Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 01. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 01. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.6.23

Νίκος Ξανθιώτης: Η ενέδρα του χρόνου



Τα χρόνια

θα έρθουν και θα καθήσουν

σαν πάγος

πάνω στις αρθρώσεις μας

 

Θα κυρτώσουν τις πλάτες μας

Θα διπλωθούμε στα δυο

κάτω από το βάρος

μιας ζωής που την καθόρισαν

απαγορεύσεις και στερήσεις

 

Και οι μικρές, τρυφερές χειρονομίες

―για την ώρα εξαγνισμένες από τη νεότητά μας―

τότε θ’ αναζητούν

μισοφωτισμένα στενά

ή το πρόσχημα ενός αποχαιρετισμού

για να φανούν στα μάτια των περαστικών

συνηθισμένες διαχύσεις μεσηλίκων


[ δημοσιεύτηκε στο περ. Εντευκτήριο, τχ. 1, 1987 ]

11.12.20

e-Λογοτεχνική Σκηνή #9 [2020] Τα βίντεο της πρώτης ημέρας

 


Ιάκωβος Ανυφαντάκης 
Άνια Βουλούδη
Σπύρος Γιανναράς
Άντζελα Δημητρακάκη
Μάρω Δούκα
Τασούλα Επτακοίλη
Κορίνα Καλούδη
Δήμητρα Κολλιάκου
Αριστοτέλης Μαγουλάς
Πέτρος Μπιρμπίλης
Λάμπρος Παπαδήμας
 Άκης Παπαντώνης
Σαΐντ (πρόσφυγας από το Ιράν)
Κωνσταντία Σωτηρίου
Μαρία Τοπάλη
Χρήστος Ωραιόπουλος
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Θωμάς Κοροβίνης
Δημήτρης Μαραμής




3.8.20

Συγγραφείς, προβάλετε τα βιβλία σας στο υπό έκδοση τεύχος 120-121 του Εντευκτηρίου

Για τους συγγραφείς που ενδιαφέρονται να προβάλουν τα βιβλία τους μέσω του νέου, υπό έκδοση του Εντευκτηρίου (Νο 120-121), προσφέρεται χώρος μισής σελίδας (Π 11,5 εκατ. x Υ 9,5 εκατ.) στην προνομιακή τιμή των 50 ευρώ.
Οι ενδιαφερόμενοι ας στείλουν μήνυμα στο entefkti@otenet.gr



Το τεύχος θα κυκλοφορήσει στις 27 Αυγούστου και θα παραμείνει στα βιβλιοπωλεία έως τις 13 Οκτωβρίου 2020.



2.7.20

Εντευκτήριο Νο 119 (2020)




Στον 33o χρόνο


ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
Σελίδες για την Όλγκα Τοκάρτσουκ, ποίηση και πεζογραφία, άρθρα, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, ζωγραφική, φωτογραφικό ένθετο

Τχ. 119 [Φεβρουάριος 2020], 160 σελ., τιμή 10,00 ευρώ

[ το τεύχος θα παραμείνει στα βιβλίοπωλεία μέχρι τα μέσα Ιουνίου ]


ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΓΚΑ ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ
«Ο χρόνος όλων των ταξιδιωτών είναι πολλοί χρόνοι σε έναν, ολόκληρο πλήθος. Είναι χρόνος νησιών, χρόνος στα αρχιπελάγη της τάξης μέσα σε έναν ωκεανό χάους, είναι χρόνος παραγόμενος από τα ρολόγια των σταθμών, παντού διαφορετικός — πρόκειται για χρόνο κανονισμένο, για έναν χρόνο μεσημβρινό, που κανείς δεν παίρνει ιδιαιτέρως στα σοβαρά. Σε ένα αεροπλάνο εν πτήσει οι ώρες εξαφανίζονται, η ανατολή έρχεται με ταχύτητα αστραπής και πίσω της τρέχουν το μεσημέρι και το βράδυ. Ο αγχώδης χρόνος των μεγαλουπόλεων όπου φτάνει κανείς για λίγο μόνο για να βρεθεί αιχμάλωτος μιας βραδιάς, και από την άλλη ο οκνηρός χρόνος των ακατοίκητων πεδιάδων που βλέπει κανείς από το αεροπλάνο. Πιστεύω επίσης πως η οικουμένη χωράει κάπου μέσα, στις εγκεφαλικές έλικες, στην επίφυση, σου κάθεται στον λαιμό αυτή η υδρόγειος. Εδώ που τα λέμε, μπορεί να βήξεις και να τη βγάλεις». Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σπονδυλωτό αφήγημα της Ολγκα Τοκάρτσουκ «Πλάνητες», που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα ελληνικά (σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Δ. Ιωαννίδου), τμήματα του οποίου περιλαμβάνονται στις 34 σελίδες που αφιερώνει το νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» στη βραβευμένη με το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2018 Πολωνή συγγραφέα. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμη την ομιλία της κατά την τελετή απονομής του βραβείου (μετ.: Γιώργος Θεοχάρης), καθώς και ένα κείμενο του Σουηδού συγγραφέα Γιαν Χένρικ Σβαν, ο οποίος την πρωτομετέφρασε από τα πολωνικά στα σουηδικά πριν από είκοσι ολόκληρα χρόνια.




ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ - ΔΟΚΙΜΙΟ

Στο ίδιο τεύχος, ποίηση των Γιώργου Βέλτσου, Βάκη Λοϊζίδη, Γιάννη Δούκα, Θανάση Μαρκόπουλου, Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, Γιάννη Σαρηγιαννίδη, Αλέξιου Σαββάκη, Σταμάτη Ντώνια, Δημήτριου Κρούκη, και πεζά  των Θεόδωρου Γρηγοριάδη, Διαμαντή Αξιώτη, Δημήτρη Μίγγα, Μαρίας Στασινοπούλου, Χασάν Καϊλή, Γιάννη Πάσχου, Γιώργου Παπαδημητρίου.
«Ένας μυθιστοριογράφος χρειάζεται τη γραφομηχανή του, ένας ποιητής όμως μπορεί να γράψει οποτεδήποτε, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Μερικές φορές γράφω το ποίημα στο μυαλό μου ενώ βρίσκομαι, για παράδειγμα, στο λεωφορείο ή περπατάω στον δρόμο. O ρυθμός των βημάτων με βοηθά στην κα­τασκευή των στίχων. Έπειτα, αμέσως μόλις επιστρέψω στο σπίτι, το κατα­γράφω. Για πολύ καιρό, όταν ήμουν νέος, έγραφα τις νύχτες. Είναι πιο ήσυχα, πιο ήρεμα. Αλλά, το να γράφεις τη νύχτα μεγεθύνει τη μοναξιά του συγ­γραφέα. Τώρα πια γράφω πολύ νωρίς το πρωί και το απόγευμα. Προσφέρει πραγματικά ευχαρίστηση να τελειώνεις τη σελίδα όταν πέφτει η νύχτα.» Λόγια του Μεξικανού ποιητή και πεζογράφου Οκτάβιο Πας (επίσης τιμημένου με Νομπέλ Λογοτεχνίας) σε συνέντευξή του στον Άλφρεντ Μακ  Άνταμ, αποσπάσματα της οποίας (μετ.: Άκης Παραφέλας) επίσης περιλαμβάνει το τρέχον τεύχος του «Εντευκτηρίου».
Σε άλλες σελίδες, ο Χρήστος Καββαδάς αφηγείται την ιστορία δύο “ιδιωτικών” αναγνώσεων ραψωδιών της «Οδύσσειας» από τον μεταφραστή τους, Δ. Ν. Μαρωνίτη, ενώ ο Τάκης Σπετσιώτης αποκαλύπτει «κρυμμένα ονόματα» στα πεζά του Κώστα Ταχτσή.
Στο «Απουσιολόγιο», ο Δημήτρης Αθηνάκης ξεπροβοδίζει” την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης μνημονεύει τον «τυπογράφο του πολιτισμού» Γιάννη Μουγκό.

Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν έργα της Φωτεινής Χαμιδιελή.




ΚΡΙΤΙΚΗ
               
Τις κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους υπογράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ (Δήμητρας Λουκά: Κόμπο τον κόμπο)· Μαρία Στασινοπούλου (Γιώργου Συμπάρδη: Αδέλφια)· Λίνα Πανταλέων (Μάρως Δούκα: Πύλη εισόδου και Ηλία Μαγκλίνη: Είμαι όσα έχω ξεχάσει)· Αθηνά Αθανασίου (Μάριου Χατζηπροκοπίου: Τοπικοί τροπικοί)· Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος (Κώστα Πλαστήρα: O παράλληλος χρόνος των άλλων)· Κλεοπάτρα Λυμπέρη (Γιώργου Βέη: Ινδικοπλεύστης)· Βαρβάρα Ρούσσου (Γιώργου Γωνιανάκη: Τι είπε το ποτάμι)· Χρύσα Βλάχου (Γιάννη Στεφανάκη: O κόσμος των πραγμάτων)· Χρύσα Φάντη (Αρχοντούλας Διαβάτη: Κινητή γιορτή)· Βασίλης Γ. Χατζηβασιλείου (Κυριαζή Πιτιλάκη: Inventio).
Στην τακτική στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», ο Βασίλης Αμανατίδης γράφει για βιβλία της Κλαρίσε Λισπέκτορ και της Αγαθής Δημητρούκα αλλά και για ένα cd της Nalyssa Green, ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζει πρόσφατες εκδόσεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ 
             
Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Κυριάκου Συφιλτζόγλου (υπό τον γενικό τίτλο «Αλωνιστικός φακός»), για τα οποία ο ίδιος παρατηρεί: «Εν κινήσει με τραίνα, εν κινήσει με λεωφορεία, σε Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία. Εν κινήσει ο φακός, ο αμφιβληστροειδής πίσω από το τζάμι. Έξω ακίνητο τοπίο, κυρίως χωράφια σε κάθε εποχή. Κυρίως γραμμές και χρώμα. Κυρίως μια ομοιοκαταληξία, μέσα-έξω, το βλέμμα. Κυρίως γεωμετρία, καμβάς, αόρατο πινέλο εκεί που δεν φαντάζονται οι άλλοι ― ερήμην. Με λίγα λόγια: ανθρώπινος μόχθος, σπορά, λίπασμα, ποτιστικά, αλωνιστικές μηχανές, όργωμα και ξανά από την αρχή. Βιοπορισμός για ζωτικές ανάγκες και καθημερινή αγωνία ― δύσκολα χωρά η τέχνη. Όχι απασχόληση αλλά εργασία. Αυτοί τη δουλειά τους, δεν υποψιάζονται ― η κόρη του ματιού τη δική της δουλειά. […]»




Της ύλης του τεύχους προτάσσεται, δίκην εκδοτικού σημειώματος, το κείμενο του διευθυντή του «Εντευκτηρίου», Γιώργου Κορδομενίδη. «Προδρομική – προφητική κριτική του Ντίνου Χριστιανόπουλου για το βιβλίο της “Σωτηρούλας” (2019), που χρησιμοποιεί στον τίτλο το ονοματώνυμό του». Η δημοσίευση περιλαμβάνει χειρόγραφη, αδημοσίευτη επιστολή του Χριστιανόπουλου, που χρονολογείται το 1990.


3.3.20

Στρατής Χαβιαράς: Τραπέζι για 14-1


Ανδρέας Βουρλούμης: Στην ταβέρνα (1964)

Μπορεί να πρόκειται για κάποιο αραχνιασμένο ημίφως, ένα αλύπητο φως, μπορεί νιφάδες αιθάλης σ’ έναν αίθριο ουρανό, ή έντρομα ανθρωπάκια, έντομα στον ιστό, ή κάποιο νεκροταφείο περαστικών. 
Τα γράφω και γίνονται ή γράφονται κατόπιν.
Κάποτε προκαλούσα τις Αρχές γράφοντας, κι όταν τα σβήνανε με ασβέστη τα ξανάγραφα καλύτερα, προκαλώντας χειρότερα. Τώρα βλέπω στους τοίχους κατακάθια φραπέδων και ρεύομαι.
Παιδί φοβόμουνα τα κυπαρίσσια, τα νυχτολούλουδα και τις αφάνες στο πηγάδι του ύπνου μου, έτρεμα τη λογική των θεών, την οργή των ανθρώπων, αλλά όταν μεγάλωσα άρχισα να καταλαβαίνω και να τα σβήνω, αφού πρώτα τα έγραφα. Τώρα σκοινοβατώ πάνω από το συνωστισμένο τίποτα, πληκτρολογώντας μικρά και μεγάλα εμβατήρια. 
Όταν δε βρίσκω σκοινί βηματίζω σε σανίδες κατάδυσης και συχνά βουτάω, με τα πόδια, κρατώντας τη μύτη μου. 
Πριν από λίγο κρατούσα τη μύτη για να μη γεμίσουν τα πνευμόνια μου αναθυμιάσεις θείου από τα στόμια των ιαματικών πηγών στο υπόγειο του ξενοδοχείου. 
Κοίτα την εντοιχισμένη ροζέτα, σκουντάω τη Μάγδα και τη συνοδεύω στο διάβασμα:

Welcome to the Spa Methanates,
a place for the cleansing of the body and mind.
These springs have a blessing effect on dyspepsia,
chronic rheumatism,
rheumatic and atonic gout,
neuralgia,
arthritis,
amenorrhoea,
dysmenorrhoea,
chronic gastroenteritis,
inflammatory leucorrhoea…

