23.1.22

Je vous laisse, je pars prendre un café

 [Σας αφήνω, πηγαίνω για έναν καφέ] 

γράφει ο Τέλλος Φίλης
 

Θεσσαλονίκη, λεωφόρος Νίκης, 1930

Κάποτε, σ’ αυτήν την πόλη, τα αγόρια φλέρταραν πηδώντας στη θάλασσα από τα πλοιάρια της γραμμής Θεσσαλονίκη-Μπαξέ Τσιφλίκι, για να εντυπωσιάσουν τα κορίτσια. 
Και μετά, στην παραλία της Αγίας Τριάδας, τα κορίτσια τούς έδιναν από το οικογενειακό ταψί λίγες πατάτες με κρέας, σαν αντίδωρο για τη γενναιότητά τους. Κι η μαμά έκανε πως δεν έβλεπε, αλλα καμάρωνε την ομορφιά τής κόρης της. Αλλά από μέσα της προσευχόταν να ’ναι ενας καλός γαμπρός. 

Κάποτε. Πριν τα ΙΧ αυτοκίνητα γίνουν το νέο δέλεαρ, ατομικά φρούρια μοναξιάς και εξέλιξης. Και τα μαύρα γιαλια και τα αποτριχωμενα πόδια με τα τριών ημερων γένια μία καρικατούρα ανδρισμού, που πνίγεται στην πιο θλιβερή ανασφάλεια. 

Τώρα είναι αργά. Πολύ αργά. Ήρθαν κι οι ουσίες, ήρθαν και τα πορνό, τα “γούστα” της απελπισίας, και τα τατού της ανεξίτηλης ζωής.  Οι παλιοί φίλοι σιγά σιγά αναχωρούν, τα νέα πρότυπα κυκλοφορούν ελεύθερα, κι οι μεγαλύτεροι απλώς ελπίζουμε όταν αυτά τα νέα παιδιά μεγαλώσουν με τη σειρά τους να μην περιφέρουν αυτήν την οδυνηρή τους μοναξιά, οδηγώντας μόνοι μέσα στα υποκατάστατα του πέους τους, προσπαθώνταςνα βρουν μέρος να παρκάρουν, αλλά να ζήσουν. Να ζήσουν μία αληθινη ζωη. Με τα ναι και με τα όχι, με τις απορρίψεις και τις μικρές αποδοχές, αλλά να ζήσουν κι όχι να πληκτρολογούν απλώς για τη ζωή ή να ποζάρουν σε έγχρωμες φωτογραφίες μιας εφήμερης πραγματικότητας...

28.12.21

Ζητείται συγγραφέας



της Λίνας Πανταλέων
πηγή: εφημερίδα Καθημερινή


ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Κίτρινη ουρά: Νουβέλα
εκδ. Εντευκτηρίου, 72 σελ. 

Μια φορά και έναν καιρό, μια Μαρία εξαφανίζεται από τη γειτονιά της. Μια ερευνήτρια αναλαμβάνει την εύρεσή της. Oμως οι αναζητήσεις της δεν οδηγούν πουθενά. Η εξαφανισμένη Μαρία υπονομεύει τα δύο μείζονα αξιώματα της δουλειάς της. Πρώτον: «Μία εξαφάνιση έχει σημασία μόνο όταν κάποιος αναζητά το άτομο που εξαφανίζεται». Και δεύτερον: «Πάντα κάποιος υπάρχει που γνωρίζει κάτι για κάποιον». Ωστόσο, τώρα φαινόταν πως κανένας δεν αναζητούσε τη Μαρία ούτε γνώριζε κάτι για εκείνη. Οι μάρτυρες που εξετάζει η ερευνήτρια, δεν έχουν να πουν τίποτα συγκεκριμένο. Hταν λες και δεν υπήρξε ποτέ η Μαρία. Τελικά ένα μόνον είναι το αξίωμα: «Κανείς δεν γνωρίζει τίποτα για κανέναν». Η ερευνήτρια καταχωρίζει την υπόθεση στο αρχείο και εκεί που η ιστορία του βιβλίου μοιάζει να τελειώνει, παίρνει μια απροσδόκητη τροπή. Η Παναγιώτα Δημοπούλου (γενν. 1980) κάνει την πρώτη της πεζογραφική εμφάνιση με μια παιγνιώδη νουβέλα, που διερωτάται για τις άπειρες δυνατότητες μιας αφήγησης. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου μια συγγραφέας πασχίζει να γράψει την ιστορία της εξαφανισμένης Μαρίας. Επινοεί τα φυσιογνωμικά της χαρακτηριστικά, την εργασία της, τις συνήθειές της, τους γείτονες και τους συναδέλφους της, το σπίτι όπου μένει με τον σύζυγό της. Και έπειτα φέρνει στη ζωή της Μαρίας μια ερευνήτρια. Η αποτυχία της αναζήτησης υποδηλώνει την αποτυχία της συγγραφέως να εξιστορήσει τη ζωή της Μαρίας. Τα πενιχρά και αντικρουόμενα ευρήματα της ερευνήτριας κάνουν την εξαφανισμένη Μαρία παντελώς άφαντη, η μορφή της κατακερματίζεται σε πολλαπλά ενδεχόμενα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η Μαρία συνεχίζει να μη δίνει σημεία ζωής, την ίδια στιγμή που οι ζωές των υπόλοιπων ηρώων χάνουν έξαφνα τον ειρμό και τη συνοχή τους. Μακράν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι το επιλογικό, όπου η Μαρία εμφανίζεται, καθώς γίνεται το αντικείμενο της περιέργειας σκιωδών πλασμάτων που την παραμονεύουν στο σπίτι της, ενόσω εκείνη κοιμάται. Τα πρόσωπα αυτά αγωνιούν να υπάρξουν, να μιλήσουν τη φωνή τους, αλλά δίχως τη Μαρία παραμένουν αφανή, άμορφα και άηχα. Υπάρχουν χάρη στη Μαρία, όταν εκείνη ξενυχτάει μπροστά στον υπολογιστή. Η Μαρία δεν είναι λοιπόν μόνον η άνασσα των γεγονότων, αλλά και η ανάσα των φασματικών πλασμάτων στα οποία δίνει πνοή. Οι μάρτυρες της ερευνήτριας μεταμφιέζονται τώρα σε μέλη ενός θεατρικού θιάσου που αναζητούν μια συγγραφέα. «Εμείς είμαστε τα πρόσωπα της ιστορίας της, λέμε. Τα πρόσωπα που αναζητούν εκείνην».

