Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όζα ροζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όζα ροζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7.10.21

Καίτη Στεφανάκη: Στις άκριες γυναικείων χωραφιών




Μετά από την επιτυχημένη πρώτη εμφάνισή της στην πεζογραφία με τη συλλογή μικρών πεζών «Όζα ροζ» (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015), που επαινέθηκε από την κριτική, αγαπήθηκε από το απαιτητικό αναγνωστικό κοινό και συζητήθηκε πολύ (γι’ αυτό και ανατυπώθηκε το 2017), η Καίτη Στεφανάκη επανέρχεται με νέο βιβλίο πεζογραφίας, το οποίο μόλις κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου.


Τιτλοφορείται «Στις άκριες γυναικείων χωραφιών» και περιέχει και πάλι σχετικά σύντομες αφηγήσεις, που και αυτή τη φορά δεν πειθαρχούν στην κλασική φόρμα του διηγήματος με τη γραμμική αφήγηση αλλά κλίνουν προς αυτό που ο Γιώργος Ιωάννου πρώτος ονόμασε «μικρά πεζά».

Παρότι κάθε ιστορία του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί και να λειτουργήσει αυτόνομα, στο σύνολό τους τα μικρά πεζά του βιβλίου μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν (εξαιτίας της κοινής θεματικής τους) κεφάλαια μιας πολύπτυχης νουβέλας.



Μέσα από μισοβιωμένα παραμύθια, ένα θηλυκό παιδί μεταμορφώνεται συνεχώς και μεταμορφώνει ό,τι αντιλαμβάνεται γύρω του σε υπερρεαλιστικές παραβολές. Συναντά τον Μέγα Αρχειοθέτη των Λαθών, τον τρυφερό Καλλιεργητή των Τύψεων και ενοχών ή πηγαίνει στο Καρναβάλι των `Ονείρων και Ταλέντων που ξεχάστηκαν. Πότε πότε αφηγείται ιστορίες στην Κυρά του Κάτω Κόσμου, Άλλοτε πάλι συντροφεύει εκείνον τον Λουκιανό από τα Σαμόσατα, Μα μέσα από όλα αυτά ψάχνει να καταλάβει το ανθρώπινο, το γυναικείο και το ανδρικό, το σχετίζεσθαι, το ζειν και το θνήσκειν.

Όπως γράφει η Στεφανάκη στο «Υστερόγραφο» του βιβλίου, «Νησίδες έγιναν τα θραύσματα, σπαράγματα ζωής, πραγματικής ή επινοημένης, πατήματα για να ακροβατώ. Συμφιλιώνομαι με την αποσπασματικότητα του λόγου μου, με την αλήθεια που ποτέ δεν είναι μία. Παρηγοριά η πολλαπλή εκδοχή των πάντων. Ρευστές οι λέξεις με παρασύρουν στον ωκεανό του χρόνου». 








8.8.16

Όζα ροζ, της Καίτης Στεφανάκη



εικόνα: Σάκης Καρακασίδης, 2015 (λεπτομέρεια)


της Εύας Κουκή

πηγή: http://www.exostispress.gr/

Η «Όζα ροζ» είναι μια συλλογή διηγημάτων της Καίτης Στεφανάκη που καθηλώνει τον αναγνώστη αργά και προοδευτικά. Πρόκειται για ένα ανάγνωσμα χαμηλότονης αφήγησης και υποβλητικής αίσθησης, το οποίο συντίθεται σε 13 αυτοτελή κείμενα, σε 13 διαφορετικές ιστορίες. Η ερωτική ανάμνηση, τα υπαρξιακά τραύματα, οι ανθρώπινες σχέσεις, τα ειπωμένα και τα ανείπωτα παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη και τον εισάγουν σε μια μυστηριακή, σχεδόν, ανάγνωση. Η «Όζα ροζ» είναι μια συλλογή κειμένων με θέματα που απηχούν στο διαχρονικό, το εσώτερο και το υπαρξιακό και διαρρηγνύουν δημιουργικά τον λόγο με φαντασία.


