21.7.13

Για τον πατέρα μου Πάνο Θασίτη





της Λήδας Θασίτη

πηγή: http://www.parallaximag.gr


Είναι η μοίρα των παιδιών των διανοουμένων να αισθάνονται ότι δυσκολεύονται να ανατείλουν το άστρο τους, κάτω από το εκτυφλωτικό φώς του ήλιου των πατεράδων τους. Λίγες μόνο μέρες έχουν περάσει από τον θάνατό του. Χτυπημένος από τον καρκίνο, πήρε φωτιά και κάηκε μπρός στα έκπληκτα μάτια μας. Διατήρησε όμως το νεανικό του σφρίγος ως το τέλος.
Ο πατέρας μου είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για τη θάλασσα. Νομίζω πως αναζητούσε να συνδέσει μαζί της κάθε προσωπική του στιγμή. Το γραφείο του βρισκόταν απέναντι από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, στον έβδομο όροφο. Από το πανοραμικό παράθυρό του μπορούσες να αγναντεύεις το τότε ακόμη απέραντο γαλάζιο του Θερμαϊκού κόλπου, τις χρωματιστές βαρκούλες που βρίσκονταν διάσπαρτες σαν πολύχρωμα νησάκια και την κινηματογραφική εικόνα των μεγάλων εμπορικών πλοίων που μπαινόβγαιναν στο λιμάνι. Η μπλε γοργόνα του Σικελιώτη που κρεμόταν στον αριστερό τοίχο, η προσωπογραφία του Αλεξανδρινού ποιητή, καθώς και το μεγάλο κοχύλι πάνω στο σκυριανό μπαούλο έδιναν την τελευταία πινελιά στο διάχυτο θαλασσινό στοιχείο. Όλα αυτά αποτελούσαν σίγουρα για κείνον οργανικά στοιχεία της βασανιστικής έμπνευσής του σε ποιήματα και δοκίμια, που με δωρική αυστηρότητα και λιτότητα έγραφε. Σχεδόν κάθε βράδυ, χειμώνα-καλοκαίρι, συνήθιζε, με επιστήθιους φίλους αλλά και μαζί μου, να κάνει ατέλειωτους περιπάτους στην παραλία της πόλης. Με παιγνιώδες αρχαϊκό χιούμορ συζητούσε για την Τέχνη, τον Πολιτισμό, την Πολιτική και τις Κοινωνικές Συμβάσεις, αλλά και για το Περιθώριο, τον Έρωτα και την Αγάπη. Κι εμένα το μυαλό και η ψυχή μου γέμιζαν ακαταχώρητες έννοιες και λέξεις, που όμως μ’ έναν σχεδόν μαγικό τρόπο με διαμόρφωναν και με καθόριζαν.
Ο πατέρας μου υπήρξε συνεπής πολέμιος του ευτελισμού και των άσκοπων κοινωνικών συναναστροφών, αναζητώντας πάντα την απόλυτη ταύτιση στις πράξεις και τις σχέσεις του πέρα από κοινωνικές συμβάσεις. Πίστευε στην άρρηκτη νομοτέλεια της διαχρονικής αξίας των πραγμάτων.
«Κι όμως η θάλασσα θα 'ρθει και θα δικάσει. Ό,τι ο καιρός κι ο δόλος συνάζουνε με υπομονή θα καταποντιστεί» σημειώνει σε έναν στίχο του. Κι αλλού πάλι. «Η θάλασσα θα 'ρθει και θα δικάσει. Κι ο άνθρωπος θα πορευτεί πάλι. Θα φανταστεί το μήλο και το φύλλο. Θα απλώσει ένα χαρτί και θα το πει πάλι ουρανό. Θα στήσει ψηλά έναν κόκκινο ήλιο και θα τον προσκυνήσει. Χαμηλά, θα αποθέσει το χόρτο, την αίγα και τη γυναίκα. Στη μέση, σαν βέλος, το Α του παιδιού» Κι εγώ, τώρα, το βέλος, το Α του παιδιού, σηκώνω τα μάτια στον ουρανό και ψάχνω να δω το πρόσωπό του, να ακούσω τη φωνή του και να βρω τη νοητή γραμμή που μας ενώνει. Ξαναδιαβάζω τα βιβλία του, βλέπω παλιές φωτογραφίες και προσπαθώ να φυλακίσω τον κοινό μας χρόνο. Αναζητώ το οξυδερκές πνεύμα και την αναλυτική του σκέψη στην καθημερινότητα και τα διλήμματα που στέκονται εμπρός μου. Γαληνεύω μόνο όταν το βλέμμα μου σταματά στον αχνό κύκλο που ενώνει τη θάλασσα με τον ουρανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: