18.7.07

Σελίδες για τις “νέες φωνές” της ελληνικής λογοτεχνίας

μαζί με Θανάση Βαλτινό, Στρατή Πασχάλη, Στρατή Χαβιαρά,
Μαρία Καραγιάννη, Βασίλη Καραβίτη κ.ά.



«Η ποίηση αποτυπώνει τη βαθύτερη αυθεντικότητα, την εκστατική απορία, την απάντηση στο αναπάντητο. Γι’ αυτό και δεν είναι μόνο τέχνη. Είναι και στάση ζωής. Διαρκής αναζήτηση γνησιότητας πάνω και έξω από τις σχετικές αξίες και μόδες που ορίζουν τη συμβατική ζωή των κοινωνιών. Ασκώντας την ποίηση βιώνεις μια εσωτερική περιπέτεια όπου φαντασία και πραγματικότητα συμπλέκονται και δικαιώνονται αμοιβαία, δίνοντάς σου κάθε τόσο την αίσθηση της αληθινής ζωής. Αν αυτή την εμπειρία κατορθώσεις να τη μεταδώσεις στους συνανθρώπους σου μέσα από ένα συναρπαστικό παιχνίδι με τις λέξεις, τότε ελευθερώνεσαι από τον εαυτό σου και υπηρετείς την αγάπη.» Αυτός είναι ένας από τους είκοσι πέντε αφορισμούς του Στρατή Πασχάλη για την ποίηση, που δημοσιεύονται στο νέο, καλοκαιρινό, τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» (αριθ. 77, Ιούνιος 2007, 208 σελ., τιμή 10 ευρώ).
Στο ίδιο τεύχος, ανέκδοτη πεζογραφία και ποίηση, ελληνική και ξένη, μικρό αφιέρωμα σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, πλούσια ενότητα με βιβλιοκριτικές και παρουσιάσεις, φωτογραφικό ένθετο και άλλη επίλεκτη ύλη.

Ποίηση και πεζογραφία
Στο τεύχος δημοσιεύονται νέα διηγήματα του Θανάση Βαλτινού, του Στρατή Χαβιαρά, του Βασίλη Αμανατίδη, του Γκερτ Χάιντενραϊχ (μετάφραση: Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου), της Στέλλας Βογιατζόγλου. Ποιήματα της Μαρίας Καραγιάννη, του Βασίλη Καραβίτη, της Μαρίας Κουγιουμτζή, του Μαρίνο Πιατσόλλα (μετ.: Κρεσέντσιο Σαντζίλιο), του Μάικλ Μαρτς (μετ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ). Ακόμη, μελέτημα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου για την ποίηση του Γιάννη Καρατζόγλου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του Δημήτρη Α. Φατούρου «Δοκίμιο διαπιστώσεων. Σημειώσεις για την κατασκευή των αντικειμένων». Γράφει, ανάμεσα σε άλλα, ο Φατούρος: « Τα πέδιλα, το αποτσίγαρο, ένα πουκάμισο αγαπητό. Ένα κρεβάτι που περάσαμε εκατοντάδες νύχτες και το αφήνουμε στον παλαιοπώλη. «Σαρξ εκ της σαρκός μας». Μεταβιβάζεται. Γίνεται “άλλος”. Μέσα στο δωμάτιο, όλα αυτά που μας περιτριγυρίζουν γίνονται κάποτε καθρέφτες του εαυτού μας. […]Τα αποτσίγαρα, τα ρούχα που λιώνουν, το λουράκι του ρολογιού που χαλάει, οι πολυθρόνες που καταστρέφονται, όλα αυτά που τα πετάμε κάποια στιγμή, μας γεμίζουν ανησυχία. Περιέργεια για το μέλλον τους σαν ένα μέλλον δικό μας, ένα μέλλον του κορμιού μας. Κάποιο χέρι ή κάποια χείλια που είχαμε και τώρα απομακρύνονται. Συχνότεροι και αραιότεροι θάνατοι. Τα μικρά αποτσίγαρα που τα παίρνει η θάλασσα, ο οχετός ενός πολυσύχναστου δρόμου, μια σκονισμένη γωνιά. Ίσως αγαπάμε τις παλιές πολυθρόνες γιατί είναι πιο δυνατές από μας. Γιατί μας παίρνουν μαζί τους και μας μακραίνουν τη ζωή. Είμαστε 150 χρόνων. δεν είμαστε πεθαμένοι. Δεν πρόκειται τουλάχιστον να πεθάνουμε νέοι. Έχουμε την ηλικία της βαθιάς πολυθρόνας. […]»

Αφιέρωμα: 14 νέες φωνές
Για δεύτερη συνεχή χρονιά, με το σκεπτικό ότι οι νέοι συγγραφείς αποτελούν, δυνάμει, το καινούριο αίμα, την ομάδα κρούσης της λογοτεχνικής καινοτομίας, το «Εντευκτήριο» παρουσιάζει στο καλοκαιρινό του τεύχος κείμενα νέων ποιητών και πεζογράφων από διάφορες πόλεις της Ελλάδας ή και του εξωτερικού, οι περισσότεροι από τους οποίους δημοσιεύουν για πρώτη φορά. Οι «νέες φωνές» που ξεχώρισε το «Εντευκτήριο» και παρουσιάζει σ’ αυτό το τεύχος του είναι: Ιωάννα Αγιοστρατίτη, Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Άννα Βουγιουκλίδου, Ειρήνη Γκόλτσιου, Δημήτρης Γρηγορίου, Νίκος Ερηνάκης, Νίκος Ζαλαώρας, Χρήστος Μιχαήλ, Φωτεινή Νικολαΐδου, Ευτυχία Παναγιώτου, Πάνος Σαρίφης, Νίκος Τζερμιαδιανός, Χάρης Χρήστου. Οι 4 δημοσιεύουν ποίηση και οι 10 πεζογραφία. Ενδιαφέρουσα είναι και η γεωγραφική κατανομή των «νέων φωνών»: 10 ζουν στην Αττική, 1 στην Κατερίνη, 1 στη Βοιωτία, 1 στην Καστοριά, 1 στο Παρίσι).

Βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις
Πλούσια είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα με τις βιβλιοκρισίες και τις παρουσιάσεις.
Γράφουν οι:
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Γιώργου Kοζία, Kόσμος χωρίς ταξιδιώτες
Mισέλ Φάις: Θεόδωρου Mπασιάκου, Mαύρα μάτια· Kατερίνας Hλιοπούλου: O κύριος Tαυ
Τιτίκα Δημητρούλια: Γιάννη Kοντού, Δευτερόλεπτα του φόβου· Σάββα Mιχαήλ, Homo Poëticus
Μαρία Στασινοπούλου: Kοσμά Xαρπαντίδη, Tα δώρα του πανικού
Δημήτρης Kόκορης: Xάρη Bλαβιανού, Ποιον αφορά η ποίηση; Xρίστου Λάσκαρη, Ποιήματα· Παναγιώτη Xατζημωϋσιάδη, Kαλά μόνο να βρεις
Λίνα Πανταλέων: Aχιλλέα Kυριακίδη, Mικρή περιοχή
Bαγγέλης Tασιόπουλος: Kώστα Pιζάκη, O κυρίως ναός
Γεώργιος N. Περαντωνάκης: Eλευθερίας Δημητρομανωλάκη, H ηγεμονία της ευτυχίας Βάνα Χαραλαμπίδου: Mουρατχάν Mουνγκάν, Oι τρεις καθρέφτες στα σαράντα δωμάτια
Φίλιππος Φιλίππου: Mαρκ Nτουγκέν, H κατάρα του Έντγκαρ
Pένα Σακελλαρίδου: Γιώργου Πίττα, Σημάδια του Aιγαίου

Εικονογράφηση
Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν ζωγραφιές του Στέλλιου Σκούλου, για τις οποίες η Σοφία Καζάζη γράφει μεταξύ άλλων: «[Σχέδια και κείμενα.] Δύο γλώσσες παράλληλες, από το ίδιο χέρι. O πληθωρικός και ανεξερεύνητος Σκούλος. Στα σχέδια: το αρσενικό και το θηλυκό σε πλήρη αντάμωση και σύγκρουση. H χαρά και η πίκρα αντάμα, να συστρέφονται και ν΄ απογειώνονται αενάως. O έρωτας και ο πόνος, η χαρά και η απογοήτευση.

H απελευθέρωση και η υποταγή. Aνάβλυσμα όσων υπάρχουν στο σώμα και στην ψυχή του καλλιτέχνη. Mετά ήρθε η διπλανή στήλη: νέες λέξεις, νέες έννοιες και η γενική πληθυντικού να καρφώνεται στο μυαλό. Σαν χείμαρρος που ξεσπάει και πλημμυρίζει μοιάζει αυτό [το σύνολο], που όμως κανείς αφήνεται να τον παρασύρει, γιατί δεν μπορεί να αντισταθεί σ΄ αυτόν τον κοχλασμό: Σχέδια, λέξεις όμοιες, ανόμοιες, παρόμοιες.»


Φωτογραφικό ένθετο
Στην Camera Obscura, το ειδικό ένθετο του «Εντευκτηρίου» για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου και που εκδίδεται με χορηγία της Vivartia AE, δημοσιεύεται το πορτφόλιο του Άνθιμου Καλπατζίδη «Πορτραίτο πανηγυριού».

Όπως παρατηρεί ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, «Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Καλπατζίδη εστιάζουν σε πορτραίτα μικροπωλητών και επισκεπτών από πανηγύρια κυρίως της Μακεδονίας. Τα περισσότερα είναι μετωπικά, με τον εικονιζόμενο να αντικρίζει τον φακό, περιέχουν όμως συχνά τον πάγκο που δουλεύει ή το άμεσο περιβάλλον. Συχνά ανακύπτουν πορτραίτα παιδιών με σοβαρά βλέμματα που ποζάρουν με όπλα-παιχνίδια ή κούκλες, επιβεβαιώνοντας τον επίκτητο κοινωνικό τους ρόλο. Κρίκοι και παιχνίδια τρόμου ξεδιπλώνονται μαζί με μπαλόνια και άδειες καρότσες φορτηγών, ως ένα πολυεπίπεδο σκηνικό και φόντο των μορφών.

» Τα περισσότερα πορτραίτα διαθέτουν μια αφοπλιστική, ανυπόκριτη αμεσότητα που έχουμε ξεχάσει στην εποχή της γενικευμένης, ναρκισσιστικής σκηνοθεσίας του εαυτού. Οι άνθρωποι, λαϊκής κατά βάση τάξης, παραχωρούν την εικόνα τους χωρίς να χαμογελούν στον φακό, διατηρούν μια στάση νηφάλια, αν όχι αυθεντική. Υποδεικνύουν έτσι μια πραγματικότητα γήινη, διαφορετικής τάξης, που επιβιώνει δίπλα μας παράλληλα με την εποχή όπου όλα μοιάζουν επεξεργασμένα, συνθετικά.»

Την ύλη του τεύχους ολοκληρώνουν άρθρο της Κατερίνας Καζολέα για τη μεγάλη έκθεση «Ο καθρέφτης και η μάσκα: Το πορτραίτο στην εποχή του Πικάσο» που παρουσιάστηκε στη Μαδρίτη και τώρα εκτίθεται στο Τέξας, καθώς και ρεπορτάζ της Χρύσας Νάνου για την εκδήλωση του «Εντευκτηρίου» (στο πλαίσιο του εορτασμού των 20χρονων του περιοδικού) στην οποία η Κική Δημουλά διάβασε ποιήματά της στο «Underground Εντευκτήριο».

25.6.07

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 1987-2007 (Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ)

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 78, επετειακό για τα 20χρονα του Εντευκτηρίου

― ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΩΡΓΟ;
― ΥΠΟΜΟΝΗ ΓΙΑΝΝΗ

γράφει ο Ιωάννης Επαμεινώνδας


Το Εντευκτήριο ήταν η πρώτη μου απόπειρα να ασχοληθώ με τη γραφιστική και το σχεδιασμό εντύπων. Απόπειρα δεν είναι η σωστή διατύπωση: καταναγκασμός ήταν, γιατί εγώ κατά βάση ήμουν, και παραμένω, αρχιτέκτονας. Ο Κορδομενίδης είναι εκείνος που με έψησε με το πες-πες να ασχοληθώ και εκείνος φταίει για ότι κακό του συνέβη μετά. Όταν πρωτοβγήκε το Εντευκτήριο, το 1987, υπηρετούσα τη θητεία μου. Τα πρώτα τεύχη τα είχε σχεδιάσει ο Μαυρογένης, και ευτυχώς, γιατί χρειαζόταν ένας σοβαρός επαγγελματίας να στήσει το πρώτο κασέ. Πάνω στα δικά του ίχνη βαδίσαμε κατόπιν, αρχικά αντιγράφοντάς τον ξεδιάντροπα και ίσως χωρίς μεγάλη επιτυχία. Ο Μαυρογένης πάντως μας είχε δείξει έναν πιο "μοντέρνο" δρόμο για την εμφάνιση του περιοδικού. Μετά, ο εκδότης περιέκοψε την πολύ απλόχερη εικονογράφηση –μετρήστε μόνον πόσες ολοσέλιδες φωτογραφίες υπάρχουν στα πρώτα τεύχη– και το περιοδικό οδηγήθηκε στην κάπως στεγνή, γκρίζα μορφή, που έγινε αργότερα η χαρακτηριστική του εικόνα.

Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι και εγώ κατά βάθος δεν ήμουν γραφίστας, αλλά αρχιτέκτονας που έκανε και γραφιστική. Φαίνεται αυτό και από το στήσιμο, τη δομή και την κάποια ακαμψία που αποπνέουν κυρίως τα εξώφυλλα: ως αρχιτέκτονας δεν μπορούσα παρά να δουλεύω με κάναβο, περασιές, κανονικότητα. Δεν είμαι ζωγράφος, άρα το πρωτογενές υλικό ήταν άλλων καλλιτεχνών το οποίο εγώ έστηνα σε εξώφυλλο. Οι καμπύλες, όταν υπάρχουν, δεν ξεφεύγουν από τον έλεγχο του ορθογωνικού, οι διαγώνιες είναι πάντα σε γωνίες 30, 45, 60 μοιρών. Θλιβερό μεν, αλλά πραγματικότητα. Ίσως βέβαια για το Εντευκτήριο –που εμένα μου φαίνεται ως ένα περιοδικό του Μοντερνισμού με "ακαδημαϊκή" νοοτροπία– αυτή να είναι η πιο ταιριαστή εμφάνιση: συνάδει απολύτως με το περιεχόμενο!

Η πιο ενδιαφέρουσα, για τον επιμελητή, φάση ήταν ο σχεδιασμός του εξωφύλλου. Χρησιμοποιούσαμε συνήθως δύο χρώματα –όταν στο τεύχος 17 θέλησα να χρησιμοποιήσω και τρίτο, εισέπραξα το σύνηθες κορδομενίδειο σχόλιο "γιατί, το έχουμε ξανακάνει αυτό;", με αποτέλεσμα να καταργήσω τελικά το μαύρο και η φωτογραφία να βγει, σε πράσινο και μπλε, σαν αρνητικό! Κάθε προηγούμενη εφαρμογή θεωρούνταν κατάκτηση και αποτελούσε κάτι σαν προδεδικασμένο, πρότυπο και όριο ταυτόχρονα για τα επόμενα τεύχη. Από την πλευρά μου υπήρχε διάθεση για συνεχώς καινούργιες λύσεις, αλλά η δεδομένη απειρία μου έκανε –και ευτυχώς– τον εκδότη να με συμμαζεύει όταν οι πειραματισμοί γίνονταν υπερβολικά ριψοκίνδυνοι.