Διαβάζοντας το βιβλίο, ένιωθα πως μπαίνω σε ιστορίες πατώντας στις μύτες των ποδιών μου με αργά και σταθερά βήματα με σκοπό να ανακαλύψω τι κρύβεται πίσω από τους χαρακτήρες, τα συναισθήματα και τους ιστούς που πλέκουν την πλοκή των διηγημάτων. Μετά από τις πρώτες ιστορίες που διάβασα, κρατούσα την αναπνοή μου για το σημείο όπου η πλοκή θα με έπιανε εξαπίνης. Κάθε διήγημα είναι μια πύλη. Μετά το πρώτο, μαθαίνεις να τα αντέχεις. Σου ανοίγουν την πόρτα στο άγνωστο και στο ανομολόγητο. Μέσα από σκληρές εικόνες σε θέτουν μπροστά σε μια ωμή αλήθεια, σε μια όψη της πραγματικότητας. Από εκεί κι έπειτα έχεις δεθεί με κάθε ιστορία. Η συγγραφέας σε αφήνει λίγο λίγο, μέσα από υπονοούμενα και αινίγματα, να εισχωρήσεις στα κείμενα χωρίς αντιστάσεις. Σου δίνει τα βασικά στοιχεία της πλοκής και σε αφήνει να ανακαλύψεις τα υπόλοιπα. Η ανάγνωση μετατρέπεται σε εξερεύνηση. Η ανάμνηση της ερωτικής απώλειας κυριαρχεί. Η σωματική μνήμη ανασυνθέτει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ψυχαναλυτική προσέγγιση δίνει έμφαση και βάθος σε κάθε ιστορία που η συγγραφέας πραγματεύεται και οι σκληρές εικόνες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι μιας αναγκαίας συνειδητοποίησης. Οι χαρακτήρες, άνθρωποι με καθημερινά χαρακτηριστικά, κινούνται μεταξύ απωθημένων, χρόνου και σχέσεων προσπαθώντας να βρουν την θέση τους στον κόσμο. Μέσα από την χαρισματική αφήγηση της συγγραφέως, ο αναγνώστης είναι σε θέση να ακολουθήσει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις κινήσεις τους και να βιώσει την εμπειρία τους.

Η γραφή έχει βάθος, είναι γλαφυρή μα και δύσκολη. Στα σημεία μοιάζει με εξομολόγηση. Μέσα από την ανάγνωση δίνεται η εντύπωση πως η επιλογή και η τοποθέτηση των λέξεων σε σειρά έχει γίνει προσεκτικά και με ακρίβεια. Η ανάγνωση απαιτεί επαναλήψεις και αναστοχασμό. Δεν προδίδει το νόημα εύκολα. Στο τέλος, όμως, δικαιώνεται. Μετά το πέρας της ανάγνωσης κάθε διηγήματος, ο αναγνώστης απελευθερώνεται. Λύνεται. Και είναι έτοιμος να περάσει στην επόμενη ιστορία. Το μέγεθος των διηγημάτων (μερικές σελίδες το καθένα) είναι ιδανικό, ώστε ο αναγνώστης να φτάσει στην πιο δυνατή συναισθηματική εντύπωση, μα και στην κάθαρση, μέσα από το πέρας της ιστορίας πριν προχωρήσει στο επόμενο κείμενο.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, καθώς θα ξαφνιάσει, θα συνεπάρει και θα ελευθερώσει τον αναγνώστη. Θα τον ταξιδέψει στον πυρήνα της ανθρώπινης ερωτικής ιστορίας, θα τον τραυματίσει και, στο τέλος, θα τον ανταμείψει με μια ικανοποίηση που μόνο η άρτια λογοτεχνική έκφραση ξέρει να δίνει.

Η Καίτη Στεφανάκη είναι ιστορικός τέχνης, μεταφράστρια και καθηγήτρια της γερμανικής γλώσσας. Σπούδασε ιστορίας της ευρωπαϊκής τέχνης, κλασσική και βυζαντινή αρχαιολογία στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με διατριβή στη βυζαντινή τέχνη. Παράλληλα με τις θεωρητικές τις σπουδές παρακολούθησε κύκλους σπουδών στη ζωγραφική, τη φωτογραφία και την κεραμική.

 

4.7.16

Ο ευνουχισμός ως ντετερμινισμός στην ιστορία της προπατορικότητας


Ζωγραφική του Φώτη Μισόπουλου για το βιβλίο Όζα ροζ


γράφει ο Φώτης Μισόπουλος 

για το «Ένα καμάρι σε εικόνες δέκα», από τη συλλογή διηγημάτων της Καίτης Στεφανάκη Όζα ροζ, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015



