31.12.18

Το δέντρο [ένα διήγημα για τις γιορτές]



της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου


Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα βουνό μεγάλωνε ένα δέντρο. Πρασίνιζε και φούντωνε, μαζί με τ’ άλλα δέντρα, κι όσο ψήλωνε ονειρευόταν πως κάποια στιγμή η κορυφή του θ’ άγγιζε τον ουρανό.  
«Μεγάλες προσδοκίες έχεις, μικρό μου» έλεγε ο πατέρας του, όμως εκείνο είχε τη νιότη του μπροστά και δεν φοβόταν τις δυσκολίες. Πίστευε τόσο πολύ πως θα τα κατάφερνε, ώστε στο τέλος έπεισε και τον πατέρα του, που ήταν μεγάλος, και τον παππού του, που ήταν ακόμα μεγαλύτερος και ο ψηλότερος στην περιοχή.
«Θα ψηλώνω κάθε χρόνο ένα μπόι» έλεγε και στους δύο. Θ’ απολαμβάνω τον ήλιο πιο πολύ απ’ όλους σας. Θα ρουφάω όλες τις θρεπτικές ουσίες από το χώμα, για να συγκρατούν τα κλαδιά μου τη πράσινη φυλλωσιά τους. Θ’ αναπνέω τον καθαρό αέρα του βουνού και θα λικνίζομαι ρυθμικά μέχρι να πέφτει από πάνω μου και ο τελευταίος κόκκος σκόνης που θα μπορούσε να θολώσει το χρώμα των φύλλων μου. Θα είμαι το πιο λαμπερό δέντρο σ’ όλο το βουνό. Όλοι θα με θαυμάζουν για το ύψος και την ομορφιά μου, απολαμβάνοντας την ευωδιά που θα βγάζουν τα κλωνάρια μου.  
            Έτσι και έγινε. Ο καιρός περνούσε και το δέντρο ομόρφαινε όλο και περισσότερο. Θέριευε με τη δύναμη που μάζευαν οι ρίζες του από το χώμα και το νερό της βροχής, και ψήλωνε ένα μπόι κάθε χρόνο. Ξεπέρασε όλα τα δέντρα κι ακούμπησε τα σύννεφα. Ο αέρας το λίκνιζε, διώχνοντας τη σκόνη από πάνω του, ο ήλιος γυάλιζε τα φυλλώματά του και η νύχτα τα έβαφε με το ασημί του φεγγαριού κι έστελνε τις αντανακλάσεις τους στην πόλη του κάμπου. Μια μέρα, οι άνθρωποι τις πρόσεξαν κι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. Έγινε συνωστισμός στο βουνό. Όσοι το έβλεπαν έφερναν κι άλλους να το θαυμάσουν, τόσο όμορφο που ήταν, να το καμαρώσουν και να μυρίσουν την ευωδιά που έβγαζαν τα κλωνάρια του. Σιγά σιγά, το δέντρο έγινε διάσημο. Μικροί και μεγάλοι ανέβαιναν στο βουνό για να το γνωρίσουν. Κάποιοι από αυτούς τού πήγαιναν και δώρα· ό,τι είχε ο καθένας ευχαρίστηση. Άλλοι έφερναν λίπασμα, άλλοι ειδικό χώμα με βιταμίνες και άλλοι νερό από την πηγή, για να ξεδιψάει τους θερμούς μήνες. Τα παιδιά κρέμαγαν στα κλωνάρια του πολύχρωμα πανάκια και έκαναν ευχές. Κάθε φορά, όλο και περισσότεροι εμπιστεύονταν τον ίσκιο του και προσπαθούσαν να υπολογίσουν ανάμεσα από τα φυλλώματα το ύψος της κορυφής του. 
