Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.7.20

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης διαβάζει απόσπασμα από την 24η ραψωδία της «Οδύσσειας» σε δική του μετάφραση



Στην παρουσίαση του ψηφιακού δίσκου «Όμηρος - Ησίοδος. Μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης. Διαβάζουν: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Φιλαρέτη Κομνηνού» (Εκδόσεις Εντευκτηρίου & 9,58 fm/ΕΡΤ3), ο Μαρωνίτης διάβασε απόσπασμα από την αδημοσίευτη τότε μετάφρασή του της 24ης ραψωδίας της «Οδύσσειας». Η εκδήλωση (η πρώτη που έγινε στο Underground Εντευκτήριο πριν ακόμη από τα "επίσημα" εγκαίνια του χώρου) πραγματοποιήθηκε στις 15.12.2001.

[Διατίθενται ακόμη μερικά αντίτυπα αυτού του ψηφιακού δίσκου, που αποστέλλεται με αντικαταβολή 15,00 ευρώ ― περιλαμβάνονται έξοδα συσκευασίας & αντικαταβολής. Πληροφορίες - παραγγελίες: entefkti@otenet.gr]

7.1.18

Ο Αχιλλέας στα χαρακώματα


Φωτογραφία: Χριστόδουλος Παναγιώτου

της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου
πηγή: Facebook

Τη λεπτομέρεια από τον γλυπτό διάκοσμο της ρωμαϊκής σαρκοφάγου από τη νεκρόπολη της Τύρου με τον θρύλο του Αχιλλέα την έχω αλιεύσει από το Instagram πάνω από έναν χρόνο τώρα, όταν, στα εγκαίνια του νέου αρχαιολογικού μουσείου του Λιβάνου στη Βηρυτό, γέμισε το διαδίκτυο με φωτογραφίες από πολλές ελληνορωμαϊκές ομορφιές, σαν κι αυτή.
Με καθήλωσε η τρυφερότητα του στιγμιότυπου αλλά και η σπανιότητά του. Στα ταφικά μνημεία η αποχαιρετιστήρια χειρονομία μεταξύ νεκρού και ζωντανών είναι η λεγόμενη "δεξίωσις", δηλαδή η χειραψία. Ένα αντρικό πόδι που αγγίζει με τα δάχτυλα το πόδι ενός άλλου άντρα είναι σπάνια σκηνή.
Λίγο πριν από τον θάνατο ή μήπως λίγο μετά;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να προσλάβεις τη σκηνή.
Εάν είσαι ερωτευμένος, βλέπεις την κίνηση του ενός ποδιού ως πράξη ερωτικής οικειότητας μ' ένα σεξουαλικό συμφραζόμενο. Εάν είσαι θλιμμένος, βλέπεις έναν αποχαιρετισμό, ενώ
εάν έχεις κέφια, αναγνωρίζεις τα πειράγματα των αγοριών κάτω από το τραπέζι, έτσι όπως τσιμπιούνται και κλωτσιούνται στα κρυφά για να μην τα δουν οι μεγάλοι.
Φίλοι οι εραστές;
Όποιος αναζητήσει το όνομα Αχιλλέας σε μια βάση δεδομένων όπως το πρόγραμμα «Περσέας» διαπιστώνει πως ο Όμηρος αναφέρει τον Αχιλλέα περί τις 400 φορές. Η λέξη Αχιλλέας είναι όνομα ουσιαστικό. Το εντυπωσιακό είναι ότι τα επίθετα που συνοδεύουν κάθε αναφορά στο όνομά του είναι πολλαπλάσια και ποτέ τα ίδια. Ο Αχιλλέας περιγράφεται από τον Όμηρο με τόσα πολλά και διαφορετικά επίθετα, ώστε εύκολα καταλαβαίνουμε πως για τον ποιητή δεν ήταν ένα πρόσωπο, ένας ρόλος αλλά μία ιδιότητα.
Ο Αχιλλέας είναι ένα σύμβολο της παθιασμένης νιότης που προτιμά τον ένδοξο θάνατο 1.000 φορές από τη βαρετή ζωή, γι' αυτό και ορμάει με κάθε ευκαιρία στη μάχη. Το λέει και ο ίδιος τουλάχιστον τρεις φορές στην Ιλιάδα και μία στην Οδυσσεια (στη Νέκυια).
Η Ιλιάδα είναι μία ιστορία που διαδραματίζεται τον 10ο χρόνο της πολιορκίας της Τροίας και αφορά τον καυγά του Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα για μια φανταιζί γκόμενα. Στο έργο, τόσο ο Αχιλλέας όσο και ο Πάτροκλος συνευρίσκονται αποκλειστικά με γυναίκες, τόσο λαμπερές και αντάξιές τους, που ο Όμηρος δεν παραλείπει ποτέ να τις κατονομάζει. Οι ομόκλινες των δύο αυτών ηρώων είναι πάντα λαμπερές και επώνυμες.
Η φιλία του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο είναι μοναδική για τα ανθρώπινα. Ένα κράμα θαυμασμού, αγάπης και αιώνιας αφοσίωσης. Πόσο τσουρούτικο να θες να την περιορίσεις στο επίπεδο της σεξουαλικής ταυτότητας αλλά και πόσο στενή η αντίληψη του Αχιλλέα ως του Έλληνα στρέιτ παλικαρά;
Ο λόγος που η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αφορούν τόσο κόσμο σε ολόκληρο τον πλανήτη χιλιάδες χρόνια μετά τη συγκρότηση των επών αυτών σε σώμα από τους ευφυείς συγγραφείς τους είναι γιατί στο έργο οι επιθετικοί προσδιορισμοί υπερισχύουν συντριπτικά των ουσιαστικών. Στην πραγματικότητα, το ουσιαστικό όνομα στα ομηρικά έπη είναι μόνον ένα: άνθρωπος κατι που αφήνει χώρο σε ολους μας να ταυτιζόμαστε με τους ήρωες.
Με στεναχώρησε πολύ η συζήτηση. Ακούστηκαν και από τις δύο πλευρές θηριώδεις βλακείες βγαλμένες από φανατισμό και πηχτή άγνοια. Κρίμα.


