27.5.07

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΠΟΥ ΕΚΛΕΙΣΕ ΕΝΑΝ ΔΡΟΜΟ

Διαβάστε το καταπληκτικό ρεπορτάζ της Χρύσας Νάνου στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος» (δημοσίευση: Δευτέρα 14 Μαϊου 2007)

Στους λόγους για τους οποίους μπορεί να κλείσει απρόβλεπτα ένας δρόμος (διαδήλωση, εμφάνιση κάποιου σταρ, διέλευση επισήμων) προσθέστε άλλον έναν: μία λογοτεχνική βραδιά. Oχι, όμως, μια οποιαδήποτε βραδιά του είδους. Το βράδυ του Σαββάτου, σε μια Θεσσαλονίκη σχεδόν έρημη από κόσμο, λόγω ζέστης και... Γιουροβίζιον, η οδός Δεσπεραί έκλεισε από τον κόσμο που δεν κατάφερε να μπει στο «Underground Eντευκτήριο», εκεί όπου η Κική Δημουλά διάβαζε ποιήματά της ενώπιον θερμών «φαν» της κάθε ηλικίας και κυρίως νέων, κάτω από τα 30.



Μία μεγάλη οθόνη plasma και ένα ηχείο στο πεζοδρόμιο της Δεσπεραί ανέλαβαν να «αποζημιώσουν» όσους έμειναν εκτός. Oσο για τους «εντός»; Αλλοι είχαν φροντίσει να «πιάσουν σειρά» μία ολόκληρη ώρα προτού αρχίσει η εκδήλωση, άλλοι στριμώχτηκαν στα σκαλάκια του ζεστού (κυριολεκτικά και μεταφορικά) υπογείου, οι περισσότεροι έμειναν όρθιοι. Δεν έλειψαν κι αυτοί που δυσφόρησαν και διαμαρτυρήθηκαν φωναχτά για την επιλογή του χώρου. «Γιορτάζουμε τα 20 χρόνια του Εντευκτηρίου και θελήσαμε να κάνουμε τη γιορτή αυτή στο σπίτι μας», εξήγησε ο Γιώργος Κορδομενίδης, «ψυχή» του λογοτεχνικού περιοδικού, που διοργάνωσε την εκδήλωση «Η Κική Δημουλά διαβάζει ποιήματά της», σε συνεγασία με το Κέντρο Πολιτισμού της νομαρχίας Θεσσαλονίκης και με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.
Όμως, η Κική Δημουλά ήταν χαρούμενη και συγκινημένη μέσα στο γενικό στρίμωγμα κι επιπλέον δεν ήθελε να κακοκαρδίσει κανέναν. «Λυπάμαι πολύ για τους όρθιους, λυπάμαι που δεν μπορώ να γίνω καρέκλα «θα το ήθελα πολύ», είπε, ενώ στο τέλος της εκδήλωσης υποσχέθηκε: «Θα σας δώσω έναν ευρύτατο καναπέ στη μνήμη μου, να στρογγυλοκαθίσετε».
Αν για την 75χρονη ποιήτρια του «Ερέβους», του «Λίγου του κόσμου», της «Εφηβείας της λήθης», η λέξη «μάταιο» δικαιούται δεσπόζουσα θέση στο ποιητικό της λεξιλόγιο, ο κόσμος που συνωστίσθηκε στο «Εντευκτήριο» ήταν γι' αυτήν «ανατροπείς του μάταιου». Ανάμεσά τους οι λογοτέχνες Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος Μάρκογλου, αρκετοί ηθοποιοί και μουσικοί. «Αν κουράστηκα μάταια, γιατί δεν είπα τίποτα περί ποιήσεως, είναι γιατί αυτός που γράφει ποιήματα, αυτός είναι κυρίως που δεν ξέρει κατά τη γνώμη μου τι είναι ποίηση. O,τι λέει είναι επινόηση της πολύ ευρηματικής άγνοιάς του και μ' αυτόν τον τρόπο σταθεροποιεί και περιπλέκει το μύθο του», είπε.

Ομως, η γυναίκα που ομολογεί ότι «περπάτησα πολύ στα αισθήματα, τα δικά μου και των άλλων» δε χρειάζεται να νοιαστεί για το «μύθο» της, όπως έδειξε η βραδιά στο «Εντευκτήριο».


Ο χαιρετισμός
«Γενικώς γράφουμε για να απωθήσουμε το πόσο πτερόεντα όντα είμαστε», είναι η διαπίστωση της Κικής Δημουλά. Κι η ίδια, αποφεύγοντας τα «πτερόεντα λόγια», είχε ήδη έτοιμο ένα γραπτό χαιρετισμό. «Θέλησα να είναι γραπτός ο μικρός αυτός χαιρετισμός που απευθύνω σε όσους με τιμούν απόψε, αγαπημένους σπουδαίους φίλους και άλλους πολύ οικείους στην εκτίμησή μου. Δεν ξέρω γιατί απολογούμαι τώρα που στέλνω ένα χαιρετισμό γραπτό, αλλά θέλω να μείνει κάπου για κάμποσο γραμμένος», εξήγησε.
Δεν έκρυψε τη συγκίνησή της για την τιμή που της έγινε από το «Εντευκτήριο», ένα «ανταλλακτήριο πνευματικών αξιών, που ανθεί χάρη στο καλλιεργητικό και δημιουργικό πείσμα του Γιώργου Κορδομενίδη», όπως είπε.
Ομολόγησε ακόμη ότι ο χαιρετισμός της ήταν «ελαφρά, για να μην πω βαριά, τρομοκρατημένος επειδή ξέρω τι αιματηρή ιστορία έχει γραφτεί από το πόσο συχνά οι αναμενόμενοι απογοητεύουν. Εχω και την υπόνοια ότι όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν διαβαστεί, έχουν δοκιμαστεί και εγώ τώρα, αψηφώντας αυτήν την υπόνοια, έρχομαι σαν μετεξεταστέα στο μάθημα της επανάληψης να ξαναδιαβάσω. Το παρήγορο είναι ότι η τέχνη και όλα τα περί αυτήν είναι ένα κόσκινο με μεγάλες τρυπούλες απ' όπου περνάνε και τα μάταια, τα τόσο αναγκαία».

Με αφοσίωση
Για παραπάνω από μισή ώρα το κοινό στο «Underground Εντευκτήριο» άκουγε με αφοσίωση την Κική Δημουλά να διαβάζει ποιήματά της. Ανάμεσα σε κάθε ποίημα, η ποιήτρια άναβε τσιγάρο, έκανε χιούμορ για τον βήχα της, «έπαιζε» σαν έφηβη με το κοινό, δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάποιες «παραγγελιές» από τους συγκεντρωμένους, όσο κι αν αυτό ξένισε κάποιους. Από τα πειράγματά της δε γλίτωσε ούτε ο νομάρχης Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Ψωμιάδης, που έδωσε το «παρών» στην εκδήλωση. «Πλήττετε;», τον ρώτησε σε κάποιο διάλειμμα ανάμεσα στα ποιήματα.

«Πρωτεύουσα των αισθημάτων μου...»
Στην καρδιά της Κικής Δημουλά η Θεσσαλονίκη καταλαμβάνει τη θέση της «πρωτεύουσας των αισθημάτων μου και όχι συμπρωτεύουσας», όπως είπε. «Oχι μόνο γιατί με μαγεύει αυτή η μυστηριώδης ατμόσφαιρα που έχει και που δεν εξαντλείται -κάθε φορά που έρχομαι, νομίζω ότι εγώ την ανακαλύπτω για πρώτη φορά, ότι εγώ την πρωτοβλέπω. Τη λέω πρωτεύουσα, γιατί εδώ ζούνε πρωτεύοντα πρόσωπα, δοκιμασμένα από μακροχρόνιους δεσμούς και βεβαίως μπορεί να μου τους στερεί η Θεσσαλονίκη, από την άλλη όμως τους προφυλάσσει πάρα πολύ καλά από τα τρακαρίσματα που προκαλεί και υφίσταται η συχνή διασταύρωση στις διαβάσεις με την τριβή».

«Μεγάλη υπόθεση ο έρωτας»
Η Κική Δημουλά άρχισε την ανάγνωση με το ποίημα «Πέρασα», «ένα ποίημα παλιό, που βιάστηκα κάποτε να το γράψω. Τότε, όμως, δεν είχα “περάσει” ακόμη, ήμουν νέος άνθρωπος. Τώρα θα ήμουν δικαιολογημένη να το είχα γράψει», είπε. «Περπατώ και νυχτώνει. /Αποφασίζω και νυχτώνει. /Oχι, δεν είμαι λυπημένη».
Διάβασε ακόμη η Κική Δημουλά για «τις νοικοκυρές/έτσι που αγωνίζονται/κάθε πρωί να διώχνουν απ' το σπίτι τους τη σκόνη, /σκόνη, ύστατη σάρκα του άσαρκου. Κέρασε «Κονιάκ μηδέν αστέρων» στο κοινό: «Χαμένα πάνε τα λόγια των δακρύων. /Oταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει/- έχει μεγάλη πείρα ο χαμός. /Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό/του ανώφελου. /Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη/να δίνει ωραίες συνταγές μακροζωίας/σε ό,τι έχει πεθάνει».
Διάβασε κι ένα «παραμύθι για τα νέα παιδιά», όπως είπε, τη «Λιποταξία της Χιονάτης»: «Ετσι/χωρίς ποτέ να μου διαβάσεις παραμύθια/ όπως χωρίς σε μεγαλώσανε και σένα/ σπαρτιάτικα - ενώ καλοπερνούν τα ψέματα/ και ψέμα ότι τρέφονται με μέλανα ζωμό. /Τρέφονται με τις ανάγκες μας/ανώτερες κι από βασιλικό πολτό».
Αντέδρασε με ενθουσιασμό όταν κάποιος από το κοινό της ζήτησε να διαβάσει τον «Πληθυντικό αριθμό». «Α, ο έρωτας, μεγάλη υπόθεση ο έρωτας, ακόμη και για τους μεγάλους, τους πολύ μεγάλους», είπε. «O έρωτας, /όνομα ουσιαστικόν, /πολύ ουσιαστικόν, /ενικού αριθμού, /γένους ούτε θηλυκού, ούτε αρσενικού, /γένους ανυπεράσπιστου. /Πληθυντικός αριθμός/οι ανυπεράσπιστοι έρωτες».

Χρύσα Νάνου


[σημείωση του «Εντευκτηρίου»: οι φωτογραφίες από την εκδήλωση εδώ, στο blog, είναι του Γιάννη Κουιτζόγλου]

24.5.07

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΕΣΒΑΝΗΣ ΕΓΡΑΨΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜ. «ΤΑ ΝΕΑ» ΓΙΑ ΤΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»

Τα λογοτεχνικά περιοδικά αντιμετωπίζονται από μεγάλη μερίδα των ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδων ως 'συμπαθητικοί παρείσακτοι', που δεν δικαιούνται ούτε καν ένα μονοστηλάκι 50 λέξεων που να ανακοινώνει την κυκλοφορία ενός νέου τεύχους τους.
Τα Νέα είναι η μόνη ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα που διαθέτει ειδική στήλη, μια φορά την εβδομάδα, για τα περιοδικά. Συντάκτης της ένας καλός γνώστης του πολιτιστικού τοπίου, ο δημοσιογράφος Κώστας Ρεσβάνης.
Δείτε εδώ τι έγραψε πρόσφατα για το τεύχος 76 του Εντευκτηρίου:

Μερικοί ορισμοί για την αγάπη

Κλείνοντας είκοσι χρόνια γόνιμης παρουσίας το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη, μπορεί ―με τη σημερινή του μορφή― να χαρακτηριστεί ένα από τα πληρέστερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας. Και αυτό το τεύχος χαρακτηρίζεται από την πλουσιότατη λογοτεχνική ύλη, τις βιβλιοπαρουσιάσεις και βιβλιοκριτικές αλλά και τη γνωριμία μας με άξιους Θεσσαλονικείς λογοτέχνες όπως ο Τόλης Καζαντζής (1938-1991), στον οποίο αφιερώνονται αρκετές σελίδες.
Ο Χριστόφορος Μηλιώνης θα χαρακτηρίσει τον Καζαντζή ως τον «πιο γνήσιο και αποκλειστικό συγγραφέα της πόλης της Θεσσαλονίκης», ο Βασίλης Καραβίτης τον θεωρεί «ασυμβίβαστο εραστή και εργάτη της τέχνης, που δεν ανεχόταν την πλαστή ποιητική πλείστων ομοτέχνων του». Τέλος, για το αφήγημα του Καζαντζή «Μια μέρα με τον Σκαρίμπα», ο Τάσος Χατζητάτσης θα σημειώσει ότι «η ατομική αντίσταση του Καζαντζή σ' έναν βάναυσο κόσμο μας προσφέρει το πλέον ευτυχισμένο κείμενό του».
Να σταθώ για λίγο και σ' ένα άλλο θέμα, που έδωσε τον τίτλο του σημειώματος. Η Αμερικανίδα συγγραφέας Χάρπερ Λη (γενν. 1926) είναι γνωστή από το μυθιστόρημά της «Σκοτώνοντας τα κοτσύφια» (βραβείο Πούλιτζερ 1960). Το τεύχος φιλοξενεί ένα ολιγοσέλιδο κείμενο της συγγραφέως, που με αφορμή ένα ασήμαντο ιστορικό περιστατικό δίνει με απλότητα ορισμούς για την αγάπη (μετάφραση: Γιάννης Θεοδοσίου). Σταχυολογώ: «Τι είναι αγάπη; Πολλά πράγματα μαζί ― βρίσκεται στη συμπόνοια, στο έλεος, στο ειδύλλιο, στη στοργή...» «Ένα πράγμα χαρακτηρίζει την αγάπη και την ξεχωρίζει από άλλα συναισθήματα: η αυταπάρνηση.» «Απαλλαγείτε από το εγώ και η αγάπη ανεβαίνει στην επιφάνεια της ανθρώπινης ύπαρξης.» «Χωρίς αγάπη η ζωή είναι ανούσια και επικίνδυνη [...]. Ο άνθρωπος διαθέτει τώρα τη δύναμη να αφανίσει το είδος του και τον πλανήτη. Και νά 'στε σίγουροι ότι θα το κάνει ― όταν πάψει ν' αγαπά.»


[εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 2 Μαϊου 2007]

8.5.07

Η Κική Δημουλά διαβάζει ποιήματά της για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη

Η μεγάλη κυρία της νεοελληνικής ποίησης στο «Underground Εντευκτήριο»



Η διακεκριμένη ποιήτρια Κική Δημουλά θα διαβάσει ποιήματά της, για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, στην εκδήλωση που οργανώνει προς τιμήν της το περιοδικό «Εντευκτήριο», γιορτάζοντας τα 20χρονα από την έκδοσή του (1987), το Σάββατο 12 Μαϊου 2007, ώρα 8 μ.μ., στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9.
Η εκδήλωση οργανώνεται σε συνεργασία με το Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.

Χορηγός τεχνικής στήριξης SEVEN FILM GALLERY

Χορηγός-ευεργέτης 2007 του «Εντευκτηρίου»
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ


Η Κική Δημουλά γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα. Εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος επί είκοσι πέντε χρόνια, από το 1949 - 1974. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1952. Παντρεμένη από το 1954 με τον ποιητή Άθω Δημουλά (1921-1985) και μητέρα δύο παιδιών, εξέδωσε έκτοτε τα βιβλία: «Έρεβος» (1956), «Ερήμην» (1958), «Επί τα ίχνη» (1963), «Το λίγο του κόσμου» (1971), «Το τελευταίο σώμα μου» (1981), «Χαίρε ποτέ» (1988), «Η εφηβεία της λήθης» (1994), «Ενός λεπτού μαζί» (1998), «Ποιήματα» (συγκεντρωτική έκδοση, 1998), «Ήχος απομακρύνσεων» (2001), «Ο φιλοπαίγμων μύθος» (2003), «Εκτός σχεδίου» (2004), «Χλόη θερμοκηπίου» (2005). Το 2003 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Στο πλαίσιο του εορτασμού της 20ετίας του «Εντευκτηρίου» θα ακολουθήσουν εκδηλώσεις με τον Τίτο Πατρίκο, τη Μαρία Λαϊνά, τον Γιώργο Μαρκόπουλο, τον Μίμη Σουλιώτη, τον Άρη Μαραγκόπουλο κ.ά., καθώς και για τους Νίκο Εγγονόπουλο, Διονύσιο Σολωμό, ενώ ετοιμάζεται πανηγυρικό το τεύχος του φθινοπώρου με κεντρικό θέμα «επέτειοι».

Στο πλαίσιο του εορτασμού της 20ετίας θα ακολουθήσουν εκδηλώσεις με τον Τίτο Πατρίκο, τη Μαρία Λαϊνά, τον Γιώργο Μαρκόπουλο αλλά και για τους Νίκο Εγγονόπουλο, Διονύσιο Σολωμό κ.ά., ενώ ετοιμάζεται πανηγυρικό το τεύχος του φθινοπώρου με κεντρικό θέμα «επέτειοι».

3.5.07

ΝΕΟΤΗΤΑ - ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ένα δίπτυχο πρόγραμμα, με τίτλο «Νεότητα: Πόθος και θάνατος», παρουσιάζουν, το περιοδικό «Εντευκτήριο» και το Θέατρο Τέχνης «Ακτίς Aελίου» τη Δευτέρα 7 Mαΐου 2007, ώρα 9 μ.μ., στο «Underground Eντευκτήριο», με ελεύθερη είσοδο.
To θεατρικό αυτό αναλόγιο αξιοποιεί δύο κείμενα αφιερωμένα στη νεότητα: «Επιτάφιος στον Άδωνη» του αρχαίου ποιητή Βίωνα (μετάφραση: Δήμητρα Κωτούλα) και «Η παλίρροια» του Γάλλου συγγραφέα Andre Pieyre de Mandiargues (μετάφραση: Ευγενία Γραμματικοπούλου). Και τα δύο κείμενα έχουν δημοσιευτεί στο παρελθόν στο «Εντευκτήριο».
Πρόκειται για μια συνομιλία ανάμεσα στη θηλυκή νιότη, προκλητική, αισθησιακή, φυσική, και στην αρσενική νιότη, ατίθαση, ενεργητική, καταστροφική· μιά συνομιλία ανάμεσα στον Πόθο και στον Θάνατο.
Διαβάζουν η κυρία Λίνα Λαμπράκη και ηθοποιοί του Θεάτρου Τέχνης «Ακτίς Αελίου». Σκηνοθετική επιμέλεια: Νίκος Σακαλίδης.

ΒΙΩΝ: «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΩΝΗ»
Ο Βίων γεννήθηκε στη Φλώσσα, κοντά Σμύρνη και άκμασε ανάμεσα στο δεύτερο μισό του 2ου και το πρώτο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. Κατέχει την τρίτη και τελευταία θέση στον κανόνα των βουκολικών ποιητών. Από το σύνολο του έργου έχουν φτάσει ως εμάς μόνο οι 98 στίχοι του «Επιταφίου στον Άδωνη» και 17 άλλα ποιητικά αποσπάσματα, από 1 έως 18 γραμμές.
Ο «Επιτάφιος στον Άδωνη», τοποθετημένος στο τέλος μιας ολόκληρης ποιητικής παράδοσης, της βουκολικής ποίησης, θεωρήθηκε από την φιλολογική έρευνα των Αλεξανδρινών ήδη χρόνων, αλλά και των μεταγενέστερων, ως μία μάλλον χαριτωμένη έκφραση κοινότοπων ιδεών εμποτισμένη από μια αβρά επεξεργασμένη φολκλορική διάθεση και ένα ανάλαφρα τρυφερό ερωτικό χρώμα. Ως έργο μπορεί να παραπέμπει στους τελετουργικούς θρήνους για τον νεκρό Άδωνη, με κυριότερους προδρόμους του το έργο του Καλλιμάχου, αλλά θεωρήθηκε ότι οπωσδήποτε στερείται της δικής τους ζωντάνιας και αμεσότητας.
Όπως παρατηρεί η μεταφράστριά του, Δήμητρα Κωτούλα, ο «Επιτάφιος στον Άδωνη» διαβάζεται αδιάκοπα και επηρεάζει καθοριστικά την ιστορία της λογοτεχνίας. Λατίνοι ποιητές, όπως ο Κάτουλλος, τον ανακαλύπτουν με ενθουσιασμό, γίνεται «κείμενο-κανόνας» από τα πιο βασικά, εμπνέει ποιητές και συγγραφείς ως τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό και τους σύγχρονούς του μυθιστοριογράφους. Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται σε όλες της μεταγενέστερες ποιητικές ανθολογίες του μεσαίωνα και από τον 16ο αιώνα, οπότε χρονολογούνται και οι πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις του, μπαίνει θριαμβευτικά στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τέχνης γενικότερα. Ενδεικτικά αναφέρονται η επιρροή του ύμνου στο σαιξπηρικό «Αφροδίτη και Άδωνης», η περίφημη ωδή του Σέλλεϋ για τον τόσο πρόωρο θάνατο του ομότεχνού του Κήατς, το Κάντο 47 του Έζρα Πάουντ, που στην πραγματικότητα αποτελεί μια γοητευτικότατη προσπάθεια εκ νέου “ανάγνωσης” του έργου του ποιητή των ελληνιστικών χρόνων, η καθοριστικότατη τέλος επιρροή του στο έργο του Ανδρέα Σενιέ.

Η λατρεία του νεαρού θεού του έρωτα και ευνοούμενου της Αφροδίτης πρωτοεμφανίζεται τον 7ο αιώνα. Τα «Αδώνια» είναι ήδη καθιερωμένη γιορτή στην Αθήνα του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. ― τελούνται αποκλειστικά από γυναίκες έξω από κάθε κρατική επίβλεψη, συμμετοχή ή ανάμειξη. Σύμφωνα με τον μύθο, ο νεαρός έρωτας της Αφροδίτης πληγώνεται θανάσιμα από άγριο κάπρο και την τελευταία στιγμή τον σώζει η χθόνια Περσεφόνη, με τον απαράβατο όμως όρο να περνά έξι μήνες του χρόνου μαζί της, στον Κάτω Κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που ο Άδωνης λατρεύτηκε ως σύμβολο και ενσάρκωση της Ανάστασης, της πνευματικής και φυσικής Αναγέννησης, της επιστροφής της Ομορφιάς.

André Pieyre de Mandiargues: «Η παλίρροια»
Ο Ντε Μαντιάργκ (Παρίσι, 1909-1991), με ρίζες από τη Νορμανδία και τη Νότια Γαλλία, εγγονός του συλλέκτη έργων τέχνης Paul Bérard, αναπτύσσει από μικρός ιδιαίτερη σχέση με την τέχνη, πρόδηλη στην αισθητική αρτιότητα του μετέπειτα έργου του. Τη συνακόλουθη κλίση του προς την αρχαιολογία την καλλιεργεί άτυπα ταξιδεύοντας, γοητευμένος κυρίως από χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Δυτικής Μεσογείου. Με ομολογημένες τις επιρροές του από τον υπερρεαλισμό, τον Λωτρεαμόν, το μπαρόκ, το ελισαβετιανό θέατρο και τον γερμανικό ρομαντισμό, ο Ντε Μαντιάργκ είναι ο συγγραφέας ενός πολυσύνθετου έργου (ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, κριτικά κείμενα για την τέχνη, την ποίηση και την πεζογραφία, καθώς και μεταφράσεις από τα αγγλικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα ιαπωνικά).
Το 1947 γνωρίζεται με τον André Breton αλλά αρνείται να ενταχθεί στο υπερρεαλιστικό κίνημα, προτιμώντας την επιτακτική μοναξιά του «αμφίβιου ζώου», όπως αυτοαποκαλούνταν, και ιχνηλατώντας τον «Παν-ικό κόσμο», απ’ όπου δηλώνει ότι αντλεί την καλύτερη έμπνευσή του. Διερευνά στο έπακρό τους την εκζήτηση της γλώσσας και τις δυνατότητες του φαντασιακού, το οποίο μαζί με τον ερωτισμό συνιστά το κύριο δίπολο της θεματικής του. Από νωρίς είχε χαρακτηριστεί ως ο «καθ’ όλα πλέον ιδιότυπος συγγραφέας της γενιάς του» και ουσιαστικά καθιερώθηκε ως εστέτ. Τρέφοντας μια σχετική «περιφρόνηση για την πραγματικότητα» και κυριευμένος από μια «δίψα για το ανεπίκαιρο», καταφεύγει στο όνειρο και την ονειροπόληση για να συνθέσει ένα σύμπαν σιβυλλικό, γεμάτο πλάσματα ιδιόμορφα, συχνά αλλόκοτα και συμβάντα παράδοξα.
Το 1951 του απονεμήθηκε το βραβείο Κριτικών για τη συλλογή διηγημάτων «Soleil des Loups »και το 1967 το βραβείο Goncourt για το μυθιστόρημα «La Marge». Στο ευρύτερο κοινό έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα «La Motocyclette» (1963).
Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα διηγήματα «Το αίμα του αμνού» («Le Μusée noir», 1946) και «Ροδογύνη» («Feu de braise», 1959) σε μετάφραση Λήδας Παλλαντίου (εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1985), το μυθιστόρημα Το περιθώριο («La Marge», 1967) σε μετάφραση Γιώργου Ξενάριου (εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002) και δύο δημοσιεύσεις σε περιοδικά σε επιμέλεια Ευγενίας Γραμματικοπούλου («Εντευκτήριο», τεύχος 62 και «Ποίηση», τεύχος 25).

25.4.07

ΕΒΙΣ ΚΑΓΙΑ: ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ










Το ένστικτο της ελευθερίας

Η έλευση του «κακού ματιού»
στην κρυμμένη μαργαρίτα αυτής
«της στεφανωμένης
πραγματικότητας»
μου θυμίζει τα κηλιδωμένα χέρια
που φαίνονται σαν φάρσες αόρατες,
στην ειλικρίνεια του θηλυκού στερεότυπου

σαν να είναι διασταυρώσεις άζωες διαμέσου πετάλων βρόχινων.
Κάθε μέρα και πιο πολύ χτυπούν δυνατά πάνω στο σπασμένο τζάμι
του στήθος μου.
Το μισώ το μαραμένο κομμάτι
της αβύσσου του αγγελιοφόρου
της ανθρωπότητας.
Η λογική προκαλεί τα αραδιασμένα οστά των νεκρών
στο εγκαταλειμμένο ίχνος
του κονιάκ.
Εγώ και εσείς!
Παραμένουμε μόνοι

Ανάμεσα στη μη πραγματικότητα
και τη μαριονέτα σας!
Δεν είμαι τίποτα άλλο παρά
μια κραυγή
ερωτική ερεθιστική
που διαμορφώθηκε από
την κλεμμένη ελευθερία.
Κλέβω για να ανασυγκροτήσω
τις βουνοκορφές αυτής
της μαύρης ταχύτητας.
Εξευγενισμός αρχαϊκός.
Σχεδία της άχρωμης αγάπης

Το βέλο άτολμο για να είναι
ο εαυτός του,
γιατί όχι και
στην ξεζουμισμένη ανυπαρξία
από ένα δάκρυ παιδιού



Άρια τύχη

Απλώνω το όργανο της ελπίδας
προς την υπάρχουσα έρημο.
Στάσιμο αμφίβιο στα πόδια
του νωθρού αγάλματος.
Η κούραση κατρακυλούσε
στο στρώμα του ονείρου,
χωρισμένη σε χιλιοστόμετρα λήθης.
Τη ράβδο καρφώνω στο λαρύγγι
προς τα παγωμένα πρόσωπά τους.
Γρατσουνίζω την Αλβανία,
τη γη,
το χρόνο…
Θέλω να τα αποχωριστώ
από την ενοχή μου!
Σαν σιωπηλά μνημεία
παραμένουν 500 μοντέρνα έτη.
Να αγκυλώνουν τα χαϊμαλιά
του εαυτού,
για να σε μεταμορφώσουν
σε νέκρα με πράσινη ματιά.


Η Έβις Kάγια γεννήθηκε το 1979 στην Kορυτσά της Aλβανίας. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο των Tιράνων ενώ παράλληλα εργαζόταν στην κρατική τηλεόραση. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις επιστήμες της Aγωγής στο A.Π.Θ. με θέμα «Eκπαίδευση και κοινωνικός αποκλεισμός». Έχει εκδώσει επτά βιβλία με ποίηση και πεζογραφία.

22.4.07

ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΛΗ ΚΑΖΑΝΤΖΗ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ ΝΕΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»

Μικρό αφιέρωμα στον Τόλη Καζαντζή, με ανέκδοτα ποιήματά του και άρθρα για το πεζογραφικό του έργο, ελληνική και ξένη λογοτεχνία, καθώς και άλλη εκλεκτή ύλη περιλαμβάνει το περιοδικό «Εντευκτήριο» στο νέο τεύχος του, αριθ. 76 (Μάρτιος 2007), που μόλις κυκλοφόρησε.


Ποίηση και πεζογραφία Ο Ζυλιέν Γκρην (1900-1996), Αγγλοαμερικάνος που όμως πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Γαλλία και έγραψε κυρίως στα γαλλικά, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας παρόλο που δεν πήρε ποτέ τη γαλλική υπηκοότητα, είναι φημισμένος όχι μόνο για τα μυθιστορήματά του αλλά και για το 18τομο Ημερολόγιό του. Στο νέο «Εντευκτήριο» δημοσιεύονται, μεταφρασμένα από τον Δημήτρη Δημητριάδη, χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την αυτοβιογραφική νουβέλα του Γκρην «Ο άλλος ύπνος» (1930), όπου περιγράφεται η ερωτική αφύπνιση του (ομοφυλόφιλου) πρωταγωνιστή και συνταιριάζονται οι εμπειρίες του συγγραφέα τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γαλλία.
Ο άλλος ύπνος, παρατηρεί στη σύντομη εισαγωγή του ο Δημητριάδης, «είναι ο ύπνος μιας ολόκληρης ζωής: αυτό που κοιμάται είναι η αλήθεια ενός ανθρώπου, η πραγματική του διάσταση η οποία συμπεριλαμβάνει ολόκληρο αυτόν τον κοιμισμένο άνθρωπο, και που, χωρίς την αφύπνισή της, κανένας άνθρωπος δεν ζει πραγματικά. [...] Η αυτογνωσία, γιατί περί αυτής πρόκειται, περιγράφεται από τον Ζυλιέν Γκρην σ’ αυτό το γραμμικό και λιτό αφήγημα όπως της αξίζει: ως η αναγκαία προϋπόθεση για να μην χάσει κανείς τη ζωή του, έστω κι αν χρειαστεί, και συνήθως χρειάζεται, να συνεχίσει όπως ο Ντενί [ο αφηγητής του «Άλλου ύπνου»], τον δρόμο του, κάτω από ανθισμένα δέντρα και μέσα στο καλοκαιρινό φως, μόνος αλλά αυτοτελής, γενναιόδωρος με τον κόσμο και ευγνώμων στον εαυτό του.»
Η Χάρπερ Λη υπήρξε ευρύτερα γνωστή για το μοναδικό μυθιστόρημά της «Σκοτώνοντας τα κοτσύφια» αλλά και για τη φιλία της και τη στενή συναναστροφή της με τον Τρούμαν Καπότε, κυρίως την εποχή που εκείνος ερευνούσε το τετραπλό φονικό του Κάνσας, πάνω στο οποίο βάσισε το φημισμένο μυθιστόρημά του «Εν ψυχρώ». Στο δοκίμιό της «Μερικοί ορισμοί για την αγάπη», που μετέφρασε ο Γιάννης Θεοδοσίου, γράφει μεταξύ άλλων: «Η αγάπη εξαγνίζει. Κανείς δεν εξαγνίστηκε υποφέροντας. Η δυστυχία ενισχύει εσωτερικά τα εγωιστικά μας κίνητρα. Αντίθετα, κάθε πράξη αγάπης, όσο μικρή κι αν είναι, ελαττώνει τις αγωνίες μας, μας δίνει μια γεύση αισιοδοξίας και χαλαρώνει τον ζυγό από τις φοβίες μας. Σε αντίθεση με την αρετή, η αγάπη δεν είναι η ίδια ανταμοιβή. Η ανταμοιβή είναι ψυχική γαλήνη, και η γαλήνη της ψυχής εξαφανίζει τις ανθρώπινες αδυναμίες.»
Στα μεταφρασμένα πεζά του τεύχους περιλαμβάνεται και το απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Γεωργιανού Λάσα Μπουγκάτζε «Εγχειρίδιο ιστορίας», που αποδίδει στα ελληνικά η Σοφία Σιαμανίδου και το οποίο αναφέρεται σε μια (επινοημένη φυσικά από τον συγγραφέα) "μέθοδο" αδυνατίσματος της Μαρίας Κάλλας!
Δημοσιεύουν ακόμη πεζά τους ο Κωστής Γκιμοσούλης, η Δήμητρα Κολλιάκου, ο Παναγιώτης Κουσαθανάς και η Έλενα Αρτζανίδου, και ποιήματά τους ο Ντίνος Σιώτης, ο Βασίλης Παπαγιάννης, ο Σπύρος Λαζαρίδης, ο Γιάννης Γκούμας, ο Γιάννης Τσατσάγιας, ο Σάμης Ταμπώχ και ο Σωτήρης Γουνελάς.
Επίσης, η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου γράφει για τον Σταύρο Κουγιουμτζή (δύο χρόνια από τον θάνατό του) και η Χρυσούλα Μάνου για «Τα παιδιά του πολέμου» που μεταφέρθηκαν στην Τσεχοσλοβακία στη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου, δημοσιεύοντας και ανέκδοτες φωτογραφίες από το Αρχείο του Τσέχικου Τύπου. Το άρθρο βασίζεται στο (αμετάφραστο στα ελληνικά) βιβλίο της Ανθούλας Μπότου και του Μίλαν Κονέτσνι «Το χρονικό των Ελλήνων στην Τσεχία, Μοραβία και Σιλεσία, 1948-1989» (2006).



Σελίδες για τον Τόλη Καζαντζή Είθισται να λησμονούνται οι συγγραφείς που δεν είναι παρόντες, ώστε να θυμίζουν την ύπαρξή τους είτε με καινούρια βιβλία τους, είτε με συνεντεύξεις τους. Υπάρχουν πάντως και περιπτώσεις συγγραφέων που τους θυμούνται οι ομότεχνοί τους και ασχολούνται με το έργο τους. Αυτό συμβαίνει και με τον Τόλη Καζαντζή, στον οποίο αφιερώνει σελίδες του το νέο «Εντευκτήριο». Το μικρό αφιέρωμα ανοίγει με 14 μικρά, αδημοσίευτα έως τώρα, ποιήματα του Καζαντζή, στο έργο του οποίου αναφέρονται τα άρθρα του Χριστόφορου Μηλιώνη («Τόλης Καζαντζής: Οι απαρχές της πεζογραφίας του»), του Βασίλη Καραβίτη («Με πρωταγωνιστή τη γλώσσα»), του Τάσου Χατζητάτση («Το φαρμάκι της νεογέννητης μέρας: Μια περιήγηση στο πεζογραφικό σώμα του Τόλη Καζαντζή»), του Τάσου Καλούτσα («Περιστάσεις ενός ασθμαίνοντος σατιρικού λόγου»), του Σάκη Σερέφα («Τουλάχιστον πέντε λόγοι για να διαβάσει κανείς σήμερα Τόλη Καζαντζή») και του Δημήτρη Πετσετίδη («Για τον Τόλη Καζαντζή: Η επιστολή ενός φίλου»).

Βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις Πλούσια είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα με τις βιβλιοκρισίες και τις παρουσιάσεις.
Γράφουν οι:
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου Η απουσία του νοήματος και ο θάνατος (Θανάση Χατζόπουλου, Ψηφία για ψηφίδες)
Δημήτρης Δασκαλόπουλος Υπεράσπιση βιωμάτων (Ανθής Μαρωνίτη, Το ακόντιο)
Τιτίκα Δημητρούλια Ριζοσπαστικός μοντερνισμός (Ε. Λ. Ντοκτόροου, Το βιβλίο του Ντάνιελ)
Μάρω Δούκα Xρονικό μιας ενηλικίωσης (Βαγγέλη Ραπτόπουλου, Φίλοι)
Μαρία Στασινοπούλου Κουβεντιάζοντας μ' έναν φίλο (Τίτου Πατρίκιου, Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες)· «Να χώνεις δεδομένα, να φτιάχνεις μενού, να γράφεις κώδικα» (Εύης Λαμπροπούλου, Σχεδόν σούπερ)
Γιάννης Ευσταθιάδης Στενογραφημένη μνήμη (Κώστα Μαυρουδή, Στενογραφία)
Μαίρη Μικέ Το εμφύλιο σώμα (Μάκη Τρικούκη, Η ταπείνωση του θριαμβευτή)
Σοφία Νικολαΐδου Πέντε σκέψεις (Άρη Μαραγκόπουλου, Η μανία με την Άνοιξη)
Λίνα Πανταλέων Μετριότητα μέχρι θανάτου (Χρήστου Αστερίου, Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη)
Κώστας Καλημέρης Υπόγεια, φυλακισμένα αισθήματα (Ιωάννας Καρυστιάνη, Σουέλ)
Βάνα Χαραλαμπίδου Τα βιβλία απειλούν το πεπρωμένο των ανθρώπων (Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, Το χάρτινο σπίτι)
Γεώργιος N. Περαντωνάκης Ο Οιδίποδας που έγινε... συγγραφέας (Πέτρου Τατσόπουλου, Η καλωσύνη των ξένων)
Γιάννης Κουβαράς Οι συνέπειες της παλαιάς ιστορίας (Κρίστα Βολφ, Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας)
Γιώργος Γεωργής Με φόντο τη νέα Αίγυπτο (Πέρσας Κουμούτση, Δυτικά του Νείλου)
Φίλιππος Φιλίππου Χρονικό προσωπικής πορνογραφίας (Τζων Απντάικ, Χωριά)
Ζαΐρα Παπαληγούρα Η μοίρα του ανθρώπου αδυσώπητη (Φίλιπ Ροθ, Καθένας)
Χρύσα Αράπογλου Πόλεις-Αντικατοπτρισμοί (Βάνας Χαραλαμπίδου, Τόποι του μύθου και της ιστορίας)
Ηρακλής Παπαϊωάννου Μαθήματα (φωτογραφικής) ιστορίας (Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου)
Συμπληρωματικά στις βιβλιοκρισίες αυτές, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Νικηφόρος Παπανδρέου και ο Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζουν "με συνοπτικές διαδικασίες" βιβλία που διάβασαν πρόσφατα.

Εικονογράφηση - Φωτογραφικό ένθετο Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν ζωγραφιές του Δημήτρη Τάταρη, για τις οποίες ο Νίκος Γ. Ξυδάκης γράφει μεταξύ άλλων: «Ο κόσμος του Δημήτρη Τάταρη κατοικείται από πλάσματα της ζωγραφικής φαντασίας, καταγόμενα από την παράδοση των παλαιών δασκάλων, από την παράδοση του Ιερώνυμου Μπος, του Μπρύγκελ, του Πάμπλο Πικάσο, του Σαλαβαντόρ Νταλί, του Μαξ Ερνστ, από τους κόσμους των σουρεαλιστών και των ντανταϊστών, αλλά και από τα κόμικς και την undreground εικονογραφία.
» Πλάσματα του ζωγράφου, πλάσματα της φαντασίας· όμως, καθόλα ζωντανά, υλικά. Έχουν την ύλη της ζωγραφικής, ζωντανεύουν μπρος τα μάτια μας, φέρνουν επί σκηνής τον ζωγράφο. Οι ζωγραφιές είναι ο ζωγράφος.
» Οι ζωγραφιές του Τάταρη ακολουθούν τις μεταμορφώσεις του σώματος, όταν το σώμα σκέφτεται τον εαυτό του σαν όργανο αισθησιασμού, όταν το σώμα απελευθερώνεται από τον πεπερασμένο χιτώνα του και ξεχύνεται σαν άπειρη δυνατότητα. Εξ ου μνημονεύονται πρώτοι οι δάσκαλοι του Μεσαίωνα.»
Στην Camera Obscura, το ειδικό ένθετο του «Εντευκτηρίου» για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που επιμελείται ο Αρις Γεωργίου και που εκδίδεται με χορηγία της Vivartia AE, δημοσιεύεται το πορτφόλιο του Τάσου Σχίζα «Α-διάφορα Αντι-κείμενα», ο οποίος, με τη ρεαλιστική προσέγγισή του αντικειμένων που χαρακτηρίζει αδιάφορα, επιδιώκει να μας προβληματίσει σοβαρά ως προς το πόσο αδιάφορα πράγματι είναι ιδωμένα, μέσα από το πρίσμα μιας φορμαλιστικής φωτογραφίας που επιστρατεύει εύστοχα με τον ίδιο σκοπό.
Την ύλη του τεύχους ολοκληρώνουν το σημείωμα του Άρι Γεωργίου για τη πρόσφατη έκθεση έργων του ζωγράφου Γιάννη Βούρου, καθώς και η «ανταπόκριση από το Πεκίνο» της Έλενας Αβραμίδου.

10.4.07

Πρόδρομος Μάρκογλου - Μια κοινωνική τοιχογραφία της Καβάλας, μισό αιώνα πριν

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου
Καταδολίευση
Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος 2006, 157 σελ.



γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗΣ

Στην περίπτωση του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου (γενν. Καβάλα, 1935) επιβεβαιώνεται η άποψη ότι κάθε συγγραφέας, όσα βιβλία κι αν γράψει στη ζωή του, ουσιαστικά γράφει ένα και μοναδικό βιβλίο. Είτε επιλέγει την αφαιρετική γλώσσα της ποίησης είτε τη σχετική άνεση που παρέχει η πεζογραφία, από την πρώτη του ποιητική συλλογή «Έγκλειστοι» (1962) μέχρι το πρόσφατο μυθιστόρημά του «Καταδολίευση», αναφέρεται, κατά περίπτωση από διαφορετική οπτική, στη στενών οριζόντων ασφυκτική ζωή της ελληνικής επαρχίας πριν από μισό αιώνα, με τα συλλογικά οράματα, τα ατομικά όνειρα, τις διαψεύσεις των κοινωνικών και των προσωπικών προσδοκιών.



Μάλιστα, ο Μάρκογλου κάνει κάτι ακόμη πιο σαφές: τρία χρόνια μετά την έκδοση των «Σπαραγμάτων» (1997, κρατικό βραβείο διηγήματος 1998) αρχίζει να γράφει τη συνέχειά τους, το μυθιστόρημα «Καταδολίευση», που όμως βγήκε μόλις στα τέλη του 2006. Η δράση εκτυλίσσεται στην ίδια σχεδόν περίοδο, αρχές δεκαετίας του 1960, μια μεταιχμιακή εποχή για την πόλη, όταν οι νέες τεχνολογίες στην επεξεργασία του καπνού και ―κυρίως― η προσθήκη του φίλτρου στα τσιγάρα αλλά και η στροφή των ξένων καπνοβιομηχανιών προς ποικιλίες που καλλιεργούνταν στην τότε Ανατολική Ευρώπη, προκάλεσαν δεινό πλήγμα στην οικονομική ζωή της Καβάλας και η πρώην εργατούπολη μετατράπηκε ραγδαία σε αστικό πρώτα, διοικητικό – μεταπρατικό κέντρο επειτα, που ωθούσε το εργατικό δυναμικό της στη μετανάστευση.
Αυτή τη φορά ο συγγραφέας, προκειμένου να μιλήσει για το πώς συντρίβονται οι ζωές των ανθρώπων στις μυλόπετρες των νόμων της αγοράς, του αθέμιτου και αλόγιστου ανταγωνισμού και του αχαλίνωτου πλουτισμού, αλλάζει οπτική γωνία και επιλέγει αφηγηματικούς ήρωες από την άρχουσα τάξη της πόλης και του καιρού εκείνου.



Πανοραμική άποψη της Καβάλας στη δεκαετία του 1960 (αρχείο Νικόλαου Ρουδομέτωφ)

Στο προσκήνιο ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας, πρόεδρος του Συλλόγου Καπνεμπόρων, φανατικός αντικομμουνιστής, που υποδέχεται διαδοχικά τους διευθυντές αγορών μιας αμερικανικής καπνοβιομηχανίας και τους παραλήπτες καπνού μιας σοβιετικής εταιρείας. Στον χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ των δύο αυτών συνεργασιών με τους ανθρώπους των τότε “υπερδυνάμεων”, μικρές φέτες από τις ζωές προσώπων που ορισμένα τα ξέρουμε ήδη από τα «Σπαράγματα» σκιαγραφούν με αδρές γραμμές το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Πρόκειται: για τον άσωτο γιο ενός παλιού καπνέμπορου και την ανύπαντρη αδελφή του στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής· για τον διευθυντή τοπικού καταστήματος τράπεζας που εκμεταλλεύεται τις δυσκολίες πελατών της τράπεζας με σκοπό να εξυπηρετήσει τοκογλυφικά και άλλα συμφέροντα· έναν μεγαλοδικηγόρο που καταφέρνει να “κρατάει τα μπόσικα” και να προφυλάσσει ποικιλοτρόπως τους πελάτες του, καθώς και τον αριβίστα και φιλόδοξο βοηθό του· μια “ατυχήσασα” τραπεζική υπάλληλο, που έχασε στη θάλασσα τον νεανικό της έρωτα κι αφέθηκε κατόπιν σε ποικίλες εξαρτήσεις και “προστασίες”.
Από ιστορία σε ιστορία θίγονται και μια σειρά από άλλα θέματα: η προσφυγιά του ’22, η εξόντωση των Εβραίων της Καβάλας και η τύχη των περιουσιών τους, οι σχέσεις των καπνάδων με τους συνδικαλιστές, τα πλούσια σε τύρφη κοιτάσματα της περιοχής...
Η πολύχρονη θητεία του Μάρκογλου στην ποίηση αλλά και η συγγραφική του ιδιοσυγκρασία του εξασφαλίζουν οικονομημένη αφήγηση, χωρίς αυτονόητες λεπτομέρειες μα με αφαιρετικότητα που κινητοποιεί τη φαντασία του αναγνώστη· κι ακόμη λιτή, χαμηλόφωνη γλώσσα που υποβάλλει αλλά δεν εκμαιεύει το συναίσθημα.
Μια πεζογραφία όπως αυτή του Μάρκογλου, χωρίς άσους κρυμμένους στο μανίκι και ανατροπές, με “σχηματικές” ίσως ταξινομήσεις των ανθρώπων και των συμπεριφορών τους, θα μπορούσε εύκολα όσο και άδικα να χαρακτηριστεί παλιομοδίτικη. Αλλά είναι μια πεζογραφία ατμοσφαιρική, που αναπλάθει πειστικά έναν κόσμο δύσοσμο και παθολογικό πλην υπαρκτό.



* Ο Γιώργος Κορδομενίδης είναι εκδότης-διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Εντευκτήριο»

26.3.07

Η ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

11 + 1 θέσεις για το θέατρο στη Θεσσαλονίκη

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, την Τρίτη 27 Μαρτίου 2007, στις 9 το βράδυ, στο «Underground Εντευκτήριο» (Δεσπεραί 9, περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως), οι Γιώργος Αλισάνογλου, Βασίλης Αμανατίδης, Θωμάς Βελισσάρης, Δημήτρης Δημητριάδης, Άκης Δήμου, Πέτρος Ζηβανός, Χρύσα Καψούλη, Σοφία Καρακάντζα, Σάββας Πατσαλίδης, Έλση Σακελλαρίδου, Γιώργος Τούλας και Κυριακή Τσολάκη, με την ηλεκτρονική συμμετοχή της Ρούλας Πατεράκη και του Μιχαήλ Μαρμαρινού, επιχειρούν, ο καθένας με τον τρόπο του, μια ακτινογραφία της θεατρικής ζωής της πόλης, ανεβοκατεβαίνοντας από την σκηνή στην πλατεία και ανιχνεύοντας τον σφυγμό των θεατρικών συμβάντων στην Θεσσαλονίκη του 2007.

Υπόψη των ομιλητών της εκδήλωσης τέθηκε το εξής κείμενο:
Το θέατρο, ως πράξη και ως χώρος, ποια θέση κατέχει μέσα σε μία πόλη σήμερα; Το γεγονός ότι μία πόλη διαθέτει αίθουσες, μικρές και μεγάλες, λίγες ή πολλές, όπου η θεατρική τέχνη αναπτύσσει τους εκφραστικούς της τρόπους με κείμενα, παλαιά και νέα, και με ομάδες καλλιτεχνών που ερμηνεύουν αυτά τα κείμενα, το γεγονός αυτό σημαίνει κάτι για μία πόλη σήμερα; ΄Η δεν σημαίνει τίποτε; Μήπως, για τους κατοίκους της πόλης αυτής, είτε υπάρχει το θέατρο είτε όχι, είναι ένα και το αυτό; Και μήπως, μία υποθετική αλλά ολοκληρωτική απουσία του θεάτρου απ’ την πόλη δεν θα σήμαινε τίποτε απολύτως για τους κατοίκους της; Δεν θα έλειπε καθόλου απ’ την ζωή τους; Δεν θα αισθάνονταν την έλλειψή του, και δεν θα αναζητούσαν, αν δεν θα διεκδικούσαν, ακόμη και δεν θα απαιτούσαν, την παρουσία του ως κάτι αναγκαίο γι’ αυτούς; Είναι σήμερα το θέατρο για τους κατοίκους μιάς πόλης ένα γεγονός ζωτικής ανάγκης; ΄Η μήπως όχι; Κι αυτό το «όχι», τι θα μπορούσε να σημαίνει;

Δ.Δ.
23.2.2007
η είσοδος στην εκδήλωση είναι ελεύθερη
χορηγός οίνου: Κτήμα ΑΛΦΑ


ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις
Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη (περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως)

Χορηγός-ευεργέτης του «Εντευκτηρίου»/2007: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

15.3.07

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΕΙ - ΞΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Δεκαπέντε ξένοι ποιητές, οικονομικοί ή πνευματικοί μετανάστες ή και πρόσφυγες από διάφορες χώρες θα παρουσιαστούν και θα διαβάσουν ποιήματά τους στα ελληνικά (και, ενδεικτικά, στην πρωτότυπη γλώσσα) στην εκδήλωση που οργανώνουν το περιοδικό «Εντευκτήριο», το Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου καθώς και το Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης, στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης (21 Μαρτίου 2007, ώρα 9 μ.μ., στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη).
Πρόκειται για ποιητές από την Αλβανία, την Αμερική, τη Γερμανία, τη Γεωργία, τη Ρουμανία και τη Ρωσία, που ζουν στη Θεσσαλονίκη και πολλοί από αυτούς εμφανίζονται δημόσια για πρώτη φορά, καθώς είτε οι βιοποριστικές ανάγκες είτε η ιδιότητα του “ξένου” τους κρατούν μακριά από την πνευματική κίνηση.
Η εκδήλωση, πέρα από την καθεαυτή σημασία της, μπορεί να αποτελέσει και αφορμή για προβληματισμό για μια σειρά από ζητήματα: για το αν η δύσκολη και σκληρή ζωή του μετανάστη αφήνει χρόνο και διάθεση για καλλιτεχνική δημιουργία· για τη σχέση της μητρικής γλώσσας με τη ελληνική γλώσσα, καθώς αρκετοί ήδη δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους να μεταφράσουν τα ποιήματά τους ή και να γράψουν απευθείας στα ελληνικά.
Στη βραδιά συμμετέχει το, πολυεθνικής σύνθεσης, ερασιτεχνικό μουσικό σχήμα «Φωνές των λαών», που υφίσταται στο πλαίσιο της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Κοινωνική Αλληλεγγύη».
Η είσοδος είναι ελεύθερη.

27.2.07

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΕΙ [;]

Η φετινή εκδήλωση του περιοδικού «Εντευκτήριο» για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου) θα περιλαμβάνει μόνον αλλοδαπούς ποιητές, ασχέτως εθνικότητας, που ζουν στη Θεσσαλονίκη.
Όσοι επιθυμούν να πάρουν μέρος, ας στείλουν μέχρι τις 5 Μαρτίου μια επιλογή από ποιήματά τους μεταφρασμένα στα ελληνικά, καθώς και μικρό βιογραφικό τους, στο Εντευκτήριο, Ταχ. θυρίδα 50.011, ΤΚ 540 13 ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση entefktirio@translatio.gr, για αξιολόγηση από τη συντακτική ομάδα του Εντευκτηρίου.

18.2.07

Η ΕΝΕΔΡΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ - ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΞΑΝΘΙΩΤΗ

Τα χρόνια
θα έρθουν και θα καθήσουν
σαν πάγος
πάνω στις αρθρώσεις μας

Θα κυρτώσουν την πλάτη μας.
Θα διπλωθούμε στα δυο
κάτω από το βάρος
μιας ζωής που την καθόρισαν
απαγορεύσεις και στερήσεις.

Και οι μικρές, τρυφερές χειρονομίες,
για την ώρα εξαγνισμένες από τη νεότητά μας,
τότε θ' αναζητούν
μισοφωτισμένα στενά
ή το πρόσχημα ενός αποχαιρετισμού
για να φανούν στα μάτια των περαστικών
συνηθισμένες εκδηλώσεις μεσηλίκων

(αναδημοσίευση από το περιοδικό Εντευκτήριο, 1, Οκτώβριος 1987)

14.2.07

H ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, 26 Φεβρουαρίου 2007, 8.30 μ.μ.



Γνωστή για τη μαστοριά της γραφής της, το πνευματώδες χιούμορ της, τον χαρισματικό της λόγο, η ανατρεπτική, βραβευμένη και πολυμεταφρασμένη συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου θα διαβάσει αποσπάσματα από τα βιβλία της και θα συζητήσει με το κοινό και τη συγγραφέα Σοφία Νικολαϊδου στη βραδιά που οργανώνει προς τιμήν της το περιοδικό «Εντευκτήριο» στον χώρο εκδηλώσεών του («Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη – περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως, τηλ.: 2310 283.223), τη Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου, ώρα 8.30 μ.μ., με ελεύθερη είσοδο. Η εκδήλωση οργανώνεται σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κέδρος

Η Έρση Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα το 1953. Σπούδασε Φιλοσοφία και Πολιτιστική Ανθρωπολογία στη Φλωρεντία. Από το 1980, που πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με το «Διακοπές χωρίς πτώμα» μέχρι τώρα έχει εκδώσει έντεκα βιβλία. Έργα της έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν σε πολλές γλώσσες. Έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και έχει ασχοληθεί με την Οπτική και Συγκεκριμένη Ποίηση συμμετέχοντας σε εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μυθιστόρημά της «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2000 και με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω».

Σε μία από τις σχετικά πρόσφατες κριτικές για τη Σωτηροπούλου, με αφορμή τη συλλογή της «Αχτίδα στο σκοτάδι» (2005), η Τιτίκα Δημητρούλια παρατηρούσε στο «Εντευκτήριο»: «Οι ιστορίες της Σωτηροπούλου είναι σκληρές και τρυφερές μαζί όπως πάντα... Καμιά από τις ιστορίες δεν έχει, πραγματικά, αρχή ούτε και τέλος. Είναι σπιθίσματα και αναλαμπές στην αμετάκλητη χρονική ροή της ύπαρξης του υποκειμένου, αλλά και του κόσμου... Με το αφηγηματικό τάλαντο και τη λοξή ματιά της στον κόσμο αφήνει πάλι όλα τα ερωτήματα αναπάντητα, εκτός από ένα: αυτό τού τι σημαίνει πραγματικά καλή λογοτεχνία.»

