6.12.14

Μένης Κουμανταρέας, αυτός ο άγνωστος


Ο Μένης Κουμανταρέας, φωτογραφημένος στην Αθήνα, δεκαετία 1970


της Λαμπρινής Κουζέλη

πηγή: http://www.tovima.gr


Η Λιλή, ο Νικόδημος, ο Νουάρ και ο Καμικάζι. Οι ήρωες ενός κόσμου που κινείται ανάμεσα στη ζωή και στη φαντασία στο τελευταίο πεζογράφημα του Αθηναίου συγγραφέα που διαβάζεται σαν αυτοβιογραφία



ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ
Ο θησαυρός του χρόνου
Εκδόσεις Πατάκη, 2014,
σελ. 480, τιμή 19,80 ευρώ


Μια φορητή γραφομηχανή Olivetti Lettera 22, χρώμα ανοιξιάτικο φιστικί, σε αχρησία λόγω τενοντίτιδας. Ενα όρθιο πιάνο Bösendorfer, που γνώρισε κάποτε δόξες στα σαλόνια της πατρικής οικογένειας και τώρα σιωπά. Μια αρσενική φασματική μορφή με εγγλέζικα κοστούμια που τραγουδά εμμονικά την άρια «Εri tu» του «Χορού μεταμφιεσμένων» του Βέρντι ανάμεσα στους καπνούς των αγγλικών τσιγάρων του. Ενα σπίτι βυθισμένο στους ίσκιους. Μια μοιραία άρρωστη που κοιμάται ύπνο δύσκολο κι ένας συγγραφέας που νυχοπατεί με τις κάλτσες για να μην την ταράξει. Ανησυχία και αναμνήσεις - πραγματικές και φαντασμένες. Το πρελούδιο της απώλειας. Η πορεία προς τον θάνατο του αγαπημένου προσώπου αφορμή για ανασκόπηση ζωής. Ο πόνος, το πένθος και ο φόβος της λήθης θρυαλλίδες αφηγήσεων για ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή και χάθηκαν, «σαν χαμένος θησαυρός».

Τρία χρόνια μετά την όψιμη έκδοση των Αλεπούδων του Γκόσπορτ (Κέδρος, 2011), του πρώτου του μυθιστορήματος που παρέμενε ανέκδοτο, με τον ενδιάμεσο σταθμό του πολιτικού μυθιστορήματος Θάνατος στο Βαλπαραΐζο (Πατάκης, 2013), ο Μένης Κουμανταρέας μιλάει για θέματα τολμηρά σε ένα πεζογράφημα που κινείται μεταξύ αποκαλυπτικής αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας των ανομολόγητων. Το 'χει συνήθειο ανά δεκαετία να αδειάζει τα συρτάρια του από ανέκδοτα miscellanea: Πλανόδιος σαλπιγκτής (Κέδρος, 1989), Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα (Κέδρος, 1999), Ξεχασμένη φρουρά (Καστανιώτης, 2010). Την τριλογία αυτή συντροφεύει ο πρόσφατος Θησαυρός του χρόνου (Πατάκης, 2014), ένα βιβλίο γραμμένο από το 2010, όταν ο καρκίνος της συζύγου του Λιλής βρισκόταν στην τελική ευθεία, ως το 2014. Εδώ όμως, αντιθέτως από τα τρία προηγούμενα, τα μυθοπλαστικά, δοκιμιακά, βιογραφικά και αυτοβιογραφικά κείμενα χάνουν τα περιγράμματά τους και συμπλέκονται σε μια ενιαία αφήγηση που καταλήγει τετράδιο μνήμης για τις προσωπικές αποφάσεις και τον τρόπο ζωής, για δασκάλους και μαθητές, για το γράψιμο και τη μουσική, για τον Θεό και τον θάνατο, για τους άντρες και τις γυναίκες.


Πρωταγωνίστρια της αφήγησης είναι η σύζυγος του αφηγητή, που ονομάζεται Λιλή, όπως του συγγραφέα. Για αυτήν γράφεται το βιβλίο, έστω κι αν δεν πρόκειται να το διαβάσει. Ο ανώνυμος αφηγητής ανατρέχει στα χρόνια της γνωριμίας τους, όταν, νόστιμος νεαρός με κοκάλινα γυαλιά εκείνος και νεαρή κοπέλα με πράσινα μάτια και όμορφες γάμπες εκείνη, εργάζονταν σε μια ασφαλιστική εταιρεία που ασφάλιζε πλοία και αεροπλάνα, στα Γραφεία. Η αρχή της κοινής ζωής τους σηματοδοτεί για τον αφηγητή την αρχή μιας διπλής ζωής: αγάπη και συντροφικότητα την ημέρα στην αστική ζωή με τη γυναίκα του, ξεπορτίσματα και ηδονή με τους ομοφύλους του το βράδυ σε λαϊκά ξενοδοχεία και ύποπτα μπαρ.

