Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μητέρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μητέρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23.1.17

Το αμάρτημα της μητρός μου





του Σπύρου Βούγια

πηγή: Facebook


Ενώ ο πατέρας μου ξεκουράζεται για πάντα στον μοναχικό, μακρινό και χιονισμένο Πεντάλοφο του Βοΐου, η μητέρα μου κοιμάται πιο κοντά, στο ήρεμο και περιποιημένο κοιμητήριο του Λιτοχώρου, στους πρόποδες του Ολύμπου, δίπλα στο φαράγγι του Ενιπέα.

Πήγα σήμερα να τη δω ύστερα από μήνες και χάρηκα γιατί τη βρήκα όμορφη και χαμογελαστή (στη φωτογραφία της ωριμότητας που διαλέξαμε να τη θυμόμαστε), ανάμεσα στ' αδέλφια της που υπεραγαπούσε και φρόντιζε μια ζωή.

Άναψα ένα κερί κι ένα τσιγάρο, της μίλησα για λίγο τρυφερά (ίσως όπως ποτέ πριν) και ξετύλιξα στα γρήγορα το τρέιλερ της ζωής της στη σκοτεινή οθόνη του μυαλού μου. 

Στην αρχή την είδα (μέσα απ' τις αφηγήσεις των άλλων), νέα και ποθητή για όλη την πόλη, να πηγαίνει βαρκάδες με τα αγόρια και τις εβραιοπούλες της γειτονιάς, υπό την αυστηρή παρακολούθηση και προστασία των τριών μεγαλύτερων αδελφών της.

Ύστερα να γοητεύεται (αυτή που ήθελε γιατρό ή αξιωματικό) από τη χορευτική ελαφράδα, τα όμορφα λόγια για μια άλλη κοινωνία και τα τριμμένα παντελόνια του γεωπόνου πατέρα μου. Να μετακομίζει (12 φορές σε 8 χρόνια), από το κυνηγητό, την εξορία και τη δίωξή του, λόγω φρονημάτων, απ' το δημόσιο.

Μετά, να κρατάει το σπίτι, τα παιδιά, τους δύσκολους λογαριασμούς, τους γονείς της στα γεράματα, ακόμη και τη φροντίδα των αδελφών της και των παιδιών τους. Τα τελευταία χρόνια, με τη ρόμπα στο μπαλκόνι, με κουρασμένο νου αλλά πάντα περιποιημένη και γοητευτική, να περιμένει μήπως περάσω να τη δω.

Αυτά κι άλλα πολλά είδα, που ήταν μόνο για μένα και δεν μπορώ ή δεν γίνεται να τα περιγράψω και, για να μη καταποντιστώ ―μέρα μεσημέρι― στο βαθύ σκοτάδι του πόνου, χάιδεψα απαλά τις καστανοκόκκινες μπούκλες της και γύρισα να φύγω. Το μόνο αμάρτημά της, σκέφτηκα, ήταν ότι έζησε μια όμορφη κια πλούσια σε συναισθήματα ζωή, όχι όμως ακριβώς τη δική της.

Λίγο πιο πέρα, στέκονταν διακριτικά και παρακολουθούσε τη σκηνή η αδελφή μου. Δεν ξέρω πόσην ώρα περίμενε.

13.9.16

Στην αυλή της μάνας μου 7, 8, 9


Εικόνα: Δανάη Λαζαρίδου


[7]

