Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 02. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 02. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7.6.22

Για τον ποιητή Δημήτρη Παπαστεργίου


 


















γράφει η Κλεονίκη Δρούγκα

πηγή: https://www.fractalart.gr


Δημήτρης Παπαστεργίου 

Τα μεροκάματα ενός έρωτα

Εκδόσεις Εντευκτηρίου

Θεσσαλονίκη, 2019


Ο Δημήτρης Παπαστεργίου γράφει ποίηση με ειλικρίνεια και  απλότητα για τα καθημερινά, τον άνθρωπο, τις βαθύτερες σκέψεις και επιθυμίες του, δημιουργεί εικόνες, στήνει σκηνικά, αναστατώνει την αναπνοή μας. Επέλεξα να μιλήσω για ορισμένα ποιήματά του από τη συλλογή «Τα μεροκάματα ενός έρωτα», Εντευκτήριο, 2019 που μας συντονίζουν με το ερωτικό στοιχείο της ποίησής του.

Από τα πλέον ερωτικά ποιήματα είναι το ποίημα «Δικαιοσύνη»· αρχικά, αποτυπώνει μια αγχωμένη στιγμή, κινήσεις στη δουλειά μικρές και φαινομενικά ασήμαντες μέσα στην καθημερινότητα

Κάθε μέρα στη δουλειά
κόβεις το ζυμάρι
σε ίσα κομμάτια

και ξαφνικά δημιουργεί μια ρωγμή κι ο ποιητής μεταθέτει τον χρόνο και τα αλλάζει όλα· μεταβάλλει το ποιητικό κλίμα και κερνά ερωτισμό, τραβώντας μας απ' το μανίκι να τον ακολουθήσουμε στο βάθος του ποτηριού με όλες μας τις αισθήσεις.

Κάθε βράδυ
κάνω το ίδιο
με τις ηδονές σου

Εγκαταλείπουμε ―για όσο διαρκεί το ποίημα και λίγο περισσότερο― τηνσκέψη  για τον διαρκώς επιδεινούμενο κόσμο, αποτραβάμε το βλέμμα από ό,τι μας δαγκώνει, νιώθουμε το άγγιγμα στον λαιμό μιας ανάσας και αναπνέουμε πιο βαριά ευτυχισμένοι.

Συνδηλωτικά, το ποιητικό υποκείμενο σμιλεύει το ποίημα στο καλούπι του σώματος της γυναίκας που ποθεί, ξεδένει τα κορδόνια των αισθήσεων, τα αφήνει λυτά και οραματίζεται την δικαιοσύνη στον έρωτα, βιώνοντας το ερωτικό πάθος.

Σε βάζω στα ποιήματα
―μικρά καλούπια γεμάτα με τη γλύκα σου―
όπως ακριβώς
ο νεαρός
ξεμυάλισε τη σαραντάρα.

Δικαιοσύνη στον έρωτα,
όνειρο μέσα σ’ όνειρο
.

Το ερωτικό κάλεσμα υπάρχει όμως παντού για τον ποιητή ― ακόμη και στις πιο απλές συνηθισμένες στιγμές στο ποίημα «Το Σχόλασμα» από την ίδια ποιητική συλλογή· αυτές οι στιγμές διεγείρουν τη φαντασία του και μεθούν τις αισθήσεις του.

Κάθε μέρα
δεν βλέπω την ώρα να σχολάσουμε.
Τη στιγμή
που βγάζεις το λευκό σκουφάκι
τινάζεις το κεφάλι
κι εξαπολύεις δεξιά-αριστερά
τα πύρινα μαλλιά σου
»

Κάνει συνειρμούς, ακουμπώντας την καθημερινότητα με όχημα τη φαντασία και συνθέτει ένα σκηνικό ερωτικού πάθους που ομοιοκαταληκτεί με τις βαθύτερες επιθυμίες του χαρακτήρα του αλλά και τις δικές μας, ενώ εμείς συνεχίζουμε να κρατάμε την ανάσα μας.

Είναι η ώρα που βλέπω
ένα στιγμιότυπο
από τους οργασμούς σου
.

 


Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου

 

Ο ποιητής εμπιστεύεται τη άνοιξη κι όσα η άνοιξη φέρνει στο ποίημα «Βουκολικό» της προηγούμενης ποιητικής συλλογής. Και η άνοιξη διεγείρει τη φύση, στραγγαλίζει τους δισταγμούς, δυναμώνει την ερωτική επιθυμία. Ο ποιητής μιλά σε β΄ ενικό πρόσωπο, στήνει το σκηνικό και καλεί Εκείνη και Εμάς

Έλα

σκάνε χρώματα
ανθίζουν τα λουλούδια

 Άνοιξη

να κοιτάξουμε με εμμονή τη φύση στην αναγέννησή της, σε στιγμές απρόσμενες, να τον ακολουθήσουμε,

Έλα στην πίσω αυλή του εργοστασίου
στη ρεματιά
και πιο εκεί προς τα χωράφια

να ανοίξουμε τα μάτια και τις αισθήσεις μας και να νιώσουμε, πατώντας στο γκαζόν και το χώμα, την ερωτική παλίρροια:


πώς ζευγαρώνουν να σου δείξω
οι χελώνες
οι λαγοί
οι νευρικοί κρεμμυδοφάγοι
το αχαλίνωτο πουλάρι κι η φοράδα
οι πελαργοί
ο καψωμένος φασιανός με την πουλάδα

και το δείλι που όλα αλλόκοτα φαντάζουν
ο μεθυσμένος Σειληνός με τη Μαινάδα
.

Οι λέξεις υπηρετούν το νόημα χαμηλόφωνα, το νόημα υποκλίνεται στην ακρίβειά τους, το αισθητικό αποτέλεσμα είναι υψηλό, ο ποιητής κερνά διακριτικά εικόνες, τις ανανεώνει, τις ζωντανεύει, χωρίς να βαραίνει τη σελίδα, ο ποιητής Δημήτρης Παπαστεργίου γράφει απολαυστική ποίηση.



30.5.22

Νόρα Πυλόρωφ: Το ξεχορτάριασμα. Διηγήματα

 



Νόρα Πυλόρωφ
Το ξεχορτάριασμα
Θεσσαλονίκη
Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2022
120 σελίδες
λιανική τιμή (με ΦΠΑ): 10,00 ευρώ
ISBN 978-960-7568-72-4

Δεκατέσσερις ιστορίες-ορόσημα στο χρόνο· δραματικές και ευτράπελες· τραγελαφικές· λυγμός και γέλιο. Και αυτοσαρκασμός.

Με τη συλλογή διηγημάτων Το ξεχορτάριασμα (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2022), η Νόρα Πυλόρωφ επιστρέφει στη μικρή αφηγηματική φόρμα, με την οποία πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία (Καθρέφτες θαμποί: Τέσσερις ιστορίες και μία αληθινή, Ιανός 2004).
Το ξεχορτάριασμα περιέχει δεκατέσσερις ιστορίες· μερικές από αυτές είναι βιωμένες, άλλες “ντύθηκαν” με μυθοπλασία, γιατί χωρίς αυτήν η καταγραφή τους θα ήταν επώδυνη. Αντιπροσωπεύουν διάφορες εποχές και αντανακλούν συναισθηματικές-ψυχικές διακυμάνσεις της συγγραφέως τους. Σε κάθε περίπτωση, κρατούν την αυθεντικότητα του εσωτερικού λόγου και την αμεσότητα της γραφής· δεν επινοήθηκαν, δεν είναι επιτηδευμένες, δεν προσποιούνται, κι αυτό είναι ένα από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της συλλογής. 
Οι ιστορίες του βιβλίου, άλλες επίκαιρες, άλλες διαχρονικές, γράφτηκαν ως αντίδραση σε καταστάσεις που έζησε η συγγραφέας ή που της διηγήθηκαν άλλοι και η ίδια δεν θέλησε να τις καταχωνιάσει με αποσιώπηση και αδιαφορία. Φωτογραφικές αποτυπώσεις συμβάντων που την απασχολούσαν για καιρό και θέλησε να τα εξορκίσει, για να γυρίσει στην καθημερινότητά της.  
Υπάρχουν δραματικές ιστορίες στο Ξεχορτάριασμα, όπως «La historia de un amor» και «Ο τέταρτος όροφος», «Το ρετιρέ» και «Ο θείος Φωτίκας και οι χαρταετοί», χαμηλόφωνες ιστορίες με αμφίσημο τέλος,  με συγκρατημένο κρεσέντο, που καλύπτουν απόγνωση και απελπισία, αγκυλώσεις στερεοτύπων, ακυρώσεις και αναμονές χωρίς τέλος, σιωπές και σταματημένες ανάσες.
Υπάρχουν και κάποιες άλλες ευτράπελες, που καθρεφτίζουν εντελώς προσωπικές στιγμές από τη ζωή της συγγραφέως. «Ο τέως κι εγώ», «Στιγμιότυπα από ένα βιογραφικό», «Η παρθενιά της Παρθένας και άλλα απολεσθέντα» και άλλες. Αστεία γεγονότα, κωμικές καταστάσεις, τραγελαφικές, λυγμός και γέλιο. Και αυτοσαρκασμός· μπόλικος αυτοσαρκασμός
Κάθε ιστορία ζητάει από  τον αναγνώστη να την καταλάβει γιατί του είναι οικεία, την έχει ζήσει και αυτός. Με κάποιον τρόπο. Έχει υποφέρει σαν τους ήρωες του βιβλίου, είτε από ανεκπλήρωτο πόθο και  ερωτικό πάθος είτε από οδύνη, μοναξιά, απαξίωση, σπαραγμό, κοινωνική αδικία, προδοσία.
Στις ιστορίες του βιβλίου κυριαρχεί η γλώσσα της αλήθειας· σηματοδοτούνται με αφοπλιστική ειλικρίνεια ανθρώπινα πάθη, λάθη και  αδιέξοδα, με τη συγγραφέα  να ακουμπάει με βαθιά κατανόηση στις ανθρώπινες αδυναμίες αλλά και να αναζητάει τις ερμηνείες τους.



