Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bulling. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bulling. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.3.15

Είμαι ο Βαγγέλης



του Θωμά Κοροβίνη

Είμαι ο Βαγγέλης. Με τα τριπλά του χρόνια. Είναι ο γιος μου, ο εγγονός μου, όμως είναι ο αδερφός μου, είναι το σπλάχνο μου, είμαι εκείνος. Είμαι το ομοίωμά του, είμαι το αίμα του, είμαι εκείνος. Είμαι ο Βαγγέλης. Μα είμαι ζωντανός. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή. Στο μεταξύ, πόσες φορές μ’ έχουν πεθάνει και μένα! Όσες αναγνωρίζω, γιατί υπάρχουν κι άλλες ανεπαίσθητες δολοφονίες, άλλα κρυφά φονικά που έχουν συντελεστεί στην πλάτη μου, μα δεν τα ξέρω. Ή μάλλον κάνω πως δεν τα ξέρω, γιατί δεν αντέχεται τόσο βάρος. Ναι, «όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους» λέει ο Καρυωτάκης.

Μόνον εγώ το ξέρω όμως το πώς είμαι ακόμα ζωντανός. Εκατό ζωές δε θα μου ’φταναν για να γράψω εκατό γραφές και χίλια τραγούδια για να χωρέσουν αυτόν τον ζωντανό θάνατο. Με παίδεψαν πολύ, με τυράννησαν με ποικίλα χοντροκομμένα και άπειρα πιο ανάλαφρα, αβάσταχτα όμως, πρώιμα μπούλινγκ. Εκείνα της δεκαετίας του ’60, μα που ήταν, λες εκ των υστέρων, ο κόσμος πιο απαίδευτος, όμως μέσα στην μετεμφυλιακή του μιζέρια, με το χνώτο του άκαμπτου χωροφύλακα στο σβέρκο, την αχορταγιά των κοτζαμπάσηδων της εποχής, τη βίτσα του δάσκαλου, την παντοκρατορία των στρατόκαβλων και την ανατολίτικη σατραπεία του πατέρα-αφέντη, να βρίσκουν τα αντίβαρά τους σε ανθρώπινες αγκαλιές, που άνοιγαν πρόθυμα σε κάθε βασανισμένη γειτονιά. Κακά τα ψέματα, ο κόσμος ήταν πάντα ίδιος, κι έτσι καθώς φαίνεται θα πάει (χιλιάδες Μαρξ και Φρόυντ να γεννηθούν), αλλά, θαρρείς, τότε μια ιδέα πιο ανθρώπινος. Είχαν ζήσει πόλεμο και πείνα οι δικοί μας,  είχαν στερηθεί κι είχαν διδαχτεί και είχαν μιαν ισόβια αγωγή στη συμπόνια. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους» λέει ο Αναγνωστάκης.

Κρατούσα άσβεστη μια φλόγα αντίστασης, έτσι γλίτωσα απ’ τους βασανιστές μου. Δεν μπορεί ο καθένας όχι, δεν έχουν όλοι τα ίδια ψυχικά συστατικά. «Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο λέει ο Σεφέρης. Χωνόμουνα στην  αγκαλιά της γιαγιάς μου, αμίλητος ― πού να μιλήσεις! Ούτε τώρα θα μιλήσω. Δεν θα μιλήσω ποτέ. Αν και, με τον δικό μου τρόπο μιλάω, και μιλάω ανοιχτά πάντοτε, πολύ ανοιχτά, δεν έχω ανάγκη κανέναν ―χρέος είναι εξάλλου―, αφού, καθώς χωνόμουνα μέσα στα χαρτιά, μ’ ένα μολύβι έχτισα τον δικό μου κόσμο, δίπλα στο κόσμο μας. Και ανακάλυψα εκεί μια μορφή ―όχι πλαστής― ευτυχίας. Βρήκα όμως την ψυχή, είχα το σθένος, πώς να το πω, και έχτισα τις αξίες μου, αγάπησα τους ανθρώπους, έζησα παραδείσους ερωτικούς, ανέπτυξα την προσωπικότητά μου, χόρτασα ζωή. Όλα χειροποίητα. Και πάντοτε με εμπόδια. Οι τρικλοποδιές, τα χουνέρια και οι παγίδες μ’ έκαναν ακόμη πιο ατσάλινο. «Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας» θα ’λεγε ο Ταχτσής. Όχι μόνον.

Έκανα κι εγώ μικρότερος κάποια μικρομπούλιγκ, κάποιους πλήγωσα, δεν μπορεί. Ο Βαγγέλης ―με την άγια ικεσία και την πεντάμορφη αγνότητα στο βλέμμα του― είναι η χωλή Μαρία (κουτσάβλα), η χοντρή κυρία (βαρέλα), η ζαρωμένη γιαγιά (πουρόγρια), ο κουνιστός συμμαθητής (γυναικούλα), ο φιλάσθενος περαστικός (χτικιάρης), ο σακατεμένος παππούς (σκατόγερος). Ατερμάτιστη η ανερμάτιστη ρατσιστική Βαβέλ.  



Όταν η ζωή σου γίνεται μαρτύριο, μπορεί να οδηγηθείς  εθελουσίως στην έξοδο. «Ευτυχώς που υπάρχει κι η αυτοκτονία» δηλώνει ένας Γάλλος, ο Γκουαταρί νομίζω. «Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι» αρχίζει ο Σικελιανός το ποίημά του «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα», εξυμνώντας το άφευκτον της γενναίας αυτοχειρίας. Μα εδώ πρόκειται για πεντακάθαρο έγκλημα.        

Αδικώ τις πόλεις που τις βρίζω συχνά ―κι όχι άδικα― για άλλους λόγους. Τώρα θα πω «ζήτωσαν τα πολύβουα άστεα» που λειτουργούν ως σύγχρονα καταφύγια θηραμάτων («χωράμε όλοι στο τραπέζι, και τα όρνια και τα σπουργίτια» θα ’λεγε ο Έλιοτ). Βέβαια, κανένα καλό αρσενικό ―και καλά αρσενικά είναι μόνο τα υψηλής ευαισθησίας― δεν γλιτώνει απ’ την επικροτούμενη τσογλανερί των αιώνιων ΕΣΑτζήδων, το φασιστικό σώμα που δεν θα καταργηθεί από κανέναν Τσίπρα του πλανήτη. Αυτά τ’ αρσενικά, τα καλύτερα,  είναι που δε γλιτώνουν ούτε απ’ τις γυναίκες, τις ερωμένες, τους ερωμένους, τους φίλους μα ούτε κι απ’  τις ίδιες της μανάδες τους. Και δεν υπαινίσσομαι τίποτε το ομοφυλόφιλο ― χωρίς βέβαια να το εξαιρώ. Αυτοί είναι οι «γιοι χωρίς μητέρα» ―έτσι τους βάφτισε ο Ζαν Ζενέ―, οι ανθρωπινότεροι των άλλων, των πολλών. Εκείνων των ανασφαλών πορδών που υπηρετούν ισοβίως στο «Λεβεντομαλακιστάν», οι αγάμητες κομπλεξάρες. («Παντέρμη Κρήτη, κόσμημα της γης, μην πας πλέον χαράμι για τα θλιβερά σου κυνικά χωριατόπουλα  που τους έμαθες καλά να μην ξεχωρίζουν το τσουτσουνάκι τους απ’  την μπιστόλα, άλλαξε πια τροπάριο, Λεβεντογέννα μου!»)         