Καθοδηγητής και μέντορας στη μυσταγωγία της αρσενικής σεξουαλικότητας είναι ένα όραμα, το φάντασμα κάποιου παλιού αλληλογράφου στα Γραφεία, ονόματι Αναγνωστόπουλος ή Αναγνώστου. Ο «Παλαιός των Ημερών», όπως τον αποκαλεί ο αφηγητής, είναι ένας δανδής μεγαλοαστικής καταγωγής, με καβαφικά χαρακτηριστικά, καλοραμμένα κοστούμια και λατρεία στην όπερα. Μέσα από τις αφηγήσεις του τα μεσημέρια, αφότου έχουν σχολάσει οι υπάλληλοι των Γραφείων, ξεναγεί τον νεαρό αλληλογράφο και συνάδελφό του σε προπολεμικούς οίκους ανοχής μιας γκροτέσκας καρναβαλικής ατμόσφαιρας, σε παρακμιακά ξενοδοχεία με λερά σεντόνια και σε μισοφωτισμένα χαμαιτυπεία όπου φτωχά αγροτόπαιδα, αγόρια της εργατικής τάξης και άφραγκοι φαντάροι προσφέρουν το κορμί τους σε όσους μπορούν να πληρώσουν.

Αριστοτέχνης στη σκηνοθεσία, στη δημιουργία ατμόσφαιρας, ο Κουμανταρέας κατασκευάζει σταδιακά ένα υποβλητικό σκηνικό με σκιές και σκοτάδια για να υποβάλει εκείνο που αργότερα κατονομάζεται: «Υπάρχει μια σκιερή πλευρά στις σχέσεις μας. Ενας ίσκιος που αφήνει ανεξίτηλα το δακτυλικό αποτύπωμα στα έργα της ζωής μας και που το καλύτερο λαγωνικό της αστυνομίας αδυνατεί να εξιχνιάσει. Είναι εγκλήματα που έχω διαπράξει, έργω ή διανοία, όπως λέει και η Εκκλησία, τα οποία οι πιο στενοί μου άνθρωποι αγνοούν» παραδέχεται ο αφηγητής.

Στο σκοτάδι της νύχτας, σε μια Αθήνα που την καταπίνουν τα γκραφίτι ενώ ανθρώπινοι όγκοι τυλιγμένοι σε κουρέλια καταλαμβάνουν τα πεζοδρόμια, σε μια γειτονιά του κέντρου όπου τα πάλαι ποτέ πολυτελή ζαχαροπλαστεία έχουν μετατραπεί σε φαστφουντάδικα για να καταλήξουν θορυβώδη music cafés με μεγάλες οθόνες για καθημερινές ποδοσφαιρικές αναμεταδόσεις, ο αφηγητής-πρωταγωνιστής, ως άλλος Λεοπόλδος Μπλουμ, τριγυρίζει στην πόλη αναζητώντας την ηδονή σε μεταπολεμικά στέκια και στους εμπορεύσιμους νεαρούς μετανάστες. Στην αναζήτησή του θα έρθει σε επαφή με τον Ρουμάνο-τσιγγάνο Λούνα, τον πιτσαδόρο Καμικάζι, τον εντυπωσιακό Αλβανό Νουάρ. Σχέσεις σαρκικές και εφήμερες γνωριμίες σε ύποπτα μπαρ και καφενεία αλλοδαπών. Κάποια απ' αυτές, διαρκέστερη, δίνει την ψευδαίσθηση δεσμού. Στο σπίτι η Λιλή κοιμάται αλλά δεν αγνοεί. Ξέρει, παραπονείται, αντιδρά, αποδέχεται. Ο αφηγητής εξηγείται: «Ποτέ δεν είχα κρύψει τη σεξουαλικότητά μου παρεκτός από τους γονείς. Μου είναι αδιανόητο ότι υπάρχουν άντρες που μια ζωή κρύβουν από τη σύντροφό τους ότι πιθανώς να ποθούν έναν άλλον άντρα. Το ότι παντρεύτηκα για να κλείσω τα στόματα και να βολευτώ είναι το μεγαλύτερο ψέμα».