«Ένα καμάρι σε εικόνες δέκα» [i] είναι το τελευταίο μικρό πεζό στη συλλογή της Καίτης Στεφανάκη «Όζα ροζ». Με κάνει να σκεφτώ μ’ έναν τρόπο παραπληρωματικό ―κατά βάθος «αιρετικό» και ιδιότυπο, για το «γίγνεσθαι- θήλυ»― κι αυτό ως μετα-αναγνώσεις άλλων, αρχίζοντας με την "ποιητική" παρότρυνση κάποιας νερομαντείας, του Auden κατ' αρχάς, μέχρι την ερωτική βία που υφίσταται το κυρίως πρόσωπο στο έργο, που είναι μια γυναίκα σ' ένα σπίτι στην Κηφισιά:

«Μες στο νερό δες και στοχάσου
Τι έχασες με τον καιρό

Όσο τα δάκρυα κυλούν καυτά
Τον άτιμο τον γείτονά σου αγάπα»[ii]

κι ο «γείτονας» μπορεί να είναι «ένας εξηντάρης, φίλος του πατέρα», ένα πρόσωπο μοιραίο, καθώς συναντιέται με τη γυναίκα που ακούει στο "ετερώνυμο" Στρατής, στη διαδικασία του βιολογικού, αλλά και στον καθ' ολοκληρίαν σχηματισμό του γυναικείου υπάρχειν. Αυτή η μεταστοιχείωση αποτελεί τη μετατροπή, την υπογράμμιση του Νίτσε «sie wird Weib», «αυτή (η ιδέα) γίνεται γυναίκα»[iii]. Ετούτοι οι στίχοι μπορούν να αποτελέσουν διακύβευμα στο γραφτό της Κ.Σ., μέσα στη διακειμενικότητα του κειμένου αυτού που τώρα γράφεται.

«ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ: Ήτανε το καμάρι του, ήτανε η ψυχή του αυτό το παιδί, έλεγε και ξανάλεγε στους φίλους του... τύπος και υπογραμμός, ολοκλήρωνε κάθε φορά εμφατικά. Να 'χε και κάτι ανάμεσα στα σκέλια, μουρμούριζαν οι φίλοι σαν αρχαίος χορός. Να 'χε και κάτι ανάμεσα στα σκέλια, επαναλάμβανε κι ο ίδιος»[iv]. Αυτή είναι μια παραδοχή ευνουχισμού της γυναικείας υπόστασης, του φύλου της. Το γυναικείο γίγνεσθαι είναι ακόμα παρατημένο, βρισκόμαστε και βρίσκομαι διαβάζοντας στα πρώτα σκαλιά: «Το στήθος πήρε να φουσκώνει. Γύρω απ' τις ρώγες το δέρμα καμπύλωνε σαν απαλό ζυμάρι». Μια γυναίκα ευνουχισμένη· μ’ αυτόν τον τρόπο τελείται η επικύρωση του αντρικού ευνουχισμού, υπαινικτική μιας κατάστασης ά-φυλης, a-sexual, τελικά «α-κίνδυνης» από κάθε άποψη.


«ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: Το στήθος πήρε να φουσκώνει... Το κορίτσι βρήκε μια πάνα μακρουλή και φάσκιωσε σφιχτά το στέρνο, το 'κανε τάβλα. Έγραφε ημερολόγιο υπογράφοντας Στρατής. Αυτό το Στρ- έδινε δύναμη». Δεν πρόκειται για μία γυναικεία εγγραφή στον κόσμο, ούτε καν ως μεταφορά ή αλληγορία [v]. Για τη γυναίκα αυτή ξανατίθεται το ερώτημα αν είναι άντρας ή γυναίκα. Ένα ερώτημα οντικό στην ατελείωτη "πατριαρχική" ενδοχώρα. Όταν το θέμα της σεξουαλικότητας τίθεται υπό αμφισβήτηση, γεννιούνται οι βάσεις για μια υστερική προσωπικότητα [vi]. Συμβιώνει με το "ετερώνυμο", το οποίο γεννιέται εδώ σαν αποτέλεσμα της υστερίας. Αμφισβητείται ενδο-οικογενειακά είτε κοινωνικά ό,τι είναι ανίσχυρο, αδύναμο. Ο φαλλός αποκτά ισχύ σημαίνοντος και στους τρεις κύκλους του Μπορρομέλ: στο Πραγματικό, στο Φαντασιακό, στο Συμβολικό, που ανα-κυλίεται με τα άλλα δύο. Η τελική φαλλική οιδιπόδεια εικόνα "υποχωρεί σ' ένα πλατύ σημαινόμενο, οι φαλλικές χροιές γίνονται ιδεολογικές ή τουλάχιστο ιδεοληπτικές, με αυτές συσχετίζεται η Άλλη Απόλαυση [vii], η βασική γυναικεία επιδίωξη και απάντηση στο «τι θέλει η γυναίκα» (αρχικά Freud: was will das Weib, καταληκτικά Λακάν: L' autre juiissance).

«ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ: Η μάνα είπε, όλες τα 'χουν, και της έδωσε κάτι πανιά να βάλει στο εσώρουχο. Η τσίγκινη λεκάνη που τα πλένανε, πλημμύριζε σφαγμένα ζώα». Αποκρυπτογραφείται ξανά η ιστορία: η γυναίκα περιέχει το ζωώδες κι αυτό οφείλει να εξοριστεί, ο ευνουχισμός της είναι ο ακρωτηριασμός της μείωσής της, πλανάται ο φόβος του άντρα. Το χαμένο μέλος μπορεί να επανα-συγκολληθεί σαν μια ευτυχής δια-φυλική σχέση ιδεών. Η γυναίκα φέρνει τη ζωή, αυτό το λέμε φαλλική γυναίκα. Ό φαλλός πρέπει σε μια φωτεινή συγκυρία να είναι όχι σημαίνον απλά, αλλά και σημαινόμενο, ο φαλλός-ιδέα νοηματοδοτείται ως όνομα του πατρός (Λακάν). Η γυναίκα επανακτά έναν αρχέγονο ρόλο, διπλό, της βασίλισσας και της μάγισσας.

ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ-ΠΕΜΠΤΗ-ΕΚΤΗ-ΕΒΔΟΜΗ: «Εκείνος εξηντάρης, φίλος του πατέρα... Την κάλεσε στην Κηφισιά.. Παρήγγειλε κουνέλι… Ήταν σκληρό... Της έστελνε ένα ποσό ελεημοσύνης κάθε μήνα, υποτροφία το έλεγε, για χάρη του ενδεούς πατρός της... Σπουδαίος επιχειρηματίας... Τη στρίμωξε πίσω απ' την πόρτα κι έχωσε το χέρι ανάμεσα, εισχωρούσε βίαια εκεί που έλειπε το κάτι ανάμεσα στα σκέλη...». Είναι και ο ίδιος χωρίς κάτι αποτελεσματικό ανάμεσα στα σκέλη, χωρίς στύση, ευνουχισμένος, με την ίδια μεταφορά που κι αυτή θεωρείται έτσι, εισχωρεί λοιπόν με βία, με τη λειτουργική ακρίβεια δονητή. «Έγραφε ακόμα ημερολόγιο ως Στρατής. Είχε κι έναν συμφοιτητή εκ Μυτιλήνης, Στρατής κι εκείνος… Ήταν μελαχρινός, με μάτια αναμμένα κάρβουνα…». Η απρόσμενη προσωποποίηση του "ετερωνύμου" της, οντικοποιεί τη φύση της, την οδηγεί στην ετερότητα, στη σχέση με το διαφυλικό συνεχές.

Στην έκτη εικόνα, η Δήμητρα, η Ρέα, η Άρτεμη. Οι αρχαίες θεότητες ενυπάρχουν μέσα σ' ένα σκηνικό αίματος. Ο Τιτάνας ευνουχίζεται από τον Κρόνο και ο Δίας ευνουχίζει τον Κρόνο. Η Θρησκεία θεμελιώνεται πάνω στο εφιαλτικό έγκλημα του ευνουχισμού, γιατί το νέο πρέπει να έρθει από άλλη παρθενογένεση, οι προ-πάτορες πρέπει να υποστούν τον ακρωτηριασμό σαν έκβαση του τέλους και του σκοπού της ιστορίας· δεν υπάρχει θρησκεία που δεν είναι θεμελιωμένη στο αίμα, στο έγκλημα, στον ευνουχισμό, που μας αποδίδει ά-φυλους σ' έναν μυστηριακό κόσμο αγγέλων. Στα μεταγενέστερα χρόνια των πιο απόκρυφων τελετών, ο ευνουχισμός του ιεροφάντη είναι η άρνηση του εγκόσμιου, ο Άττις και ο Ωριγένης μόνον έτσι θα βρεθούν στον χώρο της Μεγάλης Θεάς Κυβέλης, της Θηλυκής Αρχής, της Γης ή στον Χώρο της Ιερής Επαγγελίας, της Ουράνιας Ιερουσαλήμ. Έτσι εισάγεται η μεταφορολογία του ασκητισμού και της αναχώρησης.
Ο Θηλυκός Στρατής γίνεται Ιέρεια, οι θεές του Άνω και Κάτω κόσμου αναδύονται από το ασυνείδητο και της διδάσκουν πώς πρέπει να είναι οι σπονδές. Το κουνέλι μαλακό και εύγευστο σε αντίθεση με το γεύμα της Κηφισιάς... «Ζωή σε λόγου σου, ευχήθηκε ο επιχειρηματίας και φίλος του νεκρού. Εκείνη κούνησε μοναχά το κεφάλι. Κι αποσύρθηκε». Αξιοπρέπεια. Μπορώ να τελειώσω τώρα με την αγάπη του Auden:

