Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το κόκκινο άλογο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το κόκκινο άλογο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.8.20

Με ελλειπτικότητα και πυκνότητα



του Γιώργου Φράγκου

https://www.philenews.com
[ κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος ]

Κυριάκος Ευθυμίου: «Το κόκκινο άλογο», εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2020.

Μινιατουρίστικα αφηγήματα πλούσιας ανθρωπογεωγραφίας και βαθιάς αισθαντικότητας περιλαμβάνει η τελευταία λογοτεχνική έκδοση του Κυριάκου Ευθυμίου, που κυκλοφόρησε το 2020. Στο τομίδιο περιλήφθηκαν 18 κείμενα μικρής έκτασης που δύσκολα μπορούν να καταταχθούν ειδολογικά κατά τρόπο μονοσήμαντο. Θα έλεγα ότι στην πλειονότητά τους εμπεριέχουν ειδολογικά χαρακτηριστικά διηγήματος, χρονογραφήματος, πεζοτράγουδου ή και πεζόμορφου ποιήματος. Η ελλειπτικότητα, η πυκνότητα, η λιτότητα και το αφαιρετικό στοιχείο που χαρακτηρίζουν τον ποιητικό λόγο του Κ.Ε. θα έλεγα ότι χαρακτηρίζουν και τον πεζογραφικό του λόγο.

Όλα τα αφηγήματα στο βιβλίο, αν και ελαύνονται από «εξωτερικά» γεγονότα και ερεθίσματα, χαρακτηρίζονται για την ουσιαστική εσωτερικότητά τους και την ψυχολογική ανάλυση που τα διακρίνει. Η αυτοαναφορικότητα απαντάται σε εύλογο βαθμό, αλλά την ίδια ώρα τα κεντρίσματα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό ιστό διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο.

Η συλλογή ξεκινά με ένα κείμενο επιστροφής, ελεγείας και προσευχής για όσα χάθηκαν, για όσα βιώθηκαν τραυματικά και για όσα αβέβαια έπονται. «Το κόκκινο άλογο» (σελ. 7) είναι ατμοσφαιρικό, εσωστρεφές και υποβλητικό, όπως η ποίηση του Κ.Ε.

«Ο κλεφτάκος» (σελ. 11) παρουσιάζει και κάποια ηθογραφικά στοιχεία.  Είναι ένα κείμενο τρυφερό, αθώο, εξομολογητικό, συγκινητικό. Πραγματεύεται τη φτώχεια, τη στέρηση, αλλά κυρίως τη συνειδησιακή διαμάχη μεταξύ της ανάγκης και της ηθικής ορθότητας. Τελικά, το «παγκάρι» της ψυχής αποδεικνύεται πιο ισχυρό από το δέλεαρ στο παγκάρι της εκκλησίας.

Η πεζογραφική δεινότητα του Κ.Ε. συνδυάζεται με την ποιητική αφαιρετικότητα, αλλά και με εμβόλιμα στοιχεία υπερρεαλιστικής υπερβατικότητας και αλληγορικών θεωρήσεων. Τα πιο πάνω είναι ευδιάκριτα στο «Η νύφη». (σελ. 14).

«Το καρπούζι» (σελ. 16) είναι ίσως το πιο κλασσικότροπο από τα διηγήματα της συλλογής. Πραγματεύεται τη μετανάστευση των Κυπρίων στην Αγγλία τη δεκαετία του ’50 του περασμένου αιώνα, με τα μάτια μιας παιδούλας. Πρόκειται για αφήγημα κοινωνικών προδιαγραφών, διανθισμένο και με πικρό χιούμορ.

Θα χαρακτήριζα το «Αν κι εγώ ξέρω τι θέλω» (σελ. 20) διήγημα-μονόλογο υπαρξιακών αναζητήσεων, απλό αλλά ουδόλως απλοϊκό. Πρόκειται για μια μικρή φιλοσοφική σπουδή πάνω στην αρχαιοελληνική ρήση: «Μη προτρεχέτω η γλώττα της διανοίας».