Τώρα δεν μπορεί να με πειράξει πια κανείς απ’ αυτούς. Δεν τρέφω μίσος. Μόνον αηδία, μιαν απέραντη αηδία. Και οίκτο. Μα στο βάθος βασιλεύει ένας καγχαστικός θρίαμβος. Τώρα πια δε μπορούν να με «φάνε»  εκείνοι. Αν μπορούσαν θα το ’καναν ευχαρίστως. Ακόμη και τώρα που γερνάνε. Μα τι ανάγκη! Έχουν αφήσει άλλους στη θέση τους, αξιότερους σαδίκλες. Είναι αυτοί που με σκότωσαν ξανά στο πρόσωπο του Βαγγέλη. Και που, αν μπορούσα, θα τους σκότωνα κι εγώ με τη σειρά μου χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί η εκδίκηση αυτή είναι ιερή, δεν προσωποποιείται, είναι προϊόν μιας αδικίας ιστορικής, ανήκει στο διηνεκές. Μα δε θα γίνει έτσι ποτέ. Θα κοιμηθώ απόψε παίρνοντας αυτό το σπαραγμένο γιαβράκι στα όνειρά μου, όπως θα κάνω από δω και πέρα κάθε νύχτα, κι όταν κάποτε κάποιο τρένο κι εμένα θα με πάρει, Βαγγέλη μου, του Χάρου μου θα σε κάνω διήγημα.  

