Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.2.10

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Πρωτοδιάβασα Ιωάννου το 1980: τον Επιτάφιο θρήνο, που είχε κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά, κατά τη γνώμη μου πυρηνικό βιβλίο μέσα στο συνολικό του έργο. Κι αμέσως μετά ό,τι δικό του βγήκε την ίδια εποχή: την Ομόνοια, μια αυτοπρόσωπη ξενάγηση στη μεγάλη αυλή των (ελληνικών μόνο, τότε) θαυμάτων· τη Στράτωνος μούσα παιδική, μετάφραση αρχαιοελληνικών παιδεραστικών ποιημάτων. Κι έπειτα, ένα-ένα, τα προηγούμενα βι­βλία του.

Τον ίδιο τον Ιωάννου τον γνώρισα μόλις το 1982, με αφορμή μια συνέντευξη που μου παραχώρησε τότε για το κρατικό ραδιόφωνο. [Το πρώτο μέρος της συνέντευξης εκείνης διασώζεται πλέον στο περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 17-18, 1985· το δεύτερο, στο βιβλίο Γιώργος Ιωάννου: Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. Συνεντεύξεις (1974-1985). Πρόλογος-επιμέλεια: Γιώργος Αναστασιάδης. Αθήνα, Κέδρος 1996.] Πριν από τη συνέντευξη όμως, με εξάντλησε σε μια δίωρη βόλτα στην πρωτομαγιάτικη Θεσσαλονίκη. Για έναν νέο των δυτικών συνοικιών (μεγάλωσα μακριά από το κέντρο, στη Σταυρούπολη), παιδί Μικρασιατών προσφύγων, η Θεσσαλονίκη ήταν μέχρι τότε μια πόλη χωρίς γραφικότητα. Η Άνω Πόλη με τα καλντερίμια και τις βυζαντινές εκκλησίες, η παλιά παραλία, τα Λαδάδικα, με δυο λόγια η κρυφή της γοητεία και οι ειδοποιές διαφορές της "ανακαλύφθηκαν" αρκετά αργά, είτε μέσα από τις σελίδες κάποιων βιβλίων είτε με πολύωρους περιπάτους δίπλα σε αισθαντικούς συνοδοιπόρους (όπως ο Ιωάννου), που διέθεταν το σπάνιο προνόμιο να κατέχουν και εσωτερικούς και υποχθόνιους ρυθμούς της Θεσσαλονίκης. Ανθρώπους που δέθηκαν τόσο πολύ μαζί της, ώστε τελικά διαποτίστηκαν από την υγρασία της και ταυτίστηκαν μαζί της. Εκείνη η δίωρη βόλτα με τον Ιωάννου λοιπόν ήταν η πρώτη μου επαφή με τη μυθολογία της πόλης, που καλλιεργούσε ο Ιωάννου, αλλά κι η είσοδός μου στον γοητευτικό ατομικό του μικρόκοσμο. Τέτοιες βόλτες στη Θεσσαλο­νί­κη, νυχτερινές κυρίως, ήταν ένας από τους άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκε η σχέση του μαζί μου (οι άλλοι ήταν η αλληλογραφία μας και οι επισκέψεις μου, Κυριακή πρωί συνήθως, στο σπίτι του στην αθηναϊκή οδό Δεληγιάννη).


Στα τέλη Απριλίου του 1982 είχα μάθει πως θα ερχόταν στη Θεσσαλονίκη και του τηλεφώνησα να του ζητήσω μια συνέντευξη για τη ραδιοφωνική μου εκπομπή. Δέχτηκε ―όχι με μεγάλη ευκολία― και μου ζήτησε να συναντηθούμε κάπου έξω, ώστε να γνωριστούμε στοιχειωδώς πριν από την ηχογράφηση. Δώσαμε ραντεβού μπροστά στο «Πεϊνιρλί», πλάι στην Καμάρα. Ήταν Πρωτομαγιά. Συναντηθήκαμε κατά τις 11 το πρωί και, ύστερα από τα τυπικά, βαδίσαμε κουβεντιάζοντας στην Εγνατία μέχρι τη διασταύρωσή της με τη Βενιζέλου. Εκεί σταθήκαμε για λίγο στην πανεργατική συγκέντρωση και ανακατευτήκαμε με το πλήθος. Επιστρέψαμε στη Χαλκέων· σ' ένα στενό μου έδειξε το σημείο όπου βρισκόταν το πατρικό του σπίτι, στην Ιουστινιανού, κι απέναντι ένα στέκι ρεμπέτηδων, όπου τραγούδησε κάποτε ο Τσιτσάνης, εν μέσω διαμαρτυριών των "καθωσπρέπει" γειτόνων.

Στο σπίτι της αδελφής του Δήμητρας, στην οδό Αγίου Δημητρίου, όπου διατηρούσε ένα μικρό δωμάτιο, μιλήσαμε καμιά ώρρα για το πώς βλέπει τη Θεσσαλονίκη ζώντας τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, καθώς και για τη σχέση του ως συγγραφέα με τη γενέτειρα πόλη. Η συνομιλία εκείνη μεταδόθηκε σε δύο μέρη (στις 4 και στις 7 Μαΐου 1982) από τη ραδιοφωνική εκπομπή «Περισκόπιο» της ―τότε― ΥΕΝΕΔ Β. Ελλάδος.

Από τη μόλις τρίχρονη συναναστροφή μας, που σχεδόν εξαρχής πήρε χαρακτήρα θερμής, αμφίδρομης φιλίας, έχω να θυμάμαι πολλά. Πρώτα πρώτα, την εμπιστοσύνη με την οποία με περιέβαλε εξαρχής, παρά το γεγονός ότι ήξερε πως προερχόμουν από ένα πνευματικό περιβάλλον που εκείνος θεωρούσε σφόδρα εχθρικό ― εννοώ τη Διαγώνιο, περιοδικό του κάποτε επιστήθιου φίλου του, Ντίνου Χριστιανόπουλου. Υστερα το γεγο­νός ότι στις ώρες της συναναστροφής μας, είτε στη Θεσσαλονίκη είτε στην Αθήνα, δεν μονοπωλούσε τον χρόνο, μιλώντας για κείνον, για το έργο του και τα ενδιαφέροντά του, αλλά προκαλούσε κι ενθάρρυνε και μένα να μιλώ για τα δικά μου έργα και τις δικές μου ημέρες ― και νύχτες, καμιά φορά...

Κι ανάμεσα σ' αυτές τις συναντήσεις, μικρά μπιλιέτα με τα χαρακτηριστικά φύλλα κισσού στην επάνω αριστερά γωνία και τον στρογγυλό γραφικό του χαρακτήρα· μπιλιέτα που συνόδευαν κάποιο καινούριο βιβλίο, νέο τεύχος του μονοφωνικού του Φυλλαδίου ή καμιά εγκύκλιο, που κατακεραύνωνε κάποιον που υπερέβαινε, κατά τη γνώμη του, τα εσκαμμένα. Αραιά και πού κανένα τηλεφώνημα, συνήθως Σάββατο απόγευμα, με ειρωνικά σχόλια για τους «Αθηναίους [συγγραφείς], που είναι συνέχεια στον δρόμο και δεν καταλαβαίνει κανείς πότε συγκεντρώνονται να γράψουν και να διαβάσουν» αλλά και με πληροφορίες για τα τρέχοντα και για τα επικείμενα σχέδιά του... Τα χρονογρα­φή­ματά του στις αθηναϊκές εφημερίδες, οι μαχητικές επιστολές του, οι εκτενείς συνεντεύ­ξεις του ή οι εμφανίσεις του στην τηλεόραση ήταν οι άλλοι τρόποι της έμμεσης επι­κοινωνίας μας. Μιας επικοινωνίας που συνεχίζεται πια χωρίς εκείνον αλλά με εκείνον, όπως συνεχίζεται η σιωπηλή, εσωτερική συνομιλία μας με όλους τους ανθρώπους (συγγενείς, φίλους, ερωτικούς συντρόφους και πάει λέγοντας) που αρνούμαστε να παραδώσουμε στη λήθη και συντηρούμε μέσα μας την εικόνα τους και τη φωνή τους και τα καμώματά τους...

Λένε ότι κάθε λογοτεχνικό έργο κρίνεται οριστικά από την αντοχή του στον χρόνο μετά τον θάνατο του δημιουργού του· δηλαδή όταν ο συγγραφέας δεν είναι σε θέση να το υποστηρίξει με τη φυσική του παρουσία, με ομιλίες του ίδιου ή άλλων γι' αυτό, συ­νε­ντεύξεις, “φίλιες” κριτικές και άλλα τέτοια, γνωστά τερτίπια.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ακριβή στοιχεία για το ενδιαφέρον του σημερινού ανα­γνωστικού κοινού σχετικά με το πεζογραφικό αλλά και το υπόλοιπο έργο του Γιώργου Ιωάννου, από τον πρόωρο θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν ήδη 25 χρόνια. Η εντύπωση που επικρατεί πάντως είναι ότι το έργο αυτό παραμένει δημοφιλές, σε ανα­μενόμενη απόσταση φυσικά από την προ του θανάτου του συγγραφέα κυκλοφορία του, κρατώντας τον σταθερά μεταξύ των πρώτων ονομάτων της μεταπολεμικής μας πε­ζο­γραφίας.

Το φαινόμενο γίνεται πιο εντυπωσιακό αν προσμετρήσει κανείς τις θεωρούμενες ως ιδιομορφίες της πεζογραφίας του Ιωάννου: τον ιδιότυπο, απολύτως προσωπικό του λόγο· την ταύτιση των κειμένων του με συγκεκριμένους τόπους (Θεσσαλονίκη καταρχάς και κατά μέγα μέρος, Αθήνα στο υπόλοιπο) ή τη μετακίνηση και την παλινδρόμηση ανάμεσά τους· τον ασφυκτικά αυτοαναφορικό χαρακτήρα τους, καθώς όλα σχεδόν στηρίζονται σε βιωματικό υπόβαθρο. Παραμένει βέβαια ζητούμενη η μαγική συνταγή με την οποία ο συγγραφέας του Επιτάφιου θρήνου μετέτρεπε την ατομική εξομολόγηση σε παναν­θρώ­πι­νη.

Δεν είμαι βέβαιος αν η περίπτωση Ιωάννου χρειάζεται τέτοιες, χάριν μνημοσύνου, αναφορές. Σκέφτομαι συχνά ότι το έργο του τον καθιστά τόσο παρόντα, ώστε του ταιριάζει περισσότερο να τον αισθανόμαστε σιωπηλό μεταξύ μας. Τα οδόσημα που άφη­σε άλλωστε στο πέρασμά του από τον κόσμο μας είναι τόσο πυκνά, προορισμένα για όσους τον γνώρισαν μέσα από τα βιβλία του αλλά και γι' αυτούς που ευτύχησαν να συν­δεθούν κάπως περισσότερο μαζί του. Οδόσημα που μας θυμίζουν πως ο Ιωάννου –για να αντιγράψω τον Γιάννη Βαρβέρη― «είχε τη συμπεριφορά του αίματος: κυλούσε, έτρεφε, έκαιγε, ζωογονούσε, θυμόταν, θύμωνε, εκδικιόταν, αλλά νερό δε γινόταν. Ηταν “το δικό μας αίμα”».

Γιώργος Κορδομενίδης

ΥΓ. Κάθε σχόλιο δεκτό!


O ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»

τεύχος 2, 1988 ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ (με πλούσια εικονογράφηση ― φωτογραφίες του συγγραφέα και χειρόγραφά του)

- Γιώργος Κορδομενίδης: Σχεδίασμα για ένα Χρονολόγιο του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985)

- Κώστας Τσιβιλίκας: Το τελευταίο σενάριο

- Γιώργος Ιωάννου: Ο παλιός σταθμός (σενάριο για τηλεοπτικό πρόγραμμα)

- Αρλέττα: Καληνύχτα Γιώργο

- Βαγγέλης Χεκίμογλου και Κατερίνα Καριζώνη-Χεκίμογλου: Η σημασία του χώρου στο πεζογραφικό έργο του Γιώργου Ιωάννου. 1. Για ένα φιλότιμο 2. Η σαρκοφάγος 3. Η μόνη κληρονομιά 4. Το δικό μας αίμα 5. Η πρωτεύουσα των προσφύγων

- Παν. Μουλλάς: Εξομολογητική πεζογραφία (κριτική του 1964). Κριτική της κριτικής ή Αυτοκριτική

- Γιώργος Ιωάννου: Το θέμα είναι το δόλωμα για να βγει ό,τι κρύβεται μέσα μας (Μια συνομιλία με τον Γιώργο Κορδομενίδη και τέσσερα σχέδια του Αλέξανδρου ΄Ισαρη).

τεύχος 10, 1990 ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ (β)

- Γιώργος Ιωάννου: Σχέδια (επί σχεδίων) [χειρόγραφο του Γ.Ι. και μεταγραφή του]

- Έλενα Χουζούρη: Ο "περιπλανώμενος" αφηγητής του Γιώργου Ιωάννου

- Γιάννης Καρατζόγλου: Προκαταλήψεις στην πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου.

τεύχος 28-29, 1994 ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΟΓΟ

- Αντιγόνη Βλαβιανού: Αυτο-βιο-γεωγράφηση σε όλα τα πρόσωπα στο έργο του Γιώργου Ιωάννου

τεύχος 33, 1998 ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ (γ)

- Γιώργος Ιωάννου: Δύο ποιήματα

- Περικλής Σφυρίδης: Το ποιητικό πρόσωπο του Γιώργου Ιωάννου

Γιώργος Κεχαγιόγλου: Βυζαντινά ρητορικά σχήματα και εικόνες του Γιώργου Ιωάννου. Ένας διακειμενικός διάλογος

τεύχος 60, 2003 ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΝΟΛΛΑ

επιστολή του Γιώργου Ιωάννου στον Δημήτρη Νόλλα

τεύχος 68, 2005 ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ (δ)

- Γιώργος Ιωάννου: Η ομορφιά μέσα στα χρόνια

- Αντιγόνη Βλαβιανού: Από τις Σαράντα Εκκλησιές στα σαράντα κύματα. Σχέδιο εργοβιογραφίας του Γιώργου Ιωάννου για το σενάριο μιας ταινίας

- Τάκης Χατζόπουλος: Ο δικός μου Ιωάννου ή Ιστορία ενός πίνακα

- Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου: Θα του έλεγα λοιπόν του Γιώργου...

- Γιώργος Κορδομενίδης: Αγίου Δημητρίου - Λευκός Πύργος

- Μανόλης Αναγνωστάκης: Λιτότητα, θερμότητα, γνήσιο μεράκι

- Νίκος Μπακόλας: Μνήμη Γ. Ιωάννου

- Αλέξιος Σαββάκης: Πάντα ήταν Φεβρουάριος

- Κώστας Λογαράς: Με πρόσχημα το πρώτο πρόσωπο

- Αναστασία Νάτσινα: Επιτάφιος θρήνος και Καταπακτή: Μια ηθική πρόταση

- Γεράσιμος Δενδρινός: Μονωδία του πατρός ημών Σεργίου ηγουμένου της Ραϊθού

9.2.10

ΓΙΑ ΤΟΝ «ΦΥΛΑΚΑ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ» (ΚΑΙ ΠΑΛΙ...)

του Ρούσσου Βρανά, από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 8 Φεβρουαρίου 2010


Στην έκτη τάξη του δημοτικού, κάθε φορά που πήγαινε στο σχολείο με τον «Φύλακα στη σίκαλη» παραμάσχαλα, ο διευθυντής τον απειλούσε με αποβολή. Ίσως επειδή είχε μέσα τόσες πολλές φορές τη λέξη «γαμημένος». Μα η δασκάλα του ήταν καλή. Άφηνε τον Γκρεγκ Πάλαστ να έχει το βιβλίο πάνω στο θρανίο του, αρκεί να το είχε πάντα σκεπασμένο με ένα καφετί περιτύλιγμα. Η δασκάλα του ήθελε να τον σώσει από τον κόσμο των διευθυντών, από αυτούς τους ανθρώπους που εκπαιδεύουν τα παιδιά να υπακούουν ηλιθίους και που τα βάζουν στον κόσμο του φόβου και της τιμωρίας των μεγάλων.

Κάπως έτσι θα πρέπει να μπήκε και η λέξη «γαμημένος» στο βιβλίο του Σάλιντζερ. Για τους ελάχιστους που δεν το έχουν διαβάσει, λέει ο δημοσιογράφος Γκρεγκ Πάλαστ, που ο θάνατος του συγγραφέα τον ώθησε να ξαναθυμηθεί τα παιδικά του χρόνια, ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Χόλντεν Κόλφιλντ, προσπαθεί να σβήσει τη λέξη «γαμημένος» από τους τοίχους ενός σχολείου. Δεν θέλει τα μικρά παιδιά σαν την αδελφή του Φοίβη να χάσουν την αθωότητά τους. Έτσι βγήκε κι ο τίτλος του βιβλίου. Όταν θα ψάξει κάποτε δουλειά, δεν βλέπει μπροστά του παρά μόνο μια καριέρα: φύλακας στη σίκαλη. Φαντάζεται ένα τσούρμο παιδιά να παίζουν ξένοιαστα σε ένα χωράφι με σίκαλη, που όμως είναι στην άκρη ενός γκρεμού. Κάθε φορά που κάποιο παιδί ξεστρατίζει επικίνδυνα, εκείνος το πιάνει προτού γκρεμοτσακιστεί. Μόνο αυτή τη δουλειά θέλει να κάνει. Όλες οι άλλες σε κάνουν ψεύτικο, δηλαδή μεγάλο. Όλοι οι μεγάλοι είναι ψεύτικοι, ακόμη κι οι καλοί. Κάνουν δουλειές που σιχαίνονται, διαβάζουν βιβλία που δεν τα πιστεύουν και ζουν ζωές που τους απογοητεύουν, ενώ καμώνονται πως όλα είναι μια χαρά. Ύστερα, με ψεύτικα χαμόγελα, σε καλούν να μοιραστείς κι εσύ τη δική τους σήψη και αυταπάτη.

Πενήντα χρόνια από τότε που τύλιξε το βιβλίο του Σάλιντζερ με εκείνο το καφετί περιτύλιγμα, ο Γκρεγκ Πάλαστ είπε να το διαβάσει στα παιδιά του. Μα δεν τα κατάφερε. Το 1956, όταν γράφτηκε το βιβλίο, εξηγεί ο δημοσιογράφος, ξέραμε πως ο κόσμος δεν μπορούσε παρά να πάει καλύτερα. Κατόπιν τσακιστήκαμε στον γκρεμό. Και νά ΄μαστε σήμερα, χωρισμένοι σε τρομοκρατημένους και πλεονέκτες, κλείνουμε τα αυτιά στους προφήτες και υποκλινόμαστε σε παλιάτσους.

«Δεν υπάρχει τρόπος να σβηστεί η λέξη "γαμημένος" από αυτόν τον κόσμο», γράφει ο Πάλαστ. «Υποτίθεται πως είμαι από αυτούς που πρέπει να προσπαθήσουν. Είμαι δημοσιογράφος κι έχω αυτήν την αφελή πεποίθηση πως, αν φωνάξω δυνατά, μπορώ να προειδοποιήσω τους ανθρώπους να αποφύγουν τον γκρεμό. Είναι κι αυτή μια δουλειά, όχι πάντως λιγότερο ψεύτικη ή λιγότερο απατηλή από τις άλλες. Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο και ξέρω πως θα φανεί παλιομοδίτικο στα παιδιά μου. Το ξαναβάζω στο ράφι. Στεκόμαστε στην άκρη του γκρεμού, αλλά δεν έχει απομείνει κανείς για να σωθεί».

4.2.10

ΠΕΘΑΝΕ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ

Πέθανε σήμερα το πρωί στο Παρίσι ο μεγάλος στοχαστής Κώστας Αξελός.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 από αστική οικογένεια, διδάχτηκε από παιδί γαλλικά και γερμανικά, ενώ η εφηβεία του φωτίστηκε από τα κείμενα των Ηράκλειτου, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Εμπεδοκλή, Μαρξ, Νίτσε, Ντοστογιέφσκι, και ποιητών όπως ο Ρεμπώ, ο Ρίλκε, ο Χέλντερλιν και άλλοι.

Στα 17 του χρόνια εντάχθηκε στην κομμουνιστική νεολαία και, παρά τις διαφωνίες του, πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση υποστηρίζοντας ότι «ο πραγματικός κομμουνιστής πρέπει να κρατάει στο ένα χέρι το όπλο και στο άλλο τα βιβλία του Ρίλκε». Το 1944, στα Δεκεμβριανά, έζησε εικονική εκτέλεση στα κρατητήρια της Ασφάλειας, φυλακίστηκε σε στρατόπεδο και τελικά απέδρασε. Tο 1946 εγκατέλειψε τις γραμμές του KKE.

Τέλη του 1945, με τη βοήθεια του Οκτάβιου Μερλιέ ―διευθυντή τότε του Γαλλικού Ινστιτούτου στην Αθήνα― επιβιβάστηκε στο θρυλικό πλέον πλοίο «Ματαρόα» (μαζί με τον Κ. Καστοριάδη, τον Κ. Παπαϊωάννου, τον Κ. Βυζάντιο, την Μ. Κρανάκη, τον Κ. Κουλεντιανό, τον Ν. Σβορώνο και άλλους) με προορισμό το Παρίσι. Λίγο διάστημα μετά την αναχώρησή του, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο.

Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόννη όπου και δίδαξε (1962-1973). Αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού τότε περιοδικού Arguments (Επιχειρήματα) από το 1956-1962, ίδρυσε και διηύθυνε την ομώνυμη φιλοσοφική σειρά στις «Εditions de Minuit», στην οποία εκδόθηκαν επίσης και τα περισσότερα από τα βιβλία του.

Πασίγνωστη η διένεξή του με τον Σαρτρ, τον οποίο εγκαλούσε για μη πρωτότυπη σκέψη και έκθεση παλαιότερων φιλοσοφικών ιδεών. Ο Σαρτρ με τη σειρά του τον κατηγορούσε επειδή είχε εγκαταλείψει τον κομμουνισμό.

Εχει εκδώσει είκοσι τέσσερα βιβλία και πλήθος κειμένων (γαλλικά, ελληνικά και γερμανικά) που μεταφράστηκαν σε δεκαέξι γλώσσες.

Τον Μάρτιο του 2009 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ φιλοσοφίας από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αυτή ήταν η τελευταία του επίσκεψη στην Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 2009 κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τις εκδόσεις «Les Belles Lettres» το καινούργιο βιβλίο του, με τίτλο Αυτό που επέρχεται και πρόσφατα από τις εκδόσεις Νεφέλη το έργο Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της Τέχνης.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα περισσότερα από τα έργα του:

Εστία: «Αινιγματικές απαντήσεις», «Ανοιχτή συστηματική», «Από το εργαστήρι της σκέψης», «Αυτή η διερώτηση», «Για μια προβληματική ηθική», «Μεταμορφώσεις», «Προς την πλανητική σκέψη», σε μετάφραση Κατερίνας Δασκαλάκη, Φρ. Αμπατζοπούλου και Νίκου Φωκά. Από τις ίδιες εκδόσεις θα κυκλοφορήσουν δύο ακόμα βιβλία του: Le Jeu du monde και Ce qui advient.

Νεφέλη: «Συζητήσεις», «Η εποχή και το ύπατο διακύβευμα», «Γιατί σκεφτόμαστε; Τι να πράξουμε;», «Αυτοβιογραφικές σημειώσεις» και το τελευταίο του «Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της τέχνης».

Καστανιώτης: «Ο Μαρξ στοχαστής της τεχνικής».

Εξάντας: «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία».


Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ ΣΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Ο Κώστας Αξελός τίμησε επανειλημμένα το Εντευκτήριο με συνεργασίες του (πάντα σε μεταφράσεις της συντρόφου του, Κατερίνας Δασκαλάκη, τακτικής συνεργάτριας του περιοδικού). Συγκεκριμένα:

― στο τεύχος 31 (1995) δημοσίευσε το κείμενο «Ένδεκα κριτικές παρατηρήσεις για τον Μαρκήσιο ντε Σαντ»

― στο τεύχος 52 (2000) το κείμενο «Νέα αποσπάσματα της πάλαι ποτέ Ολότητας»

― στο τεύχος 63 (2003) το κείμενο «Δύο ερωτήματα».





















(κάντε δεξί κλικ πάνω στην εικόνα, για να μεγαλώσει)


Επίσης, στο τεύχος 75 δημοσιεύονται δύο άρθρα που αφορούν το έργο του.

― Του Ζαν Λωξερουά «Κώστας Αξελός: Η εξορία, η περιπλάνηση, το πέρασμα» (μετάφραση: Κατερίνα Δασκαλάκη)

― και του Γιάννη Νταλίδη «Με φιλικότητα προς την καταστροφή».


Δείτε στα δύο βίντεο στιγμιότυπα από την αναγόρευση του Κώστα Αξελού σε επίτιμο διδάκτορα του ΑΠΘ, τον Μάρτιο του 2009

29.1.10

ΠΕΘΑΝΕ Ο ΤΖ. ΝΤ. ΣΑΛΙΝΤΖΕΡ (Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ)

Σε ηλικία 91 ετών πέθανε στο Νιου Χαμσάιρ των Ηνωμένων Πολιτειών ο Αμερικανός συγγραφέας Τζ. Ντ. Σάλιντζερ.
Ο Σάλιντζερ, συγγραφέας του κλασικού αριστουργήματος Ο φύλακας στη σίκαλη, άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, στο Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ.
Εκεί δηλαδή όπου ζούσε απομονωμένος εδώ και δεκαετίες, αποτραβηγμένος από τη δόξα που του έφερε Ο φύλακας στη σίκαλη, το βιβλίο του που εκδόθηκε το 1951.
«Πέθανε χθες στο σπίτι του. Ήταν 91 ετών» δήλωσε λακωνικά ο Φίλις Γουέστμπεργκ, συνεργάτης του.

