10.8.20

Ο φόβος του τέλους, του οποιουδήποτε τέλους



της Μαρίας Στασινοπούλου
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

πηγή: https://www.efsyn.gr  [Εφημερίδα των Συντακτών / Ανοιχτό Βιβλίο], 8 Αυγούστου 2020

Ενα κείμενο που σε αδράχνει γοητευτικά από την πρώτη στιγμή είναι η νουβέλα Γυμνός του Χρήστου Χρηστίδη – υποδειγματική τυποτεχνικά έκδοση του Εντευκτηρίου. Πρόκειται για μια επώδυνη περιδιάβαση σε χώρα «αχαρτογράφητη»· για μία άλλη κάθοδο στον Αδη, στο μεταίχμιο της ύπαρξης και της ανυπαρξίας: «το σάβανο από το σπάργανο απέχει μια ανάσα».

Ξεκινώ από τον χωρίς άρθρο τίτλο, Γυμνός, που γενικεύει την ιδιότητα, δεν μιλά δηλαδή για έναν συγκεκριμένο γυμνό. Ενστικτωδώς, το μυαλό μου πήγε στον Ιώβ – όχι άστοχα, όπως διαπίστωσα στη συνέχεια: «Αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί∙ ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο»∙ (σε ελεύθερη μετάφραση: «Γυμνός απ’ την κοιλιά βγήκα της μάνας μου, γυμνός και θα γυρίσω πίσω στη μάνα γη. Ο Κύριος όλα τα ’δωσε, ο Κύριος και τα πήρε πίσω»).1

Ας ακολουθήσουμε τον μίτο της αφήγησης. Ενα παράξενο ζευγάρι, ο πρόσφατα χειρουργημένος με μερική αφαίρεση εντέρου ηλικιωμένος ασθενής (που επιπλέον υποφέρει και από άσθμα), στο καροτσάκι, και ο συνοδός του, επιβάτες αεροπλάνου, βρίσκονται, εξαιτίας της αναγκαστικής προσγείωσής του, σε μια πόλη-χώρα περίεργη, εφιαλτική, και παγιδεύονται σ’ έναν παράλογο λαβύρινθο. Μία πόλη σαν στημένο, από κάποιον παρανοϊκό σκηνοθέτη, σκηνικό, όπου έχουν νεκρώσει τα πάντα, άλλοτε από γενική απεργία και άλλοτε από καραντίνα, και όπου κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν. Δεν υπάρχει έλεγχος, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις, δεν υπάρχει τίποτα. Μια γενική ανατροπή του χώρου και του χρόνου, στην πραγματικότητα και στη φαντασία. Μια δυστοπική επικράτεια, μια πόλη όπου κυριαρχεί από τη μια η ανεξέλεγκτη ελευθερία και από την άλλη η άρνηση παντοδύναμη. Σιγά σιγά φαίνεται να επιστρέφουν όλα στην κατάφαση. Η απροσδιοριστία του δραματικού χωροχρόνου κύριο γνώρισμα στο θέατρο του παραλόγου.

Στην περιπλάνησή τους, για να βρουν κατάλυμα ή φαγητό, οι δυο ταξιδιώτες συναντούν διάφορα μη συνηθισμένα πρόσωπα-απομεινάρια στην πόλη του αφανισμού και διαλέγονται μαζί τους. Τα πρόσωπα αυτά μνημονεύονται με κάποια ιδιότητα προσδιοριστική, όπως: «Ο γέρος με την γκρίζα στολή και τα ρόδινα μάτια», «η γριά με τα παγωμένα δάκρυα», «ο άνδρας με τις πολύχρωμες σκιές», «ο θεόρατος αστυνομικός με τα πουλιά» κ.ά.

Σε κάθε άνθρωπο που συναντούν, ή στα διάφορα σημεία όπου βρίσκονται οι δυο άνδρες, ο ανάπηρος κάνει συνειρμικές αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα της προηγούμενης ζωής του, τα οποία και αφηγείται. Ετσι, θυμάται, για παράδειγμα: έναν αλμπίνο συμμαθητή του∙ τον παχύσαρκο ιερωμένο θείο του με τα παραδείσια πτηνά∙ τον ψυχίατρο στον οποίο τον πήγαιναν οι γονείς του∙ τον αδύναμο εαυτό του παιδί∙ τον ενήλικο εαυτό του τρόφιμο των νοσοκομείων, βυθισμένον στη μελαγχολία. «Αυτή η κοιλάδα είναι βάλτος αναμνήσεων και νοσταλγίας», λέει.