Είχα να δω τη Μάγδα καιρό, και κάτι από καιρό θαμμένο σκίρτησε μέσα μου όταν κυριολεκτικά έπεσα πάνω της στην αίθουσα υποδοχής. Εκείνη έκανε πως δεν πίστευε τα μάτια της και για μια στιγμή πήγε να μου γλιστρήσει, δήθεν νομίζοντάς με φτυστό.
Είχε έρθει μόνη της. Για λίγες μέρες. Έτσι της την έδωσε, αν ερμήνευσα σωστά το σήκωμα των ώμων στην ερώτησή μου. Εγώ μιλούσα για την ανακούφιση που βρίσκω στα αργιλικά λασπόλουτρα. 
Πριν αρχίσω να κάνω νερά στην Αγάπη, ήμουνα τσιμπημένος με τη Μάγδα (και ποιος δεν ήταν), όμως εκείνη είχε στο μάτι τον Μανόλη κι ο Μανόλης, εντάξει. Δε λέω, ταιριάζουνε, όλοι στην Αγάπη συμφωνούν κι ας ζηλεύουν. Η Μάγδα είναι διαβασμένη, κινείται άνετα στον ευρύτερο, έξω από την Αγάπη, χώρο κι ας στολίζει τα μαλλιά και το υπέροχο κορμί της με παλιομοδίτικο καθωσπρεπισμό ― θαρρείς και την ανάθρεψε θεούσα θεία για να διαπρέψει σε φιλόπτωχο. 
Ο Μανόλης έχει θηλυκό μυαλό και, παρά το ριγέ κουστούμι που μοστράρει με ύφος, διατηρεί γενάκι κι αλογοουρά, κατάλοιπα ενός αμνημόνευτου φεγγαριού της ζωής του. 
Εκείνη είναι τόσο εσωτερική όταν δεν είναι μαζί του, αναρωτιέσαι ποια γυναίκα στη θέση της μισάνοιξε ποτέ τα χείλη για να εκστομίσει τέτοιες παρατεταμένες σιωπές. 
Εκείνος πάλι, πράος, εύρυθμος, ψηλός και θα έλεγα επίσης λιγομίλητος, αφού πολλά απ’ τα γλωσσικά του αποστάγματα καταλήγουν στα φιλιά, ένα τέλειο συμπλήρωμα στο λεξιλόγιο των ματιών, των χεριών και του στήθους του.
Το ίδιο απόγευμα στο ενυδρείο του κήπου ξαναρωτάω τη Μάγδα πώς εσύ στα ιαματικά λουτρά με τόσες λυγισμένες, αν όχι τσακισμένες, υπάρξεις που καταφθάνουν αμέσως μετά τον Τηνιακό Δεκαπενταύγουστο; Μου απαντάει μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο ― το παρασόλι να του ρίχνει υποκίτρινες α­νταύγιες και σκιές, προστατεύοντας μάτια και χείλη από αδιάκριτα βλέμματα. 
Είναι κι εκείνο το απειλητικό στοιχείο στην όλη ατμόσφαιρα, συνεχίζω, ιδίως στα λασπόλουτρα, όπου, αφού τα μέλη χαλαρώσουνε με μια σχεδόν ερωτική ηδονή κάτω απ’ τον άργιλο, ξαφνικά μ’ ένα βίαιο σκίρτημα συμπεραίνεις ότι αυτό που μοιάζει λίγο σαν ταφή στη λάσπη, μπορεί πράγματι να είναι το μνήμα σου. 
Εκείνη σιωπά.
Ξαναβλέπω το δεκάχρονο αγόρι να κάθεται στα σκαλοπάτια του σχολείου βυθισμένο στο διάβασμα και αφήνω τη Μάγδα για μια σύντομη βόλτα. Είναι Αύγουστος, όλοι έχουν πάει στο βουνό, στο χωράφι, στη θάλασσα. Άλλες δυο εβδομάδες τουλάχιστον πριν ανοίξει το σχολείο. Το βιβλίο που διαβάζει είναι η Οδύσσεια. Τα μάτια του είναι γκριζοπράσινα, τα μαλλιά του ίσια (θέλουνε κούρεμα), η μύτη του λίγο κυρτή. 
Σε μια στροφή υποψιάζομαι πως κάποιος παρακολουθεί τις κινήσεις μου. Γυρίζοντας διαπιστώνω ότι ένα από τα δέντρα που μόλις προσπέρασα λείπει. Ήταν μια ανθισμένη κερασιά, άρα μιλάμε για άνοιξη, σκέφτομαι, Απρίλη ή Μάη και όχι τέλη Αυγούστου. Ξαναβλέπω την κερασιά μισοκρυμμένη πίσω από μια αποθηκούλα εργαλείων κι έπειτα να ’ρχεται ίσια κατά πάνω μου. Κάνω να της ξεφύγω δεξιά, αλλάζει κατεύθυνση. Κάνω αριστερά, το ίδιο. Και ξαφνικά με αρπάζει στα μπράτσα της και με σφίγγει στον κολλώδη κορμό της, σκορπίζοντας τα γραπτά μου φύλλα φτερά. 
Μπούσουλα, μπούσουλα, πού βρίσκομαι τώρα; Τι ώρα φέγγει o ουρανός; Σε ποια τάξη πηγαίνω; Πότε γιορτάζουνε οι κερασιές; Πότε πενθούνε οι πόρνες; 
Μ’ ακούει και το αινιγματικό της χαμόγελο γίνεται αδιόρατο, όπως κι ο ήλιος πίσω από θειάφι και σύννεφα. Βρίσκομαι πάλι στο ενυδρείο μαζί της κι εκείνη σιωπά, ατενίζοντας τις μακρινές ελιές που σαν Ρωμαίοι λεγεωνάριοι φρουρούν το σούρουπο και τα μονοπάτια της θάλασσας. Τι σκέφτεται η Μάγδα; Αν μιλούσε τι θα ’λεγε; Ότι ίσως η διεύθυνση διατηρεί ένα μικρό νεκροταφείο στους αμμόλοφους, αν κάποιος μείνει από εγκεφαλικό ή καρδιακή προσβολή; 
Μπα. Εγώ είχα ακούσει ότι ακριβώς εκεί έχουν ανοίξει κάτι αυθαίρετα ταβερνεία που οι γνώστες τα βρίσκουν εξαιρετικά ― τουλάχιστον στα κρεατικά. Αυτοί πρέπει να είναι οι καλοφαγάδες μας, σκέφτομαι, που όπως λέει ο διαιτολόγος των λουτρών, σκάβουν τον λάκκο τους με τα δόντια. 
Πεινάω. Προτείνω να τσιμπήσουμε κάτι, αλλά η Μάγδα με τραβάει από το μπράτσο γιατί είναι αργά και σχεδόν τρέχουμε ήδη σε κάτι στενορύμια, ψάχνοντας ― ψάχνοντας τι; Δε λέει, αλλά κάτι θα ξέρει και μου το φυλάει για έκπληξη, σίγουρα κάνα ταβερνάκι που μόλις άνοιξε, με γιαχνιά, κοκκινιστά, τσιγαριστά, καπαμάδες… 
Διακρίνουμε παράγκες, παραπήγματα με λαμαρίνες, παλιόξυλα, τσιμε­ντόλιθους, σαμπρέλες. Not here, over there, μου δείχνει το μικρό φάντασμα που ξύνεται με λύσσα σ’ έναν μισοχαλασμένο φράχτη, σε άλλα τριάντα μέτρα ένας καψαλισμένος φοίνικας και μετά αριστερά. Απόμακρα, οι πυρρώδεις α­-νταύγιες στον ορίζοντα σαν φρυκτωρίες, τα νέα τους για τους αποψινούς ε­-μπρησμούς. Στρίβουμε αριστερά, προχωράμε ακόμα κάτι βήματα, τίποτα. Να ρωτήσουμε πάλι; Κιχ.
Η Μάγδα με τραβάει σαν να τραβάει μουλάρι, αν και δεν αντιστέκομαι. Γιατί δεν πήρα έναν φακό μαζί μου; 
Πλησιάζουμε; Aκολουθώ τοίχο τοίχο. Ένα χαμόσπιτο, κι όπως πασχίζω να δω τι κρύβεται πίσω απ’ τους πλίθους του, σχεδιάζω το μακρόστενο τραπέζι του τίτλου και γύρω του καθίζω ένα νέο ζευγάρι και μια ντουζίνα γυναίκες να τρώνε λαχταριστά κοψίδια και να πίνουν δυνατό σώσμα στην υγειά κάποιας Άννας, κάποιας Μαρίας, κάποιας Ελισάβετ. 
Μάγδα, περίμενε, της ψιθυρίζω με κομμένη ανάσα ενώ με σέρνει απένα­ντι, εδώ δεν είναι; 
Αν ήταν, δε θα χρειαζόμουν απάντηση. Αφού με σέρνει, περιττή οποιαδήποτε εξήγηση. 
Eνα χαμόσπιτο, ναι, πλιθόχτιστο, μα με ξύλινα σκαλιά που τρίζουν ενώ τα κατεβαίνουμε βιαστικά για το υπόγειο. 