Διαβάστε τι έγραψε ο Αναστάσης Βιστωνίτης στην εφημερίδα Το Βήμα, 29 Ιανουαρίου 2010:

Πέθανε ο αντισυμβατικός «Φύλακας στη σίκαλη»

Ο Αμερικανός Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, συγγραφέας ενός από τα σημαντικότερα μεταπολεμικά μυθιστορήματα, ήταν 91 ετών

O δημιουργός του θρυλικού μυθιστορήματος Ο φύλακας στη σίκαλη Τζ. Ντ. Σάλιντζερ απεβίωσε προχθές στο Νιου Χαμσάιρ σε ηλικία 91 ετών. Γεννημένος το 1919, ο Σάλιντζερ εξέδωσε τον Φύλακα το 1951 (στα ελληνικά κυκλοφόρησε τη δεκαετία του 1970 σε μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη) και αμέσως σφράγισε μια ολόκληρη γενιά με το αντισυμβατικό του πνεύμα. Ωστόσο, ο Σάλιντζερ δεν κυκλοφόρησε άλλο βιβλίο από το 1965 και δεν έδωσε άλλη συνέντευξη μετά το 1980. Ζούσε απομονωμένος και περιφρουρούσε με μανία την ιδιωτική του ζωή, ενώ δεν φωτογραφιζόταν ποτέ: υπάρχει μόνο μία φωτογραφία του, αυτή που το 1951 χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο του Φύλακα, για να αποσυρθεί κατόπιν απαίτησης τού συγγραφέα εν μια νυκτί και να αντικατασταθεί με ένα κολλάζ από δακτυλογραφημένες σελίδες.

Η λογοτεχνική καριέρα του κράτησε λιγότερο από μία δεκαπενταετία: Ο φύλακας στη σίκαλη (1951), Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα (1953), Φράνι και Ζούι (1961), Ψηλά σήκωσε τη σκεπή (1963)... και τέλος. Ζούσε κρυμμένος στη βίλα του, στο Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ, πίσω από ένα συμπαγές τείχος δυόμισι μέτρων, απροσπέλαστο για κάθε φανατικό θαυμαστή ή ανεπιθύμητο παπαράτσι. Ο Σάλιντζερ είχε επιλέξει την τέλεια απομόνωση και άφηνε τη σιωπή να γιγαντώνει τον μύθο του. Είχε αρνηθεί να γίνει ταινία ο Φύλακας: « Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο στον Χόλντεν Κόλφιλντ. Ξαναδιαβάστε το βιβλίο. Ολα είναι εκεί. Ο Χόλντεν Κόλφιλντ είναι απλώς μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο ». Ο φύλακας στη σίκαλη έχει πουλήσει περισσότερα από 60 εκατ. αντίτυπα διεθνώς.

Ο φύλακας στη σίκαλη ανήκει στα σημαντικότερα μυθιστορήματα της εφηβείας, ενώ ανήκει επίσης στα αντιπροσωπευτικότερα έργα του μεταπολεμικού ρεαλισμού. Ο Χόλντεν, ο οποίος βρίσκεται στο τέλος της εφηβείας του, ανήκει στους παρείσακτους, στους outsiders. Είναι ο κατ΄ εξοχήν αντιήρωας, ένα είδος σύγχρονου Χακ Φιν των μεγαλουπόλεων, ο οποίος διακατέχεται από αισθήματα αγάπης και απέχθειας για τον κόσμο και τους άλλους, αισθήματα ωστόσο που εκφράζουν μια αναμφισβήτητη αθωότητα, η δύναμη της οποίας πολλαπλασιάζεται από την αφοπλιστική αμεσότητα της γλώσσας του Χόλντεν, την απαράμιλλη φρεσκάδα της και την αριστοτεχνική απλότητα του ιδιώματος, με τις επαναλήψεις, τα στερεότυπα και την επιτηδευμένη «μαγκιά» που χαρακτηρίζει τη γλώσσα των εφήβων. Ο Χόλντεν δεν έχει μεγάλα όνειρα και φιλοδοξίες, ο κόσμος δεν του αρέσει (όπως συχνά δεν του αρέσει και ο εαυτός του), γι΄ αυτό και θέλει να φύγει για τα δυτικά. Στην αφήγησή του ξεδιπλώνεται ο εσωτερικός κόσμος εκείνου που δεν ξέρει τον πραγματικό κόσμο: τον μαθαίνει σιγά σιγά μέσα από τις μικρές διαψεύσεις του- και με την πίκρα της αμεσότητας. Ο Φύλακας διαρκώς πάει να αποκτήσει μυθιστορηματική πλοκή και διαρκώς ο συγγραφέας μοιάζει να την «αναστέλλει» ― όπως ο Χόλντεν, που συνεχώς φεύγει για τα δυτικά και «συνεχώς» παραμένει στη Νέα Υόρκη.

Αναστάσης Βιστωνίτης


Διαβάστε παρακάτω το άρθρο του Δημήτρη Αθηνάκη, που δημοσιεύεται στο τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2010 του Bookpress


«Όνειρα γλυκά, μάπες!»

Tου Δημήτρη Αθηνάκη

Ένα μυθιστόρημα για έναν έφηβο που καθρεφτίζει όλες τις ηλικίες, που ταράζει τα νερά της γνωστής γραφής για εφήβους.

Ο φύλακας στη σίκαλη

J. D. Salinger

Μτφρ. Τζένη Μαστοράκη

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ 1978

ΣΕΛ. 255, ΤΙΜΗ € 15,15

Αυτό το βιβλίο μ’ ακολουθεί παντού. Λειτουργεί μάλλον ασυνείδητα. Το χρονικό ενός εφήβου, ενός παιδιού που πήρε τη μεγάλη του απόφαση, διατάζοντας εαυτόν να τρέξει προς την ελευθερία. Ο ήρωας μιας χαμένης εφηβείας και μιας δρασκελιάς

από τ’ αμερικανικά (εφηβικά) πρότυπα. Βιβλίο του μεταπολεμικού ρεαλισμού και πηγή του ύστερου ρεύματος που ονομάστηκε νεορεαλισμός ή βρόμικος/μινιμαλιστικός ρεαλισμός. Αλλά τι σημασία έχουν όλ’ αυτά όταν μιλάς για ένα τέτοιο βιβλίο;

Ο Χόλντεν Κόλφιντ, στο τέλος της εφηβείας του, λαμβάνει τον ρόλο του αντιήρωα, ενός γνήσιου παρία, με την έννοια της άγουρης ακόμα οντότητας που απορεί για όλα και αμφισβητεί τα πάντα και που θέτει ερωτήματα (αναπάντητα για πολλούς, ανύπαρκτα για άλλους). Η ανολοκλήρωτη ιστορία του Χόλντεν περνά μέσα από μιαν απαράμιλλη αγνότητα, από μιαν επίδοση σε γλώσσα του δρόμου, από τον ίδιο τον δρόμο όμως (που σήμερα γίνεται καφετέρια, ίντερνετ, ευτυχώς φορές-φορές και διαδήλωση), έτσι όπως μόνον ένας έφηβος (όχι κατ’ ανάγκην Αμερικανός) μπορεί ν’ αποδώσει, με όλες εκείνες τις επαναλήψεις (το «… και τα ρέστα» κυριαρχεί παντού)· ικανά όλ’ αυτά να σε οδηγήσουν σε μιαν απολαυστική εξατομίκευση και οικειοποίηση του κειμένου. Είναι ο αντιήρωας εκείνος που αποδρά από τον κόσμο, που ξέρει ότι σύντομα θα γίνει κομμάτι του. Κι ενώ ο Salinger, παρ’ όλα τα αυτονόητα –για τους «μεγάλους»– διάσπαρτα στο κείμενο, προσπαθεί να χτίσει τον Χόλντεν μέσα στο πλαίσιο μιας μυθιστορηματικής πλοκής που διαρκώς μένει ανολοκλήρωτη, εσύ, ο αναγνώστης όποιας ηλικίας, επανέρχεσαι για να διασώσεις ένα κομμάτι της ζωής που ονειρεύτηκες ή της μνήμης που έχασες στην πορεία.