ΥΓ.
Ο Μαρωνίτης έχει γράψει εκτενώς για τη σχέση Πατρόκλου -Αχιλλέα. Αυτος παρατηρεί οτι στο έπος διαλέγονται μόλις δύο φορες. Για όσο διάστημα κρατάει η μήνις του Αχιλλέα, ο Πάτροκλος μενει σιωπηλός. Σπάει τη σιωπή του όταν τον επισκέπτεται στη σκηνή στο Ρ, για να του μεταφέρει την ιδέα του Νέστορος: να του δανείσει τα όπλα του για να τρομάξει απλώς τους Τρωες.
Ο δεύτερος διάλογος ειναι βέβαια ο συγκλονιστικός, αυτός για τον οποίο ο Σίλερ έχει πει ότι αν στη ζωη σου διαβάσεις μόνον αυτό, ας είσαι και ικανοποιημένος που το αξιώθηκες. 
Στον δεύτερο διάλογο, στο Ψ, ο Πάτροκλος επισκέπτεται τον Αχιλλέα ως φάντασμα, αφού εχει πεθάνει, και του ζητάει να τον θάψει, να μην τον κρατήσει άλλο ως πτώμα, για να πάρει η ψυχή του τον δρόμο για τον Άδη. Θρηνούν για το γεγονός οτι δεν μπορεί ο ένας να πιάσει το χέρι του άλλου και ο Πάτροκλος βάζει τον Αχιλλέα να ορκιστεί ότι θα φροντίσει ώστε, όταν πεθάνει κι εκείνος, οι στάχτες τους να ανακατευτούν για να φυλαχτούν στο ίδιο αγγείο.
Και εκεί ο Μαρωνίτης μας ζητάει να μην μπερδευτούμε: η περιπάθεια του διαλόγου των ηρώων πηγάζει μόνον από το πένθος. Το πένθος για τη θνητότητα, ο χωρισμός που επιφέρει ο θανατος, ειναι που μετατρέπει παντα την εμπάθεια/συμπάθεια σε περιπαθεια.

29.1.17

Τα περιεχόμενα του τεύχους 110 του Εντευκτηρίου



ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Eλληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία, άρθρα, σελίδες για τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, φωτογραφικό ένθετο

Τχ. 110, 176 σελ., τιμή 10,00 ευρώ




ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ                 

«[...] O άνεμος χαϊδεύει το σαντούρι του∙ τα άλση υψώνουν τη φωνή τους∙ η θύελλα δεν είναι παρά γέλιο υστερικό∙ κι ο κεραυνός που ξεσπά, ξεσπά μονάχα παιχνιδίζοντας. Oφείλουμε να γελάσουμε, ειδάλλως πεθαίνουμε: γέλιο ίσον ζωή. Αν δεν γελάς, έχεις πάθει τέτανο. Θέλεις να θρηνήσεις; Τότε γέλα ενόσω θρηνείς. Διότι χαρά και λύπη είναι αδερφές∙ τα ίδια νεύρα τις παράγουν. Εμπρός, Γιούμι, μελέτησε ανατομία: έχεις πολλά να μάθεις από τους νεκρούς, περισσότερα από τους ζωντανούς – κι όσο για μένα, αν και ζω είμαι νεκρός»: ελάχιστο τμήμα ενός κεφαλαίου από πρώτο καθαρά μυθοπλαστικό έργο του Χέρμαν Μέλβιλ, το μυθιστόρημα «Μάρντι και ένα ταξίδι εκεί», σε παρουσίαση - μετάφραση του Γιάννη Παλαβού, που πρωτοδημοσιεύεται στο νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» (Νο 110).
Στο ίδιο τεύχος, ποιήματα των Διονύση Καψάλη, Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, Δημήτρη Λεοντζάκου, Βασιλικής Φράγκου, Γιάννη Σαρηγιαννίδη, Χαρίλαου Νικολαΐδη, του μόλις 17 ετών Οδυσσέα Γερονικολού, καθώς και του Γερμανού Καρλ Κρόλο (1915-1999), σε παρουσίαση-μετάφραση Σπύρου Μοσκόβου. Ακόμη, πεζά των Γιάννη Σκαραγκά, Διαμαντή Αξιώτη, Κατερίνας Ζαρόκωστα, Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, Καίτης Στεφανάκη, Παναγιώτη Κουσαθανά, Δ. Γ. Μαγριπλή, Μαργαρίτας Συνόδη, Κούλας Αδαλόγλου και Κατερίνας Παναγιωτοπούλου, καθώς και της Λιλιάνα Έκερ (Μπουένος Άιερες, 1943· μετ. Γιάννη Θεοδοσίου) και του Τζων Απντάικ: πρόκειται για το «Α & Ρ» (μετ. Λένας Ε. Κοψαχείλη), ένα από τα πλέον ανθολογημένα στον αγγλόφωνο κόσμο διηγήματά του, που επιπλέον διδάσκεται σε πολλά σχολεία της μέσης εκπαίδευσης.