Όσο περιποιητικός είναι ο κύριος Αγριμάκης προς τη μητέρα των παιδιών του τόσο αυστηρές είναι οι θυγατέρες της απέναντί της, παρά την ομοιότητα σχήματος και μεγέθους. Κι αυτές μαυροντυμένες· τα μαύρα εδώ στον τόπο ετούτο φαίνεται να αποτελούν δερματική στιβάδα, κάτι σαν αντηλιακό με εγγύηση εσωτερικού βρασμού.
Η πρώτη, μια Μόνικα Μπελούτσι στο τετράγωνο, εμφανίστηκε φορτσάτη το πρωί και αντί για καλημέρα φώναξε: «Μας απογοήτευσες, γαμώτο!». Δεν ήμουν σίγουρη, αν η απογοήτευση οφείλετο στο γεγονός πως η μητέρα ανήκε στους ζωντανούς ακόμα ή πως επιδεινώθηκε η υγεία της – κάτι πήγα να υποψιαστώ, αλλά υπερίσχυσε το παρελθόν μου στο κατηχητικό σχολείο. Χειρονομούσε σε πλήρη αντίθεση με το βαρύ και μονολιθικό περίγραμμά της. Στην πίσω επιφάνεια του σώματός της δε, σε επίμαχο σημείο, ένα δαντελένιο φιογκάκι χοροπηδούσε κάθε φορά που μετατόπιζε ορμητικά τον όγκο της, προφανώς για να προσδώσει επιπλέον βάρος στα λόγια της.
Στην προσπάθεια της γιατρού να εξετάσει την κοιλιά της μητέρας της εξέπεμψε ένα: «Πουτάνα μου, δεν είδα σήμερα τα μπούτια σου!». Το φιογκάκι στον ποπό χοροπήδησε κι εγώ έμεινα με το στόμα ανοιχτό, ανίκανη να κατατάξω, να εξηγήσω, να δικαιολογήσω. Μήπως είχα επιτέλους μπροστά μου την πραγμάτωση ενός γυναικείου χειραφετημένου ιδεώδους στο κατεξοχήν άντρο της πατριαρχίας; Θρίαμβος, έστω και κακόγουστος!

Η δεύτερη, με εφαρμοστή περιβολή που άφηνε να διαγράφεται κάθε πτυχή του μεγαλειώδους σώματός της - γυαλιστερό κολάν και αδιανόητο ντεκολτέ-, ήρθε το απόγευμα κι άρχισε ευθύς την κριτική στην κατάκοιτη μητέρα: «Τι τρως; Δεν βλέπεις τα χάλια σου; Κρυφά τρως!». Για χάρη της επίγνωσης των βλαβερών επιπτώσεων της παχυσαρκίας διέγραφε μεμιάς κάθε παραδοσιακή αλληλεγγύη μάνας-κόρης. Το βλέμμα της μητέρας αναζήτησε απεγνωσμένα το δικό μου. Κάτι ήθελε να πει, κάτι που δεν κατάφερνα να καταλάβω -κακομαθημένη όντας εγώ ορθοφωνητικά-, δεν είχα μάθει ακόμα να ερμηνεύω τους λαρυγγικούς ήχους της, έλειπε κι ο κύριος Μανώλης, πήγαινε για κρουσανάκια... Άγριο βλέμμα, το φοβόμουν, έτσι πλαισιωμένο από αχτένιστα μαλλιά, όμοια με φίδια. Μάτια εξόφθαλμα με έκαναν να ζαρώνω στο καβούκι μου και να καμώνομαι αποστασιοποίηση. Αφού ήταν η κόρη της εδώ, τι γύρευε από μένα;
Σκληρά η κόρη επέπληττε τη μάνα, έβγαζε το άχτι της πάνω στην τώρα αποδυναμωμένη  εξουσία των παιδικών της χρόνων, χρεωστούμενα επιστρέφονταν, με τη ψευδαίσθηση δίκαιης υποτίθεται εκδίκησης· τώρα επιτέλους καταλάβαινα γιατί η εκδίκηση εμπεριέχει δίκη.
Η σκληρότητα των λόγων της κόρης μετριαζόταν μόνον όταν περήφανα μιλούσε για τον γιό της, λυράρη περιζήτητο, «το νέο αστέρι» του ντόπιου μουσικού στερεώματος. Λες οι στιλιστικές επιλογές της να προέρχονταν από την επικείμενη καριέρα του αγοριού της σε παλκοσένικα και τάλεντ σόου; Έπρεπε φυσικά να παρευρίσκεται, κατάλληλα ντυμένη.