Ο δεσμός που δένει τον αναγνώστη με αυτό το βιβλίο είναι μια εσωτερική δικτατορία που σε στοιχειώνει, όχι, βεβαίως, γιατί υποκλίνεσαι στο μέγεθος του συγγραφέα του, αυτό είναι δεδομένο, αλλά πολύ απλά γιατί το κείμενο αυτό ποτέ δεν λέει την τελευταία του λέξη. Ο «Φύλακας στη σίκαλη» είναι εκείνο το αδηφάγο μυθιστόρημα που σε τραβά απ’ το μανίκι και σε ρωτά, παιδί κι αυτό, σε πόση ώρα φτάνουμε. Πού όμως;

Το τέρμα που ο καθένας από εμάς είχε βάλει στόχο να φτάσει παραμένει ακατάληπτο – άγνωστο, θα μπορούσαμε να πούμε. Ο Χόλντεν και η Φοίβη, η αδελφή του, απαλλαγμένοι απ’ οποιαδήποτε έννοια και ιδέα που δεν πατά στο πραγματικό, γυμνοί και καθαροί πια από τα ρούχα κάποιας ενοχής, ταξιδεύουν μέσα στη συνείδηση των μεγάλων. Με λόγο απλό και μετρημένο: Ο φύλακας στη σίκαλη είναι ο αέρας που πνέει και μας κάνει να ονειρευόμαστε σε μιαν –αθώα ή μη– εφηβεία, μας ζωντανεύει μνήμες αργότερα, αλλά και μας ωθεί –βεβιασμένα είναι η αλήθεια– σε μια χοάνη που κρύβει μέσα της όλους τους προορισμούς που πετύχαμε ή εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε, ως εφιαλτικά και συνάμα μαγευτικά απωθημένα.

Ο Salinger ήξερε ότι ο Χόλντεν δεν είναι ούτε το Κοριτσάκι με τα σπίρτα ούτε ο εν πολλοίς αδιάφορος Ντέιβιντ Κόπερφιλντ. Είναι ακριβώς το αντίθετο: ένα ενηλικιωμένο παραμύθι χτισμένο με μιαν αλήθεια που ένας έφηβος αποζητά να δοκιμάσει, όχι για να δικαιολογήσει τη στάση του, αλλά για να νιώσει ακόμη μια φορά ότι ο κόσμος είναι η φθορά της εφηβείας. Ό,τι υπάρχει όπως το ξέρουμε σήμερα, στο κάθε σήμερα, είναι απόρροια μιας απώλειας: της εφηβείας, που δεν ασχολείται μόνο με τα σπυράκια και τις όψιμες εισαγωγές σε κάποιο πανεπιστήμιο (που είναι τόσο σημαντικά κι αυτά, τόσο ψυχοφθόρα και διαμορφωτικά), αλλά με τον φόβο (και τη σιγουριά) ότι θα γίνει μέλος της ζωής που αντιτάσσεται με νύχια και με δόντια.

Αυτά μπορεί να μοιάζουν σαν ένας πρωθύστερος συμβιβασμός. Ο Χόλντεν γνωρίζει τι τον περιμένει, ξέρει καλά πού θα χαθεί και πού θα τρέξει να κρυφτεί. Ωστόσο, αν δούμε λίγο πέρα απ’ όλα αυτά, η συνθηκολόγηση με την ιδέα του ερχόμενου δίνει τη σπιρουνιά που χρειαζόμαστε όλοι για ν’ αμυνθούμε αρχικά και να επιτεθούμε, με μιαν ακατάληπτη ηρεμία, αργότερα: «Γνώρισμα του ανώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να πεθάνει ευγενικά για μια υπόθεση. Γνώρισμα του ώριμου ανθρώπου είναι πως θέλει να ζήσει ταπεινά γι’ αυτήν» (σ. 226).

Τέλος, ο Salinger κατάφερε να συμβάλει καθοριστικά σ’ ένα ζήτημα που τίθεται συχνά. Είναι άραγε ανάγκη ένας έφηβος να διαβάζει τα γνωστά εφηβικά βιβλία ή μπορεί τελικά να βρει τον αναγνωστικό του δρόμο (και) αλλού; Η απάντηση δίνεται ολοκάθαρη μετά το πέρας της ανάγνωσης.

Και κάτι ακόμη: σήμερα, μπορούμε ακόμα να ξεκοκαλίζουμε το βιβλίο, γιατί η ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη μάς το χάρισε με όλη την αγάπη, τη γνώση και την ικανότητα που ένας μεταφραστής μπορεί να διαθέσει στη δουλειά του. Ήδη απ’ το 1978 που πρωτοεκδόθηκε.


Διαβάστε το άρθρο του Νίκου Βατόπουλου, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή, 30.1.2010

Το ίχνος του Σάλιντζερ

Tου Νικου Βατοπουλου

Ο Σάλιντζερ, ο συγγραφέας του Ο φύλακας στη σίκαλη, μπορεί να πέθανε 91 ετών, αλλά έφυγε με το μυστήριο ενός θανάτου νεανικού. Η ανθρωποφοβία του και η επιθυμία του να ζήσει μόνος και ήσυχος τού είχαν προσδώσει την ετικέτα του ερημίτη, ιδιότητα ενοχλητική, μεν για τους δημοσιογράφους που θα ήθελαν να στραγγίσουν κάθε χυμό από το πνεύμα του, αλλά ωστόσο βολική για όσους αρέσκονται στη δημιουργία κατηγοριών βάσει αυθαίρετα καθορισμένων ανθρώπινων συμπεριφορών.

Ο θάνατος του Σάλιντζερ επισφραγίζει την πορεία τέλους της θρυλικής πρώτης μεταπολεμικής γενιάς που θέλησε να μετουσιώσει σε δημιουργικό σπασμό το αίσθημα απελπισίας. Ηταν μία ρήξη. Το πέρασμά του στην αντίπερα όχθη μας θυμίζει τους κύκλους των γενεών και επιβεβαιώνει το κύλισμα του 20ού αιώνα πίσω στο παρελθόν όχι μόνο του βιολογικού αλλά και του ιστορικού χρόνου. Γεννημένος αμέσως μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, ο Σάλιντζερ, όπως και οι συνομήλικοί του, μεγάλωσε με τα συλλογικά τραύματα της γενιάς του. Κάθε οικογένεια είχε τους νεκρούς της από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και η ίδια οικογένεια θα ζούσε και πάλι την απώλεια στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηταν ένα μεταίχμιο ατυχίας για εκατομμύρια οικογένειες του δυτικού κόσμου. Αυτοί οι κύκλοι προσωπικής ζωής και κοινής ιστορίας δημιούργησαν τις κορυφώσεις στο σώμα του 20ού αιώνα, αρχικά στη δεκαετία του 1920 και μετέπειτα στη δεκαετία του 1950 (που ίσως οι ιστορικοί του μέλλοντος τη βάλουν πιο ψηλά από την υπερεκτιμημένη ίσως δεκαετία του ’60). Οπως οι άνθρωποι του 1910 αποχαιρετούσαν τον 19ο αιώνα με κάθε απώλεια προσωπικότητας που είχε δώσει σχήμα και νόημα σε ζωές εκατομμυρίων, έτσι και εμείς, οι άνθρωποι του 2010 αποχαιρετούμε σιωπηλά κάθε μέρα τον 20ό αιώνα, που κάποτε θεωρούσαμε ανίκητο. Στο λείψανό του, εμείς οι κληρονόμοι του, αποδεχόμαστε τη μετακίνησή μας προς την άγνωστη, ακόμη, καρδιά του 21ου αιώνα. Στη διάρκεια αυτής της μετακίνησης αποχαιρετίσαμε και τον Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, ο οποίος μας άφησε ως «διαθήκη» ένα μυθιστόρημα με ήρωα έναν έφηβο που θα ζει για πολλά χρόνια ακόμα και μετά από εμάς.


