Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκύλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκύλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.3.16

H σκυλίτσα που με έσωσε



του Τέλη Πολυχρονιάδη


Μόλις είχα φτάσει σ’ αυτή την πόλη την άπονη τη σκληρή τη φωτεινή, μ’ έναν ουρανό γίγαντα πολλά βαρύ που δεν σήκωνε σύννεφα στο κεφάλι του,  μόλις είχα προσγειωθεί με τον κώλο πάνω σε σπασμένα γυαλάκια και φόρτωνα θυμό και θυμούς, τι γύρευα εδώ, η ζωή με ξεφόρτωνε απ’ την καρότσα της ρουτίνας σε νέα εδάφη, τόσο κοντά, τόσο μακριά απ’ το σπίτι μου και την ηρεμία μου. Από τη χειμέρια νάρκη της καθημερινότητας… Ένας καλός φίλος με μάζεψε σπίτι του, με γέμισε φροντίδες κι αναμνήσεις, είχα βρει ένα καινούριο κουκούλι… Κι άλλοι φίλοι, λίγοι, ζούσαν σ’ αυτόν τον τόπο, όμως εκείνη που με στήριξε, με έσωσε, ήταν μια γριά αδέσποτη σκυλίτσα, έμενε στον δρόμο που περνούσα κάθε μέρα, κάθε βράδυ, την έβλεπα στο ίδιο μέρος, κάτω από το ίδιο μπαλκόνι, στον δρόμο μας, στη διαδρομή, ήταν οχτώ χρόνια εκεί (είπε μια μέρα η γειτόνισσα), μας υιοθέτησε και εδώ τη βγάζει, πρωί βράδυ μεσημέρι απόγευμα εκεί την έβγαζε, εκτός κι αν είχε ήλιο παραπάνω, οπότε σηκωνόταν βαριά βαριά απ’ τα κιλά κι από τα χρόνια και πήγαινε κι έπιανε μια καλή θέση στον ήλιο. Ήρθε ένας χειμώνας πότε απαλός και πότε άγριος, σκληρός. Άρχισα να της κουβαλάω φαγώσιμα, να την πιάσω φίλη· όποτε πέρναγα της πήγαινα κάτι, τη χάιδευα, της έλεγα λίγα λόγια να με αναγνωρίζει: στην αρχή φοβόταν, ήταν φοβισμένη από κάτι, όπως όλα αυτά τα ζωντανά που τα ’ριξε η ζωή στον δρόμο, μετά με συνήθισε, πάντως ποτέ δεν έτρωγε μπροστά μου, άφηνα το φαί κι έφευγα… Πάνω- κάτω (γιατί είχε και μια ανηφόρα του Γολγοθά λέμε), διαδρομές από το σπίτι του φίλου μέχρι το δικό μου, δρομολόγιο συνήθως βραδινό για φαΐ κρασί παρέα, στον γυρισμό χαιρετούσα, της έλεγα δυο λόγια, οι μέρες κρύωσαν πολύ, έλεγα θα κρυώνει, πήγα πήρα ένα πατάκι το ’βαλα εκεί που ξάπλωνε η γριούλα μας, άρχισαν κι άλλοι να φέρνουν κάτι,  μια παλιά κουβέρτα, μια κουρελού, πότε τα άλλαζαν, τα έπλεναν, τα ξανάφερναν… ήρθε ένα βράδυ χιονιάς και χιόνι, πήρα απ’ το σπίτι ένα ζεστό πατάκι και της το πήγα, πήγα να τη σκεπάσω ο άσχετος και τρόμαξε, μάλλον θύμωσε, ρε σεις μου τα πρήξατε με τα πατάκια σας και τα χαδάκια σας!