Η Μάγδα ρίχνει μια ματιά πίσω να βεβαιωθεί ότι δε μας παρακολουθούν, ανοίγει την πόρτα και με σπρώχνει μέσα με τόση βία, παραλίγο να πέσω, τα χαρτιά και τα μολύβια μου ακόμα μια φορά στον αέρα. Παράξενη τροπή που παίρνουν τα πράγματα εκεί που δεν το περιμένεις. 
Λύχνοι φωτίζουν αμυδρά το άδειο δωμάτιο και το μεγάλο, χαμηλό, τραπέζι στρωμένο κι έτοιμο με πεσκίρια και πιάτα, και γαβάθες τίγκα λαχανικά και όσπρια, ταραμά, ελιές και κρεμμύδια, στη μέση το ψωμί και το κρασί ― το νέο ζευγάρι κι οι γυναίκες που λέγαμε, πούπετα. 
Καπνός κι η Μάγδα όταν ακούγεται το κλικ της κλειδαριάς και γυρίζω να δω. Μ’ έχει κλειδώσει μέσα. Αυτή τη φορά το παρατράβηξες, Μαριγούλα Μανταλένα, μουρμουρίζω όπως τηνέ τραγούδησε ο συμπατριώτης μου ο Παπαϊωάννου. Γελάω μέσα μου κι ανατριχιάζω. 
Το δωμάτιο δεν έχει παράθυρα. Θα μπορούσα να σπάσω την πόρτα, αλλά δεν να το κάνω, μαζεύω τα χαρτιά μου και κάθομαι σταυροπόδι, να πιω μια κούπα κρασί και να ξεγελάσω την πείνα μου, αλλά και πάλι αντί να κάνω αυτό που σκέφτομαι πιάνω τον εαυτό μου να γράφει. 
Το μολύβι είναι από κάρβουνο σχεδίου και μουτζουρώνει, χέρια και πρόσωπο. Δεν έχω γράψει ούτε λέξη και πρέπει ν’ αρχίσω να σβήνω! 
Να μπορούσα να πλύνω τα χέρια μου πριν πιάσω το ψωμί.
Όταν άρχισα να κάνω νερά (άτιμο κλισέ), λίγες μέρες πριν ή μετά του Ευαγγελισμού θα ήταν, το έκανα γιατί η Αγάπη έσφιγγε όλο και πιο ασφυκτικά τον λαιμό μου. Πρώτα βάλανε τον Αντρέα να πετάει σπόντες για τις συγγραφικές μου ανησυχίες (sic), έπειτα τον Γιαννάκη να παραχώνει φράσεις από τα γραπτά μου στη συζήτηση και να σηκώνει το φρύδι, και τέλος ο Μανόλης ο ίδιος να γκρινιάζει και να με καθιστά υπεύθυνο για ό,τι ανεπιθύμητες συνέπειες μπορεί να έχουνε για την Αγάπη τα γραπτά μου, ιδιαίτερα όταν δημοσιεύονται σε έγκυρα έντυπα, όπως το Caveat Emptor. Στην προηγούμενη συνάντηση πριν τη σιωπηρή μου αποχώρηση, είχε προτείνει τον σχηματισμό τριμελούς επιτροπής, υπεύθυνης για την επιμέλεια της ύλης. 
Κάπως αλλιώς το λέγαμε αυτό κάποτε. 
Ξανακούγεται ένα κλικ, ανοίγει η πόρτα κι εμφανίζονται ένας ένας σοβαροί, σκιεροί, ημιεπίσημοι, πρώτος ο Μανόλης, δεύτερη η Μάγδα και ξοπίσω οι υπόλοιποι έντεκα, όλοι σεβάσμιοι σταυραδερφοί. Σηκώνομαι όρθιος, ξανακάθομαι όταν καθίζουν κι εκείνοι, σταυροπόδι. Έχουμε απαρτία. Γύρω γύρω όλοι, στη μέση τον Μανόλη και τη Μάγδα. 
Οι ένδεκα τούς επευφημούν κι αρχίζουν να τρώνε με τα χέρια, πιάνο­ντας τον ταραμά με ψωμί. Σηκώνω την κούπα μου, στην υγειά τους, να ζήσουνε σαν τα ψηλά βουνά, κι ο Μανόλης στυλώνει τα μάτια του στα δικά μου, και με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί τόσο επίμονα. Η ματιά του ήρεμη κι όπως πά­-ντα γλυκιά, αλλά ασυνήθιστα διαπεραστική σα να ψάχνει κάτι πιο βαθιά μες στα μάτια μου, σαν να σκάβει στα μάτια μου να βρει νερό. 
Στη ζωή της μάνας μου, στη μνήμη του πατέρα μου, ακούω τον εαυτό μου να ορκίζεται, αν και δε με κατηγορεί κανείς για την ώρα, όμως και πάλι γιατί νιώθω δάκρυα στα μάγουλά μου, γιατί νιώθω ψεύτης, κρυψίνους, διπρόσωπος, λειψός, τιποτένιος; Κι ο Πέτρος, ο Θωμάς, ο Γιάννης, όλοι οι άλλοι; Γιατί όχι αυτοί; Γιατί όχι ο ίδιος ο Μανόλης; 
Σσσσς… Η Μάγδα, μ’ ένα χέρι στον ώμο μου, χέρι συμπόνιας. 
Αναθαρρεύω κάπως, ίσως πάρει το μέρος μου, σκέφτομαι, αλλά μήπως εκείνη δε μ’ έφερε με δόλο στη σεμνή αυτή τελετή; Μήπως σ’ εκείνη δεν αναθέσανε την άχαρη αποστολή να με βρει και να με σύρει ενώπιον τους; Προς τι, αφού αυτό που αρνούμαι, αυτό που ορκίζομαι ότι δε θα κάνω ποτέ, έχει ήδη γίνει και το έχω κάνει εγώ, και δεν ξεγίνεται; 
Μαζεύω τα χαρτιά μου, τα μολύβια μου, τις μουντζούρες που όλο πληθαίνουνε στo πρόσωπό μου. Γιατί εγώ; Επειδή αν δεν το έκανα εγώ δε θα γινόταν; Επειδή μόνο εγώ τα λέω όπως είναι και τα γράφω, κι όποιος έχει μάτια διαβάζει; 
Όχι φυσικά, γνέφει ο Μανόλης κι ανοίγει τα μπράτσα του να με δεχτεί έστω και σαν εχθρό, και με φιλάει σταυρωτά, και τα φιλιά του έχουν τη γεύση της Μάγδας, κι η Μάγδα η ίδια με ξεβγάζει ως τον δρόμο, όπου νιώθω το κορμί της να καίει, τον κόρφο της να αναδίνει ερωτικές και πένθιμες ευωδιές, σαν να σπάραζε πλάι του, ακουμπώντας τον με τον γοφό και τον ώμο της, ή σαν να ’χε μόλις συλλάβει. 
Ευαγγελίζου, της πετάω και ξεκολλάω από πάνω της, ξέρω τι σκέφτεσαι για μένα κι ας μην το λες, το λένε οι άλλοι: Η ουσία αυτής της σεμνής τελετής είναι ότι δεν αποχωρείς απ’ την Αγάπη ― διαγράφεσαι! 
Ο Θεός μαζί σου, ψιθυρίζει, δαγκώνει απαλά τον λοβό του αυτιού μου και κατεβαίνει πάλι τα σκαλιά στο υπόγειο και στον άλλο. Να δούμε εσένα ποια θα είναι η τύχη σου στην Αγάπη, μουρμουρίζω κι αφήνω το σκοτάδι να με περιλάβει. 
Το αεράκι φέρνει καπνιά κι αποκαΐδια απ’ τις πλαγιές με τα λιόδεντρα, τα κάρβουνα κάτω απ’ τα πόδια μου καίνε, χοροπηδάω σαν αναστενάρης, αν και χωρίς να τα καταφέρνω. Για κοίτα, ακόμα και η κερασιά που με αγκάλιαζε πριν από λίγο αγκαλιάζει τη χόβολη. 
Έτσι κι ο φοίνικας, από τις στάχτες του, σκέφτομαι ψάχνοντας τα χαρτιά μου, ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω για χαφιέδες, και πιάνω δουλειά. Γράφω για θάλασσες που τη νύχτα ζηλεύουν τα ύψη, για βουνά που το πρωί κατεβαίνουν στο ψάρεμα, για παγωνιές που καίνε σαν φωτιά, για φλόγες που αφήνουνε τα δάση και ωρύονται από δωμάτιο σε δωμάτιο αναλώνοντας αναλώσιμα και μη, εξαγνίζοντας τηλέφωνα από κοριούς, στρώματα από τσι­μπούρια και ψύλλους. Γράφω για λοιμούς και λιμούς, για έρωτες, για προδοσίες, για παιδιά. Τα γράφω και τα σβήνω και τα ξαναγράφω καλύτερα, τα γράφω σα να τα μιλάω αλλά πολύ πιο σταράτα ― λες και τα γράφω και τα ξαναγράφω στο δέρμα μου. Γράφω αδιάκοπα μέχρι να αντιληφτώ τον εαυτό μου τον ίδιο να ξεγράφεται ― αρχίζοντας από το χέρι που γράφει.