Αιφνιδιαστικά τρυφερό, συγκινητικό και ωραίο είναι το «Η Παναγιά» (σελ. 23). Στα πλείστα αυτά μηνιατουρίστικα αφηγήματα του Κ.Ε. συμπλέουν η παιδική αθωότητα με την ευαισθησία, την τρυφερότητα και τη συγκινησιακή φόρτιση. Και στο συγκεκριμένο κείμενο όλα αυτά καταγράφονται ή υποδηλούνται σε σχέση με την πρώτη εμπειρία-ίσως και μη εμπειρία για την ακρίβεια – ενός αγοριού με ιερόδουλη.

Το «Άγγελος» (σελ. 25) είναι η ιστορία μιας καρκινοπαθούς που αντιπαλεύει το θηρίο της ασθένειάς της με το όραμα της καλοσύνης και της διδασκαλίας. Βαθιά ουμανιστικά μηνύματα, δοσμένα με απλότητα, λιτότητα και αμεσότητα.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις, συνήθως βασανιστικές και αμφίρροπες, απασχολούν έντονα το συγγραφέα. Π.χ. στο «Συγνώμη» (σελ. 27) θεματοποιούνται οι ενοχές που προκαλεί μια εξωσυζυγική σχέση, όχι μόνο προς τον/την σύζυγο, αλλά και προς το υποκείμενο του πόθου, του εραστή ή της ερωμένης.

Γενικά, όλη η συλλογή συνιστά μιας μορφής πινελιές σε ανθρώπινα πορτρέτα. Στο «Ταγμένος» (σελ.30) ο Κ.Ε. διαπομπεύει και χλευάζει με χιούμορ, τον αριβισμό, τον καριερισμό, τον τυχοδιωκτισμό-καιροσκοπισμό και την χρησιμοθηρία.

Τα πλείστα αφηγήματα του Κ.Ε. είναι πρωτοπρόσωποι μονόλογοι, ευθείς, λιτοί και ευσύνοπτοι. Π.χ. το «Συνέβη αυτό που θα σας πω» (σελ. 33) είναι ένα παραλήρημα ψυχολογικής πνοής, φαντάρου στη σκοπιά του.

Στα περισσότερα διηγήματά του ο συγγραφέας-αφηγητής υποδύεται διάφορους ρόλους, συνήθως περιθωριακούς ή αμελητέους, ποτέ κεντρικούς ή ιδιαιτέρως σημαντικούς. Στο «Ο προδότης» (σελ. 36) από τις πολύ καλές στιγμές του βιβλίου, καταγράφει την τραγικότητα και την ψυχολογική συντριβή ενός προδότη του αγώνα της ΕΟΚΑ, δεκαετίες μετά, που ψάχνει εναγωνίως μια αγκαλιά για να αφήσει την τελευταία του πνοή.

Στο «Παραμύθι» (σελ. 41) ο συγγραφέας μάλλον υμνολογεί την παιδική αθωότητα, την αγνότητα της ψυχής των παιδιών. Το θεματικά παραπλήσιο επόμενο αφήγημα «Προσευχή» (σελ. 44) είναι ένας σπαραχτικός μονόλογος και συνάμα ένα δριμύ κατηγορητήριο ενός 7χρονου παιδιού που έχασε τη μητέρα του από καρκίνο. Ένα κείμενο απλό, πέρα για πέρα αληθινό και άμεσο.

Ακόμη και μικρά ενσταντανέ διάρκειας κάποιων λεπτών ή και δευτερολέπτων μπορούν να γίνουν αφηγήματα. Αυτό συμβαίνει με το «Μικρό πουλί». (σελ. 47)

Συχνά ο συγγραφέας θεματοποιεί τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων μέσα στο αστικό, κοινωνικό τοπίο. Το «Ο άνθρωπος που έβλεπε τους άλλους να περνούν» (σελ. 49) αναφέρεται σε δύο αδέλφια με περιουσιακές διαφορές που δεν μιλούν μεταξύ τους. Μια συνήθης, κοινότυπη ιστορία που δια χειρός του συγγραφέα αποκτά τόση τρυφερότητα. Και βεβαίως ταυτόχρονα περικλείει και τόσο πόνο.