Τη λυπόμουνα και μαζί λυπόμουνα τον εαυτό μου αδέσποτο  σ’ αυτή την πόλη, της πρωτευούσης σημασίας, που με έδερνε και δερνόμουνα κι ας είχα τον φίλο τον κολλητό, τον γείτονα… Πάνω-κάτω πέρασε ο καιρός, πέρασαν οι μήνες, το μυαλό έβαλε πορεία στο σώμα, συνήλθε, τα χάδια χάδια, η σκυλίτσα στο πόστο της, ήταν η φιλενάδα μου, πότε πότε γαύγιζε κάποιον ή κάτι με δυσκολία, βραχνά βραχνά, κι ώσπου μια μέρα δεν τη βρήκα στο μέρος της.
Δεν ανησύχησα, θα πήγε, είπα, καμιά βόλτα, ξαναπέρασα, τίποτα, δεν την ξανάδα την αγαπούλα μου, θα πήγε σε άλλη γειτονιά είπα, μας βαρέθηκε … δεν έμαθα ποτέ τι έγινε, μάλλον ήρθε η ώρα της, δεν βρήκα κάποιον να ρωτήσω…
Προχτές πήρα μια φωτογραφία της κι ένα κερί από αυτά που βάζουν στους τάφους και πήγα το ακούμπησα εκεί στο μέρος της κι άναψα το κεράκι να κάνω το μνημόσυνο…
Το κερί έμεινε να καίει για δυο μέρες, κανείς δεν το ακούμπησε, όλοι μαζί πενθούσαμε,  μετά κάποιος τα μάζεψε…

Έχε γεια, σκυλίτσα μου χωρίς όνομα, πάντα θα σε θυμάμαι, έχε γεια!

31.1.15

Αδέσποτες ιστορίες: Ο σκύλος (του Παναγιώτη Σιδηρόπουλου)



πηγή: Facebook


Κοίταξε το φαγητό του. Δεν είχε καμία όρεξη να φάει. Μόνο νερό θα του ήταν αρκετό, και αυτό έκανε. Μετά; Ο δρόμος για να πάει ίσα στην κρεβατοκάμαρα. Ξάπλωσε στο κάτω μέρος του κρεβατιού, όπως συνήθιζε για να ξεκουραστεί. Όχι. Δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν ο Τζόνι, ο σκύλος του κυρ-Λάμπρου. 
Γύρω του είχαν μαζευτεί όλα τα αφεντικά του. Πρώτος απ’ όλους ο κυρ-Λάμπρος, μετά οι δύο του κόρες, και τέλος ο άνθρωπος που πάντα τον πονούσε, ο κτηνίατρος. Η αγαπημένη του κυρία, η γυναίκα του κυρ Λάμπρου, πριν πολύ καιρό έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Αυτό είχε γεμίσει θλίψη τον Λάμπρο, και εκείνος έκανε τα πάντα για να του την πάρει. Μερικές φορές τα κατάφερνε, και χαιρόταν γι’ αυτό. Κουνούσε την ουρά του και πήδαγε πάνω του όλο χαρά.
 Ο γιατρός τον εξέτασε. Δεν μπορούσε να του αντισταθεί, ως συνήθως. Ο γιατρός γύρισε στον Λάμπρο και του έκανε ένα νόημα. Ήταν και αυτός λυπημένος, όπως και όλοι τους. Του ήταν δύσκολο να κουνήσει ακόμα και το κεφάλι, και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο τι έλεγαν, παρά μόνο κούρνιασε ξανά στο τελείωμα του κρεβατιού. 
Το βράδυ ήρθε και κανένας από αυτούς, εκτός από τον γιατρό, δεν έφυγε από κοντά του. Στα δεκατρία χρόνια που ήταν σε αυτό το σπίτι, ποτέ πριν δεν τους είχε, έτσι,  όλους μαζί, και του άρεσε. Μόνο που δεν μπορούσε να τους χαρεί, γιατί ήταν κουρασμένος. 
Μέσα στη βραδιά, από το παράθυρο του μπαλκονιού, είδε μια λάμψη. Αυτή ήρθε κοντά του και πήρε την μορφή ανθρώπου. Αν και στην αρχή ήθελε να του γαυγίσει, αισθάνθηκε ότι ήταν τόσο καλός… Τον κοίταξε μόνο με τα μεγάλα του μάτια. Ο άγγελος του χαμογέλασε.
- Έλα. Πάμε, ήρθε η ώρα να φύγουμε.
 Κατά παράξενο τρόπο, καταλάβαινε απόλυτα αυτά που του έλεγε.
― Να πάμε; Πού;

― Στην κυρά σου, σε περιμένει.

― Και μετά; Θα γυρίσουμε; 

― Όχι.

― Δεν μπορώ. Δεν θα τους αφήσω εδώ. Δεν γίνεται.