[8]

«Άντε, αγαπηθείτε τώρα!» αναφωνεί ειρωνικά το φιογκάκι στη μάνα δείχνοντας προς τον νεαρό άνδρα που είχε μόλις εμφανιστεί στην είσοδο του Θ213.
«Ο έρωτας της ζωής της!» λέει απευθυνόμενη σε μένα για τον αδελφό της η φορέας του φιόγκου. Εκείνος πλησιάζει και στέκεται αμήχανα στο κάτω μέρος της κλίνης 2 με την τεράστια μητέρα. Το σώμα γεμίζει το κρεβάτι, η κεφαλή στο βάθος χάνεται πίσω από λόφους στήθους και κοιλιάς.
Συνεσταλμένος τη μισοκοιτάζει, στριφογυρίζει στα χέρια του έναν φραπέ σε πλαστικό κύπελλο, τα παγάκια κροταλίζουν, φαίνεται να τον εκπροσωπούν στην επικοινωνία με τη μάνα του, αφού ο ίδιος δεν βγάζει άχνα, κοιτά απλά τα πόδια της που είναι τυλιγμένα σε επιδέσμους, να μην ανοίγουν οι πληγές, κοιτά και τις ουλές στα γόνατα - από εγχειρίσεις μηνίσκου.
Ούτε κι εκείνη μιλά. Τον κοιτά από την οριζόντια θέση της με βλέμμα βλοσυρό, η όψη της θυμίζει το φρικτό κεφάλι της Μέδουσας. Ο Θησέας ήτανε ή ο Ιάσωνας που την αποκεφάλισε; Δεν ξέρω πια. Μήπως ο Ορέστης για να ξεφύγει από τις Ερινύες που τον καταδίωκαν για τον φόνο της μάνας του, της Κλυταιμνήστρας;
Σε λίγα λεπτά ο γιός αποσύρεται αθόρυβα στο μπαλκόνι, τον εξώστη-αυλή της δικής μου μάνας. Η αδελφή του καταγράφει τα πάντα, μέσα μου αντηχεί ο ανελέητος καγχασμός της για το δυσλειτουργικό οιδιπόδειο.
Το μητρικό βλέμμα τώρα αλλάζει· μήπως δεν ήταν ποτέ βλοσυρό; Έχει παράπονο και τρυφερότητα. Προσπαθώντας να τον ακολουθήσει, έστω και με το βλέμμα στον εξώστη, θέλει να στρίψει τον λαιμό της προς τα εκεί, μα δεν μπορεί, πονάει προφανώς κι έτσι μόνο τα μάτια βγαίνουν περισσότερο απ’ τις κόγχες τους και τον χαϊδεύουν νοερά. Τα βλέπω, κοκκινίζουν, θολώνουν υγρά.


[9]

Αυτό το σώμα, όμοιο με ζυμάρι ψωμιού που έχει φουσκώσει δίχως όρια, κυριαρχεί τα πάντα, εκτείνεται και όπου το δερμάτινο περίβλημα δεν έχει άλλη αντοχή, σκάει, ανοίγει και φαίνεται το εσωτερικό, η σάρκα και το αίμα, όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν ζωή. Όγκοι απροσμέτρητοι, βουνά, φαράγγια, περίβλημα τραχύ, φύση που δεν ρωτά κανέναν!

Δεν ξέρω αν η πύλη άνοιξε κάπου εκεί στα βουρκωμένα μάτια ή κάπου αλλού, πιθανόν στα άκρα ή κάπου στη γεννητική περιοχή. Άνοιξε πάντως κι από μέσα βγήκε πρώτα ο στεναγμός, μετά ακολούθησε γοερά ένας πόνος. Ένας πόνος, μια οδύνη, μια προαιώνια κόπωση απ’ το κουβάλημα, τόσων αιώνων άχθος, τόσου βάρους, τόσης ευθύνης γονιμότητας, χωρίς να έχει καν ερωτηθεί, αν συμφωνούσε να συμβολοποιηθεί.

