10.2.19

Χαιρετισμός κι αποχαιρετισμός*

-->



γράφει ο Βασίλης Παπάς


Την προηγούμενη φορά στο Θέατρο των Μακεδονικών Σπουδών το 2006, την είχες πει «Σχεδόν Πρωταπριλιά» την εκδήλωση που είχε διοργανωθεί προς τιμήν σου από το Κρατικό Βορείου Ελλάδος. Τώρα, όμως, ήθελες να ακριβολογήσεις και την ονόμασες σκέτη «Πρωτοχρονιά».
Πάλι διάλεξες μια ωραία ημερομηνία, όπου ο κόσμος όλος χαλαρός, μέσα στη διασκέδαση και το ξενύχτι για τη νέα χρονιά να είναι αλλού κι εσύ να έχεις πάρει την απόφαση ν’ ανηφορίσεις προς τ’ αστέρια.
Δεν ήταν βέβαια και η πρώτη φορά που επέδειξες ανάλογη συμπεριφορά απέναντι στα πράγματα. Να σου θυμίσω μόνο, τον Φεβρουάριο του ’92, όταν ένα κορδόνι ατέλειωτο εκούσιο κι ακούσιο κατέβαινε προς τη Θεσσαλονίκη, εσύ, με τον παλιό καλό «Απολλιναίρ», το Ντεσεβό σου τότε, ερχόσουν μοναχικός οχούμενος στο άλλο ρεύμα, προς την Έδεσσα.
Ο κόντρα ρόλος ήταν αυτό που επέλεξες και υπηρέτησες πιστά σ’ όλη σου τη ζωή, με χίλια δύο εμπόδια στην πορεία, γι’ αυτό και σε τιμούν σήμερα οι πάντες, αναγνωρίζοντας το άφθαρτο ηθικό στοιχείο που σε διέκρινε και την ακεραιότητά σου.
Γιατί η έγνοια σου ήτανε πάντα πως κάποια μέρα θα λογοδοτούσες στους ανθρώπους που επέλεξες, που πίστεψες και πορεύτηκες μαζί τους, και με τη στάση τους μες στη ζωή και μες στα γεγονότα, τα λίγα λόγια ή τη σιωπή τους, σου δώσανε το φίλτρο και τα εφόδια να ορίσεις τις συντεταγμένες σου στον κόσμο και να γράψεις το δικό σου κεφάλαιο.
Και όπως έλεγε κι ο Άμος Όζ, ο σπουδαίος Ισραηλινός συγγραφέας που αναχώρησε κι αυτός πριν λίγες μέρες, η πραγματική λογοτεχνία είναι η επαρχιακή, γιατί αυτή μπορεί να σκάβει και να ξανασκάβει σ’ έναν τόπο με επιμονή και το υλικό που θα προκύψει έχει τις περισσότερες προδιαγραφές να παγκοσμιοποιηθεί.
Έτσι ανέδειξες τον τόπο σου, τον έβαλες στον χάρτη κι έτσι οι άνθρωποί του γίνανε ψηφίδες σ’ ένα τεράστιο ψηφιδωτό, απέκτησαν φωνή, ακούμπησες επάνω τους, ακούμπησαν κι αυτοί σ’ εσένα. Ήσουν ο Κούλης, ο δικός τους άνθρωπος, ο εκπρόσωπός τους στους κύκλους της Αθήνας.
 Αν και η Αθήνα, παρά τις δυνατές φιλίες που σου χάρισε, με πρώτο τον αθόρυβο, αδερφικό και χαρισματικό Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, τον πιο σημαντικό δοκιμιογράφο της γενιάς σου, που είναι σήμερα εδώ, τον ποιητή Μάριο Μαρκίδη και βέβαια την Κική Δημουλά, που τόσο δέθηκες μαζί της και πολλούς άλλους, δεν αποτέλεσε ποτέ το δυνατό σημείο σου.
Γι’ αυτό και κάποιος στο επεσήμανε στην τιμητική εκδήλωση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών πριν από μια δεκαετία: «κύριε Μέσκο γιατί δεν γράψατε κάτι για την Αθήνα μετά από τόσα χρόνια που ζήσατε εδώ;». Έχεις γράψει μερικά, στο υπενθύμισα λίγο αργότερα κι η απάντησή σου ήτανε κοφτή: «Και πολλά της είναι».
Διαβάζω σήμερα στις εφημερίδες, στο διαδίκτυο και ακούω στο ραδιόφωνο τα εγκωμιαστικά σχόλια που γίνονται για τον σπουδαίο ποιητή, από τους σημαντικότερους της μεταπολεμικής Ελλάδας. Δίκαια, απολύτως, όλα, έστω κι αν κάποια έρχονται κάπως ετεροχρονισμένα και δεν μπορώ να ξεχάσω πως αυτή η καθολική σημερινή αναγνώριση κτίστηκε σιγά σιγά και με πολύ κόπο, με μια μεγάλη περίοδο αποσιώπησης της πραγματικής σου αξίας και άρχισε να εκδηλώνεται, κυρίως, όταν το έργο, που προέκυπτε διαρκώς περιόριζε δραστικά στη σκακιέρα, τις επιλογές της αμφισβήτησης. Η σημερινή αναγνώριση όμως είναι καθαρή, δεν περιέχει καθόλου σιλικόνη υπερεκτίμησης που κάποια στιγμή μοιραία θα αφαιρούνταν.
Θα ’λεγα πως ο καιρός είναι πλέον με το μέρος σου μέσα στην ιστορία.  Σ’ ακούω όμως να μου ψιθυρίζεις τώρα. «Άντε, σταμάτα». Όπως το λέει κι ο Έλιοτ κάπου στα Κουαρτέτα, πως πάνω από τους τάφους μας ψιθυρίζουν οι νεκροί.
Όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν είχα έτοιμο κανένα coccodrillo στο συρτάρι, έτσι όπως αποκαλούν οι Ιταλοί τα κείμενα που έχουν γραμμένα έτοιμα οι εφημερίδες, για να καλύψουν, αυτομάτως, το μοιραίο. Εξάλλου, είχα μείνει με τις εκκρεμότητες από την τελευταία φορά, μ’ αυτά που αφήσαμε στο μέσον της συζήτησης. Γιατί η πορεία προς τον θάνατο δεν έχει χολιγουντιανή υπόκρουση αλλά ένα μικρό τραντζιστοράκι, ενδεχομένως, που κάτι λέει συνέχεια με ήχο ξερό κι απόκοσμο, έτσι όπως είχατε μάθει εσείς να προσλαμβάνετε τον κόσμο, να περιμένεις να ψαρέψεις κανένα αποτέλεσμα του Ηρακλή και τα τηλεφωνήματα, ταυτόχρονα, των φίλων, που βάζανε θέματα και θέλαν απαντήσεις.
«Πάρτον ξανά», ξεφώνιζες με κόπο την απαίτησή σου στη Νέλλη.
«Μα, κύριε Μάρκο, μόλις μιλήσατε.»
«Πού ξέρεις εσύ τι είπαμε και τι δεν είπαμε...»
Κάτι έπρεπε να προστεθεί ακόμα για να τελειώσει η συζήτηση. Μ’ αυτά τα τρέχοντα πέρασε τελικά η ώρα. Ούτε με απολογισμούς ούτε με σούμες. Μόνο με ένα θάρρος παιδικό να διασχίζεις με τη σκέψη σου αυτό το βομβαρδισμένο τοπίο του εαυτού σου, γιατί όλα ακόμα στο μυαλό σου ήτανε μπροστά.
«Αν αισθανθώ καλύτερα, Βασίλη, θα πάω στην Αθήνα. Ν’ αλλάξει λίγο η ζωή μου», μου είπες κάποια στιγμή κι ύστερα από λίγο μου ψιθύρισες : «Πήγαινε τώρα».
Ξέρω πως είσαι ανυπόμονος να φτάσεις στο Γραμματικό. Είναι σχεδόν η ώρα που πάντα ήθελες ν’ αναχωρείς από την Έδεσσα. Η ώρα Μάρκου, δηλαδή. Γι’ αυτό επισπεύδω να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ, για τη φροντίδα που μου πρόσφερες απλόχερα, για όσα καταφέραμε μαζί σε μια εικοσαετία στον «Αλέξανδρο» για όσα μοιραστήκαμε προσωπικά, σε δύσκολες κι ευχάριστες στιγμές, εξάλλου ήμουνα πάντα ο μικρός σου αδερφός, όπως συνήθιζες να γράφεις στις αφιερώσεις.
Γι’ αυτό και παίρνω τώρα, την πρωτοβουλία να ευχαριστήσω εκ μέρους σου όλες και όλους που στάθηκαν δίπλα σου με αγάπη και πραγματικό ενδιαφέρον, τους δύσκολους αυτούς μήνες της αρρώστιας. Την Καίτη, τον Παναγιώτη, τον Ρίζο, την Ελένη, την Εριφύλη, τον Νίκο, τον Γιάννη, τον Παναγιώτη, τον Γιώργο, την κυρία Νέλλη και την κόρη της και, φυσικά, την οικογένειά σου, τη Μαίρη την αδερφή σου, τα δυο σου ανίψια, τον Γιάννη και τον Θανάση και, προφανώς, την Πόπη, που έδωσε τη ψυχή της, σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, για τον θείο της.
Και θεωρώ επίσης δίκαιο στο σημείο αυτό, να ευχαριστήσω εκ μέρους της οικογένειας τον Βαγγέλη και τον Γιάννη Σηφάκη τον βουλευτή που υπενθύμισαν στο Υπουργείο Πολιτισμού την ελάχιστη υποχρέωσή του απέναντί σου.
Και τέλος, παίρνω, επίσης, την πρωτοβουλία να αποχαιρετίσω εκ μέρους σου, όλες τις αγαπητές σου φίλες και φίλους που έφτασαν σήμερα εδώ, αυτή τη δύσκολη, καιρικά, ημέρα και από μακριά, να καταθέσουν την αγάπη τους, να σε ξεπροβοδίσουν, με ένα ποίημα.

Με τον «Επίλογό» σου, από την τελευταία συλλογή Όνειρα στον Άδη.

«Το ποίημα περίεργο γεγονός μονολογούσες
μυστήριο φλεγόμενη βάτος ψύχωση
σκληρό αδιέξοδο χάραμα κι απόβραδο
στον Άδη τα όνειρα, σκιές στον Παράδεισο.

Τελικά
μια λέξη μόνο – Αντίο!»

-->



[ * πρόκειται για την μόνη ομιλία που εκφωνήθηκε στην κηδεία του Μάρκου Μέσκου ]

«κανενός πολίτης/ καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό»



κείμενο: Ε.Χ. 

Μικρό και οριστικά μισοτελειωμένο σημείωμα για τον Μάρκο Μέσκο

Ο ποιητής ήξερε την ελληνική γλώσσα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Τα τελικά ν, την ευφωνία, τη μεταφορά και τη μετωνυμία, την καθημερινή γλώσσα εις διπλούν μάλιστα. Το μετεμφυλιακό εκδικητικό κράτος έστελνε στην εθνικά επικίνδυνη ενδοχώρα τους «αντεθνικώς δρώντες» και «ανήσυχους» φιλολόγους, και αυτοί έκαναν τη δουλειά τους με μεράκι. Έτσι, ο μικρός Μάρκος ευτύχησε να έχει φιλολόγους πρώτης γραμμής. Στη Σχολή Δοξιάδη, η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, μετά την πρώτη έκθεση των σπουδαστών, τον ξεχώρισε αμέσως: «Ποιος είναι Μέσκος;»
Ο Μέσκος ήξερε καλά και σε βάθος την ελληνική ποίηση, από το δημοτικό τραγούδι και τον δίγλωσσο Σολωμό μέχρι και τη σύγχρονή του παραγωγή· αγαπούσε και την ξενόγλωσση ποίηση που διάβαζε από καλές μεταφράσεις.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι ευτύχησε να δει την ποίησή του μεταφρασμένη σε πολλές ευρωπαϊκές (αρκετές από αυτές βαλκανικές) γλώσσες· το εύρος των μεταφράσεων αυτών θα φανεί, όταν ολοκληρωθεί η σύνταξη ενός σχετικού καταλόγου.
Ο Μέσκος συνδύασε την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού με τον Μοντερνισμό. Καλά δουλεμένοι στίχοι μικρής έκτασης αλλά και ποιήματα μεγαλύτερα, ενσωματωμένα σε 21 συλλογές, που συνέχονται από μια κόκκινη κλωστή. Πάντοτε και εμμονικά σχεδόν αναφορά στον θάνατο (στην αρχή στον θάνατο των άλλων και, προς το τέλος, τον επερχόμενο δικό του), στο τραύμα του εμφυλίου, στη δύναμη και την ευλογία της φιλίας. Οι νεκροί παρόντες σχεδόν όσο και οι ζώντες.
Οι τίτλοι των συλλογών του διαβασμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο σαν ποίημα: Πριν από τον θάνατο, Μαυροβούνι, Τα ανώνυμα, Άλογα στον ιππόδρομο, Ιδιωτικό νεκροταφείο, Τα ισόβια ποιήματα, Δώδεκα Μάηδες, Τα φαντάσματα της ελευθερίας, Μαύρο δάσος, Άνθη στο καταραμένο φίδι, Στον Ίσκιο της γης, Χαιρετισμοί, Ψιλόβροχο, Τα δέοντα, Ελεγείες, Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο, Τα λύτρα, Τα ποιήματα της σκάλας, Άλφα Βήτα, Στην όχθη του παραδείσου, Όνειρα στον Άδη.
Και οι στίχοι γραμμένοι ξανά και ξανά. Από τα πακέτα των τσιγάρων σε χαρτί Α4, πολυτονικά και καλλιγραφημένα, και μετά στη γραφομηχανή. Ένα αντίγραφο ασφαλείας μέχρι να εκδοθεί.
Με τον συνονόματο παππού του που κοσμεί το εξώφυλλο του Μουχαρέμ μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο. Ο παππούς Μάρκος τον έκανε παραμυθά και του ακόνισε την παρατηρητικότητα τόσο για τα της φύσης όσο και για τα της κοινωνίας. Είναι αξιοσημείωτο εξάλλου ότι υπάρχει μια αδιάσπαστη ενότητα φύσης και κοινωνίας στην ποίηση του Μέσκου, ένα και αδιαίρετο όλον.
Με τον παππού μιλούσαν στη γλώσσα «χωρίς όνομα». Στη γλώσσα αυτή έμαθε για τα πουλιά, τα φυτά, τα παραμύθια, τις σκληρές ιστορίες της οικογένειας και του τόπου του. Και οσάκις πήγαινε «μέσα» ή «πάνω» με τον φυσικό τρόπο που οι ντόπιοι το κάνουν συνεχώς, συνομιλούσε με τους συγγενείς, τους μπράτκους του εκεί. Στην καθημερινή γλώσσα, γιατί την επίσημη «χωρίς όνομα γλώσσα» δεν διδάχτηκε ποτέ κανείς σε ελληνικό έδαφος. Οι ομιλητές της γλώσσας αυτής αναγνωρίζουν την επίδρασή της στο έργο του Μέσκου. Δεν μιλώ μόνο για την παράθεση αυτούσιων λέξεων που εξηγούνται στο γλωσσάρι, μιλώ για υιοθεσία φράσεων και μεταφορά τους από τη μία γλώσσα στην άλλη. («Στείλε το φως έλεγε η μάικω μόλις σουρούπωνε/πασχίζοντας να περάσει στη βελόνα την κλωστή» XXIV Ψιλόβροχο. Αθήνα: Νεφέλη, 2000, σ. 32 και τώρα Ποιήματα, Μαύρο δάσος ΙΙ συγκεντρωτική έκδοση. Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2011, σ. 144).