προσχέδια του Ιωάννη Επαμεινώνδα για το εξώφυλλο του τεύχους 16


Κανείς από τους δύο μας πάντως δεν φαίνεται να ξέχασε την περίπτωση του 4ου τεύχους, στο εξώφυλλο του οποίου είχα βάλει –και τελικά εκτυπώσει– ένα δίχρωμο σχέδιο του Γιάννη Σβορώνου. Ο Κορδομενίδης, που το μαύρο-ροζ σχέδιο το βρήκε κακέκτυπο, αχρηστεύει το ήδη τυπωμένο εξώφυλλο και ξανατυπώνει –χωρίς να μου πει τίποτε– νέο εξώφυλλο με μία ολοσέλιδη φωτογραφία του ίδιου του Σβορώνου σε αχνό, αχνότατο ράστερ. Το στέλνει για βιβλιοδεσία και το τεύχος κυκλοφορεί όπως κυκλοφόρησε. Όταν εισέπραξε την αρνητική κριτική των φίλων και αναγνωστών –μετά τα δύο ωραία προηγούμενα εξώφυλλα, αυτό το τελευταίο ήταν αποτυχία– μου λέει: τελικά το αρχικό εξώφυλλο δεν ήταν κακέκτυπο, ήταν απλώς καλύτερο! Έχει και η δουλειά του γραφίστα κάποιες τέτοιες μικρές ικανοποιήσεις.
Από τα αγαπημένα μου εξώφυλλα –που προσδιορίζουν κατά κάποιον τρόπο και τις διαδοχικές κατακτήσεις, από μέρους μου, της τεχνολογίας της γραφιστικής– είναι του τεύχους 3 με το σχέδιο του Τσαρούχη: η εφαρμογή του έκκεντρου κατακόρυφου άξονα, του τεύχους 7 με το Λούβρο: η ανακάλυψη των ντεγκραντέ ράστερ, του 16 με το τρένο του Μαυρομάτη: η διτονική φωτογραφία, του 19 γιατί εικονογραφούσε κάποια κείμενά μου για την αρχιτεκτονική, επίσης του τεύχους 28-29 για την πολυπλοκότητα των χρωματικών συνδυασμών. Τέλος, τα εξώφυλλα 34 με τον Λάιος Σαλάι, 35 με το κόμπο της Κεραμέα στην Πάτμο και 36 με τον Ασλάνογλου, γιατί είναι οι πιο ώριμες στιγμές.
Όταν ξεκινήσαμε δεν υπήρχε το desk top publishing και όλα τα ωραία σημερινά συστήματα. Τα κείμενα διορθώνονταν και εκτυπώνονταν μέχρι δύο φορές. Μετά, οι διορθώσεις γίνονταν πάνω στην τελευταία εκτύπωση του χαρτιού της φωτοσύνθεσης με το χέρι: αφαιρούσες με το κοπίδι τη λάθος λέξη (το γράμμα, τον τόνο, την τελεία) και πρόσθετες τη σωστή. Σωστή κοπτοραπτική! Κάποια στιγμή ψάξαμε να βρούμε έναν τίτλο, μια περιγραφή για τη δική μου απασχόληση: γραφίστας, επιμελητής, layout-ίστας, σχεδιαστής, ή –τα βαρύγδουπα– καλλιτεχνικός υπεύθυνος, διευθυντής, μάνατζερ και τα τοιαύτα. Αφού περάσαμε από διάφορα αμήχανα, καταλήξαμε στο "καλλιτεχνική επιμέλεια", παρόλο που εμένα μου θύμιζε εκείνα τα ύποπτα "καλλιτεχνικά" πρακτορεία!


αριστερά: το εξώφυλλο του τεύχους 4 που σχεδίασε ο Ιωάννης Επαμεινώνδας· 
τυπώθηκε αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε


δεξιά: μακέτα πρότυπης σελίδας του περιοδικού όταν άρχισε να γράφεται και να σελιδοποιείται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (classic tης Μacintosh, 1993)

Η εμπλοκή μου ήταν ανισοβαρής από τεύχος σε τεύχος. Έκανα από στήσιμο των σελίδων μέχρι τη χειροτεχνία της φωτοσύνθεσης ενώ, στο τεύχος 37, που ήταν και το τελευταίο με το οποίο ασχολήθηκα, μόνο το σχεδιασμό του εξωφύλλου. Η –γενικά φθίνουσα– ενασχόλησή μου με το περιοδικό σχετιζόταν με την αυξομειούμενη επαγγελματική μου δραστηριότητα ως αρχιτέκτονα, με την έμφυτη κωλοπαιδαροσύνη μου απέναντι στα χρονοδιαγράμματα και τις προθεσμίες –ο εκδότης μπορεί να περίμενε και μήνες μέχρι να αποφασίσει η ευγένειά μου να ασχοληθεί με το τρέχον κάθε φορά τεύχος– αλλά και με την αυξανόμενη ικανότητα του Γιώργου Κορδομενίδη να μαθαίνει, άρα και να φορτώνεται όλο και περισσότερες ευθύνες του περιοδικού, επομένως, γιατί όχι και την καλλιτεχνική επιμέλεια. Πέρα από αυτό, τον τιμά η απόφαση να ξεκαθαρίσει κάποια στιγμή τα της συνεργασία μας –πράγμα που εγώ δεν φαινόμουν ικανός να κάνω– και να πει: ας σταματήσουμε καλύτερα, μπας και σώσουμε τίποτα από την ψυχή μας.

Η εικοσάχρονη φιλία είχε περάσει πάνω από σαράντα κύματα και άντεξε σε διαφωνίες, καυγάδες, ψύχη και καύσωνες. Επιβίωσε μέσα από τη διαφορετικότητα, τις παρεξηγήσεις και μια δύσκολη συνεργασία. Άντεξες, Γιώργο, στις κυκλοθυμικές μου ιδιορρυθμίες και επιβίωσα από τα "επαναλαμβανόμενα αστεία" σου. Μου έδωσες τη δυνατότητα να μάθω και έμαθα πάνω στην καμπούρα του Εντευκτηρίου ένα δεύτερο επάγγελμα, να διευρύνω τους ορίζοντές μου, ακόμη και τους συγγραφικούς. Κι αν η αρχιτεκτονική έφτασε να καταλαμβάνει τον μισό μόνον από τον συνολικό επαγγελματικό μου χρόνο, αυτό οφείλεται σε σένα και στο Εντευκτήριο. Όπως το είχες προβλέψει, με κατέστρεψε, εκείνος ο άνθρωπος. Θα συμπλήρωνα: και αυτό το περιοδικό!

24.6.07

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 1987-2007

ΜΕΣΑ ΓΙΑ ΜΕΣΑ

Γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης



Όλα άρχισαν το 1986, όταν βρέθηκα ξέμπαρκος από κάθε δημοσιογραφική δραστηριότητα· είχα πάψει από χρόνια να γράφω στον «Ελληνικό Βορρά», εκείνο τον καιρό είχα αναγκαστεί να διακόψω τη συνεργασία μου με το κρατικό ραδιόφωνο, με είχε ... απολύσει κι ο Καλοκύρης από «Το Τέταρτο»... Τότε έπεσε στα χέρια μου το «Πλανόδιον», που έβγαινε ακόμη ολιγοσέλιδο και πιασμένο με σύρμα· αυτό μου έβαλε την ιδέα ενός περιοδικού με λίγες επίσης σελίδες, κάποιες λογοτεχνικές συνεργασίες και πολλά σχόλια ― κυρίως για την πολιτιστική ζωή και κίνηση στη Θεσσαλονίκη, θέμα που τότε με απασχολούσε πολύ. Η σχετική αυτοπεποίθησή μου ότι θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα οφειλόταν κυρίως στη μέχρι τότε σχέση μου με ποικίλα περιοδικά· είχα θητεύσει, ποικιλοτρόπως, στη «Διαγώνιο» κατά την τελευταία της περίοδο, είχα συνεργαστεί για ένα διάστημα σποραδικά με «Το Δέντρο» και με «Το Τέταρτο», ενώ σποραδικά μόνο με το «Τραμ» στη δεύτερη διαδρομή του και με τον «Παρατηρητή». Κυρίως όμως πόνταρα στην εμπειρία μου από δύο αφιερώματα στη Θεσσαλονίκη που οργάνωσα, το 1985, με αφορμή τον εορτασμό των 2.300 χρόνων της πόλης: στο «Διαβάζω» και στο «Εμείς», το περιοδικό της Εθνικής Τράπεζας για το προσωπικό της.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ σκέφτηκα να εμπλέξω στην έκδοση του περιοδικού τον αδελφικό φίλο Μανόλη Ξεξάκη, κι έτσι συζητήσαμε γι' αυτό αρκετές φορές, καταναλώνοντας συνεταιριστικά κρασιά, κριθαρένια παξιμάδια κι εξαιρετική γραβιέρα Κρήτης. Τελικά, αποφάσισα να κάνω το μεγάλο τόλμημα μόνος. (Μου έμεινε βέβαια η φιλία με τον Ξεξάκη αδιατάραχτη· μου έμεινε και η προτίμηση στα κριθαρένια παξιμιάδια και την γραβιέρα Κρήτης...) Με ενθάρρυναν πολλοί· και με πάγωσε, ευτυχώς προσωρινά, η απαισιόδοξη οικονομική ανάλυση του εγχειρήματος από τον Ηλία Ευθυμιόπουλο, εκδότη τότε (1986) του περιοδικού «Οικολογία», αργότερα υφυπουργό ΠΕΧΩΔΕ επί κυβερνήσεως Πασόκ. Ας είναι καλά ο επιστήθιος φίλος, τυπογράφος Γιάννης Μουγκός, που ανέλαβε χρέη όχι μόνο τεχνικού συμβούλου αλλά και εμψυχωτή, σε κάθε κρίσιμη στιγμή αμφιταλάντευσης.

ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΚΑ τον τίτλο του περιοδικού από έναν ορισμό της λέξης “εντευκτήριο” που άκουσα διά χειλέων Χριστινόπουλου, σχετικά με ομότιτλο βιβλίο του που περιλαμβάνει διάφορες μεταφράσεις του.
Η αλήθεια είναι πάντως ότι το «Εντευκτήριο» ―ασχέτως του όποιου ρόλου διαδραμάτισε, πιθανόν, με την έκδοσή του, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση― υπήρξε καθαρώς ατομικό διάβημα κι όχι απόρροια κάποιου συλλογικού, σιωπηλού έστω, αιτήματος· όπως δεν υπήρξε όργανο καμιάς ομάδας, λογοτεχνικής ή άλλης, ούτε μέσον προώθησης κάποιου συγκεκριμένου αισθητικού ρεύματος.
Η αντίστροφη μέτρηση για την έκδοση του περιοδικού άρχισε το επόμενο βράδυ αφότου ο πατέρας μου πέρασε ήσυχα στην άλλη όχθη· φαίνεται πως ήταν η στιγμή να επινοήσω για τον εαυτό μου έναν νέο ρόλο. Η κυοφορία του πρώτου τεύχους κράτησε δύο συναπτούς μήνες. Στις 8 Νοεμβρίου 1987 το «Εντευκτήριο» διεκδικούσε μία θέση στους πάγκους και στις προθήκες των βιβλιοπωλείων της Θεσσαλονίκης, και μερικές ημέρες αργότερα και της Αθήνας και μερικών ακόμη, λίγων πάντων, άλλων μεγάλων πόλεων.



Στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους, πλάι στον τίτλο, υπήρχε ένα σχέδιο που είχε φιλοτεχνήσει, για να χρησιμοποιηθεί ως λογότυπος, η πρόωρα χαμένη φίλη μου, γλύπτρια Χριστίνα Ζερβού. Κανείς όμως δεν φαίνεται να κατάλαβε πως το σχέδιο εκείνο αντιπροσώπευε ένα έψιλον ― μολονότι όλες οι προτάσεις της Ζερβού δημοσιεύονταν σε σελίδα του τεύχους― κι έτσι, με βαριά καρδιά, το απέσυρα.

ΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ αποφάσισε, από μιας αρχής, να μην εκφράζει μόνο την παραγωγή των Θεσσαλονικέων λογοτεχνών, θέλοντας να διαφοροποιηθεί (και) με αυτόν τον τρόπο από τα άλλα δύο περιοδικά που μόλις είχαν εκδοθεί τότε στη Θεσσαλονίκη και έδειχναν να έχουν τέτοια, κυρίως, κατεύθυνση. Ένα σύντομο κείμενο, με τίτλο «Κατάθεση προθέσεων», που δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος, διευκρίνιζε ακόμη ότι το «Εντευκτήριο» δεν είναι ούτε αυτοσκοπός ούτε μέσον βιοπορισμού, κι ότι θα εκδίδεται όσο κατορθώνει να πληροί το μίνιμουμ των προδιαγραφών που είχαν τεθεί εξαρχής. Οι προγραμματικές αυτές αρχές εξακολουθούν να ισχύουν.
Αποκλεισμοί για λόγους γεωγραφικής προέλευσης των συνεργατών ή προσωπικών αντιπαθειών δεν υπήρξαν. Θέλω να πιστεύω ότι αποφασιστικό κριτήριο σε όλες τις επιλογές της ύλης υπήρξε το βεληνεκές των κειμένων και η φυγόκεντρη σχέση τους με τις κυρίαρχες τάσεις της εκδοτικής αγοράς. Αν θέλετε, βάλτε και λίγο νερό ―αλλά μόνον λίγο!― σ' αυτόν τον ισχυρισμό, γιατί κάθε άνθρωπος έχει τις αδυναμίες του. Οι περισσότεροι πάντως από όσους, στη διάρκεια αυτής της εικοσάχρονης διαδρομής, κατέβηκαν από το τραίνο, πήραν οι ίδιοι την απόφαση. Σπάνια το «Εντευκτήριο» απομάκρυνε κάποιον συνεργάτη, πιστεύοντας ότι δεν ανταποκρίνεται στις αρχές του.


από τη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του πρώτου τεύχους του «Εντευκτηρίου», 11.11.1987, στα γραφεία του Συνδέσμου Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας. Στο δεξί άκρο ο διευθυντής του περιοδικού, Γιώργος Κορδομενίδης και δίπλα του οι βασικοί, τότε, συνεργάτες του «Εντευκτηρίου», Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νίκος Μπακόλας, Μανόλης Ξεξάκης και Σάκης Παπαδημητρίου



ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ έτυχε, ήδη από το πρώτο τεύχος του, αρκετά καλής υποδοχής, τόσο από το κοινό όσο και από τον Τύπο, γεγονός που αποτέλεσε σημαντική ενθάρρυνση. Κυρίως όμως το «Εντευκτήριο» βοηθήθηκε από την ύπαρξη ενός πυρήνα σταθερών συνεργατών, ορισμένοι από τους οποίους εμμένουν σε αυτή τη σχέση από το πρώτο ακόμη τεύχος. Ανάμσά τους, σε διακεκριμένη θέση, πρώτα πρώτα οι οριστικώς απόντες: Τόλης Καζαντζής, Νίκος Μπακόλας και, προς το τέλος της ζωής του, Ανέστης Ευαγγέλου. Ακόμη, ο μέντοράς μου (κι ας μην με αναγνωρίζει για πνευματικό του παιδί) Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τους σταθερότερους συμβουλάτορές μου κυρίως στην πρώτη δεκαετία· ο ποιητής, δοκιμιογράφος και βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος, πρόθυμος πάντα (μαζί με τη σύζυγό του, φιλόλογο, κριτικό και πεζογράφο, Μαρία Στασινοπούλου) να συζητήσει προβλήματα και να προτείνει λύσεις, ήδη από την προ-εκδοτική περίοδο του «Εντευκτηρίου»· ο άλλος δάσκαλός μου ―εξωπανεπιστημιακώς, εννοείται―, Δ. Ν. Μαρωνίτης (που τον γνώρισα, έμφοβος, μόλις το 1989, χάρη στην επιμονή της Νατάσας Πεπονή), από τους ελάχιστους που σχολιάζουν τα περιεχόμενα κάθε τεύχους ένα προς ένα, με ―κατά περίσταση― μετρημένη αυστηρότητα ή σπανίζουσα γενναιοδωρία. Επίσης, οι κριτικοί Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μισέλ Φάις, Τιτίκα Δημητρούλια και η νεότερη Λίνα Πανταλέων, που συνεργάζονται αδιάκοπα με το περιοδικό. Τέλος, συγγραφείς που μαζί με τους προαναφερθέντες, συνεργάστηκαν κατ’ αποκλειστικότητα ή με προνομιακή προς το «Εντευκτήριο» κλίση, ταυτιζόμενοι κατά περιόδους μαζί του και συμβάλλοντας στην παγίωση της φυσιογνωμίας του, όπως οι: Πάνος Θεοδωρίδης, Σάκης Παπαδημητρίου, Ξενοφών Μπρουντζάκης, Μανόλης Ξεξάκης, Σάκης Σερέφας, Ματούλα Σκαλτσά, Κ. Ν. Πλαστήρας, Δημήτρης Η. Παστουρματζής, Δημήτρης Νόλλας, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Διαμαντής Αξιώτης, Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Τάσος Χατζητάτσης, Βασίλης Αμανατίδης, Σπύρος Καρυδάκης και άλλοι πολλοί.

