Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλιπ Ροθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλιπ Ροθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.5.18

Ο έρωτας στα γηρατειά




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

[ πρώτη δημοσίευση: Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 7.7.2002 ]


Ο Φίλιπ Ροθ αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο σημαντικούς ζώντες* Αμερικανούς συγγραφείς. Γεννήθηκε το 1933 σε μία μικροαστική εβραϊκή οικογένεια, στη βιομηχανική πόλη Νιούαρκ του Νιου Τζέρσι, απέναντι από τη Νέα Υόρκη. Άρχισε να γράφει στα μέσα της δεκαετίας του ’50.

Πρόκειται για συγγραφέα ειρωνικό, σαρκαστικό, με έναν πολύ δικό του τρόπο, μελαγχολικό, και ταυτόχρονα με διεισδυτικό, κριτικό βλέμμα στα ήθη και στη ζωή της μεταπολεμικής Αμερικής. Συχνά τα βιβλία του προκαλούν αντιδράσεις, που φτάνουν μέχρι το σκάνδαλο. Λόγου χάρη, αυτό συνέβη με το πρώτο του μυθιστόρημα, Αντίο Κολόμπους (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις), αλλά και με το περίφημο Η νόσος του Πορτνόυ (Εκδόσεις Γράμματα), για το οποίο μάλιστα ένα τμήμα της εβραϊκής κοινότητας τον αποκάλεσε «Εβραίο αντισημίτη».

O Ροθ είναι επίσης ιδιαίτερα παραγωγικός. Τα πιο πρόσφατα μυθιστορήματά του Αμερικανικό ειδύλλιο (1997), Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (1998), και Η ανθρώπινη κηλίδα (2000) κέρδισαν αντιστοίχως τις διακρίσεις Ambassador Book Award, Pulitzer Prize και PEN/Faulkner Award.

Το τελευταίο του μυθιστόρημα, Το ζώο που ξεψυχά (The Dying Animal, 2001), αποτελεί τρόπον τινά το επίμετρο της τριλογίας που συνιστούσαν τα τρία προαναφερθέντα βιβλία του. Η τριλογία αυτή φωτίζει το ιδεολογικό τοπίο της Αμερικής μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τείνει να αποδείξει πως ο αντικομμουνισμός, ο ψυχρός πόλεμος, το κίνημα των χίππυ’ς και πιο πρόσφατα η πολιτική ορθότητα συνδέονται ως ιδεολογίες. Στο Ζώο που ξεψυχά, ο Ροθ φιλοδοξεί να αναδείξει την επίδρασή τους στα σεξουαλικά ήθη του αμερικάνικου έθνους.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι συμπυκνωμένος Ροθ. Όπως το μυθιστόρημα του Ντον Ντελίλο Χρόνοι του σώματος είναι ένα σχετικά ολιγοσέλιδο βιβλίο 124 σελίδων ανάμεσα στα κατά τα άλλα εκτενή πεζογραφήματά του, έτσι και Το ζώο που ξεψυχά είναι μία γοργή καταβύθιση στο μυαλό του Ροθ. Οι δαιδαλώδεις εσωτερικοί μονόλογοί του, το ταλέντο του να υποτάσσει το κάθε τι σε λογοτεχνικούς όρους, η τάση του για διεξοδικές περιγραφές, η "χρέωση" κάθε άποψης στον αναγνώστη, συγκροτούν μία ομοβροντία που καθηλώνει.

Αφηγητής όμως εδώ δεν είναι ο Νέιθαν Ζάκερμαν, το προσφιλές άλτερ έγκο του Ροθ, αλλά ο Ντέιβιντ Κέπες, καθηγητής σε κολλέγιο της Νέας Υόρκης, και ταυτόχρονα διάσημος θεατρικός κριτικός με εκπομπή στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Παρά την ηλικία του (περασμένα τα 60), ο Κέπες είναι ιδιαίτερα δραστήριος ερωτικά, εξ ου και συνάπτει σχέση θερμή και παθιασμένη με μία μόλις 24χρονη φοιτήτριά του, ονόματι Κονσουέλα Καστίγιο, κόρη πλούσιων Κουβανών αυτοεξόριστων, η οποία καταφέρνει να αναστατώσει την ερωτική του ζωή. Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σαν ομολογία-μονόλογος με άγνωστο αποδέκτη, και περιστρέφεται ακριβώς γύρω από την ακμή και την παρακμή αυτής της σχέσης, όπως την αντιλαμβάνεται ο Κέπες: ένα αρσενικό αρπακτικό, που θήτευσε επί δεκαετίες (αφού χώρισε με τη γυναίκα του, το 1960) στο ελεύθερο σεξ και τώρα αντιλαμβάνεται ότι η συνθήκη του αρπακτικού είναι, μοιραία, η μοναξιά.