Η ίδια λέει:

Οι άνθρωποί  στο Ξεχορτάριασμα είναι  καθημερινοί, απλοί, τόσο διαφορετικοί και τόσο όμοιοι μεταξύ τους. Αναμετριούνται με το παρελθόν, αναμετριούνται  και  με το προσωπικό τους  βιογραφικό. 
Εκφράζουν με ποικίλους τρόπους την ανάγκη  του καθενός να επιδιώξει την ατομική ευτυχία ενταγμένη στα δικά του μέτρα και σταθμά. Και να συμφιλιωθεί με αυτό που είναι και αυτό που θέλει.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, που υπήρξε δάσκαλός μου, μου είχε πει κάποτε: «Πρέπει να γράφουμε όπως μιλάμε και να μιλάμε όπως γράφουμε». Σοφή κουβέντα. Που βρίσκει απόλυτα την έκφρασή της στο Ξεχορτάριασμα, ακριβώς γιατί οι ιστορίες γράφτηκαν χωρίς λογοτεχνικά τερτίπια, αβίαστα, για το κέφι μου ή  για την ανάγκη μου, χωρίς ούτε μια στιγμή να μου περνάει από το μυαλό ότι θα τις εκδώσω κάποτε.
Έτσι, δεν είχα μεγάλη ανάγκη την Έμπνευση, η οποία είναι μια πολύ δύστροπη και καμωματού κυρία και δεν σε επισκέπτεται όσο και να την καλέσεις  και να την καλοπιάσεις, αν εκείνη δεν το θέλει. Οταν σου κάνει λοιπόν την τιμή, οφείλεις να το εκμεταλλευτείς, πριν η κυρία πάρει των ομματιών της και σε αφήσει μόνη  και άπραγη μπρος στο κομπιούτερ! Εδώ όμως δεν τη χρειάστηκα. Δεν ανέβηκα στο δικό της άρμα για να φτάσω κάπου. Δεν τις στόλισα τις ιστορίες, δεν τις εξωράισα. Τις έγραψα και τις άφησα ατόφιες, ορόσημα στον χρόνο, ζωντανές ενδείξεις μιας ζωής κα ενός τρωτού εαυτού.


Δείγμα γραφής:

Τι φαρμάκι πότισες, κορίτσι μου, το μέσα σου κι έφτασες εδώ που έφτασες; Τι σε πιλάτεψε και το ’κανες αυτό στον εαυτό σου; Μυαλό απροσκύνητο είσαι, κοίταξες να φτιάξεις εσύ τη μοίρα σου! Αφού δεν είχες κανέναν να προστρέξεις.
»Πήγαινε από κει που ξεκίνησες, πήγαινε με το κεφάλι χαμηλά, εσύ ξέρεις από βότανα, βρες αυτό που θα σε κάνει καλά. Ξεχορτάριασε το μέσα σου. Εκεί είναι, εκεί! Αυτό που ψάχνεις. Μίλα με τον Θεό! Κι αυτός εκεί. Φύγε τώρα! Λεφτά δεν θέλω!


Η Νόρα Πυλόρωφ γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή και σπούδασε στη Γερμανία στο Ινστιτούτο Διερμηνέων-Μεταφραστών του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης Γερμανικά, Αγγλικά, Ιταλικά και Οικονομία. Εργάστηκε ως καθηγήτρια 
Γερμανικής Γλώσσας στο Ινστιτούτο Goethe, κυρίως σε τάξεις Ανώτατης Βαθμίδας. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη διδασκαλία της μετάφρασης και της Γερμανικής Λογοτεχνίας. 
Μετέφρασε από τα γερμανικά μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές και διηγήματα.
Υπήρξε βασική μεταφράστρια του λογοτεχνικού περιοδικού Ausblicke (1970-1979) και συνεργάζεται με το περιοδικό Εντευκτήριο.
Το 2004 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων της Καθρέφτες θαμποί: Τέσσερις ιστορίες και μια αληθινή, και ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Το Διαμαντένιο Άλφα, Η ανάσα στο σβέρκο, Συνένοχοι, Έρωτας μάγος. 




24.5.22

Μαρία Πατρώνου, «Το αφώτιστο σημείο του κόσμου: Δύο μονόλογοι»


 

Μόλις κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου:

Μαρία Πατρώνου
Το αφώτιστο σημείο του κόσμου: Δύο μονόλογοι
Θεσσαλονίκη 2022
40 σελ.
τιμή: 7,40 ευρώ με ΦΠΑ

[ ζωγραφική εξωφύλλου: Ευανθία Τσαντίλα
  σύνθεση εξωφύλλου: Άρις Γεωργίου ]

Σ᾽ αυτήν την πρώτη εμφάνισή της στη λογοτεχνία, η Μαρία Πατρώνου συμπαραθέτει δύο εσωτερικούς μονολόγους σαν να ήταν οι δύο εναλλασσόμενες όψεις της ίδιας βαθύτερης παραδοχής για τον κόσμο: τον «Μονόλογο ενός άνδρα (πριν τον επινοημένο θάνατό του)» και τον «Μονόλογο μιας γυναίκας (πριν τον φόνο του άνδρα της)». 

Οι δύο μονόλογοι, σαν να έλκονται προς το ίδιο βαρυτικό κέντρο, κινούνται πάνω από το «αφώτιστο σημείο του κόσμου», όχι για να το φωτίσουν αλλά για να αποδεχτούν τη σιωπή του. 

Ισορροπώντας αβίαστα ανάμεσα στον δωρικό λυρισμό και την απαραμύθητη ακριβολογία, η Πατρώνου σχεδιάζει ένα ψυχικό τοπίο παράξενο όσο και οικείο, ιδιαίτερο όσο και του καθενός.


Είμαι εδώ, πάνω σε μια ξύλινη σχεδία. Την έφτιαξα με τα άτεχνα, τα αδέξια, τα άτολμα, τα δειλά χέρια μου, τα χέρια μου που τα μισώ, γιατί δεν άρπαξαν τη ζωή, μα που τώρα τα σέβομαι, γιατί υπάκουσαν στις εντολές μου. Και έφτιαξαν αυτήν τη σχεδία. Αυτό ήθελα. Το πιο απλό. 
Το υποτυπώδες. Ένα σχεδόν που έγινε γένους θηλυκού. Όχι κάτι άλλο. Μια σχεδία. 

Η Μαρία Πατρώνου γεννήθηκε το 1965. Μεγάλωσε στην Καστοριά.  Σπούδασε φιλολογία στο Α.Π.Θ. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.­





28.12.21

Ζητείται συγγραφέας



της Λίνας Πανταλέων
πηγή: εφημερίδα Καθημερινή


ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Κίτρινη ουρά: Νουβέλα
εκδ. Εντευκτηρίου, 72 σελ. 

Μια φορά και έναν καιρό, μια Μαρία εξαφανίζεται από τη γειτονιά της. Μια ερευνήτρια αναλαμβάνει την εύρεσή της. Oμως οι αναζητήσεις της δεν οδηγούν πουθενά. Η εξαφανισμένη Μαρία υπονομεύει τα δύο μείζονα αξιώματα της δουλειάς της. Πρώτον: «Μία εξαφάνιση έχει σημασία μόνο όταν κάποιος αναζητά το άτομο που εξαφανίζεται». Και δεύτερον: «Πάντα κάποιος υπάρχει που γνωρίζει κάτι για κάποιον». Ωστόσο, τώρα φαινόταν πως κανένας δεν αναζητούσε τη Μαρία ούτε γνώριζε κάτι για εκείνη. Οι μάρτυρες που εξετάζει η ερευνήτρια, δεν έχουν να πουν τίποτα συγκεκριμένο. Hταν λες και δεν υπήρξε ποτέ η Μαρία. Τελικά ένα μόνον είναι το αξίωμα: «Κανείς δεν γνωρίζει τίποτα για κανέναν». Η ερευνήτρια καταχωρίζει την υπόθεση στο αρχείο και εκεί που η ιστορία του βιβλίου μοιάζει να τελειώνει, παίρνει μια απροσδόκητη τροπή. Η Παναγιώτα Δημοπούλου (γενν. 1980) κάνει την πρώτη της πεζογραφική εμφάνιση με μια παιγνιώδη νουβέλα, που διερωτάται για τις άπειρες δυνατότητες μιας αφήγησης. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου μια συγγραφέας πασχίζει να γράψει την ιστορία της εξαφανισμένης Μαρίας. Επινοεί τα φυσιογνωμικά της χαρακτηριστικά, την εργασία της, τις συνήθειές της, τους γείτονες και τους συναδέλφους της, το σπίτι όπου μένει με τον σύζυγό της. Και έπειτα φέρνει στη ζωή της Μαρίας μια ερευνήτρια. Η αποτυχία της αναζήτησης υποδηλώνει την αποτυχία της συγγραφέως να εξιστορήσει τη ζωή της Μαρίας. Τα πενιχρά και αντικρουόμενα ευρήματα της ερευνήτριας κάνουν την εξαφανισμένη Μαρία παντελώς άφαντη, η μορφή της κατακερματίζεται σε πολλαπλά ενδεχόμενα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η Μαρία συνεχίζει να μη δίνει σημεία ζωής, την ίδια στιγμή που οι ζωές των υπόλοιπων ηρώων χάνουν έξαφνα τον ειρμό και τη συνοχή τους. Μακράν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι το επιλογικό, όπου η Μαρία εμφανίζεται, καθώς γίνεται το αντικείμενο της περιέργειας σκιωδών πλασμάτων που την παραμονεύουν στο σπίτι της, ενόσω εκείνη κοιμάται. Τα πρόσωπα αυτά αγωνιούν να υπάρξουν, να μιλήσουν τη φωνή τους, αλλά δίχως τη Μαρία παραμένουν αφανή, άμορφα και άηχα. Υπάρχουν χάρη στη Μαρία, όταν εκείνη ξενυχτάει μπροστά στον υπολογιστή. Η Μαρία δεν είναι λοιπόν μόνον η άνασσα των γεγονότων, αλλά και η ανάσα των φασματικών πλασμάτων στα οποία δίνει πνοή. Οι μάρτυρες της ερευνήτριας μεταμφιέζονται τώρα σε μέλη ενός θεατρικού θιάσου που αναζητούν μια συγγραφέα. «Εμείς είμαστε τα πρόσωπα της ιστορίας της, λέμε. Τα πρόσωπα που αναζητούν εκείνην».

Η περίσταση θυμίζει τα «Eξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλο, παραπομπή ηθελημένη, δεδομένων των σπουδών της Δημοπούλου στη θεατρολογία. Τα πρόσωπα που ζητούν τη Μαρία, ξέρουν πως αναπνέουν όσο αναπνέει κι εκείνη. Ο ύπνος της, μια παροδική εξαφάνιση, τους τρομοκρατεί. Παρεισδύοντας στο πάλλευκο, ωσάν άγραφο, σπίτι της, κυκλώνουν το κρεβάτι της και αρχίζουν να απαγγέλλουν φράσεις που πλέκουν τα νήματα της βιογραφίας της δημιουργού τους. Oσο η συγγραφέας κοιμάται, οι ήρωές της της εμφυσούν ζωή προκειμένου και εκείνοι να ανασάνουν ξανά. Η γραφή της Δημοπούλου παραθέτει με επιτηδευμένο ψυχαναγκασμό στη λεπτομέρεια και στην επανάληψη μια σωρεία ασήμαντων συμβάντων. Παραδόξως, η ιδεοληπτική αποδελτίωση ανούσιων περιστατικών δημιουργεί ένα μυθοπλαστικό περιβάλλον σύγχυσης, παραλογισμού και απροσδιοριστίας. Στα χάσματα των, τάχα αδιάσειστων, γεγονότων καραδοκεί το απρόοπτο που έρχεται να δυναμιτίσει κάθε επίφαση αληθοφάνειας. Τα ίδια τα γεγονότα είναι εφευρήματα, παιχνίδια πάνω στα πλήκτρα, νοθείες της αληθινής ζωής. Παρά το μικρό του μέγεθος, το βιβλίο της Δημοπούλου είναι παράτολμο και ευρηματικό. Μια πνευματώδης, αυτοαναφορική μυθοπλασία. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη πρώτη εμφάνιση.

19.12.21

[ «Διάψαλμα» της Κ. Παναγιωτοπούλου: 18 διηγήματα με ένταση γραφής ]

του Γιάννη Δρούγκου

πηγή: Facebook



Διάψαλμα είναι η μουσική υπόκρουση μεταξύ δύο ψαλμών, η εναλλαγή του μέτρου μιας μουσικής σύνθεσης. Διάψαλμα είναι ο τίτλος ενός εκ των 18 διηγημάτων που έδωσε και τον τίτλο σε αυτήν την εξαιρετική συλλογή της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες και αξίζει την προσοχή του αναγνώστη για πολλούς λόγους: για την υπέροχη ανεπιτήδευτη ελληνική γλώσσα· για τις τολμηρές αναφορές σε μαύρες περιόδους της ελληνικής Ιστορίας· για την αληθοφάνεια των διηγημάτων, που ―αν και μοιάζουν βιωματικά― είναι απότοκα έρευνας, μελέτης και ψυχής· για την ποιητική πρόζα που "φωτίζει" και απαλύνει τη σκοτεινιά και το πένθος· για την ένταση της γραφής της Παναγιωτόπουλου που καθηλώνει, ηλεκτρίζει και συγκινεί. Και για τους ήρωες των ιστοριών που ―άλλοι σαν περιγράμματα στον χάρτη του βίου τους και του τόπου τους και άλλοι πολιτικοποιημένοι, υπερήφανοι και μόνοι, πιστοί και ηττημένοι― γίνονται φιγούρες αγιασμένες, που το αναμμένο καντήλι τους αχνοφέγγει στις νύχτες μας.

Η αντάρτισσα στο βουνό που κλείνει τα μάτια για να δει λίγο γαλάζιο, η γυναίκα που τις νύχτες ξηλώνει τα κεραμίδια της στέγης της και τα κάνει κενοτάφια στο χώμα του κήπου για να κλείσει μέσα τους όσα δεν έζησε, ο άντρας που δεν χώρεσε ούτε καν σε μια φωτογραφία, ο Γωνίτσας με τα "αν" του και το κυνήγι του εαυτού του, ο ποιητής που έγραψε σε ρολά χαρτιού υγείας ποιήματα -δώρο στη μνήμη της μάνας του. Άνθρωποι στα χαρακώματα, στα βουνά, στις εξορίες, με ρούχο και δέρμα τους τις πληγές του Εμφυλίου, αφηγούνται τις αλήθειες τους για να διορθώσουν ένα λάθος, γίνονται στάχτη και διαμάντι, προδίδουν και προδίδονται, διεκδικούν, συγχωρούν, πενθούν, σπαράζουν, ελπίζουν, μάχονται υπέρ πίστεως, καρδιάς, κόμματος και ιδεολογίας, γράφουν γράμματα με κώδικες, λαμβάνουν γράμματα που παγιδεύουν και ελευθερώνουν.
Μία κλωστή αίματος, μνήμης, εκδίκησης και αγάπης ενώνει τη μια αφήγηση με την άλλη, κινείται στον χώρο και στον χρόνο, φτάνοντας ώς το Διάψαλμα, για να κλείσει ένας κύκλος απ' το παρελθόν και να επουλωθούν παλιές πληγές.
Πυκνή πυρετώδης αφήγηση, πύρινος πολιτικός λόγος για το συλλογικό και το ατομικό, υπαινιγμοί και συμβολισμοί, γραφή-μαχαίρι που σκαλίζει, πονάει και λυτρώνει σε 18 αριστοτεχνικά διηγήματα, που ανάβουν σπίθες στα ανείπωτα και στα εντέχνως καλυμμένα.

18.12.21

Η πιο κρύα νύχτα

γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου



Εκείνη τη χρονιά ήταν όλα διαφορετικά. Οι γιορτές, οι άνθρωποι, οι δρόμοι, οι ευκαιρίες, η διάθεση, η χαρά. Ποια χαρά; Δεν υπήρχε, κι ας έφταναν Χριστούγεννα. Από τις άσχημες ειδήσεις που κυκλοφορούσαν, κάθε χαρούμενη σκέψη κατέληγε σε λυπητερή. Ήταν και το κρύο που δεν σε άφηνε να πάρεις βαθιά ανάσα. Πάγωνε την είσοδο της καρδιάς σου και σταματούσε τη σκέψη σου. Αυτό το κρύο ήταν ανυπόφορο. Τα παλιά τα χρόνια, όταν τα τζάμια έσπαζαν στις γωνίες, τα ματίζανε με κομματάκια γυαλί από τα άχρηστα. Ήταν τότε που δεν άνοιγες τα παράθυρα για ν’ αεριστεί το σπίτι αφού, έτσι κι αλλιώς, έμπαζαν όλα τα κουφώματα. Ήταν τότε που ο αέρας δεν κατάφερνε να στείλει πίσω τον καπνό του τζακιού, γιατί τα καλά πνεύματα φύσαγαν τα ρεύματα του σπιτιού προς την καμινάδα και τον εμπόδιζαν. 

Εκείνον τον καιρό οι άνθρωποι δεν αρρώσταιναν ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή, το χιόνι πάγωνε τα μικρόβια και τα έριχνε από την καμινάδα του τζακιού στην κόλαση της φωτιάς του. Έτσι έλεγε η γιαγιά της Άννας και συνέχισε να το λέει και η μάνα της· εδώ και τριάντα χρόνια, είχαν χωθεί και οι δύο σε κορνίζες και ήτανε κρεμασμένες στη φούσκα του τζακιού. Ούτε κιχ δεν άκουγες από το στόμα τους μόνο τα μάτια τους, μέσα από το τζάμι, φώτιζαν πολλές εικόνες γιορτινές από εκείνα τα βράδια που μαζευόταν η οικογένεια μπροστά στο τζάκι και διηγιόταν ο καθένας ό,τι θυμόταν από περασμένες γιορτές. Κι όλες οι ιστορίες είχαν την ίδια ζεστασιά κι ένα χρώμα χρυσό, που φώτιζε τις αναμνήσεις τους. Πάντα με το σπίτι ολοστόλιστο, εκτός από εκείνη τη χρονιά που έγειρε το δέντρο από το βάρος κι έσπασαν τα περισσότερα στολίδια του.  

Η μάνα της έκλαψε. Η γιαγιά της έκρυψε το πρόσωπό της στις χούφτες της και κοίταζε τη φωτιά μέχρι που τυφλώθηκε. Τα μικρότερα αδέρφια της κρύφτηκαν κάτω από το τραπέζι μέχρι ο πατέρας να ξαναστήσει το δέντρο όρθιο. Η Άννα δεν είχε δει ποτέ χειρότερη εικόνα. Σαν λαβωμένος άνθρωπος ήταν, σαν πεθαμένος φαινόταν και την τάραζε, όπως τάραξε και τη θεια Γιαννούλα, Θεός σχωρέστην, που πήρε τους δρόμους χειμωνιάτικα ξεμπράτσωτη και τη βρήκαν το πρωί κοκαλωμένη από το κρύο. Μέχρι το τέλος της χρονιάς έφυγε κι εκείνη, σαν άνθρωπος, σαν πεθαμένος, και πάει. Ύστερα, έφυγαν σιγά σιγά και τα δύσκολα. Έφυγε και η Άννα για την πρωτεύουσα, σπούδασε, δούλεψε, παντρεύτηκε, μεγάλωσε παιδιά και τα έστειλε στα εξωτερικά να βρούνε δουλειές. Γιατί η χώρα είχε ξοδέψει τα καλά και είχαν απομείνει τα δύσκολα. Κάνα-δυο χρονιές έσφιξε την καρδιά της και στόλισε για τα Χριστούγεννα. Μετά, το βαρέθηκε· αφού δεν ερχόταν κανένας για να το χαρεί, δεν είχε πλέον σημασία. 

Τα Χριστούγεννα που έρχονταν δεν θα τα γιόρταζε. Θα ήτανε μνημόσυνο στα πεθαμένα της και δέηση για να επιστρέψουν οι ξενιτεμένοι. Μόλις έπεσε το σκοτάδι, άφησε την τηλεόραση ανοιχτή, το ποτήρι της γεμάτο με κρασί στο τραπεζάκι και τη γάτα της μόνη στον καναπέ να χαζεύει βαριεστημένα τα τραγούδια της συμφοράς. Έβαλε κάτι ζεστό, πήρε ό,τι είχε απομείνει από το μεσημεριανό φαγητό και βγήκε. Πριν κλείσει την εξώπορτα, θυμήθηκε εκείνο το γλυκό κρασί που είχε φέρει κάποιος σε μια γιορτή και το κρατούσε για μια καλύτερη στιγμή. Γύρισε, το πήρε, και χώθηκε στη νύχτα. Ο αέρας τη χτύπησε φιλικά στο πρόσωπο και της καθάρισε τη σκέψη. Δεν πήρε ταξί. Έφτασε με τα πόδια στο κέντρο της πόλης. Έψαξε στις καβάτζες των αστέγων που έβλεπε τα πρωινά πηγαίνοντας στη δουλειά, και ήταν όλες άδειες. Σκέφτηκε άλλες παραμονές, που ο Δήμος έκανε γιορτές γι’ αυτούς, κι ένιωσε λίγο καλύτερα. Ευχήθηκε, στο χιονόνερο που έπεφτε, να τους έχουν μαζέψει και φέτος νωρίτερα από τον δρόμο, για ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο. Ίσως εκείνη τη νύχτα να τους κράταγαν σε κάποιο ζεστό μέρος ν’ απαγκιάσουν.    

Ήταν έτοιμη να πάρει τον δρόμο της επιστροφής όταν σκόνταψε σε ένα μεγάλο και βαρύ χαρτόκουτο. Ευχήθηκε αυτός που ήταν μέσα να κοιμάται και να μην είναι πεθαμένος. Ούτε το ένα ούτε το άλλο, απλά ο άνθρωπος αγκάλιαζε το σκυλί, που είχε κοντά του, για να μπορέσει να ζεσταθεί. Κάθισε δίπλα τους, τους σκέπασε με το πανωφόρι της και άνοιξε το κρασί. Ούτε μηχανάκι δεν πέρναγε εκείνη την ώρα, ούτε ταξί στον ορίζοντα· ούτε και η ώρα πέρναγε με τέτοιο κρύο. Είχαν σταματήσει όλα σαν να περίμεναν κάτι. Πιες λίγο να ζεσταθείς, του είπε προτείνοντας το μπουκάλι προς το μέρος του άστεγου. Εκείνος δεν είχε κουράγιο ν’ απλώσει το χέρι του. Η Άννα άδειασε τα φαγητά από την τσάντα της, γέμισε δύο πλαστικά ποτήρια με το κρασί, και τους τάισε μπουκιά μπουκιά στο στόμα, μια το σκυλί και μια τον άνθρωπο· ήπιε μαζί τους όλη τη γλύκα του μπουκαλιού. Δεν κρύωνε κι ας ήταν ξεμπράτσωτη, ο Χριστός που γεννιόταν μαλάκωσε την καρδιά της. Κούρνιασε δίπλα στη φάτνη του κι ένωσε το χνώτο της με το χνώτο των ζώων που τον ζέσταιναν. Τελευταία εικόνα στα μάτια της ήταν το χιόνι, που έπεφτε πυκνό κι έστρωνε πάπλωμα λευκό στους δρόμους της πόλης. Εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ, γύρισε πίσω στο παλιό της σπίτι και χάιδεψε όλες  τις σπασμένες γωνίες των τζαμιών που ήθελαν μάτισμα. Αυτή η νύχτα ήταν η πιο κρύα όλης της χρονιάς είπε η τηλεόραση, αλλά η γάτα της δεν το άκουσε γιατί την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ. 

    

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Σπούδασε κινηματογράφο με ειδίκευση στη σκηνογραφία και στην ενδυματολογία. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Δημιουργικής Γραφής, 
του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. 
Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού Μανδραγόρας. 
Λογοτεχνικά κείμενά της έχουν περιληφθεί σε τρεις συλλογικούς τόμους. 
Διηγήματα, κριτικές μελέτες και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά.
Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορούν δύο συλλογές διηγημάτων της: Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (2017) και Διάψαλμα (2021). 