Όσο τα δάκρυα κυλούν καυτά
Τον άτιμο τον γείτονά σου αγάπα

«ΕΙΚΟΝΑ ΟΓΔΟΗ, ΕΝΑΤΗ, ΔΕΚΑΤΗ: Έβγαλε τη φασκιά απ' το στήθος… Ανατρίχιασε...» Επανέρχεται στον εαυτό της… «Το πλοίο για τη Μυτιλήνη ξεκίνησε». Θα ψάξει τον αληθινό Στρατή. Δεν αμφισβητεί ότι είναι γυναίκα, με την αλήθεια που ξέρει πια. Χωρίς υστερία, χωρίς το στεγανό μιας καμπίνας. Γεμάτη όρεξη για τη ζωή της.



ΥΓ: Οι δέκα εικόνες παρουσιάζονται σαν μορφή ενός κινηματογραφικού προσεναρίου. Εύχομαι να γραφτεί σύντομα για το σινεμά ή την τηλεόραση. Ακόμη και η γραφή αυτού του μικρού σημειώματος πήρε κάτι από το λαχανιασμένο ύφος του μικρού αυτού γοητευτικού πεζού.


Μάιος 2016


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:





[i] Καίτη Στεφανάκη, Όζα ροζ: μικρά πεζά, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015, σελ. 79
[ii] W. Auden, «Βγήκα να περπατήσω ένα βράδυ», μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, Εντευκτήριο, τ. 109/2016, σελ. 38
[iii] Ζακ Ντερριντά, Έμβολα -Τα ύφη του Νίτσε, μετάφραση: Γ. Φαράκλας, Εστία 2002, σελ. 55
Βλ. γενικά «η γυναίκα ως ιδέα ― η γυναίκα δεν γεννιέται αλλά σχηματίζεται», Σιμόν ντε Μπωβουάρ
[iv] Καίτη Στεφανάκη, ό.π., σελ. 79
[v] Ζακ Ντερριντά, ό.π., σελ. 55
[vi] Ε. Κύβελου: Ψύχωση - Νεύρωση - Διαστροφή// Διαδίκτυο, 2010
[vii] Ε. Κύβελου: ό.π.

16.6.16

Μες στον βαθύ ουρανό/ Κάθε βουνό κι η υπογραφή του [ 1]


Ζωγραφική: Φώτης Μισόπουλος



του Βασίλη Γ. Χατζηβασιλείου


για τη συλλογή διηγημάτων Όζα ροζ της Καίτης Στεφανάκη, 
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 2015

Η Όζα ροζ είναι η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Καίτης Στεφανάκη. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως καλαίσθητο βιβλίο, που το εξώφυλλό του κοσμεί το άρτιας αισθητικής έργο του ζωγράφου Φώτη Μισόπουλου, ενώ στο πτερύγιο του οπισθόφυλλου εικονίζονται και οι άλλες δύο, υπέροχες επίσης, προτάσεις του ζωγράφου. Την αισθητική της έκδοσης συμπληρώνει ένα μικρό, διακριτικό κείμενο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, που με ακρίβεια ορίζει και σηματοδοτεί τα περιεχόμενά του. Τέλος, η συλλογή ευτυχεί να έχει τη σφραγίδα της ποιότητας και του γούστου των Εκδόσεων Εντευκτηρίου του Γιώργου Κορδομενίδη.

Μάλλον σπάνια συμβαίνει να νιώθει κανείς την ανάγκη, μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου, να θέλει να περιγράψει και να καταθέσει de profundis τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, την προσωπική του ματιά, δηλαδή την απολύτως προσωπική του εμπειρία, απότοκο της συνάντησής του με την πραγματικότητα των κειμένων ενός βιβλίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση του βιβλίου Όζα ροζ, της Καίτης Στεφανάκη.

