Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πένθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πένθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25.7.16

Τέλλος Φίλης: Τη μέρα που "έφυγες"



όταν έφυγε
κι επέστρεψα στο άδειο σπίτι
ένα πουλάκι ανώνυμο μου χτύπησε το τζάμι της βεράντας
κι όταν άνοιξα το φύλλο 
πέταξε μέχρι τη φωτογραφία του
―αυτή με τη σκαλιστή κορνίζα―
κι έκατσε πάνω της, κοιτάζοντάς με, ακίνητο

είμαι σίγουρος πως ένα μήνυμα μου έλεγε
που δεν μπορούσα να κατανοήσω
είχα από καιρό χάσει την αθωότητά μου
τη δυνατότητα να επικοινωνώ
με τρόπους πέρα απ' τ' ανθρώπινα

ώσπου βαρέθηκε και πέταξε μακριά
από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα
στον ουρανό


χωρίς ποτέ να μάθω τις τελευταίες λέξεις 
που μου αναλογούσαν 
πριν πεινασμένος και μόνος πέσω με τα μούτρα 
στα κόλυβα που σου ’χα ετοιμάσει αποβραδίς.


Ο Τέλλος Φίλης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, 
μεγάλωσε στο Νέο Ψυχικό και, 
ύστερα από πολυετείς περιπλανήσεις εντός και εκτός, επανεγκαταστάθηκε πριν από λίγα χρόνια, 
οριστικά, στη Θεσσαλονίκη. 
Δημιούργησε την ομάδα "Η Ποίηση Γυμνή" 
και συντονίζει τη δράση της.

Το τελευταίο του βιβλίο, 
Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ και άλλα κείμενα
κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου.

14.7.16

Τέλλος Φίλης: Πένθος



Πένθος είναι η αναπάντητη αναφορά
σε δρόμους ολομόναχους κι άγριους
τον καιρό του λιγότερου.

Πένθος είναι η σιωπή, σε κλειστά μπουκάλια μνήμης
ριγμένα σε ένα πέλαγος  ερωτήσεων
που αεροστεγώς θα παραμείνουν
εκεί
ανάμεσα σε  επίπλαστες βεβαιότητες

για πάντα.

7.6.16

Τέλλος Φίλης: «Ποιο είναι το δεξί, μαμά;»

                                                                                      

εικόνα: Τέλλος Φίλης, «Στεφάνι από γιασεμί»


                                          ―μνήμη Ράνιας―

  
Οι κηδείες περιέχουν κάτι το οριστικό
πόσο δύσκολο είναι κάθε φορά το αόριστο επιζών Εγώ μας
να αλλάζει χρονικό προσδιορισμό

Είναι σα να μαθαίνεις να ξαναπερπατάς
πρώτα το δεξί, μετά το αριστερό
«ποιο είναι το δεξί, μαμά;»

Έτσι πέφτουμε μπουρδουκλωμένοι
σε χάπια σε ποτά και εξαρτήσεις
μη χάσουμε τα βήματα
―τα από καιρό χαμένα―
και ξημερώνει μια Τρίτη μια Τετάρτη
ημέρα των παλιών νεκρών σου
με μια καινούργια αναχώρηση

Κι εσύ γεμάτος γρατζουνιές στα γόνατα
απ’ τα απανωτά πεσίματα
με παραμορφωμένα άκρα απ’ το σφίξιμο
ακίνητος
με ανάπηρα άκρα και μάτια
να υποψιάζεσαι στον ουρανό
το φως
ανάμεσα στα σύννεφα
να σε καλωσορίζει
μέρα τη μέρα
φευγιό το φευγιό
μνήμη τη μνήμη
σιωπή τη σιωπή

να συνεχίζεις να ανεβαίνεις τα σκαλιά
―ζωή τα λένε― που πιο κοντά και στο δικό σου τέλος
θα σε φέρουν.