21.10.21

Η Μαρία Κουγιουμτζή για τις «Άκριες γυναικείων χωραφιών» της Καίτης Στεφανάκη


Ακουαρέλα της Κατερίνας Μελισσανίδου,
που την εμπνεύστηκε ενώ διάβαζε το βιβλίο της Καίτης Στεφανάκη
Στις άκριες γυναικείων χωραφιών


Καίτη Στεφανάκη

Στις άκριες γυναικείων χωραφιών

Θεσσαλονίκη,

Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021

σελ. 112, τιμή 10,00 ευρώ (με ΦΠΑ)


Το βιβλίο της Καίτης Στεφανάκη Στις άκριες γυναικείων χωραφιών (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021) μου άρεσε πάρα πολύ, κυρίως εκείνα τα “διηγήματα” που έχουν έντονο ρυθμό σαν να είναι ποιήματα. Μέσα απ’ αυτόν τον ρυθμό περνούν οι γυναίκες όλων των εποχών, εξιστορώντας με τον δικό τους ζωικό τρόπο, με τη γλύκα της καθημερινότητας αλλά και των βίαιων συγκρούσεων, όλα τα πάθη, τα ήμερα και τα ανήμερα, όλες τις συνδέσεις με τη φύση, τη γλυκύτητα (και τον φόβο) των ζώων, των δέντρων, των πολύχρωμων καρπών, της θάλασσας και των ονείρων, με μία βαθύτερη σύνδεση των δυνάμεων της ζωής, μέσα από τα βάθη του χρόνου, τα λάθη, τις ενοχές και τις τύψεις που τελικά ο χρόνος τις ημερεύει, καταδεικνύοντας πως έχουν τη μέγιστη θέση τους μέσα στον κόσμο και την ζωή, αθωώνοντάς τα, γιατί με αυτά ―εκτός που είναι ο εαυτός μας, η δύναμη και η αδυναμία μας― η ζωή πληθαίνει και μεγεθύνεται, παίρνει γεύσεις που μας αναταράζουν, βγάζοντας το μέσα έξω, οδηγώντας μας σε ένα είδος κάθαρσης εν αμαρτία, δηλαδή στην ισχύ του μύθου, όπου η αλήθεια και το ψέμα ανταμώνουν σε έναν γάμο του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον. Το γήρας, η αρρώστια, ο θάνατος («σαρκοφάγα αιλουροειδή»), εκτός από φθορά και σταυρός, είναι ο καρπός του μέλλοντος που διαρκώς αλλάζει μορφές και όλο και πιο συχνά μορφάζει. Σαν σε πανόραμα, το παρελθόν των γυναικών προσπαθεί να ξαναβρεί τη χαμένη μορφή και ίσως να την ορθώσει μέσα στα σημερινά δεδομένα, ανανεωμένη και ανθηρή.



Κι όλα αυτά με μια θαυμαστή ρέουσα γλώσσα, ένα ρυάκι που διασχίζει όλες τις ομορφιές του ζωντανού και του νεκρού κόσμου των αρχέγονων μύθων, τις άηχες ενώσεις με το υπερβατικό, το παραμύθι, τις ονειροφαντασίες, όλες τις παρούσες και αόρατες πραγματικότητες, με κείνη την έσω μυστική γλώσσα της εμπειρίας και της σοφίας, καθώς διαπερνά τις γενιές των γυναικών, τη σιωπή τους και τις αντοχές τους, το αίμα της μήτρας τους που στάζει τη ζωή και το χάδι των ακούραστων χεριών τους. 

Ένα έπος με μάχες μυστικές, σχεδόν αόρατες, ζεστές σαν φρέσκο ψωμί, σαν προζύμι που φουσκώνει ποιητικά, αγκαλιάζει και εξαγνίζει τα πάντα.


19.10.21

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου: Διάψαλμα



Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

Διάψαλμα: Διηγήματα

Θεσσαλονίκη

Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021

< ζωγραφική εξωφύλλου: Σόφι Σενόγλου, σύνθεση εξωφύλλου: Άρις Γεωργίου >

106 σελ., τιμή: 9,44 ευρώ (περιλαμβάνεται ΦΠΑ)


Για όσους παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τα λογοτεχνικά πράγματα, το όνομα της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο της, Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2017) δεν ήταν άγνωστο: Η συγγραφέας του ήταν από χρόνια (και παραμένει) μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Μανδραγόρας, όπου εκτός των άλλων δημοσιεύει συστηματικά παρουσιάσεις βιβλίων λογοτεχνίας· επιπλέον, διηγήματά της είχαν ήδη δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (μεταξύ αυτών και στο Εντευκτήριο), ενώ διατηρεί επί χρόνια το δραστήριο blog myxiesskepseis.blogspot.com.

Η Μακρυγιαλού επαινέθηκε ομόφωνα από την κριτική και διαβάστηκε / αγαπήθηκε από ένα ευρύ κοινό. 

Στον απόηχο αυτού του πρώτου βιβλίου της, πρόσφατα κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της, Διάψαλμα (όπου διάψαλμα = μουσική υπόκρουση που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο τμήματα ψαλμού [λεξικό Πρωΐας]).

Το κοινό κόκκινο νήμα που διατρέχει τις ιστορίες του βιβλίου, άλλες "ρεαλιστικές" και άλλες "σουρεαλιστικές", είναι οι φοβερές συνέπειες του Εμφυλίου στις ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων, ιστορημένες όμως με τη χρονική απόσταση που μειώνει, τρόπον τινά, τη φρίκη τους και με τρόπο που αφήνει μόνο τη στυφή επίγευσή τους.


Ο κριτικός και δοκιμιογράφος Θανάσης Θ. Νιάρχος, στο κείμενό του που δημοσιεύεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, παρατηρεί:

Τα δεκαοκτώ διηγήματα του αφηγηματικού βιβλίου της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου Διάψαλμα τοποθετούνται αυθόρμητα και αυτόματα στην ίδια ξεχωριστή σειρά τη σχηματισμένη χάρη στο σύνολο των βιβλίων του Δημήτρη Χατζή και δύο-τριών βιβλίων τού Μένη Κουμανταρέα. 

Με την έννοια ότι το δημόσιο ή ακριβέστερα το πολιτικό στοιχείο ταυτίζεται με το ιδιωτικό, σε βαθμό μάλιστα που, αν το κάθε διήγημα διαβαζόταν ξέχωρα, θα παρέμενε πολύ λιγότερο εναργές και ολοκληρωμένο. Ενώ τώρα, χάρη στην πραγματοποιημένη αθόρυβα μέσα στα διηγήματα ανατροπή ―να είναι δηλαδή τα εντελώς προσωπικής κοπής περιστατικά που επαναφέρουν τις ιστορικές συνθήκες, όσον αφορά τα πολιτικά και τα κοινωνικά συμφραζόμενα―, γίνεται ακόμη πιο ευρύς αυτός ο χρονικός ορίζοντας, είτε πρόκειται για μία μνήμη που αφορά έναν μόνον άνθρωπο είτε για ένα κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός, που εκατομμύρια άνθρωποι θα καταμαρτυρούσαν τις ολέθριες συνέπειές του. 

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, αν και κινείται μέσα σε διακεκαυμένες περιοχές του νεοελληνικού ιστορικού γίγνεσθαι, ανακινεί (χωρίς να απιστεί στο ελάχιστο στην εγκαυστική τους) ως πρωταγωνιστική τη σπάνια ομολογημένη ―τόσο εύγλωττη όμως στην πεζογραφία της― σημασία τής εσωτερικής ζωής του ανθρώπου. 

Στην κριτική της που δημοσιεύτηκε (σχεδόν ακαριαία μετά την κυκλοφορία του βιβλίου) στην εφημ. Η Καθημερινή («Τα κενοτάφια του νου», φύλλο της 5.9.2021) επισημαίνει, μεταξύ άλλων:

[...] η Παναγιωτοπούλου υφαρπάζει, μέσω της γραφής. στιγμές όπου η πραγματικότητα γνέφει προς το ανέφικτο. Το όνειρο τρέφουν οι επιθυμίες που γλιτώνουν από τον φόβο του πόνου, ανένδοτες προσμονές. Ωστόσο, τα πρόσφατα διηγήματα δείχνουν πως ο απόηχος των ιστορικών συγκυριών, κυρίως του Εμφυλίου, παραμένει σε υψηλή ένταση, μέσα στην οποία σιγούν τα κρεσέντο της ονειροπόλησης. [...] Οταν η Παναγιωτοπούλου αξιοποιεί τα εκφραστικά της μέσα για την εξεικόνιση υπερρεαλιστικών θεαμάτων, η γραφή της καθηλώνει. Διότι δύσκολα ξεχνάει κανείς τη γυναίκα που κάθε βράδυ ξεκαρφώνει τα κεραμίδια της στέγης και τα απλώνει στον κήπο, φτιάχνοντας πάνω στο χώμα κενοτάφια, που «μέσα τους έκλεινε όσα δεν είχε προφτάσει να ζήσει».


Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Σπούδασε κινηματογράφο με ειδίκευση στη σκηνογραφία και στην ενδυματολογία. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού Μανδραγόρας. Λογοτεχνικά κείμενά της έχουν περιληφθεί σε τρεις συλλογικούς τόμους. Διηγήματα, κριτικές μελέτες και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά. Το 2017 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εκδόσεις Εντευκτηρίου). Το Διάψαλμα είναι το δεύτερο βιβλίο της. Είναι υπεύθυνη για τη λογοτεχνική σελίδα της εβδομαδιαίας εφημερίδας Ανατολικής Στερεάς Εν Δελφοίς. Επίσης, συντάσσει τις στήλες «Αντιλογίες» στο site του Μανδραγόρα και «Γράφοντας μια ιστορία» του διαδικτυακού περιοδικού Read magazine.