Πρόκειται για μια εξόχως αυθεντική γραφή, που, με μοχλό μιαν εμμένουσα μνήμη, ανασκάπτει τη βιωμένη, παλιά και νέα, εμπειρία, τραύμα τις περισσότερες φορές, διαλέγεται μαζί της, την επικαιροποιεί, δηλαδή προσπαθεί να την αναγάγει στον ενεστώτα χρόνο, δίνοντάς της όμως τη βαθιά υπαρξιακή της έκταση, την ανθρώπινη διάστασή της, και γι’ αυτό, τολμώ να ισχυριστώ, τη διαχρονική της αξία. Έτσι μπορεί και συστήνεται ως μια γνήσια και αληθινή ψηλάφηση της ανθρώπινης ψυχής ή ως μια προσωπική καταγραφή της πάσχουσας ανθρώπινης συνείδησης να κατανοήσει και να κατανοηθεί.



Τα διηγήματα της Στεφανάκη εκκινούν από την εμπειρία της ζωής και της ζωής της. Η εμπειρία, η νοηματοδότηση και η κατανόηση της ζωής είναι ίσως ο πιο ασφαλής τρόπος να μαθαίνουμε βαθιά τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο όλο. Άλλωστε, το πρωταρχικό και καταλυτικό στοιχείο για τη συγκρότηση κάθε θεωρίας ζωής και ύπαρξης είναι ο δικός μας κόσμος, δηλαδή η δικιά μας ζωή και εμπειρία, και κάθε θεωρία ζωής εκκινεί, εξελίσσεται και εν τέλει επιβεβαιώνεται απ’αυτήν την εμπειρία. Τελικά, κάθε θεωρία ζωής έχει κριτήριο και συνοδοιπόρο της την εμπειρία που επιστρέφει ξανά και ξανά και προσδιορίζει τη στάση και και την πράξη της ζωής. Έτσι, τη στάση και την πράξη της ζωής του Όζα ροζ την εκκίνησε και την επιβεβαίωσε η εμπειρία της προσωπικής ζωής και του κόσμου όλου της συγγραφέα του˙ όμως, η Στεφανάκη δικαιώνεται, όχι γιατί είδε μόνο ή άκουσε μόνο, αλλά κυρίως γιατί απέκτησε την υπερβατική αίσθηση να βλέπει τις κραυγές και τους ψιθύρους και να ακούει τους ήχους τους κρυστάλλινους από τις εικόνες της να της χαϊδεύουν τα αυτιά! 

Θέλω να πω, δηλαδή, πως η Στεφανάκη δεν επαναπαύεται μόνο στην καταγραφή ή την περιγραφή της προσωπικής της εμπειρίας. Δεν ενδιαφέρεται να γράψει ημερολόγια. Η εμπειρία της είναι μόνο το έναυσμα, το νεύμα, η αφορμή. Το δύσκολο, το μεγάλο και σύνθετο ταξίδι της γραφής της αρχίζει αμέσως μετά. Η περιπέτεια της δημιουργικής λογοτεχνικής γραφής στέκεται μπροστά της και την προκαλεί, και αυτή τολμά να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί, να παλέψει και να αναμετρηθεί. Θυμίζω την άποψη του Γιάννη Ρίτσου στο θέμα αυτό: «η δική μας συγκίνηση, το δικό μας αίσθημα και συναίσθημα, η δική μας ματιά, τότε μόνον αφορούν τον άλλο, εάν είναι σε θέση να «ανυψωθούν» πάνω και πέρα από μας, από το βίωμα και την εμπειρία μας, εποπτεύοντας ανεξίθρησκα το σύμπαν, χωρίς όμως να χάνουν το ειδικό βάρος και τη μοναδικότητά τους» [2]. Αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση στην περιπέτεια της γραφής, και η υπέρβαση αυτή στα κείμενα της Στεφανάκη ―με τον ένα ή τον άλλο τρόπο που επιλέγει η ίδια, ή κατανοούμε εμείς ως αναγνώστες― είναι εμφανής.