Στις 9 Ιανουαρίου 2009, ο Ηλίας Μαγκλίνης έγραφε στην Καθημερινή:

Ηλιας Μαγκλινης

Σάλιντζερ: 90 χρόνων και πάντα μοναχικός

Ο «Φύλακας στη σίκαλη» έκλεισε 90 χρόνια ζωής. Για την ακρίβεια, ο δημιουργός του θρυλικού αυτού μυθιστορήματος έκλεισε προχθές ενενήντα χρόνια ζωής. Ο ερημίτης Τζ. Ντ. Σάλιντζερ πέρασε τα γενέθλιά του όπως ακριβώς το κάνει όλες αυτές τις δεκαετίες: Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ο γεννημένος το 1919 Σάλιντζερ εξέδωσε τον «Φύλακα» το 1951 (στα ελληνικά κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’70 σε πολύ καλή μετάφραση της ποιήτριας Τζένης Μαστοράκη) και αμέσως σφράγισε μια ολόκληρη γενιά αλλά όχι μόνο: Η περιπετειώδης περιπλάνηση του Χόλντεν Κόλφιλντ συνεχίζει να συγκινεί και να εμπνέει. Ωστόσο, ο Σάλιντζερ δεν έχει κυκλοφορήσει άλλο βιβλίο από το 1965 και δεν έχει δώσει άλλη συνέντευξη μετά το 1980. Σε εκείνη τη συνέντευξη (στην Boston Sunday Globe) είχε δηλώσει: «Σας διαβεβαιώ πως αγαπώ το γράψιμο και συνεχίζω να γράφω τακτικά. Αλλά γράφω για μένα και θέλω να με αφήσουν στην ησυχία μου». Εξι χρόνια νωρίτερα, ο Σάλιντζερ είχε δηλώσει σε άλλη συνέντευξή του ότι «η έκδοση ενός βιβλίου συνιστά τρομακτική εισβολή στην ιδιωτική μου ζωή». Ο Σάλιντζερ ζει πάντα απομονωμένος και περιφρουρεί με μανία την ιδιωτική του ζωή. Λίγα χρόνια πριν, η κόρη του Μάργκαρετ δημοσίευσε τα απομνημονεύματά της όπου χαρακτήριζε τον συγγραφέα «αυταρχικό». Ο Σάλιντζερ έχει αρνηθεί να γίνει ταινία ο «Φύλακας». «Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο στον Χόλντεν Κόλφιλντ. Ξαναδιαβάστε το βιβλίο. Ολα είναι εκεί. Ο Χόλντεν Κόλφιλντ είναι απλώς μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο».

15.11.09

ΠΕΘΑΝΕ Η ΡΕΝΑ ΣΤΑΥΡΙΔΗ-ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΩΛΕΙΑ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ

Πέθανε την Παρασκευή το πρωί η ιστορικός και καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου। Γεννήθηκε το 1944 και σπούδασε νομικά στην Αθήνα και το Στρασβούργο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι.

Η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου διακρίθηκε στον χώρο της ιστορίας των ιδεών, με δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Βασικό της ερευνητικό αντικείμενο ήταν ο δημοτικισμός, το γλωσσικό ζήτημα και η ελληνική παιδεία, ενώ από το πρώτο ήδη βιβλίο της, Δημοτικισμός και κοινωνικό πρόβλημα (1976), που κυκλοφόρησε από τη Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων Ερμής που διηύθυνε ο Άλκης Αγγέλου, ξεχώρισε για τη σαφήνεια των ιδεών και του ύφους, το ερευνητικό της πνεύμα και τους ορίζοντες της γραφής της. Παράλληλα, υπήρξε μια διαυγής και μαχητική παρουσία, με σταθερή παρέμβαση στον δημόσιο χώρο των αριστερών και προοδευτικών ιδεών.

(2009) Γλώσσα, εκπαίδευση και πολιτική, Ολκός(2008) Οι φόβοι ενός αιώνα, Μεταίχμιο(2007) Η εκπαιδευτική πολιτική στα χρόνια του Ελευθέριου Βενιζέλου, Ελληνικά Γράμματα, [εισήγηση](2005) Ευαγγελικά 1901 - Ορεστειακά 1903 νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις, Σχολή Μωραΐτη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, [εισήγηση](2004) Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας 1833-2002, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών(2003) Ευρώπη και νέος ελληνισμός, Σχολή Μωραΐτη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, [εισήγηση](2003) Το παρόν του παρελθόντος. Ιστορία, λαογραφία, κοινωνική ανθρωπολογία, Σχολή Μωραΐτη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, [εισήγηση](2002) Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967, Σχολή Μωραΐτη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, [εισήγηση](2000) Δημοτικισμός και κοινωνικό πρόβλημα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, [επιμέλεια](1999) Ο Γ. Σκληρός στην Αίγυπτο, Θεμέλιο(1995) Η ιστορία συνεχίζεται, Ολκός, [μετάφραση](1989) Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, [μετάφραση]

(στοιχεία από την εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 15.11.2009 και τη βάση BIBLIONET του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου)

---------------------------------------------------------------------

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
ΣΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ (τεύχος 83, 2009)
ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΡΕΝΑΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗ-ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ
ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΕΝΟΣ ΑΙΩΝΑ

Ποιος φοβάται την ιστορία;

Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου. Οι φόβοι ενός αιώνα. Αθήνα, Μεταίχμιο 2008, 310 σελ.


Καλό είναι να ειπωθεί ευθύς εξαρχής, δίχως περιστροφές: το πρόσφατο βιβλίο της Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου, Οι φό­βοι ενός αιώνα, αποτελεί σημαντικό εκδοτικό γεγονός για τις ιστορικές σπου­δές στη χώρα μας, αλλά και γενικότερα για το πεδίο των κοινωνικών και ανθρω­πιστικών επιστημών. Τούτο οφείλε­ται στην πρωτοτυπία και την ποιότητα της νέας αυτής δουλειάς της γνωστής ιστορικού. Καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πά­ντειου Πανεπιστημίου, η συγγρα­φέας έχει δώσει και στο παρελθόν πολλά δείγματα της επιστημοσύνης της. Ωστό­σο, με το παρόν πόνημα κατορθώνει κάτι δυσκολότερο και συνάμα πολυτιμότερο: επιτυγχάνει ένα είδος λιτής ω­ριμότητας, προσφέροντας απόσταγμα στο­χαστικού επιστημονικού λόγου.
Το βιβλίο ανοίγει με μια σύντομη αλλά εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή, η οποία παρουσιάζει τα δεδο­μένα του προβλήματος και προϊδεάζει για το όλο εγχείρημα. Εδώ εξηγείται πώς και γιατί η πορεία της ελληνικής κοινωνίας προς την εθνική ολοκλήρω­ση, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, συνοδεύτηκε αναπόδραστα από την επίπονη διαδικασία της διαμόρφωσης μιας ταυτότητας. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο, μα και δυσερμήνευτο, είναι το γεγονός ότι, παράλληλα με την εθνική ανάταση που προκαλούσαν οι στρατιωτικές ή πολιτικές επιτυχίες, στην ελληνική κοινωνία αναπτύσσο­νταν και πολύπλευροι φόβοι για το ενδεχόμενο μιας εθνικής αποσταθεροποίησης ή καταστροφής. Έτσι, η πορεία της Ελλάδας προς τη νεωτερικότητα, στον 19ο κι ακόμα σαφέστερα στον 20ό αιώνα, σφραγίστηκε ανεξίτηλα από τη γένεση και λειτουργία των φόβων: φό­βος για την εθνική συνοχή, φόβος για τον εκσυγχρονισμό, φόβος για τη Δύση, φόβος για τους λογίους, φόβος για τη δημοτική γλώσσα, φόβος για τον μαρ­ξισμό και, σε τελική ανάλυση, φόβος για την ιστορία.
Εν συνεχεία, η μελέτη της Σταυρίδη-Πατρικίου διαρθρώνεται σε έντεκα κεφάλαια, οι τίτλοι των οποίων δηλώνουν ανάγλυφα τη σημασία τους. Πιο συγκεκριμένα, τα επιμέρους ζητήματα που εξετάζονται αφορούν την πορεία προς τη νεωτερικότητα και τη γένεση των φόβων, την αποτύπωση και εγκατά­στα­ση του ελληνοχριστιανικού ιδεολογή­μα­τος, τον φόβο της δημοτικής γλώσ­σας, το κίνημα του δημοτικισμού και τον φόβο για τη διάσπαση του δημόσιου λόγου, τις εκσυγχρονιστικές πιέσεις και τον φόβο των διανοουμένων, τον φόβο της Δύσης και το αντίδοτο του εθνικι­σμού, την παρέμβαση των σοσιαλιστών, τον μαρξισμό και τον φόβο της ιστορίας, την ιστοριογραφία στους μετεμφυλια­κούς χρόνους και τον φόβο των αλλα­γών. Η ιστορική και ιστοριογραφική ανάλυση της συγγραφέως προχωρεί εις βάθος, έχοντας όμως ταυτόχρονα την αρετή να επιλέγει τα ουσιώδη και να παραλείπει κουραστικές ενδεχομένως λεπτομέρειες. Το χαρακτηριστικό αυτό συ­νιστά έναν επιπλέον λόγο που κα­θι­στά την ανάγνωση του βιβλίου ευχά­ρι­στη και για τον μη ειδικό αναγνώσ­τη.
Χρειάζεται επίσης να υπογραμμιστεί ότι ο ερευνητικός μόχθος της συγγρα­φέως, που είναι προφανής στο τελικό αποτέλεσμα, ισορροπεί μετρημένα με τη στοχαστική εγρήγορση και τον επί­καιρο προβληματισμό. Τούτο σημαίνει ότι Οι φόβοι ενός αιώνα, παρόλο που ανατέμνουν την ελληνική ιστορία των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων, διαβάζονται και μιλούν για το σήμερα. Γιατί, όπως πολύ ωραία το έγραψε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης σε δύο απολίτιστα μονοτονικά σημειώματά του («Συνειρμοί» και «Ιστορίης απόδεξις», Το Βήμα, 31/8 και 7/9/2008), το έργο της Ρένας Σταυ­ρίδη-Πατρικίου αποτελεί όντως «εγχειρίδιο ιστορικής γνώσης και αυτογνωσίας». Η αυτογνωσία είναι ασφαλώς το κυρίως ζητούμενο του βιβλίου. Εξ ου και το τελευταίο κεφάλαιο, αντί επι­λόγου, φέρει τον τίτλο: «Ο ιστορικός: οι πε­ριπέτειες του όρου και της ιδιότη­τας». Πρόκειται για εξαιρετικά εύστοχο σχολιασμό της σημερινής κατάστασης πραγμάτων, ως προς την ιδιότητα, τον ρό­λο και τη λειτουργία του επαγγελ­μα­τία ιστορικού εν Ελλάδι.
Πολλά θα μπορούσε να σκεφτεί κα­νείς εν σχέσει προς τα πρόσφατα οικεία δεινά, τα οποία συνδέονται άρρηκτα με τις περιπέτειες και τις διαμάχες περί την Ιστορία στον δημόσιο χώρο και λόγο (με χαρακτηριστικότερη βεβαίως την τραυ­ματική εμπειρία της σφοδρής ιδεολογικοπολιτικής σύγκρουσης που είχε ως αφορμή και ως επίκεντρο το βιβλίο Ι­στο­ρίας της έκτης τάξης του Δημοτι­κού σχολείου). Πράγματι, τα τελευταία χρό­νια στη χώρα μας οι ιστορικού ή ψευδοϊστορικού τύπου χρήσεις και καταχρήσεις αποτελούν προνομιακό πεδίο ανάπτυξης της ιδεολογικής διαπάλης και προπαγάνδας. Ο ακροδεξιός (και όχι μόνο) σκοταδισμός έχει πλέον εμπεδώ­σει άριστα το μάθημά του: η πολιτική ηγεμονία περνά μέσα από την κατά­κτη­ση της ιδεολογικής ηγεμονίας ως προς την ερμηνεία της ιστορίας. Το ίδιο ι­σχύει, κατά μείζονα λόγο, και για τους εθνικισμούς παντός είδους. Η δυσχερής απάντηση και η ιδιαίτερα δύσκολη αντιπαράθεση σε όλα αυτά τα επικίνδυνα φαινόμενα θα μπορούσε να διαμορφω­θεί, εν μέρει τουλάχιστον, από συγγρα­φικά εγχειρήματα σαν κι αυτό για το ο­ποίο μιλούμε εδώ. Διότι η επιστήμη και η γνώση αποτελούν πάντα αναγκαίες –αλλά όχι και επαρκείς– προϋποθέσεις στον αγώνα υπεράσπισης της ελευθε­ρί­ας. Και όσο θα υποχωρεί γύρω μας ο φό­βος της ιστορίας, τόσο θα μεγαλώνει η ελπίδα για έναν άλλον, καλύτερο κόσμο.
Εν κατακλείδι, το βιβλίο της Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου Οι φόβοι ενός αιώ­να συνδυάζει την επιστημοσύνη με τη φρεσκάδα και την κομψότητα, συμβάλλοντας σε έναν καινοτόμο ιστορικό στο­χασμό. Γι’ αυτό και αξίζει να διαβαστεί όχι μόνον από τους ειδικούς, αλλά και από το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που αναζητά την αναγνωστική από­λαυση.