Αυτή η ζωή στο μεταίχμιο, αρσενική και θηλυκή, στο φως και στο σκοτάδι, φανερή σε όλους και φανερή στους ομοίους, είναι που κάνει τον φιλόδοξο αλληλογράφο συγγραφέα: «Στην παιδική και πρώτη εφηβική ηλικία υπήρχε μια συνέχεια και συνέπεια στα αισθήματα και στη ζωή μου. Κάποιος θεός με προστάτευε και δεν μ' άφηνε να κλυδωνίζομαι. Ομως ό,τι δημιουργικό έκανα, αν έκανα κάτι στη ζωή μου, είναι εξαιτίας αυτής της τραμπάλας. Πότε στα Ουράνια και πότε στα Τάρταρα. Πότε γράφω και παίζω μουσική καλύτερα; Μετά από ασωτίες, ντράβαλα και απιστίες. Λες και αυτά να είναι προϋποθέσεις για ανάταση ψυχής και δημιουργία. Κακούργα τέχνη!». Αυτός ο συγγραφέας, με την απρέπεια της τέχνης του, παρατηρεί τώρα την εξέλιξη της αρρώστιας της κατάκοιτης γυναίκας του και την αναμονή του θανάτου και καταγράφει μεθοδικά την αναμόχλευση σκέψεων, ενοχών, συναισθημάτων που του προκαλεί. Οι γραφιάδες είναι «ανάλγητα κτήνη», σημειώνει ο Κουμανταρέας σε ένα σχόλιο μετααφηγηματικό· τρέφονται σαν βρικόλακες εξίσου από τους χυμούς της ζωής και από τα σηπτικά υγρά του θανάτου.

Τη θλιβερή ατμόσφαιρα του πένθους γλυκαίνουν ο ερωτισμός των  παλιών μυστικών, ο κομψός λόγος και το αυτοσαρκαστικό χιούμορ καθιστώντας την αφήγηση έναν νοσταλγικό ύμνο στη ζωή και στα μυστήριά της, στην ποθητή συντροφικότητα που δεν συμβαδίζει πάντα με τους πόθους του κορμιού, στην αποδοχή του εαυτού και στην κατανόηση του Αλλου: της ερωτικής του ταυτότητας, της κοινωνικής του καταγωγής, της επαγγελματικής διαστροφής του.


Μεταξύ εξομολόγησης και συγκάλυψης
Βιωματικός συγγραφέας ο Μένης Κουμανταρέας, ταυτίζεται εδώ με τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή που γράφει για να ξεφορτωθεί το βάρος των γεγονότων και να λυτρωθεί απ' αυτά; Εκθέτει τα εσώψυχα και τα προσωπικά του στο φως «σαν μπουγάδα απλωμένη σε ταράτσα»; Μπορεί να τον εμπιστευθεί ο μελλοντικός βιογράφος του ή παραποιεί τα γεγονότα και τον παρασύρει, με δόλωμα κάποιες λεπτομέρειες της ζωής του, σε βιώματα επινοημένα; Δύσκολο να πει κανείς. Η γραφή του Κουμανταρέα, συνηθισμένη να κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, κινείται και εδώ μεταξύ νατουραλιστικών περιγραφών του εμπορίου της ηδονής στην Αθήνα και ονείρων, οραμάτων, παραισθήσεων, παραμιλητών που καταργούν τα όρια του χρόνου και υπερβαίνουν τα σύνορα του υλικού κόσμου.

Πρόσωπα σχηματικά, συμβολικά περισσότερο παρά ρεαλιστικά, οι χαρακτήρες της αφήγησής του ονοματίζονται συχνά με σκωπτικά παρατσούκλια (Μπαχλαμπάς, Πισπιρίγκος, Περισπωμένη) ή με ονόματα που κρύβουν συνωμοτικούς αναγραμματισμούς, όπως το Νουάρ. Η Βιολέτα έχει μάτια βιολετιά και ο Λάζαρος το ένα πόδι στον τάφο, ονόματα που μοιάζουν κι αυτά με ψευδώνυμα - όπως εκείνο του νεανικού φίλου και συνοδοιπόρου στη γεύση του έρωτα, του εκλεπτυσμένου στιχοπλόκου Νικόδημου. Ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς, καρικατούρες, τύπους ή σύμβολα το Λιλή μοιάζει με όνομα-κλειδί που ξεκλειδώνει ενδεχομένως την αφήγηση και αποκαλύπτει την αλήθεια της για πρόσωπα υπαρκτά και γεγονότα αληθινά.

Ας μη βιαστούν όμως όσοι αισθάνονται την έξαψη της βιογραφίας της κλειδαρότρυπας. Παρά το πρωτοπρόσωπον της αφήγησης και παρά την εκπεφρασμένη πρόθεση του αφηγητή για εξομολόγηση των ανομολόγητων, αυτό το πρώτο πρόσωπο δεν ακουμπά με σαφήνεια σε πρόσωπο πραγματικό. Καθώς οι λάμπες στο σπίτι του αφηγητή καίγονται η μία μετά την άλλη μετά τον θάνατο της Λιλής, τα σκοτάδια που τυλίγουν το κείμενο εντείνοντας τον ελεγειακό τόνο του θολώνουν τα περιγράμματα και τις αντιστοιχίσεις.  Η αμφισημία κυριαρχεί.