Βγήκε ποτάμι ο πόνος κι έτρεξε. Έτρεξε, έτρεξε, ώσπου στέρεψε η ροή, το αίμα, στερέψανε τα δάκρυα, γαλήνεψε το πρόσωπο, ημέρωσαν τα φίδια.
Ο φόβος ελευθέρωσε και μένα, την υπεροπτική εστέτ που δήθεν αποστρέφεται υπερβολές. Θέλω ν’ ανοίξω μια αγκαλιά με πούπουλα και να τη βάλω μέσα, αυτή την κείμενη αρχέγονη θεότητα, να σταματήσει να πονά και να βογγά. Δεν έχει θέση εδώ η κουλτουριάρικη επίφαση του ωραίου· η ζωή απαιτεί τη συνέχειά της, άναρχα, άγρια, ό,τι γεννιέται, κάνει τον κύκλο του, πεθαίνει και συνεχίζεται μέσα από άλλους.
Σεμνά ο κύριος Αγριμάκης -με ευλαβή συναίσθηση του μυστηρίου της ζωής- σέβιζε πλήρης δέους. Στην εκφορά του αυτό το δέος περιείχε τόση τρυφερότητα, ώστε ο καταγόμενος εκ του χωρίου Όρος των Αρμένων άνδρας να αποδεικνύεται πιο χειραφετημένος και από τους σόφτι άνδρες της νεότητας, μα και των γηρατειών μου.

Απεναντίας τα παιδιά, εδώ οι κόρες, δεν είχαν βρει τον δρόμο ακόμα. Να θανατώσουν τους γονείς, τη μάνα πιο πολύ, … τώρα και πάντα, να τιμωρήσουν ήθελαν. Πώς να συστήσουν εαυτούς, αν δεν μητροκτονήσουν; Πώς ζει και βασιλεύει εδώ η αρχαία τραγωδία, πώς υπομειδιά ο Φρόυντ σε επιδαύρειο εξώστη, χαιρέκακα χοροπηδούν σε πρωινάδικα πολύχρωμοι στυλίστες καναλιών και γυναικείων περιοδικών.

Μπερδεύτηκαν οι εποχές μες στο μυαλό μου, τα χρόνια, οι τόποι και τα φύλα, εδώ στον Θ213 του γαλαξία ΓΝΡ. Ώρα να αποχωρούμε.

8 Αυγούστου 2016, φίλος καλός σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης τονίζει εμφατικά πως σήμερα γιορτάζεται η Διεθνής Ημέρα Οργασμού.
Δίκιο μου φαίνεται πως έχει, αφού χωρίς το σώμα, τι;

[συνεχίζεται]

20.8.16

Στην αυλή της μάνας μου [4-6]

Σχέδιο: Δανάη Λαζαρίδου


γράφει η Καίτη Στεφανάκη


[4]

Τα πλάσματα που πρώτα έφερε η μηχανή του χρόνου ήταν αυτά που, μόλις σ’ αντικρίσουν, ρωτάνε καταιγιστικά:
«Ποιανού είσαι εσύ»,
εννοείται ποιανού άντρα ―πατέρα, σύζυγου, άντε και εραστή―, καθότι αυτός συντόμως εμφανίζεται στα πέριξ ως ξάδερφος, νονός, κουμπάρος ή και θείος. «Παντρεμένη είσαι ή χηράμενη, έχεις παιδιά, εγγόνια;»
Και προς επίρρωση των ερωτήσεων προσθέτουν:
«Γιατί ίντα είναι η γυναίκα δίχως άντρα, ίντα είναι η ζωή δίχως παιδιά κι εγγόνια;
Ma γιάντα δεν παντρεύτηκες, καημένη;» Εδώ είναι αυτονόητο πως είναι καημένη όποια δεν έχει άντρα· κάποιο κουσούρι θα έχει, δεν μπορεί…  Ή τάχατες πολλά γυρεύει; Διπλώματα, δουλειά και μεγαλεία; Να τα παραιτήσει ετούτα, αυτά είναι για τσι άντρες!
Από άλλον πλανήτη, υποτίθεται, εγώ, καταλαβαίνω ωστόσο τη δική τους γλώσσα· την ίδια ομιλούσε και η Φυσικός μας στο Θηλέων:
«Όσα πτυχία και να πάρετε, στον νεροχύτη θα καταλήξετε!» Να μας προστατέψει από τις ψευδαισθήσεις ήθελε αυτή, λέω τώρα, εμείς ωστόσο τη μισούσαμε, αφού τα λόγια της στα αυτιά μας βγάζαν κακία και χαρά μαζί.