Έγραφε ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου το 1999 στην «Ελευθεροτυπία» για το μυθιστόρημα «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές»: «Βιβλίο κρυσταλλικής σύνθεσης (όλα τα στοιχεία του έχουν καταλάβει τη σωστή τους θέση), το “Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές” είναι όχι μόνο μια αξιοσύστατη ατομική προσπάθεια, αλλά και ένα από τα ωραιότερα κείμενα της ελληνικής πεζογραφίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας.»

Για την επανέκδοση του «Εορταστικού τριήμερου στα Γιάννενα» το 2001 ο Ηλίας Μαγκλίνης παρατηρεί στην «Καθημερινή»: «Το “Εορταστικό τριήμερο”, που ειδολογικά ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και στη λογοτεχνία του φαντασιακού, έχει μια διαχρονικότητα. Σχεδόν τίποτα απ’ όλα όσα συμβαίνουν δεν μαρτυρούν ότι γράφτηκε πριν από μια εικοσαετία και τα “μέτωπα”, στα οποία μας ταξιδεύει η συγγραφέας, παραμένουν σε “εμπόλεμη κατάσταση” σε όλες τις εποχές.»

Για τις κοινωνικές και υπαρξιακές προεκτάσεις στο μυθιστόρημα «Δαμάζοντας το κτήνος» η Μικέλα Χαρτουλάρη επισημαίνει στα «Νέα»: «Αλλοτριωμένοι ιδεολόγοι “κολλημένοι” με το σεξ, προκλητικοί νεολαίοι, γυναίκες ανορεξικές, παράσιτα της εξουσίας και μίζεροι πνευματικοί άνθρωποι. Πίσω από τούτη την αλήθεια κρύβονται άλλες. Αυτές αναζητά η Έρση Σ. επιχειρώντας να φωτίσει την υπαρξιακή κρίση που ταλανίζει τη σημερινή Αθήνα… το μυθιστόρημά της, που ξεκινά σαν ηθογραφία της νέας αθηναϊκής ελίτ, μετατρέπεται σε υπαρξιακό θρίλερ που διαβάζεται μονορούφι.»

Γράφουν οι κριτικοί, μεταξύ άλλων, στη Γαλλία για την Έρση Σωτηροπούλου:
«… Μία φωνή μελωδική και βραχνή, που μας προκαλεί και μας αφυπνίζει, η φωνή της Έρσης Σωτηροπούλου.» (Florence Noiville, «Le Monde», 14/3/2003).


«Συγγενής με το σύμπαν του Ιονέσκο, αυτός ο μικρόκοσμος του παραλόγου αποτελεί, επίσης, το βασίλειο του φανταστικού… Η Έρση Σωτηροπούλου παίζει με τους ήρωές της μέχρι τελικής πτώσης και τους χειραγωγεί, υφαίνοντας με άνεση τα νήματα της αφήγησης για να θριαμβεύσει η μυθοπλασία.» (Claude Combet, «Livres Hebdo», 7/3/2003).

Στη Γερμανία: «Ο συνδυασμός μαύρου χιούμορ, παράλογης καθημερινότητας, τολμηρών επινοήσεων και αποκαλυπτικών περιγραφών αποτελεί ένα υψηλού επιπέδου λογοτεχνικό επίτευγμα.» (Harald Loch, «Frankfurter Neue Presse», Oct. 13, 2001).

«Για δεύτερη φορά, μετά τον Καβάφη, έρχεται μια νέα λογοτεχνική φωνή που τολμά να σπάσει την παραδοσιακή, συχνά τελματωμένη ελληνική λογοτεχνία.» (Hanns-Josef Ortheil, «Die Welt», Oct. 13, 2001).

«Η Έρση Σωτηροπούλου είναι μια συγγραφέας από την Ελλάδα που προβάλλει με τον καλύτερο τρόπο τη σύγχρονη λογοτεχνία και εκτός συνόρων.» (Viola Bolduan, «Wiesbadener Kurier», Oct. 6, 2001).

«… Ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας σκιαγραφεί με αδρές πινελιές τους ήρωές της και περιγράφει τις ζιγκ ζαγκ κινήσεις τους, έτσι ώστε σταδιακά η τραγωδία μεταμορφώνεται σε μία σχεδόν γελοία κωμωδία, αναδεικνύει αριστοτεχνικά τη συγγραφική της τέχνη.» («Freitag», Oct. 12, 2001).

Στις Η.Π.Α, με αφορμή την πρόσφατη αγγλική έκδοση του «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» σημειώνει κριτικός στο διεθνώς έγκυρο περιοδικό «Publishers Weekly»: «Η Σωτηροπούλου περιγράφει την ντροπή και την αλλοτρίωση τόσο πειστικά που η αφήγηση μοιάζει να παίζει τον ρόλο του ηδονοβλεψία – με την καλή έννοια».

UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
ΧΟΡΗΓΟΣ-ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ 2007: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

14.1.07

Χριστιανόπουλος και Μαρωνίτης, Αχμάτοβα και Τρακλ στο νέο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
Λογοτεχντικό και καλλιτεχνικό περιοδικό
ISSN 1105-4190
Τόμος 18ος
Τεύχος 75


ΧΟΡΗΓΟΣ-ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ «UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»
ΓΙΑ ΤΟ 2006
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ Ε Λ Λ Α Δ Ο Σ



Στον 20ό χρόνο της έκδοσής του μπαίνει το περιοδικό «Εντευκτήριο» με το νέο τεύχος του, αριθ. 75 (Δεκέμβριος 2006), που μόλις κυκλοφόρησε. Το τεύχος “ανοίγει” με ένα νεανικό διήγημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, πρωτοδημοσιευμένο το 1952 στο περιοδικό «Κρίκος»· το πεζό συνοδεύεται από τωρινό σχόλιο του Χριστιανόπουλου που καταλήγει: «αυτό το δείγμα των νεανικών μου αναζητήσεων, παρά τις αδυναμίες του, διαβάζεται ευχάριστα και δείχνει ότι από τότε οι καιραίες μου ήταν τόσο τεντωμένες, που μπορούσα να ταράζομαι όχι μόνο με τα ατομικά μου πάθη αλλά και με τη δυστυχία του διπλανού μου».

Ποίηση και πεζογραφία
Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύονται νέα ποιήματα της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου και του Λευτέρη Ξανθόπουλου, καθώς και ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα (μετάφραση Απόστολου Καρούλια, απόδοση Κάρολου Τσίζεκ) και του Γκέοργκ Τρακλ (μετ. Ιωάννας Αβραμίδου).


σκίτσο της Αννας Αχμάτοβα











Το νέο «Εντευκτήριο» περιλαμβάνει ακόμη πεζά του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, του Ντέιβιντ Σεντάρις (μετ. Γιώργου Κορδομενίδη) και του Ρέιμοντ Κάρβερ (μετ. Μαρίας Βιστωνίτη), μαζί με μικρό του δοκίμιο (μετ. Γιάννη Θεοδοσίου) όπου ο Κάρβερ εξηγεί γιατί προτιμά τη μικρή αφηγηματική φόρμα (διήγημα) από το μυθιστόρημα.


ο Ρέιμοντ Κάρβερ
















Στην ενότητα του δοκιμίου, που σταθερά βρίσκει θέση στις σελίδες του «Εντευκτηρίου», ο Δ. Ν. Μαρωνίτης σχολιάζει τον «Φιλοκτήτη» του Γιάννη Ρίτσου σε σχέση με το ομότιτλο δράμα του Σοφοκλή, ενώ ένας διακεκριμένος Γάλλος σύγχρονος στοχαστής (ο Ζαν Λωξερουά, μετ. Κατερίνας Δασκαλάκη) κι ένας νεότατος Έλληνας, ο Γιάννης Νταλίδης, αναφέρονται στο έργο του Κώστα Αξελού και ιδιαίτερα στο τελευταίο του βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, «Αινιγματικές απαντήσεις: Ρωγμές – Διάνοιξη».

Σελίδες για τον Γιώργο Βέλτσο


ο Γιώργος Βέλτσος
















Οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια, τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια, από συσπειρώσεις λογοτεχνών, κριτικών και δημοσιογράφων, για την επίμονη παρουσία του Γιώργου Βέλτσου και ως ποιητή επιεβαιώνουν την άποψη ότι για τη “μέση” ελληνική συνείδηση οι ποιητές οφείλουν να είναι χαμηλόφωνοι και να έχουν μικρή ―αν όχι μηδαμινή― παρουσία στον δημόσιο βίο και λόγο.

Από την οπτική αυτή, όντως ο Βέλτσος δεν νομιμοποιείται ως ποιητής, παρότι από το 1993 μέχρι τώρα έχει εκδώσει 14 ποιητικές συλλογές, που πρόσφατα συσσωματώθηκαν σε έναν τόμο από τις Εκδόσεις Ίνδικτος. Ο πυκνός ρυθμός με τον οποίο ο Βέλτσος εκδίδει τα ποιητικά του βιβλία θα μπορούσε να προβληματίσει, αν οι ίδιες οι συλλογές και οι συνθέσεις του δεν έπειθαν για την ποιότητα αλλά και για την εξέλιξη της γραφής του.
Στο μικρό αφιέρωμα του «Εντευκτηρίου» για την ποίηση του Γιώργου Βέλτσου γράφουν οι: Μισέλ Ντεγκύ, Διονύσης Καββαθάς, Τιτίκα Δημητρούλια, Ζωή Σαμαρά, Χρήστος Μποκόρος, Χάρης Ε. Ράπτης, Ντέιβιντ Κόνολι, Δ. Ν. Μαρωνίτης· επιπροσθέτως, δημοσιεύονται αποσπάσματα από ομιλίες, επιστολές κτλ. Των Γιώργου Χειμωνά, Μάριου Μαρκίδη, Τζίνας Πολίτη και Εκτορα Κακναβάτου. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που γράφει σε κείμενο ομιλίας του ο Γιώργος Χειμωνάς: «Ο Γιώργος Βέλτσος είναι μια εξαιρετική περίπτωση δημιουργού στον ελληνικό χώρο. Δεν θα μπορούσε να τον φέρω στο νού μου (κι αυτόν κι ένα συγκεκριμένο του έργο) τελείως αποκομμένο από μιαν ιδιαίτερα αισθητή ακτινοβολία που περιβάλλει τόσο τον ίδιο σαν προσωπικότητα, όσο και τα έργα του. Ο Βέλτσος είναι το πρόσωπο και μαζί ό,τι κάνει κι ό,τι γράφει κι ό,τι θέλει να γράψει αξεχώριστα: τα λογοτεχνικα του βιβλία, τα πανεπιστημιακά του δοκίμια, τα άρθρα του, τα μαθήματά του και οι συνομιλίες του. Είναι από τους δημιουργούς που η κάθε μια από τις διάφορες (και πολλές) δραστηριότητές τους, υπερβαίνει τα θεμιτά της όρια και διαχέεται, συγχέεται, συγκολλάται με μιαν άλλη, παρακείμενη δρσστηριότητα, διαπερνά ακόμα και την ιδιωτική τους κατάσταση, σκορπίζεται και αντηχεί σ’ ένα πεδίο που διαρκώς αλλάζει τόπο και διαστάσεις».

Βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις
Πλούσια είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα με τις βιβλιοκρισίες και τις παρουσιάσεις. Γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (για τον Δημήτρη Κόκορη), Μισέλ Φάις (για τους Αντώνη Ψάλτη και Δημήτρη Ανανιάδη), Τιτίκα Δημητρούλια (για τον Σάκη Σερέφα), Δημήτρης Κόκορης (για τον Κωστή Παλαμά), Γιώργος Κορδομενίδης (για τον Τάσο Χατζητάτση), Λίνα Πανταλέων (για τον Βασίλη Πεσμαζόγλου), Κατερίνα Ζαρόκωστα (για τη Λίλυ Εξαρχοπούλου), Ηλίας Κεφάλας (για τον Δημήτρη Μίγγα), Γεώργιος Ν. Περαντωνάκης (για τον Τεύκρο Μιχαηλίδη), Λευτέρης Παπαλεοντίου (για τον Λεύκιο Ζαφειρίου)
Συμπληρωματικά στις βιβλιοκρισίες αυτές, η Τζίνα Πολίτη, η Αλεξάνδρα Πλαστήρα και ο Άρης Στυλιανού αναφέρονται στη μετάφραση της «Οδύσσειας» από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, ενώ ο Αντώνης Κωτίδης, ο Βασίλης Τομανάς, ο Γιάννης Κοτσιφός και ο Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζουν “με συνοπτικές διαδικασίες” βιβλία που διάβασαν πρόσφατα.

Εικονογράφηση - Φωτογραφικό ένθετο
Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν σχέδια της Καλλιόπης Ασαργιωτάκη, για τα οποία ο Νίκος Γ. Ξυδάκης γράφει μεταξύ άλλων: «Στο σύνολο των σχεδίων της που παρουσιάζονται, έχουμε [...] τον εξπρεσιονισμό των αισθήσεων και των αγκαλιασμάτων, μια πυκνή ερωτογραφία· και την αυστηρή, τεταμένη εικόνιση της μεμονωμένης ανθρώπινης μορφής. Παντού ξεχωρίζει η λεπτή και επίμονη γραμμή της ζωγράφου: το μελάνι οργανώνεται σε αφήγημα με μια επίπονη στιγμογραφία, κουκκίδα-κουκκίδα, γραμμή-γραμμή, με αφανή μόχθο, με μαστορική λεπτομέρεια που υποχωρεί κσι σβήνει, για να αναδειχθεί η εντύπωση και η απόκοσμη αύρα του ανθρώπινου προσώπου. Είναι καθαρή ζωγραφική, αφηγηματική και μεταφυσική μαζί, ένα μοναδικό μείγμα που δύσκολα περιγράφεται με λόγια».
Στην Camera Obscura, το ειδικό ένθετο του «Εντευκτηρίου» για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που επιμελείται ο Αρις Γεωργίου και που εκδίδεται με χορηγία της Vivartia, δημοσιεύεται το πορτφόλιο του Στέργιου Τσιούμα «Σκιές», με φωτογραφίες που αποτελούν έναν διάλογο ανάμεσα στο αντικείμενο και στη σκιά του, ανάμεσα στο σχήμα και στο ίχνος, ανάμεσα στο βαθύ σκότος και στο εκτυφλωτικό φως ― μαζί και όλες τις ενδιάμεσες τιμές τόνων, υφών και συναισθημάτων.




σχέδιο της Καλλιόπης Ασσαργιωτάκη

10.1.07

Γεννημένος για το μαρτύριο

Έλενα Χουζούρη

Γιώργος Ιωάννου: «Σαν σπόρος αγκαθιού...»
Αθήνα, Εκδόσεις Ηλέκτρα 2005, 101 σελ.













Στην απότομα τερματισμένη του ζωή, ο Γιώργος Ιωάννου αξιώθηκε να αποκτήσει αρκετούς, πιστούς όπως αποδείχθηκε, φίλους και θαυμαστές, που όχι μόνο στάθηκαν κοντά του όσο ζούσε αλλά και συνεχίζουν ακόμη, μέσα τους, αυτή τη φιλία, δυστυχώς μονόπλευρη εδώ και πάνω από είκοσι γκρίζα χρόνια. Γιατί ο ζεστός άνθρωπος, ο ταλαντούχος συγγραφέας, ο χαρισματικός αφηγητής, ο εξομολογητικός φίλος που υπήρξε ο Ιωάννου δεν μπορούσε παρά να κρατάει κυριολεκτικά πάνω του, όπως ο βράχος το μύδι, πολλούς από τους ανθρώπους που τον γνώριζαν και που έμειναν με κάποιον τρόπο ξεκρέμαστοι με τον απροσδόκητο και πρόωρο θάνατό του.
Συγκαταλέγω και το υποκείμενό μου σ’ αυτή την κατηγορία, και νομίζω πως πιο πολύ μ’ αυτή την ιδιότητα αναφέρομαι στο δεύτερο βιβλίο που έγραψε για τον Γιώργο Ιωάννου η Έλενα Χουζούρη, που επίσης τον γνώρισε από κοντά, και του πήρε συνεντεύξεις είτε για το ραδιόφωνο είτε για περιοδικά. Διάβαζα, χτες μόλις, ένα κείμενό της στό περιοδικό Ένα, δημοσιευμένο ένα χρόνο και κάτι μετά τον θάνατό του. Κι εκεί, όπου περιγράφει τον Ιωάννου οικοδεσπότη στο διαμέρισμα της Δεληγιάννη 3, αναγνώρισα για μια ακόμη φορά τον άνθρωπο που κι εγώ είχα επισκεφτεί επανειλημμένα στο ίδιο εκείνο σπίτι, κι είχα παρακολουθήσει τις ίδιες κινήσεις του από την εξώπορτα στο γραφείο κι από κει στην κουζίνα για τον καθιερωμένο καφέ και μετά πάλι στο γραφείο ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων και χαρτιών.

Στο προηγούμενο, πρώτο βιβλίο της για τον συγγραφέα του Για ένα φιλότιμο και της Πρωτεύουσας των προσφύγων, με τίτλο Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου. Περιπλάνηση στο χώρο και το χρόνο, που βγήκε το 1995, η Χουζούρη αναφέρεται αφενός γενικά στην πόλη της λογοτεχνίας ή στη λογοτεχνία της πόλης, αφετέρου στη συγκεκριμένη πόλη, τη Θεσσαλονίκη όπως τη λογοτέχνησε ο Ιωάννου, συναιρώντας την ατομική και τη συλλογική μνήμη, την ατομική και τη συλλογική συνείδηση, τον χρόνο της Ιστορίας με τον χρόνο της καθημερινότητας.
Ξεκίνησα να διαβάζω το τωρινό της βιβλίο με την εντύπωση (τη σιγουριά σχεδόν) ότι περιλαμβάνεται σε μια σειρά που ο τίτλος της, «Βίοι αγίων – Υπόγειες διαδρομές», δεν του ταιριάζει. Ο φιλοπαίγμων, συχνά αυτοσαρκαστικός τόνος της ομιλίας και της γραφής του Ιωάννου, για να είμαι ειλικρινής δεν μου άφηνε περιθώρια να τον σκέφτομαι με τον επίτιτλο του Αγίου. Αλλά βρήκα μέσα στο ίδιο το βιβλίο την προχρονολογημένη συγκατάθεσή του, όταν σε ένα κείμενό του δίνει τον ορισμό της αγιοσύνης, μιλώντας για ανθρώπους υπομονετικούς και πραείς, γεννημένους για το μαρτύριο και αποδεχόμενους σιωπηλά αυτό.
Η Χουζούρη κάνει το βιογραφικό, εργογραφικό και ψυχογραφικό πορτραίτο του Ιωάννου, μιλώντας Θεσσαλονικιά για Θεσσαλονικιό, δηλαδή έχοντας γνώση της τοπογραφίας της Θεσσαλονίκης, κατέχοντας καλά το έργο του Ιωάννου και γνωρίζοντας αρκετά τον ίδιο. Υλικό για το εγχείρημά της αυτό αντλεί κατεξοχήν από το έργο του Ιωάννου καθώς και από βιβλία και κείμενα που γράφτηκαν γι’ αυτόν.
Και τα εντάσσει όλα αυτά στο εθνογραφικό, χωροταξικό και πνευματικό πλαίσιο που συνιστά η Θεσσαλονίκη από την απελευθέρωσή της και μετά.
Όπως μας θυμίζει εύστοχα η συγγραφέας, «Η Θεσσαλονίκη, όταν ο Γιώργος Ιωάννου έρχεται στον κόσμο, παρά το χτύπημα της πυρκαγιάς, παρά την αθρόα έλευση των προσφύγων, παρά την απότομη ενσωμάτωσή της σ’ ένα νεαρό ακόμα κράτος με πολλαπλές δυσλειτουργίες, οι οποίες σαφώς επιδρούν και στις λεγόμενες Νέες Χώρες, εξακολουθεί να αποπνέει τον αέρα ενός ευρωπαϊκού κοσμοπολιτισμού που είχε ιδιαίτερα τονωθεί κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με την παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων. Στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα έχουν επίσης αποτυπωθεί οι εθνικές, κοινωνικές και πολιτισμικές της αντιφάσεις που ανανεώνονται με την καθοριστική παρουσία των προσφύγων».
Η Χουζούρη σκιαγραφεί τα πρώτα παιδικά χρόνια του στο σπίτι της οδού Ευριπίδου πίσω από την Εγνατία, με το μητριαρχικό περιβάλλον και τον μικρόκοσμο του σπιτιού με τα ζωντανά του (από τις οικόσιτες γάτες μέχρι τα ... παρασιτικά μηρμύγκια και τους κοριούς) αλλά και στο κατοπινό σπίτι στην Ιουστινιανού 14, περιοχή με κατοικίες πολλών Εβραίων, τους οποίους έτσι ο Ιωάννου θα γνωρίσει καλά και θα γράψει γι’ αυτούς όσο λίγοι Θεσσαλονικείς πεζογράφοι.
Μιλάει για την εφηβεία του, τα πρώτα σκιρτήματα του σώματος, τις πρώτες ενοχές για έναν λοξό ερωτικό προσανατολισμό, ενοχές που εμφανίζονται ως ψελλίσματα στα κατοπινά του κείμενα. Το απόσπασμα που επιλέγει από την Καταπακτή είναι καίριο. Έγραφε εκεί ο Ιωάννου: «Και αργότερα, όταν πια σαν έφηβο σε πολιορκούσαν μέρα νύχτα με τα βλέμματα, όχι γι’ αυτά που έκαμνες αλλά γι’ αυτά που κόντευες να κάνεις, και που είχες αρχίσει να τα νιώθεις κάπως κι εσύ, να τα νιώθεις μόνο, όχι να τα καταλαβαίνεις, να τα ονοματίζεις ή να τα λες, και σε μαστιγώνανε με τα βλέμματα και τα πικρά λόγια, είτε απευθείας είτε πλάγια είτε με τα μουρμουρίσματά τους, για να τα ακούς και να ζαρώνεις, να σιγολιώνεις μέσα σου, να μην ξεθαρρεύεσαι ποτέ σου και ένιωθες κλεισμένος από παντού, χωρίς καμιά διέξοδο και καμιά ελπίδα...»
Φωτίζει επίσης η Χουζούρη την αντίφαση ανάμεσα στην ενοχή για ό,τι αρχίζει να τυραννάει το σώμα και την ψυχή από τη μια μεριά και την ένταξή του στα κατηχητικά, μηχανισμό στρεβλωτικό των εφηβικών συνειδήσεων, που πάντως προσέφερε στον Ιωάννου ένα περιβάλλον κοινωνικότητας, συλλογικότητας και συντροφικής αλληλεγγύης που τόσο τις είχε ανάγκη.
Τη συνειδησιακή αφύπνιση του Ιωάννου και τη ρήξη της σχέσης του με τα κατηχητικά η συγγραφέας την εντοπίζει στα γεγονότα του εμφυλίου και στη στάση των χριστιανικών κινήσεων απέναντι στα τραγικά γεγονότα της περιόδου εκείνης. Η επιμονή της στα βιογραφικά στοιχεία της εφηβείας και της διαμόρφωσης της προσωπικότητας του Ιωάννου είναι εύλογη, προκειμένου για έναν συγγραφέα ο οποίος κατεξοχήν μίλησε μέσα στο έργο του για τον εαυτό του και άντλησε υλικό από τα βιώματά του και τις εμπειρίες του.
Υστερα έρχεται η σειρά του έργου του, αρχής γενομένης από το πρώτο βιβλίο του Ιωάννου, την ποιητική συλλογή Ηλιοτρόπια, με το πρώτο φανέρωμα της “αμαρτωλότητας” αλλά και την έντονη παρουσία της Θεσσαλονίκης. Η Χουζούρη παρακολουθεί τη συγγραφική πορεία του από βιβλίο, την κριτική υποδοχή τους αλλά και τη μεγάλη δυσκολία του Ιωάννου να συνδυάσει μια αβόλευτη ιδιωτική ζωή με το πιεστικό άμεσο και ευρύτερο περιβάλλον, επαγγελματικό και κοινωνικό.
Ένα άλλο ζήτημα που θίγεται στο βιβλίο είναι η καθοριστική σημασία που είχε στη ζωή και στο έργο του Ιωάννου η εγκατάστασή του το 1971 στην Αθήνα, κίνηση που θα σηματοδοτούσε την προσωπική του απελευθέρωση και θα έβρισκε ευθεία αντανάκλαση στο γράψιμό του. Το βιβλίο μιλάει για την καθημερινότητά του και τις συνήθειες της ζωής του. Για το περπάτημα στην πόλη, που τόσο το αγαπούσε. Για την ερωτική περιπλάνηση. Για το διάβασμα. Για το μοίρασμά του ανάμεσα στη γενέτειρα και στην πόλη που τον υιοθέτησε. Για την αίσθηση και το προαίσθημα του θανάτου και για την προσπάθειά του να το εξορκίσει με εργαλείο τη λογοτεχνία. Κι ακόμη, για τις θυμωμένες αντιδράσεις του στα αρνητικά σχόλια και τις δυσμενείς κριτικές. Η Χουζούρη δεν ωραιοποιεί τα πράγματα και τις συμπεριφορές, δεν κάνει κανενός είδους αγιογραφία. Ο Ιωάννου της παραμένει ανθρώπινος, τρυφερός και μαχητικός, κοινωνικός και μοναχικός, πληγωμένος και περήφανος. Με δυο λόγια, ο Ιωάννου που γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε.

Γιώργος Κορδομενίδης

29.12.06

REUNION ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ



(για το βιβλίο του Τάσου Χατζητάτση «Μονόξυλο στο ποτάμι»)

Αν εξαιρέσουμε τους πεζογράφους που εμφανίστηκαν την τελευταία πενταετία ―ή εκεί γύρω―, είναι (δηλαδή ήταν) σχεδόν κανόνας επί δεκαετίες να αρχίζει κανείς να γράφει στο τέλος της εφηβείας του ή αμέσως μετά, να δημοσιεύει λίγο αργότερα τα πρώτα του κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά και σχετικά σύντομα να εμφανίζεται με βιβλίο.
Ο Τάσος Χατζητάτσης δεν πειθάρχησε απολύτως σ’ αυτόν τον, τρόπον τινά, κανόνα. Γεννημένος τό 1945, οδοντίατρος το επάγγελμα, πρωτοεμφανίζεται με πεζά του κείμενα στο περιοδικό «Ο Χάρτης» μόλις το 1984, δηλαδή σε ηλικία 39 χρονώ. Κι ενώ θα περίμενε κανείς αυτή την καθυστερημένη εμφάνιση να τη διαδεχτεί μια κάποια πρεμούρα για λογοτεχνική καταξίωση, ο Χατζητάτσης εκδίδει το πρώτο του βιβλίο δεκατρία ολόκληρα χρόνια αργότερα, μόλις το 1997. Είναι οι «Έντεκα σικελικοί εσπερινοί», μια συλλογή πεζογραφημάτων που βγήκε από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου (τύποις μόνον εκδόσεις, καθώς οι συγγραφείς πληρώνουν οι ίδιοι το κόστος των βιβλίων τους, ενώ το περιοδικό «Εντευκτήριο» εισφέρει με την εκδοτική επιμέλεια, τη διακίνηση και την αδάπανη προβολή τους μέσω δελτίων Τύπου). Το βιβλίο εκείνο προκαλεί αίσθηση και πολύ εγκωμιαστικές κριτικές και αποφέρει στον συγγραφέα του το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω».
Παρόλη την αναγνώριση και τη φήμη που συνεπάγονται οι κριτικές και η βράβευσή του, ο Χατζητάτσης επιμένει να βγάλει στις Εκδόσεις Εντευκτηρίου και το δεύτερο βιβλίο του, με τίτλο «Στη σφενδόνη», το 2000, που κι αυτό βρίσκει ιδιαίτερα θερμή υποδοχή. Ευτυχώς, με το τρίτο του βιβλίο ανά χείρας, το αφήγημα «Σα σπασμένα φτερά», ο συγγραφέας μας πείθεται να το εμπιστευτεί στις Εκδόσεις Πόλις, που μέχρι τότε είχαν στο ενεργητικό τους ιδιαίτερα επιλεγμένους τίτλους ξένης κυρίως πεζογραφίας, κι από τις οποίες τώρα κυκλοφορεί και το τέταρτο στη σειρά βιβλίο του.

Ο Χατζητάτσης μας έχει δείξει με τα προηγούμενα έργα του, και το επιβεβαιώνει και με το «Μονόξυλο στο ποτάμι», ότι αφενός γνωρίζει τις αφηγηματικές του δυνατότητες, αφετέρου επιμένει να διερευνά τα όρια της γραφής: για μία ακόμη φορά λοιπόν προτιμά να μην δώσει ένα “τυπικό” μυθιστόρημα αλλά μία σπονδυλωτή αφήγηση για τη ζωή μιας παρέας ανδρών, με αφορμή μια αναμνηστική φωτογραφία από τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου. Άρτιος χειριστής της μικρής πεζογραφικής φόρμας, ο Χατζητάτσης μας δίνει και πάλι ένα αφήγημα που μοιάζει με ψηφιδωτό και παραπέμπει στην τεχνική του κινηματογράφου· οι ατομικές ιστορίες διασταυρώνονται, η ιστορία του ενός προσώπου εισβάλλει στην ιστορία των άλλων, η μία αφήγηση τροποποιεί ελαφρά τις υπόλοιπες ή και τις προεκτείνει, τις φωτίζει επίσης από άλλη οπτική γωνία, αφήνοντας τον αναγνώστη ―όπως γινόταν και στα «Σπασμένα φτερά»― να συμπληρώσει τα σκόπιμα μικρά κενά με τις δικές του εμπειρίες, ευαισθησίες ή και υποθέσεις.
Η φωνή που αφηγείται δεν είναι μία, αλλά πολλές. Έχουμε και εδώ μονολόγους πολλαπλών αφηγητών, και μάλιστα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, συνθήκη που επιτρέπει ποικίλες εστιάσεις, διαφορετικές οπτικές γωνίες, παρεκκλίνουσες εκδοχές αλλά και αλλοιώσεις που επέρχονται στη μνήμη με τον χρόνο, τον δαμαστή των πάντων. Αυτές οι φωνές είναι συνήθως διαφοροποιημένες με ευκρίνεια. Και δεν ακολουθούν όλες τον ίδιο δρόμο. Το κείμενο παίζει από το ιστορικό χρονικό στο ημερολόγιο και από τη μεταγραφή προσωπικής μαρτυρίας στην αργκό των νέων.
Οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στις ιστορίες του Χατζητάτση, σε όλα τα μέχρι τώρα βιβλία του, δεν μετέχουν ως πρωταγωνιστές στην Ιστορία (με το γιώτα κεφαλαίο) αλλά υφίστανται τις συνέπειές της και έχουν στα πρόσωπα και στα κορμιά τους τις ρυτίδες και τα σημάδια που προκαλεί η μεγάλη Ιστορία στη ζωή των απλών ανθρώπων, σημαδεύοντάς τες ανεξίτηλα. Συγγενείς αγωνιστών του ΕΑΜ που τους παίρνει κι αυτούς αμπάριζα το φακέλωμα, γιοί φαντάτων που χάθηκαν στην Κορέα, κόρες δωσιλόγων, παιδιά και εγγόνια ξερριζωμένων της Ιωνίας, γόνοι προσφύγων του Εμφυλίου...

Εδώ βρίσκει την έκφρασή της η γενιά που γεννήθηκε μέσα στην Κατοχή και που οι προσδοκίες της δεν σκόνταψαν ―όπως των γονιών τους― πάνω στον Εμφύλιο και στα πέτρινα χρόνια που τον ακολούθησαν αλλά βούλιαξαν στην κινούμενη άμμο της καθημερινής ρουτίνας, «ζωές που πήγανε στον βρόντο». Με τα λόγια του συγγραφέα: Μεσόκοποι, αλυσοδεμένοι με σπίτια, αυτοκίνητα και σιωπές, και δίπλα οι γυναίκες μας, ισόβιες συμβίες.
Οι άνθρωποι που επιβαίνουν στο «Μονόξυλο στο ποτάμι» δεν έχουν πάνω τους τίποτε το ηρωικό, το ξεχωριστό· μάλιστα, οι αδυναμίες τους και οι αντιφάσεις τους φαίνεται να είναι κατεξοχήν τα στοιχεία στα οποία επιλέγει να ζουμάρει ο συγγραφέας, με διάχυτη και σε αυτό το βιβλίο την πίκρα για το προσωπικό και το συλλογικό ανεκπλήρωτο της ζωής.
Στην πεζογραφία του Χατζητάτση η ανεξάντλητη πηγή από την οποία αντλείται υλικό δεν είναι η επινόηση αλλά η μνήμη, τόσο η ατομική όσο και η συλλογική. Αυτή η θεμελιώδης επιλογή (μνήμη αντί επινόησης) του επιτρέπει να προχωρεί με σταθερά, προσεκτικά, κάθε άλλο παρά επιδεικτικά βήματα μέσα στο εκτεταμένο ναρκοπέδιο που είναι η σύγχρονη πεζογραφία· ναρκοπέδιο που απειλεί τόσο αυτούς που την παράγουν όσο και αυτούς που την καταναλώνουν.
Μιλώντας για τη μνήμη, δεν εννοώ ότι ο Χατζητάτσης αυτοβιογραφείται, κάθε άλλο μάλιστα. Αναφέρομαι στη δημιουργική (και επινοητική φυσικά) επεξεργασία της μνήμης, που χρησιμοποιεί όλα τα συσσωρευμένα δικά της και τα οικειοποιημένα ξένα βιώματα, συνθέτοντας ιστορίες που δεν μιμούνται ούτε αναπλάθουν αλλά υπερβαίνουν τη ζωή. Δανείζομαι πάλι λόγια του συγγραφέα: Ο αφηγητής [...] αντιγράφει συμβάντα. Δέντρα, ανθρώπους, αισθήματα. [...] Το υλικό των λέξεων με το οποίο θα αναπαραστήσει τα πράγματα, θα τα κάνει να υπάρξουν πέρα από τις πραγματικές τους διαστάσεις. Η Μαρία υπάρχει, αλλά δεν θα ταυτίζεται με καμιά Μαρία που υπήρξε ή θα υπάρξει στον κόσμο. Ο αφηγητής κτίζει τον κόσμο του με λέξεις. Κατασκευάζει την ανάγνωση. Ο αόριστος θα γίνει ενεστώτας των αντικατοπτρισμών, αλλά ποτέ μέλλοντας. Είναι ένας θεός άχρηστος, δεν μπορεί να κάνει κανένα θαύμα. Ούτε στα ψέματα.

Με το τέταρτο αυτό βιβλίο του ο Τάσος Χατζητάτσης αναδεικνύεται στον πιο “πολιτικό” από τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης· δεν μου διαφεύγει η περίπτωση του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, μόνο που αυτόν τον έχουμε καταχωρήσει (καλώς ή κακώς) στους ποιητές ―ή στους εκ της ποιήσεως πεζογράφους― της Θεσσαλονίκης. Και κάτι ακόμη: κυρίως με το «Μονόξυλο στο ποτάμι», η εσωτερική μετανάστευση βρίσκει (μετά τον Μπακόλα) την έκφρασή της στην πεζογραφία της Θεσσαλονίκης: Βελβεντό, Πτολεμαϊδα, Αμύνταιο, Καϊμάκτσαλαν, πόλεις και χωριά της κεντρικής και της δυτικής Μακεδονίας μνημονεύονται και δημιουργούν τις ευρύτερες συντεταγμένες της αφήγησης.
Το ίδιο συμβαίνει και με την ξενιτειά (για σπουδές κυρίως, κατεξοχήν στα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας) αλλά και με την προσφυγιά, από τους πρόσφυγες του Εμφυλίου στα Βαλκάνια και στην Τασκένδη μέχρι τους πρόσφυγες της διαλυμένης Γιουγκοσλαβίας.

Όπως συχνά συμβαίνει στα καλά βιβλία, οι αφηγήσεις που συνθέτουν το «Μονόξυλο στο ποτάμι» δεν ποντάρουν σε κάποιον εντυπωσιακό και ευρηματικό μύθο ― το αντίθετο θα έλεγα. Αυτό που δίνει ιδιαίτερη υπόσταση στις αφηγήσεις είναι ο άμεσος, αποδραματοποιημένος αλλά δραστικός λόγος. Ο Χατζητάτσης μιλάει χαμηλόφωνα, σχεδόν υπαινικτικά, χωρίς κανέναν μελοδραματισμό για ζωές τσαλακωμένες και για τσαλαπατημένους ανθρώπους. Αντιγράφω:
Η Νάντια Γκ. γεννήθηκε το 1978 στην Κουταϊδα της Γεωργίας, πενήντα χιλιόμετρα δυτικά της Τυφλίδας. Ο αδελφός της, στρατιώτης στον πόλεμο του Καυκάσου, πνίγηκε στις όχθες του Ινγκούρι. Τη Νάντια την απέβαλαν από το Λύκειο σαν κόρη «εχθρού του λαού της Γεωργίας». Το φιλί του πατέρα αίμα στο μάγουλο. Διέσχισε σε καρότσα φορτηγού τη Ρουμανία. Ο φορτηγατζής τη βίαζε τα βράδια. Στα σύνορα την πούλησε στους Βούλγαρους. Πέρασε όλη τη Βουλγαρία με το τρένο. Μέχρι το Σαντάνσκι. Οι “καναλτζήδες” από το Πετρίτσι την πέρασαν από την άλλη πλευρά. Δύο μερόνυχτα στα παγωμένα μονοπάτια, με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια. Έκανε αρχή χωρίς διαβατήριο, χωρίς γλώσσα, χωρίς τίποτα στην Καρδίτσα.

Ο πυκνός και μεστός, οικονομημένος λόγος του Χατζητάτση πλουτίζει την πεζογραφία μας με ένα σημαντικό αφήγημα, που συνδυάζει σεβασμό στον πόνο τον οποίο συνεπάγεται η ζωή, ανησυχία για το μέλλον που διαγράφεται σιβυλλικό και πικρία για τα στοιχήματα που δεν κερδήθηκαν.

Γιώργος Κορδομενίδης

23.12.06

Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών


στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη


Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...
Α, ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών

Μίλτος Σαχτούρης

29.11.06

Ιστορίες φτιαγμένες απ’ το τίποτα



David Sedaris
Μια σχεδόν φυσιολογική οικογένεια
Μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά
Αθήνα, Εκδόσεις Μελάνι 2006
294 σελ.

Ενώ άλλοι συγγραφείς προσπαθούν να μειώσουν ή υποβαθμίσουν τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα των κειμένων τους, για να τα αναδείξουν ως προϊόντα ενός ‘δημιουργικού’, ‘ευρηματικού’ μυαλού, ο Ντέιβιντ Σεντάρις επιμένει τόσο μέσα στα ίδια τα κείμενά του όσο και στις συνεντεύξεις του ότι τις ιστορίες που αφηγείται τις έχει ζήσει ο ίδιος, και δεν τις επινόησε. Ακόμη κι αν δεν δεχτούμε πάντως την κατηγορηματική του διαβεβαίωση ότι τα πρόσωπα που περιγράφει στο βιβλίο του «Μια σχεδόν φυσιολογική οικογένεια» (τίτλος πρωτοτύπου: «Dress Your Family in Corduroy and Denim») είναι τα μέλη της οικογένειάς του, οι γονείς του και τ’ αδέλφια του δηλαδή, είμαστε ίσως υποχρεωμένοι να λάβουμε υπόψη μας την άποψη διακεκριμένου θεωρητικού του αυτοβιογραφικού λόγου: «Αυτοβιογραφία δεν έχουμε όταν κάποιος λέει την αλήθεια, αλλά όταν λέει ότι λέει την αλήθεια».
Γεννημένος το 1957 στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, από πατέρα Ελληνα δεύτερης γενιάς (γιο μεταναστών) και μητέρα Αμερικανίδα, ο Σεντάρις, λέει το βιογραφικό του, εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής, οικιακός βοηθός, νοσοκόμος σε ψυχιατρείο και καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Art Institute of Chicago προτού γίνει συγγραφέας και ραδιοφωνικός σχολιαστής.



Κείμενό του πρωτοδιαβάσαμε στα ελληνικά στην «Ανθολογία αμερικανικού χιουμοριστικού διηγήματος» (εκδ. Ποταμός, 2001). Τώρα το ταλέντο του φανερώνεται με άνεση σε ένα βιβλίο με 22 ιστορίες - φέτες ζωής μιας αμερικανικής οικογένειας. «Σχεδόν φυσιολογικής» κατά τον ελληνικό τίτλο; No way! Αντίθετα, πρόκειται για μια απόλυτα εκκεντρική οικογένεια, σε βαθμό που ο αναγνώστης να μένει με την εντύπωση ότι ο αφηγητής απλώς παραδοξολογεί, αυτοσαρκάζεται αλλά και σαρκάζει τους οικείους του ― η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα κάνει με ευαισθησία και τρυφερότητα, ώστε να αισθανόμαστε αλληλέγγυοι τόσο προς τον ίδιο (το “φυσιολογικότερο”, τρόπον τινα, μέλος της οικογένειάς του) όσο και προς τους γονείς του και τα πέντε αδέλφια του, τέσσερα κορίτσια και ένα ακόμη αγόρι.
Πάντως είναι ύπουλος ο αφηγητής του Σεντάρις. Μας παρουσιάζει τους δικούς του στην αρχή σαν συνηθισμένους, «σχεδόν φυσιολογικούς» ανθρώπους, που, όπως όλοι μας λίγο πολύ, έχουν και κάποιες αδυναμίες, φαινομενικά μικροελαττώματα που κάτω από την επιφάνειά τους κρύβουν βαθιές αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες. Ο πατέρας: σφιχτός έως τσιγκούνης που δεν αγοράζει τίποτε αν δεν είναι σε προσφορά, μηχανικός στην ΙΒΜ στο επάγγελμα, γιος Ελλήνων μεταναστών, χριστιανός ορθόδοξος που εκκλησιάζεται τακτικά, ένας ονειροπόλος που πάντα υποσχόταν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να καταφέρει. Η μητέρα: μια γυναίκα με διαπεραστική φωνή, που κοιμάται οπουδήποτε μέσα στο σπίτι (όχι μόνο τη νύχτα) και βλέπει μανιωδώς τηλεόραση· κι όταν κάποια στιγμή θέλει να μείνει για λίγο ήσυχη και μόνη, δεν διστάζει να κλειδώσει τα παιδιά της έξω από το σπίτι, στο κρύο και στα χιόνια! Η μεγαλύτερη αδελφή του αφηγητή παρακολουθεί συστηματικά τις ειδήσεις, θυμάται όμως μόνο τους τίτλους, τους οποίους επικαλείται με ποικίλες αφορμές, σχετικές ή άσχετες. Ενώ η Τίφανι, η μικρότερη, για να αποβάλει από πάνω της τη ρετσινιά της παθολογικής ψεύτρας που είχε ως παιδί, ως ενήλικη εκστομίζει τις πιο σκληρές, ανάρμοστες αλήθειες.
Με υλικά “από το τίποτε” μιας καθημερινότητας που είναι οικεία αλλά και ταυτόχρονα ξενίζει, ο Σεντάρις αφηγείται με τρόπο καυστικό και θωπευτικό μαζί τις ιδιαιτερότητες μιας οικογενειακής ζωής που θα μπορούσε να είναι η δική μας αν δεν την είχαμε σκεπάσει, άλλος λίγο άλλος πολύ, με εφευρήματα “κανονικότητας” και μεγάλες δόσεις “κατανόησης” για όσα, ως δικά μας, είναι σύκα και δεν ακούγονται, ενώ ως αλλότρια, είναι καρύδια και βροντάνε.
Η Μυρσίνη Γκανά γύρισε σε σπαρταριστά ελληνικά τη χυμώδη αφήγησή του.

Γιώργος Κορδομενίδης
(πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

28.10.06

ΠΟΛΙΤΙΚόΣ ΜΥΩΠΙΚόΣ ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜόΣ

[...]

Σ' αυτές τις εκλογές εμφανίστηκε μια σαφής πολιτική πρόταση. Στη Θεσσαλονίκη. O Γιάννης Mπουτάρης είπε ότι η πόλη πρέπει να ξαναβρεί τον κοσμοπολιτισμό της. Ότι η επί χρόνια κυριαρχία του ακραίου συντηρητισμού και λαϊκισμού καταστρέφει κάθε οδό ανάπτυξης. Ότι αυτή η σύγκρουση απαιτεί μια νέα ευρύτερη σύνθεση δυνάμεων που ξεπερνάει τους κομματικούς διαχωρισμούς. Ότι δεν είναι υπόθεση ενός κόμματος. Δεν το είπε, αλλά όπως φάνηκε στο δεύτερο γύρο, αφορούσε ακόμα και τους ψηφοφόρους της N. Δημοκρατίας. Tο KKE τον κατηγόρησε ως αστό επιχειρηματία. O Συνασπισμός τον κατήγγειλε ως αστική τάξη και ΠAΣOK. Tο ΠAΣOK διέγραψε τα μέλη του που συμμετείχαν στο συνδυασμό του.
Στην πολιτική-παιχνίδι, τη μεγαλύτερη σημασία απ' όλα έχει να διατηρούν οι παίκτες τις δυνάμεις τους, να ελέγχουν το παιχνίδι, να μένουν στο μηδενικό άθροισμα, να κερδίζουν και να χάνουν «επικοινωνιακά». Πάντα οι ίδιοι. Xωρίς καινούργιους παίκτες στο παιχνίδι.

[από το εκδοτικό σημείωμα του Φώτη Γεωργελέ στην Athens Voice, 26 Οκτ. 2006]

27.10.06

Η ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ ΤΟΥ ΟΡΧΑΝ ΠΑΜΟΥΚ





Ορχάν Παμούκ
Ιστανμπούλ: Πόλη και αναμνήσεις
Μετάφραση: Στέλλα Βρετού
Αθήνα, Εκδόσεις Ωκεανίδα 2005, 589 σελ.

Ελάχιστες πόλεις στην ιστορία του πολιτισμένου κόσμου έχουν τη διαχρονική ακτινοβολία της Κωνσταντινούπολης. Οχι μόνο ειδικοί ερευνητές αλλά και μυθιστοριογράφοι εμπνέονται και ασχολούνται με περισσότερο ή λιγότερο γνωστές πτυχές της ιστορίας αυτών των εμβληματικών πόλεων και των ανθρώπων που τις έζησαν κατά καιρούς.
Η ακτινοβολία της Κωνσταντινούπολης μαρτυρείται, μεταξύ άλλων, και από την πληθώρα των ονομάτων που της προσέδωσαν ποικίλοι λαοί σε διάφορες γλώσσες και σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές: Ιστανμπούλ, Ισλαμπόλ, Σταμπούλ, Κούστα, Τσάριγκραντ, Ρουμίιγα αλ Κούμπρα· κι ακόμα: Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ, Πόλη του Προσκυνήματος, Οίκος του Χαλιφάτου, Θρόνος του Σουλτανάτου, Πύλη της Ευτυχίας, Οφθαλμός του Κόσμου, Καταφύγιο της Οικουμένης ― με μια λέξη: Πόλη!
Σ’ αυτήν την Πόλη ανέλαβε να μας ξεναγήσει, από τη δική του σκοπιά, το διακεκριμένο τέκνο της, ο πεζογράφος Ορχάν Παμούκ (γενν. 1952, βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 2006), με ένα ογκώδες βιβλίο που κινείται μεταξύ αυτοβιογραφίας και οδοιπορικού σε μια πόλη-αντικείμενο πόθου μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Δεν πρόκειται μόνο για το πορτραίτο μιας επίζηλης πόλης όπως το φιλοτέχνησε ένας χαρισματικός αφηγητής, συναιρώντας το δημόσιο με το ιδιωτικό, αλλά και μια χρονογραφία των δεκαετιών 1960-1980 και μαζί ένα δοκίμιο που αποδίδει στον χώρο την πνευματική, σχεδόν μεταφυσική του υπόσταση. Γιατί η Πόλη του Παμούκ είναι μια πόλη σε παρακμή, βαθιά μελαγχολική: «Όταν ο Φλομπέρ ήρθε στην Ιστανμπούλ, εκατόν δύο χρόνια πριν από τη γέννησή μου, και επηρεάστηκε από την ιδιαιτερότητα και τον πληθυσμό της πόλης, έγραψε σ’ ένα γράμμα του ότι πίστευε πως η Κωνσταντινούπολη εκατό χρόνια μετά θα γινόταν η πρωτεύουσα του κόσμου. Με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε ακριβώς το αντίθετο. Όταν γεννήθηκα, η Ιστανμπούλ ήταν πιο αδύναμη, πιο φτωχική, πιο απομονωμένη, πιο μοναχική απ’ όσο υπήρξε ποτέ στη δύο χιλιάδων χρόνων ιστορία της. Το αίσθημα παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η φτώχεια και η μελαγχολία των χαλασμάτων που γέμιζαν την πόλη, έγιναν τα χαρακτηριστικά που, σε όλη μου τη ζωή, προσδιορίζουν την πόλη. Η ζωή μου πέρασε πολεμώντας αυτή τη μελαγχολία, ή τελικά αφομοιώνοντάς την όπως όλοι οι κάτοικοι της Ιστανμπούλ.»
Προσωπικός και βιωματικός είναι, σε μεγάλο βαθμό, ο τρόπος που επιλέγει ο Παμούκ προκειμένου να μιλήσει για τη δική του Ιστανμπούλ-Κωνσταντινούπολη (η ονομασία “παίζει” ανάλογα με τα συμφραζόμενα), όπως την έβλεπε να αλλάζει καθώς ο ίδιος μεγάλωνε. Ξεκινά από το πατρικό του σπίτι, την «Πολυκατοικία Παμούκ» («Οι δικοί μου […] το 1951 είχαν χτίσει τη “μοντέρνα” πολυκατοικία, που στον τέταρτο όροφό της μένουμε τώρα εμείς, γράφοντας, όπως ήταν τότε της μόδας, με πολύ καμάρι, πάνω από την εξώπορτα Πολυκατοικία Παμούκ»), μιλά μετά για τη συνοικία Νισάντας όπου βρισκόταν αυτή η πολυκατοικία, σιγά σιγά προχωρεί στην υπόλοιπη Ιστανμπούλ όπως τη γνώρισε καθώς μεγάλωνε: «Στα απόκεντρα στενά στο Τεπέμπασι, στο Τζιχανγκίρ, στο Γαλατά, στο Φατίχ και στο Ζεγρέκ, και σε μερικά χωριά στο Βόσπορο και στο Σκούταρι […] Τα γεμάτα ομίχλη και καπνούς πρωινά, οι βροχερές νύχτες με τους αέρηδες, οι καθισμένοι στους τρούλους των τζαμιών γλάροι, ο μολυσμένος αέρας, τα μπουριά της σόμπας που εκτείνονται από τα σπίτια στα σοκάκια σαν κάννες από κανόνια και φυσάνε βρόμικο καπνό […] απευθύνονται στο ασπρόμαυρο αυτό συναίσθημα μέσα μας που σαλεύει σαν μια μορφή θλιμμένης ευτυχίας.»
Ιδιαίτερη θέση στην Ιστανμπούλ του Παμούκ έχει ο Βόσπρος, που είναι «ένα με την πίστη στη ζωή, τη λαχτάρα για τη ζωή, την ευτυχία. Η ψυχή της Ιστανμπούλ, η δύναμή της πηγάζουν από τον Βόσπορο», γράφει σ’ αυτό το βιβλίο των αναμνήσεων, που είναι μια πρόωρη απογραφή της προσωπικής του ζωής αλλά και καταγραφή μιας περιόδου της ζωής της γενέτειράς του. «Η μοίρα της Ιστανμπούλ» ―θα πει αλλού― «είναι και δική μου μοίρα· είμαι αφοσιωμένος στην πόλη επειδή σ’ αυτήν οφείλω αυτό που είμαι».
Παρότι γράφει για τη σύγχρονή του Κωνσταντινούπολη, ο Παμούκ δεν παραβλέπει τα βυζαντινά “παράσημα” της πόλης και τη συγκατοίκηση των Τούρκων με τους προκομμένους μεν πλην κατατρεγμένους Ρωμιούς. Η ματιά του πάνω στον ελληνισμό της Πόλης έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον: «Όπως τους περισσότερους Τούρκους της Ιστανμπούλ, το Βυζάντιο μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ λίγο στα παιδικά μου χρόνια. […] Η λέξη Βυζάντιο μου έφερνε στο νου τα τρομακτικά ρούχα και γένια των Ρωμιών ορθόδοξων παπάδων, τα βυζαντινά τόξα και τις καμάρες στα διάφορα μέρη της πόλης, τις παλιές εκκλησίες […] και την Αγιασοφιά. Όλα αυτά ανήκαν σε μια τόσο παλιά εποχή που δεν υπήρχε λόγος να την ξέρουμε. Ακόμη και οι Οθωμανοί που κατέκτησαν το Βυζάντιο μου φαίνονταν πολύ μακρινοί. […] Οι Βυζαντινοί είχαν εξαφανιστεί με την άλωση. Και οι εγγονοί των εγγονών των εγγονών τους ήταν ιδιοκτήτες των ζαχαροπλαστείων και των καταστημάτων που πουλούσαν ρούχα και παπούτσια στο Μπέγιογλου.» Και λίγο πιο κάτω: «Το 1955 όταν οι Εγγλέζοι ετοιμάζονταν να φύγουν από την Κύπρο και οι Έλληνες ν’ αναλάβουν ολοκληρωτικά τη διακυβέρνηση του νησιού, ένας πράκτορας των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών έβαλε βόμβα στο σπίτι που γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Όταν οι εφημερίδες με έκτακτες εκδόσεις και μεγαλοποιώντας το περιστατικό κυκλοφόρησαν την είδηση, το εχθρικό προς τις μη μουσουλμανικές μειονότητες πλήθος που μαζεύτηκε στην πλατεία Τακσίμ έκαψε, γκρέμισε και λεηλάτησε μέχρι το πρωί, πρώτα τα καταστήματα απ’ όπου ψωνίζαμε με τη μητέρα μου στο Μπέγιογλου κι έπειτα όλη
την πόλη.»



Η Ιστανμπούλ του Παμούκ είναι ένα βιβλίο ενηλικίωσης, όπου συνυπάρχουν οι αναμνήσεις και οι ονειροπολήσεις, οι πραγματικές και οι φαντασιακές διαδρομές ενός ευαίσθητου καταγραφέα στην επιφάνεια και στα σπλάχνα της πόλης όπου γεννήθηκε και έζησε για μισόν αιώνα, για την οποία τώρα γράφει με τα εφόδια του συγγραφέα που απομύζησε την Βιρτζίνια Γουλφ και τον Φραντς Κάφκα και διαμορφώθηκε από αυτά τα δυτικοευρωπαϊκά λογοτεχνικά του πρότυπα.
Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό η Ιστανμπούλ δεν είναι μόνο η πόλη του Παμούκ αλλά και η πόλη όπως αποτυπώθηκε στις περιγραφές περιηγητών, λογοτεχνών, ζωγράφων και σκηνοθετών· κι είναι ακόμη τα κρυμμένα και φανερά συναισθήματα, οι μυστικές φωνές, το βυζαντινό παρελθόν και η οθωμανική αυτοκρατορία και η σύγχρονη τουρκική πραγματικότητα, είναι η εμμονή ενός ανθρώπου για τον τόπο του που τον νιώθει να απειλείται.
Την αφήγηση πλουτίζουν καρτ-ποστάλ, σχέδια, γκραβούρες, πίνακες αλλά και φωτογραφίες από το άλμπουμ της οικογένειας Παμούκ.