ΤΟΝ ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΟ σχεδιασμό του περιοδικού στην αρχή ανέλαβε εξ Αθηνών ο Ερρίκος Μαυρογένης, κάνοντας ένα γενικό layout, την υλοποίηση του οποίου επωμίστηκε ο Ιωάννης Επαμεινώνδας. Ο τελευταίος ανέλαβε από το τεύχος 4 την όλη καλλιτεχνική επιμέλεια του «Εντευκτηρίου» και την κράτησε ―μορφάζοντας ενίοτε από δυσαρέσκεια― μέχρι και το τεύχος 36 (φθινόπωρο 1996), ενώ για το τεύχος 37 περιορίστηκε στον σχεδιασμό του εξωφύλλου. Για να πω και του στραβού το δίκιο πάντως, όλα αυτά τα χρόνια ο Επαμεινώνδας υπήρξε ο στενότερος συνεργάτης του «Εντευκτηρίου» κι ο πρώτος άνθρωπος που συμβουλευόμουν για οτιδήποτε αφορούσε το περιοδικό, από προτεινόμενες συνεργασίες μέχρι γενικότερους σχεδιασμούς και προσανατολισμούς. Οφείλω επίσης να αποκαλύψω ότι κλήθηκε επίσης αρκετές φορές να συνδράμει στη μεταφορά πακέτων με τεύχη από το βιβλιοδετείο στους διάφορους χώρους αποθήκευσης του περιοδικού. (Στο «Εντευκτήριο» άλλωστε αυτό είναι κανόνας: όσο υψηλότερα τα καθήκοντα τόσο βαρύτερο το χαμαλίκι.)
Το 1997 έκανα μόνος μερικές αλλαγές, ακούγοντας τις υποδείξεις του έμπειρου Δημήτρη Καλοκύρη (και ελάχιστο διάστημα αργότερα τον αδίκησα με ένα λοξό και επιπόλαιο σχόλιό μου για τα περιοδικά της Πολιτιστικής!) Έκτοτε το εξώφυλλο σχεδιάζεται από τον Άρι Γεωργίου, που έχει και τη γενική εποπτεία της εμφάνισης του περιοδικού, ενώ ο ίδιος ανέλαβα και τη σελιδοποίηση.

Ο ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΣ Γιάννης Μουγκός στήριξε με κάθε τρόπο το «Εντευκτήριο» στην πρώτη, κρίσιμη περίοδό του. Όμως από το τεύχος 3 το περιοδικό αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ατελιέ-τυπογραφείο Μουγκού, που δεν διέθετε πια μηχανή offset. Τότε άρχισε η συνεργασία μας με το ατελιέ του Αρνάλντο Τροϊάνι (ο πρόωρος θάνατός του μας βύθισε σε μεγάλη λύπη, που κρατάει ακόμη) και με το τυπογραφείο του Θανάση Αλτιντζή, όπου τυπωνόταν το «Εντευκτήριο» μέχρι και το καλοκαίρι του 2006. Έκτοτε η εκτύπωσή του μεταφέρθηκε στην εταιρεία Grafo ― η επεξεργασία των εικόνων γίνεται και πάλι στο ατελιέ Τροϊάνι (De novo), τώρα πλέον από τα παιδιά του, Βαλεριάνο και Μικέλε Τροϊάνι. Τέλος, βιβλιοδέτες του περιοδικού ήταν: στα τεύχη 1-8 ο Μυρώδης Μπακιρτζίδης, στα τεύχη 9-10 ο Γιώργος Δεληδημητρίου και έκτοτε, σταθερά, ο Ιωακείμ Τρικαλιάρης.
Η διακίνηση του «Εντευκτηρίου»» από το 1987 μέχρι και το 1999 στη Θεσσαλονίκη, μερικές πόλεις της Μακεδονίας και προς τους συνδρομητές γινόταν συνήθως από τον επιγραφόμενο (και σπανιότερα με τη βοήθεια, κατά διαστήματα, φίλων όπως η Σίσυ Κανίογλου, ο Γιάννης Ρισάφης, ο Σάκης Σερέφας και ο Δημήτρης Πλαζομίτης ― καλή τους ώρα!) Τα τελευταία χρόνια η διακ΄κινηση στη Βόρεια Ελλάδα γίνεται από το «Κέντρο του Βιβλίου».
Τη διακίνηση στην Αθήνα και τη νότια Ελλάδα ανέλαβαν καταρχάς ο Σάκης (Διονύσης) Μαραθιάς (γνώριμος από τον καιρό που κρατούσε το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Οδυσσέας στη Θεσσαλονίκη) και ο Σάκης Πομώνης, οι οποίοι, όταν βάρεσαν φαλιμέντο το 1989, φόρεσαν στο «Εντευκτήριο» (δηλαδή στη μισθοσυντήρητη τσέπη μου) ένα καθόλου ευκαταφρόνητο χρέος 600.000 δραχμών (το 1989, επαναλαμβάνω), έναντι του οποίου δεν κατέβαλαν έκτοτε ούτε δεκάρα τσακιστή. Αν αυτά είναι τα συναλλακτικά “ήθη” της ελληνικής αγοράς, μερσί, δεν θα πάρω... (Ελπίζω πάντοτε ότι ο “πτωχεύσας” προ ετών Μαραθιάς δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον φερώνυμο σημερινό εκδότη βιβλίων bloggers...) Μικρότερη ποσότητα διακινούσε επίσης εξαρχής το βιβλιοπωλείο «Νεφέλη» και συνεχίζει το διάδοχό του «Κατάρτι» του Γεράσιμου Τούμπα, ενώ τον κύριο όγκο της διανομής στην Αθήνα και τη λοιπή νότια Ελλάδα ―μετά την ολιγόμηνη, ευτυχή πάντως συνεργασία με την «Πρόοδο» του Τάσου Κωσταμπάρη, που κι αυτός αργότερα φαλίρισε― διεκπεραιώνει από το 1990 και εξής ο παλαιός γνώριμος Σπύρος Μαρίνης.

ΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ υπήρξε για μεγάλο διάστημα ζημιογόνο. Η χασούρα του αντιμετωπίστηκε (ως έναν βαθμό) από έσοδα μέσω διαφημιστικών καταχωρίσεων, πενιχρότατη ―και πάντως απολύτως διαφανή― επιχορήγηση από το Κράτος, την ίδια που προνοείται για την πλειονότητα των περιοδικών, και κατά το υπόλοιπο με... αυτοχρηματοδότηση από τον διευθυντή-εκδότη του. Κανείς συνεργάτης δεν πλήρωσε ποτέ δραχμή ―ούτε αμέσως ούτε εμμέσως, εγγράφοντας λ.χ. συνδρομητές― για συνεργασία του που τυπώθηκε στο περιοδικό. Αλλά και κανείς, δυστυχώς (με την εξαίρεση των γραφιστών Μαυρογένη και Επαμεινώνδα) δεν πληρώθηκε για συνεργασία του, μολονότι αυτός ήταν ο μεγάλος καημός του «Εντευκτηρίου»: να μπορεί να αμείβει, συμβολικά έστω, τους συγγραφείς των κειμένων που δημοσιεύει.
Στην οικονομική αντοχή του περιοδικού συνέβαλαν ―καθένας με τον τρόπο του και σε διαφορετικό βαθμό― όλα αυτά τα χρόνια όχι λίγοι άνθρωποι. Μνημονεύω, ίσως πρόχειρα, με κίνδυνο μάλιστα (αν λησμονώ κάποιους) να φανώ αχάριστος και άδικος, τους: Αθηνά Καλαϊτζόγλου, Γιώργο Τσοκόπουλο, Αλίκη Τέλλογλου, Γιάννη Μπουτάρη, Χρήστο Μπακαλάκο και Κώστα Φέκκα, Λουκία Σαράντη, Αντώνη Κιούκα, Γιώργο Δαυίδ (της 3Ε), Μαργαρίτα Μιχαλά, Δημήτρη Μαντέ και Στέλλα Ιατρού, Αχιλλέα Έξαρχο, Μίμη Φατούρο, Άρη Κυλίτη, Γιώργο Κωνσταντινίδη, Θεόδωρο Καρατζά και Τάκη Αράπογλου (διοικητές της Εθνικής Τράπεζας), Παναγή Βουρλούμη (διοικητή του ΟΤΕ), Γιώργο Ορφανό (υφυπουργό Αθλητισμού), καθώς και πολλούς εκδότες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, που κράτησαν σταθερά το «Εντευκτήριο» μεταξύ των εντύπων από τα οποία προβάλλουν τα βιβλία τους. Φυσικά, και αμεσότερα, όλοι οι συνδρομητές του ―πολλοί από τους οποίους σταθερά από το 1ο τεύχος― και οι αναγνώστες του, μόνιμοι ή περιστασιακοί, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ, είναι αλήθεια, ανέτοιμος (αλλά και απρόθυμος) για κάθε αξιολόγηση της πορείας που διήνυσε όλα αυτά τα χρόνια το περιοδικό, ή του βαθμού συμμετοχής του στην ελληνική πνευματική ζωή. Μου φαίνεται ευκολότερο και πιο τίμιο να αναγνωρίσω πόσο ωφελήθηκα ο ίδιος από την εμπειρία του «Εντευκτηρίου», πόσους ανθρώπους γνώρισα ουσιαστικότερα και από πόσους ευεργετήθηκα, τιμώμενος με την εμπιστοσύνη της συνεργασίας τους αλλά και της αναγνωστικής τους εμμονής.
Τα προβλήματα, οι στενοχώριες, οι απογοητεύσεις φυσικά δεν έλειψαν. Αλλά γι’ αυτά δεν υπάρχει εδώ χώρος.
Ευχαριστίες και ευχές σε όλους: συνεργάτες, αναγνώστες, φίλους.

8.6.07

ΤΑ «ΟΡΙΑ» ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σε έναν τόπο και σε μια εποχή όπου τα μείζονα θέματα ευτελίζονται στα τηλεοπτικά δελτία των 8 και υποβαθμίζονται στη μεγαλύτερη μερίδα του Τύπου, τα κείμενα που λένε το αυτονόητο σπανίζουν και ξεχωρίζαν σαν τη μύγα μες στο γάλα.
Διαβάστε το εύστοχο σχόλιο του Φώτη Γεωργελέ στην Athens Voice που κυκλοφορεί.

http://www.athensvoice.gr/100/3/7/0/1/61/7/showdoct.html

27.5.07

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΠΟΥ ΕΚΛΕΙΣΕ ΕΝΑΝ ΔΡΟΜΟ

Διαβάστε το καταπληκτικό ρεπορτάζ της Χρύσας Νάνου στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος» (δημοσίευση: Δευτέρα 14 Μαϊου 2007)

Στους λόγους για τους οποίους μπορεί να κλείσει απρόβλεπτα ένας δρόμος (διαδήλωση, εμφάνιση κάποιου σταρ, διέλευση επισήμων) προσθέστε άλλον έναν: μία λογοτεχνική βραδιά. Oχι, όμως, μια οποιαδήποτε βραδιά του είδους. Το βράδυ του Σαββάτου, σε μια Θεσσαλονίκη σχεδόν έρημη από κόσμο, λόγω ζέστης και... Γιουροβίζιον, η οδός Δεσπεραί έκλεισε από τον κόσμο που δεν κατάφερε να μπει στο «Underground Eντευκτήριο», εκεί όπου η Κική Δημουλά διάβαζε ποιήματά της ενώπιον θερμών «φαν» της κάθε ηλικίας και κυρίως νέων, κάτω από τα 30.



Μία μεγάλη οθόνη plasma και ένα ηχείο στο πεζοδρόμιο της Δεσπεραί ανέλαβαν να «αποζημιώσουν» όσους έμειναν εκτός. Oσο για τους «εντός»; Αλλοι είχαν φροντίσει να «πιάσουν σειρά» μία ολόκληρη ώρα προτού αρχίσει η εκδήλωση, άλλοι στριμώχτηκαν στα σκαλάκια του ζεστού (κυριολεκτικά και μεταφορικά) υπογείου, οι περισσότεροι έμειναν όρθιοι. Δεν έλειψαν κι αυτοί που δυσφόρησαν και διαμαρτυρήθηκαν φωναχτά για την επιλογή του χώρου. «Γιορτάζουμε τα 20 χρόνια του Εντευκτηρίου και θελήσαμε να κάνουμε τη γιορτή αυτή στο σπίτι μας», εξήγησε ο Γιώργος Κορδομενίδης, «ψυχή» του λογοτεχνικού περιοδικού, που διοργάνωσε την εκδήλωση «Η Κική Δημουλά διαβάζει ποιήματά της», σε συνεγασία με το Κέντρο Πολιτισμού της νομαρχίας Θεσσαλονίκης και με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.
Όμως, η Κική Δημουλά ήταν χαρούμενη και συγκινημένη μέσα στο γενικό στρίμωγμα κι επιπλέον δεν ήθελε να κακοκαρδίσει κανέναν. «Λυπάμαι πολύ για τους όρθιους, λυπάμαι που δεν μπορώ να γίνω καρέκλα «θα το ήθελα πολύ», είπε, ενώ στο τέλος της εκδήλωσης υποσχέθηκε: «Θα σας δώσω έναν ευρύτατο καναπέ στη μνήμη μου, να στρογγυλοκαθίσετε».
Αν για την 75χρονη ποιήτρια του «Ερέβους», του «Λίγου του κόσμου», της «Εφηβείας της λήθης», η λέξη «μάταιο» δικαιούται δεσπόζουσα θέση στο ποιητικό της λεξιλόγιο, ο κόσμος που συνωστίσθηκε στο «Εντευκτήριο» ήταν γι' αυτήν «ανατροπείς του μάταιου». Ανάμεσά τους οι λογοτέχνες Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος Μάρκογλου, αρκετοί ηθοποιοί και μουσικοί. «Αν κουράστηκα μάταια, γιατί δεν είπα τίποτα περί ποιήσεως, είναι γιατί αυτός που γράφει ποιήματα, αυτός είναι κυρίως που δεν ξέρει κατά τη γνώμη μου τι είναι ποίηση. O,τι λέει είναι επινόηση της πολύ ευρηματικής άγνοιάς του και μ' αυτόν τον τρόπο σταθεροποιεί και περιπλέκει το μύθο του», είπε.

Ομως, η γυναίκα που ομολογεί ότι «περπάτησα πολύ στα αισθήματα, τα δικά μου και των άλλων» δε χρειάζεται να νοιαστεί για το «μύθο» της, όπως έδειξε η βραδιά στο «Εντευκτήριο».


Ο χαιρετισμός
«Γενικώς γράφουμε για να απωθήσουμε το πόσο πτερόεντα όντα είμαστε», είναι η διαπίστωση της Κικής Δημουλά. Κι η ίδια, αποφεύγοντας τα «πτερόεντα λόγια», είχε ήδη έτοιμο ένα γραπτό χαιρετισμό. «Θέλησα να είναι γραπτός ο μικρός αυτός χαιρετισμός που απευθύνω σε όσους με τιμούν απόψε, αγαπημένους σπουδαίους φίλους και άλλους πολύ οικείους στην εκτίμησή μου. Δεν ξέρω γιατί απολογούμαι τώρα που στέλνω ένα χαιρετισμό γραπτό, αλλά θέλω να μείνει κάπου για κάμποσο γραμμένος», εξήγησε.
Δεν έκρυψε τη συγκίνησή της για την τιμή που της έγινε από το «Εντευκτήριο», ένα «ανταλλακτήριο πνευματικών αξιών, που ανθεί χάρη στο καλλιεργητικό και δημιουργικό πείσμα του Γιώργου Κορδομενίδη», όπως είπε.
Ομολόγησε ακόμη ότι ο χαιρετισμός της ήταν «ελαφρά, για να μην πω βαριά, τρομοκρατημένος επειδή ξέρω τι αιματηρή ιστορία έχει γραφτεί από το πόσο συχνά οι αναμενόμενοι απογοητεύουν. Εχω και την υπόνοια ότι όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν διαβαστεί, έχουν δοκιμαστεί και εγώ τώρα, αψηφώντας αυτήν την υπόνοια, έρχομαι σαν μετεξεταστέα στο μάθημα της επανάληψης να ξαναδιαβάσω. Το παρήγορο είναι ότι η τέχνη και όλα τα περί αυτήν είναι ένα κόσκινο με μεγάλες τρυπούλες απ' όπου περνάνε και τα μάταια, τα τόσο αναγκαία».

Με αφοσίωση
Για παραπάνω από μισή ώρα το κοινό στο «Underground Εντευκτήριο» άκουγε με αφοσίωση την Κική Δημουλά να διαβάζει ποιήματά της. Ανάμεσα σε κάθε ποίημα, η ποιήτρια άναβε τσιγάρο, έκανε χιούμορ για τον βήχα της, «έπαιζε» σαν έφηβη με το κοινό, δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάποιες «παραγγελιές» από τους συγκεντρωμένους, όσο κι αν αυτό ξένισε κάποιους. Από τα πειράγματά της δε γλίτωσε ούτε ο νομάρχης Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Ψωμιάδης, που έδωσε το «παρών» στην εκδήλωση. «Πλήττετε;», τον ρώτησε σε κάποιο διάλειμμα ανάμεσα στα ποιήματα.

«Πρωτεύουσα των αισθημάτων μου...»
Στην καρδιά της Κικής Δημουλά η Θεσσαλονίκη καταλαμβάνει τη θέση της «πρωτεύουσας των αισθημάτων μου και όχι συμπρωτεύουσας», όπως είπε. «Oχι μόνο γιατί με μαγεύει αυτή η μυστηριώδης ατμόσφαιρα που έχει και που δεν εξαντλείται -κάθε φορά που έρχομαι, νομίζω ότι εγώ την ανακαλύπτω για πρώτη φορά, ότι εγώ την πρωτοβλέπω. Τη λέω πρωτεύουσα, γιατί εδώ ζούνε πρωτεύοντα πρόσωπα, δοκιμασμένα από μακροχρόνιους δεσμούς και βεβαίως μπορεί να μου τους στερεί η Θεσσαλονίκη, από την άλλη όμως τους προφυλάσσει πάρα πολύ καλά από τα τρακαρίσματα που προκαλεί και υφίσταται η συχνή διασταύρωση στις διαβάσεις με την τριβή».

«Μεγάλη υπόθεση ο έρωτας»
Η Κική Δημουλά άρχισε την ανάγνωση με το ποίημα «Πέρασα», «ένα ποίημα παλιό, που βιάστηκα κάποτε να το γράψω. Τότε, όμως, δεν είχα “περάσει” ακόμη, ήμουν νέος άνθρωπος. Τώρα θα ήμουν δικαιολογημένη να το είχα γράψει», είπε. «Περπατώ και νυχτώνει. /Αποφασίζω και νυχτώνει. /Oχι, δεν είμαι λυπημένη».
Διάβασε ακόμη η Κική Δημουλά για «τις νοικοκυρές/έτσι που αγωνίζονται/κάθε πρωί να διώχνουν απ' το σπίτι τους τη σκόνη, /σκόνη, ύστατη σάρκα του άσαρκου. Κέρασε «Κονιάκ μηδέν αστέρων» στο κοινό: «Χαμένα πάνε τα λόγια των δακρύων. /Oταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει/- έχει μεγάλη πείρα ο χαμός. /Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό/του ανώφελου. /Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη/να δίνει ωραίες συνταγές μακροζωίας/σε ό,τι έχει πεθάνει».
Διάβασε κι ένα «παραμύθι για τα νέα παιδιά», όπως είπε, τη «Λιποταξία της Χιονάτης»: «Ετσι/χωρίς ποτέ να μου διαβάσεις παραμύθια/ όπως χωρίς σε μεγαλώσανε και σένα/ σπαρτιάτικα - ενώ καλοπερνούν τα ψέματα/ και ψέμα ότι τρέφονται με μέλανα ζωμό. /Τρέφονται με τις ανάγκες μας/ανώτερες κι από βασιλικό πολτό».
Αντέδρασε με ενθουσιασμό όταν κάποιος από το κοινό της ζήτησε να διαβάσει τον «Πληθυντικό αριθμό». «Α, ο έρωτας, μεγάλη υπόθεση ο έρωτας, ακόμη και για τους μεγάλους, τους πολύ μεγάλους», είπε. «O έρωτας, /όνομα ουσιαστικόν, /πολύ ουσιαστικόν, /ενικού αριθμού, /γένους ούτε θηλυκού, ούτε αρσενικού, /γένους ανυπεράσπιστου. /Πληθυντικός αριθμός/οι ανυπεράσπιστοι έρωτες».

Χρύσα Νάνου


[σημείωση του «Εντευκτηρίου»: οι φωτογραφίες από την εκδήλωση εδώ, στο blog, είναι του Γιάννη Κουιτζόγλου]

24.5.07

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΡΕΣΒΑΝΗΣ ΕΓΡΑΨΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜ. «ΤΑ ΝΕΑ» ΓΙΑ ΤΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»

Τα λογοτεχνικά περιοδικά αντιμετωπίζονται από μεγάλη μερίδα των ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδων ως 'συμπαθητικοί παρείσακτοι', που δεν δικαιούνται ούτε καν ένα μονοστηλάκι 50 λέξεων που να ανακοινώνει την κυκλοφορία ενός νέου τεύχους τους.
Τα Νέα είναι η μόνη ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα που διαθέτει ειδική στήλη, μια φορά την εβδομάδα, για τα περιοδικά. Συντάκτης της ένας καλός γνώστης του πολιτιστικού τοπίου, ο δημοσιογράφος Κώστας Ρεσβάνης.
Δείτε εδώ τι έγραψε πρόσφατα για το τεύχος 76 του Εντευκτηρίου:

Μερικοί ορισμοί για την αγάπη

Κλείνοντας είκοσι χρόνια γόνιμης παρουσίας το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη, μπορεί ―με τη σημερινή του μορφή― να χαρακτηριστεί ένα από τα πληρέστερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας. Και αυτό το τεύχος χαρακτηρίζεται από την πλουσιότατη λογοτεχνική ύλη, τις βιβλιοπαρουσιάσεις και βιβλιοκριτικές αλλά και τη γνωριμία μας με άξιους Θεσσαλονικείς λογοτέχνες όπως ο Τόλης Καζαντζής (1938-1991), στον οποίο αφιερώνονται αρκετές σελίδες.
Ο Χριστόφορος Μηλιώνης θα χαρακτηρίσει τον Καζαντζή ως τον «πιο γνήσιο και αποκλειστικό συγγραφέα της πόλης της Θεσσαλονίκης», ο Βασίλης Καραβίτης τον θεωρεί «ασυμβίβαστο εραστή και εργάτη της τέχνης, που δεν ανεχόταν την πλαστή ποιητική πλείστων ομοτέχνων του». Τέλος, για το αφήγημα του Καζαντζή «Μια μέρα με τον Σκαρίμπα», ο Τάσος Χατζητάτσης θα σημειώσει ότι «η ατομική αντίσταση του Καζαντζή σ' έναν βάναυσο κόσμο μας προσφέρει το πλέον ευτυχισμένο κείμενό του».
Να σταθώ για λίγο και σ' ένα άλλο θέμα, που έδωσε τον τίτλο του σημειώματος. Η Αμερικανίδα συγγραφέας Χάρπερ Λη (γενν. 1926) είναι γνωστή από το μυθιστόρημά της «Σκοτώνοντας τα κοτσύφια» (βραβείο Πούλιτζερ 1960). Το τεύχος φιλοξενεί ένα ολιγοσέλιδο κείμενο της συγγραφέως, που με αφορμή ένα ασήμαντο ιστορικό περιστατικό δίνει με απλότητα ορισμούς για την αγάπη (μετάφραση: Γιάννης Θεοδοσίου). Σταχυολογώ: «Τι είναι αγάπη; Πολλά πράγματα μαζί ― βρίσκεται στη συμπόνοια, στο έλεος, στο ειδύλλιο, στη στοργή...» «Ένα πράγμα χαρακτηρίζει την αγάπη και την ξεχωρίζει από άλλα συναισθήματα: η αυταπάρνηση.» «Απαλλαγείτε από το εγώ και η αγάπη ανεβαίνει στην επιφάνεια της ανθρώπινης ύπαρξης.» «Χωρίς αγάπη η ζωή είναι ανούσια και επικίνδυνη [...]. Ο άνθρωπος διαθέτει τώρα τη δύναμη να αφανίσει το είδος του και τον πλανήτη. Και νά 'στε σίγουροι ότι θα το κάνει ― όταν πάψει ν' αγαπά.»


[εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 2 Μαϊου 2007]

8.5.07

Η Κική Δημουλά διαβάζει ποιήματά της για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη

Η μεγάλη κυρία της νεοελληνικής ποίησης στο «Underground Εντευκτήριο»



Η διακεκριμένη ποιήτρια Κική Δημουλά θα διαβάσει ποιήματά της, για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, στην εκδήλωση που οργανώνει προς τιμήν της το περιοδικό «Εντευκτήριο», γιορτάζοντας τα 20χρονα από την έκδοσή του (1987), το Σάββατο 12 Μαϊου 2007, ώρα 8 μ.μ., στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9.
Η εκδήλωση οργανώνεται σε συνεργασία με το Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.

Χορηγός τεχνικής στήριξης SEVEN FILM GALLERY

Χορηγός-ευεργέτης 2007 του «Εντευκτηρίου»
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ


Η Κική Δημουλά γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα. Εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος επί είκοσι πέντε χρόνια, από το 1949 - 1974. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1952. Παντρεμένη από το 1954 με τον ποιητή Άθω Δημουλά (1921-1985) και μητέρα δύο παιδιών, εξέδωσε έκτοτε τα βιβλία: «Έρεβος» (1956), «Ερήμην» (1958), «Επί τα ίχνη» (1963), «Το λίγο του κόσμου» (1971), «Το τελευταίο σώμα μου» (1981), «Χαίρε ποτέ» (1988), «Η εφηβεία της λήθης» (1994), «Ενός λεπτού μαζί» (1998), «Ποιήματα» (συγκεντρωτική έκδοση, 1998), «Ήχος απομακρύνσεων» (2001), «Ο φιλοπαίγμων μύθος» (2003), «Εκτός σχεδίου» (2004), «Χλόη θερμοκηπίου» (2005). Το 2003 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Στο πλαίσιο του εορτασμού της 20ετίας του «Εντευκτηρίου» θα ακολουθήσουν εκδηλώσεις με τον Τίτο Πατρίκο, τη Μαρία Λαϊνά, τον Γιώργο Μαρκόπουλο, τον Μίμη Σουλιώτη, τον Άρη Μαραγκόπουλο κ.ά., καθώς και για τους Νίκο Εγγονόπουλο, Διονύσιο Σολωμό, ενώ ετοιμάζεται πανηγυρικό το τεύχος του φθινοπώρου με κεντρικό θέμα «επέτειοι».

Στο πλαίσιο του εορτασμού της 20ετίας θα ακολουθήσουν εκδηλώσεις με τον Τίτο Πατρίκο, τη Μαρία Λαϊνά, τον Γιώργο Μαρκόπουλο αλλά και για τους Νίκο Εγγονόπουλο, Διονύσιο Σολωμό κ.ά., ενώ ετοιμάζεται πανηγυρικό το τεύχος του φθινοπώρου με κεντρικό θέμα «επέτειοι».

3.5.07

ΝΕΟΤΗΤΑ - ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ένα δίπτυχο πρόγραμμα, με τίτλο «Νεότητα: Πόθος και θάνατος», παρουσιάζουν, το περιοδικό «Εντευκτήριο» και το Θέατρο Τέχνης «Ακτίς Aελίου» τη Δευτέρα 7 Mαΐου 2007, ώρα 9 μ.μ., στο «Underground Eντευκτήριο», με ελεύθερη είσοδο.
To θεατρικό αυτό αναλόγιο αξιοποιεί δύο κείμενα αφιερωμένα στη νεότητα: «Επιτάφιος στον Άδωνη» του αρχαίου ποιητή Βίωνα (μετάφραση: Δήμητρα Κωτούλα) και «Η παλίρροια» του Γάλλου συγγραφέα Andre Pieyre de Mandiargues (μετάφραση: Ευγενία Γραμματικοπούλου). Και τα δύο κείμενα έχουν δημοσιευτεί στο παρελθόν στο «Εντευκτήριο».
Πρόκειται για μια συνομιλία ανάμεσα στη θηλυκή νιότη, προκλητική, αισθησιακή, φυσική, και στην αρσενική νιότη, ατίθαση, ενεργητική, καταστροφική· μιά συνομιλία ανάμεσα στον Πόθο και στον Θάνατο.
Διαβάζουν η κυρία Λίνα Λαμπράκη και ηθοποιοί του Θεάτρου Τέχνης «Ακτίς Αελίου». Σκηνοθετική επιμέλεια: Νίκος Σακαλίδης.