[5]

«Τον Τσιτσεκλή τον Σταμάτη κατέχεις τονε; Με τη γυναίκα του την Κατινάρα; Ντούρος και πανδούρος ο Σταμάτης! Κι η Κατινάρα με τα κάλλη τση και τα κιλά τση!», ρωτά και προσθέτει εμφατικά ο κύριος Μανώλης Αγριμάκης «από το χωρίον Όρος πλησίον των Αρμένων», όπως διευκρινίζει ο ίδιος, μαυροντυμένος, αραιογένης, γύρω στα 80.
Η επίσης μαυροντυμένη, ερωτώμενη 45άρα, παίρνει προσωπικά τα κιλά της αναφερθείσας κυρίας Κατίνας και απαντά μελιστάλακτα:
 «Ε, εμάς, μας καλοπεριποιούνται οι άντρες μας, γι’ αυτό τα έχουμε τα κιλά μας! Σε εκείνους αρέσουμε και παχουλές!», λέει και λικνίζεται νωχελικά στον Θ213, μπροστά στην Κ1, όπου κείται η υπέργηρη και αφυδατωμένη μητέρα της. Όταν μένει ακίνητη, θυμίζει Αναγέννηση, Τζοκόντα, έτσι όπως έχει χτενισμένα τα μακριά, λιτά μαλλιά της και χαμογελά αινιγματικά, ωστόσο με εγχώριο νάζι.
Στη διπλανή κλίνη απλώνει τα δικά της κάλλη η στεατοπυγική κυρία Στέλλα, σύζυγος του ιδιαιτέρως επικοινωνιακού κυρίου Αγριμάκη.
«Έτσα είναι βέβαια, ετσά πρέπει και να ‘ναι! Εμένα η κερά μου πέντε κοπέλια μού ‘καμε, τρεις θυγατέρες και δυο γιους, πώς να μην ντη προσέχω!», λέει ο κύριος Αγριμάκης αργά προφέροντας τις συλλαβές και στρέφεται προς την κερά του, γύρω στα 75, άνω των 120 κιλών, ρωτώντας τρυφερά: «Θες να σου φέρω πράμα από το σούπερ; Κρουσανάκια, που τα αγαπάς;» Γυρίζει προς το μέρος μου και επεξηγεί: «Τση αρέσουνε, το φαΐ επαέ είναι άνοστο». Έχει μια ξύλινη, βαριά φωνή που γίνεται βελούδινη, όταν απευθύνεται στην κερά του. Την περιποιείται συνεχώς, γεμάτος έγνοια αφουγκράζεται τα άναρθρα λόγια της που μόνο ο ίδιος αποκωδικοποιεί, ακυρώνοντας κάθε προσπάθειά μου να κατατάξω συμπεριφορές σε συμβατικές ιστορικές περιόδους.
Είχανε καταφτάσει την προηγούμενη νύχτα με τόσο θόρυβο που νόμιζα πως μάλωναν οι θεοί στην Ίδη. Ειδικά, όταν η τεράστια γυναίκα παραχώρησε το κρεβάτι της στον μαυροντυμένο συνοδό της κι η ίδια με βογγητά αποκοιμήθηκε στην καρέκλα, ήμουνα βέβαιη πως ζούσα τη στιγμή που οι πατριαρχικοί θεοί είχαν επικρατήσει της μητριαρχίας. Στο φως του ήλιου, ωστόσο, παραδέχτηκα πως έκανα λάθος· κάθε στιγμή διαπίστωνα τον σεβασμό του νέου καθεστώτος για το παλιό.