16 Μαρτίου 2015

ΕΙΜΑΙ Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ

Είμαι ο Βαγγέλης. Με τα τριπλά του χρόνια. Είναι ο γιος μου, ο εγγονός μου, όμως είναι ο αδερφός μου, είναι το σπλάχνο μου, είμαι εκείνος. Είμαι το ομοίωμά του, είμαι το αίμα του, είμαι εκείνος. Είμαι ο Βαγγέλης. Μα είμαι ζωντανός. Τρόπος του λέγειν δηλαδή. Στο μεταξύ πόσες φορές μ’ έχουν πεθάνει και μένα! Όσες αναγνωρίζω, γιατί υπάρχουν κι άλλες ανεπαίσθητες δολοφονίες, άλλα κρυφά φονικά που έχουν συντελεστεί στην πλάτη μου μα δεν τα ξέρω. Ή μάλλον κάνω πως δεν τα ξέρω γιατί δεν αντέχεται τόσο βάρος. Ναι, «όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους», λέει ο Καρυωτάκης.
    Μόνον εγώ το ξέρω όμως το πώς είμαι ακόμα ζωντανός. Εκατό ζωές δε θα μου ’φταναν για να γράψω εκατό γραφές και χίλια τραγούδια για να χωρέσουν αυτόν τον ζωντανό θάνατο. Με παίδεψαν πολύ, με τυράννησαν με ποικίλα χοντροκομμένα και άπειρα πιο ανάλαφρα, αβάσταχτα όμως, πρώιμα μπούλινγκ. Εκείνα της δεκαετίας του ’60, μα που ήταν, λες εκ των υστέρων, ο κόσμος πιο απαίδευτος, όμως μέσα στην μετεμφυλιακή του μιζέρια, με το χνώτο του άκαμπτου χωροφύλακα στο σβέρκο, την αχορταγιά των κοτζαμπάσηδων της εποχής, τη βίτσα του δάσκαλου, την παντοκρατορία των στρατόκαβλων και την ανατολίτικη σατραπεία του πατέρα-αφέντη, να βρίσκουν τα αντίβαρά τους σε ανθρώπινες αγκαλιές που άνοιγαν πρόθυμα σε κάθε βασανισμένη γειτονιά. Κακά τα ψέματα, ο κόσμος ήταν πάντα ίδιος, κι έτσι καθώς φαίνεται θα πάει(χιλιάδες Μαρξ και Φρόυντ να γεννηθούν) αλλά, θαρρείς, τότε μια ιδέα πιο ανθρώπινος. Είχαν ζήσει πόλεμο και πείνα οι δικοί μας,  είχαν στερηθεί κι είχαν διδαχτεί και είχαν μιαν ισόβια αγωγή στη συμπόνια. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους», λέει ο Αναγνωστάκης.  
    Κρατούσα άσβεστη μια φλόγα αντίστασης, έτσι γλίτωσα απ’ τους βασανιστές μου. Δε μπορεί ο καθένας όχι, δεν έχουν όλοι τα ίδια ψυχικά συστατικά. «Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο», λέει ο Σεφέρης.  Χωνόμουνα στην  αγκαλιά της γιαγιάς μου, αμίλητος, -που να μιλήσεις! Ούτε τώρα θα μιλήσω. Δε θα μιλήσω ποτέ. Αν και, με τον δικό μου τρόπο μιλάω, και μιλάω ανοιχτά πάντοτε, πολύ ανοιχτά, δεν έχω ανάγκη κανέναν, -χρέος είναι εξάλλου- αφού, καθώς χωνόμουνα μέσα στα χαρτιά, μ’ ένα μολύβι έχτισα τον δικό μου κόσμο, δίπλα στο κόσμο μας. Και ανακάλυψα εκεί μια μορφή –όχι πλαστής- ευτυχίας. Βρήκα όμως την ψυχή, είχα το σθένος, πως να το πω, και έχτισα τις αξίες μου, αγάπησα τους ανθρώπους, έζησα παραδείσους ερωτικούς, ανέπτυξα την προσωπικότητά μου, χόρτασα ζωή. Όλα χειροποίητα. Και πάντοτε με εμπόδια. Οι τρικλοποδιές, τα χουνέρια  και οι παγίδες μ’ έκαναν ακόμη πιο ατσάλινο. «Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας», θα’ λεγε ο Ταχτσής. Όχι μόνον.
    Έκανα κι εγώ μικρότερος κάποια μικρομπούλιγκ, κάποιους πλήγωσα, δε μπορεί. Ο Βαγγέλης –με την άγια ικεσία και την πεντάμορφη αγνότητα στο βλέμμα του- είναι η χωλή Μαρία(κουτσάβλα), η χοντρή κυρία(βαρέλα), η ζαρωμένη γιαγιά(πουρόγρια), ο κουνιστός συμμαθητής(γυναικούλα), ο φιλάσθενος περαστικός(χτικιάρης), ο σακατεμένος παππούς(σκατόγερος). Ατερμάτιστη η ανερμάτιστη ρατσιστική Βαβέλ.  
     Όταν η ζωή σου γίνεται μαρτύριο, μπορεί να οδηγηθείς  εθελουσίως στην έξοδο. «Ευτυχώς που υπάρχει κι η αυτοκτονία»,  δηλώνει ένας Γάλλος, ο Γκουαταρί νομίζω. «Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι», αρχίζει ο Σικελιανός το ποίημά του «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα» εξυμνώντας το άφευκτον της γενναίας αυτοχειρίας. Μα εδώ πρόκειται για πεντακάθαρο έγκλημα.        
    Αδικώ τις πόλεις που τις βρίζω συχνά –κι όχι άδικα- για άλλους λόγους. Τώρα θα πω «ζήτωσαν τα πολύβουα άστεα» που λειτουργούν ως σύγχρονα καταφύγια θηραμάτων («χωράμε όλοι στο τραπέζι, και τα όρνια και τα σπουργίτια» θα’ λεγε ο Έλιοτ). Βέβαια κανένα καλό αρσενικό –και καλά αρσενικά είναι μόνο τα υψηλής ευαισθησίας- δεν γλυτώνει απ’ την επικροτούμενη τσογλανερί των αιώνιων εσατζήδων, το φασιστικό σώμα που δεν θα καταργηθεί από κανέναν Τσίπρα του πλανήτη. Αυτά τ’ αρσενικά, τα καλύτερα,  είναι που δε γλιτώνουν ούτε απ’ τις γυναίκες, τις ερωμένες, τους ερωμένους, τους φίλους μα ούτε κι απ’  τις ίδιες της μανάδες τους. Και δεν υπαινίσσομαι τίποτε το ομοφυλόφιλο –χωρίς βέβαια να το εξαιρώ. Αυτοί είναι οι «γιοι χωρίς μητέρα», έτσι τους βάφτισε ο Ζαν Ζενέ, οι ανθρωπινότεροι των άλλων, των πολλών. Εκείνων των ανασφαλών πορδών που υπηρετούν ισοβίως στο «Λεβεντομαλακιστάν», οι αγάμητες κομπλεξάρες. («Παντέρμη Κρήτη, κόσμημα της γης, μην πας πλέον χαράμι για τα θλιβερά σου κυνικά χωριατόπουλα  που τους έμαθες καλά να μην ξεχωρίζουν το τσουτσουνάκι τους απ’  την μπιστόλα, άλλαξε πια τροπάριο, Λεβεντογέννα μου!»)         
     Τώρα δε μπορεί να με πειράξει πια κανείς απ’ αυτούς. Δεν τρέφω μίσος. Αηδία, μιαν απέραντη αηδία. Και οίκτο. Μα στο βάθος βασιλεύει ένας καγχαστικός θρίαμβος. Τώρα πια δε μπορούν να με «φάνε»  εκείνοι. Αν μπορούσαν θα το ’καναν ευχαρίστως. Ακόμη και τώρα που γερνάνε. Μα τι ανάγκη! Έχουν αφήσει άλλους στη θέση τους, αξιότερους σαδίκλες.  Είναι αυτοί που με σκότωσαν ξανά στο πρόσωπο του Βαγγέλη. Και που, αν μπορούσα,  θα τους σκότωνα κι εγώ με τη σειρά μου χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί η εκδίκηση αυτή είναι ιερή, δεν προσωποποιείται, είναι προϊόν μιας αδικίας ιστορικής, ανήκει στο διηνεκές. Μα δε θα γίνει έτσι ποτέ. Θα κοιμηθώ απόψε παίρνοντας αυτό το σπαραγμένο γιαβράκι στα όνειρά μου, όπως θα κάνω από δω και πέρα κάθε νύχτα, κι όταν κάποτε κάποιο τρένο κι εμένα θα με πάρει, Βαγγέλη μου, του Χάρου μου θα σε κάνω διήγημα.  