[ Δημοσιεύθηκε στο περ. Εντευκτήριο, 87, 2009, στο πλαίσιο του αφιερώματος «Γύρω από το τραπέζι» ]



9.11.19

Μερικά μικρά οδόσημα

του Γιώργου Κορδομενίδη



# Βράδυ της 8.11.1987. Μπαίνω στο σπίτι κατά τις 11 το βράδυ ― είχα φύγει στις 8 το πρωί. Η μητέρα μου, μισοξαπλωμένη στο ντιβανάκι της κουζίνας, μ’ ένα μικρό πορτατίφ στο τραπέζι δίπλα της, διαβάζει ένα λαϊκό περιοδικό. Εδώ και λίγο καιρό έχει αρχίσει να ξεχνάει αν πήρε τα φάρμακά της, τι συμφωνήσαμε να μαγειρέψει, αν με ζήτησε κάποιος στο τηλέφωνο... Ωστόσο, με το που μπαίνω στο σπίτι, προτού ακόμη εμφανιστώ στο άνοιγμα της πόρτας, ακούω τη φωνή της: «Αγόρι μου, βγήκε το βιβλίο σου; Είναι όπως το ήθελες; Είσαι ευχαριστημένος; Για φέρ’ το μου να το δω...».

# Στο εξώφυλλο του τεύχους 1 του Εντευκτηρίου, δίπλα στη λέξη του τίτλου, φιγουράρει το σήμα του περιοδικού ―ένα έψιλον πεζό―, από τη σειρά που με συγκινητική προθυμία και ζήλο είχε σχεδιάσει η εικαστικός και αλησμόνητη φίλη Χριστίνα Ζερβού (1937-1988).


Λογότυπος για το Εντευκτήριο από τη Χριστίνα Ζερβού.
Χρησιμοποιήθηκε μόνο στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους.


Κανείς δεν κατάλαβε τι ήταν εκείνο το σήμα, ότι ήταν δηλαδή ένα έψιλον! Η στιγμή που έπρεπε να πω στη δημιουργό του ότι δεν θα υπάρχει στα επόμενα τεύχη ήταν από τις δυσκολότερες στην τριαντάχρονη και κάτι διαδρομή του περιοδικού. Ή έτσι τη συγκρατώ στη μνήμη μου, καθώς η Ζερβού πέθανε λίγους μήνες αργότερα, από μεταστατικό καρκίνο.


Όλοι οι λογότυποι που σχεδίασε για το Εντευκτήριο η Χριστίνα Ζερβού

# Το Εντευκτήριο απόκτησε δικό του χώρο (το «Underground Εντευκτήριο», στη Δεσπεραί 9) μόλις τον Δεκέμβριο του 2001. Ελλείψει χώρου λοιπόν ―έμενα τότε ακόμη στη Σταυρούπολη―, ο Σάββας Γρηγοριάδης, η Αθηνά Καλαϊτζόγλου, η Σίσυ Κανίογλου και το υποκείμενό μου φακελώσαμε το πρώτο τεύχος στο γραφείο μου στην Εθνική Τράπεζα.

