17.3.15

Είμαι ο Βαγγέλης



του Θωμά Κοροβίνη

Είμαι ο Βαγγέλης. Με τα τριπλά του χρόνια. Είναι ο γιος μου, ο εγγονός μου, όμως είναι ο αδερφός μου, είναι το σπλάχνο μου, είμαι εκείνος. Είμαι το ομοίωμά του, είμαι το αίμα του, είμαι εκείνος. Είμαι ο Βαγγέλης. Μα είμαι ζωντανός. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή. Στο μεταξύ, πόσες φορές μ’ έχουν πεθάνει και μένα! Όσες αναγνωρίζω, γιατί υπάρχουν κι άλλες ανεπαίσθητες δολοφονίες, άλλα κρυφά φονικά που έχουν συντελεστεί στην πλάτη μου, μα δεν τα ξέρω. Ή μάλλον κάνω πως δεν τα ξέρω, γιατί δεν αντέχεται τόσο βάρος. Ναι, «όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους» λέει ο Καρυωτάκης.

Μόνον εγώ το ξέρω όμως το πώς είμαι ακόμα ζωντανός. Εκατό ζωές δε θα μου ’φταναν για να γράψω εκατό γραφές και χίλια τραγούδια για να χωρέσουν αυτόν τον ζωντανό θάνατο. Με παίδεψαν πολύ, με τυράννησαν με ποικίλα χοντροκομμένα και άπειρα πιο ανάλαφρα, αβάσταχτα όμως, πρώιμα μπούλινγκ. Εκείνα της δεκαετίας του ’60, μα που ήταν, λες εκ των υστέρων, ο κόσμος πιο απαίδευτος, όμως μέσα στην μετεμφυλιακή του μιζέρια, με το χνώτο του άκαμπτου χωροφύλακα στο σβέρκο, την αχορταγιά των κοτζαμπάσηδων της εποχής, τη βίτσα του δάσκαλου, την παντοκρατορία των στρατόκαβλων και την ανατολίτικη σατραπεία του πατέρα-αφέντη, να βρίσκουν τα αντίβαρά τους σε ανθρώπινες αγκαλιές, που άνοιγαν πρόθυμα σε κάθε βασανισμένη γειτονιά. Κακά τα ψέματα, ο κόσμος ήταν πάντα ίδιος, κι έτσι καθώς φαίνεται θα πάει (χιλιάδες Μαρξ και Φρόυντ να γεννηθούν), αλλά, θαρρείς, τότε μια ιδέα πιο ανθρώπινος. Είχαν ζήσει πόλεμο και πείνα οι δικοί μας,  είχαν στερηθεί κι είχαν διδαχτεί και είχαν μιαν ισόβια αγωγή στη συμπόνια. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους» λέει ο Αναγνωστάκης.

Κρατούσα άσβεστη μια φλόγα αντίστασης, έτσι γλίτωσα απ’ τους βασανιστές μου. Δεν μπορεί ο καθένας όχι, δεν έχουν όλοι τα ίδια ψυχικά συστατικά. «Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο λέει ο Σεφέρης. Χωνόμουνα στην  αγκαλιά της γιαγιάς μου, αμίλητος ― πού να μιλήσεις! Ούτε τώρα θα μιλήσω. Δεν θα μιλήσω ποτέ. Αν και, με τον δικό μου τρόπο μιλάω, και μιλάω ανοιχτά πάντοτε, πολύ ανοιχτά, δεν έχω ανάγκη κανέναν ―χρέος είναι εξάλλου―, αφού, καθώς χωνόμουνα μέσα στα χαρτιά, μ’ ένα μολύβι έχτισα τον δικό μου κόσμο, δίπλα στο κόσμο μας. Και ανακάλυψα εκεί μια μορφή ―όχι πλαστής― ευτυχίας. Βρήκα όμως την ψυχή, είχα το σθένος, πώς να το πω, και έχτισα τις αξίες μου, αγάπησα τους ανθρώπους, έζησα παραδείσους ερωτικούς, ανέπτυξα την προσωπικότητά μου, χόρτασα ζωή. Όλα χειροποίητα. Και πάντοτε με εμπόδια. Οι τρικλοποδιές, τα χουνέρια και οι παγίδες μ’ έκαναν ακόμη πιο ατσάλινο. «Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας» θα ’λεγε ο Ταχτσής. Όχι μόνον.

Έκανα κι εγώ μικρότερος κάποια μικρομπούλιγκ, κάποιους πλήγωσα, δεν μπορεί. Ο Βαγγέλης ―με την άγια ικεσία και την πεντάμορφη αγνότητα στο βλέμμα του― είναι η χωλή Μαρία (κουτσάβλα), η χοντρή κυρία (βαρέλα), η ζαρωμένη γιαγιά (πουρόγρια), ο κουνιστός συμμαθητής (γυναικούλα), ο φιλάσθενος περαστικός (χτικιάρης), ο σακατεμένος παππούς (σκατόγερος). Ατερμάτιστη η ανερμάτιστη ρατσιστική Βαβέλ.  



Όταν η ζωή σου γίνεται μαρτύριο, μπορεί να οδηγηθείς  εθελουσίως στην έξοδο. «Ευτυχώς που υπάρχει κι η αυτοκτονία» δηλώνει ένας Γάλλος, ο Γκουαταρί νομίζω. «Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι» αρχίζει ο Σικελιανός το ποίημά του «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα», εξυμνώντας το άφευκτον της γενναίας αυτοχειρίας. Μα εδώ πρόκειται για πεντακάθαρο έγκλημα.        

Αδικώ τις πόλεις που τις βρίζω συχνά ―κι όχι άδικα― για άλλους λόγους. Τώρα θα πω «ζήτωσαν τα πολύβουα άστεα» που λειτουργούν ως σύγχρονα καταφύγια θηραμάτων («χωράμε όλοι στο τραπέζι, και τα όρνια και τα σπουργίτια» θα ’λεγε ο Έλιοτ). Βέβαια, κανένα καλό αρσενικό ―και καλά αρσενικά είναι μόνο τα υψηλής ευαισθησίας― δεν γλιτώνει απ’ την επικροτούμενη τσογλανερί των αιώνιων ΕΣΑτζήδων, το φασιστικό σώμα που δεν θα καταργηθεί από κανέναν Τσίπρα του πλανήτη. Αυτά τ’ αρσενικά, τα καλύτερα,  είναι που δε γλιτώνουν ούτε απ’ τις γυναίκες, τις ερωμένες, τους ερωμένους, τους φίλους μα ούτε κι απ’  τις ίδιες της μανάδες τους. Και δεν υπαινίσσομαι τίποτε το ομοφυλόφιλο ― χωρίς βέβαια να το εξαιρώ. Αυτοί είναι οι «γιοι χωρίς μητέρα» ―έτσι τους βάφτισε ο Ζαν Ζενέ―, οι ανθρωπινότεροι των άλλων, των πολλών. Εκείνων των ανασφαλών πορδών που υπηρετούν ισοβίως στο «Λεβεντομαλακιστάν», οι αγάμητες κομπλεξάρες. («Παντέρμη Κρήτη, κόσμημα της γης, μην πας πλέον χαράμι για τα θλιβερά σου κυνικά χωριατόπουλα  που τους έμαθες καλά να μην ξεχωρίζουν το τσουτσουνάκι τους απ’  την μπιστόλα, άλλαξε πια τροπάριο, Λεβεντογέννα μου!»)         

Τώρα δεν μπορεί να με πειράξει πια κανείς απ’ αυτούς. Δεν τρέφω μίσος. Μόνον αηδία, μιαν απέραντη αηδία. Και οίκτο. Μα στο βάθος βασιλεύει ένας καγχαστικός θρίαμβος. Τώρα πια δε μπορούν να με «φάνε»  εκείνοι. Αν μπορούσαν θα το ’καναν ευχαρίστως. Ακόμη και τώρα που γερνάνε. Μα τι ανάγκη! Έχουν αφήσει άλλους στη θέση τους, αξιότερους σαδίκλες. Είναι αυτοί που με σκότωσαν ξανά στο πρόσωπο του Βαγγέλη. Και που, αν μπορούσα, θα τους σκότωνα κι εγώ με τη σειρά μου χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί η εκδίκηση αυτή είναι ιερή, δεν προσωποποιείται, είναι προϊόν μιας αδικίας ιστορικής, ανήκει στο διηνεκές. Μα δε θα γίνει έτσι ποτέ. Θα κοιμηθώ απόψε παίρνοντας αυτό το σπαραγμένο γιαβράκι στα όνειρά μου, όπως θα κάνω από δω και πέρα κάθε νύχτα, κι όταν κάποτε κάποιο τρένο κι εμένα θα με πάρει, Βαγγέλη μου, του Χάρου μου θα σε κάνω διήγημα.  