Έγραψαν για τη Μακρυγιαλού

Το αφηγηματικό βιβλίο της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (δεκαοκτώ στο σύνολό τους) είναι ένα έντιμο βιβλίο, με την έννοια ότι δεν σε ξεγελάει σε σχέση με τις προθέσεις του, που είναι με έναν χαμηλόφωνο τρόπο να αποσπαστεί το “επικό” στοιχείο μιας καθημερινότητας, η οποία, αν και κοντινή μας, μας αιφνιδιάζει όσο και η πιο άγνωστη και πιο μακρινή. Θανάσης Θ. Νιάρχος, Τα Νέα, 18.5.2017

Το πρώτο βιβλίο της Παναγιωτοπούλου είναι έργο προσεκτικά φτιαγ­μένο, δουλεμένο με πολύ κόπο και χρόνο. Στα ολιγοσέλιδα διηγήματα υποβόσκει η επίμοχθη δοκιμασία τόσο με την ανάγνωση όσο και με τη γραφή. Χθόνιοι οι ήρωες, χθόνιες και οι σελίδες, όπου οι λέξεις ανθοβολούν εικόνες σπαρακτικής ομορφιάς. Μπορεί τα εξαίσια ονειροπολήματα να ξεψυχούν σε ματαιώσεις, η γλώσσα όμως κρατάει το θαύμα ανέπαφο. Λίνα Πανταλέων, Καθημερινή της Κυριακής, 25.6.2017

Με οικονομία και ακρίβεια ο τρόπος που συστήνει τα πρόσωπα των ιστοριών της η συγγραφέας. Κυλάει σαν παραμύθι η αφήγησή της με ένταση κλιμακούμενη και χιούμορ υποδόριο. Μαρία Στασινοπούλου, Εφημερίδα των Συντακτών, 29-30.6.2017

Σε μία αντιπροσωπευτική λεπτομέρεια της ποιητικής της συγγραφέως θα σταθώ. Το πρώτο κείμενο, «Η Μακρυγιαλού», συνιστά ένα υπόδειγμα του πώς να συγκροτείται ο λογοτεχνικός μύθος ενός χαρακτήρα. […] Γραφή που καταφέρνει να μυθοποιήσει τη χαρά της ζωής και της ανάγνωσης. Όχι να την εξωραΐσει, αλλά να ξορκίσει τους δαίμονές της. Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, Εντευκτήριο, 112, Αύγουστος 2017

«Το πρώτο βήμα…» Αισθαντική παπαδιαμαντική πατίνα στο Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες (Εντευκτήριο) της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου. Aριστοτέλης Σαΐνης, Εφημερίδα των Συντακτών, 22.12.2017

[Η Παναγιωτοπούλου] Έχει έναν δικό της τρόπο να περιγράφει καταστάσεις, να στήνει υπαρκτούς ήρωες καθημερινούς αλλά και ήρωες/φαντάσματα, που θα μπορούσαν να κινούνται μέσα στις κοινωνίες και να μπερδεύουν τους “κανονικούς” με την παρουσία τους. Ήρωες με οντότητα, που η έντονη παρουσία τους όχι μόνο να γίνεται αντιληπτή, αλλά και να αποτελεί θέμα διερεύνησης και ερμηνείας ως φαινόμενο. Ελένη Χωρεάνθη, www.diastixo.gr, 16.1.2018

15.10.21

Παναγιώτα Δημοπούλου: Κίτρινη ουρά


Παναγιώτα Δημοπούλου

Κίτρινη ουρά: Νουβέλα

Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021

72 σελ., τιμή 8,40 ευρώ (περιλαμβάνεται ΦΠΑ)

ζωγραφική εξωφύλλου: Μαριάννα Λεονταρίδη, σύνθεση εξωφύλλου: Άρις Γεωργίου


Με τη νουβέλα Κίτρινη ουρά (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021), η Παναγιώτα Δημοπούλου κάνει δυναμική πρώτη εμφάνιση στην πεζογραφία.

Η Κίτρινη ουρά εκτυλίσσεται σε απροσδιόριστο τόπο και χρόνο, ενώ, προσχηματικά, καταφεύγει σε τρόπους αστυνομικής πλοκής.

Στο πρώτο μέρος, μία γυναίκα εξαφανίζεται. Τη γυναίκα αυτή, ονόματι Μαρία, την αναζητεί μία ερευνήτρια που συλλέγει μαρτυρίες όσων τη γνώριζαν. Οι μαρτυρίες αυτές συχνά είναι αντιφατικές και αντικρουόμενες. 

Στο δεύτερο μέρος, η υπόθεση της εξαφάνισης έχει κλείσει, οι ζωές όμως όλων όσοι εμπλέκονταν στην ιστο­ρία της εξαφανισμένης έχουν αναστατωθεί. 


Η απάντηση αναδύεται στο τρίτο μέρος της ιστορίας, ενός βιβλίου που αναρωτιέται για τα όρια αλήθειας, ψεύδους, αληθοφάνειας· που παίζει με τις κλιμακώσεις της αγωνίας: από την αγωνία της πλοκής στην αγωνία της ύπαρξης, στην αγωνία της γραφής.

Οριακή αφηγηματική οικονομία, λόγος κατακτημένος και προσωπικός ―αναγνωρίσιμος―, με εντυπωσιακή λειτουργικότητα των σκόπιμων επαναλήψεων λέξεων και φράσεων, αποτελούν μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της αξιανάγνωστης νουβέλας.


H αρχή της νουβέλας

Μ’ αυτήν την ιστορία θα ειπωθεί μία ιστορία που θα μπορούσε να είναι η ιστορία μίας γυναίκας. Ακριβέστερα: Μ’ αυτήν την ιστορία θα ειπωθεί μία ιστορία που θα πραγματεύεται την εξαφάνιση μίας γυναίκας. Πιο συγκεκριμένα: Η ιστορία θα έχει ως θέμα την εξαφάνιση μίας γυναίκας που θα ονομάζεται Μαρία. Πριν ειπωθεί η ιστορία, είναι ανάγκη να τεθούν κάποια ερωτήματα. Πώς θα είναι η Μαρία και τι ηλικία θα έχει; Η Μαρία θα είναι τριανταπέντε ετών και επτά μηνών ακριβώς, θα έχει ύψος 1,77 εκατοστά ακριβώς και θα ζυγίζει εξήντα ένα κιλά, όχι ακριβώς. O λόγος; Το βάρος της δεν θα είναι εύκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια, καθώς θα έχει συνεχώς την τάση να αυξομειώνεται. Oι άλλοι πώς θα περιέγραφαν τη Μαρία; Oι περισσότεροι θα την περιέγραφαν ως μελαχρινή με άσπρο δέρμα, μαύρα μάτια και μαύρα μαλλιά. Πώς θα είναι στην πραγματικότητα; Θα είναι μελαχρινή με άσπρο δέρμα, καστανά σκούρα προς το μαύρο μάτια και καστανά σκούρα προς το μαύρο μαλλιά, που στις άκρες τους θα ανοίγουν προς το καστανό ανοιχτό (εξαιτίας της ηλιοφάνειας). Αυτά όσον αφορά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της Μαρίας. [...]


Η Παναγιώτα Δημοπούλου γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα, όπου και ζει. 

Σπούδασε θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

Διηγήματα και θεατρικά της έργα έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και στο διαδίκτυο. 

Αγαπά τη φωτογραφία. 

Η νουβέλα Κίτρινη ουρά είναι το πρώτο βιβλίο της. 


7.10.21

Καίτη Στεφανάκη: Στις άκριες γυναικείων χωραφιών




Μετά από την επιτυχημένη πρώτη εμφάνισή της στην πεζογραφία με τη συλλογή μικρών πεζών «Όζα ροζ» (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015), που επαινέθηκε από την κριτική, αγαπήθηκε από το απαιτητικό αναγνωστικό κοινό και συζητήθηκε πολύ (γι’ αυτό και ανατυπώθηκε το 2017), η Καίτη Στεφανάκη επανέρχεται με νέο βιβλίο πεζογραφίας, το οποίο μόλις κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου.


Τιτλοφορείται «Στις άκριες γυναικείων χωραφιών» και περιέχει και πάλι σχετικά σύντομες αφηγήσεις, που και αυτή τη φορά δεν πειθαρχούν στην κλασική φόρμα του διηγήματος με τη γραμμική αφήγηση αλλά κλίνουν προς αυτό που ο Γιώργος Ιωάννου πρώτος ονόμασε «μικρά πεζά».

Παρότι κάθε ιστορία του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί και να λειτουργήσει αυτόνομα, στο σύνολό τους τα μικρά πεζά του βιβλίου μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν (εξαιτίας της κοινής θεματικής τους) κεφάλαια μιας πολύπτυχης νουβέλας.



Μέσα από μισοβιωμένα παραμύθια, ένα θηλυκό παιδί μεταμορφώνεται συνεχώς και μεταμορφώνει ό,τι αντιλαμβάνεται γύρω του σε υπερρεαλιστικές παραβολές. Συναντά τον Μέγα Αρχειοθέτη των Λαθών, τον τρυφερό Καλλιεργητή των Τύψεων και ενοχών ή πηγαίνει στο Καρναβάλι των `Ονείρων και Ταλέντων που ξεχάστηκαν. Πότε πότε αφηγείται ιστορίες στην Κυρά του Κάτω Κόσμου, Άλλοτε πάλι συντροφεύει εκείνον τον Λουκιανό από τα Σαμόσατα, Μα μέσα από όλα αυτά ψάχνει να καταλάβει το ανθρώπινο, το γυναικείο και το ανδρικό, το σχετίζεσθαι, το ζειν και το θνήσκειν.

Όπως γράφει η Στεφανάκη στο «Υστερόγραφο» του βιβλίου, «Νησίδες έγιναν τα θραύσματα, σπαράγματα ζωής, πραγματικής ή επινοημένης, πατήματα για να ακροβατώ. Συμφιλιώνομαι με την αποσπασματικότητα του λόγου μου, με την αλήθεια που ποτέ δεν είναι μία. Παρηγοριά η πολλαπλή εκδοχή των πάντων. Ρευστές οι λέξεις με παρασύρουν στον ωκεανό του χρόνου». 








8.9.21

Τα κενοτάφια του νου

Κριτική της Λίνας Πανταλέων

πηγή: www.kathimerini.gr


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Διάψαλμα: Διηγήματα

Εκδόσεις Εντευκτηρίου

Θεσσαλονίκη 2021

102 σελ.


Η λέξη «διάψαλμα» έλκει την καταγωγή της από την αρμονική των ψαλμών. Είναι η άχνα μεταξύ δύο ψαλμικών συγχορδιών. Συνεπώς, η λέξη φέρει τις αντηχήσεις μιας μυσταγωγικής μουσικής. Την ίδια στιγμή, το «Διάψαλμα» είναι το καλύτερο πεζό της συλλογής της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου. Δύο νεαροί μουσικοί, ο ένας στο βιολί και η άλλη στο πιάνο, δρασκελίζουν ανεπίγνωστα βαθιά χάσματα, χαραγμένα από την ιδιωτική και συλλογική ιστορία, και ―μέσα από το σμίξιμο των χορδών― αποκαθαίρουν άδηλα τραύματα. Κάθε παύση, «ο απόηχος της συγχορδίας μέσα στο διάψαλμα», προανήγγειλε τη συνάντηση. Συνταράζει η μεταρσιωτική ένωση των δύο μελωδιών. Οι σιωπές του πιάνου γίνονταν «σπουδή διαστολής, που παρέπεμπε σε διάψαλμα». Η πιανίστρια «κράταγε τις νότες κι έστελνε τον απόηχό τους να σμίξει» με τον άνδρα που κρατούσε το δοξάρι. «Αρπάζοντας τον απόηχο από τις νότες της με το βιολί του, οδηγούσε τις αναπνοές της σε κρεσέντο».

Η μουσική τελετουργία διαστίζεται από ένα αντάρτικο τραγούδι που τανύζει τις χορδές τόσο του πιάνου όσο και του βιολιού. Οπως φανέρωνε η πρώτη διηγηματογραφική συλλογή της, η Παναγιωτοπούλου υφαρπάζει μέσω της γραφής στιγμές όπου η πραγματικότητα γνέφει προς το ανέφικτο. Το όνειρο τρέφουν οι επιθυμίες που γλιτώνουν από τον φόβο του πόνου, ανένδοτες προσμονές. Ωστόσο, τα πρόσφατα διηγήματα δείχνουν πως ο απόηχος των ιστορικών συγκυριών, κυρίως του Εμφυλίου, παραμένει σε υψηλή ένταση, μέσα στην οποία σιγούν τα κρεσέντο της ονειροπόλησης. Ένα ίχνος από μανίκι σε μια φωτογραφία, ένα άταφο πτώμα, λειψά οστά σε ρηχούς τάφους, κουφάρια στην ερημιά, λιανισμένα από τα αγρίμια, το κρεμασμένο ανάποδα σώμα μιας κατεσφαγμένης γυναίκας. Παντού στις σελίδες σοβούν τα απομεινάρια των τριών πολέμων, των δύο παγκόσμιων και του Εμφυλίου. Οταν φοβόταν, μια αντάρτισσα του βουνού «έσφιγγε τα μάτια της καλώντας το γαλάζιο». Ένα κομματάκι θάλασσας.


Παρά τη δυναστεία της πραγματικότητας, η γραφή δεν απεμπολεί τον θαυματοποιό της ρόλο. Τα γράμματα, λόγου χάριν, προεξάρχουν στη μυθοπλασία αρκετών πεζών. Μια γυναίκα διαβάζει σε δύο άνδρες τα μεταθανάτια γράμματα της μητέρας της, αναζητώντας στα πρόσωπά τους τον πατέρα της. Κάθε βράδυ ο ένας άνδρας έπαιζε πιάνο. Πνιγμένη στη μουσική, στο σκοτάδι και στις λέξεις, η γυναίκα αφηνόταν στο όνειρο· «ο νους της άρπαζε τα μετέωρα, τα κάρφωνε στο χώμα και δημιουργούσε μία άλλη πραγματικότητα». Ένας νεαρός άνδρας γράφει ποιήματα σε χαρτιά υγείας. Έτσι, σαν δώρο. Ηταν η μόνη περιουσία που κατέλιπε προτού πάει άδωρος στην κηδεία της μητέρας του. Ένα ανδρόγυνο που ζει με τον φόβο του αποχωρισμού επινοεί έναν κώδικα ανάγνωσης της αλληλογραφίας. Τα κρυπτογραφημένα γράμματα του νεκρού διαβάζονται στο τέλος του διηγήματος εν είδει νέμεσης για τα εμφυλιακά ανομήματα. Μία συγγραφέας πασχίζει να αποκαταστήσει την αλήθεια μιας βιογραφίας και μόνο αφότου διεξήλθε γραπτά τεκμήρια συνειδητοποίησε πως έγραφε την αυτοβιογραφία της.   

Η γραφή της Παναγιωτοπούλου ευδοκιμεί περισσότερο στην ονειροφαντασία παρά στην ιστοριογραφία. Δηλωτικό αυτής της κλίσης είναι το υπέροχο «Λάθος», όπου ένα εωσφορικό τοπίο δονείται υπόκωφα από τις εκρήξεις ενός ατέρμονου πολέμου, καταμεσής του οποίου διαμελίζεται μια ονειρική μητρική μορφή. Αντιθέτως, πεζά που αναπαράγουν χιλιοειπωμένες ιστορίες αδικούν την αφηγηματική δυναμική της συγγραφέως. Οταν η Παναγιωτοπούλου αξιοποιεί τα εκφραστικά της μέσα για την εξεικόνιση υπερρεαλιστικών θεαμάτων, η γραφή της καθηλώνει. Διότι δύσκολα ξεχνάει κανείς τη γυναίκα που κάθε βράδυ ξεκαρφώνει τα κεραμίδια της στέγης και τα απλώνει στον κήπο, φτιάχνοντας πάνω στο χώμα κενοτάφια, που «μέσα τους έκλεινε όσα δεν είχε προφτάσει να ζήσει».








 

11.8.20

Με ελλειπτικότητα και πυκνότητα



του Γιώργου Φράγκου

https://www.philenews.com
[ κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος ]

Κυριάκος Ευθυμίου: «Το κόκκινο άλογο», εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2020.

Μινιατουρίστικα αφηγήματα πλούσιας ανθρωπογεωγραφίας και βαθιάς αισθαντικότητας περιλαμβάνει η τελευταία λογοτεχνική έκδοση του Κυριάκου Ευθυμίου, που κυκλοφόρησε το 2020. Στο τομίδιο περιλήφθηκαν 18 κείμενα μικρής έκτασης που δύσκολα μπορούν να καταταχθούν ειδολογικά κατά τρόπο μονοσήμαντο. Θα έλεγα ότι στην πλειονότητά τους εμπεριέχουν ειδολογικά χαρακτηριστικά διηγήματος, χρονογραφήματος, πεζοτράγουδου ή και πεζόμορφου ποιήματος. Η ελλειπτικότητα, η πυκνότητα, η λιτότητα και το αφαιρετικό στοιχείο που χαρακτηρίζουν τον ποιητικό λόγο του Κ.Ε. θα έλεγα ότι χαρακτηρίζουν και τον πεζογραφικό του λόγο.