# Καθώς ήθελα στο πρώτο τεύχος του περιοδικού να υπάρχει και κείμενο κάποιου “μεγάλου ονόματος” από την Αθήνα, είχα πάρει το θάρρος να τηλεφωνήσω στον Κώστα Ταχτσή (δεν γνωριζόμασταν καθόλου) και να του ζητήσω συνεργασία. Όταν του ανέφερα πως το τεύχος θα περιέχει αφιέρωμα στη φυλακή ως θεσμό, μου είπε ότι ίσως θα μπορούσε να γράψει μία σχετική ιστορία· πράγματι, λίγες εβδομάδες αργότερα μου έστειλε ένα μικρό πεζό υπό τον τίτλο «Μέσ’ απ’ τα σίδερα». Όμως, αφού έλαβε τα αντίτυπα που του ταχυδρόμησα, μου έστειλε ένα.. δυσαρεστημένο μπιλιέτο, όπου με αυστηρό τόνο μού έγραφε ότι στη δημοσίευση υπήρχαν μερικές σοβαρές αβλεψίες και ότι μετάνιωσε που μου έδωσε το κείμενό του.

# Θα ήταν γύρω στο 1990. Η αντρική φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου μού συστήθηκε: «Λέγομαι Νίκος Ξανθόπουλος. Κατοικώ στην Αθήνα και εκεί δεν βρίσκω πάντα το περιοδικό σας. Μου λείπουν μερικά τεύχη. Πού μπορώ να σας συναντήσω και να τα προμηθευτώ;». Τι συνωνυμία κι αυτή, σκέφτηκα. Αλλά την επόμενη μέρα, ο φύλακας στην είσοδο του κτιρίου της Τράπεζας, τηλεφώνησε εμβρόντητος για να με ειδοποιήσει ότι «ο Νίκος Ξανθόπουλος, το “παιδί του λαού”», έρχεται στο γραφείο μου! Όταν ο κοσμαγάπητος ηθοποιός άνοιξε την πόρτα, οι συνεργάτιδές μου κι εγώ δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Λες και τον ενοχλούσαν τα καλά λόγια που του έλεγα για τον ίδιο και για τις ταινίες του που είχα δει παιδί ―με τους γονείς μου αλλά και μόνος―, με διέκοψε για να μου πει πόσο του αρέσει το Εντευκτήριο, καθώς και για τη μεγάλη βιβλιοθήκη που διαθέτει στην Αθήνα, με βιβλία και με περιοδικά. Αρνήθηκε να δεχτεί ως δώρο τα τεύχη που τον ενδιέφεραν, επέμενε ώς το τέλος να τα πληρώσει κανονικά, συμφωνήσαμε (νομίζω) σε μια κάποια συμβολική έκπτωση... Η δεύτερη έκπληξη που μου επεφύλασσε ο Ν.Ξ. ήταν η παρουσία του στην εκδήλωση για το Εντευκτήριο που οργάνωσε (9.3.2009) το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος (με πρωτοβουλία του Γιώργου Ζεβελάκη και του Γιάννη Πατίλη), στην αίθουσα του Ιωνικού Συνδέσμου. «Ήρθα από την Παιανία για πάρτη σου», μου είπε. Χρειάζεται να πω πόσο κολακεύτηκα;



# “Περιοδικομανής”, εκδότης ο ίδιος του σπουδαίου ―μολονότι βραχύβιου― περιοδικού Κριτική (1959-1961), o Μανόλης Αναγνωστάκης, σ’ ένα άρθρο του πρωτοδημοσιευμένο στην Αυγή, 1-2.12.1983 (αναδημοσιεύτηκε στο Εντευκτήριο 6, 1989), χωρίζει τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής σε δύο κατηγορίες: σ’ αυτά που είναι «περισσότερο ανθολόγια καλών κειμένων» και σ’ εκείνα που αποτελούν «δημόσιο βήμα για τη διαμόρφωση μιας πρότασης». Σ’ ένα δίκοπο κείμενό της για το Εντευκτήριο (εφημ. Εποχή, 30.3.2015), η Μάρη Θεοδοσοπούλου, η οποία πάντως είχε αφιερώσει αρκετές φορές τη στήλη της είτε σε τεύχη του περιοδικού είτε σε βιβλία των εκδόσεών του, έγραφε πως «[ο Αναγνωστάκης] μάλλον συγκατατάσσει το περιοδικό στα “έντυπα καλής ανθολογίας”». Πάντως, επειδή μερικές φορές (σπάνιες, είναι η αλήθεια) η ζωή γίνεται δίκαιη, ο Αναγνωστάκης, ένα βράδυ στο σπίτι του στην Πεύκη, παρουσία της συζύγου του, Νόρας, και της αδελφής του, Λούλας, καθώς και του ζεύγους Δημήτρη Δασκαλόπουλου - Μαρίας Στασινοπούλου, μου είπε: «Κορδομενίδη, να το ξέρεις, σε παρακολουθώ με αυστηρότητα. Αλλά πας καλά, το Εντευκτήριο πάει καλά. Και χαίρομαι».

# O πρώτος που υποδέχτηκε το Εντευκτήριο σε έντυπο της Θεσσαλονίκης ήταν ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, με χρονογράφημά του στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη. Και πρώτος στην Αθήνα ο Κώστας Σταματίου, στη σελίδα του για το βιβλίο στα Νέα.

[ πρώτη δημοσίευση στο τχ. Νο 115 του περιοδικού Εντευκτήριο ]

14.6.19

O Σταμάτης Κραουνάκης για το Εντευκτήριο τχ. 116

Ο Σταμάτης Κραουνάκης αφιερώνει στο τεύχος Νο 116 του περιοδικού «Εντευκτήριο» ολόκληρη τη δεκάλεπτη εκπομπή του «Κόκκινο μοτοσακό» στον ραδιοσταθμό Στο Κόκκινο, 12.6.2018, εστιάζοντας στο κείμενο της Μάρως Δούκα για τη σύγχρονη προσφυγιά. Τον ευχαριστώ και δημοσίως γι' αυτήν του τη γενναιοδωρία.