16 Μαρτίου 2015

ΕΙΜΑΙ Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ

Είμαι ο Βαγγέλης. Με τα τριπλά του χρόνια. Είναι ο γιος μου, ο εγγονός μου, όμως είναι ο αδερφός μου, είναι το σπλάχνο μου, είμαι εκείνος. Είμαι το ομοίωμά του, είμαι το αίμα του, είμαι εκείνος. Είμαι ο Βαγγέλης. Μα είμαι ζωντανός. Τρόπος του λέγειν δηλαδή. Στο μεταξύ πόσες φορές μ’ έχουν πεθάνει και μένα! Όσες αναγνωρίζω, γιατί υπάρχουν κι άλλες ανεπαίσθητες δολοφονίες, άλλα κρυφά φονικά που έχουν συντελεστεί στην πλάτη μου μα δεν τα ξέρω. Ή μάλλον κάνω πως δεν τα ξέρω γιατί δεν αντέχεται τόσο βάρος. Ναι, «όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους», λέει ο Καρυωτάκης.
    Μόνον εγώ το ξέρω όμως το πώς είμαι ακόμα ζωντανός. Εκατό ζωές δε θα μου ’φταναν για να γράψω εκατό γραφές και χίλια τραγούδια για να χωρέσουν αυτόν τον ζωντανό θάνατο. Με παίδεψαν πολύ, με τυράννησαν με ποικίλα χοντροκομμένα και άπειρα πιο ανάλαφρα, αβάσταχτα όμως, πρώιμα μπούλινγκ. Εκείνα της δεκαετίας του ’60, μα που ήταν, λες εκ των υστέρων, ο κόσμος πιο απαίδευτος, όμως μέσα στην μετεμφυλιακή του μιζέρια, με το χνώτο του άκαμπτου χωροφύλακα στο σβέρκο, την αχορταγιά των κοτζαμπάσηδων της εποχής, τη βίτσα του δάσκαλου, την παντοκρατορία των στρατόκαβλων και την ανατολίτικη σατραπεία του πατέρα-αφέντη, να βρίσκουν τα αντίβαρά τους σε ανθρώπινες αγκαλιές που άνοιγαν πρόθυμα σε κάθε βασανισμένη γειτονιά. Κακά τα ψέματα, ο κόσμος ήταν πάντα ίδιος, κι έτσι καθώς φαίνεται θα πάει(χιλιάδες Μαρξ και Φρόυντ να γεννηθούν) αλλά, θαρρείς, τότε μια ιδέα πιο ανθρώπινος. Είχαν ζήσει πόλεμο και πείνα οι δικοί μας,  είχαν στερηθεί κι είχαν διδαχτεί και είχαν μιαν ισόβια αγωγή στη συμπόνια. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους», λέει ο Αναγνωστάκης.  
    Κρατούσα άσβεστη μια φλόγα αντίστασης, έτσι γλίτωσα απ’ τους βασανιστές μου. Δε μπορεί ο καθένας όχι, δεν έχουν όλοι τα ίδια ψυχικά συστατικά. «Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο», λέει ο Σεφέρης.  Χωνόμουνα στην  αγκαλιά της γιαγιάς μου, αμίλητος, -που να μιλήσεις! Ούτε τώρα θα μιλήσω. Δε θα μιλήσω ποτέ. Αν και, με τον δικό μου τρόπο μιλάω, και μιλάω ανοιχτά πάντοτε, πολύ ανοιχτά, δεν έχω ανάγκη κανέναν, -χρέος είναι εξάλλου- αφού, καθώς χωνόμουνα μέσα στα χαρτιά, μ’ ένα μολύβι έχτισα τον δικό μου κόσμο, δίπλα στο κόσμο μας. Και ανακάλυψα εκεί μια μορφή –όχι πλαστής- ευτυχίας. Βρήκα όμως την ψυχή, είχα το σθένος, πως να το πω, και έχτισα τις αξίες μου, αγάπησα τους ανθρώπους, έζησα παραδείσους ερωτικούς, ανέπτυξα την προσωπικότητά μου, χόρτασα ζωή. Όλα χειροποίητα. Και πάντοτε με εμπόδια. Οι τρικλοποδιές, τα χουνέρια  και οι παγίδες μ’ έκαναν ακόμη πιο ατσάλινο. «Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας», θα’ λεγε ο Ταχτσής. Όχι μόνον.
    Έκανα κι εγώ μικρότερος κάποια μικρομπούλιγκ, κάποιους πλήγωσα, δε μπορεί. Ο Βαγγέλης –με την άγια ικεσία και την πεντάμορφη αγνότητα στο βλέμμα του- είναι η χωλή Μαρία(κουτσάβλα), η χοντρή κυρία(βαρέλα), η ζαρωμένη γιαγιά(πουρόγρια), ο κουνιστός συμμαθητής(γυναικούλα), ο φιλάσθενος περαστικός(χτικιάρης), ο σακατεμένος παππούς(σκατόγερος). Ατερμάτιστη η ανερμάτιστη ρατσιστική Βαβέλ.  
     Όταν η ζωή σου γίνεται μαρτύριο, μπορεί να οδηγηθείς  εθελουσίως στην έξοδο. «Ευτυχώς που υπάρχει κι η αυτοκτονία»,  δηλώνει ένας Γάλλος, ο Γκουαταρί νομίζω. «Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι», αρχίζει ο Σικελιανός το ποίημά του «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα» εξυμνώντας το άφευκτον της γενναίας αυτοχειρίας. Μα εδώ πρόκειται για πεντακάθαρο έγκλημα.        
    Αδικώ τις πόλεις που τις βρίζω συχνά –κι όχι άδικα- για άλλους λόγους. Τώρα θα πω «ζήτωσαν τα πολύβουα άστεα» που λειτουργούν ως σύγχρονα καταφύγια θηραμάτων («χωράμε όλοι στο τραπέζι, και τα όρνια και τα σπουργίτια» θα’ λεγε ο Έλιοτ). Βέβαια κανένα καλό αρσενικό –και καλά αρσενικά είναι μόνο τα υψηλής ευαισθησίας- δεν γλυτώνει απ’ την επικροτούμενη τσογλανερί των αιώνιων εσατζήδων, το φασιστικό σώμα που δεν θα καταργηθεί από κανέναν Τσίπρα του πλανήτη. Αυτά τ’ αρσενικά, τα καλύτερα,  είναι που δε γλιτώνουν ούτε απ’ τις γυναίκες, τις ερωμένες, τους ερωμένους, τους φίλους μα ούτε κι απ’  τις ίδιες της μανάδες τους. Και δεν υπαινίσσομαι τίποτε το ομοφυλόφιλο –χωρίς βέβαια να το εξαιρώ. Αυτοί είναι οι «γιοι χωρίς μητέρα», έτσι τους βάφτισε ο Ζαν Ζενέ, οι ανθρωπινότεροι των άλλων, των πολλών. Εκείνων των ανασφαλών πορδών που υπηρετούν ισοβίως στο «Λεβεντομαλακιστάν», οι αγάμητες κομπλεξάρες. («Παντέρμη Κρήτη, κόσμημα της γης, μην πας πλέον χαράμι για τα θλιβερά σου κυνικά χωριατόπουλα  που τους έμαθες καλά να μην ξεχωρίζουν το τσουτσουνάκι τους απ’  την μπιστόλα, άλλαξε πια τροπάριο, Λεβεντογέννα μου!»)         
     Τώρα δε μπορεί να με πειράξει πια κανείς απ’ αυτούς. Δεν τρέφω μίσος. Αηδία, μιαν απέραντη αηδία. Και οίκτο. Μα στο βάθος βασιλεύει ένας καγχαστικός θρίαμβος. Τώρα πια δε μπορούν να με «φάνε»  εκείνοι. Αν μπορούσαν θα το ’καναν ευχαρίστως. Ακόμη και τώρα που γερνάνε. Μα τι ανάγκη! Έχουν αφήσει άλλους στη θέση τους, αξιότερους σαδίκλες.  Είναι αυτοί που με σκότωσαν ξανά στο πρόσωπο του Βαγγέλη. Και που, αν μπορούσα,  θα τους σκότωνα κι εγώ με τη σειρά μου χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί η εκδίκηση αυτή είναι ιερή, δεν προσωποποιείται, είναι προϊόν μιας αδικίας ιστορικής, ανήκει στο διηνεκές. Μα δε θα γίνει έτσι ποτέ. Θα κοιμηθώ απόψε παίρνοντας αυτό το σπαραγμένο γιαβράκι στα όνειρά μου, όπως θα κάνω από δω και πέρα κάθε νύχτα, κι όταν κάποτε κάποιο τρένο κι εμένα θα με πάρει, Βαγγέλη μου, του Χάρου μου θα σε κάνω διήγημα.  

16 Μαρτίου 2015

Εδώ Λουξεμβούργο: να είσαι ο εαυτός σου και να μη φοβάσαι



του Φοίβου Μπότση

πηγή: http://www.protagon.gr

Θυμάμαι πως αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση όταν πρωτοπερπάτησα στο κέντρο της πόλης του Λουξεμβούργου, το 2013, ήταν η καμπάνια του δήμου που «έτρεχε» τότε. Το μότο της, ένα λογοπαίγνιο με τις λέξεις «πόλη» και «πλουραλισμός» δέσποζε παντού - σε λεωφορεία, σταντ, προσόψεις κτιρίων: «Multiplicity».

Αν συνειδητοποίησα ένα πράγμα στα δύο χρόνια που είμαι στο Λουξεμβούργο, είναι ότι η διαφορετικότητα εδώ δεν είναι απλά ένα σλόγκαν, αλλά χειροπιαστή πραγματικότητα. Ζήτημα σχεδόν υπαρξιακό για μια μικρή χώρα της οποίας κινητήρια δύναμη είναι οι frontaliers (εργαζόμενοι που κατοικούν σε γειτονικές χώρες, ιδίως τη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Γερμανία) και της οποίας η πρωτεύουσα κατοικείται σε ποσοστό 67% από ξένους, η αποδοχή του διαφορετικού αποτελεί στο Λουξεμβούργο αναγκαίο όρο συμβίωσης και ευημερίας.

Εννοώ τη διαφορετικότητα υπό κάθε πιθανή έκφανσή της και, πάντως, σίγουρα όχι ως «παρέκκλιση από τον κανόνα», αλλά ως το δικαίωμα του καθενός να είναι ο εαυτός του (εθνικά, γλωσσικά, φυλετικά, θρησκευτικά, σεξουαλικά, κτλ.) χωρίς να φοβάται τίποτα και κανέναν. Δεν ξέρω αν παλιότερα η διαφορετικότητα αντιμετωπίστηκε ως «αναγκαίο κακό» με το οποίο η τοπική κοινωνία χρειάστηκε να μάθει να ζει. Ξέρω όμως πως σήμερα αποτελεί δεδομένο που και η Πολιτεία λαμβάνει υπόψη της για να σχεδιάσει και να υλοποιήσει δημόσιες πολιτικές, και η κοινωνία αντιμετωπίζει ως αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς της.

Σκέφτομαι την περσινή κεντρική προεκλογική ομιλία του Γιούνκερ, ενός πολιτικού που κυβέρνησε τη χώρα επί 18 χρόνια. Στο επίκεντρό της ήταν η αξία της διαφορετικότητας. Ο Ξαβιέ Μπετέλ, που τον διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία, και ο οποίος είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος και δεσμευμένος με τον σύντροφό του, πρωταγωνιστεί στη φετινή καμπάνια για την «Ημέρα για τη Διαφορετικότητα» (Diversity Day), που γιορτάζεται (ναι, γιορτάζεται!) στις 12 Μαΐου.

Η λουξεμβουργιανή κοινωνία δεν είναι, φυσικά, κοινωνία αγγέλων. Προφανώς υπάρχουν κι εδώ φαινόμενα bullying (το οποίο πάντα εκλαμβάνει τη διαφορετικότητα ως αδυναμία). Μιλάω απλώς για την κυρίαρχη δημόσια ρητορική και το κυρίαρχο κοινωνικό ρεύμα.
Aυτές τις μέρες γράφτηκε στην Ελλάδα ο τραγικός επίλογος της εξαφάνισης του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Δεν θέλω να θίξω το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, γιατί αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη. Θέλω να σταθώ μόνο στο γεγονός ότι, σύμφωνα με αυτά που έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας, το παιδί αυτό κακοποιήθηκε βάναυσα από συμφοιτητές του, έζησε μια κόλαση, απλά και μόνο γιατί ήταν «διαφορετικό» (ό,τι είχε δηλαδή συμβεί μερικά χρόνια πριν και με τον μικρό Άλεξ στη Βέροια).

Με την ανακοίνωση της εφιαλτικής είδησης του θανάτου του Γιακουμάκη, άρχισε ο θρήνος στα κοινωνικά δίκτυα. Η ίδια κοινωνία που ουδέποτε ενθαρρύνει τη διαφορετικότητα, σπανίως την αποδέχεται και ακόμα σπανιότερα την προστατεύει, που πάντα κάνει τα στραβά μάτια όταν συμβαίνει το κακό, έσπευσε να πενθήσει «πάνδημα» έναν αδικοχαμένο νέο άνθρωπο.

Θα βρει, άραγε, ποτέ το θάρρος να συνειδητοποιήσει ότι εκείνοι που περιθωριοποίησαν το παιδί, εκείνοι που το έσπρωξαν στο κενό, είναι σάρκα εκ της σαρκός της; Ότι δεν αποτελούν παρθενογένεση αλλά προϊόντα ενός πολιτισμικού περιβάλλοντος που τους εκπαίδευσε να απαξιώνουν ό,τι δεν κατανοούν, να χλευάζουν ό,τι δεν τους μοιάζει, να συνθλίβουν ό,τι δεν γουστάρουν; Που δεν τους έμαθε ότι η διαφορετικότητα είναι, τελικά, απλά και μόνο, το αυτονόητο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να υπάρχει με τον τρόπο που εκείνος επιλέγει;

Αν όχι, τότε τα δάκρυά της είναι κροκοδείλια. Σε δέκα μέρες που το θέμα θα έχει φύγει από την επικαιρότητα, θα ξεχαστεί. Κι ο θάνατος του Βαγγέλη θα έχει αποτελέσει ένα ακόμα επεισόδιο μιας θλιβερής ιστορίας χωρίς ορατό τέλος.

* O Φοίβος Μπότσης σπούδασε Νομική στην Αθήνα. Μετά από μεταπτυχιακές σπουδές, δικηγορία και θητεία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από το 2013 εργάζεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο.