Όμως, τον χειμώνα με τις βροχές και τα χιόνια δεν ήταν εύκολο ν’ ανεβαίνουν οι άνθρωποι στο βουνό για να το φροντίζουν. Έτσι, μια χρονιά που το κρύο ήρθε πρώιμα, κάποιος είχε την ιδέα – και όλοι συμφώνησαν – να μεταφέρουν το δέντρο στην πόλη, για να το προσέχουν. Την επόμενη κιόλας μέρα το έστησαν στην πλατεία και, επειδή τους φάνηκε λυπημένο, το στόλισαν χριστουγεννιάτικο, κι ας ήταν ακόμα νωρίς για τις γιορτές. Του κρέμασαν πολύχρωμα κουτάκια και το φώτισαν με λαμπάκια ασημένια σαν το χρώμα του φεγγαριού, για να τους θυμίζει εκείνες τις μέρες που το είχαν πρωτοδεί. Ο χρόνος κυλούσε κι έφερνε χαρούμενο κόσμο στην πλατεία να θαυμάζει το στολισμένο δέντρο. Κι αυτό, έτσι όπως έλαμπε, ήταν τόσο όμορφο, ώστε όποιος περνούσε από ’κει δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί κι έκοβε ένα κλωνάρι για να το πάει στο σπίτι του, να το φωτίσει για τις γιορτινές μέρες που έρχονταν. Κανένας δεν πρόσεξε τη λύπη του δέντρου, ούτε κατάλαβε πως οι σταγόνες πάνω στα φύλλα του δεν ήτανε δροσιά αλλά τα δάκρυα που έφερνε ο πόνος του αποχωρισμού.  
Πριν έρθουν οι γιορτές των Χριστουγέννων, έφτασε κρύο δυνατό. Ο αέρας έφερνε τις κάπνες που ξέρναγαν τα γύρω εργοστάσια και τις κόλλαγε πάνω στο δέντρο. Τα φύλλα του θάμπωναν, στάχτιαζαν τα κλαδιά του. Παραμονή Χριστουγέννων, που σταμάτησαν τα εργοστάσια, το δέντρο έστεκε ήδη ξερό, μαδημένο και άκαμπτο, καρφωμένο στις πλάκες της πλατείας, χωρίς να μπορεί να λικνιστεί και να τινάξει από τα κλαδιά του τις σκόνες και τα σκουπίδια που σφήνωναν μέσα τους. Τα φωτάκια του ήταν σβηστά, τα στολίδια του βρόμικα και οι κορδέλες του ανέμιζαν λερές σαν πένθιμες. Ήταν τόσο θλιβερό, ώστε ο κόσμος που περνούσε από μπροστά του για να πάει στην εκκλησία ούτε γύριζε να το δει.
  «Αν δεν ήμουν το ψηλότερο και το ομορφότερο δέντρο του κόσμου, τώρα θα ήμουν ζωντανό. Θα ζούσα στο βουνό, στον καθαρό αέρα, μαζί με τ’ άλλα δέντρα, λυγερό και καταπράσινο. Δεν θα με στόλιζαν εκείνα τα πολύχρωμα πανάκια με τις ευχές  των παιδιών αλλά θα μοσχοβολούσα. Και τώρα δεν θα είχα κρεμασμένες αυτές τις θλιβερές κορδέλες, που μπλέκονται και σπάνε τα κλωνάρια μου καθώς τις ανεμίζει ο αέρας» μονολογούσε το δέντρο, κι όλο και προσπαθούσε να σκύψει την κορφή του και δει πόσος κορμός του είχε απομείνει.
  Με τις καμπάνες της Γέννησης, φύσηξε αέρας δυνατός· το δέντρο έσπασε κι έγειρε στο χώμα.
«Το δέντρο πέθανε» είπε ένα παιδί.
«Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» είπε ένα άλλο.
«Όχι όμως τα κομμένα» είπε ένα τρίτο.
«Θα έρθουν να το πάρουν με το φορτηγό» είπε ξανά το πρώτο.
«Δεν είχε καλό θάνατο» είπε το δεύτερο.
«Θα το φροντίσουμε εμείς» είπε το τρίτο, κι έδειξε στην παλάμη του ένα μικρό σποράκι.
«Αν μέλλεται από τη φύση μου να γίνω το πιο ψηλό δέντρο, ας μείνω αόρατο από ανθρώπου μάτι» ευχήθηκε ο σπόρος.


Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας.

