Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16.9.17

H σχέση μου με τα Γράμματα




γράφει η Ελένη Χοντολίδου

Είμαι το δεύτερο και τελευταίο παιδί μιας ενδιαφέρουσας οικογένειας· ενδιαφέρουσας γιατί και οι δύο γονείς ήταν νεόπτωχοι πρόσφυγες Πόντιοι, δηλαδή οι παππούδες μου ήταν πλούσιοι και ως πρόσφυγες έχασαν τη γη κάτω απ’ τα πόδια τους.

Ο πατέρας μου επιθυμούσε να τελειώσουμε το σχολείο και να  δουλέψουμε σε καμιά τράπεζα. Αυτό αποδείχτηκε πολύ χαμηλός στόχος, καθώς η κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη αδελφή μου, που είναι και η διάνοια της οικογένειας, διέπρεψε από πολύ νωρίς. Να φανταστείτε τη χαρά του όταν μία χρονιά, ως θεατής της μαθητικής παρέλασης, έβλεπε τη μεγάλη του κόρη σημαιοφόρο και τη μικρή παραστάτρια! Και ακολούθησαν οι σπουδές στο Πανεπιστήμιο και τα υπόλοιπα μεγαλεία: η Εριφύλη στην Αρχιτεκτονική, εγώ Φιλοσοφική, αφού όμως απέδειξα αυτά που όφειλα στον εαυτό μου να αποδείξω, ότι δηλαδή η Φιλοσοφική είναι επιλογή και όχι ανάγκη. 


Η πρώτη μου ανάμνηση γραμματισμού ήταν όταν η αδελφή μου διάβαζε και έγραφε τα μαθήματά της, και εγώ στο πλάι έσκαγα από τη ζήλεια μου. Το χειρότερο ήταν όταν επισκεπτόμασταν το υπέροχο ιδιωτικό της σχολείο και μου έτρεχαν τα σάλια με όλα τα τετράδια καλλιγραφίας, αντιγραφής, τα μελάνια, τους κονδυλοφόρους και όλα τα σχετικά: κοντολογίς, γεννήθηκα "φύτουλας". Άρχισα να "διαβάζω" μόνη μου, δηλαδή να λέω τα παραμύθια μου σαν να τα διαβάζω, γυρνώντας τις σελίδες εκεί που έπρεπε, ξεγελώντας τους πάντες ― πλην θείου Γιάννη. Έμαθα την προπαίδεια πριν πάω σχολείο και διάβασα κανονικά πριν πάω στην Α΄ Δημοτικού. Κάνοντας παρέα με τον αρχιεργάτη της διπλανής πολυκατοικίας, που χτιζόταν όσο ήμουνα πέντε χρονών, έλεγα διάφορες σπάνιες και εξωτικές λέξεις όπως «κονίαμα», «σκυρόδεμα», «μπετόν»…, εξ ού και θεώρησαν ότι είμαι ο Baby Wims και με πήγαν σε ψυχίατρο, για να πιστοποιήσει τον δείκτη ευφυΐας μου. Εγώ μούγκα· ούτε στα προβολικά τεστ ανταποκρίθηκα ούτε άνοιξα το στόμα μου. Δεν ξέρω τι θα γινόταν εάν το τεστ έδειχνε 200... Θα με γυρνούσαν στα παζάρια και στις αγορές; Θα με έβαζαν εσωτερική στο Harvard; Εγώ πάντως δεν συνεργάστηκα με το ψυχιατρικό κατεστημένο της πόλης μας. Αργότερα, με τον κατά πολύ μεγαλύτερό μου ψυχίατρο γίναμε συνάδελφοι και του το θύμισα γελώντας…

Στα κανονικά μου έφτιαχνα πέντε ιστορίες στην καθισιά, τις οποίες "παίζαμε" με τις φίλες μου μελοδραματικές ιστορίες που προέκυπταν από τις ραδιοφωνικές σειρές που άκουγα με πάθος κεντώντας, τις ελληνικές και τουρκικές ταινίες που βλέπαμε διψασμένα, όταν δεν διαβάζαμε κλασσικά εικονογραφημένα, το μικρό και το μεγάλο Μίκυ Μάους που έφερνε ο πατέρας μας κάθε Σάββατο μεσημέρι.