Στο επίκεντρο του τολμηρού αυτού βιβλίου βρίσκεται μία μάλλον βίαιη σκηνή στοματικού έρωτα, όπου η Κονσουέλα, αφού ικανοποιήσει τον Κέπες, τον δαγκώνει, δείχνοντάς του τα όρια της υπομονής της αλλά και την οικονομία της ανταλλαγής που τους έχει ρουφήξει και τους δύο τους μέσα της. Η σκηνή αυτή, που ίσως προκαλεί αμηχανία ή και ενόχληση στον αναγνώστη, λειτουργεί ρυθμιστικά για το υπόλοιπο του βιβλίου, που είναι η αφήγηση του ανεξέλεγκτου πάθους του Κέπες για τη νεαρή μαθήτρια του.

Ο Ροθ καταφέρνει να εντάξει κάθε σκηνή αλλά και κάθε περιγραφή χαρακτήρα που παίρνει μέρος στην πλοκή του Ζώου που ξεψυχά μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανδρικής σεξουαλικότητας, που είναι το βαθύτερο θέμα του μυθιστορήματος.

Η κοινωνία μας φαίνεται να πιστεύει ότι η σαρκική επιθυμία από μια ηλικία και έπειτα συνιστά ένα είδος απρέπειας, παραβλέποντας την αλήθεια: η επιθυμία εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη κι όταν το σώμα δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί. Αλλά η σαρκική επιθυμία που είναι παρούσα στα περισσότερα από τα έργα του του Ροθ θεωρήθηκε από πολλούς απρεπής πολύ πριν ο Ροθ πατήσει τα εβδομήντα — όση είναι περίπου και η ηλικία του Κέπες.


Ο Μπεν Κίνγκσλεϊ και η Πενέλοπε Κρους στην «Ελεγεία του έρωτα» τανία της Ιζαμπέλ Κοϊξέτ 
βασισμένη στο μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ «Το ζώο που ξεψυχά»

Το ζώο που ξεψυχά δεν είναι ακριβώς ένα "ευχάριστο" κείμενο• και δεν μπορεί εύκολο να κατηγορήσει κανείς τις γυναίκες που τυχόν θα θεωρήσουν ότι ότι τις προσβάλλει. Παρά ταύτα, στους χαρακτηρισμούς "άσχημο" ή "προσβλητικό" μπορεί κανείς να αντιτάξει τον χαρακτηρισμό: αληθινό. Γιατί, όπως ακριβώς και στην τριλογία του που προαναφέρθηκε, έτσι και εδώ, ο Ροθ προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που η κοινωνία θεωρεί αποδεκτό και σε αυτό που είναι αληθινό. Για τον ήρωα του Ροθ, το σεξ είναι ο πιο αληθινός δεσμός ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Τη φάση που εκείνος προετοιμάζεται να "αποπλανήσει" την Κονσουέλα, όταν συζητά μαζί της για τη ζωή της αλλά και για τη λογοτεχνία και για τη ζωγραφική, ο Κέπες την αποκαλεί κωμωδία κατά την οποία δημιουργούμε έναν σύνδεσμο άλλον από εκείνον (ούτε καν μπορεί να συγκριθεί) που δημιουργείται φυσικά   και    γνήσια από τον πόθο. Συζητά μαζί της για τον Κάφκα και τον Βελάσκεθ και διερωτάται: Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τα βυζιά της και με το δέρμα της και με το παράστημά της; Η γαλλική τέχνη του φλερτ δεν μου προξενεί το παραμικρό ενδιαφέρον. Μόνον ο ζωώδης πόθος.

Όπως κάθε σπουδαίο κείμενο που ασχολείται με το σέξ —τα κείμενα του Χένρυ Μίλλερ αποτελούν λαμπρές εξαιρέσεις —, Το ζώο που ξεψυχά είναι ένα απαισιόδοξο βιβλίο. Ο Κέπες νιώθει πια την ανάγκη για συντροφικότητα που τόσα χρόνια είχε καταπολεμήσει, όπως νιώθει και σκλάβος της ερωτικής του επιθυμίας. Κι όσο πιο πολύ του παραδίνεται η Κονσουέλα τόσο μεγαλώνει μέσα του ο φόβος ότι θα τη χάσει. Ετσι, Το ζώο που ξεψυχά γίνεται μία διακήρυξη του τι είναι δυνατόν να συμβεί ανάμεσα σε δύο αμοιβαία αποκλειστικές επιθυμίες. 

Μερικά χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Πικάσο παρουσίασε στην Τέιτ Γκάλερι του Λονδίνου μία σειρά έργων του με θέμα τον καλλιτέχνη και το μοντέλο του. Εκεί ο μεγάλος ζωγράφος συνέδεε τη φθίνουσα σεξουαλική δύναμη του δημιουργού με την παρακμή των καλλιτεχνικών του δυνάμεων. Στο Ζώο που ξεψυχά, ο καλλιτέχνης και το μοντέλο, η αισθησιακή θεότητα και ο θερμός της λάτρης, συναντιούνται σε ένα γήπεδο, και η αναμέτρησή τους προκαλεί θλίψη και συγκίνηση ταυτόχρονα. Και ο Ροθ, όμοια με τον Πικάσο, φαίνεται να συνδέει τη δύναμη της τέχνης με τη σεξουαλική ορμή: και τα δύο είναι τρόποι αντιμετώπισης του θανάτου.

Κείμενο παθιασμένης αμεσότητας αλλά και καίριας διερεύνησης της δέσμευσης και της ελευθερίας, Το ζώο που ξεψυχά είναι διανοητικά τολμηρό, πειστικά ειλικρινές, και εξαιρετικά σύγχρονο: μία ιστορία σεξουαλικής ανακάλυψης που την αφηγείται ένας 70χρονος για τον εαυτό του· μία ιστορία για τη δύναμη του έρωτα και για την πραγματικότητα του θανάτου.

* Ο Ροθ πέθανε στις 22 Μαΐου 2018 στη Νέα Υόρκη.




Φίλιπ Ροθ
Το ζώο που ξεψυχά
Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς
Αθήνα
Εκδόσεις Πόλις 2002
149 σελ.



1.2.16

Βιβλία στο κομοδίνο του Γιάννη Τσολακίδη


Η σειρά είναι σωστή, πρώτα είχα βιβλίο και μετά κομοδίνο. Πολύ αργότερα, τότε που κατάλαβα ότι μεγαλώνω. Νομίζω μάλιστα ότι, κάποια στιγμή, έμφαση θα έπρεπε να δοθείκαι σ’ αυτό το δεύτερο συνθετικό του τίτλου, στον ρόλο που διαδραματίζει στη ζωή μας το κομοδίνο. Αλλά … δεν ζήτησε αυτό ο εντολέας του γραφτού μου.
Δεν έχω μονάχα ένα βιβλίο. Οφείλω να το πω. Από τότε που απέκτησα κομοδίνο (δύο για την ακρίβεια, αριστερά και δεξιά του κρεβατιού, όπως προβλέπεται, «δωρεά» της αδελφής μου, που τα είχε παραπανίσια) φορτώνω διάφορα, άλλες μέρες τίποτε σημαντικό για να το πεις ή να το γράψεις, όπως τσίχλες, κλειδιά, φάρμακα (περνάν τα χρόνια και συνηθίζουμε σαν «αυτονόητο» το παράταιρο, ένα αντιϋπερτασικό, ένα ντεπόν) ή κάτι που νομίζω πως θα το ξεπετάξω στα γρήγορα (μέγα σφάλμα), όπως το περιοδικό «Σχεδία»ή ένα τεύχος Sudokou, που καταπολεμά την άνοια, μου είπαν, άλλο ένα φάρμακο το λοιπόν.
Φυσικά, υπάρχουν επάνω στο κομοδίνο βιβλία. Τα αδιάβαστα, τα αρχινημένα, τα μισοδιαβασμένα. Μίγμα δώρων φίλων και δικών μου γενναιόδωρων για μένα εξόδων, στοιβάζονται με υπομονή 4-5, που εναλλάσσω την ανάγνωση και τη μελέτη τους ανάλογα με τα κέφια. Αχόρταγα τα συμπεριφέρομαι. Άλλο διαβάζω με βουλιμία κι άλλο, ίσως καλύτερο, το παρατώ γιατί με θλίβει. Άλλα μένουν συνεχώς ως … πνευματοφύλακες. Σταθερά, στην αριστερή ―πιο «διαβαστερή» (για τον απλό λόγο ότι με βολεύει να πέφτω στη δεξιά μεριά του κρεβατιού και να στρέφω τη διάταξη του σώματος προς τα αριστερά, ακόμη και σε ώρες διαβάσματος, όπως και στον ύπνο μου) πλευρά― παραμένουν «Το βιβλίο της ανησυχίας», Μπ. Σοάρες, Μετ.: Μ. Παπαδήμα, εκδόσεις «Εξάντας» 2004, και το «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974» του Β. Ραφαηλίδη, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 8η επανεκτύπωση Σεπτ. 2001, το καθένα για τους δικούς του χρήσιμους σκοπούς. Πριν κάτι μέρες, μεταφέρθηκαν οριστικά στη βιβλιοθήκη το «Καλά και σήμερα», της Σ. Νικολαΐδου, εκδ. «Μεταίχμιο», 1η έκδοση Οκτ. 2015, επειδή το τελείωσα, και το «2666» του R. Bolano, μετ. Κρ. Ηλιόπουλου, εκδ. Άγρα, 2011, που κατέληξα ότι δεν θα καταφέρω να τελειώσω, κρίμα, ποτέ, παραμένοντας περίπου 2 χρόνια στις σελίδες 638-639 (να σημειωθεί, παρακαλώ, ότι έχει 1.161 σελίδες, έκανα σχεδόν μισό τον άθλο).


Τούτο τον καιρό έχω ακόμη ένα μεγάλο και το διαβάζω λίγο λίγο. Το αγόρασα με μεγάλο ενθουσιασμό, είναι το «Ζούκερμαν Δεσμώτης» του Φίλιπ Ροθ, μετ. Σπύρου Βρετού, Εκδόσεις Πόλις, 2004. Το έχω προχωρήσει, η πνευματική μου ενέργεια αυτό τον καιρόόμως, καταπονούμενη σε διασπορά, δεν με βοηθά να το τελειώσω. Μπορεί στο βάθος και να μη θέλω.
Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει ο Ροθ, διάβασα και άκουσα πολλές γνώμες και απόψεις συνηγορούσες για την αξία του, αλλά δεν είναι αυτό. Μάλλον είναι ως εξής: Μ’ αρέσει γιατί και περιγράφει - ιστορεί και εννοεί. Στοιχείο γραφής που δεν το έχουν πια πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς· άλλοι μόνο περιγράφουν κι άλλοι πάλι μόνο εννοούν. Ίσως απλώς αυτό. Ειδικά στο μυθιστόρημα ―ίσως συντηρητικός και παλαιομοδίτης, πιθανώς και όχι των νέων ρευμάτων πολυδιαβασμένος― αγαπώ και απαιτώ την πλοκή, την ιστορία, τους ήρωες, τον μύθο. Ας πούμε, στις σελίδες 516-517, στο «Μάθημα Ανατομίας», μια σκηνή μεταξύ Ζούκερμαν και Γιάγκα απομονώνω, για να δείξω τι εννοώ:

«… Ένα ανεμοδαρμένο νοεμβριάτικοβράδυ, με τη βροχή και το χαλάζι να μαστιγώνουν τα παράθυρα και τη θερμοκρασία κάτω απ’ το μηδέν, ο Ζούκερμαν πρόσφερε στη Γιάγκα δέκα δολάρια να πάρει ταξί. Του πέταξε τα λεφτά στα μούτρα κι έφυγε. Λίγα λεπτά αργότερα είχε γυρίσει πίσω, το παλτό από μαύρη τσόχα μούσκεμα κιόλας.
«Πότε θέλεις να με ξαναδείς;»
«Από σένα εξαρτάται. Όποτε νιώθεις αρκετά χολωμένη».
Λες κι ήθελε να τον δαγκώσει, όρμησε στα χείλια του. Το επόμενο απόγευμα του είπε, «Πρώτη φορά που φιλάω κάποιον εδώ και δύο χρόνια.»
«Κι ο άντρας σου;»
«Ούτε που το κάνουμε πια.»
Ο άντρας με τον οποίο είχε αυτομολήσει δεν ήταν ο άντρας της. Αυτό του αποκαλύφθηκε την πρώτη φορά που η Γιάγκα ξεκούμπωσε τα υπόλοιπα κουμπιά της καινούργιας της μεταξωτήςμπλούζας και γονάτισε δίπλα του πάνω στο στρωματάκι.
«Και γιατί αυτομόλησες μαζί του;» [...]

