Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζένη Μαστοράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζένη Μαστοράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.9.16

Περιοδικό Εντευκτήριο: Αφιέρωμα στην Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου



[ του Δημήτρη Δουλγερίδη ]

πηγή: www.tanea.gr


«Εχω ανάγλυφη μπροστά μου τη ζηλότυπη, άρα και γόνιμη, αναστάτωση που μου προκαλούσαν οι στίχοι σου. Με γοήτευε αυτό το δήθεν πράο αεράκι τους, πράο κι όμως άρπαζε όσα ξέρουμε και όσα νομίζουμε πως ξέρουμε, τα στροβίλιζε, και ιδού ένας άλλος, άγνωστος κόσμος προέκυπτε, που μας προσφερόταν να ξετυλίξουμε το επίφοβο μυστήριό του. Ακανθώδες κι αυτό, όπως το κάθε μυστήριο, αλλά τι ευαίσθητες, τι διακριτικές ποιήτριες, οι αμυχές που προκαλούσε το ξετύλιγμα της γραφής σου...». Είναι δυστύχημα ότι από το αφιέρωμα 50 σελίδων του περιοδικού «Εντευκτήριο» (τεύχος 109) στην Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου ο δημοσιογραφικός χώρος επιτρέπει μόλις αυτές τις προτάσεις από το γράμμα της Κικής Δημουλά για την ομότεχνή της. Η Αγαθοπούλου γεννήθηκε το 1930 σε ένα παλιό τουρκόσπιτο της οδού Κασσάνδρου για να ενταχθεί στα σώματα και τα πνεύματα μιας εποχής που περιλάμβαναν τη Ζωή Καρέλλη, τον Κάρολο Τσίζεκ, τον Γ.Π. Σαββίδη, τις εκδόσεις Διαγωνίου, το πρώτο πεζογράφημα «Συνοικισμός σιδηροδρομικών» από τον Κέδρο. Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με το χρονολόγιο που επιμελήθηκε ο εκδότης του περιοδικού Γιώργος Κορδομενίδης και με συνεισφορές των Θανάση Μαρκόπουλου, Τιτίκας Δημητρούλια, Μαρίας Κουγιουμτζή, Αρετής Γκανίδου, Μάριου Μώρου, Τάσου Καλούτσα, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Κούλας Αδαλόγλου, Χλόης Κουτσουμπέλη και Χρήστου Μιχαηλίδη. Στις άλλες σελίδες ο αναγνώστης ανακαλύπτει, μεταξύ άλλων, ποιήματα του Σύρου Μοχάμαντ Μπασίρ αλ Άνι («Για μια λύπη σαν ετούτη/ με τίμησε η μητέρα μου/ Με το μπαστούνι του τυφλού μου χρόνου/ στα παγκάκια των πεζοδρομίων κάποιας παλιάς κούρασης [...]»), του Σέρβου Νέναντ Μιλόσεβιτς («Η κάρτα ανεργίας χαρτί όπου εναποθέτω το πεπρωμένο μου [...]»), καθώς και διηγήματα των Ιάκωβου Ανυφαντάκη, Σταύρου Ζαφειρίου, Χρήστου Δήμα. Μία επανάγνωση του σεφερικού «Τελευταίου σταθμού» από τον Παντελή Βουτουρή, ένα σημείωμα της Τζένης Μαστοράκη για τα «Τέσσερα θεατρικά» της Γλυκερίας Μπασδέκη και βιβλιοκρισίες. Στο 16σέλιδο ένθετο, με υπεύθυνο τον πολύπειρο Άρι Γεωργίου, φιλοξενείται η δουλειά του αλβανού φωτογράφου Αντρέα Σκρέλη με τίτλο «Καλημέρα, Οστάνδη!». Για το τέλος, στίχοι από το ποίημα «Η κατάρα της λεηλασίας» του Τουρκοκύπριου Γκιουργκέντς Κορκμάζελ: «Λεηλατήσαμε τα καταστήματά τους/ Χαλάσαμε τ' αγάλματά τους [...] Νομίσαμε πως δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Και γύρισαν κρατώντας στα χέρια τους το κλειδί της πόρτας μας [...]».

Εντευκτήριο
τχ. 109
Θεσσαλονίκη, 2016
192 σελ.
10,00 ευρώ




31.12.15

[όχι ένα αλλά] Τρία βιβλία στο κομοδίνο του Δημήτρη Πέτρου



Πρόσφατα, από τον πάτο της γνώριμης στοίβας του κομοδίνου, αναδύθηκε, χωρίς να καταλάβω πώς ―εξάλλου πάντα έτσι δεν συμβαίνει;― το βιβλίο του Βασίλη Γκουρογιάννη Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων (Καστανιώτης 1990, 77 σ.). Συχνά, ως ένα εξίσου παραφυσικό φαινόμενο, τα διαβάσματά μου επιλέγουν δικούς τους δρόμους, σχεδιάζουν δικούς τους χάρτες, ανεξαρτήτως των προθέσεών μου. Ανάμεσα λοιπόν στις διηγήσεις του Σκρίπα, του Βάσιου από τη Γρανίτσα Ιωαννίνων, του Παπαγιάννη, διαβάζω: «Διότι ο έρωτας των ψυχών συγγενεύει λειτουργικά με τον έρωτα των ψαριών. Σε ανύποπτη στιγμή εμφανίζεται το ψάρι. Ραντίζει τ’ αυγά άλλου ψαριού που χάθηκε. Που δεν το εγνώριζε. Ούτε που θα το γνωρίσει.» Κι αλλού: «Επιχειρούμε με τον τρόπο που εργάζονται οι ιατροδικαστές να πιθανολογήσουμε την ψυχή, ίσως και τη μορφή[…]».

Κι έτσι, παραφυσικά, μεταφέρομαι στα βιβλία της Τζένης Μαστοράκη, αυτή τη φορά στο Μ’ ένα στεφάνι φως (Κέδρος, 1989, 63 σ.): «γιατί κανείς, κανείς δε θέλει να τον λησμονούνε, και να θυμίζει θέλει μια φορά», κι ανίσως διαβάζω: «Και σιγανά του κρένει, και δεν άκουγε, που περπατείς, ψιθύριζε...». 

Και πώς αλλιώς, αν όχι παραφυσικά, στα χέρια μου τώρα η Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ (Άγγελος Τερζάκης, 1945): «Κυρά μου! της κράζει σπαρακτικά.» Και πίσω πάλι: «που φαρί, πυρή φοράδα, πρίμο αγέρι», και «πώς γυρίζουν όλα κι ανατρέχουν, κύκλο τον κύκλο τ’ αφρισμένα στο νερό…». 

Παρασυρμένος πλέον από τα αφρισμένα νερά, επιστρέφω στον Γκουρογιάννη: «Πρέπει να τονιστεί ότι το αίμα δεν εξαφανίζεται. Μοιάζει με τη βαφή που χύνουν οι γεωλόγοι στα ποτάμια που χάνονται και πρέπει κατόπιν να γυρέψουμε πού αυτά εκ νέου αναβλύζουν». 
Ώσπου αστράφτει ξαφνικά μπροστά μου: «Γελάς και συ στα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο»

― τι πέτρινο ξημέρωμα, κυρά μου

Ο Δημήτρης Πέτρου γεννήθηκε το 1970 στη Δράμα, όπου και ζει.
Το 2013 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, την ποιητική συλλογή Α΄ Παθολογική.

24.5.14

98' με την Τζένη Μαστοράκη



της Τίνας Μανδηλαρά


πηγή: www.lifo.gr



Υπάρχει ένα σημείο στο σώμα μας, κοντά στην κοιλιά, στο λεγόμενο διάφραγμα, όπου οι αρχαίοι πίστευαν ότι ήταν το κέντρο του θυμικού. Ο Όμηρος το έλεγε «πραπίδες» και μέσα από αυτό εξηγούσε το τσαγανό και το σθένος των ανθρώπων που τολμούν και πάνε κόντρα στο ρεύμα – μια τέτοια περίπτωση είναι ο Χόλντεν Κώλφηλντ, αυτό το αιώνιο σύμβολο της εφηβείας, της επανάστασης και του αντικομφορμισμού που δεν συμβιβάστηκε ούτε με το περιβάλλον του, ούτε με την εποχή του. Μια άλλη αντίστοιχη περίπτωση είναι η μεταφράστρια και ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη: γιατί, σίγουρα, θέλει μεγάλη τόλμη να λατρεύεις οτιδήποτε αμερικανικό, όταν όλοι οι συνομήλικοί σου σηκώνουν κόκκινες παντιέρες και τραγουδάνε επαναστατικά άσματα, όπως θέλει ακόμα μεγαλύτερο σθένος να μετατρέψεις τον τίτλο που εσύ πρωτοαπέδωσες ως Ο φύλακας στη Σίκαλη του Ντ.Τζ. Σάλιντζερ σε Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης.

Η ίδια, με έναν καφέ στο χέρι, κάπου στη μέση της Φωκίωνος Νέγρη, ένα γλυκό απόγευμα με τον ήλιο να αφήνει πίσω του ένα κατακόκκινο χρώμα και τις κυρίες δίπλα μας με τα ροζ μαλλιά να διαβάζουν τόμους από εγκυκλοπαίδειες πίνοντας κονιάκ, βάλθηκε να μου εξηγήσει τι σημαίνει να τα βάζεις με ένα κείμενο που σήμερα θεωρείται κλασικό. Στην κουβέντα της ξεχειλίζει από λέξεις, εξηγήσεις και αγάπη, σε σημείο που δεν ξέρεις τι να πρωτοσυγκρατήσεις: τις ρυθμικές της παύσεις ή το ζεστό της βλέμμα. Αυτό για το οποίο καταρχάς αναρωτιέμαι είναι πώς αλήθεια πρωτοήρθε σε επαφή, την πολύπαθη δεκαετία του '70, με ένα κείμενο ενός άγνωστου στην Ελλάδα συγγραφέα, που μιλάει για τη Νέα Υόρκη, αναφέρεται σε όρους μπέιζμπολ και περιγράφει τις εσωτερικές σκέψεις που θα έκανε ένα αγόρι στο μακρινό Μανχάταν. Γιατί, αλήθεια, ο Σάλιντζερ, γιατί ο Catcher και πώς έπεσε σε εκείνη ο κλήρος να το μεταφράσει; «Ήταν καλοκαίρι του '68 όταν έτυχε να χαζεύουμε παρέα με τον φίλο μου τον Νίκο –πού λεφτά για ξενόγλωσσα βιβλία τότε– στο πατάρι του παλιού Ελευθερουδάκη ένα ασημί βιβλίο ενός συγγραφέα που ούτε είχα ξανακούσει. Επειδή είχε τύχει να μου συστήσει κι άλλα βιβλία που μου άρεσαν, τον εμπιστεύτηκα και το πήρα. Το ίδιο κιόλας βράδυ είχα πάθει τη ζημιά. Φαντάσου μια νύχτα, τρεις μόλις μήνες μετά τον παρισινό Μάη, μέσα στη χούντα, εγώ να παρατάω τα πάντα, διαβάσματα και αντιπαραθέσεις, να ξεχνάω ακόμα και το ελληνικό καλοκαίρι και να σκέφτομαι τον Χόλντεν στο Σέντραλ Παρκ καταχείμωνο. Λίγο πριν ξημερώσει και μόλις το τελείωσα είχα καταλάβει και τον τίτλο».