Την εικονογράφηση της ενότητας της λογοτεχνίας επέλεξε ο Τέλλος Φίλης.

ΑΡΘΡΑ
Η Μαρία Στασινοπούλου γράφει για το σύνολο του έως τώρα πεζογραφικού έργου του Κώστα Λογαρά (που «[η γραφή του έχει έντονη την οσμή και τη γεύση του βιωμένου. Είναι λόγος βιωματικός, όχι γιατί απλώς καταγράφει εμπειρίες και μνήμες και εμπνέεται από ό,τι ζει ή ακούει, αλλά γιατί σωματοποιεί πλήρως την αίσθηση. Ξέρει όχι μόνον να βλέπει και τα παρατηρεί, αλλά να διεισδύει και να επεξεργάζεται συναισθήματα και σκέψεις […]»).
Ο Βασίλης Κωνσταντινόπουλος παρουσιάζει διεξοδικά την άρρηκτη σχέση της φιλμογραφίας του Μπέλα Ταρ με την πεζογραφία του Λάσλο Κρασναχορκάι.
Ο Τουρκοκύπριος Άχμετ Γικίκ γράφει για την εμφάνιση (ήδη από το 1892) του μυθιστορήματος των Τουρκοκυπρίων και την αντανάκλαση σ’ αυτό της κοινωνικής ταυτότητας, εστιάζοντας ιδιαίτερα στο έργο των των Οζντέν Σέλεγκε, Τιτζέν Ζεϊμπέκ, Τουφάν Έρχουμαν και Μεχμέτ Γιασίν, που «έχουν επιδείξει, τόσο με τον όγκο και την ποιότητα της δουλειάς τους όσο και με την επιδεξιότητά τους, ότι δικαιούνται μια θέση ανάμεσα στους καλύτερους Τουρκοκύπριους μυθιστοριογράφους». 


Ο Πάνος Τζώνος επιχειρεί μια από “τα έξω” ματιά στο μυαλό του Άρι Γεωργίου τις στιγμές που ο τελευταίος τραβούσε τις φωτογραφίες οι οποίες συνιστούν το βιβλίο-λεύκωμά του «Ωτο-μπιο-γραφί».
        

ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ               
«[...] Ακριβώς αυτό θα ήταν η ποίηση ―μία υπέρβαση του θανάτου― αν δεν ήταν δυσπρόσιτη. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να επιχειρήσουμε να την προσεγγίσουμε. Γι’ αυτό κανείς δεν θα ’πρεπε να αυτοαποκαλείται ποιητής. Είναι ξιπασιά. Θα σήμαινε ότι έχει επιλύσει τα προβλήματα που θέτει η ποίηση. Μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τη λέξη “ποιητής” μόνον όταν μιλά για άλλους, εφόσον τους θαυμάζει αρκετά. Όταν κάποιος με ρωτά με τι ασχολούμαι, αποκρίνομαι πως είμαι κριτικός ή ιστορικός [...]»: θραύσμα από τις «Απόψεις για την ποίηση» (επιλογή -μετάφραση Γιάννη Θεοδοσίου) του Υβ Μπονφουά (24.6.1923-1.7.2016).


Σελίδες της στήλης «Απουσιολόγιο» αφιερώνονται στον πολύτροπο Δ. Ν. Μαρωνίτη (22.4.1929-12.6.2016), χαλκέντερο πανεπιστημιακό δάσκαλο και μεταφραστή, με πλούσιο συγγραφικό έργο και πυκνή παρουσία στην πνευματική, στην καλλιτεχνική αλλά και ―με τον τρόπο ενός διανοουμένου― στην πολιτική ζωή της χώρας· ο Γιώργος Κορδομενίδης, διευθυντής του «Εντευκτηρίου» (του οποίου ο Δ.Ν.Μ. υπήρξε τακτικός και εμβληματικός συνεργάτης για περισσότερα από 25 χρόνια) γράφει για τον «Μαρωνίτη της Θεσσαλονίκης» αλλά και της ιδιότυπης συναναστροφής («Ιδιαίτερα με τον Μαρωνίτη»).


Ακόμη, η Ζωή Βερβεροπούλου γράφει για την «τόσο ξεχωριστή απουσία» του θεατρικού συγγραφέα Έντουαρντ Άλμπυ (12.3.1928-16.9.2016).

ΚΡΙΤΙΚΗ               
Τις κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ (Σωτήρης Δημητρίου: Τα όνειρα μού δέλουν), Μαρία Στασινοπούλου (Χρήστος Χρηστίδης: Αναποδογεννημένος και Μανώλης Λυδάκης: Η Χώρα), Κώστας Καλημέρης (Δημήτρης Νόλλας: Τα μάρμαρα στη μέση),  Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (Χαρίλαος Νικολαΐδης: Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο), Ανδρέας Γαλανός (Μαίρη Μικέ: Κόκκινες ουλές), Μαριαλένα Σπυροπούλου (Ηλίας Μαγκλίνης: Πρωινή γαλήνη), Λάμπρος Σκουζάκης (Γιώργος Βέης: Παντού),  Ζωή Σαμαρά (Αρχοντούλα Διαβάτη: Σκουλαρίκι στη μύτη),  Γιάννης Στίγκας (Γιάννης Στίγκας: Το ισόπαλο τραύμα), Τάνια Βοσνιάδου (Κωνσταντίνος Νικολόπουλος: Βουβή συνοδεία), Ισίδωρος Ζουργός (Γιάννης Κοτσιφός: O πειρασμός της γραφής), Σωτηρία Καλασαρίδου (Κάλλια Παπαδάκη: Δενδρίτες), Χρύσα Φάντη (Γιάννης Τσίμπας: Η Βικτώρια δεν υπάρχει), Βάνα Χαραλαμπίδου (John Julius Norwich: Mare Nostrum. Μια ιστορία της Μεσογείου). Ακόμη, στην τακτική (ανά δεύτερο τεύχος) στήλη του «1 x 3 x 163», ο Βασίλης Αμανατίδης γράφει για τα πρόσφατα βιβλία ποίησης της Μαίρης Κλιγκάτση, του Ιορδάνη Παπαδόπουλου και του Θωμά Τσαλαπάτη· ο Γιάννης Σκαραγκάς στη σταθερή στήλη του «Γραμματοσειρές» σχολιάζει βιβλία του Χανς Μάγκνους Εντσεσμπέργκερ, της Άννας-Θέκλας Κούνις Χάρτμαν και του Δημήτρη Μαγριπλή· η Αθηνά Καλαϊτζόγλου καταγράφει με τηλεγραφική συντομία τις εντυπώσεις της από το βιβλίο του Αργύρη Παλούκα (επιλογή, εισαγωγή) «Γιώργος Χειμωνάς: Αγάπη σαν ακολασία»· ο Γιώργος Κορδομενίδης, στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», σχολιάζει πρόσφατες εκδόσεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ              


Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Νάσου Αβδαρμάνη (υπό τον γενικό τίτλο «Ψηφίδες ημιτελούς μωσαϊκού»), για τα οποία ο Άρις Γεωργίου επισημαίνει: «[...] Ο Νάσος Αβδαρμάνης [...]  παραμένει πιστός στην αναλογική ασπρόμαυρη φωτογραφία, αυτοπεριορίζεται στις δυνατότητες του “νορμάλ” πενηντάρη φακού ώστε, απερίσπαστος από δεκάδες επιλογές που θα τον αποπροσανατόλιζαν, να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε ζητήματα ουσίας που συνθέτουν την αντίληψή του για τον κόσμο, καταθέτοντας εικόνες πηγαίες και έντιμες, είτε εξωφθάλμως σαφείς είτε δυναμικά υπαινικτικές. Εικόνες που συμπαρατάσσονται ισάξια κοντά σε πολλές διάσημων ή λιγότερο διάσημων φωτογράφων και που, ως ψηφίδες ενός πάντοτε ημιτελούς μωσαϊκού, μας επιτρέπουν να προσλαμβάνουμε τον κόσμο μέσα από ένα πρίσμα ανθρωπισμού ανέκαθεν επίκαιρου και εσαεί αναγκαίου».

Στο εξώφυλλο του τεύχους φωτογραφία του Κυριάκου Συφιλτζόγλου.


23.7.16

"Ιδιαίτερα" με τον Μαρωνίτη




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

[ Ο Μισέλ Φάις, υπεύθυνος για το «Ανοιχτό βιβλίο», το σαββατιάτικο ένθετο της Εφημερίδας των Συντακτών, μου ζήτησε ένα κείμενο για τον Δ. Ν. Μαρωνίτη. 

Από απροσεξία μου, του έστειλα το (ατελές) προσχέδιο του κειμένου και όχι το τελικό, το οποίο δημοσιεύω εδώ. ]

Η εργατικότητά του ήταν απαράμιλλη. Μαθήματα – εξετάσεις – διόρθωση γραπτών, κατά περιόδους διοικητικά καθήκοντα (κοσμήτορας, πρόεδρος Τμήματος), η τακτική (από το 1971) στήλη του στο Βήμα και εκτάκτως εκτενείς επιφυλλίδες, διαλέξεις, ομιλίες σε συνέδρια, μεταφράσεις έργων του αρχαίου δράματος και αργότερα των ομηρικών επών (με στιβαρά Επιλεγόμενα για κάθε ραψωδία), το στήσιμο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας… Αλλά και διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων , πολλών βιβλίων. Τα είχε διαβάσει και μιλούσε γι’ αυτά προτού ακόμη εμείς μάθουμε πως εκδόθηκαν!