31.8.06

NAGUIB MAHFOUZ
(1911-2006)



«Υφίσταται [σήμερα] ένας κίνδυνος, άγνωστος στην εποχή τη δική μου, που θα μπορούσε να επισκιάσει το μέλλον μας: ο υλικός και πνευματικός τρόμος που θρησκευόμενοι θερμοκέφαλοι με λανθασμένες τοποθετήσεις επιδιώκουν να ενσπείρουν στο όνομα του Ισλάμ. Πρόκειται για ομάδες που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στην ιδέα του ειρηνικού Ισλάμ και κηρύττουν την έλλειψη ανοχής και το μίσος. Αυτά τα όργανα μιας Μαφίας, τυφλωμένης για εξουσία και καλυπτόμενης πίσω από τη θρησκεία, δυσφημούν το Ισλάμ ― και ακόμα χειρότερα: παραμορφώνουν την εικόνα του.
» Οι μουσουλμάνοι που παίρνουν στα σοβαρά τη θρησκεία τους, ήσαν ―και είναι― υποχρεωμένοι και από το Κοράνι να έρθουν σε επαφή και να αφομοιώσουν γνώσεις απ’ όλο τον κόσμο· το αληθινό Ισλάμ προσφέρει άνοιγμα στον κόσμο. Να θυμίσω ότι κατά τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, ο ισλαμικός κόσμος γνώριζε πνευματική και πολιτιστική άνθηση, στην οποία δικαίως κάνουμε μέχρι σήμερα αναφορές.»

Είναι ένα μικρό απόσπασμα από τις θαρραλέες δηλώσεις του Αιγύπτιου συγγραφέα Ναγκίμπ Μαχφούζ ―που πέθανε χτες σε ηλικία 95 χρονώ― στο γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel», τον Νοέμβριο 1998, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονική επίθεση εναντίον του από φανατικούς ισλαμιστές. Δεν ήταν ούτε ένας, ούτε δύο αλλά δεκαέξι άτομα!



Ο Μαχφούζ γεννήθηκε στο Κάιρο το 1911. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Καϊρου και δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1939. Έκτοτε έγραψε πάνω από 50 βιβλία πεζογραφίας (μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων), καθώς και 25 σενάρια ταινιών. Εργάστηκε στο Δημόσιο μέχρι το 1972, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Το 1988 του απονεμήθηκε το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας (για πρώτη φορά σε Άραβα συγγραφέα).
Δεν ταξίδεψε ποτέ στο εξωτερικό για να παρουσιάσει τα βιβλία του. Δεν επιδίωξε καν να μεταφραστούν. Κι όταν ανακοινώθηκε πως τιμάται με το Νομπέλ δήλωσε σεμνά: «Υπάρχουν αρκετοί Αιγύπτιοι και Άραβες συγγραφείς που αξίζει να τιμηθούν με Νομπέλ».
Οι φιλόλογοι χωρίζουν το έργο του σε τρεις κυρίως περιόδους. Η πρώτη περιλαμβάνει την «Τριλογία» του, ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό έργο που εκτείνεται σε 1.500 σελίδες και ολοκληρώθηκε το 1957· στην ίδια περίοδο εντάσσονται και τρία ιστορικά μυθιστορήματα και άλλα κείμενά του που αναφέρονται σε κοινωνικά θέματα και στους αγώνες που οδήγησαν σε κοινωνικές αλλαγές στην Αίγυπτο.
Η δεύτερη περίοδος χρονολογείται από το 1959 και τον οδηγεί από τον κοινωνικό ρεαλισμό στη μεταφυσική αλληγορία.
Η τρίτη περίοδος, με αφετηρία το «Μιραμάρ» (1967), θεωρείται ένα είδος σύνθεσης των δύο προηγούμενων.
Τον χαρακτήρισαν «Μπαλζάκ της Αιγύπτου», τόσο εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο τα έργα του εκφράζουν τη γεμάτη ενέργεια και παλμό ζωή της χώρας του όσο και εξαιτίας της λεπτομερούς ψυχολογικής ανάπτυξης των χαρακτήρων του αλλά και των πλατιών κοινωνικών του ενδιαφερόντων.