[6]

Πλήθος ξεβράστηκε από τη μηχανή του χρόνου σήμερα. Στα μαύρα όλοι, πένθιμα και γιορτινά μαζί. Ώρες κυρίευσαν όλο τον χώρο στα επείγοντα, ώσπου ο εικοσάχρονος εξέπνευσε. Επέστρεφε από γλέντι ξημερώματα, πλήρης εγχώριου κι αλλοδαπού οινοπνεύματος, προσέκρουσε σε δύο άλλα οχήματα στο αντίθετο ρεύμα. Συνολικά πέντε νεκροί. Φίλοι και συγγενείς απ’ τη γιορτή κυλήσανε στον θρήνο. Τα μαύρα ρούχα, που είχαν φορέσει αποβραδίς, ταίριαξαν και στις δύο περιπτώσεις, μόνο κάνα-δυο στρας παράταιρα γυαλίζουν.
Το γλέντι εδώ φλερτάρει πάντα με τον θάνατο, ημέτερο κι αλλούτερο. Στον γαλαξία αυτόν ακόμα κι η χαρά στοιχηματίζει ακραία. Αρχέγονες και νεωτερικές συνάψεις δόμησαν τον εγκέφαλο πέραν της λογικής, τελετουργίες ενηλικίωσης 'χάσαν το νόημα τους: Είναι ανδρεία να παραβγαίνεις σε ταχύτητα τον Χάρο. Είναι παλικαριά εδώ να οδηγείς πιωμένος, είναι ανδρισμός να κάνεις «σούζες», για ζώνη, κράνος ούτε λόγος, και η συνεπιβάτιδα, αν δεν προλάβει να σφιχτεί στο αρσενικό κορμί σου, να πέφτει ανάσκελα στην άσφαλτο, να σκάει το κρανίο ωσάν καρπούζι· νεορεαλισμός, νεοελληνισμός, σκασμένα καρπούζια στην άσφαλτο, είτε από σούζες, είτε από Ντάτσουν στη γιορτή των Ολυμπιακών του Παπαϊωάννου ή σε εγκατάσταση του Τσόκλη ή όποιου άλλου. Η χώρα μου ένα Ντάτσουν με καρπούζια. Κι ο θάνατος να φορά εναλλάξ τα προσωπεία του έρωτα, της έκστασης, του πόνου, της χαράς. Και οι μανάδες να θρηνούνε στωικά. Στην κεφαλή μου μέσα χιλιάδες μυρμήγκια χορεύουν τρελά.  Χρειάζομαι καινούριο γαλαξία.

[συνεχίζεται]

πρώτη δημοσίευση στο παρόν blog του Εντευκτηρίου ]


* Καίτη Στεφανάκη (Ρέθυμνο 1951).
Ιστορικός της τέχνης, καθηγήτρια της γερμανικής γλώσσας, μεταφράστρια. Σπούδασε ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με διδακτορική διατριβή στη βυζαντινή εικονογραφία. Επιμελήθηκε εκθέσεις Ελλήνων και Γερμανών καλλιτεχνών σε Γερμανία και Ελλάδα, καθώς και τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της γερμανικής συμμετοχής στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα «Θεσσαλονίκη 1997». Δίδαξε τη γερμανική γλώσσα στο Ινστιτούτο Goethe Θεσσαλονίκης [1989-2010]. Έχει μεταφράσει κυρίως καταλόγους εικαστικών εκθέσεων και άρθρα περί διδακτικής ξένων γλωσσών.
Το 2015 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου το βιβλίο της Όζα ροζ: Μικρά πεζά.
 Πεζά και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Εντευκτήριο και Θεσσαλονικέων Πόλις, καθώς και στο διαδίκτυο: www.eyelands.gr, http://entefktirio.blogspot.com, http://ppirinas.blogspot.gr, http://yannisvaitsaras.blogspot.gr
Διακρίθηκε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της ιστοσελίδας Eyelands [Ιστορίες για την Ελλάδα, 2012: Ποιητικό Ημερολόγιο, 2013: Έρως και κρίση, 2014].
Πήρε μέρος στη Λογοτεχνική Σκηνή 2014, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του «Παρά θιν’ αλός» του Δήμου Καλαμαριάς, με υπεύθυνο τον Γιώργο Κορδομενίδη.
Προσωπικό ιστολόγιο: http://aikstef1.blogspot.gr/