Συνείδηση



της Λώρης Κέζα

πηγή: http://www.tovima.gr


Ποιος μπορεί να έχει ήσυχη συνείδηση μετά την ανεύρεση του πτώματος ενός εικοσάχρονου που έφυγε από τη ζωή βασανισμένος από συνομήλικους; Ο πρώην διευθυντής της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων, μετά την εύρεση της σορού του Βαγγέλη Γιακουμάκη δήλωσε ότι έχει ήσυχη τη συνείδησή του. Καλά το διαβάσατε. Εχει ήσυχη τη συνείδησή του. Αραγε κοιμάται ήσυχος, θεωρώντας ότι έκανε καλά τη δουλειά του;

Ας μου επιτραπεί μια προσωπική απάντηση στον αρμόδιο που παραμένει ατάραχος.

Ως αρθρογράφος δεν έχω ήσυχη την συνείδησή μου.

Κάποια στιγμή είχα γράψει για τους νταήδες στην εκπαίδευση σημειώνοντας ότι υπάρχουν επιστήμονες που στήνουν φάμπρικα βιοπορισμού γύρω από το ζήτημα. Είχα γράψει ότι χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στο πείραγμα, το καλοπροαίρετο αστείο και την παρενόχληση. Είχα γράψει ότι στη δική μας τη γενιά τα βγάζαμε πέρα μόνοι μας. Για εκείνο το άρθρο λυπάμαι πολύ. Όχι ότι δεν υπάρχει φάμπρικα ειδικών, όχι ότι δεν υπάρχει υπερβολή γονέων που ανακατεύονται στο παραμικρό. Όμως δεν έπρεπε να υποτιμήσω τα ευρήματα των ερευνών. Κάποια παιδιά είναι πέρα από το όριο του αστείου και έχουν κακή και φθονερή προαίρεση. Αυτά θα έπρεπε να τα έχω γράψει και να τα έχω επαναλάβει.

Ως μάνα δεν έχω ήσυχη την συνείδησή μου.

Εχω μιλήσει στα παιδιά μου για τους σχολικούς νταήδες και έχω τη βεβαιότητα ότι δεν ανήκουν σε κάποια ομάδα που κοροϊδεύει ή απομονώνει άλλο παιδί. Τους λέω πόσο μου αρέσουν οι αδύναμοι άνθρωποι που στέκονται θαρραλέα απέναντι στους κάθε λογής Γολιάθ και στο τέλος νικούν. Πόσο καιρό όμως έχω να σκαλίσω το ζήτημα; Πόσους μήνες; Τόσους ώστε να υπάρχει περιστατικό χωρίς να το γνωρίζω, με το παιδί μου να είναι πιθανός θύτης ή θύμα. Κι όμως, η βεβαιότητα παραμένει: αυτό δεν θα συνέβαινε σε εμάς, δεν θα συνέβαινε στο δικό μας σχολείο. Κι όμως, παντού συμβαίνουν αυτά, σε όλες τις ηλικίες, σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον. Αυτά θα έπρεπε να τα έχω κατά νου και να μην εφησυχάζω.

Ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων δεν έχω ήσυχη την συνείδησή μου.

Ποτέ δεν καταπιάστηκα με το θέμα αν και προσφέρεται για τις αφηγήσεις μου. Μια ιστορία νταήδων, ένα θύμα, η ανατροπή των δεδομένων, η μεταμέλεια και όλα αυτά ιδωμένα από την ανάποδη δηλαδή χωρίς διδακτισμό. Τόσα και τόσα γράφω στα παραμύθια μου, θα μπορούσα να έχω βάλει σε λίγες σελίδες και το bullying. Δεν υπήρξε προτεραιότητα, δεν υπήρξε καν δευτερεύον θέμα με περιγραφές της βίας, της καταγγελίας, της τιμωρίας. Αυτά θα έπρεπε να τα έχω βάλει κάπου σε μια από τις αφηγήσεις μου.


Θα μπορούσα να τα έχω γράψει, θα μπορούσα να τα έχω πει. Δεν το έκανα. Δεν έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. 

15.3.15

«Το Βήμα» και «Η Καθημερινή» για το «Εντευκτήριο» τχ. 106




περιοδικό
Εντευκτήριο
Τεύχος 106
Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2014,
σελ. 176, τιμή 10 ευρώ

Με ένα αδημοσίευτο ποίημα («Μια μέρα σαν τις άλλες») του Χριστόφορου Λιοντάκη ανοίγει στο νέο τεύχος του περιοδικού το πολυσέλιδο φιλολογικό αφιέρωμα στον ίδιο ποιητή. Περιλαμβάνονται μάλιστα και κριτικές βιβλίων του από τους Τ. Λειβαδίτη και Γ. Τσαρούχη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, ένα ποίημα του Τ. Ουίλιαμς που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας και εδώ μεταφράζεται από τον Α. Κυριακίδη και αποδίδεται «πειραγμένο» από τη Γ. Μπασδέκη. Συνοδευτικό CD με τον Γιώργο Ιωάννου να διαβάζει πεζογραφήματά του, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από τον πρόωρο θάνατό του.




...Σ’ έναν ποιητή ευαίσθητο και διαρκώς παρόντα, τον Χριστόφορο Λιοντάκη , είναι αφιερωμένο το νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο», που ακούραστα ετοιμάζει εδώ και χρόνια ο Γιώργος Κορδομενίδης. Παλιές φωτογραφίες έτσι όπως δεν φανταζόμασταν διόλου τον ποιητή, που ακολουθεί τον «διά βίου λυρισμό», μαζί με κριτικά κείμενα συμπληρώνουν το αφιέρωμα. Στα ποιήματά του ο αναγνώστης παρακολουθεί «την αφήγηση μιας εσωτερικής περιπέτειας», γράφει η Χριστίνα Ντουνιά. Στο αφιέρωμα περιλαμβάνονται κείμενα του Τάσου Λειβαδίτη και του Γιάννη Τσαρούχη για τον Χρ. Λιοντάκη.



14.3.15

Τα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία 2014


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Το Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων ανακοίνωσε το απόγευμα της Τετάρτηςτ α Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2014, που αφορούν τις εκδόσεις έτους 2013,.

Στα βραβεία κατέληξε η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας από τον «βραχύ κατάλογο» των υποψήφιων προς βράβευση έργων, «μετά από επανειλημμένες συνεδρίες και μακρές συζητήσεις», όπως σημειώνει το Υπουργείο.

ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Απονέμεται ομόφωνα στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ για το σύνολο του έργου της.


Δημήτρης Νόλλας


ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Δημήτρη Νόλλα για το έργο του με τίτλο «Το ταξίδι στην Ελλάδα», εκδόσεις Ίκαρος.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ - ΝΟΥΒΕΛΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Κώστα Μαυρουδή για το έργο του με τίτλο «Η αθανασία των σκύλων», εκδόσεις Πόλις.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Πάνο Κυπαρίσση για το έργο του με τίτλο «Τα τιμαλφή», εκδόσεις Μελάνι.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ - ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Απονέμεται κατά πλειοψηφία στην Βάσω Αλεξανδράκη για το έργο της με τίτλο «Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης του Ν.Γ. Πεντζίκη», εκδόσεις Αρμός .

ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ – ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Β. Δερτιλή για το έργο του με τίτλο «Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες», εκδόσεις Πόλις.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Λευτέρη Καλοσπύρο για το έργο του με τίτλο «Η μοναδική οικογένεια», εκδόσεις Πόλις και στην Ελευθερία Κυρίτση για το έργο της με τίτλο «Χειρόγραφη Πόλη» εκδόσεις Μανδραγόρας.

ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΟΑΓΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Αλέξανδρο Στεφανίδη για το έργο του με τίτλο «Το χάδι», εκδόσεις Άγρα.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ


Η Επιτροπή εισηγείται την απονομή τιμητικής διάκρισης για την συμβολή τους στη νεοελληνική λογοτεχνία στα περιοδικά «Μανδραγόρας» και «Θέματα Λογοτεχνίας».

Ο βραχύς κατάλογος υποψήφιων προς βράβευση (για έργα εκδοθέντα το έτος 2013), από τον οποίο επελέγησαν οι ανωτέρω βραβευθέντες είναι ο ακόλουθος (αλφαβητικά) :

Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος:
1. Νίκος Δαββέτας, Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη, Εκδόσεις Μεταίχμιο.
2. Νίκος Μάντης, Άγρια Ακρόπολη, Εκδόσεις Καστανιώτη.
3. Καρολίνα Μέρμηγκα, Συγγενής, Εκδόσεις Μελάνι.
4. Δημήτρης Νόλλας, Το ταξίδι στην Ελλάδα, Εκδόσεις Ίκαρος.
5. Μαρία Πάουελ, Όξινη βροχή, Εκδόσεις Κέδρος.
6. Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, Εκδόσεις Καστανιώτη.
7. Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο θεός, Εκδόσεις Κίχλη.
8. Έλενα Χουζούρη, Δυο φορές αθώα, Εκδόσεις Κέδρος.

Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας :
1. Τζούλια Γκανάσου, Ως το τέλος, Εκδόσεις Γκοβόστη.
2. Τάσος Γουδέλης, Το ωραίο ατύχημα, Εκδόσεις Κέδρος.
3. Αχιλλέας Κυριακίδης, 360. Νουβέλα, Εκδόσεις Πατάκη.
4. Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων, Εκδόσεις Πόλις.
5. Φαίδων Ταμβακάκης, Τακτοποίηση αυθαιρέτων, Εκδόσεις Εκάτη.
6. Γεωργία Τάτση, Χορός στα ποτήρια, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
7. Γιάννης Τσίρμπας, Η Βικτώρια δεν υπάρχει, Εκδόσεις Νεφέλη.
8. Πάνος Τσίρος, Δεν είν΄έτσι;, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.


Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :
1. Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιητών και Αγίων Πάντων, Εκδόσεις Μεταίχμιο.
2. Άννα Αφεντουλίδου, Ιστορίες εικονικής ισορροπίας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
3. Γιώργος Βέης, Βλέπω, Εκδόσεις Ύψιλον.
4. Γιάννης Δούκας, Το σύνδρομο Σταντάλ, Εκδόσεις Πόλις.
5. Μαρία Κουλούρη, Μουσείο άδειο, Εκδόσεις Μελάνι.
6. Πάνος Κυπαρίσσης, Τα τιμαλφή, Εκδόσεις Μελάνι.
7. Αντώνης Φωστιέρης, Τοπία του Τίποτα, Εκδόσεις Καστανιώτη.
8. Δημήτρης Χουλιαράκης, Αναπολόγητος στις κούνιες ντάλα μεσημέρι, Εκδόσεις Το Ροδακιό.

Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :
1. Βάσω Αλεξανδράκη, To παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Ν. Γ. Πεντζίκη», Εκδόσεις Αρμός.
2. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Κ.Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του, Εκδόσεις Κίχλη.
3. Αριστείδης Δουλαβέρας, Η γυναικεία και η ανδρική ομορφιά στο δημοτικό τραγούδι, Εκδόσεις Παπαζήση.
4. Φίλιππος Δραγούμης, Η ηθική πίσω από την κρίση. Σκέψεις για την Ηθική Φιλοσοφία εν μέσω οικονομικής κρίσης, Εκδόσεις Άγρα.
5. Αντώνης Δρακόπουλος, Κ.Π. Καβάφης. Το ανοιχτό έργο, Εκδόσεις Τόπος.
6. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ποιος θεός και ποιος άνθρωπος;, Εκδόσεις Πόλις.
7. Μιχάλης Πάτσης, Καζαντζάκης και Ρωσία. Οικοφοβία, διαλογικότητα, καρναβάλι, [Εκδ.] Μιχάλης Πάτσης.
8. Βάλτερ Πούχνερ, Mελέτες για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, Εκδόσεις Αρμός.

Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μαρτυρίας – Bιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας :

1. Γιώργος Γώτης, More veneto, Εκδόσεις Στιγμή.
2. Γιώργος Β. Δερτιλής, Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, Εκδόσεις Πόλις.
3. Μάνος Ελευθερίου, Μαύρα Μάτια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920, Εκδόσεις Μεταίχμιο.
4. Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Εκδόσεις Μεταίχμιο.
5. Κυριάκος Κατζουράκης, Τάξη στο χάος. Ζωγραφική – Θέατρο – Κινηματογράφος, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.
6. Λυκούργος Κουρκουβέλας, Γιώργος Θεοτοκάς, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.
7. Νότης Μαυρουδής, Περί ελληνικού τραγουδιού το ανάγνωσμα. Με δανεικά ιδανικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
8. Μάριος Σούσης, Καλή αντάμωση. Φιλιά εις τα παιδιά. Τα παιδιά που έχασαν το τρένο για το Άουσβιτς, Εκδόσεις Turangalila Books.

ΣΤ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα :

1. Δήμητρα Αγγέλου, Στάζουν μεσάνυχτα, Εκδόσεις Μελάνι.
2. Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Αλεπούδες στην πλαγιά, Εκδόσεις Πατάκη.
3. Λευτέρης Καλοσπύρος, Η μοναδική οικογένεια, Εκδόσεις Πόλις.
4. Μάτα Καστρησίου, Απορριμματοφόρα των έξι, Εκδόσεις Ηριδανός.
5. Ελευθερία Κυρίτση, Χειρόγραφη Πόλη, Εκδόσεις Μανδραγόρας.
6. Ευτέρπη Κωσταρέλη, Βερντάντι, Eκδόσεις Μανδραγόρας.
7. Μαριλένα Παπαϊωάννου, Νικήτας Δέλτα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
8. Λητώ Πιτυρή, Όλγα ή τίποτα, Εκδόσεις Κέδρος.

Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής έχει ως εξής:
Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας :

1. Αλέξης Ζήρας, Κριτικός Λογοτεχνίας, Πρόεδρος
2. Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Αντιπρόεδρος
3. Άννα Καρακατσούλη, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
4. Μιχαήλ Μπακογιάννης, Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
5. Γιώργος Ξενάριος, Συγγραφέας, Κριτικός Λογοτεχνίας
6. Διονύσης Μαγκλιβέρας, Δοκιμιογράφος, Κριτικός Λογοτεχνίας
7. Γιάννης Τζανής, Ποιητής, Δοκιμιογράφος
8. Λίλα Κονομάρα, Συγγραφέας
9. Γιώργος Συμπάρδης, Συγγραφέας


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Το 2013, το ετήσια απονεμόμενο Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας δόθηκε σε μια προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων που κυρίως ασχολήθηκε και συνεχίζει να ασχολείται με την έρευνα, την κριτική και την ιστορία της λογοτεχνίας, τον Δημήτρη Ραυτόπουλο. Τη χρονιά αυτή η επιτροπή σκέφθηκε να επανέλθει στη βράβευση ενός εκπροσώπου της καθαυτό δημιουργικής λογοτεχνίας που με το έργο του να έχει ήδη σχηματίσει μια ξεχωριστή ταυτότητα, αναγνωρισμένη και εκτιμημένη τόσο για τα θέματα όσο και για την ιδιόμορφη γλώσσα του. Μετά από εκτενείς συζητήσεις και αφού τέθηκαν υπ΄όψη της αρκετές προτάσεις αποφάσισε να βραβεύσει την ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, πρόσφατα τιμημένη με το βραβείο ποίησης, μια δημιουργό η οποία πέρα από κάθε αμφιβολία ανήκει στην κορυφή του σύγχρονου ελληνικού ποιητικού γίγνεσθαι. Για τούτο άλλωστε και η απόφαση υπήρξε ομόφωνη, υποδηλώνοντας έτσι τη συναίνεση όλων των μελών ως προς την αναγνώριση της σπουδαιότητας της ποιήτριας που βραβεύεται.
Η ποίηση της Αγγελάκη-Ρουκ από την πρώτη της συλλογή, Λύκοι και σύννεφα (1963), ξεχώρισε και ξεχωρίζει όχι μόνο για τον στοχαστικό λυρισμό της αλλά και για τη δύναμη με την οποία απεικόνισε την επίδραση των φυσικών στοιχείων, των εναλλαγών της κάθε εποχής, του πνεύματος των τόπων και της αρχέγονης ουσίας των πραγμάτων στη διαμόρφωση του ανθρώπινου ψυχισμού και του συναισθήματος. `Έκδηλα ερωτική και με αμείωτη την αισθησιακή σχέση της με τον κόσμο, ποιήτρια του πάθους, με την πάροδο του χρόνου η Αγγελάκη-Ρουκ έγινε πιο στοχαστική, εστιάζοντας με τη μνήμη της στη χοϊκή και στην ουράνια αίσθηση ενός κόσμου που δεν χάνει ποτέ την πρωτογενή του δύναμη. Ανάλογη, έντονα αισθησιακή και βαθιά μυστική, είναι και η σχέση με τον γεμάτο χυμούς γενέθλιο τόπο της που μετουσιώνεται στην ποίησή της, δίνοντας έτσι μια απεριόριστη διάρκεια φυσικού στοιχείου στην ωραιότητα αλλά και στον πόνο που δημιουργεί η ζωή.


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Η ελληνογνωσία αποτέλεσε σταθερό πόθο του ελληνικού μυθιστορήματος ήδη από τον 19ο αιώνα. Με διάφορους τρόπους και μορφές, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο εθνοκεντρικό, το ελληνικό μυθιστόρημα έθετε ως στόχο του την ανίχνευση και καταγραφή των χαρακτηριστικών που συνθέτουν την εθνική μας ιδιοπροσωπία. Στο «Ταξίδι στην Ελλάδα» ο Νόλλας, απλούστερος αφηγηματολογικά απ’ ό,τι στα προηγούμενα βιβλία του, επιχειρεί μια αναδίφηση στον βορειοελλαδικό χώρο και στην, σημαίνουσα, δεκαετία του ’60. Χρησιμοποιώντας διαδοχικές σκηνές με μάλλον χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους, δεν επιχειρεί να συνθέσει ένα χρονικό αλλά να μας ειδοποιήσει για μια, επικείμενη ή επελθούσα, απώλεια. Άλλωστε η απώλεια, μαζί με την απουσία, αποτελεί κεντρικό μοτίβο του μυθιστορήματος: από τη χαμένη ηρωίδα, τη Χρυσάνθη, μέχρι την κλυδωνιζόμενη ανθρώπινη ύπαρξη, και από εκεί μέχρι το χαμένο κέντρο της αφήγησης με τη χαλαρή σύνδεση των επιμέρους, ο Νόλλας πραγματεύεται, ανάμεσα σ’ άλλα, την απώλεια του κέντρου του προσώπου και της ιστορίας. Και αντλώντας από τη δεύτερη (ιδιαίτερα από τον Εμφύλιο, τον μεγαλύτερο ίσως θεματικό κύκλο της λογοτεχνίας μας κατά τον προηγούμενο αιώνα), κατορθώνει να συνθέσει μια πυκνή μυθιστορηματική αφήγηση με μεγάλο ανθρωπολογικό βάθος – μια άκρως ενδιαφέρουσα σύγχρονη ανθρωπογνωσία.
Μ’ έναν μετωπικό πρωτοπρόσωπο μονόλογο ο Μάκης Τσίτας ερευνά τον βίο του μέσου ανθρώπου και, μέσω αυτού, τη σχέση μας με τα πράγματα. Χωρίς αφηγηματολογικές επιπλοκές, με τα πρόσωπα του ήρωα και του αφηγητή να ταυτίζονται αδιατάρακτα σε όλο το μήκος του μυθιστορήματος, ο αντιήρωας του «Μάρτυς μου ο Θεός» γίνεται το αρχέτυπο του ανθρώπου της διπλανής πόρτας, αυτός ο φοβερός μέσος όρος, κινητήρας και εργαλείο μαζί της ανθρώπινης ιστορίας. Άλλοτε ψιθυριστά, άλλοτε εμφατικά, πάντως με οικονομία και μέτρο, με αυτοσυγκράτηση και με μια διάχυτη υποδόρια ειρωνεία, ο πρωταγωνιστής του Τσίτα συνοψίζει τον προς εαυτόν διάλογο με τον διακριτικό, κατάλληλα υποφωτισμένο, μονόλογό του.
Συζητήθηκε ακόμη το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη «Η πόλη και η σιωπή», ένα μυθιστόρημα που εντάσσεται σ’ αυτό που ο μελλοντικός ιστορικός θα ονομάσει «λογοτεχνία της κρίσης». Με συνεχή τριτοπρόσωπη αφήγηση, ο συγγραφέας μάς προτείνει έναν ήρωα που ζει και κινείται στο περιβάλλον της τρέχουσας κρίσης και, με επιδέξιους μυθοπλαστικούς χειρισμούς, μας συστήνει ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο στο οποίο συναιρούνται σημαίνοντα κοινωνικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας περιόδου, αποτελεσματικά συνδυασμένα με μια βαθύτερη υπαρξιακή αναδίφηση του εαυτού.


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ - ΝΟΥΒΕΛΑΣ

Στην κατηγορία Διήγημα – Νουβέλα πλειοψήφησε το βιβλίο Η αθανασία των σκύλων του Κώστα Μαυρουδή (εκδόσεις Πόλις). Οι 70 σύντομες ιστορίες που απαρτίζουν το βιβλίο χαρακτηρίζονται από μια ποιητική γραφή που διαθέτει πυκνότητα, ευαισθησία και εσωτερική ένταση και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις της κατάστασης που περιγράφει. Οι ιστορίες αυτές διακρίνονται επίσης από ιδιαίτερη ευρηματικότητα, διακειμενικότητα και ανανεώνουν τη θεματολογία της μικρής φόρμας. Με αφορμή κάποιο ιστορικό γεγονός, προσωπικές μνήμες, ένα τυχαίο περιστατικό ή την ενατένιση ενός έργου τέχνης, αναπτύσσονται σκέψεις και προβληματισμοί οι οποίοι ακροβατούν ανάμεσα στη μυθοπλασία και στο δοκίμιο. Συναίσθημα και στοχασμός βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία. Ο συγγραφέας, προσεγγίζοντας το θέμα του με ειρωνεία, με αυτοσαρκασμό αλλά και με τρυφερότητα, στοχάζεται πάνω στο εφήμερο, στην έννοια του χρόνου, στην αθανασία.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επίσης κρίθηκε η νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη 360 (εκδόσεις Πατάκης), η οποία αναπτύσσεται σαν μια ακολουθία μουσικών θεμάτων που σταδιακά συνενώνονται για να συνθέσουν τον κύκλο της ζωής. Άρτια τεχνική η οποία θεωρήθηκε ότι ακολουθεί τα ίδια μοτίβα σε όλα τα βιβλία του, ενώ υπογραμμίστηκε ένα ακόμα χαρακτηριστικό του έργου του Κυριακίδη, μια μορφή εσκεμμένης αποστασιοποίησης, προερχόμενη μάλλον και από τη μεταφραστική θητεία του στο γαλλικό νέο μυθιστόρημα.
Συζητήθηκε επίσης με ενδιαφέρον η συλλογή διηγημάτων Δεν είν’ έτσι; του Πάνου Τσίρου (εκδόσεις Μικρή Άρκτος) όπου το ρεαλιστικό πλαίσιο διαρκώς υποσκάπτεται από τις αλχημικές επεμβάσεις της φαντασίας, αποκαλύπτοντας έτσι μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας και θέτοντας ερωτήματα γύρω από τη σχέση λόγου και αναπαράστασης.

ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ

Η ποιοτική στάθμη των βιβλίων ποίησης 2013 θεωρήθηκε από όλα τα μέλη της επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας ιδιαίτερα υψηλή. Γι΄αυτό και υπήρξε μια σχετική διασπορά των ψήφων της επιτροπής, αποτέλεσμα των εκτενών συζητήσεων που προηγήθηκαν της τελικής ψηφοφορίας και απόφασης. Το βραβείο ποίησης έκλινε πλειοψηφικά προς τη συλλογή ποιημάτων του Πάνου Κυπαρίσση, Τα τιμαλφή (Εκδ.Μελάνι), μια συλλογή που συγκεντρώνει τα πάγια στοιχεία του ποιητικού του έργου. Χαμηλόφωνος και ελεγειακός τόνος που περιβάλλει την άκρα συναισθηματική ευαισθησία του ποιητή, τραυματικός ερωτικός λόγος, η φωνή του Κυπαρίσση είναι μια φωνή που δεν έχει ποτέ ψευτίσει ξεφεύγοντας από τη στοχαστικότητά της. Αναγνωρίζεται σ΄αυτήν η μόνιμη αίσθηση της απώλειας που ασφαλώς διδάχθηκε πολλά από την αντίστοιχη αίσθηση της φθοράς του σεφερικού λόγου και η επίμονη επιστροφή της μνήμης σε σκηνές αίματος και τοπία θανάτου από τη συνάφεια της μεταπολεμικής ιστορίας με τα οικογενειακά και προσωπικά βιώματα του ποιητή.
Κατά τη συζήτηση αναφέρθηκαν και προσέχθηκαν ιδιαίτερα τα βιβλία ποίησης του Γιώργου Βέη: Βλέπω (Εκδ.Υψιλον), ένας ώριμος συγκερασμός του δυτικοθρεμμένου στοχαστή με τον ποιητή που ανακαλύπτει τον φυσιοκρατικό μυστικισμό της Ανατολής, τα Τοπία του τίποτα του Αντώνη Φωστιέρη (Εκδ. Καστανιώτης) που αντιπροσωπεύουν μια κορυφαία στιγμή φιλόσοφης θεωρίας του ανθρώπινου βίου, εκφρασμένη με διαύγεια θαυμαστή, καθώς και τα βιβλία ποίησης του Δημήτρη Χουλιαράκη, Αναπολόγητος στις κούνιες ντάλα μεσημέρι (Εκδ.Το Ροδακιό),έναν δραματικό απόλογο για την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου και της `Αννας Αφεντουλίδου, Ιστορίες εικονικής ισορροπίας (Εκδ. Γαβριηλίδης), μια συλλογή ποιημάτων με χαρακτηριστικό την αιχμηρή ανάδειξη των διαφορών της γυναικείας ταυτότητας.


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: «ΔΟΚΙΜΙΟ-ΚΡΙΤΙΚΗ»


Σε γενικές γραμμές, η παραγωγή δοκιμίων, μελετών και κριτικών σχετικών με τη νεοελληνική λογοτεχνία κατά το έτος 2013, υπήρξε σχετικά ικανοποιητική. Με βάση τα βιβλία που είχαν συμπεριληφθεί στη μικρή λίστα, η συζήτηση κατά την ψηφοφορία πρωτίστως επικεντρώθηκε στις ακόλουθες δύο συμβολές (κατ’ αλφαβητική τάξη): της Βάσως Αλεξανδράκη, Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης του Ν. Γ. Πεντζίκη και του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Κ. Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του. Για το δεύτερο βιβλίο, επισημάνθηκε η στέρεη γνώση από τον συγγραφέα της βιβλιογραφίας περί τον Καβάφη, ο εύληπτος τρόπος γραφής του και οι ποικίλες φιλολογικές οπτικές του που αναδεικνύουν σειρά ζητημάτων της καβαφικής έρευνας, τα οποία αντιμετωπίζονται με τρόπο νηφάλιο, τεκμηριωμένο και πειστικό. Ωστόσο, η πλειοψηφία των μελών της Επιτροπής έκρινε ότι το βραβείο δοκιμίου-κριτικής έπρεπε να δοθεί στο προαναφερθέν πόνημα της κ. Αλεξανδράκη, το οποίο αποτελεί συστηματική, τεκμηριωμένη και καλογραμμένη ανάγνωση του Μυθιστορήματος της κυρίας Έρσης του Ν. Γ. Πεντζίκη, τόσο ως προς τους θεματικούς του πυρήνες όσο και ως προς τον τρόπο της γραφής του. Το εν λόγω μυθιστόρημα του Πεντζίκη (του οποίου η γραφή διήρκησε επί δύο σχεδόν δεκαετίες), σε μιαν προσπάθεια να ανατρέψει το μοντέλο της Έρσης του Δροσίνη, εστιάζει, μέσα από τη λεπτομερειακή αφήγηση και την ιδιαίτερη διαχείριση του χρόνου, στο ανεκπλήρωτο της επιθυμίας και στην αποξένωση από την πραγματικότητα, καθώς και στην επιδίωξη της πραγμάτωσης της ερωτικής επιθυμίας. Η συγγραφέας παρακολουθεί με τρόπο μεθοδικό την απόπειρα αυτή του Πεντζίκη όχι μόνο ως προς την αποτύπωση της «αδιάκοπης περιπλάνησης στα πράγματα του κόσμου» και τη συγκρότηση του «νοήματος» του κειμένου, αλλά και ως μια πρόταση γραφής αντισυμβατικού μυθιστορήματος. Παρότι το πρωτογενές υλικό που είχε να διεξέλθει η κ. Αλεξανδράκη ήταν πολυδαίδαλο και δύσκολα προσπελάσιμο, το διαχειρίστηκε με θεωρητική επάρκεια και καλή δόμηση των επιχειρημάτων της, προσφέροντας στον αναγνώστη αρκετά κλειδιά για την αποκρυπτογράφηση του αρκούντως προωθημένου αυτού μυθιστορήματος.


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Στην κατηγορία του Χρονικού-Μαρτυρία η Επιτροπή πρότεινε κατά πλειοψηφία τη βράβευση του αυτοβιογραφικού έργου του Γιώργου Β. Δερτιλή, Συνειρμοί, μαρτυρίες, μυθιστορίες, των εκδόσεων Πόλις. Στο έργο αυτό ο συγγραφέας συνδυάζει οργανικά και ουσιαστικά την προσωπική του αυτοβιογραφική αφήγηση με παρατηρήσεις και σχόλια για την πολιτική και την κοινωνική κατάσταση των αντίστοιχων χρονικών περιόδων προς την παιδική, την εφηβική και την ενήλικη ζωή του, τα χρόνια των σπουδών και της επιστημονικής του σταδιοδρομίας. Είναι εμφανής ο ώριμος λόγος του ιστορικού επιστήμονα που προσεγγίζει κριτικά την εκάστοτε συγκυρία και ερμηνεύει με γνώση τα κοινωνικά φαινόμενα που εκδηλώνονται σε μια μακρά διαδρομή πέντε γενεών. Μεγάλη αρετή του βιβλίου ωστόσο είναι ότι παράλληλα παρουσιάζει ζωντανά την οικογενειακή παράδοση και μεταφέρει το προσωπικό βίωμα του Γ. Δερτιλή, από την αγροτική κοινωνία της Μάνης και της Κρήτης, στην Αθήνα του μεσοπολέμου, τις πανεπιστημιακές σπουδές, την εμπορική σταδιοδρομία και την πανεπιστημιακή έδρα στη Νομική Αθηνών και το Παρίσι. Ο Γ. Δερτιλής μας προσφέρει ουσιαστικά τη δική του εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη βιωμένη ιστορία με λόγο ζωντανό και γλαφυρό που κάνουν την ανάγνωση ιδιαίτερα απολαυστική και ενδιαφέρουσα.
Η Επιτροπή κατά την τελική της συνεδρίαση εξέτασε επίσης με ενδιαφέρον τρία ακόμη έργα. Το ταξιδιωτικό ημερολόγιο του Γιώργου Γώτη, More Veneto, από τις εκδόσεις Στιγμή, που σχεδιάζει εξαιρετικά μια ποιητική εικόνα της Βενετίας και της λιμνοθάλασσας με ευαισθησία και στοχαστική διάθεση. Το χρονικό του Μάνου Ελευθερίου, Μαύρα Μάτια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920 (εκδόσεις Μεταίχμιο), όπου με αφετηρία την αναπλήρωση του κενού των πρώτων χρόνων της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη που δεν περιέχονται στην αυτοβιογραφία του, σκιαγραφείται ένα πλούσιο πανόραμα της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής στην κοσμοπολίτικη Σύρο τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Και το αυτοβιογραφικό έργο της Άλκης Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, (εκδόσεις Μεταίχμιο), στο οποίο η συγγραφέας με την ταλαντούχα γραφή της μας δίνει την προσωπική της αφήγηση για τα παιδικά και νεανικά της χρόνια που διαμόρφωσαν την στάση της στη ζωή και την κλίση της στη λογοτεχνία.

ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ομόφωνα εξ ημισείας
-Λευτέρης Καλοσπύρος, Η μοναδική οικογένεια, μυθιστόρημα, Αθήνα, εκδόσεις Πόλις 2013.
-Ελευθερία Κυρίτση, Χειρόγραφη πόλη, ποιήματα, Αθήνα, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2013.
Η επιλογή από τον βραχύ κατάλογο των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων και ομόφωνη απονομή του βραβείου εξ ημισείας στο μυθιστόρημα του Λευτέρη Καλοσπύρου Η μοναδική οικογένεια, εκδ. Πόλις και στην ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Κυρίτση, Χειρόγραφη πόλη, εκδ. Μανδραγόρα, φανερώνει την επιθυμία της Επιτροπής να τιμήσει δυο νέους που δυναμικά εμφανίστηκαν στον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας με ποιότητα, ωριμότητα και σχετική πρωτοτυπία στην πεζογραφία και στην ποίηση αντίστοιχα. Δείχνει επίσης τον προβληματισμό και την αμφιταλάντευση ανάμεσα σε δυο έργα ισάξια σε ποιότητα.
Το μυθιστόρημα του Λευτέρη Καλοσπύρου, ένα καλαίσθητο και καλοτυπωμένο βιβλίο με τριακόσιες δέκα σελίδες, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον, μεταμοντέρνο, θα λέγαμε, κείμενο με πρωτοτυπία στη θεματική σύλληψη και στη μυθοπλασία, με πραγματική τόλμη στη γραφή, με πολύ καλή πλοκή και ροή των δεδομένων, με ανάμειξη λογοτεχνικών ειδών, με λόγο δυνατό και γλώσσα άψογη. Ο συγγραφέας με γνώση της μοντέρνας τεχνικής (έχει και κάποια θητεία στη δοκιμιακή γραφή σε διάφορα περιοδικά) κατορθώνει με την πρώτη του δοκιμή στο μυθιστόρημα να συνθέσει ένα σύγχρονο έργο επιπέδου. Το θέμα του αναφέρεται σε μια οικογένεια αρχιτεκτόνων και συγγραφέων με νευρωτικές και κάποτε αυτοκαταστροφικές τάσεις και το υλικό της ιστορίας του το παρουσιάζει με θεατρικά κείμενα (αποδεικνύοντας και την ικανότητά του στο θεατρικό λόγο) και καθαρά αφηγηματικά μέρη. Μολονότι είναι έργο μοντέρνας σύλληψης έχει αρκετή επαφή με τον ρεαλισμό και οι χαρακτήρες που πλάθει είναι ζωντανοί και ίσως γνώριμοι τύποι στην κοινωνία μας. Γενικά είναι έργο με θετική προσφορά και αξίζει τη βράβευση.
Η ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Κυρίτση, ένα όμορφο βιβλίο σαράντα οκτώ σελίδων με τριάντα τρία ποιήματα, είναι πράγματι μια «χειρόγραφη» (με την έννοια της γνησιότητας και αυθεντικότητας) κατάθεση στην ποίηση που κάνει η νεαρή ποιήτρια. Είναι μια πρώτη μα ώριμη και καλοδουλεμένη σκιαγράφηση της πόλης, του χώρου που την περιβάλλει και του ποιητικού χώρου τον οποίο πλάθει και τον γεμίζει με τις μικρογραφίες της. Η μοναξιά της πραγματικής πόλης την περισφίγγει και έχει συχνές διαφυγές στην παιδική ηλικία, σε εικόνες μια άλλης εποχής (της γιαγιάς Ελευθερίας), στα θερινά σινεμά, στις καρτ ποστάλ, στον έρωτα, στη δημιουργία, στην ποίηση. Ένας μεγάλος πίνακας, μια έκθεση με εικόνες, κυρίως μοντέρνες, υπερβατικές και πρωτότυπες, με τολμηρές εκφράσεις και ποιητικό λόγο υψηλής ποιότητας. Από την πρώτη κιόλας συλλογή χειρίζεται με μαστοριά τη μεταφορά, ως ποιητικό εργαλείο, και την έκπληξη. Μολονότι τα θέματα είναι καθημερινά (Ομπρέλες, άγονη γραμμή, μεσοτοιχία), τίποτε το τετριμμένο δεν συναντάς στην ποιητική της έκφραση. Ο λόγος της, από έκπληξη σε έκπληξη, από εικόνα σε εικόνα σε ταξιδεύει και σε προβληματίζει. Άξια το βιβλίο μοιράζεται το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ


Η Επιτροπή αποφάσισε να απονείμει το Ειδικό Βραβείο προαγωγής ευαίσθητων κοινωνικών προβλημάτων στο πεζογράφημα του Αλέξανδρου Στεφανίδη, Το χάδι (εκδ. Άγρα).
Κοινός ιστός των δώδεκα κειμένων που συμποσούνται σε μια ολιγοσέλιδη έκδοση (62 σελ.) είναι ότι πρόκειται για αφήγηση των εμπειριών ενός παιδιού που ζει και μεγαλώνει σε ορφανοτροφείο της Αθήνας. Ο κύριος θεματικός πυρήνας του βιβλίου δεν αφορά απλώς την αποτύπωση αυτού του κόσμου (για τον οποίο έχουν γράψει και άλλοι συγγραφείς, λ.χ. Γ. Ατζακάς, Θαν. Σκρουμπέλος κ.ά.) αλλά ένα κοινωνικό πρόβλημα με πολλαπλές διαστάσεις: Πώς γαλουχείται ένα παιδί του ορφανοτροφείου και πώς, αργότερα, αντιμετωπίζεται από το κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου καλείται να ενταχθεί ως ενήλικας; Το μείζον αυτό κοινωνικό ζήτημα αναδεικνύεται από τον συγγραφέα χωρίς την τάση της εύκολης καταδίκης ή την έκφραση οργής για τον ιδιότυπο αυτό κοινωνικό ρατσισμό. Έτσι, ο τίτλος λειτουργεί ως ένα ειρωνικό σχόλιο. Γλώσσα και ύφος που παράγουν συναισθηματικές εντάσεις και συγκινησιακό φορτίο, δομή οργανωμένη και συμπαγής, με το πρώτο διήγημα να λειτουργεί ως εισαγωγικό μέρος, γιατί εκθέτει την ταραγμένη οικογενειακή ζωή και προβάλλει στο προσκήνιο τη φυσιογνωμία της μάνας, της οποίας η μορφή δεσπόζει διά της γραφής σε όλο το βιβλίο.
Στο πλαίσιο της συζήτησης μεταξύ των μελών της Επιτροπής, έγινε ιδιαίτερος λόγος για τη νουβέλα του πρωτοεμφανιζόμενου Γιάννη Τσίρμπα Η Βικτώρια δεν υπάρχει (εκδ. Νεφέλη). Διατυπώθηκαν πολλά θετικά σχόλια και για τα ευαίσθητα από κοινωνική άποψη θέματα του βιβλίου (ρατσισμός, ξενοφοβία, βία, ο Άλλος ως εχθρός, κατακερματισμένη ταυτότητα) και για τις αφηγηματικές αρετές της γραφής τού πολλά υποσχόμενου νέου συγγραφέα Γιάννη Τσίρμπα.


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


Τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι γνωστό ότι στο παρελθόν αποτέλεσαν κυψέλες ανάδειξης και ενίσχυσης των νέων φωνών στην ποίηση, στην πεζογραφία, στη μελέτη, στην κριτική, αλλά επίσης και στο θέατρο και στη μετάφραση τόσο της ξένης όσο και της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Ασφαλώς η εποχή αυτή δεν είναι η χρυσή εποχή των περιοδικών, καθώς αντιμετωπίζουν ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα, σχεδόν όλα τους, προβλήματα επιβίωσης. Γι΄αυτό και αρκετά από τα νεώτερα περιοδικά είναι ηλεκτρονικά, με μηδενικό κόστος και με δυνατότητα πρόσβασης της ύλης τους σ΄ένα αριθμητικά τεράστιο αναγνωστικό κοινό. Ως προς τα παραδοσιακά όμως έντυπα τα οποία συνυπάρχουν με τα ηλεκτρονικά, μπορεί οι αναγνώστες τους να έχουν αραιώσει αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν λόγο υπάρξεως ή ότι η σημασία της συνεισφοράς τους στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι έχει ελαττωθεί. Το αντίθετο. Το δικό τους κοινό δεν είναι αχανές, αλλά είναι πιο ασκημένο, πιο λογοτεχνικά έμπειρο, πιο ικανό να αξιολογεί και να ξεχωρίζει, ιδίως τις νεώτερες φωνές.
Δυο τέτοια περιοδικά που μένουν σταθερά στην έντυπη μορφή τους, είναι και αυτά που η επιτροπή αποφάσισε να τιμήσει τη χρονιά αυτή, ο Μανδραγόρας και τα Θέματα Λογοτεχνίας. Το πρώτο τους τεύχος δημοσιεύτηκε αντιστοίχως το 1993 και το 1995, αλλά ενώ ο Μανδραγόρας ήταν εξαρχής περιοδικό συλλογικού τύπου, με πιο γνωστό, τον μόνιμο εκπρόσωπο της εκδοτικής του ομάδας, Κώστα Κρεμμύδα, τα Θέματα Λογοτεχνίας, χορηγούμενα από τις Εκδόσεις Γκοβόστη, κατευθύνονταν και κατευθύνονται στις επιλογές τους, στη σύνθεση των αφιερωμάτων τους και στις παρεμβάσεις τους αποκλειστικά από τον νεοελληνιστή Χρήστο Αλεξίου. Αξιολογότατα και τα δυο, με πολυάριθμα αφιερώματα σε πρόσωπα και θέματα των σύγχρονων γραμμάτων μας, περισσότερο κοντά στον τύπο του μη εξειδικευμένου, του ανοιχτού λογοτεχνικού εντύπου ο Μανδραγόρας, πιο κοντά στον τύπο του περιοδικού που διατηρεί πολλές προσβάσεις στους ακαδημαϊκούς κύκλους και ιδίως στον πανεπιστημιακό χώρο, είναι τα Θέματα Λογοτεχνίας, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι απομονώνονται σε θεωρητικά τείχη. 

9.3.15

90 χρόνια σήμερα από τη γέννηση του Μανόλη Αναγνωστάκη


εικόνα: Με τη Νόρα, στην Πεύκη, 1979.
Φωτογραφία: Ελένη-Λίνα Ελεγμίτου
(από το ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ,
Εντευκτήριο 71, 2005)

Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΚΑΙ Η ΝΟΡΑ Αναγνωστάκη αμπαλάριζαν την οικοσκευή τους για την Αθήνα όταν ο υπογραφόμενος άρχιζε να παρακολουθεί την πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης. Για πολλά χρόνια, οι Αναγνωστάκηδες ήταν ένα, κατά κάποιον τρόπο ή κατά πολλούς τρόπους, μυθικό ζευγάρι που άφησε βαθύ το χνάρι του στη λογοτεχνική ζωή της Θεσσαλονίκης είπ τρεις δεκαετίες (1950-1970)· ζήλευα πάντα όσους είχαν προλάβει να τους συναναστραφούν εδώ, να συχνάσουν στο ανοιχτό σπίτι τους, να ζήσουν από κοντά τη δημιουργική ατμόσφαιρα του περιοδικού Κριτική... Μόνος σύνδεσμος μαζί τους παρέμεναν, για καιρό, τα βιβλία με τα ποιήματα και τα άρθρα του Μανόλη Αναγνωστάκη, καθώς και οι εύστοχες παρεμβάσεις του από τις σελίδες της Αυγής· ακόμη, τα οξυδερκή δίοκμια της Νόρας Αναγνωστάκη, που τα "ανακάλυπτα" με έκπληξη κάθε φορά σε διάφορα έντυπα.

ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1997 σ' ένα δωμάτιο του «Ηλέκτρα Πάλας» στη Θεσσαλονίκη, όταν ήρθαν εδώ για την εκδήλωση «Θεσσαλονικέων Εσπερίδες: Τιμή στον Μανόλη Αναγνωστάκη» (θέατρο «Αυλαία», 15.4.1997), στο πλαίσιο ενός προγράμματος που συντόνιζα για λογαριασμό του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη 1997». Αλλά ουσιαστικά τους γνώρισα και τους συναναστράφηκα χάρη στον Δημήτρη Δασκαλόπουλο και τη Μαρία Στασινοπούλου, τους οποίους "στεφάνωσε" το 1998 η Νόρα Αναγνωστάκη. Από τον Μάρτιο του 1998 και δώθε, είχα τη χαρά να με δέχονται θερμά στο φιλόξενο σπίτι της Πεύκης και να ακούω τις λιγόλογες, κοφτές ερωτήσεις τους για το πώς πάει το Εντευκτήριο, πώς είναι η πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης, τι κάνουν οι φίλοι τους (και μη...) που ζουν εδώ.


(εικόνα: Με τη Νόρα Αναγνωστάκη στο μπαλκόνι του σπιτιού όπου μεγάλωσε. Φωτογραφία: Μιλτιάδης Πολυβίου, Απρίλιος 1997)


ΠΑΡΟΤΙ (το ομολογώ) είμαι κυρίως "της πεζογραφίας", μου άρεσε να επιστρέφω στα ποιήματα του Αναγνωστάκη, ίσως επειδή «στερούνται κάθε ποιητικής πόζας» (Διονύσης Καψάλης). Και με συγκινούσε ιδιαίτερα το ότι μοιραζόμασταν το ίδιο πάθος για τα λογοτεχνικά περιοδικά· μάλιστα, με ωφέλησαν πολύ τα σχετικά κείμενά του, κυρίως ένα άρθρο του στην Αυγή, που αναδημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 (1989) του Εντευκτηρίου.


ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ του Εντευκτηρίου στον Αναγνωστάκη (τεύχος 71, Δεκέμβριος 2005) εστιάζει κυρίως στο πρόσωπο του Αναγνωστάκη ― και όχι ακριβώς στο έργο του, για το οποίο έχουν δημοσιευτεί μονογραφίες, αφιερώματα και πολυάριθμα μεμονωμένα άρθρα. (Ταυτόχρονα, επιχειρεί να ζωντανέψει μια όχι και τόσο μακρινή εποχή που η Θεσσαλονίκη δεν ήταν η σημερινή κλειστή, αποκαρδιωτικά συντηρητική, ξενοφοβική πόλη.). Άνθρωποι που τον έζησαν στη Θεσσαλονίκη, ήδη από τα χρόνια του πανεπιστημίου, γράφουν για τη σχέση τους με τον Αναγνωστάκη και κυρίως για τα όσα αποκόμισαν από τη συναναστροφή τους μαζί του. Προστίθενται μερικά μελετήματα, που φωτίζουν, ελπίζω, ορισμένες επιμέρους πτυχές του έργου του Αναγνωστάκη.

ΟΠΩΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η Μαρία Στασινοπούλου στο κείμενό τους «Μανόλης Αναγνωστάκης: Σχήμα βίου και έργου», «Στο σπίτι της οδού Δικαστηρίων 20 στη Θεσσαλονίκη, 9 Μαρτίου του 1925, γεννιέται ο γιος του Ανέστη Αναγνωστάκη, γιατρού κρητικής καταγωγής, και της Ευαγγελίας Κασιμάτη. Λαμβάνει το όνομα Μανόλης [...]».
Ο Αναγνωστάκης πέθανε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2005 και κηδεύτηκε τέσσερις μέρες αργότερα, δημοσία δαπάνη.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Γιώργος Κορδομενίδης
Σε πρώτο πρόσωπο

Δημήτρης Δασκαλόπουλος - Μαρία Στασινοπούλου
Μανόλης Αναγνωστάκης. Σχήμα βίου και έργου

Μανόλης Αναγνωστάκης
Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Μανόλης Αναγνωστάκης
Ο Ιωάννης Μεταξάς και εγώ

Oscar Vladislas de Ludicz Milosz
Συμφωνία του Νοεμβρίου
Μετάφραση: Μανόλης Αναγνωστάκης. Παρουσίαση: Αθανασία Τσατσάκου

Φούλα Λαμπελέ
Τα μπλόκια

Στέφανος Μπαλής
Από τη «Φιλοπρόοδη Συντροφιά» στον «Εκπολιτιστικό Όμιλο Πανεπιστημίου»

Γιάννης Τριάρχου
Ο σύντροφός μας στην ΕΠΟΝ

Γιώργος Αποστολίδης
«Ήμασταν από τότε αναθεωρητές». Συνομιλία με τον Μιλτιάδη Πολυβίου

Μιχ. Γ. Μπακογιάννης
Το περιοδικό Κριτική (1959-1961) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Γιώργος Ζεβελάκης
Τρία γράμματα στον Αναγνωστάκη από το αρχείο της Κριτικής. Μίκης Θεοδωράκης, Γεώργιος Μ. Θεοδωράκης, Άγγελος Τερζάκης

Παναγιώτης Πίστας
Σημείωμα προσωπικό

Μιχ. Γ. Μπακογιάννης
Ο Αναγνωστάκης στη Μακεδονική Ώρα

Μανόλης Αναγνωστάκης
Για την πνευματική Θεσσαλονίκη

Μιλτιάδης Δ. Πολυβίου
Μανόλης Αναγνωστάκης. Στιγμιότυπα και αφηγήσεις

Γιώργος Παλιαδέλης
«Με προκαλούν» είπες

Ελένη-Λίνα Ελεγμίτου
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης

Τάσος Χατζητάτσης
«Μια ιδιοτέλεια παρηγοριά στο βάθος»

Μίμης Σουλιώτης
Μερικές χρήσιμες πληροφορίες για τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη

Πάνος Θεοδωρίδης
Αναγνωστάκης

Δημήτρης Καλοκύρης
«Θα βρεθούν άνθρωποι να μιλήσουν για σένα...»

Τάκης Γραμμένος
Ο Αναγνωστάκης και εγώ

Θέμης Λιβεριάδης
Μια βραδιά στην «Τέχνη»

Ευάγγελος Χεκίμογλου
Μας γέρας προώρως

Μάκης Τρικούκης
Η γνωριμία μου με τον Μ. Αναγνωστάκη

Ρούλα Αλαβέρα
Σφραγίς επί της παρειάς

Αθανασία Τσατσάκου
Γράμμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη για το Περιθώριο '68-'69

Κλείτος Κύρου
Επιστολή στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μ.Μ.
Μαρτυρία

Μάρκος Μέσκος
Σαν υποθήκες

Αλέξης Ζήρας
Θητεία στη σιωπή

Μαίρη Μικέ
Ανοχύρωτη πόλη

Χρήστος Καββαδάς
Ένα σχόλιο στις Εποχές του Αναγνωστάκη

Διονύσης Καψάλης
Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα


Το τεύχος 71 / Αφιέρωμα 
στον Μανόλη Αναγνωστάκη 
συνοδεύεται από dvd 
με την εκπομπή 
«Παρασκήνιο: Μανόλης Αναγνωστάκης» 
και αποστέλλεται με αντικαταβολή 14,00 ευρώ, 
μέσα στην Ελλάδα. 

Πληροφορίες - παραγγελίες: entefkti@otenet.gr










6.3.15

Αγαπημένο μου ημερολόγιο [Οι σημειώσεις του κυρίου Ίμο]


Περισυλλογή και αναστοχασμός! Αυτή είναι η φάση τώρα. Έγιναν τόσα πράγματα σήμερα (δηλαδή χτες)! Ξύπνησα άκεφος. Είχα ακούσει στο χτεσινό τηλεφώνημα του κυρίου Γιώργου σε μια κυρία Αλίκη τις δυσοίωνες λέξεις "εμβόλιο" και "τσιπάκι", και όλη τη νύχτα λαγοκοιμόμουνα σε αναμένα κάρβουνα. Στα πόδια του κρεβατιού του κυρίου Γιώργου λαγοκοιμόμουνα δηλαδή, αλλά τρόπος του ανθρώπινου λέγειν...
Όταν ήρθε η αναθεματισμένη ώρα, ο κύριος Γιώργος μού φόρεσε το περιλαίμιο (από το άγχος του μου το φόρεσε στραβά, κι έτσι μπορούσα και το μασούσα, τώρα είναι έτοιμο να κοπεί, από μερικές κλωστές κρέμεται, το τακτοποίησα κι αυτό το θέμα) και κατεβήκαμε στον δρόμο. Ύστερα από λίγο μπήκαμε σε ένα ταξί. Ο οδηγός, ένας γκριζομάλλης κύριος με κοτσίδα, άκουγε την όπερα «Ιγκόρ» από το Τρίτο Πρόγραμμα. Του Στραβίνσκυ είναι; ρώτησε ο κύριος Γιώργος. Τι άσχετος! Όχι, του Μποροντίν, τον διόρθωσε ο ταρίφας. Μετά κάτι λέγανε για το τζιπιές. Ο ταρίφας δηλαδή έλεγε πώς τους έσωσε αυτό το μαραφέτι αλλά όταν εκείνο του είπε να μην πάρει τη Σούτσου, γιατί ήταν μποτιλιαρισμένη, αυτός το αγνόησε, μπήκε στη Σούτσου και κολλήσαμε! Να μην τα πολυλογώ ―γιατί έχω κι άλλες δουλειές να κάνω, ας πούμε να μασουλήσω τη σαγιονάρα, να βολτάρω στη βεράντα, να αλλάξω πεντέξι φορές θέση στο πατάκι μου, καταλαβαίνετε...―, πήγαμε στο ιατρείο μικρών ζώων της κυρίας Αλίκης και εκεί έγινε ό,τι έπρεπε να γίνει. Ο κύριος Γιώργος με χάιδευε για να είμαι ήσυχος ― γίνεται να είμαι ήσυχος όταν με τρυπάνε με βελόνες και με ψαχουλεύουν και με ψεκάζουν; Πήδηξα κι εγώ κάποια στιγμή από το ιατρικό τραπέζι και παραλίγο να σακατευτώ. Α, ναι. Είχε και διάφορες απορίες ο κύριος Γιώργος: τι πρέπει να τρώω, πόσο θα μεγαλώσω ακόμα, αν θα προσαρμοστώ εύκολα τώρα που θα με αφήσει στον Σαριφάκο, τι να κάνει που συνεχίζω να κατουράω μέσα στο σπίτι... Νομίζω, μεταφυσικές απορίες τα λέει η ανθρώπινη επιστήμη αυτά.



Μετά από την κυρία Αλίκη πήγαμε σε ένα πετ-σοπ και ο κύριος Γιώργος μού πήρε καινούργιο λουράκι για τον λαιμό (ε, ναι, το άλλο είπαμε το μασούλησα, το κατέστρεψα) και μια βούρτσα διπλής όψεως για να με χτενίζει, και η κυρία του μαγαζιού του χάρισε (για μένα δηλαδή τα χάρισε) κάτι μικρά κούκις για να με καλοπιάνει όταν τα βρίσκει δύσκολα.
Ύστερα πήραμε ένα άλλο ταξί και γυρίσαμε στο σπίτι. Η κυρία που οδηγούσε γκρίνιαξε λίγο, ότι ο κανονισμός λέει πως τα ζώα πρέπει να μπαίνουν στα ταξί μέσα σε κλουβιά, ο κύριος Γιώργος είπε πως δεν το ήξερε... Άσε μας, κουκλίτσα μου (και μακάρι να ήταν κουκλίτσα ― που δεν ήταν!). Ε, κάποτε φτάσαμε στο Παγκράτι (επίσημα βέβαια είναι Καισαριανή, αλλά του κυρίου Γιώργου του αρέσει πιο πολύ να λέει ότι μένουμε στο Παγκράτι), μπήκαμε στο σπίτι όμως (ναι, "όμως", γιατί προηγουμένως είπα "αλλά", και δεν κάνει να βάζω στην ίδια πρόταση την ίδια λέξη δύο φορές! άκου κανόνες!), ο κύριος Γιώργος δεν με χάιδευε, ένεκα το σπρέι, κι αυτό δεν μου άρεσε καθόλου.
Αργά το απόγευμα ξάπλωσε να κοιμηθεί, ανέβηκα κι εγώ στο κρεβάτι, είπε μερικές φορές «κάτω, Ίμο!» αλλά έκανα ότι δεν άκουσα, βαρέθηκε κι εκείνος και έσβησε το φως. Αλλά χτύπησε 4 φορές το τηλέφωνο (μα τηλεφωνουν στον κύριο Γιώργο στις 7 ή τις 7.30 το απόγευμα; τι άνθρωποι είναι αυτοί;), οπότε είπε «μπα, Ίμο, δεν προβλέπεται σιέστα σήμερα, ας κάνομε καμιά δουλειά», πήγε κι έφτιαξε ένα εσπρεσάκι και κάθισε στο γραφείο του. Αμάν με αυτό το γραφείο. Έλεος κάπου δηλαδή!... (Α, αφότου εγκατέλειψε το κρεβάτι, το τηλέφωνο δεν ξαναχτύπησε. Περίεργοι που είστε εσείς οι άνθρωποι...)
Τώρα κάθομαι στον καναπέ και αναστοχάζομαι όσα έγιναν σήμερα. Αργότερα θα κουντουρντίσω.







4.3.15

Θέμης Λιβεριάδης: Συσχετισμοί

Βρίσκομαι στον μυχό του όρμου που σβήνει ο Κιθαιρώνας. Στις πλαγιές του εκείνος ο βοσκός βρήκε μωρό τον Οιδίποδα. Εγώ δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ. Δεν είμαι μωρό. Ανήκω στα άτομα που χαρακτηρίζονται «τρίτης ηλικίας». Ωστόσο, βλέπω ακόμα. Διακρίνω το "τελειωμένο" θαύμα αλλά και την κατάρα. Την ευλογία που καθρεφτίζει πράσινα τα δένδρα μες στο ακύμαντο γαλάζιο. Η γης δεν τρέμει πια, κι ο ήλιος μοιάζει έτοιμος να κάψει τις Αλκυονίδες, τις ακριβές κόρες που ξεγέννησε μες στον θυμό του το βουνό, και τώρα πλένονται ανεύθυνες για το Κακό. Όσο για 'μένα... πιο πιθανό είναι να με πετύχει κάποιος κυνηγός που «πριν κι επίμονα θα με κοιτάξει ίσια μες στα μάτια».

Πρέπει να είναι φθινόπωρο. Κι αυτό το λέω γιατί ο καιρός μάς γέλασε... Το ράδιο και οι εφημερίδες επιμένουν για Νοέμβριο, κι οι άνθρωποι να σκοτώνονται, και πως απόψε αρχίζει στην πόλη του βορρά ένα ακόμα φεστιβάλ. Πόσο μακρινή αισθάνομαι αυτήν την πόλη. Εκεί μου είπαν πως γεννήθηκα.

Εδώ επικρατεί σιωπή όπως σε σάλα, που ξενυχτούν νεκρό. Τέσσερις και μισή. Ο ήλιος αμείλικτα κατεβαίνει στο ικρίωμα. Δε φαίνεται ψυχή στον οικισμό. Αισθάνομαι παράλυτος. Θέλω ―μία ζωή― να κάνω πράγματα ωραία και πολλά μα στέκομαι ανήμπορος.

Τότε φθάνει το ασημένιο αυτοκίνητο. Διέκρινα στη μάσκα του το σήμα κι έναν αριθμό, αλλά αυτά δεν έχουν σημασία. Βγαίνει ένας άνδρας άσπρος. Πηγαίνει πίσω και βιαστικά... σαν κάτι, ανοίγει βγάζει και παίρνει παραμάσχαλα ― να προλάβει, μια χαμηλή κι ελαφριά από αλουμίνιο πολυθρόνα, που πάντα ήθελα να αποκτήσω. Προχωράει με έξαψη στην έρημη ακτή, τη στήνει χωρίς εκλεκτικότητες και δισταγμούς στην άμμο ― δυο μόνο μέτρα απ’ το νερό, κι έτσι, μ’ ακίνητη χαρά μένει και ατενίζει στον ορίζοντα την κόκκινη τροχιά. Νιώθει πως είναι μόνος στον κόρφο, ή ο μόνος. Τέτοια συνείδηση θέλει να έχει αυτής της μαρτυρίας. Υπάρχω βέβαια κι εγώ... μα δεν το ξέρει. Και φυσικά ούτε το βάζει ο νους του πως τον χαίρομαι.

Να λοιπόν... που βρεθήκαμε σε μήνα πιο σκληρό, αυτόν που είναι στη σειρά και ακριβώς πριν απ’ το Τέλος. Και μακριά μας γίνονται τα φεστιβάλ. Εδώ τα σκηνικά θυμίζουν και φωτίζουν άλλο έργο, μιας πόλης που βυθίζεται.

Ξεχάστηκα... και ο λευκός ο άνδρας σβήστηκε, σαν κιμωλία σε μαυροπίνακα όταν χτυπήσει σχόλη. Άναψε σήμερα για τελευταία φορά τη μηχανή, και οδηγεί στη Νύχτα.   
                                                      


                                                         Αιγόσθενη (Πόρτο Γερμενό ),  22 ... στα 2002  μ.Χ.


Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε νομικά και βιομηχανική κοστολόγηση. Από το 1998 είναι εγκαταστημένος στην Αθήνα.
Επαγγελματικά: Υπήρξε μέτοχος, (και τρία χρόνια διευθύνων σύμβουλος) στη βιομηχανία εξαρτημάτων αυτοκινήτων «ΕΛΒΙΦΑΝ» (1965-1979). Από τον Αύγουστο του 1980 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1996 είχε το παραδοσιακό εστιατόριο "Ραγιάς" στην συμβολή της πλατείας Αριστοτέλους με την παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης. Μέλος της συντακτικής επιτροπής και παραγωγός λογοτεχνικών εκδηλώσεων στον Οργανισμό «Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα Ευρώπης 1997 - ΟΠΠΕΘ 1997». Πολιτιστικός σύμβουλος στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης ( 1998-2002 ) και στον Ε.Ο.Τ ( 2002-2004 ). Συνεργάτης σε διάφορες έντυπες και ηλεκτρονικές εφημερίδες και περιοδικά.
Στη Λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1962 όταν πήρε το Α΄ βραβείο ποίησης που διοργάνωσε πανελλαδικά η "Πανσπουδαστική" με κριτική επιτροπή τους : Βρεττάκο, Ελύτη, Ρίτσο και το 1965 που οι «Εποχές» δημοσιεύουν το πρώτο διήγημά του. Το 1972, επί δικτατορίας, δικάστηκε για το διήγημά του "Το όνειρο", στο περιοδικό «Τραμ», που μεταφράσθηκε τότε από τον λογοτεχνική ομάδα του Aragon στα "Lettres Francaises". Το 2000 του απονέμεται από την Ένωση Εκδοτών Β. Ελλάδος τιμητική διάκριση για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα. Ιανουάριο του 2001 προσκαλείται, μεταξύ 14 ποιητών από την Ελλάδα, για την παρουσίαση της ελληνικής ποίησης στο Παρίσι. Είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων (www.dedalus.gr), της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης , και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συγγραφέων και μεταφραστών “ Three Seas’ waves’ ” (www.tswtc.org )
Εργογραφία: Έχουν εκδοθεί εννιά βιβλία του. Ποίηση: Ο θάνατος του ζώου – Ι (1958-1988) – Εξάντας, 1989· Ο θάνατος του ζώου – ΙΙ (1989-1996) – Εξάντας, 1997· Η κηδεία του Εγώ – Ταίναρον, 2005· Ποιήματα τροπικής παραίσθησης – Ταίναρον, 2005· Η Ελευθερία πλαγιάζει σε μαύρο γραφείο – Αρμός, 2009
Πεζογραφία: Σημειώσεις για την Ιφιγένεια – Ερμής, 1980· Ασκήσεις ετοιμότητας – Εξάντας, 1995· Προχωρώντας στο διάδρομο – Αρμός, 2002
Μετάφραση: Από τα αγγλικά: Μια σύγχρονη Οδύσσεια – ΔΚΛΜΡ, 2006

πηγή: http://www.liveriadis.gr

[Το κείμενο αυτό γράφτηκε ειδικά για το παρόν blog του Εντευκτηρίου]

Πλούσιο κι ενδιαφέρον [η εφημ. «Μακεδονία» για το τχ. 106 του Εντευκτηρίου]



πηγή: http://www.makthes.gr


Σελίδες για τον Χριστόφορο Λιοντάκη”, ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία, δοκίμια, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, φωτογραφικό ένθετο και συνοδευτικό cd με τον Γιώργο Ιωάννου να διαβάζει πεζογραφήματά του είναι τα θέματα που περιλαμβάνει το νέο τεύχος του περιοδικού “Εντευκτήριο”.

Με στίχους από το αδημοσίευτο έως τώρα ποίημα του Χριστόφορου Λιοντάκη με τίτλο “Μια μέρα σαν τις άλλες” ανοίγουν οι σελίδες που αφιερώνει στον ποιητή το περιοδικό. Για το ποιητικό του έργου γράφουν οι Χριστίνα Ντουνιά, Μαριλίζα Μητσού, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Διονύσης Χαλκωματάς, Ζαχαρίας Κατσακός, Τιτίκα Δημητρούλια. Επίσης, δημοσιεύονται κριτικές βιβλίων του ποιητή από τους Τάσο Λειβαδίτη, Γιάννη Τσαρούχη, Δ.Ν. Μαρωνίτη.

Στο νέο τεύχος πραγματοποιείται αφιέρωμα για τη 17χρονη πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Κλεοπάτρα Ολυμπίου. Επίσης, δημοσιεύονται ποιήματα των Λευτέρη Ξανθόπουλου, Γιάννη Υφαντή, Γιάννη Κοτσιφού, Αγγελικής Σιδηρά, Μαρίας Λάτσαρη και του Ρουμάνου Νικήτα Στανέσκου, σε μετάφραση Σταύρου Δεληγιώργη. Μεταφρασμένο από τον Αχιλλέα Κυριακίδη και ελεύθερα αποδοσμένο από τη Γλυκερία Μπασδέκη πρωτοδημοσιεύεται το ποίημα “Quelques Verbes Français” του Τενεσί Ουίλιαμς. Διηγήματα δημοσιεύουν οι: Φίλιππος Δρακονταειδής, Γιάννα Μπούκοβα, Νικόλας Σεβαστάκης, Μαρία Κουγιουμτζή, Βάνα Χαραλαμπίδου, ενώ μεταφράζουν ο Γιάννης Θεοδοσίου διήγημα του Αμερικανού Τζάστιν Τόρες και η Ευτυχία Παναγιώτου της Τουρκοκύπριας Αϊντίν Μεχμέτ Αλί.


Στο ίδιο τεύχος, ο Παντελής Μπουκάλας γράφει τον κριτικό λόγο και την αυτοκριτική μεταφραστική συνείδηση του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ο Γιώργος Μαρκόπουλος για την ποίηση της Κικής Δημουλά, με αφορμή την τελευταία της ποιητική συλλογή “Δημόσιος καιρός”, ο Αριστοτέλης Σαΐνης για τη νεανική αλληλογραφία Βασίλη Βασιλικού - Μένη Κουμανταρέα. Κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (Μαρία Μήτσορα, “Από τη μέση και κάτω”), Τιτίκα Δημητρούλια (Γιώργου Σκαμπαρδώνη, “Νοέμβριος”), Θωμάς Κοροβίνης  (Μάκη Τσίτα, “Μάρτυς μου ο Θεός”) κ.ά.




Η “Camera Obscura”, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Γιώργου Δεπόλλα, υπό τον γενικό τίτλο “Τhe Artist and his Masterpiece”, για τα οποία γράφoυν ο ίδιος και ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.


Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 30 ετών από τον πρόωρο θάνατο του Γιώργου Ιωάννου, το “Εντευκτήριο” προχώρησε στην παραγωγή ενός cd, στο οποίο ο συγγραφέας διαβάζει ο ίδιος πεζά του από τα βιβλία του.


[Σημείωση του Εντευκτηρίου: στην περίπτωση της νεαρής Κύπριας Κλεοπάτρας Ολυμπίου, δεν πρόκειται για αφιέρωμα αλλά για δημοσίευση ποιημάτων της στην ενότητα «Νέες φωνές», όπου το περιοδικό αναδεικνύει αξιόλογους και υποσχόμενους νέους ποιητές και πεζογράφους.
Επίσης: το cd για/με τον Γιώργο Ιωάννου κυκλοφόρησε με χορηγία των Εκδόσεων Κριτική. Κατά τη γνώμη μας, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν αποτελεί έμμεση διαφήμιση αλλά πράξη δικαιοσύνης η μνεία του χορηγού, χωρίς τη γενναιοδωρία του οποίου η πρώτη αυτή καταγραφή της φωνής και του τρόπου με τον οποίο διαβάζει ο Ιωάννου δεν θα κυκλοφορούσε.]