Το χιούμορ, ιδίως το πικρό, διαδραματίζει το δικό του ρόλο στη συλλογή. Π.χ. στο «Ο μοναχός» (σελ. 52) διακωμωδείται με χιούμορ, τρυφερότητα και τακτ, η ιστορία ενός μοναχού που είναι έτοιμος να υποκύψει και να ενδώσει στα κελεύσματα της σάρκας.
«Το πρώτο φιλί» (σελ. 54) είναι ένα ποιητικά ελλειπτικό πεζογράφημα. Εδώ παρουσιάζονται ανάγλυφα ο συναισθηματικός κόσμος και η κοσμογονία που συντελείται στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Παρελαύνουν ανάμεικτα ενώπιον του αναγνώστη η δειλία, η ντροπαλότητα, η ευφορία, η άγρια ομορφιά, αλλά ακόμη και η έξαλλη χαρά που διεγείρονται με μιας σε τέτοιες συναισθηματικές καταστάσεις.

Το στερνό αφήγημα της συλλογής τιτλοφορείται «Τελευταία σελίδα» (σελ. 56) και είναι ένα υπαρξιακής πνοής αφήγημα για τη ζωή και το πώς αυτή μπορεί να τελευτήσει. Δηλαδή ο συγγραφέας ολοκληρώνει το βιβλίο του όπως ακριβώς το ξεκίνησε, με εσωτερικότητα, ψυχισμό και φιλοσοφική διάθεση.

Συνολικά, πιστεύω ότι πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια που αξίζει να τύχει της προσοχής του αναγνωστικού κοινού, τόσο για την αισθητική τέρψη που προσφέρει, όσο και για τα βαθιά ουμανιστικά μηνύματα που εμπερικλείει.

[Σημείωση του Εντευκτηρίου: Από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου κυκλοφορεί και το βιβλίο του Κυριάκου Ευθυμίου Κυρτός αλατοπώλης.
Περισσότερα για το βιβλίο εδώ.]


9.6.20

Κυριάκος Ευθυμίου: Το κόκκινο άλογο


Μόλις κυκλοφορήθηκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου:

Κυριάκος Ευθυμίου
Το κόκκινο άλογο: Δεκαοχτώ μικρά διηγήματα
Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2020
64 σ.
ISBN 978-960-7568-62-5
Τιμή: 8,48 (περιλαμβάνεται ΦΠΑ)



Δεκαοχτώ μικρές ιστορίες για την ξενιτιά, τη φτώχεια, τον έρωτα, τη διάψευση, την αξιοπρέπεια, την ανθρώπινη αδυναμία, την υπέρβαση, την αποδοχή· με δυο λόγια, για πράγματα ανθρώπινα. Ένα υπαρξιακό νήμα μοιάζει να διαπερνά τις περισσότερες ιστορίες, καθώς το υποκείμενο της αφήγησης διακατέχεται από τον αγώνα και την αγωνία να εξηγήσει την ύπαρξή του, να αποτιμήσει το παρελθόν του, να αναλογιστεί και να διερευνήσει εύθραυστες σχέσεις, να διαχειριστεί λάθη και αδυναμίες, προκειμένου να συμφιλιωθεί τελικά με τον εαυτό του και με ό,τι υπήρξε η ζωή του μέχρι τώρα ― μία διαρκής αναμέτρηση του σκότους με το φως.

«Τι είμαστε; Σκιές, που φωτίζονται κάποιες στιγμές, για λίγο.»

Η απλή και ειλικρινής αφηγηματική γλώσσα κάνει τον αναγνώστη αποδέκτη μιας εκμυστήρευσης, μιας εξομολόγησης, που ενίοτε αποκτά ρυθμό ποιητικό. Και καθώς το βίωμα ισορροπεί επιδέξια με το λογοτεχνικό παραξένισμα, ο καθένας από τους δεκαοχτώ λογοτεχνικούς χαρακτήρες του Κυριάκου Ευθυμίου γίνεται ένας από μας και μας ωθεί να στρέψουμε το βλέμμα προς τα μέσα.