Ολα συμβαίνουν σ’ ένα κίτρινο θαμπό φως, σε κίτρινη ομίχλη, με κίτρινες σκιές, συχνά με την υπόκρουση της βροχής ή την ταραχή του κατακλυσμού, σε κλίμα που ανακαλεί αδιέξοδα του Κάφκα ή ασύμβατα του Μπέκετ. Παντού καιροφυλακτεί το κενό, ένα κάποιο κενό, άβυσσος κάποτε, όπου ο αδύναμος άνθρωπος βολοδέρνει ανάμεσα στο παράλογο και στο ακατανόητο.

Ενα τραύμα, μια ενοχή κινεί τον διχασμένο σε δυο πρόσωπα άνθρωπο: τον ανάπηρο και αυτόν που σέρνει το καροτσάκι. Στο τελευταίο κεφάλαιο οι ρόλοι ταυτίζονται και αποκαλύπτεται το διχαστικό παιχνίδι, τους όρους του οποίου υπαγορεύει ο χρόνος και η υπαρξιακή αγωνία. Κομβικό πρόσωπο στην αφήγηση η τρίχρονη δίδυμη αδελφή του ανάπηρου, η Τάτα, που αυτοπυροβολήθηκε –μπορεί και όχι– και η μεταξύ τους ύποπτη σχέση. Το μυστικό καλά κρατεί.

Με το κατακτημένο εξαρχής ύφος του, ο Χρηστίδης χρησιμοποιεί δεξιοτεχνικά τη γλώσσα για τη γλώσσα αλλά και τη γλώσσα για την αφήγηση. Ευγένεια γραφής ακόμη και όταν κάνει πιπεράτες περιγραφές. Φράσεις περίτεχνες και απροσδόκητες: «οι έωλες προσδοκίες», «ο χρόνος που τραυλίζει». Λεπτομέρειες εντυπωσιακές στην περιγραφή της φύσης, των προσώπων, των χώρων, ακόμη και των ημιπολύτιμων λίθων. Μιλά για τα ρούχα των ηρώων του, σαν να είναι ενδυματολόγος, και για το εσωτερικό των σπιτιών, σαν να είναι σκηνογράφος. Τα τζάμια και οι καθρέφτες, που επιστρέφουν είδωλα, αγαπημένη καταφυγή του συγγραφέα.


[κλικάρετε πάνω στην εικόνα, για να μεγαλώσει]


Οπως και στο πρώτο του βιβλίο, Ο αναποδογεννημένος, το θέμα του Χρηστίδη είναι ο χρόνος, η φθορά και ο θάνατος. Σπουδή θανάτου έχουμε κι εδώ. Ενθυμούμενος μία γραμματέα στη δουλειά του, ο ανάπηρος λέει: «Η μελαγχολία τη δυνάστευε. Ακόμη και στους πιο βαθείς οργασμούς της, δεν είχε τη χαρά της κορύφωσης αλλά τη θλίψη του τέλους» γι’ αυτό κατέφευγε σε ποικίλα χάπια, «χάπια για τον πόνο, χάπια για τον φόβο, χάπια για την απελπισία, χάπια για να κατευνάσουν τον τρόμο της για το τέλος των πραγμάτων. Τη φόβιζε το τέλος, το οποιοδήποτε τέλος».
1. Παλαιά Διαθήκη, Ιώβ, Κεφ. Α', 21-22.


3.8.20

Συγγραφείς, προβάλετε τα βιβλία σας στο υπό έκδοση τεύχος 120-121 του Εντευκτηρίου

Για τους συγγραφείς που ενδιαφέρονται να προβάλουν τα βιβλία τους μέσω του νέου, υπό έκδοση του Εντευκτηρίου (Νο 120-121), προσφέρεται χώρος μισής σελίδας (Π 11,5 εκατ. x Υ 9,5 εκατ.) στην προνομιακή τιμή των 50 ευρώ.
Οι ενδιαφερόμενοι ας στείλουν μήνυμα στο entefkti@otenet.gr



Το τεύχος θα κυκλοφορήσει στις 27 Αυγούστου και θα παραμείνει στα βιβλιοπωλεία έως τις 13 Οκτωβρίου 2020.