Στο νοσοκομείο τον Ιούνιο που μας πέρασε πήρε μεγάλη χαρά για τη συμφωνία των Πρεσπών. Προς Θεού, να μην παρεξηγηθώ: ο Μέσκος δεν μπαίνει σε καλούπια. Ήταν «μαζί μας» όσο και απέναντί μας, «μαζί τους» όσο και απέναντί τους, με τον τρόπο που κάποιοι παλιοί αριστεροί ήταν σε θέση να δηλώνουν: «συντροφικά μόνος, συντροφικά ελεύθερος». Σταθερά ήταν απέναντι στον εθνικισμό, την κοινωνική αδικία, τις ανισότητες. Για όλα αυτά έλεγε και έγραψε συγκλονιστικές ιστορίες. Με την αθωότητα του παιδιού, με τη σοφία του ενηλίκου και τον πόνο του πάσχοντος και παθόντος. Μακριά από κάθε φτηνή συγκίνηση που φέρνει εύκολα δάκρυα.

[ Ο τίτλος του παρόντος είναι στίχος από το Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975 ]



23.1.19

Μάρκου Μέσκου, «Εν Βοδενοίς»



Μάρκος Μέσκος 
Εν Βοδενοίς: Κείμενα εκτός εμπορίου από την ενδοχώρα της Έδεσσας
Έδεσσα 2016

Όταν ο Μάρκος Μέσκος γράφει κείμενα πέραν της ποίησης, πεζογραφήματα δηλαδή ή ιδιότυπα κριτικά κείμενα, η ποίηση εμφιλοχωρεί και από πεζοπορία μετατρέπεται σε πτήση. Αν διατρέξουμε τις πεζογραφικές του καταθέσεις, θα επιβεβαιώσουμε αυτή την παρατήρηση.
Έχοντας ήδη βγάλει επτά (7) συλλογές ποιημάτων σε διάστημα είκοσι (20) ετών, το 1978 εκδίδει ιδιωτικά στην Αθήνα τα Παιχνίδια στον Παράδεισο και την επόμενη χρονιά την Κομμένη γλώσσα στον Έρασμο. Μεσολαβούν δύο δεκαετίες, και το 1999 κυκλοφορεί από τη Νεφέλη το Μουχαρέμ, διηγήματα, με εκτενέστερο το ομότιτλο, που επισημάνθηκε από την κριτική και τοποθετήθηκε ισότιμα δίπλα στον Μοσκώβ Σελήμ του Βιζυηνού. Το 2005 εκδίδεται η συλλογή πεζογραφημάτων Νερό Καρκάγια’ από τον Ίκαρο.
Παράλληλα, ο Μέσκος γράφει κείμενα που αναφέρονται στην ανθρωπογεωγραφία της γενέτειράς του. Τα εκδίδει ιδιωτικά, ιδίοις αναλώμασιν. Αυτά τα κείμενα θεωρήσαμε πως έπρεπε να συγκεντρωθούν σε ένα τομίδιο για να γίνουν προσιτά σε ευρύτερο κοινό, καθώς αυτές τις αυτοτελείς εκδόσεις τις χάριζε μόνο σε φίλους. Ο χρόνος γραφής τους εκτείνεται χρονικά από το 1979 έως το 2016. Αυτό το βιβλίο, με τίτλο Εν Βοδενοίς: Κείμενα εκτός εμπορίου από την ενδοχώρα της Έδεσσας, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω, με σύντομες αναφορές.


«Ο Όμηρος Πέλλας στην Έδεσσα» (1991)

«Στον κεντρικό δρόμο της Έδεσσας […] (σε) […] διώροφο κτίριο στεγάζονταν τα γραφεία της επιθεώρησης Κατωτέρας Εκπαιδεύσεως. Εκεί, φαντάζομαι τον Οδυσσέα Γιαννόπουλο –Όμηρον Πέλλα, μόλις χλωρόν απόφοιτον της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, να παραδίδει τα σχετικά διαπιστευτήρια της τοποθέτησής του: Δάσκαλος στο χωριό Σωτήρα Νομού Πέλλας. […] Αυτά το φθινόπωρο του 1940».

Η αφήγηση του Μέσκου συνεχίζεται με αναφορές στη ζωή του στο χωριό με ένθετα αποσπάσματα από το σημαντικό βιβλίο του Όμηρου Πέλλα STALAG VIC: Χρονικό της ομηρίας του στα γερμανικά στρατόπεδα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου). «Μ’ αυτόν τον τρόπο αμύνεται, αγωνίζεται, ελπίζει, πιστεύει».
Ένα κείμενο καταθέσεων της βαρβαρότητας, των μαρτυρίων και μία διά του πόνου αυτογνωσία. Επιστρέφοντας, ζων και ελπίζων, στον ίδιο χώρο το 1951, μετά από αλλεπάλληλες περιπέτειες, ενσωματώνεται στις παρέες της Έδεσσας και στον Φιλοπρόοδο Σύλλογο Έδεσσας «Μέγας Αλέξανδρος», κάνοντας αρκετές ομιλίες. Πολύπλευρη προσωπικότητα, δοκιμάζει και δοκιμάζεται σ’ όλα τα είδη του λόγου, στη ζωγραφική, στη γλυπτική και στην ενεργή πολιτιστική παρέμβαση. Σ’ αυτό το κείμενο ο Μέσκος σκιαγραφεί την παρουσία του Πέλλα στην ευρύτερη περιοχή της Έδεσσας, τις ανθρώπινες σχέσεις του, και αναγνωρίζει στο πρόσωπό του έναν «δάσκαλο» για τον ίδιο, που τον σημάδεψε κι έγινε «μέτρο» για το δικό του έργο.


 «Ο ποιητής Θανάσης Πάσχος δυό χρόνια μετά τον θάνατό του» (2010)
«Αν θελήσουμε να τον τοποθετήσουμε κάπου στο μήκος της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο χώρος αυτός είναι του μεσοπολέμου με τα ποικίλα αδιέξοδά του και του έμμετρου λόγου της χαμηλόφωνης ποίησης […].
Κοντά και δίπλα στις ήπιες φωνές της γενικότερης ανθρώπινης μοίρας».

Στο κείμενο αυτό ο Μέσκος μιλά για «μία συμπαγή ηθική προσωπικότητα», τον ποιητή Θανάση Πάσχο, από τους Λύκους (Βαλκογιάνοβο) της Έδεσσας. Έναν άνθρωπο, που υπήρξε μέντορας του και τον ενέπνευσε με την, πέραν πάσης αμφιβολίας, ανιδιοτελή κι ακέραια στάση του στη ζωή και στην τέχνη του. Και σαν συμπέρασμα από το ομώνυμο ποίημα του παραθέτω:

«Έτσι περίπου είν’ η ζωή μας, αδερφή
κάτι σαν μια παράσταση από δράμα,
που αρχίζει με χαρά μι’ αυγούλα γελαστή
τελειώνει κάποιο βράδυ με το κλάμα».


Χρ. Νέπκας (1979)
«Το σπαραγμένο σώμα του Χρήστου Νέπκα» είναι εισαγωγή σε μία συλλογή είκοσι τραγουδιών, που η προφορική παράδοση έσωσε τους στίχους τους, ακέραιους ή αποσπασματικούς. Στην εισαγωγική παράγραφο συναντούμε έναν από τους πυρήνες του λυρισμού του Μέσκου, την εκστατική αγάπη του προς τη φύση, που κάνει το κείμενο πεζό-ποίημα. Για ν’ ακολουθήσουν τα βιογραφικά στοιχεία του Χρήστου Νέπκα, στο ιστορικό περιβάλλον της εποχής του Μεσοπολέμου και κατόπιν της σκληρής δεκαετίας της Κατοχής και του Εμφυλίου.
Ο Μέσκος αναρωτιέται: «Τι θα ’ταν ο Χρήστος Νέπκας σήμερα; […]. Της αγάπης αυτοδίδακτος τροβαδούρος ή σπίνος που κελαηδεί;».

«Το κάντρο» (2009)
Στο «Κάντρο» ο ποιητής, ξεκινώντας από την περιγραφή μιας παλιάς φωτογραφίας, μας οδηγεί στην αιματηρή εποχή της δεκαετίας του ’40, την εποχή που «η μια μέρα μισούσε την άλλη μέρα» κι ο θάνατος, ο πόνος, καθημερινοί εφιάλτες στον διαρκώς ανήσυχο βίο των ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτό το «Κάντρο» ενσωματώνει τα πριν και τα μετά, διηγούμενος τις περιπέτειες μιας οικογένειας συγγενών του, που ανάγονται σε στερεοτυπική απεικόνιση της ζωής πολλών ανθρώπων της ζοφερής εκείνης εποχής. Αποτίοντας τον οφειλόμενο φόρο τιμής στη μνήμη τους, αλλά και στη μνήμη ανθρώπων που τους πήραν και τους σήκωσαν οι θύελλες του Μινώταυρου εμφύλιου πολέμου.

«Στο κάντρο, τώρα βλέπω τη σημασία της μελανής συστάδας των φύλλων από δεξιά (ένα κρεμασμένο στον ήλιο πουκάμισο και η ποδιά της Τέτας μάταια υπάρχουν στο ανοιχτό χρώμα). Είναι το Μαύρο που πλησιάζει για τον θείο και τη θεία, κυρίως».

«Οι Κλοσάρ των Βοδενών» (2010)

«Συχνά πυκνά προβάλει μπροστά μας η κακιά μοίρα ή δυστυχία ή σύμπτωση τρελή κι αδιέξοδη· συνήθως το Νοέμβρη μήνα καθώς οι ομίχλες σέρνονταν στις πλαγιές όταν τα δέντρα βυζαίνουν το γάλα της ομίχλης· τότε περίπου, η μνήμη φέρνει πάλι στο προσκήνιο τους Κλοσάρ των Βοδενών, έτσι ας τους πούμε, μία κοινοτική μικρογραφία του μεγάλου κόσμου». […]
«Ρεμάλια, παραλογισμένοι, έντιμοι στη δυστυχία τους οι περισσότεροι Κλοσάρ των Βοδενών και όσοι περαστικοί, στο μπουγάζι του αέρα και στην αντοχή της αξιοπρέπειας.». […]
Έτσι μας εισάγει ο Μ.Μ. στον κύκλο της δυστυχίας αυτών των συμπολιτών μας, που ζήσαν στη μοναξιά τους, απόκληροι, «προσκολλημένοι στις άκρες της κοινωνίας». Η ματιά του τρυφερή, πονετική, τυλίγει σαν αγκαλιά αυτούς που η ζωή τους στράβωσε κι έμειναν να περιμένουν ένα χέρι ν’ ακουμπήσει πάνω τους. Αλλοπαρμένοι διάβηκαν τον δρόμο που τους έλαχε.


«Ο Πασίφιλος» (2014)

«Ήταν περίεργος άνθρωπος, αγαπούσε τα ζώα, ό,τι ―εκτός των ανθρώπων― κινούνταν στο χώμα, στον αέρα και στο νερό. Όλα τα πετεινά τ’ ουρανού, ό,τι βάδιζε φανερά-κρυφά, ό,τι μπορούσε να δει μέσα στο νερό. […]».

Αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο, για τ’ αγαπημένα του ζώα: εδώ την αρκούδα και τα περιστέρια. Ξαναγυρνά, όπως και σ’ όλο το έργο του ―ποιητικό και πεζογραφικό― στη φίλια ματιά και στην αγαπητική του σχέση μ’ ό,τι πετά, με ό,τι περπατά και με ό,τι κολυμπά. Θα ’ταν ενδιαφέρον για τους φιλόλογους ερευνητές να καταγράψουν την παρουσία της πανίδας αλλά και της χλωρίδας στο έργο του. Ο κατάλογος θάναι μακρύς. Ο πασίφιλος λοιπόν φίλων όλων Μάρκος Μέσκος.


«Η χοϊκή αγιοσύνη της ενδοχώρας και οι φωτογραφίες του Ντίνου» (2010)

«Το καλλιτεχνικό παιχνίδι του Ντίνου έγκειται στην πολύπλευρη σημασία της εικόνας που επιλέγει κρυφά, ερήμην του φωτογραφιζόμενου, καθώς η φαντασία του ανταμώνει τον δημιουργικό παλμό, τους μύθους και την πραγματικότητα. Συνοπτικός, πολύπλευρος, ενδιαφέρων με τραγικά σώματα και "αγράμματη" αισθητική των πορτραίτων».

Ο Ντίνος (Τουσίμτσης), επίμονος καλλιεργητής των εικόνων, χρόνια τώρα με τη μηχανή του έχει διασώσει πρόσωπα (κυρίως) και χώρους της πόλης, συνθέτοντας το άλμπουμ των ανωνύμων, σε μία εν εξελίξει σπειροειδή διαδρομή, που αφήνει πίσω της αποτυπώσεις, που πρέπει ν’ ανακαλυφθούν. «Είναι η καθημερινότητα που τον τυλίγει με τα υψηλόφρονα ταπεινά θέματά του […]. Είναι ο κόσμος […] κοντολογής της Ενδοχώρας».


«Τα καφενεία των Βοδενών» (2015)
«Το καυτό σίδερο της μνήμης, ο Λόγος που προβαίνει από κάποια γωνιά και συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες μπορεί να περισώσει τα χαμένα;» ΄Ενα παρόμοιο σημείο τα Καφενεία των Βοδενών, που συγκέντρωναν τη δυναμική του ανώνυμου λαϊκού στοιχείου. Μέσα από την περιδιάβαση των παλιών καφενείων και την τοπογραφία τους περνά όλη η ιστορία της πόλης και των ανθρώπων της. Τόποι συναθροίσεων τα καφενεία, άλλοτε με αμιγή κοινωνική-ταξική πελατεία κι άλλοτε υπερταξικά, είναι ψηφίδες του πολύχρωμου μωσαϊκού της πόλης. Χώροι, ονόματα, άνθρωποι και γεγονότα υφαίνονται με τον τρόπο του Μέσκου, παραδίδοντάς μας έναν, εν κινήσει, ζέοντα πίνακα, όπου όλα βρίσκουν τη σωστή τους θέση. Με το υγρό βλέμμα να χάνεται στης μνήμης το πηγάδι.


«Πορεία προς την ποίηση» (2016)
«Ναι, εν Βοδενοίς γεννήθηκε, Χουνικάρ στα παλιότερα Βοδενά, στη σημερινή Έδεσσα ― το φρύδι, ιδεώδης τόπος αυτοκτονιών, πόσους δεν πήρε ο καταρράκτης ― για να βλέπουν τα πουλιά μόνο από τη ράχη επάνω…». Γεννήθηκε λοιπόν το φθινόπωρο εκείνος, μια εποχή που πολύ θ’ αγαπήσει αργότερα. […]
Έτσι, φθινόπωρο του 1958 θα δώσει  να εκδοθούν τα πρώτα του ποιήματα στη «Νέα Πορεία» του πεζογράφου Τηλέμαχου Αλαβέρα, στη Θεσσαλονίκη. Ο τίτλος: Πριν από τον θάνατο. Θ’ ακολουθήσει πέντε χρόνια μετά (1963) η συλλογή Μαυροβούνι. Τα πρώτα του ποιήματα όμως, δύο χρόνια πριν στην Επιθεώρηση Τέχνης (1956). [...] «Μικρά, ολιγόστιχα ποιήματα, εκεί, στην αφετηρία, την αμεσότητα και την πληρότητα του μηνύματος προτιμώντας. Σαν το κλεφτό φιλί».
Αφήγηση–απολογισμός και αποτίμηση–τριτοπρόσωπη, για να κρατηθούν οι αποστάσεις, το βλέμμα να ’ναι όσο γίνεται καθαρό. Η «δεκαετία όμως της παιδικής του ζωής, που χαράκωσε την ψυχή του με το πυρωμένο της σίδερο» θα γίνει μία σταθερά της ποίησής του και θα δώσει ποιήματα, από τα πλέον άρτια, υψηλής συναισθηματικής θερμοκρασίας. «Η αναζήτηση του ιδανικού Έρωτα, της Ουτοπίας σχεδόν»: η δεύτερη θεματική σταθερά, θα είναι παρούσα σ’ όλες τις συλλογές του, με κορυφαία, κατά τη γνώμη μου, ως προς τη σύνθεση και τη συμπύκνωσή της, τα Άνθη στο καταραμένο φίδι. «Οι σκέψεις γύρω από την Ποίηση και τη Γραφή της» καταλήγουν σε ποιήματα ποιητικής, ματιές στο εργαστήρι του ποιητή, στους προβληματισμούς και στα αδιέξοδά του, έως ότου το ποίημα σαρκωθεί, αποκτήσει υπόσταση. «Πολλά τα μυστήρια που προσπαθούσε να πετρώσει στις Γραφές του, αποκαλύπτοντάς τα».


«Μνήμες ζωής ο θάνατος» (2015)
Με αφορμή μία φωτογραφία του παλιού νεκροταφείου (όπου σήμερα το πάρκο των Καταρρακτών) κατά τον Μεσοπόλεμο, ο Μέσκος «συνθέτει ένα κείμενο καμωμένο από τα άχραντα υλικά του δημοτικού τραγουδιού με γενναιόδωρη λύπη», κατά τον Θανάση Νιάρχο, δημοσιευμένο στην εφημερίδα Τα Νέα- Σαββατοκύριακο 14-15 Νοεμβρίου 2015, με τίτλο «Μνήμες ζωής ο θάνατος».

«Γιατί τότε ονομάστηκε ‘Παυσίλυπον’ αφού ανασαίνουν οι νεκροί του κάντρου με την ολιγοήμερη άδεια από τον Άδη σκορπώντας τη λύπη πάλι. Δεν πέρασε στη λησμονιά. Ο τόπος αυτός, ένας σωρός ανωνύμων, νανουρισμένων από τα νερά των ποταμών πλάι. Πόσο καιρό άραγε θ’ αντιστέκεται η Μνήμη;»


«Το φωτοστέφανο του νεώτερου αγίου Βοδενιώτη του λαϊκού» (2002)
Μία αργή χαμηλή πτήση, αυτό το κείμενο, αφιερωμένο στους «αγαπημένους κεκοιμημένους», πάλι ανοιχτό πλάνο της Έδεσσας, της φύσης και των ανθρώπων της, με την υγρασία των ποταμιών και των αισθημάτων. Κι εδώ ο Μέσκος επιστρέφει στη γενέτειρα, για να θυμίσει ονόματα και τοπία της σαν την «κυκλοθυμία της βίδας καθώς ξεχαρβαλώνει και καθώς οικοδομεί».

«Ασβέστης, λοιπόν, άμμος της Μπέλιτσας και χαλίκι, Κιουπρί, γεφύρι το φωτοστέφανο, ψηφί το ψηφί, πέτρα την πέτρα, ο νεώτερος άγιος Βοδενιώτης, ο λαϊκός, με το ψηφιδωτό των ονομάτων Αυτού: […] Λάμπουν».
«Το φωτοστέφανο του Αγίου χρυσόσκονη, μαλαμόσκονη, σκόνη εις τον αιώνα. Άπαντες κεκοιμημένοι ενταύθα και μνημονευόμενοι για τους λόγους που έζησαν και απέθαναν».

Αυτά τα λόγια, χαράγματα σε πλάκες επιτύμβιες για να μείνουν στη μνήμη των ανθρώπων, που πέρασαν αφήνοντας όλοι, το μικρό ή μεγάλο, ίχνος τους σ’ αυτή την πόλη.

Έδεσσα, Νοέμβριος 2016.


[Το κείμενο εκφωνήθηκε στην εκδήλωση: «Μάρκος Μέσκος-60 χρόνια στη λογοτεχνία», στις 6 Νοεμβρίου 2016, στο παλαιό Παρθεναγωγείο, Βαρόσι, Έδεσσα].