Ωστόσο, η 19χρονη μόλις τότε Τζένη Μαστοράκη ούτε καν είχε σκεφτεί –πώς άλλωστε;– να το μεταφράσει, αλλά έκτοτε ο Σάλιντζερ έγινε εμμονή. Κάποια στιγμή, λίγα χρόνια αργότερα, που συζητούσε με τον Γιώργο Βαμβαλή για αγαπημένα αναγνώσματα και λατρεμένους συγγραφείς, επέμενε –όπως το κάνει ακόμη και σήμερα– ότι το αγαπημένο της βιβλιαράκι ήταν ο Catcher. Ο Βαμβαλής των εκδόσεων Επίκουρος της πρότεινε πάραυτα να το μεταφράσει και το βιβλίο έγινε, από την 28χρονη τότε Τζένη Μαστοράκη, ο περίφημος Φύλακας στη Σίκαλη. Ο τίτλος ήταν, κατά κάποιον τρόπο, λύση αναγκαστική, αφού ο «μακαρίτης δεν επέτρεπε παρεκβάσεις από τον πρωτότυπο, αλλά ήταν και η μόνη απόδοση που θα μπορούσε να είναι κατανοητή σε έναν λαό που τη δεκαετία του '70 δεν ήξερε καν τι είναι το μπέιζμπολ». Σήμερα, όμως, τι την έκανε να αλλάξει έναν τίτλο που θεωρείται πλέον κλασικός; Τη ρωτάω αν επηρεάστηκε από την απόδοση του ποιήματος του Ρόμπερτ Μπερνς που παραθέτει ο ίδιος ο Χόλντεν στο βιβλίο. «Ήθελα έναν κυριολεκτικό catcher πια – όπως τον ήθελε και ο Σάλιντζερ. Και, ναι, στον τίτλο χρειάστηκα τον πιάστη μέσα στο ποίημα. Τον έβαλα, λοιπόν, σ' έναν σπασμένο δεκαπεντασύλλαβο από το "gin a body meet a body / comin thro' the rye", όπου "a body" σημαίνει "κάποιος", αλλά προτίμησα το κυριολεκτικό "κορμί", γιατί το ποίημα (κι ας έγινε παιδικό τραγούδι) μιλάει για κρυφές ερωτικές συναντήσεις στα χωράφια. Τα στάχια τα πρόσθεσα γιατί η "σίκαλη", σκέτη, δεν είχε ούτε μια εικόνα. Φοβήθηκα πολύ τα τέσσερα "στ". Ύστερα, λίγο-λίγο, τα συνήθισα».