Κώστας Λαλές [ Συλλογή Σωτήρη Φέλιου ]


                  Κώστας Λαλές: Χωρίς τίτλο. 2014-2015. Γύψος, σίδερο, ξύλο, 164 x 42 x 22 εκ.                


Η Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, στο πλαίσιο των μηνιαίων αφιέρωμάτων της σε έναν καλλιτέχνη από τη Συλλογή, απευθύνθηκε στον Κώστα Λαλέ για να μοιραστεί μαζί με το κοινό τα ερεθίσματα της δημιουργίας του τον τελευταίο καιρό.

Συνεργάτες της Συλλογής επισκέφθηκαν τον εικαστικό καλλιτέχνη στο ατελιέ του, και εκείνος τους μίλησε για την καθημερινότητα και τις συνήθειές του. Ακολουθήστε τη Συλλογή στα Facebook και Instagram για να δείτε αυτή τη συνάντηση!

Η Συλλογή συνεχίζει να είναι κοντά στο κοινό διαδικτυακά μέσω της ιστοσελίδας μας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης Facebook και Instagram.

12.7.20

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης διαβάζει απόσπασμα από την 24η ραψωδία της «Οδύσσειας» σε δική του μετάφραση



Στην παρουσίαση του ψηφιακού δίσκου «Όμηρος - Ησίοδος. Μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης. Διαβάζουν: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Φιλαρέτη Κομνηνού» (Εκδόσεις Εντευκτηρίου & 9,58 fm/ΕΡΤ3), ο Μαρωνίτης διάβασε απόσπασμα από την αδημοσίευτη τότε μετάφρασή του της 24ης ραψωδίας της «Οδύσσειας». Η εκδήλωση (η πρώτη που έγινε στο Underground Εντευκτήριο πριν ακόμη από τα "επίσημα" εγκαίνια του χώρου) πραγματοποιήθηκε στις 15.12.2001.

[Διατίθενται ακόμη μερικά αντίτυπα αυτού του ψηφιακού δίσκου, που αποστέλλεται με αντικαταβολή 15,00 ευρώ ― περιλαμβάνονται έξοδα συσκευασίας & αντικαταβολής. Πληροφορίες - παραγγελίες: entefkti@otenet.gr]

2.7.20

Εντευκτήριο Νο 119 (2020)




Στον 33o χρόνο


ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
Σελίδες για την Όλγκα Τοκάρτσουκ, ποίηση και πεζογραφία, άρθρα, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, ζωγραφική, φωτογραφικό ένθετο

Τχ. 119 [Φεβρουάριος 2020], 160 σελ., τιμή 10,00 ευρώ

[ το τεύχος θα παραμείνει στα βιβλίοπωλεία μέχρι τα μέσα Ιουνίου ]


ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΓΚΑ ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ
«Ο χρόνος όλων των ταξιδιωτών είναι πολλοί χρόνοι σε έναν, ολόκληρο πλήθος. Είναι χρόνος νησιών, χρόνος στα αρχιπελάγη της τάξης μέσα σε έναν ωκεανό χάους, είναι χρόνος παραγόμενος από τα ρολόγια των σταθμών, παντού διαφορετικός — πρόκειται για χρόνο κανονισμένο, για έναν χρόνο μεσημβρινό, που κανείς δεν παίρνει ιδιαιτέρως στα σοβαρά. Σε ένα αεροπλάνο εν πτήσει οι ώρες εξαφανίζονται, η ανατολή έρχεται με ταχύτητα αστραπής και πίσω της τρέχουν το μεσημέρι και το βράδυ. Ο αγχώδης χρόνος των μεγαλουπόλεων όπου φτάνει κανείς για λίγο μόνο για να βρεθεί αιχμάλωτος μιας βραδιάς, και από την άλλη ο οκνηρός χρόνος των ακατοίκητων πεδιάδων που βλέπει κανείς από το αεροπλάνο. Πιστεύω επίσης πως η οικουμένη χωράει κάπου μέσα, στις εγκεφαλικές έλικες, στην επίφυση, σου κάθεται στον λαιμό αυτή η υδρόγειος. Εδώ που τα λέμε, μπορεί να βήξεις και να τη βγάλεις». Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σπονδυλωτό αφήγημα της Ολγκα Τοκάρτσουκ «Πλάνητες», που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα ελληνικά (σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Δ. Ιωαννίδου), τμήματα του οποίου περιλαμβάνονται στις 34 σελίδες που αφιερώνει το νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» στη βραβευμένη με το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2018 Πολωνή συγγραφέα. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμη την ομιλία της κατά την τελετή απονομής του βραβείου (μετ.: Γιώργος Θεοχάρης), καθώς και ένα κείμενο του Σουηδού συγγραφέα Γιαν Χένρικ Σβαν, ο οποίος την πρωτομετέφρασε από τα πολωνικά στα σουηδικά πριν από είκοσι ολόκληρα χρόνια.




ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ - ΔΟΚΙΜΙΟ

Στο ίδιο τεύχος, ποίηση των Γιώργου Βέλτσου, Βάκη Λοϊζίδη, Γιάννη Δούκα, Θανάση Μαρκόπουλου, Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, Γιάννη Σαρηγιαννίδη, Αλέξιου Σαββάκη, Σταμάτη Ντώνια, Δημήτριου Κρούκη, και πεζά  των Θεόδωρου Γρηγοριάδη, Διαμαντή Αξιώτη, Δημήτρη Μίγγα, Μαρίας Στασινοπούλου, Χασάν Καϊλή, Γιάννη Πάσχου, Γιώργου Παπαδημητρίου.
«Ένας μυθιστοριογράφος χρειάζεται τη γραφομηχανή του, ένας ποιητής όμως μπορεί να γράψει οποτεδήποτε, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Μερικές φορές γράφω το ποίημα στο μυαλό μου ενώ βρίσκομαι, για παράδειγμα, στο λεωφορείο ή περπατάω στον δρόμο. O ρυθμός των βημάτων με βοηθά στην κα­τασκευή των στίχων. Έπειτα, αμέσως μόλις επιστρέψω στο σπίτι, το κατα­γράφω. Για πολύ καιρό, όταν ήμουν νέος, έγραφα τις νύχτες. Είναι πιο ήσυχα, πιο ήρεμα. Αλλά, το να γράφεις τη νύχτα μεγεθύνει τη μοναξιά του συγ­γραφέα. Τώρα πια γράφω πολύ νωρίς το πρωί και το απόγευμα. Προσφέρει πραγματικά ευχαρίστηση να τελειώνεις τη σελίδα όταν πέφτει η νύχτα.» Λόγια του Μεξικανού ποιητή και πεζογράφου Οκτάβιο Πας (επίσης τιμημένου με Νομπέλ Λογοτεχνίας) σε συνέντευξή του στον Άλφρεντ Μακ  Άνταμ, αποσπάσματα της οποίας (μετ.: Άκης Παραφέλας) επίσης περιλαμβάνει το τρέχον τεύχος του «Εντευκτηρίου».
Σε άλλες σελίδες, ο Χρήστος Καββαδάς αφηγείται την ιστορία δύο “ιδιωτικών” αναγνώσεων ραψωδιών της «Οδύσσειας» από τον μεταφραστή τους, Δ. Ν. Μαρωνίτη, ενώ ο Τάκης Σπετσιώτης αποκαλύπτει «κρυμμένα ονόματα» στα πεζά του Κώστα Ταχτσή.
Στο «Απουσιολόγιο», ο Δημήτρης Αθηνάκης ξεπροβοδίζει” την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης μνημονεύει τον «τυπογράφο του πολιτισμού» Γιάννη Μουγκό.

Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν έργα της Φωτεινής Χαμιδιελή.