16 Μαρτίου 2015

Εδώ Λουξεμβούργο: να είσαι ο εαυτός σου και να μη φοβάσαι



του Φοίβου Μπότση

πηγή: http://www.protagon.gr

Θυμάμαι πως αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση όταν πρωτοπερπάτησα στο κέντρο της πόλης του Λουξεμβούργου, το 2013, ήταν η καμπάνια του δήμου που «έτρεχε» τότε. Το μότο της, ένα λογοπαίγνιο με τις λέξεις «πόλη» και «πλουραλισμός» δέσποζε παντού - σε λεωφορεία, σταντ, προσόψεις κτιρίων: «Multiplicity».

Αν συνειδητοποίησα ένα πράγμα στα δύο χρόνια που είμαι στο Λουξεμβούργο, είναι ότι η διαφορετικότητα εδώ δεν είναι απλά ένα σλόγκαν, αλλά χειροπιαστή πραγματικότητα. Ζήτημα σχεδόν υπαρξιακό για μια μικρή χώρα της οποίας κινητήρια δύναμη είναι οι frontaliers (εργαζόμενοι που κατοικούν σε γειτονικές χώρες, ιδίως τη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Γερμανία) και της οποίας η πρωτεύουσα κατοικείται σε ποσοστό 67% από ξένους, η αποδοχή του διαφορετικού αποτελεί στο Λουξεμβούργο αναγκαίο όρο συμβίωσης και ευημερίας.

Εννοώ τη διαφορετικότητα υπό κάθε πιθανή έκφανσή της και, πάντως, σίγουρα όχι ως «παρέκκλιση από τον κανόνα», αλλά ως το δικαίωμα του καθενός να είναι ο εαυτός του (εθνικά, γλωσσικά, φυλετικά, θρησκευτικά, σεξουαλικά, κτλ.) χωρίς να φοβάται τίποτα και κανέναν. Δεν ξέρω αν παλιότερα η διαφορετικότητα αντιμετωπίστηκε ως «αναγκαίο κακό» με το οποίο η τοπική κοινωνία χρειάστηκε να μάθει να ζει. Ξέρω όμως πως σήμερα αποτελεί δεδομένο που και η Πολιτεία λαμβάνει υπόψη της για να σχεδιάσει και να υλοποιήσει δημόσιες πολιτικές, και η κοινωνία αντιμετωπίζει ως αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς της.

Σκέφτομαι την περσινή κεντρική προεκλογική ομιλία του Γιούνκερ, ενός πολιτικού που κυβέρνησε τη χώρα επί 18 χρόνια. Στο επίκεντρό της ήταν η αξία της διαφορετικότητας. Ο Ξαβιέ Μπετέλ, που τον διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία, και ο οποίος είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος και δεσμευμένος με τον σύντροφό του, πρωταγωνιστεί στη φετινή καμπάνια για την «Ημέρα για τη Διαφορετικότητα» (Diversity Day), που γιορτάζεται (ναι, γιορτάζεται!) στις 12 Μαΐου.

Η λουξεμβουργιανή κοινωνία δεν είναι, φυσικά, κοινωνία αγγέλων. Προφανώς υπάρχουν κι εδώ φαινόμενα bullying (το οποίο πάντα εκλαμβάνει τη διαφορετικότητα ως αδυναμία). Μιλάω απλώς για την κυρίαρχη δημόσια ρητορική και το κυρίαρχο κοινωνικό ρεύμα.
Aυτές τις μέρες γράφτηκε στην Ελλάδα ο τραγικός επίλογος της εξαφάνισης του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Δεν θέλω να θίξω το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, γιατί αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη. Θέλω να σταθώ μόνο στο γεγονός ότι, σύμφωνα με αυτά που έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας, το παιδί αυτό κακοποιήθηκε βάναυσα από συμφοιτητές του, έζησε μια κόλαση, απλά και μόνο γιατί ήταν «διαφορετικό» (ό,τι είχε δηλαδή συμβεί μερικά χρόνια πριν και με τον μικρό Άλεξ στη Βέροια).

Με την ανακοίνωση της εφιαλτικής είδησης του θανάτου του Γιακουμάκη, άρχισε ο θρήνος στα κοινωνικά δίκτυα. Η ίδια κοινωνία που ουδέποτε ενθαρρύνει τη διαφορετικότητα, σπανίως την αποδέχεται και ακόμα σπανιότερα την προστατεύει, που πάντα κάνει τα στραβά μάτια όταν συμβαίνει το κακό, έσπευσε να πενθήσει «πάνδημα» έναν αδικοχαμένο νέο άνθρωπο.

Θα βρει, άραγε, ποτέ το θάρρος να συνειδητοποιήσει ότι εκείνοι που περιθωριοποίησαν το παιδί, εκείνοι που το έσπρωξαν στο κενό, είναι σάρκα εκ της σαρκός της; Ότι δεν αποτελούν παρθενογένεση αλλά προϊόντα ενός πολιτισμικού περιβάλλοντος που τους εκπαίδευσε να απαξιώνουν ό,τι δεν κατανοούν, να χλευάζουν ό,τι δεν τους μοιάζει, να συνθλίβουν ό,τι δεν γουστάρουν; Που δεν τους έμαθε ότι η διαφορετικότητα είναι, τελικά, απλά και μόνο, το αυτονόητο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να υπάρχει με τον τρόπο που εκείνος επιλέγει;

Αν όχι, τότε τα δάκρυά της είναι κροκοδείλια. Σε δέκα μέρες που το θέμα θα έχει φύγει από την επικαιρότητα, θα ξεχαστεί. Κι ο θάνατος του Βαγγέλη θα έχει αποτελέσει ένα ακόμα επεισόδιο μιας θλιβερής ιστορίας χωρίς ορατό τέλος.

* O Φοίβος Μπότσης σπούδασε Νομική στην Αθήνα. Μετά από μεταπτυχιακές σπουδές, δικηγορία και θητεία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από το 2013 εργάζεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο.

Συνείδηση



της Λώρης Κέζα

πηγή: http://www.tovima.gr


Ποιος μπορεί να έχει ήσυχη συνείδηση μετά την ανεύρεση του πτώματος ενός εικοσάχρονου που έφυγε από τη ζωή βασανισμένος από συνομήλικους; Ο πρώην διευθυντής της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων, μετά την εύρεση της σορού του Βαγγέλη Γιακουμάκη δήλωσε ότι έχει ήσυχη τη συνείδησή του. Καλά το διαβάσατε. Εχει ήσυχη τη συνείδησή του. Αραγε κοιμάται ήσυχος, θεωρώντας ότι έκανε καλά τη δουλειά του;

Ας μου επιτραπεί μια προσωπική απάντηση στον αρμόδιο που παραμένει ατάραχος.

Ως αρθρογράφος δεν έχω ήσυχη την συνείδησή μου.

Κάποια στιγμή είχα γράψει για τους νταήδες στην εκπαίδευση σημειώνοντας ότι υπάρχουν επιστήμονες που στήνουν φάμπρικα βιοπορισμού γύρω από το ζήτημα. Είχα γράψει ότι χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στο πείραγμα, το καλοπροαίρετο αστείο και την παρενόχληση. Είχα γράψει ότι στη δική μας τη γενιά τα βγάζαμε πέρα μόνοι μας. Για εκείνο το άρθρο λυπάμαι πολύ. Όχι ότι δεν υπάρχει φάμπρικα ειδικών, όχι ότι δεν υπάρχει υπερβολή γονέων που ανακατεύονται στο παραμικρό. Όμως δεν έπρεπε να υποτιμήσω τα ευρήματα των ερευνών. Κάποια παιδιά είναι πέρα από το όριο του αστείου και έχουν κακή και φθονερή προαίρεση. Αυτά θα έπρεπε να τα έχω γράψει και να τα έχω επαναλάβει.

Ως μάνα δεν έχω ήσυχη την συνείδησή μου.

Εχω μιλήσει στα παιδιά μου για τους σχολικούς νταήδες και έχω τη βεβαιότητα ότι δεν ανήκουν σε κάποια ομάδα που κοροϊδεύει ή απομονώνει άλλο παιδί. Τους λέω πόσο μου αρέσουν οι αδύναμοι άνθρωποι που στέκονται θαρραλέα απέναντι στους κάθε λογής Γολιάθ και στο τέλος νικούν. Πόσο καιρό όμως έχω να σκαλίσω το ζήτημα; Πόσους μήνες; Τόσους ώστε να υπάρχει περιστατικό χωρίς να το γνωρίζω, με το παιδί μου να είναι πιθανός θύτης ή θύμα. Κι όμως, η βεβαιότητα παραμένει: αυτό δεν θα συνέβαινε σε εμάς, δεν θα συνέβαινε στο δικό μας σχολείο. Κι όμως, παντού συμβαίνουν αυτά, σε όλες τις ηλικίες, σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον. Αυτά θα έπρεπε να τα έχω κατά νου και να μην εφησυχάζω.

Ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων δεν έχω ήσυχη την συνείδησή μου.

Ποτέ δεν καταπιάστηκα με το θέμα αν και προσφέρεται για τις αφηγήσεις μου. Μια ιστορία νταήδων, ένα θύμα, η ανατροπή των δεδομένων, η μεταμέλεια και όλα αυτά ιδωμένα από την ανάποδη δηλαδή χωρίς διδακτισμό. Τόσα και τόσα γράφω στα παραμύθια μου, θα μπορούσα να έχω βάλει σε λίγες σελίδες και το bullying. Δεν υπήρξε προτεραιότητα, δεν υπήρξε καν δευτερεύον θέμα με περιγραφές της βίας, της καταγγελίας, της τιμωρίας. Αυτά θα έπρεπε να τα έχω βάλει κάπου σε μια από τις αφηγήσεις μου.


Θα μπορούσα να τα έχω γράψει, θα μπορούσα να τα έχω πει. Δεν το έκανα. Δεν έχω τη συνείδησή μου ήσυχη.