 Ο μύθος, ο λόγος, οι ήρωες και οι αντι-ήρωες, το ήθος τους, οι περιπέτειές τους, η σκηνογραφία, ο τόπος και ο χρόνος, το πραγματικό και το συμβολικό, το υποκείμενο και ο κοινωνικός περίγυρος, το μέσα και το έξω, το σώμα και η ψυχή, το εμφανές και το κρυφό, οι εσοχές και οι εξοχές του λόγου, τα ερωτήματικα που δύσκολα απαντώνται, τα αποσιωπητικά… καλούνται να υπηρετήσουν αυτήν την πρόσκληση, αυτήν την πρόκληση! Εδώ και τώρα είναι η στιγμή της μεγάλης απόφασης, είναι η στιγμή της υπόγειας, της απόκρυφης ή αφενέρωτης δειλίας, του μεγάλου θυμού ή της μεγάλης ανθρώπινης κατανόησης, της συγχώρεσης. Τώρα είναι οι μεγάλες απαντήσεις που πρέπει να δώσει: τι θαυμάζει, τι επιθυμεί, τι αποστρέφεται, με τι απορεί, τι δέχεται, τι απορρίπτει, τι αγαπά, πού στρέφεται ένα παλιό μίσος που πρέπει να κατανοήσει και να ελέγξει, πού να προσφέρει τα ανεπίδοτα αισθήματα!

Άλλωστε, όλα αυτά συστήνουν και τον ά-τοπο ακόμη τόπο της μυθοπλασίας της. Μια μυθοπλασία που, απαιτώντας να οριστεί ως μια καινούργια δημιουργία, απαιτεί δικαιωματικά να υπερβεί το στενά προσωπικό, την ιδιωτική μικρή ιστορία, να υπερβεί την πραγματικότητά, προτείνοντας μια άλλη πραγματικότητα, τη δική της κειμενική πραγματικότητα. Μια μυθοπλασία που, έχοντας όπλα της τη φαντασία και το όνειρο, τη γνώση και την επίγνωση, τη διάκριση και την ευθύνη, θέλει να προσεγγίσει, θέλει να εγκολπωθεί το γενικώς ανθρώπινο, μετουσιώνοντάς το σε πρωτοφανέρωτη δημιουργία, και μ’ αυτόν τον τρόπο να συνομιλήσει και να διαλεχθεί και έτσι να αναδημιουργήσει τον κόσμο· που σημαίνει να υμνήσει, στον βαθμό της ικανότητάς της, τον ανθρώπινο πόνο, την ανθρώπινη χαρά, τη ζωή των ανθρώπων, τη ζωή μας, εξαγγέλοντας το μεγάλο μήνυμα ότι ίσως «η ζωή είναι μια ασθενική μορφή της λογοτεχνίας» [3].

Αυτό που εντυπωσιάζει στη γραφή της Στεφανάκη είναι η λιτότητα της έκφρασής της. Νομίζω ότι η αφαίρεση αποτελεί ένα από τα σημαντικά και αναγνωρίσιμα στοιχεία της γραφής της. Ένα άλλο είναι οι λέξεις της. Αυτές δεν προκύπτουν ποτέ μέσα στη δίνη μιας τυχαιότητας, που λέγεται στιγμή ή έμπνευση, αντίθετα είναι βάσανο μεγάλο, είναι μια κοπιώδης αναζήτηση και επιλογή, που σημαίνει ότι είναι μια διαρκής αναμέτρηση με το νόημά τους, με το ύφος τους, με την ιστορία τους, με το ειδικό νόημα που κομίζουν οι λέξεις αυτές σε κάθε φραστική περίσταση. Πρόκειται για έναν μεγάλο σεβασμό. Όμως, και οι λέξεις της αντι-χαρίζονται και προσφέρονται αντίδωρο στο νόημα που η ίδια θέλει να προσδώσει. Και εδώ πρόκειται για έναν μεγάλο εναγκαλισμό!

« …
Ήρθε ήρθε.
Ήρθε μια λέξη, ήρθε,
Ήρθε διασχίζοντας τη νύχτα,
Ήθελε να φωτίσει, ήθελε να φωτίσει.
…»
[4] Paul Celan, Γλωσσικό Πλέγμα, Στρέττο