ΚΡΙΤΙΚΗ
               
Τις κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους υπογράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ (Δήμητρας Λουκά: Κόμπο τον κόμπο)· Μαρία Στασινοπούλου (Γιώργου Συμπάρδη: Αδέλφια)· Λίνα Πανταλέων (Μάρως Δούκα: Πύλη εισόδου και Ηλία Μαγκλίνη: Είμαι όσα έχω ξεχάσει)· Αθηνά Αθανασίου (Μάριου Χατζηπροκοπίου: Τοπικοί τροπικοί)· Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος (Κώστα Πλαστήρα: O παράλληλος χρόνος των άλλων)· Κλεοπάτρα Λυμπέρη (Γιώργου Βέη: Ινδικοπλεύστης)· Βαρβάρα Ρούσσου (Γιώργου Γωνιανάκη: Τι είπε το ποτάμι)· Χρύσα Βλάχου (Γιάννη Στεφανάκη: O κόσμος των πραγμάτων)· Χρύσα Φάντη (Αρχοντούλας Διαβάτη: Κινητή γιορτή)· Βασίλης Γ. Χατζηβασιλείου (Κυριαζή Πιτιλάκη: Inventio).
Στην τακτική στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», ο Βασίλης Αμανατίδης γράφει για βιβλία της Κλαρίσε Λισπέκτορ και της Αγαθής Δημητρούκα αλλά και για ένα cd της Nalyssa Green, ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζει πρόσφατες εκδόσεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ 
             
Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Κυριάκου Συφιλτζόγλου (υπό τον γενικό τίτλο «Αλωνιστικός φακός»), για τα οποία ο ίδιος παρατηρεί: «Εν κινήσει με τραίνα, εν κινήσει με λεωφορεία, σε Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία. Εν κινήσει ο φακός, ο αμφιβληστροειδής πίσω από το τζάμι. Έξω ακίνητο τοπίο, κυρίως χωράφια σε κάθε εποχή. Κυρίως γραμμές και χρώμα. Κυρίως μια ομοιοκαταληξία, μέσα-έξω, το βλέμμα. Κυρίως γεωμετρία, καμβάς, αόρατο πινέλο εκεί που δεν φαντάζονται οι άλλοι ― ερήμην. Με λίγα λόγια: ανθρώπινος μόχθος, σπορά, λίπασμα, ποτιστικά, αλωνιστικές μηχανές, όργωμα και ξανά από την αρχή. Βιοπορισμός για ζωτικές ανάγκες και καθημερινή αγωνία ― δύσκολα χωρά η τέχνη. Όχι απασχόληση αλλά εργασία. Αυτοί τη δουλειά τους, δεν υποψιάζονται ― η κόρη του ματιού τη δική της δουλειά. […]»




Της ύλης του τεύχους προτάσσεται, δίκην εκδοτικού σημειώματος, το κείμενο του διευθυντή του «Εντευκτηρίου», Γιώργου Κορδομενίδη. «Προδρομική – προφητική κριτική του Ντίνου Χριστιανόπουλου για το βιβλίο της “Σωτηρούλας” (2019), που χρησιμοποιεί στον τίτλο το ονοματώνυμό του». Η δημοσίευση περιλαμβάνει χειρόγραφη, αδημοσίευτη επιστολή του Χριστιανόπουλου, που χρονολογείται το 1990.


30.6.20

Από το ενθάδε στο επέκεινα



της Λίνας Πανταλέων

πηγή: Καθημερινή (28.6.2020)


Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η


«Δυστυχώς, για όλους υπάρ­χει σπίτι σε αυτήν την πό­λη». Δύο άνδρες βρίσκο­νται παρατημένοι, εξαιτίας μιας αναποδιάς, σε μια αδιανόητη χώρα. Ο ένας, μεσήλικας, εξοργίζεται με την απρόσμενη εξορία, ενώ ο άλλος, βαριά άρρωστος, ψυχομαχεί σε ένα αναπηρικό καρότσι. Περιδιαβαίνοντας στην πόλη συνομι­λούν με περίεργους τύπους, που επιτείνουν τον οικιστικό παραλο­γισμό. Έρημες λεωφόροι, τσιμεντένια κτίρια, αφώτιστες είσοδοι πολυκατοικιών, βουβά παράθυ­ρα, όλα κενά από σημάνσεις, βυ­θισμένα σε ωχρή ομίχλη. Το πιο παράξενο είναι πως οι γηγενείς ή οι μέτοικοι της ζοφερής πολιτείας επιμένουν πως οι δύο ξένοι έχουν και αυτοί σπίτι στην πόλη.
Ύστερα από τον αξιοπρόσεκτο Αναποδογεννημένο (Εκδόσεις Εντευκτη­ρίου, 2016), ο Χρήστος Χρηστίδης επανεμφανίζεται με μία ιλαρή περιήγηση σε μια νεκρόπολη. Οι συνδηλώσεις του θανάτου είναι διάσπαρτες στην αφήγηση, ενώ τα διαλογικά μέρη υπονοούν ότι οι δύο ξένοι πορεύονται προς την τελευταία τους κατοικία. Άκρως αλλόκοτοι οι αυτόκλητοι νεκροπομποί. Ένας τούς πληροφορεί πως έχουν φτάσει σε τερματικό σταθμό απ’ όπου δεν γίνονται πλέον αναχωρήσεις. Άλλος τους προειδοποιεί πως θα ήταν καλύ­τερο να μη βρουν το σπίτι τους. Ένας άλλος τους λέει απερίφρα­στα: «Εδώ, είμα­στε όλοι νεκροί!», προσθέτοντας στη δυσοίωνη δή­λωση: «Το σπίτι σας είναι ο τάφος σας». Ένα κορι­τσάκι που παίζει με ένα περίστρο­φο, υποδηλώνοντας έτσι την αι­τία του θανάτου του, λέει στους δύο άνδρες πως εκεί όλοι μένουν μόνοι και κανένας δεν φεύγει. «Δεν υπάρχει μετά». «Γιατί έμεινε μό­νο το πριν».

Σε αυτό το «πριν» περιηγούνται οι δύο άνδρες, που στην ουσία εί­ναι ένας, διχοτομημένος ανάμεσα στο ενθάδε και στο επέκεινα. Πιο κοντά στο τέλος, ο ηλικιωμένος ανακαλύπτει στις ιστορίες των κα­τοίκων δικές του μνήμες, αλγεινά στιγμιότυπα, που αχνοφέγγουν στα έγκατα του νου. Ο ετοιμοθάνατος καταλαβαίνει πως η γεύση του χώματος είναι διαφορετική από στόμα σε στόμα. Εκείνος ο άλλος κόσμος, όπου περιπλανιό­ταν, επιζούσε μέσα του. Ηταν μία κοιλάδα νοσταλγίας. Οι συνειρμοί, που αναρριπίζουν στη συνείδησή του οι παράφρονες συνομιλίες, αποτελούν τα πιο συγκινητικά κομ­μάτια του βιβλί­ου. Ο Χρηστίδης συλλογίζεται πως «ο φόβος του θα­νάτου γεννά λυ­τρωτικό γέλιο». Επίλογος των σπαρταριστών διαλόγων είναι ο ρόγχος του ηλικι­ωμένου, απ' όπου αναβλύζουν εικόνες άγριας οδύνης. Συναρπάζει, λόγου χάριν, η ιστορία της γυναίκας που έπασχε από μελαγχολία για το τέλος των πραγμάτων. Ο ηλικιωμένος θυ­μόταν τα αναφιλητά της και την ακατάπαυστη προσπάθειά του να την παρηγορεί, λέγοντάς της ιστορίες δίχως τελείες.
Η παρενδυσία του μακάβριου σε ασύδοτη κωμικότητα θυμίζει την αιρετική γραφή του Σάκη Σερέφα. Μέσα από την περιπλάνηση του δισυπόστατου ήρωα σε μία γι­γάντια οστεοθήκη, ο Χρηστίδης ακολουθεί μια ανάστροφη πορεία, από το εκεί στο κάποτε. Έτσι, από τον νεκροθάλαμο καταλήγει στο λίκνο, γιατί «το σάβανο από το σπάργανο απέχει μια ανάσα». Ο άρρωστος άνδρας ανακαλύπτει στην τελευταία του κατοικία το πρώτο του σπίτι, το παιδικό του δωμάτιο. Εκεί μέσα τον παραμο­νεύει το πρωταρχικό τραύμα, το οποίο η μνήμη, λίγο προτού γί­νει λήθη, περιθάλπει, διαμοιράζοντάς το σε αστείες εξιστορή­σεις τεθνεώτων, κατοίκων μιας αμέριμνης χώρας.