Στο σπίτι υπήρχε ραδιόφωνο, πικ απ, και μεγάλη (νόμιζα τότε) βιβλιοθήκη με παιδικά βιβλία, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Και γυναικεία περιοδικά: Γυναίκα και Πάνθεον. Μετά, ανακάλυψα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, παράλληλα με την αίσθηση ότι η γνώση είναι δύναμη: "εκείνος", ανεψιός του Μανόλη Αναγνωστάκη, με είχε προσέξει ακριβώς γιατί διάβαζα, και νομίζω ότι τότε ήταν που μεταμορφώθηκα από παιδί-αναγνώστρια σε συνειδητή αναγνώστρια. Από εκεί διάβασα τα κλασικά παιδικά βιβλία και άρχισα τις βουτιές και στα πιο σοβαρά… Η κάθοδος από τις 40 Εκκλησιές στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, η περιήγηση στις σειρές των βιβλίων, το άνοιγμα, το χάιδεμα των βιβλίων, η μυρωδιά τους, τα σχόλια των προηγούμενων αναγνωστών, και ο υπάλληλος της βιβλιοθήκης που με είχε προσέξει, όλα αυτά διατηρούν ακόμη μία μαγεία μέσα μου, είναι από τις πιο ξεχωριστές μου αναμνήσεις. 
-->

-->

25.7.16

Τρόλεϋ Νο 3



γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

Τι διαβάζουν οι άνθρωποι στο μετρό και στο λεωφορείο; Ε;
Ίσως επειδή από τον τίτλο της ομάδας αυτής του Facebook λείπει η λέξη "τρόλεϊ", στο τρόλεϊ Νο 3 το μόνο που διάβαζαν οι επιβάτες ήταν οι οθόνες των κινητών τους.

Τράβηξε την προσοχή μου μια γυναίκα, γύρω στα 50, που καθόταν απέναντί μου. Δηλαδή, την προσοχή μου την τράβηξαν τα... εξαφανισμένα χείλη της, όχι από πλαστική ή κάτι τέτοιο, αλλά από φυσικού τους. Το μόνο που φαινόταν ήταν μια γραμμή... Σκέφτηκα κι άλλους ανθρώπους που έχω δει με το ίδιο χαρακτηριστικό· κάθε φορά λέω με το μυαλό μου ότι είναι άνθρωποι σφιγμένοι, δαγκωμένοι, κλεισμένοι στον εαυτό τους ― ξέρω πως το πιο πιθανό είναι η εικασία μου αυτή να μην έχει την παραμικρή βάση. Αλλά αυτό σκέφτομαι.

Κάποια στιγμή, ανέβηκε στο τρόλεϊ μια νέα γυναίκα, όχι πάνω από 30 χρονών, με ένα δίχρονο-τρίχρονο ξανθό κοριτσάκι. Διέσχισαν το μισό και βάλε τρόλεϊ, αλλά κανείς από τους καθημένους δεν ευαισθητοποιήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του ― ούτε καν μια συνομήλικη της κοπέλας, που κάθε τόσο έπιανε μια τούφα από τα μαλλιά της, τα έφερνε στο στόμα της, τα μασούσε για λίγο και τα άφηνε, και μετά πάλι και πάλι... Στα ενδιάμεσα, έφτιαχνε την τιράντα από το λευκό μπουστάκι της. Η νεαρή μητέρα στηριζόταν σε μια κολόνα του τρόλεϊ και κρατούσε με τρυφερότητα από το χέρι το κοριτσάκι, που όλο ρωτούσε: πού είπαμε ότι πάμε; σε πόση ώρα θα φτάσουμε; τώρα γιατί σταματήσαμε; Λίγα λεπτά αργότερα, η γυναίκα-με-τα-εξαφανισμένα-χείλη σηκώθηκε και τη φώναξε να καθίσει στη θέση της. Η κοπέλα αρνήθηκε ευχαριστώντας ― ή ευχαρίστησε αρνούμενη την παραχώρηση.