Όλα τα αφηγήματα στο βιβλίο, αν και ελαύνονται από «εξωτερικά» γεγονότα και ερεθίσματα, χαρακτηρίζονται για την ουσιαστική εσωτερικότητά τους και την ψυχολογική ανάλυση που τα διακρίνει. Η αυτοαναφορικότητα απαντάται σε εύλογο βαθμό, αλλά την ίδια ώρα τα κεντρίσματα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό ιστό διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο.

Η συλλογή ξεκινά με ένα κείμενο επιστροφής, ελεγείας και προσευχής για όσα χάθηκαν, για όσα βιώθηκαν τραυματικά και για όσα αβέβαια έπονται. «Το κόκκινο άλογο» (σελ. 7) είναι ατμοσφαιρικό, εσωστρεφές και υποβλητικό, όπως η ποίηση του Κ.Ε.

«Ο κλεφτάκος» (σελ. 11) παρουσιάζει και κάποια ηθογραφικά στοιχεία.  Είναι ένα κείμενο τρυφερό, αθώο, εξομολογητικό, συγκινητικό. Πραγματεύεται τη φτώχεια, τη στέρηση, αλλά κυρίως τη συνειδησιακή διαμάχη μεταξύ της ανάγκης και της ηθικής ορθότητας. Τελικά, το «παγκάρι» της ψυχής αποδεικνύεται πιο ισχυρό από το δέλεαρ στο παγκάρι της εκκλησίας.

Η πεζογραφική δεινότητα του Κ.Ε. συνδυάζεται με την ποιητική αφαιρετικότητα, αλλά και με εμβόλιμα στοιχεία υπερρεαλιστικής υπερβατικότητας και αλληγορικών θεωρήσεων. Τα πιο πάνω είναι ευδιάκριτα στο «Η νύφη». (σελ. 14).

«Το καρπούζι» (σελ. 16) είναι ίσως το πιο κλασσικότροπο από τα διηγήματα της συλλογής. Πραγματεύεται τη μετανάστευση των Κυπρίων στην Αγγλία τη δεκαετία του ’50 του περασμένου αιώνα, με τα μάτια μιας παιδούλας. Πρόκειται για αφήγημα κοινωνικών προδιαγραφών, διανθισμένο και με πικρό χιούμορ.

Θα χαρακτήριζα το «Αν κι εγώ ξέρω τι θέλω» (σελ. 20) διήγημα-μονόλογο υπαρξιακών αναζητήσεων, απλό αλλά ουδόλως απλοϊκό. Πρόκειται για μια μικρή φιλοσοφική σπουδή πάνω στην αρχαιοελληνική ρήση: «Μη προτρεχέτω η γλώττα της διανοίας».

Αιφνιδιαστικά τρυφερό, συγκινητικό και ωραίο είναι το «Η Παναγιά» (σελ. 23). Στα πλείστα αυτά μηνιατουρίστικα αφηγήματα του Κ.Ε. συμπλέουν η παιδική αθωότητα με την ευαισθησία, την τρυφερότητα και τη συγκινησιακή φόρτιση. Και στο συγκεκριμένο κείμενο όλα αυτά καταγράφονται ή υποδηλούνται σε σχέση με την πρώτη εμπειρία-ίσως και μη εμπειρία για την ακρίβεια – ενός αγοριού με ιερόδουλη.

Το «Άγγελος» (σελ. 25) είναι η ιστορία μιας καρκινοπαθούς που αντιπαλεύει το θηρίο της ασθένειάς της με το όραμα της καλοσύνης και της διδασκαλίας. Βαθιά ουμανιστικά μηνύματα, δοσμένα με απλότητα, λιτότητα και αμεσότητα.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις, συνήθως βασανιστικές και αμφίρροπες, απασχολούν έντονα το συγγραφέα. Π.χ. στο «Συγνώμη» (σελ. 27) θεματοποιούνται οι ενοχές που προκαλεί μια εξωσυζυγική σχέση, όχι μόνο προς τον/την σύζυγο, αλλά και προς το υποκείμενο του πόθου, του εραστή ή της ερωμένης.

Γενικά, όλη η συλλογή συνιστά μιας μορφής πινελιές σε ανθρώπινα πορτρέτα. Στο «Ταγμένος» (σελ.30) ο Κ.Ε. διαπομπεύει και χλευάζει με χιούμορ, τον αριβισμό, τον καριερισμό, τον τυχοδιωκτισμό-καιροσκοπισμό και την χρησιμοθηρία.

Τα πλείστα αφηγήματα του Κ.Ε. είναι πρωτοπρόσωποι μονόλογοι, ευθείς, λιτοί και ευσύνοπτοι. Π.χ. το «Συνέβη αυτό που θα σας πω» (σελ. 33) είναι ένα παραλήρημα ψυχολογικής πνοής, φαντάρου στη σκοπιά του.

Στα περισσότερα διηγήματά του ο συγγραφέας-αφηγητής υποδύεται διάφορους ρόλους, συνήθως περιθωριακούς ή αμελητέους, ποτέ κεντρικούς ή ιδιαιτέρως σημαντικούς. Στο «Ο προδότης» (σελ. 36) από τις πολύ καλές στιγμές του βιβλίου, καταγράφει την τραγικότητα και την ψυχολογική συντριβή ενός προδότη του αγώνα της ΕΟΚΑ, δεκαετίες μετά, που ψάχνει εναγωνίως μια αγκαλιά για να αφήσει την τελευταία του πνοή.

Στο «Παραμύθι» (σελ. 41) ο συγγραφέας μάλλον υμνολογεί την παιδική αθωότητα, την αγνότητα της ψυχής των παιδιών. Το θεματικά παραπλήσιο επόμενο αφήγημα «Προσευχή» (σελ. 44) είναι ένας σπαραχτικός μονόλογος και συνάμα ένα δριμύ κατηγορητήριο ενός 7χρονου παιδιού που έχασε τη μητέρα του από καρκίνο. Ένα κείμενο απλό, πέρα για πέρα αληθινό και άμεσο.

Ακόμη και μικρά ενσταντανέ διάρκειας κάποιων λεπτών ή και δευτερολέπτων μπορούν να γίνουν αφηγήματα. Αυτό συμβαίνει με το «Μικρό πουλί». (σελ. 47)

Συχνά ο συγγραφέας θεματοποιεί τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων μέσα στο αστικό, κοινωνικό τοπίο. Το «Ο άνθρωπος που έβλεπε τους άλλους να περνούν» (σελ. 49) αναφέρεται σε δύο αδέλφια με περιουσιακές διαφορές που δεν μιλούν μεταξύ τους. Μια συνήθης, κοινότυπη ιστορία που δια χειρός του συγγραφέα αποκτά τόση τρυφερότητα. Και βεβαίως ταυτόχρονα περικλείει και τόσο πόνο.

Το χιούμορ, ιδίως το πικρό, διαδραματίζει το δικό του ρόλο στη συλλογή. Π.χ. στο «Ο μοναχός» (σελ. 52) διακωμωδείται με χιούμορ, τρυφερότητα και τακτ, η ιστορία ενός μοναχού που είναι έτοιμος να υποκύψει και να ενδώσει στα κελεύσματα της σάρκας.
«Το πρώτο φιλί» (σελ. 54) είναι ένα ποιητικά ελλειπτικό πεζογράφημα. Εδώ παρουσιάζονται ανάγλυφα ο συναισθηματικός κόσμος και η κοσμογονία που συντελείται στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Παρελαύνουν ανάμεικτα ενώπιον του αναγνώστη η δειλία, η ντροπαλότητα, η ευφορία, η άγρια ομορφιά, αλλά ακόμη και η έξαλλη χαρά που διεγείρονται με μιας σε τέτοιες συναισθηματικές καταστάσεις.

Το στερνό αφήγημα της συλλογής τιτλοφορείται «Τελευταία σελίδα» (σελ. 56) και είναι ένα υπαρξιακής πνοής αφήγημα για τη ζωή και το πώς αυτή μπορεί να τελευτήσει. Δηλαδή ο συγγραφέας ολοκληρώνει το βιβλίο του όπως ακριβώς το ξεκίνησε, με εσωτερικότητα, ψυχισμό και φιλοσοφική διάθεση.

Συνολικά, πιστεύω ότι πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια που αξίζει να τύχει της προσοχής του αναγνωστικού κοινού, τόσο για την αισθητική τέρψη που προσφέρει, όσο και για τα βαθιά ουμανιστικά μηνύματα που εμπερικλείει.

[Σημείωση του Εντευκτηρίου: Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί και το βιβλίο του Κυριάκου Ευθυμίου Κυρτός αλατοπώλης.
Περισσότερα για το βιβλίο εδώ.]