[ φωτο: Σάκης Καρακασίδης ]

9.8.16

Στην αυλή της μάνας μου [1-3]



γράφει η Καίτη Στεφανάκη


[1]

Στην αυλή της μάνας γίνονται σημεία και τέρατα. Προχθές βρήκα ένα πτώμα. Απόψε άκουγα τα τέρατα να μάχονται όλη νύχτα. Σήμερα το πρωί κείτονταν ένα απ’ αυτά σε μιαν άκρη δαγκωμένο με βγαλμένο το μάτι. Το καλό ξωτικό της αυλής με προέτρεπε να τρέξω για βοήθεια. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ωστόσο με έπεισε πως μερικές φορές πρέπει να αποδέχομαι τα γεγονότα.
Στην αυλή της μάνας κυριαρχούν τα σαρκοβόρα. Κατασπαράζουν τη λεία τους, τεμαχίζουν πτηνά, διαμελίζουν ερπετά, κοιμούνται μετά χορτασμένα. Εδώ ερωτοτροπούν, γεννούν, βυζαίνουν. Εδώ αλληλοσπαράσσονται τα αρσενικά, ξεσκίζουν τα νεογνά, διεκδικούν  τη μάνα τους, ζητούν να ζευγαρώσουν. Εδώ πυρώνει το τσιμέντο και λιάζονται οι σαύρες. Εδώ παρκάρει και ο γείτονας τη μηχανή του. Εδώ απεγνωσμένα αγωνίζονται μια τοματιά κι ένας βασιλικός να επιβιώσουν από τις τερατοειδείς τοξίνες.
Για δώρα η μάνα δέχεται πνιγμένα τρωκτικά. Μαθαίνω, ναι, πως και τα αποτρόπαια, δώρα είναι κι αυτά.
Στην αυλή της μάνας επικρατεί μητριαρχία, μονοπυρηνική υποθέτω. Ένα μαύρο αδύναμο μικρό το διώχνει η μάνα κι αφήνει μόνο τ’ άλλα δύο να έρθουν στον μαστό. «Από άλλη μάνα», μου εξηγεί το καλό ξωτικό. Κάτι πρέπει να μάθω εδώ, αλλά δεν ξέρω τι.


[2]

Στη μητέρα δεν ανήκαν ποτέ οι αυλές της. Ήτανε, ούτως ειπείν, μισθώσεις ορισμένου μεν άγνωστου χρόνου δε. Μόνο που δεν το ήξερα, πίστευα κάθε φορά στο στιγμιαίο ωσάν να ήταν βέβαιο κι οριστικό. Έβλεπα στην αυλή της να ’ρχονται και να φεύγουν οι εποχές και νόμιζα πως θα ’ταν πάντα έτσι, πως θα ‘μασταν πάντα εκεί. Έμαθα εν τω μεταξύ τις μυρωδιές από το γιασεμί, το φούλι, πόσο χρυσό είναι το κόκκινο από τα άνθη της ροδιάς, και πόσα μωβ υπάρχουνε στα αναρχικά λουλούδια της γιαγιάς· βγαίνανε μόνα τους κάθε χρονιά, μα εκείνη τα ’βλεπε σαν να ήτανε φυτέματα δικά της.
Οι παλιές αυλές μας δεν είχανε λουλούδια ούτε γλάστρες. Είχανε θάλασσα, αρμύρα που έτσουζε τα μάτια και τα χείλη· είχαν εικόνες που τώρα έχουν γίνει όνειρα και μερικές φορές δακρύζουν ή πιο συχνά γλυκόπικρα μορφάζουν. Η πιο παλιά αυλή της μάνας τέλειωνε εκεί που άρχιζε η άμμος. Η θάλασσα έμπαινε τους  χειμώνες στην αυλή, κι έμαθα να τη σέβομαι και να την αγαπώ. Αφουγκραζόμουνα τα παραμύθια της, τρομακτικά τα χειμωνιάτικα, μαυλιστικά τα καλοκαίρια, κι έστηνα τους δικούς μου κόσμους.
Δεν είχαμε ξανά θαλάσσια αυλή, όλες οι άλλες ήταν στεριανές.