Χρησιμοποιώντας τους εκφραστικούς τρόπους της κλασικής ομοφυλοφιλικής λογοτεχνίας - την ποιητική της αμφισημίας και της απόκρυψης - το πεζογράφημα του Κουμανταρέα διαδέχεται την ποίηση του Κ. Π. Καβάφη, τη διηγηματογραφία του Γιώργου Ιωάννου, τη μυθιστοριογραφία του Κώστα Ταχτσή και τοποθετείται στο πλαίσιο της ελληνικής ομοφυλοφιλικής λογοτεχνίας σε μια θέση προνομιακή γιατί παρουσιάζει σε βάθος χρόνου, που καλύπτει όλον τον εικοστό αιώνα, την ανθρωπογεωγραφία της γκέι κουλτούρας της Αθήνας - και όταν δεν λεγόταν ακόμη έτσι - παρατηρώντας και σχολιάζοντάς την από ένα εποπτικό χρονικό σημείο της Ιστορίας όπου τα αλλοτινά τολμηρά θέματα «μοιάζουν κατάλληλα ακόμα και για μοναστήρια».


Ραδιοφωνική συνέντευξη του Μένη Κουμανταρέα με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του



Η στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου και η δημοσιογράφος Αλεξάνδρα Χριστακάκη συναντούν κάθε Δευτέρα βράδυ, 21:00-22:00, πρόσωπα που αγαπούν, πρόσωπα που κάτι έχουν να πουν, πρόσωπα που μιλούν λίγο και ακούγονται ακόμα λιγότερο από το χώρο της πολιτικής και του πολιτισμού. Άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, επώνυμοι και ανώνυμοι, άνθρωποι ξεχωριστοί.

Αυτήν την εβδομάδα, o συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας συναντάει τη Λίνα Νικολακοπούλου και την Αλεξάνδρα Χριστακάκη στο ραδιοθάλαμο του "Κόκκινο", με αφορμή την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου, "Ο Θησαυρός του χρόνου".

Βρέθηκε νεκρός ο Μένης Κουμανταρέας


Η είδηση που έφτασε στ᾽ αυτιά μου μέσα στη βαθιά νύχτα δυστυχώς επιβεβαιώθηκε σήμερα το πρωί: ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στην Κυψέλη.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει η αστυνομία, είχε εκδορές και μώλωπες στο πρόσωπο, ενώ στο σώμα του δεν υπήρχαν εμφανή τραύματα από μαχαίρι ή από πυροβόλο όπλο.
Τα αίτια του θανάτου του θα προσδιοριστούν μετά τη νεκροψία που θα γίνει την Δευτέρα.
Ο δράστης είχε ψάξει το διαμέρισμα, αλλά στην πόρτα δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης. Το θύμα ήταν ντυμένο κανονικά.

Θα τον θυμάμαι όπως τον είδα μόλις την περασμένη Τετάρτη, στο Μουσείο Θεοχαράκη, στην παρουσίαση του τόμου με τη νεανική του αλληλογραφία με τον Βασίλη Βασιλικό: ευδιάθετο, ακμαίο, εγκάρδιο.
(Η βιαστική φωτογραφία, παρμένη με το κινητό, είναι από αυτή την εκδήλωση. Ο Κουμανταρέας πρώτος από δεξιά.)




5.12.14

Τιμή στον Δημήτρη Νόλλα (βίντεο, 2002)



Βίντεο που γυρίστηκε από τον Στέφανο Νόλλα, μετά από παράκληση του Εντευκτηρίου, προκειμένου να προβληθεί σε εκδήλωση προς τιμήν του πεζογράφου Δημήτρη Νόλλα στο Underground Εντευκτήριο, στη Θεσσαλονίκη, το 2002.



Για τον Δ.Ν. μιλούν: ο ζωγραφος Αλέξης Κυριτσόπουλος, ο συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο ποιητής και δοκιμιογράφος Γιώργος Κοροπούλης, ο δημοσιογράφος και κριτικός Νίκος Ξυδάκης και η πεζογράφος Ιωάννα Καρυστιάνη.

Ενας ήρωας γεννιέται



του Γιώργου Π. Μαλλούχου

πηγή: http://www.tovima.gr


Στην ιστορία, τη διεθνή και την ελληνική, υπάρχουν ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις όπου οι πράξεις κάποιων ανθρώπων τους οδηγούν έξω από το κοινό πλαίσιο, τους πηγαίνουν πιο πέρα. Μπορεί να παρακούν και να παραβιάζουν νόμους, όμως, η ηθική τους υπόσταση και η στάση απέναντι στην εποχή τους, τα οδηγεί όλα σε μία άλλη διάσταση.

