Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άστεγοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άστεγοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5.8.16

Τέλλος Φίλης: Υπενθύμιση


Ένας άστεγος με λερωμένη βερμούδα
κι άπλυτα γένια λευκά
μου θυμίζει κάθε πρωί πως είναι καλοκαίρι
Καθισμένος στη στάση «Ιπποδρόμιο»
δεν περιμένει κανένα λεωφορείο
ένα κομμάτι ψωμί, τρώει την κόρα,
την ψίχα την κρατά για τα αδέσποτα σκυλιά
γέρνει, κοιμάται
ανάμεσα στον ουρανό της στάσης με τα λευκά σύννεφα

Επιστρέφουν οι γείτονες θλιμμένοι απ' τις ακτές
φεύγουν οι τελευταίοι αδειούχοι
ανοίγουν, κλείνουν καταστήματα
φοιτητές μετακομίζουν
κι αυτός εκεί, σιωπηλός, ακίνητος, άστεγος Ζευς στη σιωπή
δίχως κεραυνούς.

Δεν ενοχλεί κανέναν και κανείς δεν ενοχλείται
είναι το κοινωνικό μας ρολόι στο κέντρο της πόλης
Άλλοι νοιάζονται, άλλοι προσπερνούν,
άλλοι αποστρέφουν το βλέμμα
άλλοι βοηθούν, άλλοι ξαγρυπνούν…
κι άλλοι προετοιμάζονται για τον καιρό των κεραυνών.