[3]

Πρόσφατα η αυλή της μάνας μεταφέρθηκε σ’ άλλες συντεταγμένες: στον Θ213, στην Κ3, στον γαλαξία ΓΝΡ. Η μητέρα, μόλις διευκρίνισε στον εκπρόσωπο του υποχθόνιου πλανήτη πως δεν θα επισκεφτεί την Περσεφόνη, εγκαθίδρυσε την αυλή της σε εξώστη του Θ213. Μαζί με το κινητό σύστημα εισροής ζωογόνου υγρού στις φλέβες της και απορροής των άχρηστων σωματικών υγρών, τρις ημερησίως, κατευθυνόταν τελετουργικά ― υποβασταζόμενη από τα παρακλάδια της― στον εν λόγω εξώστη και επανατοξίνωνε τους πνεύμονές της με την ισόβια δόση νικοτίνης.
Στον ΓΝΡ διαβιούνε άλλα πλάσματα. Νομίζω, είναι δυο ξεχωριστές φυλές. Η μία φαίνεται να είναι μόνιμα εκεί εγκατεστημένη, στα μπλε ή στα λευκά ντυμένη, η άλλη είναι νομαδική, πολύχρωμη και πολυχρονική. Από περίεργα μεταλλικά κουτιά που ανεβοκατεβαίνουν ―ένα είδος μηχανής του χρόνου, υποθέτω― εμφανίζονται ποικίλα πλάσματα κάθε φορά. Μ’ αρέσει να τα βλέπω, να ακούω τις κουβέντες τους και να μαντεύω: από ποιον τόπο και εποχή έχουν έρθει, τη μητριαρχική, την πατριαρχική ή μήπως τη δική μας την αλλοπρόσαλλη σημερινή; Έρχονται από τα όρη ή τη θάλασσα; Σε ποιους θεούς πιστεύουν, σε τι ομνύουν; Σε ποιο φύλο ανήκουν;

[συνεχίζεται]



[ πρώτη δημοσίευση στο παρόν blog του Εντευκτηρίου ]


* Καίτη Στεφανάκη (Ρέθυμνο 1951).

Ιστορικός της τέχνης, καθηγήτρια της γερμανικής γλώσσας, μεταφράστρια.
Σπούδασε ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με διδακτορική διατριβή στη βυζαντινή εικονογραφία. Επιμελήθηκε εκθέσεις Ελλήνων και Γερμανών καλλιτεχνών σε Γερμανία και Ελλάδα, καθώς και τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της γερμανικής συμμετοχής στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα «Θεσσαλονίκη 1997». Δίδαξε τη γερμανική γλώσσα στο Ινστιτούτο Goethe Θεσσαλονίκης [1989-2010]. Έχει μεταφράσει κυρίως καταλόγους εικαστικών εκθέσεων και άρθρα περί διδακτικής ξένων γλωσσών.
Το 2015 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου το βιβλίο της Όζα ροζ: Μικρά πεζά.
 Πεζά και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Εντευκτήριο και Θεσσαλονικέων Πόλις, καθώς και στο διαδίκτυο: www.eyelands.gr, http://entefktirio.blogspot.com, http://ppirinas.blogspot.gr, http://yannisvaitsaras.blogspot.gr
Διακρίθηκε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της ιστοσελίδας Eyelands [Ιστορίες για την Ελλάδα, 2012: Ποιητικό Ημερολόγιο, 2013: Έρως και κρίση, 2014].
Πήρε μέρος στη Λογοτεχνική Σκηνή 2014, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του «Παρά θιν’ αλός» του Δήμου Καλαμαριάς, με υπεύθυνο τον Γιώργο Κορδομενίδη.
Προσωπικό ιστολόγιο: http://aikstef1.blogspot.gr/

[ φωτο: Σάκης Καρακασίδης ]