Η Στεφανάκη πονά, αγαπά και σέβεται τις λέξεις. Κοιμάται αγκαλιά και ξυπνά πάλι αγκαλιά μ΄αυτές, τις αφήνει να ησυχάσουν, όταν χρειάζεται, τις κινητοποιεί όταν είναι έτοιμες. Δεν λυπάται να αφήσει πολλές από τις λέξεις που την επισκέπτονται σε μια άκρη, βαθιά στην ψυχή της, φυλαγμένες καλά. Θα τις ανασύρει μόνο και όταν είναι έτοιμες αυτή και οι λέξεις της για τη μεγάλη αναμέτρηση, δηλαδή για την απόδοση του ad hoc νοήματός της. Κι αυτό γιατί πιστεύει πως κάθε λέξη είναι προορισμένη να συμμετάσχει σε μια καινούργια μικρή οικογενειακή ευτυχία λέξεων. Και τις προετοιμάζει γι’ αυτήν τη μικρή ευτυχία λέξεων, δηλαδή την ευτυχία του ολοκληρωμένου και σαφούς νοήματος. Γιατί τίποτα δεν γίνεται τυχαία, γιατί προορισμός των λέξεων δεν είναι ούτε να επικαλύπτουν, ούτε να επικαλύπτονται υποκριτικά, πλαστά και βλάσφημα. Οι λέξεις, η επιλογή των λέξεων στο βιβλίο της Στεφανάκη είναι ένας τρόπος του ζην και του υπάρχειν, αυτές οι τόσο περήφανες, αυτοδύναμες, λιτές, αυτάρκεις λέξεις, είναι μόχθος καθημερινός, είναι αγώνας αδυσώπητος αυτός ο τόσο περήφανος, αυτοδύναμος, λιτός, αυτάρκης διηγηματικός λόγος κι όλα αυτά δεν γίνεται παρά να παραπέμπουν στη γραφή, δηλαδή στο ήθος, στην πρωτοτυπία, στην επάρκεια, στην προσωπικότητα του δημιουργού.

Στη γραφή της Στεφανάκη συνάντησα μια θαρραλέα, απόλυτα γυναικεία, φωνή-γραφή που δε φοβάται να ψηλαφήσει άγριες, βίαιες, μυστικές, ανερμήνευτες και οριακές στιγμές της ανθρώπινης φύσης και της ανθρώπινης ψυχής. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή η γραφή, ιδιαίτερα τις στιγμές εκείνες που προσπαθεί να προσεγγίσει το όλον του ανθρώπινου είναι μέσα στη συνομιλία και τη σύζευξη των αντιπάλων και των αντιθέτων σκέψεων και συναισθημάτων.
Αυτό, για μένα, συστήνει την επιδίωξη κάθε λογοτεχνικού λόγου που είναι ή πρέπει να είναι η συγκίνηση με συστατικά της τον στοχασμό και το συναίσθημα μαζί.

Ακόμη, δεν ξεχνώ το μεγάλο προσόν μιας γραφής και της γραφής της Στεφανάκη, που ξέρει πότε σου κλείνει το μάτι με νόημα, που αφήνεται να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, που θέλει να έχει χιούμορ και "ελαφράδα", και αν χρειαστεί μια πολύ βαθιά, τρυφερή, εξισορροπητική "λάμπουσα λύπη". Η ζωή και ο θάνατος, ο έρωτας και το πάθος, η αγάπη και το μίσος, η επιθυμία και η ματαίωσή της, η μοναξιά που αναστοχάζεται και η ερημιά του αδιέξοδου, η άγρια "αφοπλιστική" δικαιοσύνη, ο θυμός και η τρυφεράδα, το συγχωρητικό βλέμμα, όλα τα συναισθήματα βγαλμένα από ένα δεύτερο βάθος ψυχής, συνομιλούν και συνταιριάζονται τόσο ριζικά αρμονικά, που τελικά συστήνουν μιαν "ευφωνία", δηλαδή αυτήν την "αφοπλιστική" δικαιοσύνη της ζωής και του κόσμου μας

Μέσα από τα διηγήματα της Καίτης Στεφανάκη αναδύεται εν τέλει μια ισχυρή γυναικεία, σχεδόν αρχετυπική περσόνα, που επιλέγει, επειδή γνωρίζει, να δωρίζει ευκαιρίες, συγχώρεση και δώρα σε όλους, πολλές και πλούσιες ανθοδέσμες με πολύχρωμα λουλούδια, ακόμη και σ’ αυτούς που την πλήγωσαν. Όμως, όταν και εφόσον χρειαστεί, έχει στη φαρέτρα της και όπλα, όπλα δυνατά και ανίκητα όπλα και ξέρει τότε πολύ καλά πώς υπερασπίζεται κανείς την τιμή και την αξιοπρέπεια του, γιατί η γραφή της Καίτης Στεφανάκη θέλει, διεκδικεί να είναι:

 «δίκαιη στα στυφά του κόσμου και στο ρολόι αλάθητη».[5]




Θεσσαλονίκη, Μάιος 2016





[1] Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον,
[2] Συνομιλώντας με τη Μάρω Δούκα, Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, 17 Μαϊου 2016
[3] Νάσος Βαγενάς, Η Εσθήτα της Θεάς

[5] Οδυσσέας Ελύτης, Δυτικά της Λύπης, Ως Ενδυμίων,Ίκαρος, Αθήνα 1995, σ. 2