― Τους έδωσες ό,τι ήταν να τους δώσεις. Τώρα πρέπει κι εσύ να ξεκουραστείς. Θα τα καταφέρουν, μην φοβάσαι.

― Όχι, όχι. Άσε με να μείνω λίγο ακόμα. Να παίξω λίγο με τον Λάμπρο … Να … έλα τώρα. Έχουμε περάσει τόσα μαζί. Δεν μπορούν χωρίς εμένα. Τι θα κάνει ο Λάμπρος μόνος του; Θυμάμαι όταν έφυγε η κυρία… ήταν κάτι …

― Μη φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά. Έχεις δίκαιο να τους αγαπάς τόσο. Πάντα σε σκεφτόντουσαν και πάντα σε αγαπούσαν.
― Ω!, ναι … ναι. Πάντα. Ο Λάμπρος μου χτυπούσε τα καπούλια και γελούσε. Ήταν η ώρα του παιχνιδιού. Με έπαιρνε αγκαλιά και έκλαιγε στο πρόσωπο μου… είναι τόσα πολλά… και ποτέ…  ποτέ δεν με… τους αγαπώ τόσο… δεν θέλω να φύγω μακριά τους, σε παρακαλώ.

― Πρέπει. Τους βλέπεις; Έχεις φυτέψει μέσα τους έναν σπόρο. Τον σπόρο της αγάπης. Αυτός σιγά σιγά θα μεγαλώσει και… Τελείωσες εδώ, φίλε μου. Ώρα να γευτείς τους καρπούς της επιτυχίας σου. Εκεί που θα πάμε, θα μπορείς να τους βλέπεις. Αυτά που θα δεις είναι πέρα από τη φαντασία σου. Βλέπεις τις κόρες του κυρ-Λάμπρου;

Οι κόρες του ήταν ξαπλωμένες δίπλα του. Αυτές τις κρίσιμες στιγμές δεν μπορούσαν να τον αφήσουν μόνο. Είχαν αποκοιμηθεί, χαϊδεύοντας το κουρασμένο κορμάκι του. Τις κοίταξε και σαν ένα δάκρυ να κύλησε από τη μουσούδα του. Με αυτά τα κορίτσια είχε κάνει πανέμορφα παιχνίδια στα τόσα χρόνια. Τι κι αν έφυγαν κάποτε από το σπίτι; Πάντα ερχόντουσαν για να παίξουν μαζί του.
― Αυτές θα πάρουν την αγάπη και την ευλογία σου. Από εκεί πάνω θα δεις τον σπόρο που τους φύτεψες να γίνεται πανέμορφο, πολύχρωμο λουλούδι, που θα μυρίζει σε όλον τον τόπο με τέτοιο άρωμα… Εσύ το κατάφερες αυτό. Έλα, πάμε.

Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι του για τελευταία φορά, με σκοπό να τους αποχαιρετήσει όλους. Κοιμόντουσαν, μα τα χέρια των κοριτσιών σαν να χάιδεψαν τη ράχη του. Ο Τζόνι χάρηκε. Κατέβασε το κεφάλι και έκλεισε τα μάτια οριστικά. Κατάλαβε και ο ίδιος ότι ήταν η ώρα. 
Έγινε λάμψη και στάθηκε δίπλα στον άγγελο. Τότε, χωρίς να το περιμένει, όλη η αγάπη που ένιωθε, όλη η αγάπη που νιώθανε και οι άλλοι γι’ αυτόν, τον γέμισαν. Τον έκαναν τόσο λαμπερό… Για πρώτη φορά αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος. Τόσο σημαντικός. Πέρασε από έναν  έναν ξεχωριστά και έβαλε λίγη από τη λάμψη του στις καρδιές τους, έτσι, για να απαλύνει τον πόνο τους. Στον κυρ-Λάμπρο όμως… Έμεινε λίγο παραπάνω μαζί του. Του είπε λόγια που δεν μπορούσε σαν σκύλος να του πει. Κατά παράξενο τρόπο, γνώριζε ότι αυτά του τα λόγια ο Λάμπρος θα τα ακούσει.
Ο άγγελος του χαμογέλασε. Είχε δίκιο σε ό,τι του είπε. Ο σκύλος, χωρίς δισταγμό, του άπλωσε το χέρι. Και οι δύο μαζί χάθηκαν στον καθαρό ουρανό.