Η περίσταση θυμίζει τα «Eξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλο, παραπομπή ηθελημένη, δεδομένων των σπουδών της Δημοπούλου στη θεατρολογία. Τα πρόσωπα που ζητούν τη Μαρία, ξέρουν πως αναπνέουν όσο αναπνέει κι εκείνη. Ο ύπνος της, μια παροδική εξαφάνιση, τους τρομοκρατεί. Παρεισδύοντας στο πάλλευκο, ωσάν άγραφο, σπίτι της, κυκλώνουν το κρεβάτι της και αρχίζουν να απαγγέλλουν φράσεις που πλέκουν τα νήματα της βιογραφίας της δημιουργού τους. Oσο η συγγραφέας κοιμάται, οι ήρωές της της εμφυσούν ζωή προκειμένου και εκείνοι να ανασάνουν ξανά. Η γραφή της Δημοπούλου παραθέτει με επιτηδευμένο ψυχαναγκασμό στη λεπτομέρεια και στην επανάληψη μια σωρεία ασήμαντων συμβάντων. Παραδόξως, η ιδεοληπτική αποδελτίωση ανούσιων περιστατικών δημιουργεί ένα μυθοπλαστικό περιβάλλον σύγχυσης, παραλογισμού και απροσδιοριστίας. Στα χάσματα των, τάχα αδιάσειστων, γεγονότων καραδοκεί το απρόοπτο που έρχεται να δυναμιτίσει κάθε επίφαση αληθοφάνειας. Τα ίδια τα γεγονότα είναι εφευρήματα, παιχνίδια πάνω στα πλήκτρα, νοθείες της αληθινής ζωής. Παρά το μικρό του μέγεθος, το βιβλίο της Δημοπούλου είναι παράτολμο και ευρηματικό. Μια πνευματώδης, αυτοαναφορική μυθοπλασία. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη πρώτη εμφάνιση.

19.12.21

[ «Διάψαλμα» της Κ. Παναγιωτοπούλου: 18 διηγήματα με ένταση γραφής ]

του Γιάννη Δρούγκου

πηγή: Facebook



Διάψαλμα είναι η μουσική υπόκρουση μεταξύ δύο ψαλμών, η εναλλαγή του μέτρου μιας μουσικής σύνθεσης. Διάψαλμα είναι ο τίτλος ενός εκ των 18 διηγημάτων που έδωσε και τον τίτλο σε αυτήν την εξαιρετική συλλογή της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες και αξίζει την προσοχή του αναγνώστη για πολλούς λόγους: για την υπέροχη ανεπιτήδευτη ελληνική γλώσσα· για τις τολμηρές αναφορές σε μαύρες περιόδους της ελληνικής Ιστορίας· για την αληθοφάνεια των διηγημάτων, που ―αν και μοιάζουν βιωματικά― είναι απότοκα έρευνας, μελέτης και ψυχής· για την ποιητική πρόζα που "φωτίζει" και απαλύνει τη σκοτεινιά και το πένθος· για την ένταση της γραφής της Παναγιωτόπουλου που καθηλώνει, ηλεκτρίζει και συγκινεί. Και για τους ήρωες των ιστοριών που ―άλλοι σαν περιγράμματα στον χάρτη του βίου τους και του τόπου τους και άλλοι πολιτικοποιημένοι, υπερήφανοι και μόνοι, πιστοί και ηττημένοι― γίνονται φιγούρες αγιασμένες, που το αναμμένο καντήλι τους αχνοφέγγει στις νύχτες μας.