Όλα του τα βιβλία σε ελληνική μετάφραση κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

25.7.06

ΗΛΙΑΣΗ

Από το βιβλίο του Γιώργου Αδαμίδη
ΒΟΛΗ ΕΓΓΥΣ ΦΙΛΙΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ
Εκδόσεις Εντευκτηρίου 1995


Η ακρογιαλιά στην Αμμούδα είναι πάντα σχεδόν έρημη όταν φτάνω. Κάνω κάθε φορά τις ίδιες, πανομοιότυπες κινήσεις. Αφήνω το αυτοκίνητο μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πάνω και κατηφορίζω. Απλώνω την ψάθα μου σε ένα μέρος όπου η άμμος φαίνεται πιο καθαρή και κάθομαι σε μιαν άκρη, απρόθυμος ακόμη να κολυμπήσω. Λίγο αργότερα, σαν να έχουμε ραντεβού, έρχεται ένα ζευγάρι μεσηλίκων με ένα μικρό αγοράκι ― εγγόνι τους, υποθέτω... Στήνουν την ομπρέλα τους στην άκρη του μικρού κόλπου και χώνονται αθόρυβοι στη σκιά της. Προς το μεσημέρι εμφανίζεται μια ψωμωμένη μεγαλοκοπέλα, με ένα μπικίνι που χάνεται στις δίπλες του κορμιού της. Αλείφεται κάθε μέρα ένα ολόκληρο μπουκάλι αντηλιακό· κι όσην ώρα το απλώνει πάνω της, ρίχνει κλεφτές ματιές προς τη μεριά μου αλλά δεν τολμάει να μου ζητήσει να τη βοηθήσω, να την αλείψω με λάδι εκεί που το χέρι της δυσκολεύεται να κινηθεί, ψηλά στην πλάτη... Με κοιτάει σχεδόν υποτιμητικά κάτω από το πελώριο ψάθινο καπέλο της· ύστερα ξαπλώνει στην πετσέτα της, χωρίς καπέλο πια, κι αφήνεται στον ήλιο που εκείνη την ώρα μας κοιτάζει κάθετα.
Σήμερα η καρτ-ποστάλ της Αμμούδας είναι πιο πλούσια από τις προηγούμενες μέρες. Το ζευγάρι είναι ήδη εκεί, με τον εγγονό τους και με ένα κάπως μεγαλύτερο κοριτσάκι. Και στην ακρογιαλιά βολτάρει ένας νεαρός. Τον βλέπω σήμερα για πρώτη φορά. Κοιτάζοντάς τον από μακριά τον κάνω γύρω στα 20. Χαζεύω, καθώς πλησιάζει, το καλοσχηματισμένο του κορμί, σε ένα χρώμα μελί από φυσικού του. Μια άχαρη, εμπριμέ βερμούδα φοράει, με βασικό χρώμα το πράσινο, και τα μπατζάκια της είναι ήδη βρεμένα καθώς περπατάει μέσα στη θάλασσα, με το νερό να του φτάνει μέχρι εκεί που σμίγουν τα σκέλια του. Στο ύψος εκείνο το πράσινο της βερμούδας είναι βαθύ και τραβάει, θέλω δεν θέλω, τη ματιά μου. Περπατάει αργά, με το κεφάλι σκυμμένο τόσο που το πηγούνι του να χώνεται στο στήθος. Καλυμμένος πίσω από τα σκούρα γυαλιά μου, παρακολουθώ την αργόσυρτη διαδρομή του.
Η εμφάνισή του είναι το μόνο καινούριο στοιχείο τόσες μέρες τώρα στην ερημική ακτή όπου έρχομαι, για να κολυμπήσω τάχα...
Κρύβομαι στην Αμμούδα, όπως βάφτισα αυτή την ασήμαντη, την ανώνυμη και περιφρονημένη ακτή. Κρύβομαι για να μη βλέπω τα σώματα-φρύγανα που λιάζονται, παίζουν, πηγαινοέρχονται, επιδεικνύονται στις άλλες, πολυσύχναστες ακρογιαλιές. Γωνιώδη κορμιά, καλοχυμένα εκ κατασκευής, δυνατά και επιθετικά, εν αγνοία τους, απέναντί μου, οργώνουν το οπτικό μου πεδίο, μου κόβουν τη θέα προς τη θάλασσα και παρασέρνουν τη ματιά μου πάνω τους ίσαμε να καταλάβω ότι θα γίνω αντιληπτός ― καμιά φορά και λίγο παραπάνω―, να μετράω ύψος, να καταγράφω χρώμα μαλλιών και ματιών, να υπολογίζω ηλικίες και προτιμήσεις, να σχεδιάζω πλησιάσματα και να σκηνοθετώ καρποφόρες συνομιλίες.



Εδώ αποφεύγω σώματα εφηβικά, ευσταλή και εφίδρωτα, που πυρπολούν τις διακοπές μου, παίζουν βόλεϋ δίπλα μου και μου θυμίζουν τεχνικούς όρους του παιχνιδιού που έχω να τους ακούσω από το γυμνάσιο· δεν υπάρχει λόγος να μαθαίνω τις συνεννοήσεις για τις νυχτερινές τους εξόδους ή τα χτεσινοβραδινά κατορθώματά τους, ούτε να ρίχνω κλεφτές ματιές και να προσπαθώ να γητέψω την μπάλα, ώστε να τους ξεφύγει και να ‘ρθει προς το μέρος μου ή και πάνω μου ακριβώς. Γιατί η μπάλα κάνει τα δικά της, φεύγει άλλοτε προς τα εδώ και άλλοτε προς τα εκεί, μα ποτέ προς εμένα. Κι εγώ έμενα εκεί, να τους βλέπω να χάνονται στη θάλασσα, έχοντας συμφωνήσει να βρουν και να καταβρέξουν μιαν Αννα...
Το αγόρι έχει βγει από τη θάλασσα. Μια σκουρόχρωμη πετσέτα, που την απλώνει με επιμέλεια στην άμμο, μερικά μέτρα μακριά μου, κι ένα πακέτο τσιγάρα Silk Cut είναι όλα κι όλα του τα πράγματα. Φεύγει πάλι, συνεχίζοντας την πορεία του προς την άλλη άκρη της ακτής. Βουτάει, κάποτε, κι αρχίζει να κολυμπάει με έναν αργό ρυθμό, ράθυμο. Πάει κι έρχεται, μέσα κι έξω, για αρκετή ώρα. Υστερα βγαίνει στα ρηχά, ξέρω πως πατώνει σ’ αυτή την απόσταση από την ακρογιαλιά, κι εκεί κάνει κάτι περίεργες κινήσεις με το ένα χέρι του, που δεν φαίνεται καλά, κρυμμένο πίσω από το σώμα του, όπως τον βλέπω προφίλ.
Ο ήλιος με έχει ζαλίσει. Κουράστηκα ακουμπισμένος τόσην ώρα στον αγκώνα μου. Κουράστηκε και κείνος και αφήνει τη θάλασσα. Τον βλέπω πια κατά μέτωπο: το αριστερό του χέρι, κάτισχνο, όχι περισσότερο σαρκωμένο από ένα ψωμί-‘μπαγκέτα’, κρέμεται δίπλα στο κορμί του σαν παράλυτο κι ελάχιστα παρακολουθεί την κίνηση του υπόλοιπου σώματος. Σκέφτομαι πως μέχρι τώρα σκόπιμα έδινε τέτοια στάση στο κορμί του ώστε να κρύβει από μας, στην ακτή, το σακάτικο χέρι του. Ηρθε στα πράγματά του, είναι πια πολύ κοντά μου. Ενώ τα νερά που στάζουν από το σώμα του και τη βερμούδα του φτιάχνουν υγρές κηλίδες στην άμμο, ανάβει τσιγάρο. Σκέφτομαι να προφασιστώ πως δεν έχω φωτιά και να πιάσω κουβέντα μαζί του, όταν βλέπω να τον πλησιάζει η γυναίκα με το μικρό παιδί. Του μιλάει σχεδόν ψιθυριστά, δεν μπορώ να καταλάβω τι του λέει ή αν γνωρίζονται από πριν, όμως χάνω κάθε κουράγιο.
Καθώς βάζω μια ξασπρισμένη πέτρα για προσκέφαλο και ξαπλώνω στην ψάθα μου, να πάρω λίγο χρώμα που λέει κι η μάνα μου, σκέφτομαι πώς θα είναι να αγκαλιάζει μόνο με το γερό του χέρι ― μπορεί σ’ αυτό να συγκεντρώνει την ορμή και την τρυφερή βιαιότητα που αλλιώς θα μοίραζε και στα δυο του χέρια. Ή μπορεί και να έχει αναπτύξει άλλα μέσα· ίσως μια ατίθαση γλώσσα που να εισβάλλει με ορμή στο στόμα, στα αυτιά και στη μασχάλη, να οργώνει το στήθος και την κοιλιά… Το άλλο του χέρι δεν το συλλογίζομαι, δεν θέλω να τον προστατέψω γι’ αυτό, ούτε να του δείξω στοργή και συμπάθεια γι’ αυτή την αναπηρία. Θέλω μόνο να αφεθώ σε ένα δικό του, μονόχειρο, αγκάλιασμα, επιθετικό και κατηγορηματικό.

Ο ήλιος μου γλείφει το πρόσωπο. Το καλύπτω με ένα τζόκεϋ που κουβαλάω πάντα μαζί μου και σπάνια το χρησιμοποιώ. Δεν ακούγεται ούτε ψίθυρος, μόνο αραιά και πού καμιά μακρινή εξάτμιση από μηχανάκι. Ανασηκώνομαι ύστερα από λίγο για να αλλάξω θέση. Εκεί όπου πριν από μερικά λεπτά στεκόταν το αγόρι τώρα δεν βρίσκεται κανείς.