Μετά νυχτώνει

κι η υπενθύμισή μας χάνεται στη νύχτα

30.12.14

Μιχάλης Δέλτα: Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2011



Η νύχτα ήταν από τις πιο παγωμένες ολόκληρης της χρονιάς. Βρέθηκα στους δρόμους ανεβαίνοντας την πεζοδρομημένη Ερμού προς Σύνταγμα, χωρίς να έχω ακριβώς κάποιον προορισμό. Αισθανόμουν τόσο πλήρης από το ξημέρωμα της μέρας, που αποφάσισα να μη δω κανέναν, ούτε να καλέσω στο τηλέφωνο για ευχές. Θα μιλούσαμε την επόμενη μέρα, δεν άντεχα τον καθωσπρεπισμό των υποχρεωτικών κινήσεων. Βάδιζα με ηρεμία, αργά, εισπνέοντας αχόρταγα τον παγωμένο αέρα και το ότι μου επέτρεπα να απομονωθώ. Οι παραμονές μια ζωή με γέμιζαν με ψεύτικες ελπίδες. Πόσο βασανιστικές ήταν στο βάθος του χρόνου,καθαρό δείγμα δειλίας, αυτό ήταν όλες εκείνες οι προσδοκίες και οι προσευχές στ' αστέρια τα μεσάνυχτα της αλλαγής του χρόνου. Αφού το Φως τους έφτανε καθυστερημένα στα μάτια μου,ενώ τα άστρα ήταν ήδη σβησμένα χιλιάδες ώρες πριν. Δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά μονάχα μια φλασιά από κάτι που είχε χάσει τη λάμψη του ή που είχε πέσει στο μαύρο κενό. Φτάνοντας στο Μοναστηράκι χάζεψα κάτι πιτσιρίκια, αγόρια και κορίτσια, που χαχάνιζαν καπνίζοντας και τραγουδούσαν στ' αλβανικά. Νομίζω πως έτσι αντιδρούσαν στο ψοφόκρυο. Ξαφνικά, πήρε το μάτι μου έξω από το μετρό στην οδό Αθηνάς κάποιους που ήταν ξαπλωμένοι στον χώρο γύρω από την είσοδο. Ένα ρίγος με διαπέρασε και, δίχως καμιά σκέψη, τους πλησίασα ζεσταίνοντας τα χέρια μου με το χνώτο μου. Δύο άνδρες ήταν δίπλα δίπλα ξαπλωμένοι με την πλάτη στον τοίχο. Ο ένας γύρω στα σαράντα και ο άλλος αρκετά μεγαλύτερος. Πιο μέσα στη στοά του μετρό υπήρχαν άλλοι δύο που κοιμόντουσαν φορώντας πολλά ρούχα μαζί με σκουφιά και γάντια. Πήγα κοντά στον ηλικιωμένο που κάπνιζε ασταμάτητα. «Καλησπέρα,τι κάνεις εδώ με τέτοιο κρύο;» τον ρώτησα με φυσικότητα. Με κοίταξε μέσα στα μάτια βαθιά: «Εδώ μένω. Κι αυτοί δίπλα μου το ίδιο.» «Γιατί δεν πάτε στον κλειστό χώρο που προσφέρει ο Δήμος Αθηναίων για τους άστεγους; Θα πεθάνετε εδώ έξω με τέτοιο χιονιά» αποκρίθηκα κάπως έντονα. Τραβάει μια καλή τζούρα, κλείνει τα μάτια του και χαμογελώντας λέει: «Εγώ προτιμώ να πεθάνω εδώ έξω παρά να πάω εκεί μέσα στην κόλαση, βρωμάει ο τόπος... άσε τους ναρκομανείς, που σε κλέβουνε όταν κοιμάσαι!» Τους κοιτάζω με αμηχανία. «Θέλετε να σας πάρω κάτι να φάτε;» ρωτάω γεμάτος θλίψη. Πετάγεται ο νεότερος, « Όχι, μας έχουν φέρει πολλά φαγώσιμα απόψε... να, κοίτα! Αν μπορείς μόνο φέρε μας κάτι ζεστό...». Πήγα σε ένα τοστάδικο που βρισκόταν απέναντι και διανυκτέρευε. Αγόρασα σάντουιτς και μαύρο καυτό τσάι για τέσσερα άτομα. Όση ώρα περίμενα, πάλευε μέσα μου μια χαρά. Επιστρέφοντας, τους μοίρασα το τσάι σαν Άγιος βασίλης. Όλοι τους είχαν την ίδια αντίδραση, ένα βλέμμα απέραντης ευγνωμοσύνης, λες και τους είχα κάνει το ακριβότερο δώρο, λες και τους είχα μόλις σώσει τη ζωή. Πόσες ευχές μου έδωσαν... πόσο ήθελα να βάλω τα κλάματα ακούγοντάς τες. Με πόνεσε το κεφάλι μου από τη χαμηλή θερμοκρασία. Τους χαιρέτησα διά χειραψίας ενώ αντευχηθήκαμε να έχουμε μια καλή χρονιά, με «Υγεία,αγάπη και ειρήνη». Έτσι, μηχανικά επαναλάμβανα ή συμπλήρωνα αυτές τις λέξεις που με τόση ευκολία ξεστόμιζα, σχεδόν βλαστημούσα μπροστά στα πονεμένα τους βλέμματα. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Δεν ήμουν ο ίδιος άνθρωπος. Ψιθύριζα ασταμάτητα τις λέξεις, προσθέτοντας κι άλλες «..αγάπη,υγεία... ειρήνη.. αγάπη... γαλήνη... εμπιστοσύνη... θάνατος..», λες και τις άκουγα για πρώτη φορά. Σταμάτησα μόλις μπήκα στο ασανσέρ του σπιτιού, ενώ το βλέμμα μου έπεσε επάνω στον καθρέφτη.
«Φέτος δε θα ευχηθώ τίποτα για μένα».

Ο Μιχάλης Δέλτα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Γραφιστική και ασχολήθηκε με τη μουσική από μικρή ηλικία. Δίσκοι του έχουν κυκλοφορήσει σε Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο αποσπώντας τις καλύτερες κριτικές από τον ευρωπαϊκό μουσικό τύπο.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Στέρεο Νόβα, ένα όνομα που ήδη έχει βρει τη θέση του στις σελίδες της ιστορίας της νεότερης ελληνικής σκηνής. Οι Στέρεο Νόβα στάθηκαν μοναδική έμπνευση για τις κατοπινές προσπάθειες της ντόπιας electronica και μέχρι σήμερα οι δίσκοι τους στέκονται σημεία αναφοράς σε ένα κοινό που ανανεώνεται συνεχώς ηλικιακά.
Κειμενά του δημοσιεύτηκαν στο free press Lifo με την οποία είναι και συνεργάτης.
Έχει γράψει μουσική για θεατρικές παραστάσεις της Άντζελας Μπρούσκου «Οι Δούλες» και «Μήδεια», του Κωστή Καπελώνη το «Ροσμερσχολμ», για την ταινία «Οι αριθμημένοι» του Τάσου Ψαρρά , την «Αληθινή ζωή» και την πολυσυζητημένη  «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο με διακρίσεις στο Βερολίνο, Παρίσι, Σικάγο, Νέα Υόρκη, Ισραήλ.
Περισσότερα για τον Μιχάλη Δέλντα εδώ: http://mikaeldelta.net/