Παρά ταύτα (ή κοντά σ’ αυτά), ήταν φανατικός της συναναστροφής με φίλους. Όταν δεν πήγαινε σινεμά (πάρα πολύ συχνά) ή στο θέατρο, η συνάντηση της «παρέας Μαρωνίτη» ήταν επιβεβλημένη. Στον «Ανάπηρο» επί της Αλεξ. Σβώλου, σ’ ένα ουζερί στην Κων. Μελενίκου, στο «Τίφανυ’ς» της Ικτίνου, για σουτζουκάκια στο «Άριστον» της Δημ. Γούναρη, στο «Vivere» της Ζεύξιδος… Μερικές φορές η βραδιά συνεχιζόταν σε κάποιο μπαράκι. Την παρέα αποτελούσαν (τουλάχιστον από το 1989 και μετά, οπότε έγινα μέλος της) η Νατάσα Πεπονή, ο Άρης Στυλιανού, ο Νικήτας Μυλόπουλος, ο Λάμπρος Πόλκας  και ο υπογραφόμενος ― όχι πάντα σε… απαρτία· αραιότερα, η Νίκη Μουντζούρογλου, ο Σάκης Σερέφας, ο Βασίλης Αμανατίδης, η Σοφία Νικολαΐδου και κατά περίσταση κάποιος εμβόλιμος.

Επέλεγε συνήθως ο ίδιος τόπο και ώρα συνάντησης, τηλεφωνώντας νωρίς το απόγευμα και ορίζοντας την… ημερήσια διάταξη. Γιατί η “έξοδος” με τον Μαρωνίτη δεν ήταν μια “απλή” συνάντηση φίλων γύρω από ένα τραπέζι (άλλωστε, μαζί του τίποτε δεν ήταν απλό): κάθε φορά υπήρχε συγκεκριμένη ατζέντα με θέματα που “έπρεπε” να συζητηθούν: το σχήμα «κείμενα ή συγγραφείς», που επανερχόταν συχνά: έλεγε από μνήμης―με τη χαρακτηριστική, βραχνή φωνή του― μερικούς στίχους και περίμενε να ακούσει τα σχόλιά μας, κρατώντας κρυφό το όνομα του ποιητή· οι ζωτικές ψευδαισθήσεις· λέξεις/όροι από την Οδύσσεια κυρίως: νόστος, νέκυια, φιλότητα, νείκος…· συχνά πυκνά, “δίπολα” λέξεων, αντιθετικών ή συμπληρωματικών: πολιτική και πολιτισμός, βιολογική και πνευματική ωριμότητα, γήρας και γέρας, προφορικός και γραπτός λόγος (ο ίδιος είχε πετύχει σχεδόν να ταυτίζονται) και άλλα πολλά, που ανιχνεύονται εκ των υστέρων στα κυριακάτικα μονόστηλά του στο Βήμα.

Η μέθοδός του («σωκρατική» τη χαρακτήρισε κάποτε η Πεπονή) ήταν η εξής: έθετε το προς συζήτηση θέμα με σύντομη εισαγωγή, ζητούσε από τον καθένα να σχολιάσει/τοποθετηθεί, έκανε μια μικρή ανακεφαλαίωση ή και τροποποίηση του θέματος, για δεύτερο (ή και τρίτο, και τέταρτο) γύρο σχολίων, μέχρις ότου οδηγήσει ―με επιδεξιότητα μαιευτήρα― τη συζήτηση σε ουσιαστικά συμπεράσματα.

Η διαδικασία αυτή δεν ήταν πάντοτε ευχάριστη· όταν η συζήτηση παρεξέκλινε του θέματος ή του ... οδικού άξονα που ο ίδιος είχε στο μυαλό του, επανέφερε τον... ατακτούντα στον ορθό δρόμο, ενίοτε με τρόπο περιπαικτικό ή και δηκτικό (εδώ δεν συντάσσεται κάποια “αγιογραφία” ― άλλωστε, ούτε ο ίδιος θα ήθελε κάτι τέτοιο).
Με αυτά και μ’ εκείνα πάντως, ό,τι θα μπορούσε να είναι μια συνηθισμένη, ανέμελη συναναστροφή γινόταν ένα μοναδικό κι ανεπανάληπτο “ιδιαίτερο μάθημα” σκέψης και γλώσσας.

Αν και κάποτε κάποτε γινόταν εξομολογητικός, απέφευγε συστηματικά την αυτοβιογράφηση, και μάλιστα την ευθύγραμμη. Η μνήμη έχει συγκρατήσει μερικές σκόρπιες αναφορές στους καπνεργάτες γονείς, στην περιοχή της πόλης όπου μεγάλωσε, τη δήλωση «εγώ είμαι λαϊκόριζος», την τρυφερή μνεία της αδελφής του Μαρίκας... Ποτέ δεν μίλησε στην παρέα για όσα υπέστη επί δικτατορίας, ούτε καν για τη «Μαύρη γαλήνη» (κείμενο που έγραψε πάνω σε χαρτοπετσέτες μέσα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, όταν εξασφάλισε ένα μολύβι), που την ανακάλυψα τυχαία στο περιοδικό «Η Συνέχεια», όταν κάποτε μου χάρισε μία πλήρη σειρά τευχών.