Είτε αρέσει είτε όχι σε πολλούς, ένας τέτοιος άνθρωπος είναι σήμερα στην Ελλάδα ο 21χρονος φυλακισμένος Νίκος Ρωμανός.

Ο Ρωμανός δεν έχει σκοτώσει, δεν έχει βάψει τα χέρια του με αίμα αθώων ανθρώπων.
Λήστεψε τράπεζες για το σκοπό του, πιάστηκε, δικάστηκε, φυλακίστηκε – α, ας σημειωθεί κι αυτό: σε μία χώρα που πιστεύει ότι δικαιούται να προφυλακίζει τον οποιονδήποτε επί ενάμιση χρόνο νόμιμα... Σε αντίθεση δε με πολλούς άλλους, ούτε κλαψούρισε, ούτε, προδήλως, μετάνιωσε. Επιπλέον, στο δικαστήριο δεν βρέθηκε γι αυτόν τίποτα που να τον συνδέει με τρομοκρατική οργάνωση. Όπως έχει αναφερθεί μάλιστα, ο εισαγγελέας είπε στη δίκη ότι "πρώτη φορά βλέπω ληστεία που να αφήνουν τους ομήρους ελεύθερους, κατά δε την καταδίωξη, ενώ είχαν το επάνω χέρι διαθέτοντας βαρύ οπλισμό, ούτε πυροβόλησαν τους αστυνομικούς που τους καταδίωκαν ούτε χρησιμοποίησαν τον όμηρο σαν ασπίδα για να διαφύγουν..."

Ζήτησε να κάνει χρήση ενός δικαιώματος που είναι υπέρτατο και αναγνωρίζεται σε όλους τους ανθρώπους: το δικαίωμα στη μόρφωση.

Οι αρμόδιες αρχές, μετά από μία περίοδο τυπικής ελληνικής διοικητικής παρακώλυσης, τελικά, του το αρνήθηκαν.

Εν τω μεταξύ όμως ο ίδιος ξεκίνησε απεργία πείνας, τόσο συστηματικής που πλέον η ζωή του έφτασε να κρέμεται από μία κλωστή.

Εκείνοι που έλαβαν την απόφαση να αρνηθούν αυτό το δικαίωμα στον Ρωμανό μπορεί να έπραξαν στα πλαίσια της διακριτικής τους ευχέρειας, αλλά, σίγουρα, έπραξαν λάθος.
Δεν άκουσαν και δεν κατάλαβαν όχι τόσο τον ίδιο, όσο την εποχή τους.

Κι έτσι, αυτή την ώρα, γεννιέται στην Ελλάδα ένας ήρωας.

Και όχι άδικα. Αντιθέτως.

Γιατί όταν ένα παιδί 21 ετών φτάνει σε αυτό το σημείο για τα πιστεύω του και για το δικαίωμά του να σπουδάσει, ακόμα και όταν έχει ληστέψει τράπεζες, ακόμα κι αν δηλώνει ο ίδιος μάχιμος αναρχικός, τότε, όλα τα άλλα είναι νομοτελειακά βέβαιο ότι θα λυγίσουν μπροστά σε αυτή του τη στάση, που είναι στάση των λίγων.

Επειδή, είτε αρέσει σε πολλούς, είτε όχι, έχει πια το μέγα χαμένο όπλο στα χέρια του: Διαθέτει το ηθικό πλεονέκτημα, μέσα σε μια ανήθικη κοινωνία και μια ακόμα πιο ανήθικη εποχή, όπου, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, οι κλοπές αυτές ξέρουν οι πάντες ότι είναι σταγόνα στον ωκεανό του κλεμμένου δημοσίου χρήματος...


Σε μία τέτοια κοινωνία και μία τέτοια στιγμή λοιπόν, έτσι ακριβώς είναι που γεννιέται ένας ήρωας, με πλήθος κόσμου που ουδεμία σχέση έχει με όλα αυτά, να ταυτίζεται μαζί του... 

Η δεύτερη δολοφονία του Νίκου Ρωμανού




του Στέλιου Κούλογλου

πηγή: http://tvxs.gr/news


Αρκούσε μια ματιά στα δελτία των 20:00 για να καταλάβει κανείς την όλη μεθόδευση. Πρώτη είδηση για 15 λεπτά, η... είδηση της προηγούμενης μέρας: οι κουκουλοφόροι που πυρπολούν λεωφορεία και αναποδογυρίζουν αυτοκίνητα αθώων ιδιοκτητών στην Αθήνα. Στα επεισόδια που σημειώθηκαν... μόλις 24 ώρες πριν, παρούσα και η κάμερα του σταθμού, σε απόσταση αναπνοής από τους κουκουλοφόρους που σπάνε καταστήματα.