Σ’ αυτό το πολύ μικρό απόσπασμα, ακόμη και μόνο σ’ αυτό, ο αγαπητός Ροθ δίνει όλα τα παραπάνω στοιχεία για ήρωες και μύθο (αλλά και νοήματα) που γυρεύω ως «παραμυθία» στο μυθιστόρημα.
Πέρα από την έξοχου ρεαλισμού περιγραφή, καθαρές εικόνες, σύντομες προτάσεις και κοφτές, να μεταδίδουν κάπως σαν σινεμά το πράγμα, οι φράσεις «όποτε νιώθεις αρκετά χολωμένη» και «...γιατί αυτομόλησες μαζί του;» ανοίγουν κεφάλαια δοκιμιακής και φιλοσοφικής γραφής για τον ψυχισμό, το ένστικτο, την πρώτη ουσία για το πώς και γιατί πάμε να «συναντηθούμε» σώμα με σώμα.

Εντέλει πάντως (καταλαβαίνω τώρα, μετά την ερώτηση του θέματος… ), στο κομοδίνο κρατώ μάλλον τα βιβλία «συντροφιάς» και «υπενθυμίσεων», κάτι σαν πνευματική υποστύλωση σε έναν εαυτό που γέρνει γερνώντας. Ό,τι με συγκίνησε και με απορρόφησε, χωρίς απαραιτήτως να είναι το καλύτερο, τέλειωσε σχεδόν μονορούφι και πήγε, χωρίς να είναι υποτιμητικό, στα ράφια, δηλαδή στην ιστορία. (Αφήνοντας, υποθέτω, όσα δικά του ερωτεύτηκα εντός).

Ζωγραφική: Γιάννης Τσολακίδης

22.11.14

Φίλιπ Ροθ: Τι κάνεις όταν είσαι εξήντα δύο χρονών και...;


[...] Τι κάνεις έτσι και είσαι εξήντα δύο χρονών και πιστεύεις ότι ποτέ ξανά δεν θα καταφέρεις κάτι με ένα τόσο όμορφο πλάσμα; Τι κάνεις αν είσαι εξήντα δύο χρονών και η παρόρμηση να απολαύσεις ό,τι μπορείς είναι δυνατότερη από ποτέ; Τι κάνεις αν είσαι εξήντα δύο χρονών και όλα εκείνα τα μέρη του σώματος που ώς τώρα ήταν αόρατα (νεφρά, πνεύμονες, φλέβες, αρτηρίες, εγκέφαλος, έντερα, προστάτης, καρδιά) αρχίζουν σιγά σιγά να κάνουν δυσάρεστα αισθητή την παρουσία τους, ενώ το όργανο που μέχρι σήμερα ήταν το πιο αντιπροσωπευτικό στη ζωή σου είναι καταδικασμένο να μαραζώσει και να περιπέσει σε αχρησία; [...]

Απόσπασμα από τη νουβέλα του Φίλιπ Ροθ Το ζώο που ξεψυχά (μετ.: Γιώργος Τσακνιάς, Εκδόσεις Πόλις 2002], κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο άρτια και σοφά οικονομημένα βιβλία του.

Ο Ροθ γεννήθηκε το 1933 στο Νιούαρκ. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στα πανεπιστήμια του Bucknell και του Σικάγου. Διετέλεσε καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια του Πρίνστον, της Νέας Υόρκης (Hunter College) και της Πενσυλβανίας. Διηύθυνε τη σειρά «Συγγραφείς της άλλης Ευρώπης» στις εκδόσεις Penguin και γνώρισε στο αμερικανικό κοινό συγγραφείς όπως ο Μπρούνο Σουλτς και ο Μίλαν Κούντερα. Κυκλοφορούν στα ελληνικά αρκετά βιβλία του (http://www.biblionet.gr/author/9358/Philip_Roth), στην πλειονότητά τους από τις Εκδόσεις Πόλις, οι οποίες πρόσφατα κυκλοφόρησαν το βιβλίο του Ροθ Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους (μετ.: Κατερίνα Σχινά), μια εμβληματική συλλογή με δοκίμια και συνεντεύξεις του Ροθ. Όπως έγραψε ο Ηλίας Μαγκλίνης στην Καθημερινή, «προσφέρεται ιδανικά για τους φανατικούς του αναγνώστες αλλά και για όσους θα ήθελαν να μυηθούν στον συγγραφικό του κόσμο χωρίς να ξεκινήσουν με κάποιο από τα μυθιστορήματά του. Μαζί με τις «Κουβέντες του σιναφιού» αποτελούν έναν πρώτης τάξεως οδηγό σε μια οδό που κινείται κάπου ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, στον στοχασμό πάνω στη γραφή και στο ίδιο το συγγραφικό εργαστήρι – με κάμποσα ψήγματα (αυτο)βιογραφίας μέσα».