Στην επόμενη στάση περίμενε μια ηλικιωμένη, που στηριζόταν σε ένα πολυσχιδές μπαστούνι, για καλύτερη στήριξη. Δυο-τρεις νεαροί και νεαρές που επίσης περίμεναν στη στάση, μπήκαν μπροστά της για να σπεύσουν να ανεβούν στο τρόλεϊ, αδιάφοροι για τη δική της δυσκολία να κάνει το ίδιο. Τη βοήθησα και ανέβηκε. Στηρίχθηκε, αξιοπρεπής, σε μια κολόνα αλλά αμέσως ένας μελαχρινός νεαρός ―Μεσανατολίτης πρόσφυγας ή μετανάστης, ή και απλώς μελαχρινός― της έδωσε τη θέση του. Η ηλικιωμένη με το πολυσχιδές μπαστούνι βρισκόταν σε κάποια απόσταση, το τρόλεϊ ήταν εν κινήσει, για να μην πέσει άπλωσε το χέρι της και στηρίχθηκε στο μελαχρινό χέρι που της προτάθηκε για να φτάσει εν ασφαλεία στο κάθισμα που την περίμενε. Οι υπόλοιποι νεαροί και νεαρές συνέχισαν, μες στη σοβαρότητά τους, να διαβάζουν καθένας και καθεμιά την οθόνη ενός κινητού. 

Ο Γιώργος Κορδομενίδης διευθύνει το ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις.

7.7.16

Γιώργης Γιατρομανωλάκης: Διαβάζω κείμενα όλων των εποχών



https://www.efsyn.gr



Βιβλία στο προσκέφαλο

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα βιβλία, που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ο πρόσφατα βραβευμένος με το Τιμητικό Βραβείο του περιοδικού «Αναγνώστης» για τη συνολική του προσφορά στα γράμματα Γιώργης Γιατρομανωλάκης διασπείρει τις μέριμνες, τις πειθαρχίες του και τα ενδιαφέροντά του σ’ ένα ευρύ πεδίο: μελέτες για την αρχαία και τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, μεταφράσεις, ποίηση, διήγημα και μυθιστόρημα. Πολύτροπος αφηγηματικά και ενδελεχής δοκιμιακά, εδώ ανακεφαλαιώνει τις αναγνωστικές του εποχές, αλλά και τα βιβλία και τους συγγραφείς που του συμπαραστάθηκαν, τον μεταμόρφωσαν, τον διαμόρφωσαν.


Αντίθετα από τη συνήθεια πολλών να διαβάζουν στο κρεβάτι τους αγαπημένα βιβλία που έχουν αποθέσει δίπλα στο κομοδίνο, εγώ ακολουθώ άλλες αναγνωστικές στάσεις και πρακτικές.

Διαβάζω στο λεωφορείο ή στον ηλεκτρικό, διαβάζω σε καφενεία, ξενοδιαβάζω όρθιος εφημερίδες στα περίπτερα- κυρίως όμως διαβάζω στο γραφείο μου.

Αντίθετα, επίσης, από πολλούς που έχουν τα γραφεία τους σε μια άκρη του δωματίου και από εκεί καθισμένοι σε πολυθρόνα, βλέπουν μπροστά, εγώ προτιμώ το γραφείο κολλημένο στον τοίχο, να κάθομαι σε μια καρέκλα και να κοιτάζω τον τοίχο.

Καλυμμένο συνήθως με βιβλία. Η ανάγνωση και κυρίως η μελέτη είναι δουλειά σοβαρή και σκληρή.

Μελετώ μάλλον παρά διαβάζω. Ο καθείς και τα χούγια του.

Στον πολλαπλό κατακερματισμό της προσωπικότητάς μου (ο διχασμός είναι λιγότερο τραυματικός) συνετέλεσαν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τα βιβλία.

Αυτός ο αφύσικος κατακερματισμός ξεκίνησε από την εποχή που παιδί κι εγώ, φανατικό για τα γράμματα, έψαχνα στην ελάχιστη και ακατάστατη πατρική βιβλιοθήκη, συνεχίστηκε με τα ανεβοκατεβάσματά μου στην αγαπημένη Βικελαία Βιβλιοθήκη του Ηρακλείου, φούντωσε στα ζοφερά σπουδαστήρια της αρχαίας Φιλοσοφικής σχολής, επιβαρύνθηκε στη σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Κυθήρων, όπου υπηρέτησα κάμποσα φεγγάρια, και ολοκληρώθηκε στις δαιδαλώδεις, σκοτεινές και μυστικοπαθείς βιβλιοθήκες του King’s College και της Senate House του Λονδίνου.