ΒΙΩΝ: «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΩΝΗ»
Ο Βίων γεννήθηκε στη Φλώσσα, κοντά Σμύρνη και άκμασε ανάμεσα στο δεύτερο μισό του 2ου και το πρώτο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. Κατέχει την τρίτη και τελευταία θέση στον κανόνα των βουκολικών ποιητών. Από το σύνολο του έργου έχουν φτάσει ως εμάς μόνο οι 98 στίχοι του «Επιταφίου στον Άδωνη» και 17 άλλα ποιητικά αποσπάσματα, από 1 έως 18 γραμμές.
Ο «Επιτάφιος στον Άδωνη», τοποθετημένος στο τέλος μιας ολόκληρης ποιητικής παράδοσης, της βουκολικής ποίησης, θεωρήθηκε από την φιλολογική έρευνα των Αλεξανδρινών ήδη χρόνων, αλλά και των μεταγενέστερων, ως μία μάλλον χαριτωμένη έκφραση κοινότοπων ιδεών εμποτισμένη από μια αβρά επεξεργασμένη φολκλορική διάθεση και ένα ανάλαφρα τρυφερό ερωτικό χρώμα. Ως έργο μπορεί να παραπέμπει στους τελετουργικούς θρήνους για τον νεκρό Άδωνη, με κυριότερους προδρόμους του το έργο του Καλλιμάχου, αλλά θεωρήθηκε ότι οπωσδήποτε στερείται της δικής τους ζωντάνιας και αμεσότητας.
Όπως παρατηρεί η μεταφράστριά του, Δήμητρα Κωτούλα, ο «Επιτάφιος στον Άδωνη» διαβάζεται αδιάκοπα και επηρεάζει καθοριστικά την ιστορία της λογοτεχνίας. Λατίνοι ποιητές, όπως ο Κάτουλλος, τον ανακαλύπτουν με ενθουσιασμό, γίνεται «κείμενο-κανόνας» από τα πιο βασικά, εμπνέει ποιητές και συγγραφείς ως τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό και τους σύγχρονούς του μυθιστοριογράφους. Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται σε όλες της μεταγενέστερες ποιητικές ανθολογίες του μεσαίωνα και από τον 16ο αιώνα, οπότε χρονολογούνται και οι πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις του, μπαίνει θριαμβευτικά στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τέχνης γενικότερα. Ενδεικτικά αναφέρονται η επιρροή του ύμνου στο σαιξπηρικό «Αφροδίτη και Άδωνης», η περίφημη ωδή του Σέλλεϋ για τον τόσο πρόωρο θάνατο του ομότεχνού του Κήατς, το Κάντο 47 του Έζρα Πάουντ, που στην πραγματικότητα αποτελεί μια γοητευτικότατη προσπάθεια εκ νέου “ανάγνωσης” του έργου του ποιητή των ελληνιστικών χρόνων, η καθοριστικότατη τέλος επιρροή του στο έργο του Ανδρέα Σενιέ.

Η λατρεία του νεαρού θεού του έρωτα και ευνοούμενου της Αφροδίτης πρωτοεμφανίζεται τον 7ο αιώνα. Τα «Αδώνια» είναι ήδη καθιερωμένη γιορτή στην Αθήνα του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. ― τελούνται αποκλειστικά από γυναίκες έξω από κάθε κρατική επίβλεψη, συμμετοχή ή ανάμειξη. Σύμφωνα με τον μύθο, ο νεαρός έρωτας της Αφροδίτης πληγώνεται θανάσιμα από άγριο κάπρο και την τελευταία στιγμή τον σώζει η χθόνια Περσεφόνη, με τον απαράβατο όμως όρο να περνά έξι μήνες του χρόνου μαζί της, στον Κάτω Κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που ο Άδωνης λατρεύτηκε ως σύμβολο και ενσάρκωση της Ανάστασης, της πνευματικής και φυσικής Αναγέννησης, της επιστροφής της Ομορφιάς.

André Pieyre de Mandiargues: «Η παλίρροια»
Ο Ντε Μαντιάργκ (Παρίσι, 1909-1991), με ρίζες από τη Νορμανδία και τη Νότια Γαλλία, εγγονός του συλλέκτη έργων τέχνης Paul Bérard, αναπτύσσει από μικρός ιδιαίτερη σχέση με την τέχνη, πρόδηλη στην αισθητική αρτιότητα του μετέπειτα έργου του. Τη συνακόλουθη κλίση του προς την αρχαιολογία την καλλιεργεί άτυπα ταξιδεύοντας, γοητευμένος κυρίως από χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Δυτικής Μεσογείου. Με ομολογημένες τις επιρροές του από τον υπερρεαλισμό, τον Λωτρεαμόν, το μπαρόκ, το ελισαβετιανό θέατρο και τον γερμανικό ρομαντισμό, ο Ντε Μαντιάργκ είναι ο συγγραφέας ενός πολυσύνθετου έργου (ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, κριτικά κείμενα για την τέχνη, την ποίηση και την πεζογραφία, καθώς και μεταφράσεις από τα αγγλικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα ιαπωνικά).
Το 1947 γνωρίζεται με τον André Breton αλλά αρνείται να ενταχθεί στο υπερρεαλιστικό κίνημα, προτιμώντας την επιτακτική μοναξιά του «αμφίβιου ζώου», όπως αυτοαποκαλούνταν, και ιχνηλατώντας τον «Παν-ικό κόσμο», απ’ όπου δηλώνει ότι αντλεί την καλύτερη έμπνευσή του. Διερευνά στο έπακρό τους την εκζήτηση της γλώσσας και τις δυνατότητες του φαντασιακού, το οποίο μαζί με τον ερωτισμό συνιστά το κύριο δίπολο της θεματικής του. Από νωρίς είχε χαρακτηριστεί ως ο «καθ’ όλα πλέον ιδιότυπος συγγραφέας της γενιάς του» και ουσιαστικά καθιερώθηκε ως εστέτ. Τρέφοντας μια σχετική «περιφρόνηση για την πραγματικότητα» και κυριευμένος από μια «δίψα για το ανεπίκαιρο», καταφεύγει στο όνειρο και την ονειροπόληση για να συνθέσει ένα σύμπαν σιβυλλικό, γεμάτο πλάσματα ιδιόμορφα, συχνά αλλόκοτα και συμβάντα παράδοξα.
Το 1951 του απονεμήθηκε το βραβείο Κριτικών για τη συλλογή διηγημάτων «Soleil des Loups »και το 1967 το βραβείο Goncourt για το μυθιστόρημα «La Marge». Στο ευρύτερο κοινό έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα «La Motocyclette» (1963).
Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα διηγήματα «Το αίμα του αμνού» («Le Μusée noir», 1946) και «Ροδογύνη» («Feu de braise», 1959) σε μετάφραση Λήδας Παλλαντίου (εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1985), το μυθιστόρημα Το περιθώριο («La Marge», 1967) σε μετάφραση Γιώργου Ξενάριου (εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002) και δύο δημοσιεύσεις σε περιοδικά σε επιμέλεια Ευγενίας Γραμματικοπούλου («Εντευκτήριο», τεύχος 62 και «Ποίηση», τεύχος 25).

25.4.07

ΕΒΙΣ ΚΑΓΙΑ: ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ










Το ένστικτο της ελευθερίας

Η έλευση του «κακού ματιού»
στην κρυμμένη μαργαρίτα αυτής
«της στεφανωμένης
πραγματικότητας»
μου θυμίζει τα κηλιδωμένα χέρια
που φαίνονται σαν φάρσες αόρατες,
στην ειλικρίνεια του θηλυκού στερεότυπου

σαν να είναι διασταυρώσεις άζωες διαμέσου πετάλων βρόχινων.
Κάθε μέρα και πιο πολύ χτυπούν δυνατά πάνω στο σπασμένο τζάμι
του στήθος μου.
Το μισώ το μαραμένο κομμάτι
της αβύσσου του αγγελιοφόρου
της ανθρωπότητας.
Η λογική προκαλεί τα αραδιασμένα οστά των νεκρών
στο εγκαταλειμμένο ίχνος
του κονιάκ.
Εγώ και εσείς!
Παραμένουμε μόνοι

Ανάμεσα στη μη πραγματικότητα
και τη μαριονέτα σας!
Δεν είμαι τίποτα άλλο παρά
μια κραυγή
ερωτική ερεθιστική
που διαμορφώθηκε από
την κλεμμένη ελευθερία.
Κλέβω για να ανασυγκροτήσω
τις βουνοκορφές αυτής
της μαύρης ταχύτητας.
Εξευγενισμός αρχαϊκός.
Σχεδία της άχρωμης αγάπης

Το βέλο άτολμο για να είναι
ο εαυτός του,
γιατί όχι και
στην ξεζουμισμένη ανυπαρξία
από ένα δάκρυ παιδιού



Άρια τύχη

Απλώνω το όργανο της ελπίδας
προς την υπάρχουσα έρημο.
Στάσιμο αμφίβιο στα πόδια
του νωθρού αγάλματος.
Η κούραση κατρακυλούσε
στο στρώμα του ονείρου,
χωρισμένη σε χιλιοστόμετρα λήθης.
Τη ράβδο καρφώνω στο λαρύγγι
προς τα παγωμένα πρόσωπά τους.
Γρατσουνίζω την Αλβανία,
τη γη,
το χρόνο…
Θέλω να τα αποχωριστώ
από την ενοχή μου!
Σαν σιωπηλά μνημεία
παραμένουν 500 μοντέρνα έτη.
Να αγκυλώνουν τα χαϊμαλιά
του εαυτού,
για να σε μεταμορφώσουν
σε νέκρα με πράσινη ματιά.


Η Έβις Kάγια γεννήθηκε το 1979 στην Kορυτσά της Aλβανίας. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο των Tιράνων ενώ παράλληλα εργαζόταν στην κρατική τηλεόραση. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις επιστήμες της Aγωγής στο A.Π.Θ. με θέμα «Eκπαίδευση και κοινωνικός αποκλεισμός». Έχει εκδώσει επτά βιβλία με ποίηση και πεζογραφία.

22.4.07

ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΛΗ ΚΑΖΑΝΤΖΗ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ ΝΕΟ «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»

Μικρό αφιέρωμα στον Τόλη Καζαντζή, με ανέκδοτα ποιήματά του και άρθρα για το πεζογραφικό του έργο, ελληνική και ξένη λογοτεχνία, καθώς και άλλη εκλεκτή ύλη περιλαμβάνει το περιοδικό «Εντευκτήριο» στο νέο τεύχος του, αριθ. 76 (Μάρτιος 2007), που μόλις κυκλοφόρησε.


Ποίηση και πεζογραφία Ο Ζυλιέν Γκρην (1900-1996), Αγγλοαμερικάνος που όμως πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Γαλλία και έγραψε κυρίως στα γαλλικά, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας παρόλο που δεν πήρε ποτέ τη γαλλική υπηκοότητα, είναι φημισμένος όχι μόνο για τα μυθιστορήματά του αλλά και για το 18τομο Ημερολόγιό του. Στο νέο «Εντευκτήριο» δημοσιεύονται, μεταφρασμένα από τον Δημήτρη Δημητριάδη, χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την αυτοβιογραφική νουβέλα του Γκρην «Ο άλλος ύπνος» (1930), όπου περιγράφεται η ερωτική αφύπνιση του (ομοφυλόφιλου) πρωταγωνιστή και συνταιριάζονται οι εμπειρίες του συγγραφέα τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γαλλία.
Ο άλλος ύπνος, παρατηρεί στη σύντομη εισαγωγή του ο Δημητριάδης, «είναι ο ύπνος μιας ολόκληρης ζωής: αυτό που κοιμάται είναι η αλήθεια ενός ανθρώπου, η πραγματική του διάσταση η οποία συμπεριλαμβάνει ολόκληρο αυτόν τον κοιμισμένο άνθρωπο, και που, χωρίς την αφύπνισή της, κανένας άνθρωπος δεν ζει πραγματικά. [...] Η αυτογνωσία, γιατί περί αυτής πρόκειται, περιγράφεται από τον Ζυλιέν Γκρην σ’ αυτό το γραμμικό και λιτό αφήγημα όπως της αξίζει: ως η αναγκαία προϋπόθεση για να μην χάσει κανείς τη ζωή του, έστω κι αν χρειαστεί, και συνήθως χρειάζεται, να συνεχίσει όπως ο Ντενί [ο αφηγητής του «Άλλου ύπνου»], τον δρόμο του, κάτω από ανθισμένα δέντρα και μέσα στο καλοκαιρινό φως, μόνος αλλά αυτοτελής, γενναιόδωρος με τον κόσμο και ευγνώμων στον εαυτό του.»
Η Χάρπερ Λη υπήρξε ευρύτερα γνωστή για το μοναδικό μυθιστόρημά της «Σκοτώνοντας τα κοτσύφια» αλλά και για τη φιλία της και τη στενή συναναστροφή της με τον Τρούμαν Καπότε, κυρίως την εποχή που εκείνος ερευνούσε το τετραπλό φονικό του Κάνσας, πάνω στο οποίο βάσισε το φημισμένο μυθιστόρημά του «Εν ψυχρώ». Στο δοκίμιό της «Μερικοί ορισμοί για την αγάπη», που μετέφρασε ο Γιάννης Θεοδοσίου, γράφει μεταξύ άλλων: «Η αγάπη εξαγνίζει. Κανείς δεν εξαγνίστηκε υποφέροντας. Η δυστυχία ενισχύει εσωτερικά τα εγωιστικά μας κίνητρα. Αντίθετα, κάθε πράξη αγάπης, όσο μικρή κι αν είναι, ελαττώνει τις αγωνίες μας, μας δίνει μια γεύση αισιοδοξίας και χαλαρώνει τον ζυγό από τις φοβίες μας. Σε αντίθεση με την αρετή, η αγάπη δεν είναι η ίδια ανταμοιβή. Η ανταμοιβή είναι ψυχική γαλήνη, και η γαλήνη της ψυχής εξαφανίζει τις ανθρώπινες αδυναμίες.»
Στα μεταφρασμένα πεζά του τεύχους περιλαμβάνεται και το απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Γεωργιανού Λάσα Μπουγκάτζε «Εγχειρίδιο ιστορίας», που αποδίδει στα ελληνικά η Σοφία Σιαμανίδου και το οποίο αναφέρεται σε μια (επινοημένη φυσικά από τον συγγραφέα) "μέθοδο" αδυνατίσματος της Μαρίας Κάλλας!
Δημοσιεύουν ακόμη πεζά τους ο Κωστής Γκιμοσούλης, η Δήμητρα Κολλιάκου, ο Παναγιώτης Κουσαθανάς και η Έλενα Αρτζανίδου, και ποιήματά τους ο Ντίνος Σιώτης, ο Βασίλης Παπαγιάννης, ο Σπύρος Λαζαρίδης, ο Γιάννης Γκούμας, ο Γιάννης Τσατσάγιας, ο Σάμης Ταμπώχ και ο Σωτήρης Γουνελάς.
Επίσης, η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου γράφει για τον Σταύρο Κουγιουμτζή (δύο χρόνια από τον θάνατό του) και η Χρυσούλα Μάνου για «Τα παιδιά του πολέμου» που μεταφέρθηκαν στην Τσεχοσλοβακία στη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου, δημοσιεύοντας και ανέκδοτες φωτογραφίες από το Αρχείο του Τσέχικου Τύπου. Το άρθρο βασίζεται στο (αμετάφραστο στα ελληνικά) βιβλίο της Ανθούλας Μπότου και του Μίλαν Κονέτσνι «Το χρονικό των Ελλήνων στην Τσεχία, Μοραβία και Σιλεσία, 1948-1989» (2006).