[ πατήστε με τον κέρσορα πάνω στην εικόνα, για να μεγαλώσει ]

Εντυπωσιάζει η απλότητα με την οποία ο Χρηστίδης χτίζει ένα δαιδαλώδες πολεοδομικό συγκρό­τημα θανάτου. Τίποτα δεν δείχνει εξεζητημένο. Ούτε η κωμωδία ού­τε το δράμα. Η γραφή δεν αδη­μονεί για το ξάφνιασμα. Ο ήρωας κατευθύνεται στον τάφο του ακούγοντας τους νεκρούς να γε­λούν. Εκεί πέρα τελειώνουν όλα, «οι απαντήσεις, οι ερωτήσεις, οι λέξεις, ακόμα και οι σιωπές». Η αφήγηση απαλλάσσεται βαθμιαία από χαρά και λύπη, για να εκπνεύσει στην τελευταία σελίδα σε ένα αμετανόητο ερωτηματικό.

Χρήστος Χρηστίδης
Γυμνός: Νουβέλα
Θεσσαλονίκη
Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2020
154 σελ.

12.6.20

Χρήστος Χρηστίδης: Γυμνός



Μόλις κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου

Χρήστος Χρηστίδης
Γυμνός: Νουβέλα
Θεσσαλονίκη
Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2020
160 σ.
ISBN 978-960-7568-63-2
Τιμή: 11,00 (περιλαμβάνεται ΦΠΑ)

Μετά την αναγκαστική προσγείωση του αεροπλάνου τους, δύο επιβάτες βρίσκονται σε μια αχαρτογράφητη χώρα και εκεί τους ρουφάει, σχεδόν τους καταπίνει, μια αλλόκοτη, λαβυρινθώδης, φασματική πόλη, όπου συναντούν πρόσωπα άγνωστα αλλά και ταυτόχρονα οικεία.
Μία νουβέλα που διασταυρώνει παραμιλητό με στιχομυθία, φάρσα με ζόφο, ασθματικό με μακροπερίοδο λόγο, καθώς η αγωνία της πλοκής διολισθαίνει στην αγωνία της ύπαρξης.


Ο Χρήστος Χρηστίδης γεννήθηκε το 1953 και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής Αθηνών, σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου. Το 2016 εξέδωσε το αφήγημα Αναποδογεννημένος.


Διαβάστε τις πρώτες σελίδες του Γυμνού εδώ: https://issuu.com/christos_christidis/docs/gymnos-apospasma

Διαβάστε κριτικές για τον Αναποδογεννημένο εδώ: https://issuu.com/christos_christidis/docs/anapodogennimenos-kritikes







9.6.20

Κυριάκος Ευθυμίου: Το κόκκινο άλογο


Μόλις κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου:

Κυριάκος Ευθυμίου
Το κόκκινο άλογο: Δεκαοχτώ μικρά διηγήματα
Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2020
64 σ.
ISBN 978-960-7568-62-5
Τιμή: 8,48 (περιλαμβάνεται ΦΠΑ)



Δεκαοχτώ μικρές ιστορίες για την ξενιτιά, τη φτώχεια, τον έρωτα, τη διάψευση, την αξιοπρέπεια, την ανθρώπινη αδυναμία, την υπέρβαση, την αποδοχή· με δυο λόγια, για πράγματα ανθρώπινα. Ένα υπαρξιακό νήμα μοιάζει να διαπερνά τις περισσότερες ιστορίες, καθώς το υποκείμενο της αφήγησης διακατέχεται από τον αγώνα και την αγωνία να εξηγήσει την ύπαρξή του, να αποτιμήσει το παρελθόν του, να αναλογιστεί και να διερευνήσει εύθραυστες σχέσεις, να διαχειριστεί λάθη και αδυναμίες, προκειμένου να συμφιλιωθεί τελικά με τον εαυτό του και με ό,τι υπήρξε η ζωή του μέχρι τώρα ― μία διαρκής αναμέτρηση του σκότους με το φως.

«Τι είμαστε; Σκιές, που φωτίζονται κάποιες στιγμές, για λίγο.»