Γιώργος Κορδομενίδης

Δείτε το βίντεο:

5.6.19

Εντευκτήριο Νο 116: Περιεχόμενα

-->
ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Πέντε κείμενα για τη σύγχρονη προσφυγιά, ελληνική και ξένη πεζογραφία και ποίηση, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, φωτογραφικό ένθετο 
Τεύχος 116, 160 σελ., τιμή 10,00 ευρώ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ
«[…] Η ιστορία του ανθρώπου δεν είναι παρά η ιστορία των μεταναστεύσεων, των βίαιων μετακινήσεων, των ξεριζωμών, των μαζικών διώξεων, της αναγκαστικής προσφυγιάς, της αναζήτησης από τόπο σε τόπο και από ήπειρο σε ήπειρο μιας άλλης, καλύτερης ή και απλώς υποφερτής, ζωής. […] Εδώ και περίπου είκοσι χρόνια, στην Ελλάδα, στον νότο των Βαλκανίων, στην Ελλάδα, την από αιώνες γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, στην Ελλάδα, το ακρότατο ανατολικό σύνορο της Ευρώπης, καταφεύγουν άνθρωποι βασανισμένοι, κυνηγημένοι, δαρμένοι, μισοπνιγμένοι, είτε ως πρόσφυγες είτε ως μετανάστες, ακολουθώντας τον δρόμο προς τη Δύση, αναζητώντας τη Γη της Επαγγελίας, όπως αιώνες πριν οι Ευρωπαίοι, οδηγημένοι από την ανάγκη, την πείνα, τις επιδημίες, τις εσωτερικές διαμάχες, τους πολέμους, και, με το πρόσχημα της απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων, αναζητούσαν, όχι ως ικέτες, όπως σήμερα οι πρόσφυγες, αλλά ως Σταυροφόροι κατακτητές, τη δική τους Γη της Επαγγελίας. […]» Πρόκειται για αποσπάσματα από το κείμενο ομιλίας της Μάρως Δούκα στην περυσινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, με το οποίο “ανοίγει” η μικρή ενότητα κειμένων για την προσφυγιά στο νέο τεύχος (αριθ. 116) του «Εντευκτηρίου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα.


Φωτογραφία: Σάκης Βαβαλίδης

Τα άλλα κείμενα της ίδιας ενότητας:
«Το ταξίδι μου στην Ελλάδα», του Σύριου πρόσφυγα Μοχάμεντ Σβιμπ, που μένει τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, περιγράφει με οριακή αφηγηματική οικονομία την περιπέτεια του ερχομού του στη χώρα μας και τις δραματικά δύσκολες πρώτες ημέρες του εδώ·
«Η ταβέρνα της Μαρίας», απόσπασμα κειμένου του Γιάσιμ Μοχάμεντ (Ιρακινού πρόσφυγα εγκατεστημένου από χρόνια στη Στοκχόλμη) από το βιβλίο που έγραψε από κοινού με τον Γιαν Χένρικ Σβαν (μετάφραση Μαργαρίτας Μέλμπεργκ), καρπός της εμπειρίας τους ως εθελοντών υπέρ των προσφύγων, για τους οποίους ετοίμαζαν σάντουιτς, βοηθούσαν ως διερμηνείς και συγκέντρωναν χρήματα μέσω Facebook·
«Η ιστορία του Γκαλρίμ», Πακιστανού πρόσφυγα που ζει σε ελληνικό νησί, όπως την αφηγείται ο Γιώργος Τυρίκος-Εργάς· ο Γκαλρίμ, γράφει ο Τυρίκος-Εργάς, «φτάνοντας στην Τουρκία, στάθηκε άτυχος. Τον πλησίασαν και του υποσχέθηκαν βοήθεια. Τον πήγαν μαζί με άλλους σε ένα υπόγειο, όπου του ανακοίνωσαν πως πλέον είναι όμηρος και πως θα έπρεπε να επικοινωνήσει με τους δικούς του για λύτρα. Τον βασάνιζαν για καιρό. O Γκαλρίμ έχει πυροβοληθεί, έχει μαχαιρωθεί, έχει συρθεί με φορτηγό, έχει πατηθεί. O πατέρας του έστειλε χρήματα και τον άφησαν, μα πήρε καιρό. Δύσκολο καιρό, σαν αιώνες»·
τέλος, η αφήγηση της δύσκολης ζωής στην Αθήνα ενός επίσης Σύριου πρόσφυγα (ας τον πούμε Μαχμούντ), όπως την κατέγραψε πριν από χρόνια ―(όταν ακόμη οι πρόσφυγες από τη χώρα αυτή ήταν πολύ λίγοι) ο Γιώργος Κορδομενίδης ― το ελληνικό κράτος αρνιόταν επί πολύ πολύ καιρό να του δώσει πολιτικό άσυλο· έκτοτε η τύχη του αγνοείται.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ
Η ενότητα της λογοτεχνίας περιλαμβάνει:
πεζά των Γιάννη Παλαβού, Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, Μάριου Ποντίκα, Ηλία Μαγκλίνη, Γιάννη Μπαλαμπανίδη, Κίμωνα Καλαμάρα, Δήμητρας Διδαγγέλου, Άννας Μερτζάνη, Άννυς Κουτροκόη και Οφηλίας Γαλάνη· ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει το διήγημα του Γουίλλιαμ Φώκνερ «Ο λυκάνθρωπος» (μετάφραση Γιάννη Θεοδοσίου)· 


Γλυπτό με τον Φώκνερ, Οξφόρδη / Μισσισσιππή

επίσης, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά διήγημα του Κροάτη Χέρβογιε Ίβαντσιτς (μετάφραση Γιάννη Θεοδοσίου)·

ποιήματα των Δημήτρη Λεοντζάκου, Ράνιας Καταβούτα, Γιάννη Γκούμα, Στάθη Κουτσούνη, Αλεξάνδρας Μυλωνά, Κώστα Θ. Ριζάκη, Στέλλας Βοσκαρίδου, Αρίστης Ζαΐμη και Μαρίας Καρδάτου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν:
η εξιστόρηση, από τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, της δημιουργίας και της σύντομης διάρκειας λειτουργίας της Κινηματογραφικής Λέσχης Καβάλας (1961-1968), με τη συνδρομή της συζύγου του Νιόβης και των Μαρίας Χουρμουζιάδη, Γιώργου Στογιαννίδη, Δημήτρη Λαζαρίδη και Πρόδρομου Μάρκογλου (την αφήγηση του Παπαδημητρακόπουλου κατέγραψε και παρουσιάζει ο κινηματογραφιστής και ποιητής Λευτέρης Ξανθόπουλος, προσθέτοντας ένα σύντομο αλλά και πολύ κατατοπιστικό επίμετρο για τις πρώτες κινηματογραφικές λέσχες στην Ελλάδα)·


O Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος (αριστερά) με τον Τάκη Κανελλόπουλο, 
στην Καβάλα (1966). Από τον τόμο Τάκης Κανελλόπουλος
38ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου & Εκδόσεις Αιγόκερως



το δοκίμιο του Κώστα Λογαρά «Αν ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ένα (και μόνο) τραγούδι», στο οποίο εξηγεί, γιατί, κατά τη γνώμη του, το στιχουργικό σύμπαν του Ελευθερίου περιέχεται στους στίχους του τραγουδιού «Στους μπαξέδες».

Τέλος, η Τζίνα Πολίτη δημοσιεύει “ανοιχτή επιστολή” στον Γιώργο Βέλτσο, με τη γνώμη της για την πρόσφατη ποιητική συλλογή του «Λευκή Ελλάδα».

ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ

Ο Γιώργος Κορδομενίδης "αποχαιρετά" τον ποιητή Μάρκο Μέσκο· η Γλυκερία Μπασδέκη τον πεζογράφο Χρήστο Αγγελάκο· ο Μεχμέτ Αλί Οζτσομπανλάρ τον φωτογράφο της Πόλης, Αρά Γκιουλέρ.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ / ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ: Η σύντομη ζωή και ο τραγικός θάνατος ενός ορκισμένου επαναστάτη (Μάριου Μαρκοβίτη, «Όχι, δεν είμαι εχθρός του λαού»)
Μαρία Στασινοπούλου: Παιχνίδια ισορροπιών (Κώστα Ακρίβου, «Γάλα Μαγνησίας»)
Μ. Γ. Μερακλής: Σε αναζήτηση του Παραδείσου (Χριστόφορου Λιοντάκη, «O μεγάλος δρόμος»)
Μάνος Στεφανίδης / Λέων Α. Ναρ: Έφηβος στα νύχια του χρόνου (Μανόλη Ξεξάκη, «Το θέατρο της οικουμένης»)
Τάνια Βοσνιάδου: Κατασκευάζοντας τον εαυτό (Άρι Γεωργίου, «Η αρχιτεκτονική του εαυτού»)
Δημήτρης Κόκορης: Το αναπόδραστο φως του θανάτου (Δημήτρη Κοσμόπουλου, «Θέριστρον»)
Τόλης Νικηφόρου: Μία δυνατή και εξωστρεφής φωνή από την περιφέρεια (Δημήτρη Π. Κρανιώτη, «Γραβάτα δημοσίας αιδούς»)
Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Η περιπέτεια της αγάπης (Χλόης Κουτσουμπέλη, «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ»)
Κλεοπάτρα Λυμπέρη: Η ψυχή και ο κόσμος (Εύας Στάμου, «Τα κορίτσια που γελούν»)
  Διονύσης Μαρίνος: Oι ανοιχτές θύρες ενός εκλεκτού μουσείου (Αχιλλέα Κυριακίδη, «Το Μουσείο των Τύψεων»)
  Έλενα Στ. Τσαγκαράκη: Έξοδος κινδύνου (Βικτώριας Κουκουμά, «Περασμένη χώρα»)
Λίλια Τσούβα: Πρόσφυγες: Μία απαιώνια τραγωδία (Ελένης Λόππα, «Η ζωή είναι αλλού»)
  Τέλλος Φίλης Η καθημερινότητα της Ποίησης (Δημήτρη Χαρίτου, «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια»)
Στις τακτικές στήλες τους, ο Βασίλης Αμανατίδης σχολιάζει βιβλία του Δημήτρη Παπανικολάου («Κάτι τρέχει με την οικογένεια»), της Ερμοφίλης Τσότσου («Ώρες ανησυχίας») και της Όλγας Παπακώστα («Μεταμορφώ[θ]εις»), ενώ η Βάνα Χαραλαμπίδου και ο Γιώργος Κορδομενίδης στα «Βιβλία στο κομοδίνο» φυλλομετρούν πρόσφατες εκδόσεις.

ZΩΓΡΑΦΙΚΗ


Την ενότητα της λογοτεχνίας στο τεύχος αυτό του Εντευκτηρίου κοσμεί ζωγραφική της Σόφης Σενόγλου. Η εικαστικός Σόφη Σενόγλου γεννήθηκε το 1967 στη Θεσσαλονίκη. Διδάσκει το μάθημα των εικαστικών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Αρχικά, σπούδασε γραφικές τέχνες. Αργότερα, αποφοίτησε από το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με δασκάλους τούς Δημήτρη Κοντό και Βαγγέλη Δημητρέα. Το έργο της αναφέρεται στην ανθρώπινη συνθήκη. Από διαφορετικές διαδρομές μέσων και ύφους, αναζητά τις μορφές εκείνες που βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο με τους παρατηρητές τους. Καλλιτέχνες όπως οι Γιάννης Κουνέλλης, René Magritte, Antony Gormley, Robert Longo, Pina Bausch, Δημήτρης Παπαιωάννου, Απόστολος Γεωργίου, αποτέλεσαν πεδίο έμπνευσης για τη δουλειά της. Έχει εκθέσει στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, τη Σύρο και τη Βιέννη. Έχει συμμετάσχει με έργα της σε εκθέσεις μουσείων και γκαλερί, όπως Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Τελλόγλειο, Παλαιό Αρχαιολογικό Μουσείο, ΜΙΕΤ, Tint gallery, Anto­nopoulou gallery, Cheapart, Kounstlerhaus, Αίθουσα Εμμ. Ροΐδη, The Room, Βιτρίνες Τέχνης OTΕ.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Σίμου Μπενσασσών, υπό τον γενικό τίτλο «Για προσωπικούς λόγους», για τα οποία ο Άρις Γεωργίου παρατηρεί: «[…] Σε λίγες, συγκριτικά με την παραγωγή άλλων, εικόνες, ο Σίμος Μπενσασσών επιτελεί μία οξυδερκή σάρωση του “κόσμου του” και αναδεικνύει με νηφάλια ευαισθησία τις στιγμές που, για προσωπικούς του λόγους, αξίζουν να μνημειοποιηθούν. Ένα θραύσμα αρχαίου ερειπίου, “βράχος επί βράχου”, ή ένας αντίστροφης προοπτικής τραπεζοειδής περίβολος μιας ιδιοκτησίας στις Κυκλάδες διαδέχονται μία πολύτεκνη αγροτική οικογένεια ενός χωριού της Πρέσπας ή τη συνάντηση ενός άθλιου Φορντ Τάουνους με δύο αθώους πεζούς εφήβους στη Ρόδο. Το εντυπωσιακό ανάγλυφο του μακεδονικού τοπίου αντιπαρατίθεται στη γεωμετρική στυγνότητα του ανέμπνευστου Σιδηροδρομικού Σταθμού της Θεσσαλονίκης, ενώ την κοντρζούρ ραστώνη των κολυμβητών στην πλαζ της Αγίας Τριάδας αντιμάχεται η επισήμανση της “ύποπτης” «Αυγής» στα χέρια τού, παραδομένου στις φροντίδες τού λούστρου, κρυπτοκομμουνιστή της εποχής. Δεν αγνοεί ―το αντίθετο μάλιστα, το τιμά με σεβασμό και αγάπη― το στενό του οικογενειακό περιβάλλον».


Η «Αυγή» στου Ξαρχάκου, 1964

Το εξώφυλλο του τεύχους κοσμεί φωτογραφία του Γιώργου Μουτάφη (Πάτρα, 8 Μαρτίου 2018: Μετανάστες περιμένουν στην εξωτερική πλευρά του νέου λιμανιού την κατάλληλη στιγμή για να σκαρφαλώσουν στον φράχτη και να προσπαθήσουν να κρυφτούν μέσα σε νταλίκες που επιβιβάζονται στα καράβια για την Ιταλία ― Α´ βραβείο στη δεύτερη Διαγωνιστική Έκθεση Φωτορεπορτάζ στην Ελλάδα #PRESS_photostories  του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜ-Θ.