Της λέω ότι κάποιος φίλος, χωρίς να ξέρει ότι ο τίτλος αφορά ποίημα, είχε ενθουσιαστεί με το ρυθμικό άκουσμα και την ποιητικότητά του. Κάποιος άλλος, ωστόσο, απόρησε πώς η ίδια κατάφερε να ξαναδουλέψει –και μάλιστα από την αρχή– ένα βιβλίο που είχε μεταφράσει τόσα χρόνια πριν, αφού, ως γνωστόν, οι καλοί συγγραφείς και οι μεταφραστές σπάνια επιστρέφουν στα έργα που έχουν περατώσει. «Η αλήθεια είναι ότι ξαναγυρίζω σε παλιές μου μεταφράσεις όποτε χρειαστεί, αλλά χωρίς να το δηλώνω» – αν και, όντως, κι εκείνη δύσκολα ξαναδιαβάζει ολοκληρωμένα της έργα. «Εδώ η επιστροφή δημοσιοποιήθηκε αναγκαστικά από το 2010, με τον θάνατο του Σάλιντζερ. Δεν γινότανε αλλιώς. Και ξαναγύρισα γιατί χρωστούσα στον Χόλντεν. Εγώ μεγάλωνα και μιλούσα ολοένα και πιο καινούργια ελληνικά, ωστόσο αυτός έμενε πίσω, στη δεκαετία του '70, και τα ελληνικά του πάλιωναν. Αλλά και πάλι, ο καινούργιος Χόλντεν δεν μιλάει όπως μιλάνε τα σημερινά παιδιά. Ούτε, βέβαια, όπως μιλάω εγώ – άσχετο που εγώ, με το πες-πες, κοντεύω να μιλάω πια όπως μιλάει αυτός». Μου ομολογεί ότι για να αποδώσει πιο πειστικά την αργκό των νέων «έκλεβε» φράσεις από παντού – από τα πιτσιρίκια που έπαιζαν στον πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη αλλά και από κάποιους περίεργους τύπους που μιλάνε δυνατά στα κινητά. Για παράδειγμα, το «φάσωμα» ομολογεί ότι το πρωτοάκουσε από κάτι εφήβους τη δεκαετία του '90, κι ενώ στην αρχή το μίσησε, ύστερα το χώνεψε και στο τέλος έφτασε να το υιοθετήσει στην τελευταία μετάφρασή της. «Έτσι απέδωσα το necking – γιατί πού να μιλήσεις για "κουτούπωμα" το '78, άσε που το "χαϊδολόγημα" παραήταν γραφικό για να ακούγεται από το στόμα ενός παιδιού στο Μανχάταν».


Γι' αυτό και όταν πρωτομετέφραζε το βιβλίο τη δεκαετία του '70, αναγκαστικά οι λύσεις των όρων αργκό του βιβλίου και της έντονης προφορικότητας που το χαρακτηρίζει είτε θα προέρχονταν από τη γλώσσα του υποκόσμου είτε από τη μάγκικη ιδιόλεκτο του Πειραιά – που πόρρω απείχε από τα αμερικανικά δεδομένα της Νέας Υόρκης. Επιπλέον, ο ήρωας του βιβλίου, αν και υιοθετεί την αργκό, σπάνια βρίζει – κι αν το κάνει, ακόμα και σε στιγμές παραφοράς, θα χρησιμοποιήσει λέξεις ενός ιδιόμορφου καθωσπρεπισμού. Για να τον ακολουθήσει η μεταφράστριά του βρήκε διάφορους τρόπους, ψάχνοντας ανάμεσα στη γλώσσα των νέων κι εφευρίσκοντας νέες, δικές της λέξεις. Προς έκπληξή μου μού ομολογεί πως αποδόσεις όπως η «ψυχοπλάκωση» είναι παλιά της επιλογή και όχι τωρινή. «Τη λέγαμε τότε, τη λέμε και τώρα. Οι "σαδισμάρες" γεννήθηκαν κατ' αναλογία προς τις "γελοιομάρες" και τις "ηλιθιομάρες" που έκλεψα από έναν παλιό μου φίλο, αφού επί χρόνια τον πείραζα που τις έλεγε. Του το 'πα όταν πια τυπώθηκε το βιβλίο». Στο βιβλίο, βέβαια, υπάρχει σε μεγάλο βαθμό αναθεώρηση των παλιών όρων αργκό («λαμόγιο», «κωλώστρα», ακόμα και το επαναλαμβανόμενο «ξερωγώ»). Τη ρωτάω κατά πόσο ήθελε, με αυτό τον τρόπο, να έρθει πιο κοντά στους νέους του σήμερα κι αν θεωρεί ότι στον αναθεωρημένο Σάλιντζερ θα βρουν τον Κώλφηλντ που έκρυβαν μέσα τους. «Όχι, όχι, καθόλου. Ούτε και θα 'ξερα ποτέ τι θέλουν οι πολύ νέοι. Απλώς, με τόσες πολιτικές λαμογιές φάτσα-φόρα πια στα χρόνια που δούλευα δεν θα υπήρχε περίπτωση να πω διαφορετικά τους crooks. Τα "ξερωγώ", "δενξερωτί" και διάφορα άλλα παρακολουθούν τα τικ του Χόλντεν (and all, or something / or anything) με δικά μας προφορικά τικ που τα ακούω καθημερινά από ανθρώπους όλων των ηλικιών. Η "κωλώστρα", λέξη που κερδίσαμε με τον καιρό, ήταν (για μένα) πιο κοντά στο yellow που λέει ο Χόλντεν».