Η απλή και ειλικρινής αφηγηματική γλώσσα κάνει τον αναγνώστη αποδέκτη μιας εκμυστήρευσης, μιας εξομολόγησης, που ενίοτε αποκτά ρυθμό ποιητικό. Και καθώς το βίωμα ισορροπεί επιδέξια με το λογοτεχνικό παραξένισμα, ο καθένας από τους δεκαοχτώ λογοτεχνικούς χαρακτήρες του Κυριάκου Ευθυμίου γίνεται ένας από μας και μας ωθεί να στρέψουμε το βλέμμα προς τα μέσα.



Ο Κυριάκος Ευθυμίου διαβάζει ποιήματά του
στην 5η Λογοτεχνική Σκηνή, Θεσσαλονίκη, 18.11.2016


Ο Κυριάκος Ευθυμίου γεννήθηκε το 1954 στη Λευκωσία, όπου και ζει. Σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Εξέδωσε το 1993 την ποιητική συλλογή Επιάστηκεν το φεγγάρι και το 2015 τη συλλογή Κυρτός αλατοπώλης (κρατικό βραβείο ποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2016). Ακόμη, έχει γράψει τρία θεατρικά έργα και το σενάριο μιας ταινίας και έχει επιμεληθεί πέντε ψηφιακούς δίσκους ήχου (cd) στους οποίους διαβάζει ποιήματα του Καβάφη, του Παντελή Μηχανικού, του Θεοδόση Νικολάου, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και του Κώστα Μόντη. Το κόκκινο άλογο είναι το πρώτο του βιβλίο πεζογραφίας.


Ιδού ένα από τα δεκαοχτώ μικρά διηγήματα αυτού του κομψού και πολύ ιδιαίτερου βιβλίου.

Η ΝΥΦΗ

Μπήκα στην κουζίνα. Έπλυνα το πιάτο, το πιρούνι και το ποτήρι μου, αυτό με το πουλάκι που μ’ αρέσει. Στο σαλόνι, όλα στη θέση τους· και καθαρά. Δεν έμεινε άλλο να κάνω για να φύγει το μυαλό απ’ τις σκέψεις του.

Στη θέση αυτή καθόταν η μητέρα μου, που έλεγε λίγα μα τα ήξερε όλα. Κοίταζε με τις ώρες μακριά, αν και τα μάτια της την είχαν προδώσει. Την ώρα της ταφής δεν έκλαψα καθόλου. Φύλαξα τα δάκρυα για μετά, όταν θα ήμασταν μόνες στο σπίτι.

Νυχτώνει. Λένε πως τη νύχτα χειροτερεύουν τα πράγματα. Δε με φοβίζει εμένα. Λες κι ησυχάζει τη νύχτα η ζωή. Άναπαύεται. Για να πάρει ξανά το πρωί το δρόμο που νομίζει πως πρέπει. Θ’ ανάψω ένα τσιγάρο, μπορεί κι άλλο αμέσως μετά. Δεν ξέρω. Θέλω να σκέφτομαι λιγότερο, να αισθάνομαι λιγότερο· να μην καταλαβαίνω πολύ, εμένα, τους άλλους, τον κόσμο. Κουράστηκα. Πολλές φορές ξετύλιξα το νήμα απ’ την αρχή. Μα σ’ όποια εποχή κι αν η μνήμη μου μ’ έριχνε, περιφερόμουν στα στενά της ζωής μου σαν ξένη. Μπερδεύοντας σπίτια,

14 συμβάντα και ονόματα. Έγινα, είναι φανερό, δύσκολη. Είμαι δύσκολη. Ξέρω πως εκεί έξω είναι άνθρωποι καλοί. Μα δεν ψάχνω για κάποιον καλό. Ψάχνω να βρω τον δικό μου. Ζητώ πολλά, πάρα πολλά. Και να ’μαι, με τα χέρια αδειανά, που τα κοιτώ να μαραίνονται και να γερνούν.


Ω… Η εικόνα που είχα στο μυαλό άρχισε να θολώνει: Να φτάνω στο μυστήριο με τ’ άσπρο νυφικό και να ’ν’ η καρδιά μου μια γιορτή· που αρχίζει. Κι όταν θα μεγάλωνε λιγάκι το μωρό, θα τρέχαμε, θα παίζαμε, ακόμα και κρυφτό. Δήθεν θα έψαχνα από δω, θα έψαχνα από κει, μα πάντα θα το έβρισκα στην κρυψώνα που τ’ αρέσει. Το γλυκό μου…