https://www.facebook.com/video.php?v=844512888915557&set=vb.145927825440737&type=2&theater

26.12.14

Το μίασμα ή Κολλάει...



του Γιώργου Σαρηγιάννη

πηγή: http://totetartokoudouni.blogspot.gr

Απόψε, 22.45. Βγαίνω απ’ το θέατρο «Αγγέλων Βήμα» -μόλις έχει τελειώσει η παράσταση. Απ’ την κεντρική πόρτα. Μπροστά απ’ τη δεύτερή του πόρτα -την κλειστή-, υπερυψωμένη, με τρία σκαλάκια, στο τρίτο και ψηλότερο, όπου κάπως απαγκιάζει, έχει κουρνιάσει και κοιμάται κάποιος άστεγος -τον εντοπίζει ένας άλλος θεατής που μου πιασε την κουβέντα λέγοντάς μου: «Ιδού, αυτή είναι η πραγματικότητα». Μου ραγίζει την καρδιά. Η θερμοκρασία είναι +4°. 
Όσο ετοιμάζω τη μηχανή, που την έχω παρκάρει μπροστά στο θέατρο, κι ετοιμάζομαι, βλέπω μια ομάδα ανδρών με πολιτικά να κατηφορίζει την Σατωβριάνδου. Προφανώς είναι αστυνομικοί, προφανώς της Ασφάλειας απ’ το γειτονικό αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας, στην Βερανζέρου, και προφανώς έχουν βγει περιπολία. Ο ένας τους, ψηλός, με πλούσια μαλλιά, της κατηγορίας λεβέντης -νομίζω, απ’ την προφορά του, Κρητικός- σταματάει. Με την άκρη του παπουτσιού του σκουντάει σκαιά -ώστε να ’χει αποτέλεσμα- τον άστεγο για να τον ξυπνήσει. Μια, δυο, τρεις φορές, τα καταφέρνει. Κάτι του λέει -να ξεκουμπιστεί από ’κει ίσως; 
Σβήνω τη μηχανή και πλησιάζω. Ρωτώ: «Η αστυνομία με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζει τους άστεγους; Με κλωτσιές;» -είναι μια κοπέλλα που κλαίει, ο «άστεγος». «Με είδατε να την κλωτσώ;». «Σας είδα να τη σπρώχνετε με το πόδι σας δυο-τρεις φορές. Πράγμα που εγώ ονομάζω κλωτσιά». Η ανταπάντηση είναι ερωτηματική -και λεβέντικη: «Να την αγγίξω; Να μου κολλήσει τίποτα; Εσείς θα την αγγίζατε με το χέρι για να την ξυπνήσετε;». «Ναι». «Παιδιά, εγγόνια, δεν έχετε; Κι αν σας κολλούσε κάτι και τους το μεταδίδατε;». 
Η πολιτισμένη αυτή συζήτηση έληξε εκεί. Είπα: «Μπράβο σας». Κι όταν απομακρύνονταν τους φώναξα: «Καλά Χριστούγεννα». Δεν είχα ούτε την ψυχραιμία ούτε το σθένος να ρωτήσω καν γιατί την ξύπνησαν. Την έδιωξαν; Να πάει που; 
Αυτά. Και, ναι, Καλά Χριστούγεννα. Εμείς να βλέπουμε θέατρο κι η αστυνομία μας να μας καθαρίζει απ τα «μιάσματα». Μωρέ, τι μου θυμίζει αυτό, τι μου θυμίζει αυτό;... 
Το «όλος ο κόσμος, μια σκηνή...» ταιριάζει ταμάμ εδώ. Ακούει κανείς;