Υπάρχει, ωστόσο, μια λέξη που διατρέχει διαρκώς τις σελίδες του βιβλίου και το ασυνείδητο του Χόλντεν: το ιμιτασιόν –όπως αποδίδει η Μαστοράκη το phoney– φαίνεται να είναι η βασική απέχθεια του ήρωα. Δεν αντέχει τις ιμιτασιόν συμπεριφορές, τους ιμιτατιόν ανθρώπους, ακόμη και τις ιμιτασιόν λέξεις. Ρωτάω τη μεταφράστριά του αν πιστεύει ότι υπάρχουν λέξεις ιμιτασιόν, όπως το «περίφημος» που έλεγε ο Χόλντεν στο βιβλίο. «Ναι. Το "περίφημος", που το έχει και ο Φύλακας, είναι μια ενοχλητική λέξη. Όπως και το "έκτακτος". Με ενοχλούν οι λέξεις "φήμη" και "τάξη"». Σε αντίθεση με οτιδήποτε ιμιτασιόν, ο Χόλντεν φαίνεται να αναζητά το βάθος-βάθος και την ουσία των πραγμάτων. «Οι άλλοι δεν πιστεύουν ποτέ για τίποτα πως θα 'ναι τίποτα στο βάθος βάθος» λέει ο Χόλντεν, γνωρίζοντας πως αυτή είναι η μόνιμη σύγκρουση – του βάθους με την απατηλή επιφάνεια... «με τη γυαλάδα ενός χρυσαφικού "ιμιτασιόν", όπως το 'λεγαν οι μαμάδες μας στα προ "φo μπιζού" χρόνια του '50» συμπληρώνει η Τζένη, αν και η ίδια προτιμάει να τη λέω γιαγιά της Αλίνας, της μεγάλης της αδυναμίας. «Το να είμαι γιαγιά είναι ο καλύτερος ρόλος της ζωής μου, με ξεκουράζει αφάνταστα» επαναλαμβάνει ενθουσιασμένη. Άλλωστε, η ίδια, σε αντίθεση με τον ήρωά της, τον Χόλντεν, δεν βλέπει πια τον κόσμο με τον ίδιο θυμό, αν και συμφωνεί μαζί μου όταν της λέω ότι εκείνη η παλιά ποιητική της συλλογή Το Σόι (1978) είχε πολλά κοινά με τον Χόλντεν, ήταν πολύ κοντά στη δική του ιδιοσυγκρασία. «Όντως ήταν γραμμένο με θυμό, ήταν οργισμένο, αν και, παραδόξως, αυτό που βλέπω τώρα, τόσα χρόνια αργότερα, είναι ο κοινός ρυθμός». Τώρα, επομένως, που ο νεανικός θυμός έχει καταλαγιάσει, στη θέση του υπάρχουν μόνο η χαρά και η αγάπη, αφού η γιαγιά πλέον Τζένη Μαστοράκη απολαμβάνει να μοιράζεται τον χρόνο της με την εγγονή της, να την πηγαίνει βόλτες, να την ακούει. Και όταν τη ρωτάω αν της λέει ιστορίες η απάντησή της είναι κατηγορηματική. «Καμία. Θα τις ανακαλύψει μόνη της. Θα τις φτιάξει κιόλας. Μαζί λέμε και κάνουμε βλακείες. Και γελάμε πολύ. Μόνο έτσι θέλω να με θυμάται».