Μόνο μία φορά τον άκουσα να αναφέρεται στη δικτατορία: στη διάρκεια ενός συμποσίου για τον «πολιτικό Σεφέρη» στην αίθουσα τελετών του παλαιού κτιρίου της Φιλοσοφικής Α.Π.Θ., ο Χριστιανόπουλος μίλησε αρνητικά για τη στάση καθηγητών της σχολής επί χούντας, οπότε ο Μ. φώναξε «κύριε Χριστιανόπουλε, είμαι κι εγώ παρών» και αποχώρησε οργισμένος.


ΥΓ. 1. Σπανιότερα συνέτρωγε τα μεσημέρια με έναν ή δύο το πολύ φίλους. Αλλά έφευγε βιαστικός όταν πλησίαζε η ώρα για «Τόλμη και γοητεία»!

ΥΓ. 2. Ήταν εντυπωσιακή η αγάπη, ο σεβασμός και η αναγνώριση που απολάμβανε από τους «απλούς» Θεσσαλονικούς: σερβιτόρους εστιατορίων, θαμώνες μπαρ, ταμίες κινηματογράφων, εφημεριδοπώλες, διαβάτες που τον συναντούσαν στον δρόμο κι είχαν πάντα μια καλή κουβέντα να του πουν.

12.7.16

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Μαύρη γαλήνη



παρουσίαση από τον Γιώργο Κορδομενίδη

πηγή: http://www.kathimerini.gr

Hμερολόγιο εγκλεισμού και βασανισμού

Δ. Ν. Μαρωνίτης
Μαύρη γαλήνη.
Σαράντα χρόνια μετά
Φωτογραφίες: Νανά Βέτα
εκδ. Το Ροδακιό - 51 σελ. 


Το σύντομο αφήγημα του Δ. Ν. Μαρωνίτη «Μαύρη γαλήνη» απορρέει από τον επανειλημμένο εγκλεισμό του και τον βασανισμό του στην περίοδο της δικτατορίας του '67. Πρωτοδημοσιευμένο στο εμβληματικό περιοδικό «η Συνέχεια» (1973), μεταφέρθηκε δύο χρόνια αργότερα στον τόμο «Ανεμόσκαλα και Σημαδούρες», όπου χανόταν όμως ανάμεσα σε επιφυλλίδες. Τώρα πια η «Μαύρη γαλήνη» ανακτά την ελευθερία της και κατακτά ευρύτερες διαστάσεις στην πρόσφατη, φροντισμένη έκδοση του «Ροδακιού», συντροφευμένη από 26 φωτογραφίες της Νανάς Βέτα, που συνιστούν παράλληλο σχόλιο και δεν ανταγωνίζονται την αφήγηση.

Η «Μαύρη γαλήνη» χωρίζεται σε δύο μέρη: «Ο τυφλός τοίχος», το πρώτο και σχετικά πιο «φωτεινό»· «Η άσπρη πάπια», το δεύτερο και σκοτεινότερο. Πρόκειται για κείμενο αυτοβιογραφικό, που όμως καταφέρνει, με την αφαιρετικότητά του, να αναχθεί σε μνημειακή καταγραφή μίας από τις πιο σκοτεινές περιόδους της πρόσφατης ιστορίας μας. Και παρότι αναφέρεται σε παθήματα προσωπικά, με αιχμή μία απόλυτη και μαρτυρική απομόνωση, δεν είναι αφήγηση ιδιωτική· μετατρέπεται σε εγγραφή που μπορεί να την οικειοποιηθεί όποιος συμμερίζεται ομόλογα βιώματα. Συμβάλλει σ' αυτό και ο λόγος, στη διασταύρωση του προφορικού με τον γραπτό, ελλειπτικός, αλλού αποκαλυπτικός και αλλού συγκαλυπτικός του περιεχομένου του, πάντα περασμένος από ψιλό κόσκινο - προ πάντων, ένας λόγος που τον έχει διαπεράσει και διαμορφώσει το βίωμα, με υποδειγματική αφηγηματική οικονομία και εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στη γλωσσική έκφραση και στο νόημα που αυτή διατυπώνει.

Η αφήγηση είναι μοντερνιστική, αποσπασματική, βασισμένη στην τεχνική της ροής της συνείδησης· οι τελείες σπανίζουν και τις αντικαθιστούν μπάρες· οι εικόνες που την αποτελούν μοιάζουν με κρίκους σκόρπιους που ο αφηγητής λες και δεν μπορεί ή δεν θέλει να τους συναρμολογήσει σε αλυσίδα. Νομίζω πως ό,τι καθορίζει το ύφος και τον βηματισμό του κειμένου είναι η σωματικοποίηση της οριακής εμπειρίας που συνιστούν ο εγκλεισμός, η απομόνωση, τα βασανιστήρια του σώματος και της ψυχής. Γι' αυτό και, αντίθετα με άλλα κείμενα που γέννησε η απάνθρωπη συνθήκη της δικτατορίας, η «Μαύρη γαλήνη» δεν έχει τίποτε το άμεσα καταγγελτικό, όπως δεν έχει και τίποτε το άμεσα ηρωικό. Οι πιο πολλές εγγραφές αυτού του ιδιότυπου ημερολογίου φυλακής αφορούν τον ίδιο τον χώρο, το κελί, λιγότερες τις συνθήκες κράτησης, ελάχιστες τα βασανιστήρια και αυτούς που τα εκτελούσαν· κι όσες υπάρχουν, είναι απροσδόκητα «λοξές»: «Ο πρώτος -ένας από όσους μ' έδειραν- ακόμη και τώρα όταν με βλέπει θέλει χειραψία και ρωτά σχεδόν καλοσυνάτα και φανερά συγκινημένος: ε φίλε, τι γίνεται;».

