αρχή.

ή να μην τον ξαναφτιάξουμε καθόλου.

Δεν ωφελεί.


Δεν ξέρω ―μη με ρωτάς εμένα―

τα δικά μου τα σπασμένα κανείς δεν τα ένωσε

τα ψηλαφώ στα σκοτεινά

γέμισαν αίματα τα χέρια μου

και τα μάτια μου δάκρυα.


Με γαλάζιο χρώμα θα ποτίσουμε τον κόσμο όταν τον ξαναφτιάξουμε,

και με πράσινο, όπως εκείνα τα δεντράκια που φύτεψα στην αυλή 

να μου θυμίζουν ότι κάτι μέσα μου,  μπορεί ν’ ανθίσει 

ακόμη.

Γιατί το γκρίζο έχει φωλιάσει στην ψυχή μας

και λίγο λίγο την κατατρώει.

Ψάχνω κάπου να γείρω το κεφάλι μου.


Όχι,  όχι,  μη φοβάσαι, δεν έχουν βάρος οι σκέψεις μου

είναι σαϊτιές,  δρασκελούν μέσα μου παντού

πετούν ασταμάτητα

προσπαθώντας να δραπετεύσουν

μέσα απ’ αυτήν τη φυλακή

που όλο τις συντρίβει.


Θέλω να έρθειςνα παίξουμε.

 

Ο Αβραάμ Αθανασιάδης είναι 19 ετών, φοιτητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας & Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ.