21.4.18

«Θα πεθάνω τον Οκτώβριο – είναι ωραίος μήνας»


Νέο «Εντευκτήριο», με αφιέρωμα στη Λούλα Αναγνωστάκη


του Δημήτρη Αθηνάκη

πηγή: εφημερίδα Η Καθημερινή
«Αισθάνομαι από τη μια μεριά ότι δεν έχω κανένα προσόν, και αυτό πολύ αντικειμενικά. Κι από την άλλη, ότι είμαι κάτι πολύ σπουδαίο, αλλ’ αυτό το σπουδαίο βγαίνει από κάπου αλλού. Δηλαδή, δεν στηρίζεται ούτε στην καριέρα που έχω κάνει, ούτε στην εξυπνάδα, ούτε στην εξωτερική εμφάνιση, ούτε σε τίποτα. Είμαι κάτι άλλο. Αισθάνομαι ότι μέσα μου έχω κάτι σπουδαίο. Και γι’ αυτό προσβάλλομαι εύκολα. Δεν επιτρέπω στους άλλους να θίγουν αυτό που έχω μέσα μου». 
Αυτό είναι ένα απόσπασμα από μία συνέντευξη της Λούλας Αναγνωστάκη στον Γιώργο Ζεβελάκη, τον άνθρωπο-αρχείο των νεοελληνικών γραμμάτων που προλογίζει το νέο τεύχος του «Εντευκτηρίου», αφιερωμένου στη μεγάλη θεατρική συγγραφέα, που έφυγε από τη ζωή στις 8 Οκτωβρίου 2017 – «Θα πεθάνω τον Οκτώβριο», είχε πει στον Γιώργο Ζεβελάκη. «Γιατί;», της απάντησε εκείνος. «Είναι ωραίος μήνας».

Το αφιέρωμα, που συνοδεύεται από cd με την Αναγνωστάκη να διαβάζει τον μονόλογό της «Ο ουρανός κατακόκκινος», περιλαμβάνει κείμενα, μεταξύ άλλων, των Ζυράννας Ζατέλη, Μάρως Δούκα, Βίκτωρος Αρδίττη, Παύλου Μάτεσι, Ακη Δήμου, Σταμάτη Κραουνάκη, Ολιας Λαζαρίδου, Τάκη Σπετσιώτη και Μάνου Καρατζογιάννη, που αναδεικνύουν τη φημισμένη φωτογραφία της Λούλας Αναγνωστάκη, διά χειρός Σπύρου Στάβερη, που ο εκδότης Γιώργος Κορδομενίδης επέλεξε για εξώφυλλο. 
Οι σελίδες του «Εντευκτηρίου» είναι σελίδες αναφοράς για τον αναγνώστη που γοητεύθηκε από εκείνη που ζούσε «μόνο για τον Γιώργο (Χειμωνά)» και για να γράφει. Και για εκείνον που αποζητεί να μάθει για ποιον λόγο η σπουδαία Λούλα Αναγνωστάκη ήταν ένας τρόπος να βιογραφηθεί η Ελλάδα που αποζητούσε να μάθει τη ζωή έξω από τη ζωή, γυρεύοντας την ταυτότητά της ανάμεσα στα χαλάσματα του σπιτιού της και στον οδοστρωτήρα του μοντέρνου –και μοντερνιστικού– 20ού αιώνα. Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν εμείς. Κι όταν δεν το ήθελε καθόλου...

10.4.18

Λέων Τολστόι: Αναζητώντας ένα γαλήνιο τέλος


Λέων Τολστόι


 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗ*

 

Οι τελευταίοι μήνες της ζωής του Τολστόι 

σε μία ευανάγνωστη μυθιστορηματική βιογραφία



Tζέι Παρίνι
Ο τελευταίος σταθμός

Μετάφραση: 
Μαρίνα Τουλγαρίδου

Αθήνα, Εκδόσεις Τόπος 2007
1η ανατύπωση 2009, 383 σ.





Ο τελευταίος σταθμός του Αμερικανού ποιητή, μυθιστοριογράφου και κριτικού Τζέι Παρίνι (γενν. 1948, Πενσυλβάνια, ΗΠΑ) είναι η μυθιστορηματική ανάπλαση του τελευταίου χρόνου ζωής του Λέοντος Νικολάγεβιτς Τολστόι.



Συμπληρώνοντας τα ογδόντα του χρόνια (είχε γεννηθεί στη Γιάσναγια Πολιάνα το 1828), ο πατριάρχης της ρωσικής λογοτεχνίας απολάμβανε την καθολική αναγνώριση. Το έργο του είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται σε άπαντα, να ανθολογείται και να μελετάται, ενώ σε όλη τη χώρα πραγματοποιούνταν τιμητικές εκδηλώσεις για την επέτειο των γενεθλίων του. Ο ίδιος διατηρούσε ακέραιη τη ζωτικότητά του. Λέει η Σοφία Αντρέγεβνα για τον άντρα της, «Λιόβοτσκα»: «Ό,τι κι αν κάνει, το κάνει απόλυτα: κοιμάται, δουλεύει, χορεύει, ιππεύει, τρώει.». Δημιουργικός επίσης ακόμη, γράφει το Δεν υπάρχουν ένοχοι στον κόσμο αλλά και μία ανθολογία γνωμικών για τον Θεό και τη ζωή, αλληλογραφεί με τον Μπέρναρ Σο και τον Γκάντι. Η συνείδησή του όμως παραμένει ανήσυχη και μέσα του μαίνεται η σύγκρουση ανάμεσα στις θρησκευτικές και κοινωνικές του αντιλήψεις από τη μία μεριά και στη ζωή που απολαμβάνει ως ευγενής και μεγαλοκτηματίας: «Το γεγονός ότι συνεχίζω να ζω [...] σε φοβερές, επαίσχυντες συνθήκες πολυτέλειας, σε αντίθεση με τη φτώχεια που μας περιβάλλει, με βασανίζει όλο και περισσότερο». 


Τολστόι και Βλαντιμίρ Τσερτκόφ


Η διακηρυγμένη πρόθεση του κόμη Τολστόι να αφήσει με τη διαθήκη του τα έσοδα από τα βιβλία του στον «μουζίκο, ρώσικο λαό» βρίσκει αντίθετη τη γυναίκα του, αριστοκράτισσα από πεποίθηση, και τη φέρνει σε κατάσταση διαρκούς νευρικής κρίσης, με αλλεπάλληλες υστερικές εκρήξεις και λιποθυμικές τάσεις. Μάρτυρες της συνεχούς έντασης ανάμεσα στο ζευγάρι και των αδιάκοπων καυγάδων τους τα παιδιά τους, ο οικογενειακός γιατρός Μακοβίτσκι, ο επιστήθιος φίλος του Τολστόι Βλαντιμίρ Τσερτκόφ (αποδέκτης επίσης της οργής της κόμισσας Τολστόγια, η οποία τον κατηγορεί ανοιχτά ακόμη και ότι σαγήνευσε ερωτικά τον άντρα της), ο νεαρός αφοσιωμένος γραμματέας του Βαλεντίν Μπουλγκάκοφ. Πόσο ν’ αντέξει ο άνθρωπος; Στις 28 Οκτωβρίου 1910, ώρα 3 το πρωί, αφού άκουσε τη γυναίκα του να ψάχνει κρυφά τα συρτάρια του γραφείου του, ο 82χρονος πλέον συγγραφέας εγκαταλείπει τη Γιάσναγια Πολιάνα με μόνη συντροφιά τον γιατρό του, προσπαθώντας να αποδράσει από μία καταπιεστική καθημερινότητα, όπως τη διαμόρφωναν η επιτυχία του, ο ασφυκτικός οικογενειακός περίγυρος και κυρίως η κόντρα του με τη Σοφία Αντρέγεβνα. Ενώ αναζητά τη γαλήνη μακριά από τη γυναίκα του, από τα δεκατρία παιδιά τους και από το κυνηγητό των δημοσιογράφων, θα τον βρει ο θάνατος λίγες μέρες αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου, στο σπίτι του σταθμάρχη στον μικρό σιδηροδρομικό σταθμό του Αστάποβο, στη γραμμή του Καυκάσου.



Λέων και Σόνια (Σοφία) Τολστόι

Ο Παρίνι αξιοποιεί με θαυμαστό τρόπο το πλούσιο υλικό που του παρείχαν τα ημερολόγια και τα απομνημονεύματα προσώπων του στενού κύκλου των Τολστόι και αναπλάθει με αληθοφάνεια αυτόπτη τη ζωή στη Γιάσναγια Πολιάνα· ζωντανεύει επίσης πετυχημένα τις θηριώδεις συγκρούσεις του Τολστόι με τη γυναίκα του, τις συναισθηματικές τους μεταπτώσεις αλλά και τις ευρύτερες ιδεολογικές ζυμώσεις που οδήγησαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί την πολυφωνική αφήγηση: η γυναίκα και η κόρη του, ο γιατρός του, ο έμπιστός του και ο γραμματέας του, παίρνουν διαδοχικά τη σκυτάλη της αφήγησης και φωτίζουν καθένας από τη δική του οπτική ―και κυρίως με τη δική του, ιδιαίτερη γλώσσα― τα διάφορα περιστατικά. Σε κρίσιμα σημεία της αφήγησης, μεταξύ των κεφαλαίων παρεμβάλλονται λυρικά ιντερμέδια του Παρίνι, που αποβλέπουν στο να περιορίσουν την ένταση (αλλά μάλλον διασπούν την ατμόσφαιρα). Αντίθετα, ευστοχούν οι παρένθετες σελίδες που επιγράφονται με τα αρχικά Λ.Τ. και είναι αυτούσια αποσπάσματα από επιστολές και ημερολογιακές καταγραφές του ίδιου του Τολστόι.


Κρίστοφερ Πλάμερ και Έλεν Μίρεν
στον κινηματογραφικό Τελευταίο σταθμό

Ο Αμερικανός συγγραφέας σκιτσάρει με μεγάλη ευκρίνεια πρωτίστως τους δύο βασικούς ήρωες, τον Τολστόι και τη δυναμική γυναίκα του (χωρίς να παίρνει φανερά το μέρος κανενός), και λιγότερο τα υπόλοιπα πρόσωπα που τους περιβάλλουν, σ’ ένα ευανάγνωστο βιβλίο που ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στη μυθοπλασία και στα ιστορικά γεγονότα ― ίσως είναι χρήσιμο να το έχει διαβάσει κανείς προτού απολαύσει την κινηματογραφική του μεταφορά από τον Μάικλ Χόφμαν, με τον Κρίστοφερ Πλάμερ και την Έλεν Μίρεν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.


 [ πρώτη δημοσίευση: Η Καθημερινή / «Τέχνες και Γράμματα», 22.8.2010 ]

* Ο Γιώργος Κορδομενίδης είναι εκδότης-διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Εντευκτήριο





8.4.18


Δείτε στο βίντεο τη συνοπτική παρουσίαση του νέου τεύχους του περιοδικού Εντευκτήριο, με πολυσέλιδο αφιέρωμα στην εμβληματική θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη. Το τεύχος συνοδεύεται από cd στο οποίο η Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

6.4.18

Σήμερα μαύρος ουρανός



Μπορεί να μη θρησκεύομαι εδώ και χρόνια, ωστόσο τα τροπάρια, οι ύμνοι και οι μελωδίες της Μεγάλης Βδομάδας ασκούν μεγάλη γοητεία επάνω μου, ίσως ακόμη μεγαλύτερη από αυτήν που ένιωθα παιδί ως παπαδάκι στο ιερό της εκκλησίας του Αγίου Ελευθερίου στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης.
Θυμάμαι πάντα με ξεχωριστή συγκίνηση τη μητέρα μου, συχωρεμένη από χρόνια, να τραγουδάει κλαίγοντας κάθε Μεγάλη Παρασκευή, με μελωδική και λυγμική φωνή, το «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα». Την ηχογράφησα κάποτε και χρησιμοποίησα το τραγούδισμά της σε μια εκπομπή μου στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ2, με τίτλο «Θρήνος και θάνατος στο δημοτικό τραγούδι». Δυστυχώς, έκανα την απρονοησία να "μιξάρω" με το τραγούδισμα της μητέρας μου την εκφώνηση των τίτλων της εκπομπής και να μην το περιλάβω ολόκληρο και ακέραιο μέσα στην εκπομπή. 

Καλή Ανάσταση, όπως κι αν την εννοεί ο καθένας!

Γιώργος Κορδομενίδης

Τρίποδας Δελφικός



γράφει η Εύη Δανανιάδου ― Μόνον η εξοχότητά σας μπορεί να εκτιμήσει την καλλιτεχνική του αξία! Αριστούργημα! Πιστό αντίγραφο του τρίποδα των Δελφών. Ατόφιο ασήμι, επίχρυσα στολίσματα, η βάση του από μάρμαρο της Πάρου! Δείτε τον όφι τον τρικάρηνο με πόση μαεστρία λαξεμένος· προσέξτε! μάτια από αιγυπτιακά σμαράγδια. Πολύτιμο απόκτημα για το αρχοντικό σας. Και σε τιμή ευκαιρίας. Ο έμπορος έβαλε όλη την τέχνη του για να πουλήσει την πραμάτεια του, μα ο πελάτης ήταν άκεφος και σκεπτικός. Ο τρίποδας ―πράγματι εξαιρετικός― του θύμισε την πρωινή του απόφαση. Μήπως να είχε ρωτήσει το Μαντείο προηγουμένως; Τώρα έμοιαζε άστοχη, βιαστική, ίσως και επικίνδυνη η κρίση του. Μετά, παρηγορήθηκε πως ο Απόλλωνας ποτέ δεν λέγει ούτε κρύπτει, μόνον σημαίνει. Πάντα αμφίσημοι είναι οι πυθικοί χρησμοί. Το ίδιο και το δικό του «Νίπτω τας χείρας μου»! ― Πόσο είπες ότι τον πουλάς;


[ Γεννήθηκα το 1957 στη Θεσσαλονίκη. Δεν την άφησα ποτέ. Σπούδασα νομικά στο ΑΠΘ και είμαι δικηγόρος. Έχω δύο ενήλικα αγόρια. Λατρεύω τη λογοτεχνία ως αναγνώστρια και την υπηρετώ διστακτικά ως γραφιάς. ― Ε.Δ. ]

3.4.18

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος διαβάζει αποσπάσματα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο σε δική του μετάφραση (cd των Εκδόσεων Εντευκτηρίου)

μη χάσετε ένα μοναδικό ακρόαμα

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος διαβάζει αποσπάσματα
από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
σε δική του μετάφραση

Σε ψηφιακό δίσκο (cd) των Εκδόσεων Εντευκτηρίου

Μπορείτε να το λάβετε ταχυδρομικώς έναντι 10,00 ευρώ, εφόσον καταθέσετε το ποσόν σε τραπεζικό λογαριασμό
Πληροφορίες και παραγγελίες: e-mail: entefkti@otenet.gr | τηλ. 2310 279607)





Αποσπάσματα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, σε δική του μετάφραση, διαβάζει ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος σε ψηφιακό δίσκο (cd) που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου.



Πρόκειται για αποσπάσματα που αναφέρονται στα περιστατικά από την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα μέχρι και την ανάστασή του.



Οι απαρχές της μετάφρασης του Ευαγγελίου από τον Χριστιανόπουλο χρονολογούνται πενήντα χρόνια πριν Ο ίδιος έχει πει για το ζήτημα αυτό: «Ολα ξεκίνησαν το 1955, που υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία και, μέσα σε όλες τις δυσκολίες της στρατιωτικής ζωής, ένιωσα έντονη την ανάγκη να στηριχθώ κάπου και να βρω από κάπου παρηγοριά. Και φυσικά δεν υπήρχε σπουδαιότερο στήριγμα από το Ευαγγέλιο, οπότε σκέφτηκα ν’ αρχίσω να μεταφράζω. Αρχισα με τον Ματθαίο, που είναι το πρώτο στη σειρά. Αργότερα είδα ότι αυτό που ήθελα, να μεταφράσω όλα τα Ευαγγέλια, ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου, γι’ αυτό έμεινα μόνο στο πρώτο. […] Την περίοδο εκείνη ένιωθα πιο πιστός χριστιανός, Αργότερα, οι προσανατολισμοί μου άλλαξαν αισθητά. Αλλά πάλι δεν σταμάτησα τη μετάφραση, παρόλο που στη δεύτερη αυτή φάση το ενδιαφέρον μου ήταν περισσότερο φιλολογικό και μεταφραστικό. Εκ των υστέρων βλέπω ότι όλα αυτά με ωφέλησαν, γιατί με βοήθησαν να προσπελάσω ένα τόσο μεγάλο κείμενο από όλες τις πλευρές.»

Είναι φανερό ότι η μετάφραση αυτή αποτελεί έργο ζωής για τον ποιητή, καθώς πηγάζει από τις χριστιανικές καταβολές του και δίνει διέξοδο στη χριστιανική του αγωνία, την οποία, όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο ίδιος στην “αυτοκριτική” του (στο δοκίμιό του «Επ’ εμοί»), δέχτηκε από τον Τ. Σ. Ελιοτ και τον Καβάφη, και έτσι προχώρησε «κάνοντας τα πρόσωπα από την Αγία Γραφή προσωπεία των εξομολογήσεών » του.

Χρειάστηκαν περίπου σαράντα χρόνια για να ολοκληρωθεί η επεξεργασία της μετάφρασης και να ξεπεραστούν οι αμφιβολίες και οι δισταγμοί του δημιουργού της, που οφείλονταν στην «ομολογουμένη τελειομανία» αλλά και στον σεβασμό του προς τη γλώσσα του πρωτοτύπου.

Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, που γράφηκε καταρχάς στα εβραϊκά, πιθανόν το 63 μ.Χ. και κατόπιν μεταφράστηκε στην κοινή ελληνική, ο Χριστιανόπουλος το θεωρεί ως «[…] το πιο δύσκολο. Οχι μόνο για τον θεολογικό του χαρακτήρα αλλά και για τη γλώσσα του, που παρουσιάζει αρκετές ιδιομορφίες. Από την άλλη μεριά θεωρείται το πιο αυθεντικό αλλά και το πιο πλήρες, έχει αρχιτεκτονική συγκρότηση και διασώζει αρκετά καλά τη ζωντάνια της κοινής ελληνικής και τον ποιητικό χαρακτήρα της αραμαϊκής στην εποχή του Χριστού. 

Τέλος, το Ευαγγέλιο του Ματθαίου είναι το πιο ωραίο, γιατί περιέχει ολόκληρη την επί του όρους ομιλία και περιγράφει με τον δραματικότερο και αναλυτικότερο τρόπο τα πάθη του Κυρίου».


Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός ότι το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο προσείλκυσε τους μεταφραστές της Αγίας Γραφής ήδη από τον 17ο αιώνα, με κορύφωση τη γνωστή μετάφραση του 1901, η οποία προκάλεσε τα «Ευαγγελιακά», τα γνωστά αιματηρά επεισόδια που έγιναν στην Αθήνα και σημάδεψαν ιδεολογικά το γύρισμα του αιώνα.

Ωστόσο, στο τέλος του ίδιου αιώνα, ο σύγχρονος μεταφραστής του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου δήλωνε: «Δεν γνωρίζω αν οι σημερινοί αναγνώστες έχουν αληθινό ενδιαφέρον για το Ευαγγέλιο, ή απλώς επηρεάζονται από τη μόδα που άρχισε με τους νεοορθόδοξους»Πάντως, ο Χριστιανόπουλος “ομολογεί”: «Η μετάφρασή μου προς το παρόν απευθύνεται στους πιστούς αλλά και στους διανοουμένους, και θα χαιρόμουν αν κάποτε την υιοθετούσε και η επίσημη Εκκλησία…»

Ανεξάρτητα όμως από τη γλωσσική μορφή στην οποία είναι γραμμένο το Ευαγγέλιο, η δύναμη και η γοητεία του παραμένουν αδιαμφισβήτητες. «Μισό αιώνα διαβάζω λογοτεχνία», γράφει ο Χριστιανόπουλος, «μα τη δύναμη και τη γλύκα που έχουν τα λόγια του Χριστού δεν τη βρήκα αλλού πουθενά».

Κεντρική διάθεση: Κέντρο του Βιβλίου, Λασσάνη 3, Θεσσαλονίκη (τηλ. 2310 237463), Εκδόσεις του 21ου, Ζαλόγγου 9, Αθήνα (Γιάννης Νικολόπουλος, τηλ. 210 380052) και στο Εντευκτήριο (τηλ. 2310 279607)








31.3.18

Γιατί δεν πρέπει να αλλάζουν τα ονόματα των δρόμων της πόλης




γράφει η Ελένη Χοντολίδου
Στη μνήμη της μητέρας μου που έμπαινε στο ταξί
και έλεγε: Κισσάβου, ε, Πολωνίας,
ε, Πρίγκηπος Νικολάου, ε, Σβώλου!