Ο εγκλεισμός σ' ένα «κελί πολύ μικρό, χωρούσε δε χωρούσε ένα κρεβάτι» (όσο και αν συμφιλιωθεί κανείς με τη στενότητά του) δεν ταλαιπωρεί τόσο το σώμα, που αποδεικνύεται ανθεκτικό στη δύσκολη ώρα, όσο στριμώχνει την ψυχή.
Ο έγκλειστος, νιώθοντας να αλλάζει η αίσθηση του χρόνου (που από γραμμικός γίνεται σπειροειδής, ελικοειδής), αγκιστρώνεται στον περίκλειστο και αδιέξοδο χώρο. Αγκιστρώνεται και στις κανονικές, τακτικές κινήσεις. «Παίρνεις το κουτάλι και το πλαστικό ποτήρι, φοράς το πιο βιαστικό σου ύφος, στέκεσαι μπροστά στην πόρτα -όχι κολλητά, μη σε κτυπήσει- ανοίγουν, τρέχεις ανεβαίνοντας τέσσερα σκαλοπάτια, περνάς ένα διάδρομο, δίχως να βλέπεις αριστερά και δεξιά τις δύο ανοιχτές ή κλειστές πόρτες ―αδιάφορο― και τραβάς αντίκρυ».

Επινόηση του χρόνου

Ο έγκλειστος υποχρεώνεται επίσης να επινοήσει έναν χρόνο προσωπικό, όπου η ανάμνηση αγκαλιάζει τη φαντασία· αλλά και έναν χρόνο πραγματικό, με το παρελθόν που παρηγορεί, τη μορφή της μάνας που δεσπόζει, την παιδική ηλικία που εγγυάται ένα ενήλικο μέλλον ακόμη και μπροστά στα μνήματα της Ευαγγελίστριας· επίσης, έναν χρόνο ενορατικό, όπου το παρελθόν παραμορφώνεται και προφητεύει· τέλος, έναν χρόνο φανταστικό, που επιτρέπει την εξακτίνωση του πραγματικού σε άλλες διαστάσεις.

Σκοτεινό και γαλήνιο μαζί, όπως το προσδιορίζει ο τίτλος του, το αφήγημα είναι κυματοειδές και κινείται σε όλες τις κλίμακες της απόγνωσης, όμως αυτό δεν αποτρέπει κατά τόπους την πικρή ειρωνεία.


Με αυτά τα χαρακτηριστικά μορφής και περιεχομένου, η ολιγοσέλιδη «Μαύρη γαλήνη» κατατάσσεται αυτοδικαίως σε μία πεζογραφία άλλων προδιαγραφών από την τρέχουσα εγχώρια βιβλιοπαραγωγή· η πεζογραφία αυτή, ταπεινής σύλληψης και χαμηλών προσδοκιών, κερδίζει το στοίχημα με τον χρόνο και αναδεικνύεται υπερχρονική, σε βαθμό που, ενώ έρχεται από το παρελθόν, γίνεται δεκτή σαν να έρχεται από το μέλλον.

Πέθανε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης



φωτογραφία: Ελένη Χοντολίδου


Πέθανε σήμερα το πρωί ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, φίλος της καρδιάς και πολύτιμος, επί χρόνια, συνεργάτης του περιοδικού Εντευκτήριο.

Το παρακάτω "βίντεο" δημιουργήθηκε από τον Γιώργο Κορδομενίδη. προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην εκδήλωση προς τιμήν του Δ. Ν. Μαρωνίτη που οργάνωσε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 2013 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.




Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, δευτερότοκο παιδί της Αναστασίας Χατζηκυριάκου, από το Πυργί της Μικρασίας, και του Νικόλαου Μαρωνίτη, από τη Θράκη, γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1929 στη Θεσσαλονίκη, σε μια πάροδο της οδού Σοφοκλέους, μεταξύ Κασσάνδρου και Αθηνάς.
Τελείωσε το 17ο Δημοτικό Σχολείο, στην Αγίου Δημητρίου και το 1939 μπήκε, κατόπιν εξετάσεων, στο Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  το 1952 και από το 1953 μέχρι το 1959 απασχολήθηκε ως άμισθος βοηθός του Γιάννη Κακριδή, εργαζόμενος παράλληλα, για τον βιοπορισμό του, στη Μέση Εκπαίδευση, στο Δελασάλ και στη Γερμανική Σχολή.
Κατόπιν, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Μάιντς της Γερμανίας, με υποτροφία του Ιδρύματος Humboldt von Stiftung, νυμφεύθηκε την Ανθή Τσαπούλη (με την οποία απέκτησαν δύο κόρες, την Εριφύλη και τη Νίκη), ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα το ύφος του Ηροδότου, που την υποστήριξε το 1961, και τρία χρόνια αργότερα υποστήριξε τη διατριβή του για υφηγεσία, υπό τον τίτλο «Εισαγωγή στον Ηρόδοτο».
Το καλοκαίρι του 1969, δεύτερη χρονιά της χούντας, απολυμένος ήδη από το Πανεπιστήμιο εξαιτίας των τολμηρών του διαλέξεων στο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής, συλλαμβάνεται και κρατείται επί έναν μήνα στην Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης. Τον Φεβρουάριο 1971 συλλαμβάνεται για δεύτερη φορά, τώρα από την ΕΣΑ, και κρατείται επί δέκα μήνες στον Κορυδαλλό. Όταν δεν είναι στη φυλακή, καταφέρνει, παρά τις δυσκολίες της εποχής, να γράψει μια συλλογή δοκιμίων (Ανεμόσκαλα), ένα βιβλίο για τον Όμηρο και προσωπικές σκέψεις ως εισαγωγή σε μια συλλογή ελληνικών και ξενόγλωσσων δοκιμίων περί Ανθρωπισμού.
Αμετανόητος, δημοσιεύει στο Βήμα (με το οποίο έχει αρχίσει [το 1971] συνεργασία ως επιφυλλιδογράφος, δραστηριότητα που ακμαία συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό του), δημοσιεύει λοιπόν αιχμηρά άρθρα κατά του δικτατορικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα να συλληφθεί για τρίτη φορά, τον Μάρτιο 1973, και να παραμείνει επί έξι μήνες σε κελί του ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου υπόκειται σε βασανιστήρια. Στη διάρκεια αυτού του τελευταίου, εξοντωτικού, εγκλεισμού του γράφει πάνω σε χαρτοπετσέτες το μικρό ημερολόγιο φυλακής Μαύρη Γαλήνη.
Με τη μεταπολίτευση, ορίζεται για λίγους μήνες ειδικός σύμβουλος του υπουργείου Παιδείας, με κύριο αντικείμενο την αποχουντοποίηση, και τον Νοέμβριο του 1974 επανέρχεται ως εντεταλμένος υφηγητής στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, όπου τον επόμενο χρόνο εκλέγεται καθηγητής στην Α΄ έδρα Κλασικής Φιλολογίας.
Το 1977 δημοσιεύει την πρώτη του μεταφραστική δοκιμή στην Οδύσσεια.
Το 1981 του απονέμεται κρατικό βραβείο δοκιμίου για το βιβλίο του Όροι του λυρισμού στον Οδυσσέα Ελύτη. Αν και κλασικός φιλόλογος, μιλάει στα πανεπιστημιακά του μαθήματα και για νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία, γράφει και εκδίδει βιβλία για τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Πατρίκιο, τον Σινόπουλο, τον Σαχτούρη, τον Χειμωνά, τη Λαϊνά, τον Δημητριάδη και άλλους. Ορίζεται μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ιδιότητα που θα διατηρήσει επί 11 χρόνια) και το 1989 αναλαμβάνει για μικρό διάστημα γενικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, θέση από την οποία παραιτείται λόγω των αντιδράσεων που προκαλούν στο συντηρητικό κατεστημένο των ηθοποιών του θεάτρου αλλά και της πόλης οι τολμηρές πρωτοβουλίες και προθέσεις του.
Το 1990 εκδίδεται από τη «Στιγμή» η πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας (με εικονογράφηση του Κώστα Τσόκλη), ενώ τον επόμενο χρόνο αρχίζουν να κυκλοφορούν από τον Καστανιώτη, σε 24 διαδοχικά τεύχη, οι ισάριθμες ραψωδίες της Οδύσσειας ― η έκδοση θα ολοκληρωθεί το 2001.
Στο μεταξύ, το 1994 αναλαμβάνει πρώτος πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας· η επτάχρονη θητεία του στο Κέντρο θα αποδώσει 37 ερευνητικά και συγγραφικά προγράμματα για την ελληνική γλώσσα και τη διδασκαλία της, καθώς και αξιοπρόσεκτο εκδοτικό έργο.
Λίγο αργότερα, στο πλαίσιο του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας, αναλαμβάνει επιστημονικός υπεύθυνος και συντονιστής του προγράμματος «Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση», επίσης με σημαντικό εκδοτικό έργο.
Το 1996 συνταξιοδοτείται από το Πανεπιστήμιο. Το 1999, για την προσφορά του στα κλασικά γράμματα, εκδίδεται στη Γερμανία ο τιμητικός τόμος Ευφροσύνη. Το 2003 τιμάται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τον Ταξιάρχη του Φοίνικος, για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα και στον πολιτισμό.

Το 2009, ακαταπόνητος, δημοσιεύει τον πρώτο τόμο της μεταφρασμένης από τον ίδιο Ιλιάδας και τρία χρόνια αργότερα τον δεύτερο.
Ήταν νυμφευμένος με την Ανθή Τσαπούλη, με την οποία απέκτησαν δύο κόρες, την Εριφύλη και τη Νίκη.