Η αντάρτισσα στο βουνό που κλείνει τα μάτια για να δει λίγο γαλάζιο, η γυναίκα που τις νύχτες ξηλώνει τα κεραμίδια της στέγης της και τα κάνει κενοτάφια στο χώμα του κήπου για να κλείσει μέσα τους όσα δεν έζησε, ο άντρας που δεν χώρεσε ούτε καν σε μια φωτογραφία, ο Γωνίτσας με τα "αν" του και το κυνήγι του εαυτού του, ο ποιητής που έγραψε σε ρολά χαρτιού υγείας ποιήματα -δώρο στη μνήμη της μάνας του. Άνθρωποι στα χαρακώματα, στα βουνά, στις εξορίες, με ρούχο και δέρμα τους τις πληγές του Εμφυλίου, αφηγούνται τις αλήθειες τους για να διορθώσουν ένα λάθος, γίνονται στάχτη και διαμάντι, προδίδουν και προδίδονται, διεκδικούν, συγχωρούν, πενθούν, σπαράζουν, ελπίζουν, μάχονται υπέρ πίστεως, καρδιάς, κόμματος και ιδεολογίας, γράφουν γράμματα με κώδικες, λαμβάνουν γράμματα που παγιδεύουν και ελευθερώνουν.
Μία κλωστή αίματος, μνήμης, εκδίκησης και αγάπης ενώνει τη μια αφήγηση με την άλλη, κινείται στον χώρο και στον χρόνο, φτάνοντας ώς το Διάψαλμα, για να κλείσει ένας κύκλος απ' το παρελθόν και να επουλωθούν παλιές πληγές.
Πυκνή πυρετώδης αφήγηση, πύρινος πολιτικός λόγος για το συλλογικό και το ατομικό, υπαινιγμοί και συμβολισμοί, γραφή-μαχαίρι που σκαλίζει, πονάει και λυτρώνει σε 18 αριστοτεχνικά διηγήματα, που ανάβουν σπίθες στα ανείπωτα και στα εντέχνως καλυμμένα.

18.12.21

Η πιο κρύα νύχτα

γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου



Εκείνη τη χρονιά ήταν όλα διαφορετικά. Οι γιορτές, οι άνθρωποι, οι δρόμοι, οι ευκαιρίες, η διάθεση, η χαρά. Ποια χαρά; Δεν υπήρχε, κι ας έφταναν Χριστούγεννα. Από τις άσχημες ειδήσεις που κυκλοφορούσαν, κάθε χαρούμενη σκέψη κατέληγε σε λυπητερή. Ήταν και το κρύο που δεν σε άφηνε να πάρεις βαθιά ανάσα. Πάγωνε την είσοδο της καρδιάς σου και σταματούσε τη σκέψη σου. Αυτό το κρύο ήταν ανυπόφορο. Τα παλιά τα χρόνια, όταν τα τζάμια έσπαζαν στις γωνίες, τα ματίζανε με κομματάκια γυαλί από τα άχρηστα. Ήταν τότε που δεν άνοιγες τα παράθυρα για ν’ αεριστεί το σπίτι αφού, έτσι κι αλλιώς, έμπαζαν όλα τα κουφώματα. Ήταν τότε που ο αέρας δεν κατάφερνε να στείλει πίσω τον καπνό του τζακιού, γιατί τα καλά πνεύματα φύσαγαν τα ρεύματα του σπιτιού προς την καμινάδα και τον εμπόδιζαν. 

Εκείνον τον καιρό οι άνθρωποι δεν αρρώσταιναν ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή, το χιόνι πάγωνε τα μικρόβια και τα έριχνε από την καμινάδα του τζακιού στην κόλαση της φωτιάς του. Έτσι έλεγε η γιαγιά της Άννας και συνέχισε να το λέει και η μάνα της· εδώ και τριάντα χρόνια, είχαν χωθεί και οι δύο σε κορνίζες και ήτανε κρεμασμένες στη φούσκα του τζακιού. Ούτε κιχ δεν άκουγες από το στόμα τους μόνο τα μάτια τους, μέσα από το τζάμι, φώτιζαν πολλές εικόνες γιορτινές από εκείνα τα βράδια που μαζευόταν η οικογένεια μπροστά στο τζάκι και διηγιόταν ο καθένας ό,τι θυμόταν από περασμένες γιορτές. Κι όλες οι ιστορίες είχαν την ίδια ζεστασιά κι ένα χρώμα χρυσό, που φώτιζε τις αναμνήσεις τους. Πάντα με το σπίτι ολοστόλιστο, εκτός από εκείνη τη χρονιά που έγειρε το δέντρο από το βάρος κι έσπασαν τα περισσότερα στολίδια του.  

Η μάνα της έκλαψε. Η γιαγιά της έκρυψε το πρόσωπό της στις χούφτες της και κοίταζε τη φωτιά μέχρι που τυφλώθηκε. Τα μικρότερα αδέρφια της κρύφτηκαν κάτω από το τραπέζι μέχρι ο πατέρας να ξαναστήσει το δέντρο όρθιο. Η Άννα δεν είχε δει ποτέ χειρότερη εικόνα. Σαν λαβωμένος άνθρωπος ήταν, σαν πεθαμένος φαινόταν και την τάραζε, όπως τάραξε και τη θεια Γιαννούλα, Θεός σχωρέστην, που πήρε τους δρόμους χειμωνιάτικα ξεμπράτσωτη και τη βρήκαν το πρωί κοκαλωμένη από το κρύο. Μέχρι το τέλος της χρονιάς έφυγε κι εκείνη, σαν άνθρωπος, σαν πεθαμένος, και πάει. Ύστερα, έφυγαν σιγά σιγά και τα δύσκολα. Έφυγε και η Άννα για την πρωτεύουσα, σπούδασε, δούλεψε, παντρεύτηκε, μεγάλωσε παιδιά και τα έστειλε στα εξωτερικά να βρούνε δουλειές. Γιατί η χώρα είχε ξοδέψει τα καλά και είχαν απομείνει τα δύσκολα. Κάνα-δυο χρονιές έσφιξε την καρδιά της και στόλισε για τα Χριστούγεννα. Μετά, το βαρέθηκε· αφού δεν ερχόταν κανένας για να το χαρεί, δεν είχε πλέον σημασία. 

Τα Χριστούγεννα που έρχονταν δεν θα τα γιόρταζε. Θα ήτανε μνημόσυνο στα πεθαμένα της και δέηση για να επιστρέψουν οι ξενιτεμένοι. Μόλις έπεσε το σκοτάδι, άφησε την τηλεόραση ανοιχτή, το ποτήρι της γεμάτο με κρασί στο τραπεζάκι και τη γάτα της μόνη στον καναπέ να χαζεύει βαριεστημένα τα τραγούδια της συμφοράς. Έβαλε κάτι ζεστό, πήρε ό,τι είχε απομείνει από το μεσημεριανό φαγητό και βγήκε. Πριν κλείσει την εξώπορτα, θυμήθηκε εκείνο το γλυκό κρασί που είχε φέρει κάποιος σε μια γιορτή και το κρατούσε για μια καλύτερη στιγμή. Γύρισε, το πήρε, και χώθηκε στη νύχτα. Ο αέρας τη χτύπησε φιλικά στο πρόσωπο και της καθάρισε τη σκέψη. Δεν πήρε ταξί. Έφτασε με τα πόδια στο κέντρο της πόλης. Έψαξε στις καβάτζες των αστέγων που έβλεπε τα πρωινά πηγαίνοντας στη δουλειά, και ήταν όλες άδειες. Σκέφτηκε άλλες παραμονές, που ο Δήμος έκανε γιορτές γι’ αυτούς, κι ένιωσε λίγο καλύτερα. Ευχήθηκε, στο χιονόνερο που έπεφτε, να τους έχουν μαζέψει και φέτος νωρίτερα από τον δρόμο, για ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο. Ίσως εκείνη τη νύχτα να τους κράταγαν σε κάποιο ζεστό μέρος ν’ απαγκιάσουν.    

Ήταν έτοιμη να πάρει τον δρόμο της επιστροφής όταν σκόνταψε σε ένα μεγάλο και βαρύ χαρτόκουτο. Ευχήθηκε αυτός που ήταν μέσα να κοιμάται και να μην είναι πεθαμένος. Ούτε το ένα ούτε το άλλο, απλά ο άνθρωπος αγκάλιαζε το σκυλί, που είχε κοντά του, για να μπορέσει να ζεσταθεί. Κάθισε δίπλα τους, τους σκέπασε με το πανωφόρι της και άνοιξε το κρασί. Ούτε μηχανάκι δεν πέρναγε εκείνη την ώρα, ούτε ταξί στον ορίζοντα· ούτε και η ώρα πέρναγε με τέτοιο κρύο. Είχαν σταματήσει όλα σαν να περίμεναν κάτι. Πιες λίγο να ζεσταθείς, του είπε προτείνοντας το μπουκάλι προς το μέρος του άστεγου. Εκείνος δεν είχε κουράγιο ν’ απλώσει το χέρι του. Η Άννα άδειασε τα φαγητά από την τσάντα της, γέμισε δύο πλαστικά ποτήρια με το κρασί, και τους τάισε μπουκιά μπουκιά στο στόμα, μια το σκυλί και μια τον άνθρωπο· ήπιε μαζί τους όλη τη γλύκα του μπουκαλιού. Δεν κρύωνε κι ας ήταν ξεμπράτσωτη, ο Χριστός που γεννιόταν μαλάκωσε την καρδιά της. Κούρνιασε δίπλα στη φάτνη του κι ένωσε το χνώτο της με το χνώτο των ζώων που τον ζέσταιναν. Τελευταία εικόνα στα μάτια της ήταν το χιόνι, που έπεφτε πυκνό κι έστρωνε πάπλωμα λευκό στους δρόμους της πόλης. Εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ, γύρισε πίσω στο παλιό της σπίτι και χάιδεψε όλες  τις σπασμένες γωνίες των τζαμιών που ήθελαν μάτισμα. Αυτή η νύχτα ήταν η πιο κρύα όλης της χρονιάς είπε η τηλεόραση, αλλά η γάτα της δεν το άκουσε γιατί την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ. 

    

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Σπούδασε κινηματογράφο με ειδίκευση στη σκηνογραφία και στην ενδυματολογία. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Δημιουργικής Γραφής, 
του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. 
Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού Μανδραγόρας
Λογοτεχνικά κείμενά της έχουν περιληφθεί σε τρεις συλλογικούς τόμους. 
Διηγήματα, κριτικές μελέτες και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά.
Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορούν δύο συλλογές διηγημάτων της: Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (2017) και Διάψαλμα (2021). 









18.11.21

Λογοτεχνική Σκηνή _10: Το πρόγραμμα


Είκοσι πέντε συγγραφείς, έξι μουσικοί και μία χορωδία, καθώς και δύο χορευτικές ομάδες συμμετέχουν στη Λογοτεχνική Σκηνή _10, που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021 στο δημοτικό θέατρο «Άνετον» (Παρασκευοπούλου 42 και Κωνσταντινουπόλεως), με ώρα έναρξης 19:30.

Η είσοδος είναι ελεύθερη (δηλαδή δίχως εισιτήριο) αλλά επιτρέπεται μόνον σε άτομα που διαθέτουν πιστοποιητικό εμβολιασμού ή νόσησης ή αρνητικό rapid test, καθώς και έγγραφο ταυτοποίησης (ταυτότητα ή διαβατήριο ή δίπλωμα οδήγησης). Σε όλη τη διάρκεια της κάθε βραδιάς, είναι υποχρεωτική η χρήση μάσκας.

Η φετινή, δέκατη διοργάνωση της Λογοτεχνικής Σκηνής δίνει το προβάδισμα σε σχετικά νέους ή και νεότατους ποιητές και πεζογράφους, με την πεποίθηση ότι αποτελεί υποχρέωση ενός καλλιτεχνικού θεσμού να υποστηρίζει και να προβάλλει φερέλπιδες συγγραφείς από τη Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Ελλάδα, οι οποίοι αναζητούν με το έργο τους μία θέση στο λογοτεχνικό στερέωμα. 

Η Λογοτεχνική Σκηνή δημιουργήθηκε το 2012 από τον Γιώργο Κορδομενίδη, στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Παρά θίν’ αλός» του Δήμου Καλαμαριάς, και πραγματοποιήθηκε επί τρεις χρονιές (μέχρι το 2014) σε αυτό το οργανωτικό πλαίσιο. 

Από το 2015, τη διοργάνωση ανέλαβε αυτοτελώς το περιοδικό «Εντευκτήριο» και την υλοποιεί σε συνεργασία με τον Δήμο Θεσσαλονίκης και από πέρυσι από κοινού με την Πολιτιστική Εταιρεία Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος (ΠΕΕΒΕ).


ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021


Καλωσόρισμα, χαιρετισμοί

 

Δημήτρης Δημητριάδης

Παντελής Μπουκάλας

Καίτη Στεφανάκη

Γιώργος Σαράτσης

Γιαν Χένρικ-Σβαν, Μαργαρίτα Μέλμπεργκ

Πέτρος Σατραζάνης [φωνή, πιάνο]: Μια φωτιά


Διάλειμμα

 

Μαρία Στασινοπούλου

Τέλλος Φίλης

Ελευθερία Θάνογλου

Γιώργος Χιώτης

Παναγιώτα Δημοπούλου

 

Μιχάλης & Παντελής Καλογεράκης

 

Κώστας Καρεμφύλλης

Ελένη Κοσμά

Χρήστος Κολτσίδας

Nάντια Δουλαβέρα

Γεωργιάννα Νταλάρα

Βασίλης Αμανατίδης


Δημήτρης Νικολούδης [φωνή] 

Σάκης Λάιος [πιάνο]

δύο νέα τραγούδια του Γιάννη Τσολακίδη

(στίχοι - μουσική)


Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021


Βούλα Σαββίδη (τρία τραγούδια a capella)


Άκης Δήμου

Θωμάς Κοροβίνης

Άκης Παραφέλας

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου


Διάλειμμα


Χορωδία «Γιάννης Μάντακας» του ΑΠΘ

Διεύθυνση: Εριφύλη Δαμιανού,

πιάνο: Μαρία Τσιαντούλα

(τέσσερα τραγούδια σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Γιώργου Σεφέρη, Ιάκωβου 

Καμπανέλλη και Οδυσσέα Ελύτη)


Under Construction Project: Τι έκανες 

σήμερα, χρυσή μου;

Xορογραφία - εκτέλεση: Μαρία Γαρέφη, 

Μαριάννα Λεπτοκαροπούλου, 

Ολίνα Οικονομίδου, Κατερίνα Ταϊτζόγλου


Δανάη Σιώζου

Ελισάβετ Λαμπροπούλου

Μαρία Παπαδάκη


Modarts Performance: Left Behind, I & 2

Χορογραφία: Στέλλα-Χριστίνα Στέφου

Χορεύουν: Δήμητρα Ανδρονικίδου, 

Δήμητρα Βασιλειάδου, Μάγδα Γκιουλετζή, Αθηνά Δουλγκέρη, Αναστασία Καλύβα, 

Αναστασία Κομιλίκη, Ραφαέλα Κοροβέση, 

Λάνα Κοτσίδου, Εύα Σταμούλη, 

Λίνα Τσιγκάνη, Χριστίνα Τσιγκάνη


Άννα Θεοφιλίδου

Αφιέρωμα: Γιώργος Σαραντάρης (επιμέλεια: Γιώργος Σαράτσης)







21.10.21

Η Μαρία Κουγιουμτζή για τις «Άκριες γυναικείων χωραφιών» της Καίτης Στεφανάκη


Ακουαρέλα της Κατερίνας Μελισσανίδου,
που την εμπνεύστηκε ενώ διάβαζε το βιβλίο της Καίτης Στεφανάκη
Στις άκριες γυναικείων χωραφιών


Καίτη Στεφανάκη

Στις άκριες γυναικείων χωραφιών

Θεσσαλονίκη,

Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021

σελ. 112, τιμή 10,00 ευρώ (με ΦΠΑ)


Το βιβλίο της Καίτης Στεφανάκη Στις άκριες γυναικείων χωραφιών (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021) μου άρεσε πάρα πολύ, κυρίως εκείνα τα “διηγήματα” που έχουν έντονο ρυθμό σαν να είναι ποιήματα. Μέσα απ’ αυτόν τον ρυθμό περνούν οι γυναίκες όλων των εποχών, εξιστορώντας με τον δικό τους ζωικό τρόπο, με τη γλύκα της καθημερινότητας αλλά και των βίαιων συγκρούσεων, όλα τα πάθη, τα ήμερα και τα ανήμερα, όλες τις συνδέσεις με τη φύση, τη γλυκύτητα (και τον φόβο) των ζώων, των δέντρων, των πολύχρωμων καρπών, της θάλασσας και των ονείρων, με μία βαθύτερη σύνδεση των δυνάμεων της ζωής, μέσα από τα βάθη του χρόνου, τα λάθη, τις ενοχές και τις τύψεις που τελικά ο χρόνος τις ημερεύει, καταδεικνύοντας πως έχουν τη μέγιστη θέση τους μέσα στον κόσμο και την ζωή, αθωώνοντάς τα, γιατί με αυτά ―εκτός που είναι ο εαυτός μας, η δύναμη και η αδυναμία μας― η ζωή πληθαίνει και μεγεθύνεται, παίρνει γεύσεις που μας αναταράζουν, βγάζοντας το μέσα έξω, οδηγώντας μας σε ένα είδος κάθαρσης εν αμαρτία, δηλαδή στην ισχύ του μύθου, όπου η αλήθεια και το ψέμα ανταμώνουν σε έναν γάμο του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον. Το γήρας, η αρρώστια, ο θάνατος («σαρκοφάγα αιλουροειδή»), εκτός από φθορά και σταυρός, είναι ο καρπός του μέλλοντος που διαρκώς αλλάζει μορφές και όλο και πιο συχνά μορφάζει. Σαν σε πανόραμα, το παρελθόν των γυναικών προσπαθεί να ξαναβρεί τη χαμένη μορφή και ίσως να την ορθώσει μέσα στα σημερινά δεδομένα, ανανεωμένη και ανθηρή.



Κι όλα αυτά με μια θαυμαστή ρέουσα γλώσσα, ένα ρυάκι που διασχίζει όλες τις ομορφιές του ζωντανού και του νεκρού κόσμου των αρχέγονων μύθων, τις άηχες ενώσεις με το υπερβατικό, το παραμύθι, τις ονειροφαντασίες, όλες τις παρούσες και αόρατες πραγματικότητες, με κείνη την έσω μυστική γλώσσα της εμπειρίας και της σοφίας, καθώς διαπερνά τις γενιές των γυναικών, τη σιωπή τους και τις αντοχές τους, το αίμα της μήτρας τους που στάζει τη ζωή και το χάδι των ακούραστων χεριών τους. 

Ένα έπος με μάχες μυστικές, σχεδόν αόρατες, ζεστές σαν φρέσκο ψωμί, σαν προζύμι που φουσκώνει ποιητικά, αγκαλιάζει και εξαγνίζει τα πάντα.


19.10.21

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου: Διάψαλμα



Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

Διάψαλμα: Διηγήματα

Θεσσαλονίκη

Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021

< ζωγραφική εξωφύλλου: Σόφι Σενόγλου, σύνθεση εξωφύλλου: Άρις Γεωργίου >

106 σελ., τιμή: 9,44 ευρώ (περιλαμβάνεται ΦΠΑ)


Για όσους παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τα λογοτεχνικά πράγματα, το όνομα της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο της, Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2017) δεν ήταν άγνωστο: Η συγγραφέας του ήταν από χρόνια (και παραμένει) μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Μανδραγόρας, όπου εκτός των άλλων δημοσιεύει συστηματικά παρουσιάσεις βιβλίων λογοτεχνίας· επιπλέον, διηγήματά της είχαν ήδη δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (μεταξύ αυτών και στο Εντευκτήριο), ενώ διατηρεί επί χρόνια το δραστήριο blog myxiesskepseis.blogspot.com.

Η Μακρυγιαλού επαινέθηκε ομόφωνα από την κριτική και διαβάστηκε / αγαπήθηκε από ένα ευρύ κοινό. 

Στον απόηχο αυτού του πρώτου βιβλίου της, πρόσφατα κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της, Διάψαλμα (όπου διάψαλμα = μουσική υπόκρουση που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο τμήματα ψαλμού [λεξικό Πρωΐας]).

Το κοινό κόκκινο νήμα που διατρέχει τις ιστορίες του βιβλίου, άλλες "ρεαλιστικές" και άλλες "σουρεαλιστικές", είναι οι φοβερές συνέπειες του Εμφυλίου στις ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων, ιστορημένες όμως με τη χρονική απόσταση που μειώνει, τρόπον τινά, τη φρίκη τους και με τρόπο που αφήνει μόνο τη στυφή επίγευσή τους.


Ο κριτικός και δοκιμιογράφος Θανάσης Θ. Νιάρχος, στο κείμενό του που δημοσιεύεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, παρατηρεί:

Τα δεκαοκτώ διηγήματα του αφηγηματικού βιβλίου της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου Διάψαλμα τοποθετούνται αυθόρμητα και αυτόματα στην ίδια ξεχωριστή σειρά τη σχηματισμένη χάρη στο σύνολο των βιβλίων του Δημήτρη Χατζή και δύο-τριών βιβλίων τού Μένη Κουμανταρέα. 

Με την έννοια ότι το δημόσιο ή ακριβέστερα το πολιτικό στοιχείο ταυτίζεται με το ιδιωτικό, σε βαθμό μάλιστα που, αν το κάθε διήγημα διαβαζόταν ξέχωρα, θα παρέμενε πολύ λιγότερο εναργές και ολοκληρωμένο. Ενώ τώρα, χάρη στην πραγματοποιημένη αθόρυβα μέσα στα διηγήματα ανατροπή ―να είναι δηλαδή τα εντελώς προσωπικής κοπής περιστατικά που επαναφέρουν τις ιστορικές συνθήκες, όσον αφορά τα πολιτικά και τα κοινωνικά συμφραζόμενα―, γίνεται ακόμη πιο ευρύς αυτός ο χρονικός ορίζοντας, είτε πρόκειται για μία μνήμη που αφορά έναν μόνον άνθρωπο είτε για ένα κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός, που εκατομμύρια άνθρωποι θα καταμαρτυρούσαν τις ολέθριες συνέπειές του. 

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, αν και κινείται μέσα σε διακεκαυμένες περιοχές του νεοελληνικού ιστορικού γίγνεσθαι, ανακινεί (χωρίς να απιστεί στο ελάχιστο στην εγκαυστική τους) ως πρωταγωνιστική τη σπάνια ομολογημένη ―τόσο εύγλωττη όμως στην πεζογραφία της― σημασία τής εσωτερικής ζωής του ανθρώπου. 