Σελίδες για τον Τόλη Καζαντζή Είθισται να λησμονούνται οι συγγραφείς που δεν είναι παρόντες, ώστε να θυμίζουν την ύπαρξή τους είτε με καινούρια βιβλία τους, είτε με συνεντεύξεις τους. Υπάρχουν πάντως και περιπτώσεις συγγραφέων που τους θυμούνται οι ομότεχνοί τους και ασχολούνται με το έργο τους. Αυτό συμβαίνει και με τον Τόλη Καζαντζή, στον οποίο αφιερώνει σελίδες του το νέο «Εντευκτήριο». Το μικρό αφιέρωμα ανοίγει με 14 μικρά, αδημοσίευτα έως τώρα, ποιήματα του Καζαντζή, στο έργο του οποίου αναφέρονται τα άρθρα του Χριστόφορου Μηλιώνη («Τόλης Καζαντζής: Οι απαρχές της πεζογραφίας του»), του Βασίλη Καραβίτη («Με πρωταγωνιστή τη γλώσσα»), του Τάσου Χατζητάτση («Το φαρμάκι της νεογέννητης μέρας: Μια περιήγηση στο πεζογραφικό σώμα του Τόλη Καζαντζή»), του Τάσου Καλούτσα («Περιστάσεις ενός ασθμαίνοντος σατιρικού λόγου»), του Σάκη Σερέφα («Τουλάχιστον πέντε λόγοι για να διαβάσει κανείς σήμερα Τόλη Καζαντζή») και του Δημήτρη Πετσετίδη («Για τον Τόλη Καζαντζή: Η επιστολή ενός φίλου»).

Βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις Πλούσια είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα με τις βιβλιοκρισίες και τις παρουσιάσεις.
Γράφουν οι:
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου Η απουσία του νοήματος και ο θάνατος (Θανάση Χατζόπουλου, Ψηφία για ψηφίδες)
Δημήτρης Δασκαλόπουλος Υπεράσπιση βιωμάτων (Ανθής Μαρωνίτη, Το ακόντιο)
Τιτίκα Δημητρούλια Ριζοσπαστικός μοντερνισμός (Ε. Λ. Ντοκτόροου, Το βιβλίο του Ντάνιελ)
Μάρω Δούκα Xρονικό μιας ενηλικίωσης (Βαγγέλη Ραπτόπουλου, Φίλοι)
Μαρία Στασινοπούλου Κουβεντιάζοντας μ' έναν φίλο (Τίτου Πατρίκιου, Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες)· «Να χώνεις δεδομένα, να φτιάχνεις μενού, να γράφεις κώδικα» (Εύης Λαμπροπούλου, Σχεδόν σούπερ)
Γιάννης Ευσταθιάδης Στενογραφημένη μνήμη (Κώστα Μαυρουδή, Στενογραφία)
Μαίρη Μικέ Το εμφύλιο σώμα (Μάκη Τρικούκη, Η ταπείνωση του θριαμβευτή)
Σοφία Νικολαΐδου Πέντε σκέψεις (Άρη Μαραγκόπουλου, Η μανία με την Άνοιξη)
Λίνα Πανταλέων Μετριότητα μέχρι θανάτου (Χρήστου Αστερίου, Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη)
Κώστας Καλημέρης Υπόγεια, φυλακισμένα αισθήματα (Ιωάννας Καρυστιάνη, Σουέλ)
Βάνα Χαραλαμπίδου Τα βιβλία απειλούν το πεπρωμένο των ανθρώπων (Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, Το χάρτινο σπίτι)
Γεώργιος N. Περαντωνάκης Ο Οιδίποδας που έγινε... συγγραφέας (Πέτρου Τατσόπουλου, Η καλωσύνη των ξένων)
Γιάννης Κουβαράς Οι συνέπειες της παλαιάς ιστορίας (Κρίστα Βολφ, Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας)
Γιώργος Γεωργής Με φόντο τη νέα Αίγυπτο (Πέρσας Κουμούτση, Δυτικά του Νείλου)
Φίλιππος Φιλίππου Χρονικό προσωπικής πορνογραφίας (Τζων Απντάικ, Χωριά)
Ζαΐρα Παπαληγούρα Η μοίρα του ανθρώπου αδυσώπητη (Φίλιπ Ροθ, Καθένας)
Χρύσα Αράπογλου Πόλεις-Αντικατοπτρισμοί (Βάνας Χαραλαμπίδου, Τόποι του μύθου και της ιστορίας)
Ηρακλής Παπαϊωάννου Μαθήματα (φωτογραφικής) ιστορίας (Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου)
Συμπληρωματικά στις βιβλιοκρισίες αυτές, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Νικηφόρος Παπανδρέου και ο Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζουν "με συνοπτικές διαδικασίες" βιβλία που διάβασαν πρόσφατα.

Εικονογράφηση - Φωτογραφικό ένθετο Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν ζωγραφιές του Δημήτρη Τάταρη, για τις οποίες ο Νίκος Γ. Ξυδάκης γράφει μεταξύ άλλων: «Ο κόσμος του Δημήτρη Τάταρη κατοικείται από πλάσματα της ζωγραφικής φαντασίας, καταγόμενα από την παράδοση των παλαιών δασκάλων, από την παράδοση του Ιερώνυμου Μπος, του Μπρύγκελ, του Πάμπλο Πικάσο, του Σαλαβαντόρ Νταλί, του Μαξ Ερνστ, από τους κόσμους των σουρεαλιστών και των ντανταϊστών, αλλά και από τα κόμικς και την undreground εικονογραφία.
» Πλάσματα του ζωγράφου, πλάσματα της φαντασίας· όμως, καθόλα ζωντανά, υλικά. Έχουν την ύλη της ζωγραφικής, ζωντανεύουν μπρος τα μάτια μας, φέρνουν επί σκηνής τον ζωγράφο. Οι ζωγραφιές είναι ο ζωγράφος.
» Οι ζωγραφιές του Τάταρη ακολουθούν τις μεταμορφώσεις του σώματος, όταν το σώμα σκέφτεται τον εαυτό του σαν όργανο αισθησιασμού, όταν το σώμα απελευθερώνεται από τον πεπερασμένο χιτώνα του και ξεχύνεται σαν άπειρη δυνατότητα. Εξ ου μνημονεύονται πρώτοι οι δάσκαλοι του Μεσαίωνα.»
Στην Camera Obscura, το ειδικό ένθετο του «Εντευκτηρίου» για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που επιμελείται ο Αρις Γεωργίου και που εκδίδεται με χορηγία της Vivartia AE, δημοσιεύεται το πορτφόλιο του Τάσου Σχίζα «Α-διάφορα Αντι-κείμενα», ο οποίος, με τη ρεαλιστική προσέγγισή του αντικειμένων που χαρακτηρίζει αδιάφορα, επιδιώκει να μας προβληματίσει σοβαρά ως προς το πόσο αδιάφορα πράγματι είναι ιδωμένα, μέσα από το πρίσμα μιας φορμαλιστικής φωτογραφίας που επιστρατεύει εύστοχα με τον ίδιο σκοπό.
Την ύλη του τεύχους ολοκληρώνουν το σημείωμα του Άρι Γεωργίου για τη πρόσφατη έκθεση έργων του ζωγράφου Γιάννη Βούρου, καθώς και η «ανταπόκριση από το Πεκίνο» της Έλενας Αβραμίδου.

10.4.07

Πρόδρομος Μάρκογλου - Μια κοινωνική τοιχογραφία της Καβάλας, μισό αιώνα πριν

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου
Καταδολίευση
Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος 2006, 157 σελ.



γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗΣ

Στην περίπτωση του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου (γενν. Καβάλα, 1935) επιβεβαιώνεται η άποψη ότι κάθε συγγραφέας, όσα βιβλία κι αν γράψει στη ζωή του, ουσιαστικά γράφει ένα και μοναδικό βιβλίο. Είτε επιλέγει την αφαιρετική γλώσσα της ποίησης είτε τη σχετική άνεση που παρέχει η πεζογραφία, από την πρώτη του ποιητική συλλογή «Έγκλειστοι» (1962) μέχρι το πρόσφατο μυθιστόρημά του «Καταδολίευση», αναφέρεται, κατά περίπτωση από διαφορετική οπτική, στη στενών οριζόντων ασφυκτική ζωή της ελληνικής επαρχίας πριν από μισό αιώνα, με τα συλλογικά οράματα, τα ατομικά όνειρα, τις διαψεύσεις των κοινωνικών και των προσωπικών προσδοκιών.



Μάλιστα, ο Μάρκογλου κάνει κάτι ακόμη πιο σαφές: τρία χρόνια μετά την έκδοση των «Σπαραγμάτων» (1997, κρατικό βραβείο διηγήματος 1998) αρχίζει να γράφει τη συνέχειά τους, το μυθιστόρημα «Καταδολίευση», που όμως βγήκε μόλις στα τέλη του 2006. Η δράση εκτυλίσσεται στην ίδια σχεδόν περίοδο, αρχές δεκαετίας του 1960, μια μεταιχμιακή εποχή για την πόλη, όταν οι νέες τεχνολογίες στην επεξεργασία του καπνού και ―κυρίως― η προσθήκη του φίλτρου στα τσιγάρα αλλά και η στροφή των ξένων καπνοβιομηχανιών προς ποικιλίες που καλλιεργούνταν στην τότε Ανατολική Ευρώπη, προκάλεσαν δεινό πλήγμα στην οικονομική ζωή της Καβάλας και η πρώην εργατούπολη μετατράπηκε ραγδαία σε αστικό πρώτα, διοικητικό – μεταπρατικό κέντρο επειτα, που ωθούσε το εργατικό δυναμικό της στη μετανάστευση.
Αυτή τη φορά ο συγγραφέας, προκειμένου να μιλήσει για το πώς συντρίβονται οι ζωές των ανθρώπων στις μυλόπετρες των νόμων της αγοράς, του αθέμιτου και αλόγιστου ανταγωνισμού και του αχαλίνωτου πλουτισμού, αλλάζει οπτική γωνία και επιλέγει αφηγηματικούς ήρωες από την άρχουσα τάξη της πόλης και του καιρού εκείνου.



Πανοραμική άποψη της Καβάλας στη δεκαετία του 1960 (αρχείο Νικόλαου Ρουδομέτωφ)

Στο προσκήνιο ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας, πρόεδρος του Συλλόγου Καπνεμπόρων, φανατικός αντικομμουνιστής, που υποδέχεται διαδοχικά τους διευθυντές αγορών μιας αμερικανικής καπνοβιομηχανίας και τους παραλήπτες καπνού μιας σοβιετικής εταιρείας. Στον χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ των δύο αυτών συνεργασιών με τους ανθρώπους των τότε “υπερδυνάμεων”, μικρές φέτες από τις ζωές προσώπων που ορισμένα τα ξέρουμε ήδη από τα «Σπαράγματα» σκιαγραφούν με αδρές γραμμές το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Πρόκειται: για τον άσωτο γιο ενός παλιού καπνέμπορου και την ανύπαντρη αδελφή του στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής· για τον διευθυντή τοπικού καταστήματος τράπεζας που εκμεταλλεύεται τις δυσκολίες πελατών της τράπεζας με σκοπό να εξυπηρετήσει τοκογλυφικά και άλλα συμφέροντα· έναν μεγαλοδικηγόρο που καταφέρνει να “κρατάει τα μπόσικα” και να προφυλάσσει ποικιλοτρόπως τους πελάτες του, καθώς και τον αριβίστα και φιλόδοξο βοηθό του· μια “ατυχήσασα” τραπεζική υπάλληλο, που έχασε στη θάλασσα τον νεανικό της έρωτα κι αφέθηκε κατόπιν σε ποικίλες εξαρτήσεις και “προστασίες”.
Από ιστορία σε ιστορία θίγονται και μια σειρά από άλλα θέματα: η προσφυγιά του ’22, η εξόντωση των Εβραίων της Καβάλας και η τύχη των περιουσιών τους, οι σχέσεις των καπνάδων με τους συνδικαλιστές, τα πλούσια σε τύρφη κοιτάσματα της περιοχής...
Η πολύχρονη θητεία του Μάρκογλου στην ποίηση αλλά και η συγγραφική του ιδιοσυγκρασία του εξασφαλίζουν οικονομημένη αφήγηση, χωρίς αυτονόητες λεπτομέρειες μα με αφαιρετικότητα που κινητοποιεί τη φαντασία του αναγνώστη· κι ακόμη λιτή, χαμηλόφωνη γλώσσα που υποβάλλει αλλά δεν εκμαιεύει το συναίσθημα.
Μια πεζογραφία όπως αυτή του Μάρκογλου, χωρίς άσους κρυμμένους στο μανίκι και ανατροπές, με “σχηματικές” ίσως ταξινομήσεις των ανθρώπων και των συμπεριφορών τους, θα μπορούσε εύκολα όσο και άδικα να χαρακτηριστεί παλιομοδίτικη. Αλλά είναι μια πεζογραφία ατμοσφαιρική, που αναπλάθει πειστικά έναν κόσμο δύσοσμο και παθολογικό πλην υπαρκτό.



* Ο Γιώργος Κορδομενίδης είναι εκδότης-διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Εντευκτήριο»

26.3.07

Η ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

11 + 1 θέσεις για το θέατρο στη Θεσσαλονίκη

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, την Τρίτη 27 Μαρτίου 2007, στις 9 το βράδυ, στο «Underground Εντευκτήριο» (Δεσπεραί 9, περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως), οι Γιώργος Αλισάνογλου, Βασίλης Αμανατίδης, Θωμάς Βελισσάρης, Δημήτρης Δημητριάδης, Άκης Δήμου, Πέτρος Ζηβανός, Χρύσα Καψούλη, Σοφία Καρακάντζα, Σάββας Πατσαλίδης, Έλση Σακελλαρίδου, Γιώργος Τούλας και Κυριακή Τσολάκη, με την ηλεκτρονική συμμετοχή της Ρούλας Πατεράκη και του Μιχαήλ Μαρμαρινού, επιχειρούν, ο καθένας με τον τρόπο του, μια ακτινογραφία της θεατρικής ζωής της πόλης, ανεβοκατεβαίνοντας από την σκηνή στην πλατεία και ανιχνεύοντας τον σφυγμό των θεατρικών συμβάντων στην Θεσσαλονίκη του 2007.

Υπόψη των ομιλητών της εκδήλωσης τέθηκε το εξής κείμενο:
Το θέατρο, ως πράξη και ως χώρος, ποια θέση κατέχει μέσα σε μία πόλη σήμερα; Το γεγονός ότι μία πόλη διαθέτει αίθουσες, μικρές και μεγάλες, λίγες ή πολλές, όπου η θεατρική τέχνη αναπτύσσει τους εκφραστικούς της τρόπους με κείμενα, παλαιά και νέα, και με ομάδες καλλιτεχνών που ερμηνεύουν αυτά τα κείμενα, το γεγονός αυτό σημαίνει κάτι για μία πόλη σήμερα; ΄Η δεν σημαίνει τίποτε; Μήπως, για τους κατοίκους της πόλης αυτής, είτε υπάρχει το θέατρο είτε όχι, είναι ένα και το αυτό; Και μήπως, μία υποθετική αλλά ολοκληρωτική απουσία του θεάτρου απ’ την πόλη δεν θα σήμαινε τίποτε απολύτως για τους κατοίκους της; Δεν θα έλειπε καθόλου απ’ την ζωή τους; Δεν θα αισθάνονταν την έλλειψή του, και δεν θα αναζητούσαν, αν δεν θα διεκδικούσαν, ακόμη και δεν θα απαιτούσαν, την παρουσία του ως κάτι αναγκαίο γι’ αυτούς; Είναι σήμερα το θέατρο για τους κατοίκους μιάς πόλης ένα γεγονός ζωτικής ανάγκης; ΄Η μήπως όχι; Κι αυτό το «όχι», τι θα μπορούσε να σημαίνει;

Δ.Δ.
23.2.2007
η είσοδος στην εκδήλωση είναι ελεύθερη
χορηγός οίνου: Κτήμα ΑΛΦΑ


ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις
Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη (περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως)

Χορηγός-ευεργέτης του «Εντευκτηρίου»/2007: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

15.3.07

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΕΙ - ΞΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Δεκαπέντε ξένοι ποιητές, οικονομικοί ή πνευματικοί μετανάστες ή και πρόσφυγες από διάφορες χώρες θα παρουσιαστούν και θα διαβάσουν ποιήματά τους στα ελληνικά (και, ενδεικτικά, στην πρωτότυπη γλώσσα) στην εκδήλωση που οργανώνουν το περιοδικό «Εντευκτήριο», το Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου καθώς και το Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης, στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης (21 Μαρτίου 2007, ώρα 9 μ.μ., στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη).
Πρόκειται για ποιητές από την Αλβανία, την Αμερική, τη Γερμανία, τη Γεωργία, τη Ρουμανία και τη Ρωσία, που ζουν στη Θεσσαλονίκη και πολλοί από αυτούς εμφανίζονται δημόσια για πρώτη φορά, καθώς είτε οι βιοποριστικές ανάγκες είτε η ιδιότητα του “ξένου” τους κρατούν μακριά από την πνευματική κίνηση.
Η εκδήλωση, πέρα από την καθεαυτή σημασία της, μπορεί να αποτελέσει και αφορμή για προβληματισμό για μια σειρά από ζητήματα: για το αν η δύσκολη και σκληρή ζωή του μετανάστη αφήνει χρόνο και διάθεση για καλλιτεχνική δημιουργία· για τη σχέση της μητρικής γλώσσας με τη ελληνική γλώσσα, καθώς αρκετοί ήδη δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους να μεταφράσουν τα ποιήματά τους ή και να γράψουν απευθείας στα ελληνικά.
Στη βραδιά συμμετέχει το, πολυεθνικής σύνθεσης, ερασιτεχνικό μουσικό σχήμα «Φωνές των λαών», που υφίσταται στο πλαίσιο της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Κοινωνική Αλληλεγγύη».
Η είσοδος είναι ελεύθερη.