Σπούδασε σκηνογραφία-ενδυματολογία. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα.
Είναι τελειόφοιτη του Μεταπτυχιακού Τμήματος Δημιουργικής Γραφής
του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. 
Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί το βιβλίο της Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες [2017].

13.12.18

Σπουδή σε δύο φεγγίτες


του Θάνου Λουμπρούκου



Ημέρα 1η
Θα 'τανε Νοέμβρης του ‘66; Δεκέμβρης; Δεν θυμάμαι, ρε παιδί μου, πάει καιρός. Μας είχε φωνάξει ο κυρ-Χρήστος για κάτι μερεμέτια σ’ ένα σπίτι στο Μαρούσι. Φορτώσαμε πρωί πρωί τα εργαλεία και ξεκινήσαμε. Σκαλωσιές, μαδέρια, σκεπάρνια και δεν συμμαζεύεται. Πιάσαμε αμέσως δουλειά, ούτε καφέ δεν ήπιαμε. Κατά το μεσημεράκι, στο κολατσιό, εκείνος εμφανίστηκε στον κήπο. Πώς πάτε, παιδιά; μας ρώτησε. Ήμασταν τρεις κι αυτός τέσσερις. Πώς να πάμε, κυρ-Γιάννη, προχωράμε, απάντησ’ ο κυρ-Χρήστος, έχουμε και τον καινούργιο μαζί μας, τον Αντώνη. Και έδειξε εμένα. Εγώ ντράπηκα.
Κάποια στιγμή τελειώσαμε. Όπως πλενόμουνα στη βρύση του κήπου, ήρθε να μου μιλήσει: Πού κάθεσαι; Είπα: στην Καισαριανή. Θα στείλω ένα ταξί αύριο το πρωί να σε πάρει, είπε δυνατά, να το ακούσουν όλοι... Έγνεψα ναι κι έτρεξα στο φορτηγάκι του κυρ-Χρήστου.