Μετά από δέκα λεπτά εμπρησμών, ακολουθούν οι υπόλοιπες ειδήσεις, πάντα για την υπόθεση του Νίκου Ρωμανού: η κατάληψη της πρυτανείας στο Αριστοτέλειο της Θεσσαλονίκης, οι ζημιές που προκάλεσαν οι αναρχικοί στο Μακεδονίας. Με κερασάκι στην τούρτα, για όσους φιλήσυχους πολίτες δεν έχουν πιάσει ακόμη το υπονοούμενο, την δήλωση συμπαράστασης της συντρόφου του Δημήτρη Κουφοντίνα στον απεργό πείνας. Μικρή λεπτομέρεια: η είδηση για την επιδείνωση της υγείας του Ρωμανού, ούτε καν αναφέρεται.

Γιατί στην πραγματικότητα το σενάριο που εξελίσσεται είναι η δεύτερη δολοφονία του Νίκου Ρωμανού: η πρώτη φορά ήταν πριν από 6 χρόνια, όταν αυτό το τόσο προικισμένο παιδί είδε έναν αστυνομικό να σκοτώνει εν ψυχρώ και χωρίς καμία αφορμή το φιλαράκι του. Και η δεύτερη είναι τώρα: την ώρα που οι ειδήσεις σχετικά με την τρόικα και τα μνημόνια είναι καταστροφικές, η κυβέρνηση επιδιώκει να αλλάξει την πολιτική ατζέντα. Aντί για την πανωλεθρία της, να συζητάμε για τις ειλικρινείς και στιβαρές προσπάθειες της να επαναφέρει «τον νόμο και την τάξη».

Σε αυτό το σενάριο η ζωή του Ρωμανού δεν φαίνεται να έχει καμιά αξία. Διαφορετικά ο υπουργός Δικαιοσύνης, αντί να ετοιμάζει διατάξεις... δια βίου μάθησης στη φυλακή -τις οποίες είναι βέβαιο ότι ο Ρωμανός δεν θα δεχθεί- θα μπορούσε να είχε ρίξει το βάρος του διευκολύνοντας τους δικαστικούς να πάρουν μια απόφαση σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους για τις άδειες των κρατουμένων. Αποφάσεις που φοβούνται να πάρουν μετά την απόδραση Ξηρού.

Αλλά η εκτόνωση της κρίσης δεν συμφέρει πολιτικά, ιδίως όταν η απεργία του Νίκου Ρωμανού συμπίπτει με την 6η επέτειο από την δολοφονία του φίλου του, Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η προηγούμενη ευκαιρία, η επέτειος του Πολυτεχνείου δεν εξελίχθηκε σύμφωνα με τις προσδοκίες της κυβέρνησης, με εκτεταμένες ταραχές που θα οδηγούσαν τους ψηφοφόρους της "Χρυσής Αυγής" πίσω στην ΝΔ. Ετσι η υπόθεση Ρωμανού είναι η τελευταία ευκαιρία  να γυρίσει το παιχνίδι για ένα δίδυμο ηγετών αποφασισμένο να κρατηθεί στην εξουσία  με όλα τα μέσα.

Κύκλοι του υπουργείου «Προστασίας του Πολίτη» διαμήνυσαν, μέσω των φίλων δημοσιογράφων, την τακτική: «ταχεία αντίδραση, μηδενική ανοχή». Θα ακολουθηθεί όλες τις επόμενες ημέρες και η αφελής αριστερά, πέρα από τις απαραίτητες κινήσεις συμπαράστασης, θα πρέπει να καταλάβει επιτέλους τι συμβαίνει και να το πάρει σοβαρά υπόψιν της.


H Αλίκη Καγιαλόγλου επιστρέφει στο Θέατρο Τέχνης



Μετά την μεγάλη επιτυχία της πρώτης της παράστασης, 
η Αλίκη Καγιαλόγλου επιστρέφει στο Θέατρο Τέχνης 
για μια ακόμα μοναδική βραδιά