27.2.07

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΕΙ [;]

Η φετινή εκδήλωση του περιοδικού «Εντευκτήριο» για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου) θα περιλαμβάνει μόνον αλλοδαπούς ποιητές, ασχέτως εθνικότητας, που ζουν στη Θεσσαλονίκη.
Όσοι επιθυμούν να πάρουν μέρος, ας στείλουν μέχρι τις 5 Μαρτίου μια επιλογή από ποιήματά τους μεταφρασμένα στα ελληνικά, καθώς και μικρό βιογραφικό τους, στο Εντευκτήριο, Ταχ. θυρίδα 50.011, ΤΚ 540 13 ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση entefktirio@translatio.gr, για αξιολόγηση από τη συντακτική ομάδα του Εντευκτηρίου.

18.2.07

Η ΕΝΕΔΡΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ - ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΞΑΝΘΙΩΤΗ

Τα χρόνια
θα έρθουν και θα καθήσουν
σαν πάγος
πάνω στις αρθρώσεις μας

Θα κυρτώσουν την πλάτη μας.
Θα διπλωθούμε στα δυο
κάτω από το βάρος
μιας ζωής που την καθόρισαν
απαγορεύσεις και στερήσεις.

Και οι μικρές, τρυφερές χειρονομίες,
για την ώρα εξαγνισμένες από τη νεότητά μας,
τότε θ' αναζητούν
μισοφωτισμένα στενά
ή το πρόσχημα ενός αποχαιρετισμού
για να φανούν στα μάτια των περαστικών
συνηθισμένες εκδηλώσεις μεσηλίκων

(αναδημοσίευση από το περιοδικό Εντευκτήριο, 1, Οκτώβριος 1987)

14.2.07

H ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, 26 Φεβρουαρίου 2007, 8.30 μ.μ.



Γνωστή για τη μαστοριά της γραφής της, το πνευματώδες χιούμορ της, τον χαρισματικό της λόγο, η ανατρεπτική, βραβευμένη και πολυμεταφρασμένη συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου θα διαβάσει αποσπάσματα από τα βιβλία της και θα συζητήσει με το κοινό και τη συγγραφέα Σοφία Νικολαϊδου στη βραδιά που οργανώνει προς τιμήν της το περιοδικό «Εντευκτήριο» στον χώρο εκδηλώσεών του («Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη – περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως, τηλ.: 2310 283.223), τη Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου, ώρα 8.30 μ.μ., με ελεύθερη είσοδο. Η εκδήλωση οργανώνεται σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κέδρος

Η Έρση Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα το 1953. Σπούδασε Φιλοσοφία και Πολιτιστική Ανθρωπολογία στη Φλωρεντία. Από το 1980, που πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με το «Διακοπές χωρίς πτώμα» μέχρι τώρα έχει εκδώσει έντεκα βιβλία. Έργα της έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν σε πολλές γλώσσες. Έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και έχει ασχοληθεί με την Οπτική και Συγκεκριμένη Ποίηση συμμετέχοντας σε εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μυθιστόρημά της «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2000 και με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω».

Σε μία από τις σχετικά πρόσφατες κριτικές για τη Σωτηροπούλου, με αφορμή τη συλλογή της «Αχτίδα στο σκοτάδι» (2005), η Τιτίκα Δημητρούλια παρατηρούσε στο «Εντευκτήριο»: «Οι ιστορίες της Σωτηροπούλου είναι σκληρές και τρυφερές μαζί όπως πάντα... Καμιά από τις ιστορίες δεν έχει, πραγματικά, αρχή ούτε και τέλος. Είναι σπιθίσματα και αναλαμπές στην αμετάκλητη χρονική ροή της ύπαρξης του υποκειμένου, αλλά και του κόσμου... Με το αφηγηματικό τάλαντο και τη λοξή ματιά της στον κόσμο αφήνει πάλι όλα τα ερωτήματα αναπάντητα, εκτός από ένα: αυτό τού τι σημαίνει πραγματικά καλή λογοτεχνία.»

Έγραφε ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου το 1999 στην «Ελευθεροτυπία» για το μυθιστόρημα «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές»: «Βιβλίο κρυσταλλικής σύνθεσης (όλα τα στοιχεία του έχουν καταλάβει τη σωστή τους θέση), το “Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές” είναι όχι μόνο μια αξιοσύστατη ατομική προσπάθεια, αλλά και ένα από τα ωραιότερα κείμενα της ελληνικής πεζογραφίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας.»

Για την επανέκδοση του «Εορταστικού τριήμερου στα Γιάννενα» το 2001 ο Ηλίας Μαγκλίνης παρατηρεί στην «Καθημερινή»: «Το “Εορταστικό τριήμερο”, που ειδολογικά ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και στη λογοτεχνία του φαντασιακού, έχει μια διαχρονικότητα. Σχεδόν τίποτα απ’ όλα όσα συμβαίνουν δεν μαρτυρούν ότι γράφτηκε πριν από μια εικοσαετία και τα “μέτωπα”, στα οποία μας ταξιδεύει η συγγραφέας, παραμένουν σε “εμπόλεμη κατάσταση” σε όλες τις εποχές.»

Για τις κοινωνικές και υπαρξιακές προεκτάσεις στο μυθιστόρημα «Δαμάζοντας το κτήνος» η Μικέλα Χαρτουλάρη επισημαίνει στα «Νέα»: «Αλλοτριωμένοι ιδεολόγοι “κολλημένοι” με το σεξ, προκλητικοί νεολαίοι, γυναίκες ανορεξικές, παράσιτα της εξουσίας και μίζεροι πνευματικοί άνθρωποι. Πίσω από τούτη την αλήθεια κρύβονται άλλες. Αυτές αναζητά η Έρση Σ. επιχειρώντας να φωτίσει την υπαρξιακή κρίση που ταλανίζει τη σημερινή Αθήνα… το μυθιστόρημά της, που ξεκινά σαν ηθογραφία της νέας αθηναϊκής ελίτ, μετατρέπεται σε υπαρξιακό θρίλερ που διαβάζεται μονορούφι.»

Γράφουν οι κριτικοί, μεταξύ άλλων, στη Γαλλία για την Έρση Σωτηροπούλου:
«… Μία φωνή μελωδική και βραχνή, που μας προκαλεί και μας αφυπνίζει, η φωνή της Έρσης Σωτηροπούλου.» (Florence Noiville, «Le Monde», 14/3/2003).


«Συγγενής με το σύμπαν του Ιονέσκο, αυτός ο μικρόκοσμος του παραλόγου αποτελεί, επίσης, το βασίλειο του φανταστικού… Η Έρση Σωτηροπούλου παίζει με τους ήρωές της μέχρι τελικής πτώσης και τους χειραγωγεί, υφαίνοντας με άνεση τα νήματα της αφήγησης για να θριαμβεύσει η μυθοπλασία.» (Claude Combet, «Livres Hebdo», 7/3/2003).

Στη Γερμανία: «Ο συνδυασμός μαύρου χιούμορ, παράλογης καθημερινότητας, τολμηρών επινοήσεων και αποκαλυπτικών περιγραφών αποτελεί ένα υψηλού επιπέδου λογοτεχνικό επίτευγμα.» (Harald Loch, «Frankfurter Neue Presse», Oct. 13, 2001).

«Για δεύτερη φορά, μετά τον Καβάφη, έρχεται μια νέα λογοτεχνική φωνή που τολμά να σπάσει την παραδοσιακή, συχνά τελματωμένη ελληνική λογοτεχνία.» (Hanns-Josef Ortheil, «Die Welt», Oct. 13, 2001).

«Η Έρση Σωτηροπούλου είναι μια συγγραφέας από την Ελλάδα που προβάλλει με τον καλύτερο τρόπο τη σύγχρονη λογοτεχνία και εκτός συνόρων.» (Viola Bolduan, «Wiesbadener Kurier», Oct. 6, 2001).

«… Ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας σκιαγραφεί με αδρές πινελιές τους ήρωές της και περιγράφει τις ζιγκ ζαγκ κινήσεις τους, έτσι ώστε σταδιακά η τραγωδία μεταμορφώνεται σε μία σχεδόν γελοία κωμωδία, αναδεικνύει αριστοτεχνικά τη συγγραφική της τέχνη.» («Freitag», Oct. 12, 2001).

Στις Η.Π.Α, με αφορμή την πρόσφατη αγγλική έκδοση του «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» σημειώνει κριτικός στο διεθνώς έγκυρο περιοδικό «Publishers Weekly»: «Η Σωτηροπούλου περιγράφει την ντροπή και την αλλοτρίωση τόσο πειστικά που η αφήγηση μοιάζει να παίζει τον ρόλο του ηδονοβλεψία – με την καλή έννοια».

UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
ΧΟΡΗΓΟΣ-ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ 2007: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

14.1.07

Χριστιανόπουλος και Μαρωνίτης, Αχμάτοβα και Τρακλ στο νέο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
Λογοτεχντικό και καλλιτεχνικό περιοδικό
ISSN 1105-4190
Τόμος 18ος
Τεύχος 75


ΧΟΡΗΓΟΣ-ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ «UNDERGROUND ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ»
ΓΙΑ ΤΟ 2006
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ Ε Λ Λ Α Δ Ο Σ



Στον 20ό χρόνο της έκδοσής του μπαίνει το περιοδικό «Εντευκτήριο» με το νέο τεύχος του, αριθ. 75 (Δεκέμβριος 2006), που μόλις κυκλοφόρησε. Το τεύχος “ανοίγει” με ένα νεανικό διήγημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, πρωτοδημοσιευμένο το 1952 στο περιοδικό «Κρίκος»· το πεζό συνοδεύεται από τωρινό σχόλιο του Χριστιανόπουλου που καταλήγει: «αυτό το δείγμα των νεανικών μου αναζητήσεων, παρά τις αδυναμίες του, διαβάζεται ευχάριστα και δείχνει ότι από τότε οι καιραίες μου ήταν τόσο τεντωμένες, που μπορούσα να ταράζομαι όχι μόνο με τα ατομικά μου πάθη αλλά και με τη δυστυχία του διπλανού μου».

Ποίηση και πεζογραφία
Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύονται νέα ποιήματα της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου και του Λευτέρη Ξανθόπουλου, καθώς και ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα (μετάφραση Απόστολου Καρούλια, απόδοση Κάρολου Τσίζεκ) και του Γκέοργκ Τρακλ (μετ. Ιωάννας Αβραμίδου).


σκίτσο της Αννας Αχμάτοβα











Το νέο «Εντευκτήριο» περιλαμβάνει ακόμη πεζά του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, του Ντέιβιντ Σεντάρις (μετ. Γιώργου Κορδομενίδη) και του Ρέιμοντ Κάρβερ (μετ. Μαρίας Βιστωνίτη), μαζί με μικρό του δοκίμιο (μετ. Γιάννη Θεοδοσίου) όπου ο Κάρβερ εξηγεί γιατί προτιμά τη μικρή αφηγηματική φόρμα (διήγημα) από το μυθιστόρημα.


ο Ρέιμοντ Κάρβερ
















Στην ενότητα του δοκιμίου, που σταθερά βρίσκει θέση στις σελίδες του «Εντευκτηρίου», ο Δ. Ν. Μαρωνίτης σχολιάζει τον «Φιλοκτήτη» του Γιάννη Ρίτσου σε σχέση με το ομότιτλο δράμα του Σοφοκλή, ενώ ένας διακεκριμένος Γάλλος σύγχρονος στοχαστής (ο Ζαν Λωξερουά, μετ. Κατερίνας Δασκαλάκη) κι ένας νεότατος Έλληνας, ο Γιάννης Νταλίδης, αναφέρονται στο έργο του Κώστα Αξελού και ιδιαίτερα στο τελευταίο του βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, «Αινιγματικές απαντήσεις: Ρωγμές – Διάνοιξη».

Σελίδες για τον Γιώργο Βέλτσο


ο Γιώργος Βέλτσος
















Οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια, τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια, από συσπειρώσεις λογοτεχνών, κριτικών και δημοσιογράφων, για την επίμονη παρουσία του Γιώργου Βέλτσου και ως ποιητή επιεβαιώνουν την άποψη ότι για τη “μέση” ελληνική συνείδηση οι ποιητές οφείλουν να είναι χαμηλόφωνοι και να έχουν μικρή ―αν όχι μηδαμινή― παρουσία στον δημόσιο βίο και λόγο.

Από την οπτική αυτή, όντως ο Βέλτσος δεν νομιμοποιείται ως ποιητής, παρότι από το 1993 μέχρι τώρα έχει εκδώσει 14 ποιητικές συλλογές, που πρόσφατα συσσωματώθηκαν σε έναν τόμο από τις Εκδόσεις Ίνδικτος. Ο πυκνός ρυθμός με τον οποίο ο Βέλτσος εκδίδει τα ποιητικά του βιβλία θα μπορούσε να προβληματίσει, αν οι ίδιες οι συλλογές και οι συνθέσεις του δεν έπειθαν για την ποιότητα αλλά και για την εξέλιξη της γραφής του.
Στο μικρό αφιέρωμα του «Εντευκτηρίου» για την ποίηση του Γιώργου Βέλτσου γράφουν οι: Μισέλ Ντεγκύ, Διονύσης Καββαθάς, Τιτίκα Δημητρούλια, Ζωή Σαμαρά, Χρήστος Μποκόρος, Χάρης Ε. Ράπτης, Ντέιβιντ Κόνολι, Δ. Ν. Μαρωνίτης· επιπροσθέτως, δημοσιεύονται αποσπάσματα από ομιλίες, επιστολές κτλ. Των Γιώργου Χειμωνά, Μάριου Μαρκίδη, Τζίνας Πολίτη και Εκτορα Κακναβάτου. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που γράφει σε κείμενο ομιλίας του ο Γιώργος Χειμωνάς: «Ο Γιώργος Βέλτσος είναι μια εξαιρετική περίπτωση δημιουργού στον ελληνικό χώρο. Δεν θα μπορούσε να τον φέρω στο νού μου (κι αυτόν κι ένα συγκεκριμένο του έργο) τελείως αποκομμένο από μιαν ιδιαίτερα αισθητή ακτινοβολία που περιβάλλει τόσο τον ίδιο σαν προσωπικότητα, όσο και τα έργα του. Ο Βέλτσος είναι το πρόσωπο και μαζί ό,τι κάνει κι ό,τι γράφει κι ό,τι θέλει να γράψει αξεχώριστα: τα λογοτεχνικα του βιβλία, τα πανεπιστημιακά του δοκίμια, τα άρθρα του, τα μαθήματά του και οι συνομιλίες του. Είναι από τους δημιουργούς που η κάθε μια από τις διάφορες (και πολλές) δραστηριότητές τους, υπερβαίνει τα θεμιτά της όρια και διαχέεται, συγχέεται, συγκολλάται με μιαν άλλη, παρακείμενη δρσστηριότητα, διαπερνά ακόμα και την ιδιωτική τους κατάσταση, σκορπίζεται και αντηχεί σ’ ένα πεδίο που διαρκώς αλλάζει τόπο και διαστάσεις».