Ημέρα 2η
Ο πατέρας μου ήταν πολύ θρήσκος. Έλεγε ότι μόνο με τη βοήθεια του Θεού μπορούμε να προκόψουμε. Γι’ αυτό πηγαίναμε στην εκκλησία όλοι μαζί κάθε Κυριακή: ο πατέρας μου, η μάνα μου, ο αδερφός μου ο μεγάλος, η αδερφή μου κι εγώ. Θυμάμαι, η μάνα μου μου είχε πάντα πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο. Τα χέρια μου, που ήταν γεμάτα γρατζουνιές, μου έλεγε να τα κρύβω στις τσέπες. 
Μετά την εκκλησία, το ταξί με περίμενε έξω απ’ το σπίτι. Προτού προλάβει να ρωτήσει η μάνα μου πού πάω και να φωνάξει ότι θα με περιμένει για φαΐ το μεσημέρι, το ταξί γκαζάριζε.
Εκείνος με περίμενε καπνίζοντας στην εξώπορτα. Μου έκανε μια δυνατή χειραψία: Καλωσήρθες στο σπιτικό μου. Μπήκαμε. Από το πάνω πάτωμα ακουγόταν μουσική. Κάτι ρεμπέτικα. Μου έψησε καφέ μερακλίδικο, όπως τονε γουστάρω, και αρχίσαμε την κουβεντούλα. Πόσω χρονώ είμαι, από πού κατάγομαι, αν έχω πάει σχολείο, αν με πληρώνει καλά ο μάστορας, πότε θα παντρευτώ, τέτοια. Εκεί γέλασα. Γιατί γελάς, μου λέει, νέο παιδί είσαι, δεν θες να παντρευτείς; «Πώς δε θέλω, αργότερα όμως, είμαι μικρός». Τι μικρός, μου λέει, εικοσιπέντε χρονών παλικάρι. «Έχει ο Θεός, κυρ-Γιάννη». Αφού ήπια τον καφέ, είπε να πάμε να μου δείξει τους δύο φεγγίτες. Τι είναι φεγγίτες; τον ρώτησα.
Ανεβήκαμε στο δεύτερο πάτωμα, στο δώμα. Η τελευταία σκάλα ήταν πολύ στενή· σκέφτηκα: αν παχύνει πώς θα ανεβαίνει; Μου εξήγησε τι είναι φεγγίτες. Πολύ φως, ρε παιδί μου. Το δώμα ήταν μακρόστενο και είχε ένα παράθυρο στο βάθος. Παντού πίνακες, πινέλα, μπογιές, χαρτιά. Δίπλα στο παράθυρο, στο πάτωμα, είχε ριγμένο ένα μαύρο πανί και κάτι άλλα χρωματιστά υφάσματα κουβαριασμένα σαν μπόγο. Στον έναν τοίχο είχε κολλήσει ένα κρεβάτι με κάμποσα μαξιλάρια. Τι τα θες τόσο μαξιλάρια, κυρ Γιάννη, τον ρώτησα. Πάψε πια να με λες κυρ-Γιάννη, με μάλωσε, για σένα Γιάννης σκέτο. Εντάξει, σκέφτηκα, Γιάννης σκέτο. Δεν απάντησε τι τα ήθελε τόσα μαξιλάρια.
Με έβαλε κάτω ακριβώς από τους φεγγίτες και μου είπε να σταθώ να με φωτογραφίσει. Δεν είχα δει φωτογραφική μηχανή από τόσο κοντά, μία φορά μόνο στο Ζάππειο, που βγήκαμε οικογενειακώς φωτογραφία Δεν μπορούσα να σταθώ ακίνητος, το θυμάμαι καλά αυτό. Είχα εκνευρισμό. Ντρεπόμουν. Βρε κάτσε σε μια θέση, μου έλεγε. Εγώ με τίποτα. Τι μου βρίσκεις κυρ-Γιάννη, ε, Γιάννη; τον ρώτησα. Εσύ έχεις ελληνική ομορφιά, μου απάντησε. Ακόμα δεν έχω καταλάβει τι εννοούσε μ’ αυτό το «ελληνική ομορφιά». Δηλαδή οι ξένοι είν’ άσχημοι; Κάτσε σε τούτη την καρέκλα, μου είπε κάποια στιγμή, και κοίταξε τον πίνακα σε εκείνον τον τοίχο. Χάζευα εγώ κάτι ναύτες και κάτι αγγέλους παραπέρα κι εκείνος μου τράβαγε φωτογραφίες. 
Πάω να φέρω κάτι, είπε αργότερα, μη φύγεις. Σηκώθηκα, πήγα στο παράθυρο, άναψα τσιγάρο και κοίταξα στον κήπο. Τον είδα που είχε πάει πέρα από τον δρόμο και κάτι έκοβε σε μια γωνιά μ’ ένα μαχαίρι. Γύρισε με μια κόφα γεμάτη φύλλα από βάγια. Μου 'φτιαξε στεφάνι και μου το φόρεσε στα μαλλιά. Κάθισε τώρα ήσυχα, μου είπε, και τράβηξε τρεις-τέσσερις φωτογραφίες. Ύστερ’ από λίγο, μου ζήτησε να βγάλω το πουκάμισό μου. Ήρθε να με βοηθήσει: σιγά, Γιάννη, σιγά, το 'χει σιδερώσει η μάνα μου, του λέω. Μη φοβάσαι, λέω, θα σου το σιδερώσω εγώ μετά. Όλα ξέρει να τα κάνει ο κυρ-Γιάννης, είπα από μέσα μου. Ωραία, λέει, τώρα κοίτα εμένα. Τον κοίταξα, έβγαλε δυο-τρεις φωτογραφίες και μου είπε να καθίσουμε στο κρεβάτι.



Ημέρα 3η
Το ταξί με περίμενε μετά τη δουλειά. Μάστορα, περίμενε να πλυθώ κι έρχομαι, φώναξα στον οδηγό. Ρώταγ’ η μάνα μου άμα θα φάω και πότε θα γυρίσω, ούτε που της απάντησα. Έφτασα γρήγορα. Έκανε κρύο κι είχε ανάψει το μαγκάλι. Μου ζήτησε να σταθώ καθιστός να με φωτογραφίσει, μετά όρθιος, μετά ξαπλωτός. Έβγαλα μόνος μου το πουκάμισό μου. Δεν με ένοιαζε που έπεσε στο πάτωμα, θα μου το σιδέρωνε εκείνος μετά. 

Ημέρα 4η
Το ταξί ήρθε βράδυ και πάτησε το κλάξον. Βγαίνω, φώναξα του οδηγού. Βρήκα την πόρτα ξεκλείδωτη. Ανέβηκα στο δώμα, στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. Δεν είδα κάπου τη φωτογραφική μηχανή.

Ημέρα 5η
Το ταξί με περίμενε μετά την εκκλησία: «Μάστορα, δε θα 'ρθω σήμερα, πες στον κυρ-Γιάννη ότι αρρώστησα και μου κάνει η μάνα μου βεντούζες».

Ημέρα 6η
Το ταξί ήρθε μια πριν και μια μετά τη δουλειά, άρρωστος έλεγα ότι ήμουνα. 

Ημέρα 7η
Πέρασα από το σπίτι του πηγαίνοντας σ’ ένα γιαπί για μεροκάματο. Κοίταξα μέσα. Στο παράθυρο στο πρώτο πάτωμα μου φάνηκε ότι είδα κάποιον πιτσιρικά να κοιτάει προς τα έξω. Νόμιζα κάτι με πείραξε μέσα μου, στην καρδιά μου, ρε παιδί μου.
Από τότε δεν έχω ξαναπάει στο Μαρούσι. Αποφεύγω.


Ο Θάνος Λουμπρούκος γεννήθηκε το 1983 στο Διαβολίτσι Μεσσηνίας. Ξεκίνησε να γράφει ποιήματα σε ηλικία 20 ετών. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης στην Ξάνθη. Εργάζεται ως ειδικός πληροφορικής στην Αθήνα και ασχολείται ερασιτεχνικά με τη στιχουργική και τη δημοσιογραφία. Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς στο περιοδικό Εντευκτήριο. Το 2007 κυκλοφόρησε σε ιδιωτική έκδοση τη συλλογή ποιημάτων λιτοί + δεμένοι. Aπό τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή του Η εκδίκηση της Ιθάκης (2015).

29.11.18

Λογοτεχνική Σκηνή #7 (7-8/12/2018)



ΣΤΗ ΦΕΤΙΝΗ, ΕΒΔΟΜΗ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ  24 ποιητές και πεζογράφοι
στη Λογοτεχνική Σκηνή 2018


7-8 Δεκεμβρίου, στο θέατρο «Άνετον»

Συνδιοργάνωση του «Εντευκτηρίου» και του Δήμου Θεσσαλονίκης


Είκοσι τέσσερις καταξιωμένοι, νεότεροι αλλά και πρωτοεμφανιζόμενοι ποιητές και πεζογράφοι από τη Θεσσαλονίκη, από την Αθήνα και από άλλες πόλεις, καθώς και από την Κύπρο, και μαζί τους μουσικοί και ερμηνευτές, σκηνοθέτες/χορογράφοι, και ηθοποιοί/χορευτές συμμετέχουν στη φετινή Λογοτεχνική Σκηνή #7, που θα πραγματοποιηθεί στο θέατρο «Άνετον» (Παρασκευοπούλου 42 και Κωνσταντινουπόλεως), στις 7 και 8 Δεκεμβρίου (έναρξη 19.30 ακριβώς), με ελεύθερη είσοδο.

Συγκεκριμένα, διαβάζουν (με αλφαβητική σειρά ―όπου δεν αναφέρεται πόλη εννοείται η Θεσσαλονίκη): Sam Albatros (Aγγλία), Ελένη Αναστασοπούλου (Λάρισα), Στέλιος Ανδρεάδης, Κωστής Ανετάκης, Γιάννης Βαλτής, Στέλλα Βοσκαρίδου (Κύπρος), Νίκη Γιάνναρη, Βασίλης Δασκαλάκης (Βέροια), Λουκία Δέρβη (Αθήνα), Αργύρης Δούρβας, Γιώργος Ν. Ευσταθίου (Αθήνα), Πάνος Ιωαννίδης (Δράμα), Κώστας Λογαράς (Πάτρα), Παυλίνα Μάρβιν (Αθήνα), Ιωάννα Μουσελιμίδου, Γιάννα Μπούκοβα (Βουλγαρία – Αθήνα), Γιώργος Οικονόμου, Σίμος Οφλίδης / Λένα Οφλίδη, Κέλλυ Πάλλα, Αλέξης Πανσέληνος (Αθήνα), Γιάννης Στρούμπας (Κομοτηνή), Μαρία Συτμαλίδου, Κώστας Χατζηαντωνίου, Σοφία Χατζηπασχάλη.