Ο Καλλίμαχος συνήθιζε να λέει «Μεγάλο βιβλίο, μεγάλο κακό».

Εγώ λέω: πολλά βιβλία, πολλές χαρές και κατατμήσεις. Ισχύει και για τις ερωτικές σχέσεις.

Διάβαζα παραμύθια (εκδόσεις «Αγκυρα»), «Μικρό Ηρωα», «Μάσκα», «Υπεράνθρωπο», πετώντας από πλανήτη σε πλανήτη.

Κάθε φορά που διάβαζα τον «Επικήδειο» του Κονδυλάκη πάνω στα μεγάλα τραπέζια της Βικελαίας, γελούσα τόσο πολύ που ο αυστηρός κλητήρας με έβγαζε έξω από το αναγνωστήριο.

Μετά, κόλλησα στον Καζαντζάκη, από τον οποίο μάλλον δεν έχω απελευθερωθεί ακόμη.

Συνήθως οι αναγνώστες του Καζαντζάκη μένουν στο «επάνω» κείμενο.

Αυτό πρωτίστως γίνεται με τους περισσότερους Κρητικούς αναγνώστες που χαίρονται με την «κρητική ματιά» και άλλα γλαφυρά.

Για πολλά χρόνια κυκλοφορούσα κι εγώ σε αυτό το «επάνω» κείμενο. Μετά έβαλα το κεφάλι μου βαθύτερα.

Αυτή η ηδονική, γλωσσική καταβύθιση στο κείμενο επιδεινώθηκε στα χρόνια των μεταπτυχιακών σπουδών στο Λονδίνο.

Η επίμονη, εξονυχιστική και πολλές φορές ιδεοληπτική μελέτη των κλασικών συγγραφέων, ειδικά των Τραγικών, συνετέλεσε σε αυτή την αναγνωστική μου «ανωμαλία»: να προσπαθώ να υπεισέρχομαι, να βουλιάζω και να χάνομαι στις υπόγειες ροές των κειμένων.

Κάτω από την ευφρόσυνη επιφάνειά τους, έβλεπα, ή φανταζόμουν πως έβλεπα, σημεία και τέρατα.



Αγαπημένη μου τραγωδία η σοφόκλεια Ηλέκτρα. Μοιάζει να μην έχει «κακό» τέλος.

Οι Ερινύες ούτε καν ακούγονται ως υπαινιγμός. Ο δάσκαλός μου, ο μακαρίτης Robert Winnington-Ingram συνήθιζε να μου λέει «No Erinyes, George, no salvation».

Αργότερα είδα ότι και ο Σεφέρης είχε στον «Ορέστη» του μπλεξίματα με τη σοφόκλεια Ηλέκτρα.

Τελικά εγείρεται το ερώτημα: υπάρχουν όντως Ερινύες, ή απλώς και μόνο κυκλοφορούν μέσα στα κείμενα;

Και για να το θέσουμε και διαφορετικά: αυτοί που όντως (όπως νομίζω) κυκλοφορούν ανάμεσά μας αόρατοι αλλά υπαρκτοί δεν είναι τίποτε εξωγήινοι.

Είναι οι ήρωες των βιβλίων που μας έχουν μαγέψει. Για να γίνω σαφέστερος: o ήρωας στο Catcher in the Rye του Salinger με κουτουλά χρόνια τώρα σε κάθε σταυροδρόμι.

Οι κολασμένοι του Δάντη και οι φοβεροί τύποι και τύπισσες των μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας (K. Vonnegut, Ph. Dick, Stanislaw Lem, G. Orwell, R. Bradburry κ.ά.) μπαινοβγαίνουν από τις πόρτες και τα παράθυρα του αναγνωστηρίου μου. Ακόμη και τώρα.

Προφανώς διαβάζω και αγαπώ να διαβάζω δικούς μας συγγραφείς. Παλιoύς, νεότερους. Νεότατους.