Βιβλιοκρισίες και παρουσιάσεις
Πλούσια είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα με τις βιβλιοκρισίες και τις παρουσιάσεις. Γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (για τον Δημήτρη Κόκορη), Μισέλ Φάις (για τους Αντώνη Ψάλτη και Δημήτρη Ανανιάδη), Τιτίκα Δημητρούλια (για τον Σάκη Σερέφα), Δημήτρης Κόκορης (για τον Κωστή Παλαμά), Γιώργος Κορδομενίδης (για τον Τάσο Χατζητάτση), Λίνα Πανταλέων (για τον Βασίλη Πεσμαζόγλου), Κατερίνα Ζαρόκωστα (για τη Λίλυ Εξαρχοπούλου), Ηλίας Κεφάλας (για τον Δημήτρη Μίγγα), Γεώργιος Ν. Περαντωνάκης (για τον Τεύκρο Μιχαηλίδη), Λευτέρης Παπαλεοντίου (για τον Λεύκιο Ζαφειρίου)
Συμπληρωματικά στις βιβλιοκρισίες αυτές, η Τζίνα Πολίτη, η Αλεξάνδρα Πλαστήρα και ο Άρης Στυλιανού αναφέρονται στη μετάφραση της «Οδύσσειας» από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, ενώ ο Αντώνης Κωτίδης, ο Βασίλης Τομανάς, ο Γιάννης Κοτσιφός και ο Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζουν “με συνοπτικές διαδικασίες” βιβλία που διάβασαν πρόσφατα.

Εικονογράφηση - Φωτογραφικό ένθετο
Την ενότητα της λογοτεχνίας κοσμούν σχέδια της Καλλιόπης Ασαργιωτάκη, για τα οποία ο Νίκος Γ. Ξυδάκης γράφει μεταξύ άλλων: «Στο σύνολο των σχεδίων της που παρουσιάζονται, έχουμε [...] τον εξπρεσιονισμό των αισθήσεων και των αγκαλιασμάτων, μια πυκνή ερωτογραφία· και την αυστηρή, τεταμένη εικόνιση της μεμονωμένης ανθρώπινης μορφής. Παντού ξεχωρίζει η λεπτή και επίμονη γραμμή της ζωγράφου: το μελάνι οργανώνεται σε αφήγημα με μια επίπονη στιγμογραφία, κουκκίδα-κουκκίδα, γραμμή-γραμμή, με αφανή μόχθο, με μαστορική λεπτομέρεια που υποχωρεί κσι σβήνει, για να αναδειχθεί η εντύπωση και η απόκοσμη αύρα του ανθρώπινου προσώπου. Είναι καθαρή ζωγραφική, αφηγηματική και μεταφυσική μαζί, ένα μοναδικό μείγμα που δύσκολα περιγράφεται με λόγια».
Στην Camera Obscura, το ειδικό ένθετο του «Εντευκτηρίου» για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που επιμελείται ο Αρις Γεωργίου και που εκδίδεται με χορηγία της Vivartia, δημοσιεύεται το πορτφόλιο του Στέργιου Τσιούμα «Σκιές», με φωτογραφίες που αποτελούν έναν διάλογο ανάμεσα στο αντικείμενο και στη σκιά του, ανάμεσα στο σχήμα και στο ίχνος, ανάμεσα στο βαθύ σκότος και στο εκτυφλωτικό φως ― μαζί και όλες τις ενδιάμεσες τιμές τόνων, υφών και συναισθημάτων.




σχέδιο της Καλλιόπης Ασσαργιωτάκη

10.1.07

Γεννημένος για το μαρτύριο

Έλενα Χουζούρη

Γιώργος Ιωάννου: «Σαν σπόρος αγκαθιού...»
Αθήνα, Εκδόσεις Ηλέκτρα 2005, 101 σελ.













Στην απότομα τερματισμένη του ζωή, ο Γιώργος Ιωάννου αξιώθηκε να αποκτήσει αρκετούς, πιστούς όπως αποδείχθηκε, φίλους και θαυμαστές, που όχι μόνο στάθηκαν κοντά του όσο ζούσε αλλά και συνεχίζουν ακόμη, μέσα τους, αυτή τη φιλία, δυστυχώς μονόπλευρη εδώ και πάνω από είκοσι γκρίζα χρόνια. Γιατί ο ζεστός άνθρωπος, ο ταλαντούχος συγγραφέας, ο χαρισματικός αφηγητής, ο εξομολογητικός φίλος που υπήρξε ο Ιωάννου δεν μπορούσε παρά να κρατάει κυριολεκτικά πάνω του, όπως ο βράχος το μύδι, πολλούς από τους ανθρώπους που τον γνώριζαν και που έμειναν με κάποιον τρόπο ξεκρέμαστοι με τον απροσδόκητο και πρόωρο θάνατό του.
Συγκαταλέγω και το υποκείμενό μου σ’ αυτή την κατηγορία, και νομίζω πως πιο πολύ μ’ αυτή την ιδιότητα αναφέρομαι στο δεύτερο βιβλίο που έγραψε για τον Γιώργο Ιωάννου η Έλενα Χουζούρη, που επίσης τον γνώρισε από κοντά, και του πήρε συνεντεύξεις είτε για το ραδιόφωνο είτε για περιοδικά. Διάβαζα, χτες μόλις, ένα κείμενό της στό περιοδικό Ένα, δημοσιευμένο ένα χρόνο και κάτι μετά τον θάνατό του. Κι εκεί, όπου περιγράφει τον Ιωάννου οικοδεσπότη στο διαμέρισμα της Δεληγιάννη 3, αναγνώρισα για μια ακόμη φορά τον άνθρωπο που κι εγώ είχα επισκεφτεί επανειλημμένα στο ίδιο εκείνο σπίτι, κι είχα παρακολουθήσει τις ίδιες κινήσεις του από την εξώπορτα στο γραφείο κι από κει στην κουζίνα για τον καθιερωμένο καφέ και μετά πάλι στο γραφείο ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων και χαρτιών.

Στο προηγούμενο, πρώτο βιβλίο της για τον συγγραφέα του Για ένα φιλότιμο και της Πρωτεύουσας των προσφύγων, με τίτλο Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου. Περιπλάνηση στο χώρο και το χρόνο, που βγήκε το 1995, η Χουζούρη αναφέρεται αφενός γενικά στην πόλη της λογοτεχνίας ή στη λογοτεχνία της πόλης, αφετέρου στη συγκεκριμένη πόλη, τη Θεσσαλονίκη όπως τη λογοτέχνησε ο Ιωάννου, συναιρώντας την ατομική και τη συλλογική μνήμη, την ατομική και τη συλλογική συνείδηση, τον χρόνο της Ιστορίας με τον χρόνο της καθημερινότητας.
Ξεκίνησα να διαβάζω το τωρινό της βιβλίο με την εντύπωση (τη σιγουριά σχεδόν) ότι περιλαμβάνεται σε μια σειρά που ο τίτλος της, «Βίοι αγίων – Υπόγειες διαδρομές», δεν του ταιριάζει. Ο φιλοπαίγμων, συχνά αυτοσαρκαστικός τόνος της ομιλίας και της γραφής του Ιωάννου, για να είμαι ειλικρινής δεν μου άφηνε περιθώρια να τον σκέφτομαι με τον επίτιτλο του Αγίου. Αλλά βρήκα μέσα στο ίδιο το βιβλίο την προχρονολογημένη συγκατάθεσή του, όταν σε ένα κείμενό του δίνει τον ορισμό της αγιοσύνης, μιλώντας για ανθρώπους υπομονετικούς και πραείς, γεννημένους για το μαρτύριο και αποδεχόμενους σιωπηλά αυτό.
Η Χουζούρη κάνει το βιογραφικό, εργογραφικό και ψυχογραφικό πορτραίτο του Ιωάννου, μιλώντας Θεσσαλονικιά για Θεσσαλονικιό, δηλαδή έχοντας γνώση της τοπογραφίας της Θεσσαλονίκης, κατέχοντας καλά το έργο του Ιωάννου και γνωρίζοντας αρκετά τον ίδιο. Υλικό για το εγχείρημά της αυτό αντλεί κατεξοχήν από το έργο του Ιωάννου καθώς και από βιβλία και κείμενα που γράφτηκαν γι’ αυτόν.
Και τα εντάσσει όλα αυτά στο εθνογραφικό, χωροταξικό και πνευματικό πλαίσιο που συνιστά η Θεσσαλονίκη από την απελευθέρωσή της και μετά.
Όπως μας θυμίζει εύστοχα η συγγραφέας, «Η Θεσσαλονίκη, όταν ο Γιώργος Ιωάννου έρχεται στον κόσμο, παρά το χτύπημα της πυρκαγιάς, παρά την αθρόα έλευση των προσφύγων, παρά την απότομη ενσωμάτωσή της σ’ ένα νεαρό ακόμα κράτος με πολλαπλές δυσλειτουργίες, οι οποίες σαφώς επιδρούν και στις λεγόμενες Νέες Χώρες, εξακολουθεί να αποπνέει τον αέρα ενός ευρωπαϊκού κοσμοπολιτισμού που είχε ιδιαίτερα τονωθεί κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με την παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων. Στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα έχουν επίσης αποτυπωθεί οι εθνικές, κοινωνικές και πολιτισμικές της αντιφάσεις που ανανεώνονται με την καθοριστική παρουσία των προσφύγων».
Η Χουζούρη σκιαγραφεί τα πρώτα παιδικά χρόνια του στο σπίτι της οδού Ευριπίδου πίσω από την Εγνατία, με το μητριαρχικό περιβάλλον και τον μικρόκοσμο του σπιτιού με τα ζωντανά του (από τις οικόσιτες γάτες μέχρι τα ... παρασιτικά μηρμύγκια και τους κοριούς) αλλά και στο κατοπινό σπίτι στην Ιουστινιανού 14, περιοχή με κατοικίες πολλών Εβραίων, τους οποίους έτσι ο Ιωάννου θα γνωρίσει καλά και θα γράψει γι’ αυτούς όσο λίγοι Θεσσαλονικείς πεζογράφοι.
Μιλάει για την εφηβεία του, τα πρώτα σκιρτήματα του σώματος, τις πρώτες ενοχές για έναν λοξό ερωτικό προσανατολισμό, ενοχές που εμφανίζονται ως ψελλίσματα στα κατοπινά του κείμενα. Το απόσπασμα που επιλέγει από την Καταπακτή είναι καίριο. Έγραφε εκεί ο Ιωάννου: «Και αργότερα, όταν πια σαν έφηβο σε πολιορκούσαν μέρα νύχτα με τα βλέμματα, όχι γι’ αυτά που έκαμνες αλλά γι’ αυτά που κόντευες να κάνεις, και που είχες αρχίσει να τα νιώθεις κάπως κι εσύ, να τα νιώθεις μόνο, όχι να τα καταλαβαίνεις, να τα ονοματίζεις ή να τα λες, και σε μαστιγώνανε με τα βλέμματα και τα πικρά λόγια, είτε απευθείας είτε πλάγια είτε με τα μουρμουρίσματά τους, για να τα ακούς και να ζαρώνεις, να σιγολιώνεις μέσα σου, να μην ξεθαρρεύεσαι ποτέ σου και ένιωθες κλεισμένος από παντού, χωρίς καμιά διέξοδο και καμιά ελπίδα...»
Φωτίζει επίσης η Χουζούρη την αντίφαση ανάμεσα στην ενοχή για ό,τι αρχίζει να τυραννάει το σώμα και την ψυχή από τη μια μεριά και την ένταξή του στα κατηχητικά, μηχανισμό στρεβλωτικό των εφηβικών συνειδήσεων, που πάντως προσέφερε στον Ιωάννου ένα περιβάλλον κοινωνικότητας, συλλογικότητας και συντροφικής αλληλεγγύης που τόσο τις είχε ανάγκη.
Τη συνειδησιακή αφύπνιση του Ιωάννου και τη ρήξη της σχέσης του με τα κατηχητικά η συγγραφέας την εντοπίζει στα γεγονότα του εμφυλίου και στη στάση των χριστιανικών κινήσεων απέναντι στα τραγικά γεγονότα της περιόδου εκείνης. Η επιμονή της στα βιογραφικά στοιχεία της εφηβείας και της διαμόρφωσης της προσωπικότητας του Ιωάννου είναι εύλογη, προκειμένου για έναν συγγραφέα ο οποίος κατεξοχήν μίλησε μέσα στο έργο του για τον εαυτό του και άντλησε υλικό από τα βιώματά του και τις εμπειρίες του.
Υστερα έρχεται η σειρά του έργου του, αρχής γενομένης από το πρώτο βιβλίο του Ιωάννου, την ποιητική συλλογή Ηλιοτρόπια, με το πρώτο φανέρωμα της “αμαρτωλότητας” αλλά και την έντονη παρουσία της Θεσσαλονίκης. Η Χουζούρη παρακολουθεί τη συγγραφική πορεία του από βιβλίο, την κριτική υποδοχή τους αλλά και τη μεγάλη δυσκολία του Ιωάννου να συνδυάσει μια αβόλευτη ιδιωτική ζωή με το πιεστικό άμεσο και ευρύτερο περιβάλλον, επαγγελματικό και κοινωνικό.
Ένα άλλο ζήτημα που θίγεται στο βιβλίο είναι η καθοριστική σημασία που είχε στη ζωή και στο έργο του Ιωάννου η εγκατάστασή του το 1971 στην Αθήνα, κίνηση που θα σηματοδοτούσε την προσωπική του απελευθέρωση και θα έβρισκε ευθεία αντανάκλαση στο γράψιμό του. Το βιβλίο μιλάει για την καθημερινότητά του και τις συνήθειες της ζωής του. Για το περπάτημα στην πόλη, που τόσο το αγαπούσε. Για την ερωτική περιπλάνηση. Για το διάβασμα. Για το μοίρασμά του ανάμεσα στη γενέτειρα και στην πόλη που τον υιοθέτησε. Για την αίσθηση και το προαίσθημα του θανάτου και για την προσπάθειά του να το εξορκίσει με εργαλείο τη λογοτεχνία. Κι ακόμη, για τις θυμωμένες αντιδράσεις του στα αρνητικά σχόλια και τις δυσμενείς κριτικές. Η Χουζούρη δεν ωραιοποιεί τα πράγματα και τις συμπεριφορές, δεν κάνει κανενός είδους αγιογραφία. Ο Ιωάννου της παραμένει ανθρώπινος, τρυφερός και μαχητικός, κοινωνικός και μοναχικός, πληγωμένος και περήφανος. Με δυο λόγια, ο Ιωάννου που γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε.

Γιώργος Κορδομενίδης