Τις αναγνώσεις λογοτεχνικών κειμένων  συμπληρώνουν perfornances, μουσική και προβολές. Το φετινό πρόγραμμα περιλαμβάνει μικρά αφιερώματα:
― στη Ζωή Καρέλλη [(1901-1988), προβολή βίντεο και αναγνώσεις ποιημάτων της από τη Μαρία Κουγιουμτζή και τη Χλόη Κουτσουμπέλη], για τα 30χρονα από τον θάνατό της
― στον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα μελοποιημένο από τον Σταμάτη Κραουνάκη (βίντεο)
― στον Καρλ Μαρξ (1818-1883), για τα ερωτικά ποιήματά του (επιμέλεια: Γιώργος Σαράτσης)
― στον Κώστα Ταχτσή (1927-1988), για τα 30χρονα από τον θάνατό του (βίντεο).

Στα μουσικά μέρη εμφανίζονται οι Γεωργία Βεληβασάκη (φωνή) και Ανδρέας Ζιάκας (κιθάρα), Φώτης Θεοδωρίδης (φωνή) και Βασιλική Κανελλιάδου(κιθάρα), Θανάσης Κατσίκης (κιθάρα) και Ηλίας Ναχμίας (βιολί).

Στις perfornances εμφανίζονται η Α.Ο. Άτλας Δήμου Δέλτα και η ομάΔα Τρίγωνο.

Η Λογοτεχνική Σκηνή #7 διοργανώνεται από το περιοδικό «Εντευκτήριο» και τον Δήμο Θεσσαλονίκης, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εσωτερικών (Τομέας Μακεδονίας- Θράκης), με τη χορηγική υποστήριξη της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, της ΕΥΑΘ και των Εκδόσεων Επίκεντρο.


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ








-->


29.9.18

Το κορίτσι του γυάλινου περιπτέρου


εικόνα: Τέλλος Φίλης



γράφει ο Απόστολος Παπασωτηρίου


                                                                            στη Στέλλα


Ένα κορίτσι αλλιώτικο καυτό, σαλονικιώτικο σε γυάλινη βιτρίνα Μ' ένα πλατύ χαμόγελο βλέμμα ανεμοστρόβιλο βουβό μα σαν σειρήνα Ανοίγω το παράθυρο κι απέναντι απ' το γυάλινο μου 'ρχεται η μυρωδιά της Απ' το πρωί έχει στηθεί κι ας μην πατάει ούτε ψυχή λιώνει στη μοναξιά της Κάτι την πνίγει μέσα εκεί νιώθει σαν να 'ναι φυλακή θέλει να δραπετεύσει Μα τι να κάνει η φτωχή Τον μήνα πως θα πληρωθεί θα πρέπει να δουλέψει

31.8.18

Συγγραφείς, διαφημίστε το βιβλίο σας στο υπό έκδοση πανηγυρικό τεύχος του Εντευκτηρίου



Για τους συγγραφείς που ενδιαφέρονται να προβάλουν τα βιβλία τους μέσω του νέου, υπό έκδοση του Εντευκτηρίου, προσφέρεται χώρος μισής σελίδας (11,5 εκατ. x 9,5 εκατ.) στην προνομιακή τιμή των 50 ευρώ.
Οι ενδιαφερόμενοι ας στείλουν μήνυμα στο entefkti@otenet.gr



Το επόμενο τεύχος του Εντευκτηρίου (Νο 115) θα κυκλοφορήσει στις 25 Σεπτεμβρίου, με πολυσέλιδο αφιέρωμα στα 30 (+1) χρόνια συνεχούς έκδοσης του περιοδικού.