Στην κριτική της που δημοσιεύτηκε (σχεδόν ακαριαία μετά την κυκλοφορία του βιβλίου) στην εφημ. Η Καθημερινή («Τα κενοτάφια του νου», φύλλο της 5.9.2021) επισημαίνει, μεταξύ άλλων:

[...] η Παναγιωτοπούλου υφαρπάζει, μέσω της γραφής. στιγμές όπου η πραγματικότητα γνέφει προς το ανέφικτο. Το όνειρο τρέφουν οι επιθυμίες που γλιτώνουν από τον φόβο του πόνου, ανένδοτες προσμονές. Ωστόσο, τα πρόσφατα διηγήματα δείχνουν πως ο απόηχος των ιστορικών συγκυριών, κυρίως του Εμφυλίου, παραμένει σε υψηλή ένταση, μέσα στην οποία σιγούν τα κρεσέντο της ονειροπόλησης. [...] Οταν η Παναγιωτοπούλου αξιοποιεί τα εκφραστικά της μέσα για την εξεικόνιση υπερρεαλιστικών θεαμάτων, η γραφή της καθηλώνει. Διότι δύσκολα ξεχνάει κανείς τη γυναίκα που κάθε βράδυ ξεκαρφώνει τα κεραμίδια της στέγης και τα απλώνει στον κήπο, φτιάχνοντας πάνω στο χώμα κενοτάφια, που «μέσα τους έκλεινε όσα δεν είχε προφτάσει να ζήσει».


Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Σπούδασε κινηματογράφο με ειδίκευση στη σκηνογραφία και στην ενδυματολογία. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού ΜανδραγόραςΛογοτεχνικά κείμενά της έχουν περιληφθεί σε τρεις συλλογικούς τόμους. Διηγήματα, κριτικές μελέτες και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά. Το 2017 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εκδόσεις Εντευκτηρίου). Το Διάψαλμα είναι το δεύτερο βιβλίο της. Είναι υπεύθυνη για τη λογοτεχνική σελίδα της εβδομαδιαίας εφημερίδας Ανατολικής Στερεάς Εν Δελφοίς. Επίσης, συντάσσει τις στήλες «Αντιλογίες» στο site του Μανδραγόρα και «Γράφοντας μια ιστορία» του διαδικτυακού περιοδικού Read magazine.




Έγραψαν για τη Μακρυγιαλού

Το αφηγηματικό βιβλίο της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (δεκαοκτώ στο σύνολό τους) είναι ένα έντιμο βιβλίο, με την έννοια ότι δεν σε ξεγελάει σε σχέση με τις προθέσεις του, που είναι με έναν χαμηλόφωνο τρόπο να αποσπαστεί το “επικό” στοιχείο μιας καθημερινότητας, η οποία, αν και κοντινή μας, μας αιφνιδιάζει όσο και η πιο άγνωστη και πιο μακρινή. Θανάσης Θ. Νιάρχος, Τα Νέα, 18.5.2017

Το πρώτο βιβλίο της Παναγιωτοπούλου είναι έργο προσεκτικά φτιαγ­μένο, δουλεμένο με πολύ κόπο και χρόνο. Στα ολιγοσέλιδα διηγήματα υποβόσκει η επίμοχθη δοκιμασία τόσο με την ανάγνωση όσο και με τη γραφή. Χθόνιοι οι ήρωες, χθόνιες και οι σελίδες, όπου οι λέξεις ανθοβολούν εικόνες σπαρακτικής ομορφιάς. Μπορεί τα εξαίσια ονειροπολήματα να ξεψυχούν σε ματαιώσεις, η γλώσσα όμως κρατάει το θαύμα ανέπαφο. Λίνα Πανταλέων, Καθημερινή της Κυριακής, 25.6.2017

Με οικονομία και ακρίβεια ο τρόπος που συστήνει τα πρόσωπα των ιστοριών της η συγγραφέας. Κυλάει σαν παραμύθι η αφήγησή της με ένταση κλιμακούμενη και χιούμορ υποδόριο. Μαρία Στασινοπούλου, Εφημερίδα των Συντακτών, 29-30.6.2017

Σε μία αντιπροσωπευτική λεπτομέρεια της ποιητικής της συγγραφέως θα σταθώ. Το πρώτο κείμενο, «Η Μακρυγιαλού», συνιστά ένα υπόδειγμα του πώς να συγκροτείται ο λογοτεχνικός μύθος ενός χαρακτήρα. […] Γραφή που καταφέρνει να μυθοποιήσει τη χαρά της ζωής και της ανάγνωσης. Όχι να την εξωραΐσει, αλλά να ξορκίσει τους δαίμονές της. Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, Εντευκτήριο, 112, Αύγουστος 2017

«Το πρώτο βήμα…» Αισθαντική παπαδιαμαντική πατίνα στο Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εντευκτήριο) της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου. Aριστοτέλης Σαΐνης, Εφημερίδα των Συντακτών, 22.12.2017

[Η Παναγιωτοπούλου] Έχει έναν δικό της τρόπο να περιγράφει καταστάσεις, να στήνει υπαρκτούς ήρωες καθημερινούς αλλά και ήρωες/φαντάσματα, που θα μπορούσαν να κινούνται μέσα στις κοινωνίες και να μπερδεύουν τους “κανονικούς” με την παρουσία τους. Ήρωες με οντότητα, που η έντονη παρουσία τους όχι μόνο να γίνεται αντιληπτή, αλλά και να αποτελεί θέμα διερεύνησης και ερμηνείας ως φαινόμενο. Ελένη Χωρεάνθη, www.diastixo.gr, 16.1.2018