Ο Κυριάκος Ευθυμίου διαβάζει ποιήματά του
στην 5η Λογοτεχνική Σκηνή, Θεσσαλονίκη, 18.11.2016


Ο Κυριάκος Ευθυμίου γεννήθηκε το 1954 στη Λευκωσία, όπου και ζει. Σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Εξέδωσε το 1993 την ποιητική συλλογή Επιάστηκεν το φεγγάρι και το 2015 τη συλλογή Κυρτός αλατοπώλης (κρατικό βραβείο ποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2016). Ακόμη, έχει γράψει τρία θεατρικά έργα και το σενάριο μιας ταινίας και έχει επιμεληθεί πέντε ψηφιακούς δίσκους ήχου (cd) στους οποίους διαβάζει ποιήματα του Καβάφη, του Παντελή Μηχανικού, του Θεοδόση Νικολάου, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και του Κώστα Μόντη. Το κόκκινο άλογο είναι το πρώτο του βιβλίο πεζογραφίας.


Ιδού ένα από τα δεκαοχτώ μικρά διηγήματα αυτού του κομψού και πολύ ιδιαίτερου βιβλίου.

Η ΝΥΦΗ

Μπήκα στην κουζίνα. Έπλυνα το πιάτο, το πιρούνι και το ποτήρι μου, αυτό με το πουλάκι που μ’ αρέσει. Στο σαλόνι, όλα στη θέση τους· και καθαρά. Δεν έμεινε άλλο να κάνω για να φύγει το μυαλό απ’ τις σκέψεις του.

Στη θέση αυτή καθόταν η μητέρα μου, που έλεγε λίγα μα τα ήξερε όλα. Κοίταζε με τις ώρες μακριά, αν και τα μάτια της την είχαν προδώσει. Την ώρα της ταφής δεν έκλαψα καθόλου. Φύλαξα τα δάκρυα για μετά, όταν θα ήμασταν μόνες στο σπίτι.

Νυχτώνει. Λένε πως τη νύχτα χειροτερεύουν τα πράγματα. Δε με φοβίζει εμένα. Λες κι ησυχάζει τη νύχτα η ζωή. Άναπαύεται. Για να πάρει ξανά το πρωί το δρόμο που νομίζει πως πρέπει. Θ’ ανάψω ένα τσιγάρο, μπορεί κι άλλο αμέσως μετά. Δεν ξέρω. Θέλω να σκέφτομαι λιγότερο, να αισθάνομαι λιγότερο· να μην καταλαβαίνω πολύ, εμένα, τους άλλους, τον κόσμο. Κουράστηκα. Πολλές φορές ξετύλιξα το νήμα απ’ την αρχή. Μα σ’ όποια εποχή κι αν η μνήμη μου μ’ έριχνε, περιφερόμουν στα στενά της ζωής μου σαν ξένη. Μπερδεύοντας σπίτια,

14 συμβάντα και ονόματα. Έγινα, είναι φανερό, δύσκολη. Είμαι δύσκολη. Ξέρω πως εκεί έξω είναι άνθρωποι καλοί. Μα δεν ψάχνω για κάποιον καλό. Ψάχνω να βρω τον δικό μου. Ζητώ πολλά, πάρα πολλά. Και να ’μαι, με τα χέρια αδειανά, που τα κοιτώ να μαραίνονται και να γερνούν.


Ω… Η εικόνα που είχα στο μυαλό άρχισε να θολώνει: Να φτάνω στο μυστήριο με τ’ άσπρο νυφικό και να ’ν’ η καρδιά μου μια γιορτή· που αρχίζει. Κι όταν θα μεγάλωνε λιγάκι το μωρό, θα τρέχαμε, θα παίζαμε, ακόμα και κρυφτό. Δήθεν θα έψαχνα από δω, θα έψαχνα από κει, μα πάντα θα το έβρισκα στην κρυψώνα που τ’ αρέσει. Το γλυκό μου…