Η Θαλασσινή Ωδή του Fernando Pessoa και τα Fados της εφηβείας μου

Η παράσταση, βασισμένη στη μεγαλειώδη ποιητική σύνθεση του Πορτογάλου ποιητή (την υπογεγραμμένη από το alter ego του, Alvaro de Campos), σφιχτοπλεγμένη με αγαπημένα παλιά fados της Λισσαβώνας, «μετουσιώνει» ένα κείμενο που αρχικά ήταν προορισμένο να διαβαστεί μόνο, κάνοντάς το να ακουστεί και σαν ένα μεγάλο τραγούδι. Ένα απέραντο τραγούδι που αφυπνίζει σκέψεις, αισθήσεις, αλλά και την ξεχασμένη τρυφεράδα που νιώθει κανείς ακούγοντας παραμύθια και τραγούδια της παιδικής ηλικίας.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΣΚΗΝΙΚΗ ΟΨΗ, ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ
ΙΔΕΑ, ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΛΙΚΗ ΚΑΓΙΑΛΟΓΛΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ
ΠΙΑΝΟ:ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ ¨ΣΥΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΑ ΚΙΝΕΙ¨ - Α.Κ.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΕΛΕΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014 στις 21.00 / 
Είσοδος 15 € & 10 € μειωμένο

Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν
Φρυνίχου 14, Πλάκα (χάρτης)
τηλέφωνα ταμείου: 2103222464 & 2103236732
προπώληση: www.viva.gr


4.12.14

ΓΙΑΝ ΧΕΝΡΙΚ ΣΒΑΝ συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη



πηγή: www.diastixo.gr

Ο συγγραφέας Γιαν Χένρικ Σβαν γεννήθηκε στο Λουντ της Σουηδίας το 1959, μεγάλωσε στην Κοπεγχάγη και ζει στη Στοκχόλμη, όπου εργάζεται ως μεταφραστής λογοτεχνίας από τα δανέζικα, τα γαλλικά, τα πολωνικά, τα αραβικά και τα ελληνικά. Έχει μεταφράσει στα σουηδικά την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου, ποιήματα των Μίλτου Σαχτούρη και Βύρωνα Λεοντάρη, ποιητές της γενιάς του '70, καθώς και σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους. Το 2013 εκδόθηκε σε μετάφρασή του Η φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το πρόσφατο μυθιστόρημά του Τα μηχανάκια του Μανόλη, που μας έδωσε την αφορμή γι' αυτή τη συνέντευξη, εκτυλίσσεται στην Ελλάδα.

Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός σας, ο Μανόλης, είναι μια χαρακτηριστική ελληνική μορφή, που θα λέγαμε ότι παραπέμπει στον Αλέξη Ζορμπά. Συμφωνείτε;
Αν κατάφερα να δημιουργήσω έναν ήρωα τον οποίο οι Έλληνες αντιλαμβάνονται σαν πραγματικό Έλληνα, που μοιάζει μάλιστα με τον Αλέξη Ζορμπά, τότε χαίρομαι πάρα πολύ. Ίσως ο Μανόλης να είναι η μοναχική εκδοχή του Ζορμπά. Έπειτα, δυσκολεύομαι να φανταστώ τον Ζορμπά πάνω σε μηχανάκι!

Ο κόσμος του Μανόλη είναι πλασμένος πάνω στην άμμο, γι' αυτό και εύκολα παρασύρεται από την κάθε θύελλα. Ποια ήταν η πηγή της έμπνευσής σας για έναν τέτοιο ήρωα;
Το συγγραφικό μου έργο, στο σύνολό του, είναι γεμάτο Μανόληδες. Αντλώ έμπνευση από περιόδους απομόνωσής μου, αλλά και από έργα της ρωσικής και γαλλικής λογοτεχνίας. Ο Εμίλ Αζάρ (ψευδώνυμο του Ρομέν Γκαρί) έγραψε πολλά μυθιστορήματα με ήρωες που θυμίζουν τον Μανόλη. Σκέφτομαι και τον Ομπλόμοφ. Μέλημά μου είναι να ακούγεται η φωνή του σιωπηλού, περιθωριακού, άρρωστου, γέρου ανθρώπου, δηλαδή όσων δεν είναι αποδεκτοί, δεν ακολουθούν συμβατικούς κοινωνικούς κανόνες. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ξέρω πού είναι το πηγάδι απ' όπου αντλώ νερό, αλλά δεν σκύβω να κοιτάξω μέσα. Ποια ήταν, αλήθεια, η μοίρα των παιδιών στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη...

Γιατί ο ήρωάς σας επιμένει τόσο πολύ στο θέμα «μηχανάκι»; Υπάρχει κάποιος συμβολισμός εδώ;

Φαντάζομαι ότι τα μηχανάκια συμβολίζουν τη νέα Ελλάδα. Κάποτε ο Μανόλης επέλεξε να συμπορευτεί με την καινούργια ζωή, αλλά τελικά καταλαβαίνει πως είναι μάταιο και ανήκει στο παρελθόν. Πολλά πράγματα χάνονται μαζί του όταν πεθαίνει – μάλλον έχουν ήδη χαθεί. Είναι από τους τελευταίους που θυμάται πώς ήταν στο παρελθόν και οι μνήμες του θα θαφτούν μαζί του. Αυτές τις σκέψεις σήμερα τις μοιράζονται πολλοί Έλληνες μαζί του. Νιώθουν ότι το μέλλον, για το οποίο γίνεται λόγος, δεν τους αφορά.