Τρελός και αδέσποτος είμαι για τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό. Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Ρίτσο, Σαχτούρη.

Μου αρέσει ο Λοιμός του Φραγκιά, η Αντιποίηση Αρχής του Κοτζιά, η Κυρία Κούλα του Κουμανταρέα, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, η Σαρκοφάγος του Ιωάννου και λοιπά.

Και τους σημερινούς, τους σύγχρονούς μας ποιητές και πεζογράφους διαβάζω και όχι λίγες φορές τους «ζουλεύω», όπως θα έλεγε και ο Εγγονόπουλος.

Συνελόντι ειπείν. Διαβάζω τα πάντα. Τα πάντα εκείνα που με ξυπνούν και κάνουν να σταματά η οίηση και να λιγοστεύουν οι αστοχίες μου.

Είμαι αναγνώστης /συγγραφέας. Διαβάζω κείμενα όλων των εποχών. Από τα κείμενα της αρχαιότητας ώς τα βιβλία των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων μας.

Κυκλοφορούν μέσα μου πολλοί συγγραφείς. Με έχουν παθιάσει πάρα πολλοί λογοτεχνικοί ήρωες.

Αλλοι μου φράζουν το στόμα. Αλλοι με ενθαρρύνουν. Οι περισσότεροι μου λένε: «Γιώργη, σταμάτα τις εξυπνάδες και τις επιδείξεις. Πολυμαθίη νόον ου διδάσκει».

ελευταίο εκδοτικό ίχνος του Γ. Γιατρομανωλάκη είναι η εισαγωγή και η φιλολογική επιμέλεια στον τόμο «1934. Προϊστορία ή Καταγωγή» (Αγρα, 2015) του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις





5.6.14



του Γιώργου Θεοχάρη

πηγή: http://dimartblog.com


Ιστορίες ανάγνωσης #2 — μια στήλη για επίμονους αναγνώστες, γραμμένη από λάτρεις της ανάγνωσης



Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1919. Τελείωσε το δημοτικό το 1931 και από τότε, μέχρι το 1989 που βγήκε στη σύνταξη, δούλευε. Η ζωή του ήταν σπίτι-δουλειά. Βιβλία δεν διάβαζε – δεν είχε διαβάσει ποτέ, ούτε ένα! Διάβαζε καθημερινά εφημερίδα, αλλά κι αυτήν στα πεταχτά. Όταν συνταξιοδοτήθηκε έπεσε σε κατάθλιψη, κάτι που συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους της δικής του κατηγορίας, εκείνους δηλαδή που επιλέγουν, συνειδητά ή όχι, ως κοσμοθεωρία μία ad hoc προτεσταντική ηθική της εργασίας. Ένα από συμπτώματα της δικής του κατάθλιψης ήταν καθημερινή, ατελείωτη τηλεθέαση. Όσο δούλευε, έβλεπε τηλεόραση ελάχιστα. Εκείνο που του άρεσε ήταν το θέατρο – λάτρευε την επιθεώρηση, δεν έχανε παράσταση μέχρι τη δεκαετία του ’70. Μετά, όταν άλλαξαν και η επιθεώρηση και η διάθεσή του, έκοψε και το θέατρο. Του άρεσε επίσης το τραγούδι –είχε καλή φωνή, έπαιζε και μαντολίνο–, αλλά είχε μείνει στη δεκαετία του ’50 – από κει και πέρα αδυνατούσε να παρακολουθήσει τις εξελίξεις.
Με το βιβλίο δεν είχε καμία σχέση. Όταν άρχισα, πιτσιρίκος στο δημοτικό, να ζητάω βιβλία (επηρεασμένος από την αγαπημένη μου δασκάλα), ικανοποιούσε τις επιθυμίες μου, αν και διστακτικά. Έτσι, διάβασα όσα όφειλα ως παιδί, δεν έχω παράπονο. Στην εφηβεία αρχίσαμε τις κόντρες: δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήμουν συνέχεια μ’ ένα βιβλίο στο χέρι. Θεωρούσε το διάβασμα χάσιμο χρόνου (και αργότερα, όταν άρχισα να διαβάζω θεωρίες, κακή επιρροή). Καθώς όμως τα πήγαινα καλά στο σχολείο, δεν μπορούσε να βρει πάτημα για να προχωρήσει σε απαγορεύσεις, οπότε σταδιακά αποδέχτηκε το χούι μου, χωρίς πάντως να σταματήσει να γκρινιάζει. Αργότερα, στα μετεφηβικά μου χρόνια πια, όταν κατάλαβε επιτέλους ότι τα βιβλία θα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου, όχι μόνο με άφησε ήσυχο, αλλά στήριξε και τις επιλογές μου, κρυφοκαμαρώνοντας. Ο ίδιος, βέβαια, βιβλίο δεν έλεγε ν’ ανοίξει. Εξακολουθούσε να βρίσκει το διάβασμα αφύσικη δραστηριότητα.
Στη δεκαετία του ’90 με στενοχωρούσε η κατάπτωσή του: δεν είχε διάθεση να βγει από το σπίτι, είχε γίνει ανησυχητικά ευσυγκίνητος, είχε παχύνει υπερβολικά. Κι έβλεπε τηλεόραση, πολλή τηλεόραση. Δεν επέλεγε προγράμματα, έβλεπε ό,τι να ’ναι: αρρώστια. Ένα απόγευμα μπήκα στο πατρικό μου και τον βρήκα μπροστά στην οθόνη βαλαντωμένο στο κλάμα. Έβλεπε ένα ριάλιτι με τον Μικρούτσικο που τότε ήταν στα πάνω του. Καθόταν κι έκλαιγε με τα σκηνοθετημένα προβλήματα μιας λούμπεν μειονότητας. Τα πήρα στο κρανίο. Η εκλογίκευση που επιχείρησα έπεσε στο κενό: «Δε βλέπεις τι τραβάει ο κόσμος;» – και να τα δάκρυα. Έπρεπε να λάβω δραστικότερα μέτρα.
Αποφάσισα να τον εκπαιδεύσω, να τον σπρώξω στο βιβλίο. Αλλά με τι να τον ξεκινήσω για να πάρει μπρος; Πρόβλημα. Αφού το κούρασα λιγάκι, τελικά το βρήκα. Ήξερα ότι του άρεσε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Όχι ως στιχουργός (είπαμε: κάπου εκεί στη δεκαετία του ’60 οι εξελίξεις τον ξεπέρασαν), αλλά ως προσωπικότητα. Τον είχε ξεχωρίσει όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ήταν το αυστηρό και άτεγκτο μέλος της κριτικής επιτροπής στην τηλεοπτική εκπομπή ταλέντων “Να η ευκαιρία”. Ήταν το πρόσωπο που λάτρευε να μισεί, επειδή τα έλεγε έξω από τα δόντια, πληγώνοντας κάθε λογής ψώνια που εμφανίζονταν στην εκπομπή. Παραδεχόταν ότι συνήθως είχε δίκιο, αλλά διαφωνούσε με τον τρόπο του.
Τότε που έψαχνα το κατάλληλο εναρκτήριο ανάγνωσμα, ήμασταν στο 1995 και μόλις είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου “Οι παλιοί συμμαθητές” (Καστανιώτη). Το διάβασα διαγωνίως και το θεώρησα ιδανικό για τον σκοπό μου. Το έδωσα στον πατέρα μου και τον έβαλα να μου υποσχεθεί ότι θα το διάβαζε. Μου το υποσχέθηκε. Δεν το διάβασε – το ρούφηξε! Σε δυο μέρες το είχε τελειώσει και το είχε πιάσει από την αρχή. Του άρεσε κυρίως η αφήγηση των παιδικών χρόνων του συγγραφέα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, καθότι μπορούσε να ταυτιστεί με τον αφηγητή μέσω των λίγο-πολύ κοινών τους αναμνήσεων. Χαρακτήρισε την αφήγηση αληθινή καισυγκινητική. Καθώς τον άκουγα να μου περιγράφει διάφορα περιστατικά από το βιβλίο, συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει την τέλεια επιλογή.
Στα τέσσερα χρόνια που του έμελε να ζήσει ακόμα, διάβαζε κατά μέσο όρο ένα βιβλίο τη βδομάδα (αριθμός τρομερός για την περίπτωσή του). Δεν τον προλάβαινα! Στην αρχή έκανα προσεκτικές επιλογές για να τον εθίσω: Άλκη Ζέη, Ζωρζ Σαρή, Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Μετά δοκίμασα μεταφράσεις: Ντίκενς, Τουέιν, Κρόνιν. Κόλλησε! Η μάνα μου (η οποία επίσης δεν διάβαζε – τότε, γιατί τώρα διαβάζει!) τον κοιτούσε καλά-καλά κι έκανε σχόλια του τύπου «καλά, χριστιανέ μου, εξετάσεις θα δώσεις κι έχεις πέσει με τα μούτρα στο βιβλίο;», για να παίρνει απαντήσεις στη γραμμή τού «μα δεν ξέρεις τι ωραίο που είναι!». Από ένα σημείο και πέρα, πήγαινε στην εφηβική μου βιβλιοθήκη, που είχε ξεμείνει στο πατρικό, και διάλεγε μόνος του. Μερικά του άρεσαν πολύ, άλλα λιγότερο, κάποια καθόλου. Του είπα ότι δεν είναι έγκλημα να παρατήσει ένα βιβλίο στη μέση (εγώ άργησα πολύ περισσότερο να το καταλάβω αυτό, αλλά τις συμβουλές τις είχα εύκολες), και μου είπε ότι αυτό ήταν αυτονόητο: «δεν έχω χρόνο για μάπες!». Το δε βιβλίο του Παπαδόπουλου, εκείνο με το οποίο έγινε η αρχή, ήταν σταθερά το αγαπημένο του: κάθε δυο-τρεις μήνες το ξαναδιάβαζε∙ συνολικά θα πρέπει να διάβασε πάνω από δέκα φορές. (Το ταλαιπωρημένο εκείνο αντίτυπο το έχω ακόμα∙ το θεωρώ, δικαίως νομίζω,  οικογενειακό κειμήλιο.)
Τα τελευταία του γενέθλια, τον Απρίλιο του 1999, δηλαδή μόλις λίγες βδομάδες πριν πεθάνει απροσδόκητα, έπεσαν πολύ κοντά στο Πάσχα. Δεν ξέρω πώς ήρθε η κουβέντα τη Μεγάλη Βδομάδα και μου είπε (με καλυμμένο παράπονο) ότι ποτέ δεν είχε γιορτάσει τα γενέθλιά του. Το άφησα ασχολίαστο, αλλά φρόντισα να ενημερώσω την ευρύτερη οικογένεια, όσους τέλος πάντως θα έρχονταν στο πατρικό για το πασχαλινό τραπέζι, ότι φέτος θα κάναμε Πάσχα και πάρτι γενεθλίων, δύο σε ένα. Πήραμε και τούρτα – και δύο κεράκια, ένα “8” κι ένα “0”. Μετά την πασχαλινή κραιπάλη, το απόγευμα της Κυριακής βγάλαμε την τούρτα και του κάναμε έκπληξη. Δεν ξέρω αν το περίμενε∙ συγκινήθηκε φυσικά, αλλά εκείνο τον καιρό συγκινιόταν με το παραμικρό. Έσβησε και τα κεράκια του («πρώτη φορά σβήνω κεράκια σε τούρτα!»), όλα καλά. Έτσι όπως ήμασταν όλοι μαζεμένοι, άρχισαν διάφοροι, από παιδιά μέχρι συμπεθεριά,  να τον πειράζουν που βάλθηκε στα γεράματα να γίνει σοφός. Για πρώτη φορά παραδέχτηκε δημοσίως ότι έχανε που δεν διάβαζε τόσα χρόνια. Επίσης, για πρώτη φορά με ευχαρίστησε (με τον τρόπο του, έμμεσα) που του άνοιξα, έστω και αργά, την πόρτα της μυθοπλασίας. Περιττό να πω ότι εκείνη τη μέρα όλα του τα δώρα ήταν βιβλία. Έκανε σαν μικρό παιδί. Τα περισσότερα από αυτά δυστυχώς δεν πρόλαβε να τα διαβάσει∙ πρόλαβε όμως να ζήσει τη χαρά της ανάγνωσης.