Το τεύχος περιλαμβάνει κείμενα (κυρίως πεζά) που γράφτηκαν ειδικά για το αφιέρωμα αυτό:

ΑΝΤΙ EDITORIAL Κική Δημουλά, Τίτος Πατρίκιος

ΠΕΖOΓΡΑΦΙΑ Γιώργος ΑΔΑΜΙΔΗΣ / Δημήτρης ΑΘΗΝΑΚΗΣ / Κώστας ΑΚΡΙΒΟΣ / Βασίλης ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ / Διαμαντής ΑΞΙΩΤΗΣ / Νίκος Αδάμ ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ / Άρις ΓΕΩΡΓΙΟΥ / Κατερίνα ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ / Δημήτρης ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ / Λένα ΔΙΒΑΝΗ / Γιάννης ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ / Μαρία ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ / Αχιλλέας ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ / Θάνος ΛΟΥΜΠΡΟΥΚΟΣ / Μαργαρίτα ΜΕΛΜΠΕΡΓΚ / Γλυκερία ΜΠΑΣΔΕΚΗ / Σοφία ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ / Δημήτρης ΝΟΛΛΑΣ / Νίκος Γ. ΞΥΔΑΚΗΣ / Αργύρης ΠΑΛΟΥΚΑΣ / Κατερίνα ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ / Κάλλια ΠΑΠΑΔΑΚΗ / Άκης ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ / Κώστας ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ / Θοδωρής ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ / Έρη ΡΙΤΣΟΥ / Γιαν Χένρικ ΣΒΑΝ / Γιώργος ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ / Γιάννης ΣΚΑΡΑΓΚΑΣ / Μαρία ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ / Καίτη ΣΤΕΦΑΝΑΚΗ / Γεωργία ΣΥΛΛΑΙΟΥ / Κυριάκος ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ / Γεωργία ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ / Μισέλ ΦΑΪΣ / Τέλλος ΦΙΛΗΣ / Βάνα ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ

ΠΟΙΗΣΗ Ένο ΑΓΚΟΛΛΙ / Θωμάς ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ / Ανθή ΜΑΡΩΝΙΤΗ / Μανόλης ΞΕΞΑΚΗΣ / Σάκης ΣΕΡΕΦΑΣ

ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ - ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ Μαρία ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ / Βαγγέλης ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ / Θεοφάνης ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ / Ντίνος ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ / Γιώργος ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗΣ

30.8.18

Η ποντιακή μου ταυτότητα

-->


γράφει η Ελένη Χοντολίδου

«Είμαι εγγονή Ποντίων προσφύγων» έγραψα με καμάρι στο πρώτο δημόσιο βιογραφικό μου. Οι παπούδες μου και από τις δύο μεριές έπαθαν τέτοιο σοκ από τη συμπεριφορά της «μητριάς πατρίδας» που, πενθώντας, πήραν την απόφαση να μη μιλούν ποντιακά, να μην έχουν σχέση με την Εύξεινο Λέσχη, να σπουδάσουν τα παιδιά τους και να "προκόψουν". Όπερ και εγένετο.
Οι γονείς μου λοιπόν καταλάβαιναν λίγο τα ποντιακά, τα μιλούσαν ελάχιστα ― εγώ καθόλου. Αγαπώ κάποια φαγητά, λ.χ. το τυλιγάδι της γιαγιάς Εριφύλης. Λατρεύω τους χορούς των αντρών − βαθειά σεξιστικούς και αρχέγονους. Βιώνω την ταυτότητά μου με αμφιθυμία ―περηφάνια που, αν και πρόσφυγες, τα καταφέραμε― και απέχθεια για την κλειστή ποντιακή κουλτούρα, την εμμονή σε κάποια χαρακτηριστικά και τις… πολιτικές πεποιθήσεις μέρους των Ποντίων σήμερα, που δίνουν ωστόσο τον τόνο.
Ένας ένας, οι Πόντιοι μου είναι συμπαθείς, γιατί συνήθως είναι προκομένοι, ευσυνείδητοι, εργατικοί και έξυπνοι. Πολλοί μαζί αρχίζουν και γίνονται επικίνδυνοι πολιτικά. Για να το πω ορθότερα, "δεν μου πάνε". Μέσω υπεραναπλήρωσης, οι Πόντιοι έγιναν "πιο Έλληνες" από τους γηγενείς, πιο εθνικιστές, παράγοντες και παραγοντίσκοι, έχουν κάνει καριέρα πάνω στην ποντιακή ταυτότητα που κατασκεύασαν καταπώς τους βόλευε. Γιατί η ποντιακή ταυτότητα −όπως και κάθε ταυτότητα− δεν είναι μία βεβαίως, ούτε στατική, αλλά πολλές· ίσως του καθενός διαφορετική και δυναμική. Πόντιοι δεξιοί και ακροδεξιοί, Πόντιοι Πασόκοι, στην πλειοψηφία τους εθνικιστές και λαϊκιστές, να επιμένουν να τιμούν την επέτειο της Ποντιακής γενοκτονίας ή εθνοκάθαρσης (δεν είναι της ώρας) χώρια. Γιατί χωριστές είναι και οι εκλογικές τους πελατείες, οι "κλώνοι" τους που παίρνουν τα πολιτικά τους πόστα.*
Μου αρέσουν τα ποντιακά ανέκδοτα που οι ίδιοι οι Πόντιοι αφηγούνται, αυτοσαρκαζόμενοι γιατί πια δεν είναι μειονότητα, δεν είναι κουτοί ή αδέξιοι όπως οι Πόντιοι των ανεκδότων. Πολύ γρήγορα οι Πόντιοι, μετά το λιμοκαθαρτήριο και το στρατόπεδο της Καλαμαριάς, πρόκοψαν, σπούδασαν (γέμισαν το ΑΠΘ με ποντιακά ονόματα), πλούτισαν και πήραν θέσεις εξουσίας. Το ζήτημα Πόντιοι και αριστερά είναι εξόχως ενδιαφέρον, και πολύ θα ήθελα να ανοίξει ένας επίσημος διάλογος μεταξύ πραγματικών ιστορικών. 
Για τους παραπάνω λόγους δεν έγινα μέλος κανενός ποντιακού σωματείου και προτίμησα διακριτικά να νιώθω την περηφάνια μου για την καταγωγή μου και να σέβομαι το πένθος των παππούδων μου, που έγιναν από δήμαρχοι κλητήρες.
Μετά τον προπηλακισμό του Δημάρχου Θεσσαλονίκης ή, ορθότερα, μετά τη δολοφονική επίθεση εναντίον του, κατάλαβα γιατί δεν μου είναι συμπαθείς οι Πόντιοι. Χίλιοι (1.000) Πόντιοι ήταν μαζεμένοι στην παραλία. Να πούμε ότι 100, 200 από αυτούς ήταν φασίστες με πρωτοπαλίκαρο τον θλιβερό Ζορρό; Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι ΟΛΟΙ ήταν φασίστες. Δεν βρέθηκαν τρία άτομα με το γνωστό ποντιακό φιλότιμο να προστατέψουν τον υπερήλικα θεσμικό εκπρόσωπο της πόλης; Πού είναι το ποντιακό ήθος και η ποντιακή λεβεντιά; Πού το δημοκρατικό ήθος;

Ως φαίνεται, οι συμπατριώτες μου είναι πρώτα Πόντιοι και μετά δημοκράτες. Το αντίθετο συμβαίνει με μένα: είμαι πρώτα δημοκράτις πολίτις και μετά Πόντια, με περηφάνια, χωρίς εθνικισμούς και διεκδικήσεις των οριστικά χαμένων πατρίδων. Γιατί η ταυτότητα δεν σηματοδοτείται με έναν μόνον τρόπο. Και η δική μου στηρίζεται πάνω στα δικαιώματα, στο αίσθημα της αδικίας και στην πίκρα της προσφυγιάς.



* Εξαιρείται η «Μέριμνα Ποντίων Κυριών», αλλά γι αυτήν θα μιλήσω άλλη φορά.