Με αφορμή την τελευταία αλλαγή ονομασίας δρόμου η οποία προτάθηκε από την Ε΄ Κοινότητα του Δήμου Θεσσαλονίκης και πυροδότησε συζήτηση μεγάλης διάρκειας, έντασης και κοινοτυπίας στο δημοτικό συμβούλιο, θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις.
Η ανάγνωση και ερμηνεία της ιστορίας είναι υποκειμενική και βαθιά ιδεολογική. Επιπλέον, γράφεται πάντοτε από τους νικητές, οι οποίοι προχωρούν ενίοτε και σε βαρβαρότητες. Μία από αυτές είναι η μαζική αλλαγή ονομάτων δρόμων (συνοικία βαρώνου Χιρς), πλατειών, χωριών (στα σλαβομακεδόνικα χωριά) κ.ο.κ., αλλά και ανθρώπων (μαζικές βαφτίσεις Αλβανών μεταναστών).
Τα δημοτικά συμβούλια σε μία δημοκρατική χώρα δεν έχουν καμιά δουλειά να κάνουν ιδεολογικές συζητήσεις, που είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, μικρο-μεγαλισμοί αχρείαστοι. Δεν είναι αρμοδιότητά τους και δεν έχουν τα προσόντα να το κάνουν. Η ιστορία και η επιστημολογία της δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αντικείμενο συζήτησης στα δημοτικά συμβούλια. Ο καθένας στη μικρή μας πόλη ξέρει ποιος ήταν, με ποιον και τι έκανε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και στον εμφύλιο. Η ιστορία παράγεται από ιστορικούς και ελέγχεται στις δημοσιεύσεις, στα συνέδρια, στα επιστημονικά fora.
Εν προκειμένω, η οδός Χρυσοχόου (στρατιωτικού στους κρίσιμους καιρούς και μάρτυρα υπεράσπισης του … Μέρτεν [!] στη δίκη του) μετονομάστηκε σε οδό Αλμπέρτου Ναρ! Εάν δεν ήταν σοβαρό, θα έλεγα ότι είναι ένα πολύ κακόγουστο αστείο. Αντιπαραθέτουμε έναν ευγενή διανοούμενο με έναν στρατηγό που υπήρξε εχθρός του; Μετά από 70 χρόνια σιγής της πόλης και των θεσμών της απέναντι στους εβραίους, ερχόμαστε τώρα να αντιπαραθέσουμε στα θύματα τους θύτες! Ωραία τιμή, μα την αλήθεια.
Οι ιστορικοί του ΚΙΘ, όπως και όλοι οι ιστορικοί, ερευνούν, κατανοούν και γράφουν. Δεν υπάρχει μία μοναδική ερμηνεία της ιστορίας, καθώς αυτή ως επιστήμη είναι βουτηγμένη στην ιδεολογία. Οι δρόμοι και οι ονομασίες τους είναι ένας μικρός θεσμός που σχετίζεται με τη μνήμη. Πολλές μικρές ιστορίες· ιστορίες παραφροσύνης, πολλές φορές. Σβήνουμε κεφάλαια της ιστορίας επειδή διαφωνούμε; Όχι! Η αλλαγή στην ονομασία των δρόμων είναι μία βίαιη πράξη από όποιον κι αν γίνεται, από εμάς που είμαστε πάντοτε οι καλοί είτε από τους άλλους που είναι πάντοτε οι … κακοί! Είναι μία μικρή παραχάραξη της ιστορίας της πόλης και της μνήμης της. Υπάρχει η δυνατότητα οι αλλαγές αυτές να γίνονται αενάως. Λ.χ., ας υποθέσουμε πως ο επόμενος δήμαρχος Θεσσαλονίκης είναι από τους νικητές, αυτούς που έγραψαν την ιστορία. Τι επιχειρήματα θα έχουμε εάν αλλάξει και πάλι το όνομα της οδού Αλμπέρτου Ναρ; Η εάν δοθεί το όνομα του Χρυσοχόου σε άλλον δρόμο;


Οι μόνες, κατά την ταπεινή μου άποψη, επιτρεπόμενες πρακτικές είναι οι εξής δύο:
1. Δίνουμε ονόματα ανθρώπων που θέλουμε να τιμήσουμε εκεί όπου δεν υπάρχει όνομα (βλ. πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη).
2. Επαναφορά ονομασίας και διαγραφή με κόκκινη διαγώνιο εκεί όπου διεπράχθη έγκλημα (βλ. περίπτωση συνοικίας Βαρόνου Χιρς, υπόσχεση του Δημάρχου).
Οι δρόμοι πρέπει να μείνουν ως έχουν για να μας θυμίζουν αυτό που ήμασταν. Και ήμασταν πολύ, μα πάρα πολύ και πολλοί συντηρητικοί. Κάψαμε τους πολύτιμους φακέλους σε μία στιγμή αφροσύνης, που ακόμα την πληρώνουμε ερευνητικά αλλά και προσωπικά. Ας μην επαναλάβουμε το λάθος μας. Ας μην αναμοχλεύουμε τα εμφύλια πάθη και τα τραύματά μας. Ας μην παραχαράσσουμε τη μνήμη της πόλης. Έχουμε να ασχοληθούμε με πολύ σοβαρότερα πράγματα.