Ο Μανόλης έχει μια προβληματική σχέση με τη σύζυγό του και, αντί να προσπαθήσει να βρει μαζί της τη λύση, το ρίχνει στο ποτό. Βλέπουμε άραγε εδώ έναν καθρέφτη της ελληνικής κοινωνίας;
Ο Μανόλης δεν είναι ο τύπος που θα ασχοληθεί με τα προβλήματά του. Αν χαλάσει το μηχανάκι, το παρατάει. Αν η γυναίκα του γκρινιάζει, φεύγει από το σπίτι. Γι' αυτό ο Μανόλης είναι ο Μανόλης. Πιο πολύ συμβολίζει τον άνθρωπο παρά την Ελλάδα.

Αναφέρεστε στα εικονοστάσια που φτιάχνει ο ελληνικός λαός για τους αδικοχαμένους στα τροχαία δυστυχήματα. Πότε ήταν η πρώτη φορά που τα προσέξατε και τι σκεφτήκατε όταν σας εξήγησαν τον λόγο της ύπαρξής τους;
Μου φαίνεται πως την πρώτη φορά που είδα εικονοστάσια στους δρόμους ήταν σ' ένα ταξίδι στην Κέρκυρα, τη δεκαετία του 1980. Όταν μου εξήγησαν για ποιο λόγο βρίσκονται εκεί, αμέσως σκέφτηκα ότι πολλοί Έλληνες πεθαίνουν σε τροχαία δυστυχήματα. Σήμερα νιώθω σεβασμό γι' αυτά τα εικονοστάσια που είναι στημένα στο σημείο απ' όπου έφυγε μια ψυχή.

Γνωρίζουμε ότι τρέφετε μεγάλη αγάπη για το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μιλήστε μας λίγο γι' αυτό.
Έχω σπίτι σ' ελληνικό νησί και με τα μάτια του Παπαδιαμάντη βλέπω πρωτόγνωρα πράγματα. Όταν περιγράφει τη φύση και τους ανθρώπους, φαντάζομαι πως κι εγώ έτσι τα βιώνω. Όταν σκαρφαλώνω στα βράχια ή τριγυρνώ σε πευκώνες, ανάμεσα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια, αγναντεύοντας τη θάλασσα, σκέφτομαι τον Παπαδιαμάντη. Κανένας άλλος συγγραφέας δεν μ' έχει σημαδέψει τόσο. Μου αρέσει και η εικόνα του: να τον φαντάζομαι να κάθεται σ' ένα τραπέζι καφενείου και να βοηθάει τους συγχωριανούς του να συντάξουν επιστολές ή ό,τι άλλο χρειάζονται. Μπορεί να είναι μια εξιδανικευμένη εικόνα, αλλά μου αρέσει να βλέπω τον συγγραφέα να συναναστρέφεται απλούς ανθρώπους.

Τι εμπειρίες αποκομίσατε από τη μετάφραση του έργου του;
Τον θεωρώ μοντέρνο συγγραφέα. Χρησιμοποιεί βέβαια μια παλιά γλώσσα, πολλοί λένε πως είναι δύσκολος. Ο συγγραφέας των συγγραφέων. Αλλά όπως μπορούσε κάποιος, παλιά, να καθίσει στο τραπέζι του, έτσι μπορεί και σήμερα να εισπράξει κάτι από το έργο του. Στη Σουηδία είναι γνωστός σ' έναν μικρό κύκλο από blogs. Τον θαυμάζουν και τον συζητούν χωρίς να έχουν διαβάσει κανέναν άλλον Έλληνα συγγραφέα. Οι κριτικοί όμως τον έχουν χάσει μέσα στον λαβύρινθο των νέων εκδόσεων. Η μετάφραση του Παπαδιαμάντη μ' ενέπνευσε ακόμα και στο προσωπικό μου έργο. Κυρίως επειδή η γραφή του σε φέρνει πολύ κοντά στους ανθρώπους.

Ποιους άλλους Έλληνες συγγραφείς έχετε μεταφράσει και ποια ήταν η ανταπόκριση των Σουηδών αναγνωστών στα έργα τους;
Έχω μεταφράσει πολλούς Έλληνες ποιητές. Για παράδειγμα, τον Βύρωνα Λεοντάρη, την Κική Δημουλά, τον Νίκο Γκάτσο, τη Μαρία Λαϊνά κ.ά. Από τους νεότερους την Αλεξάνδρα Πλαστήρα, την Έλσα Κορνέτη, τον Γιάννη Τζαννετάκη, τον Παναγιώτη Ιωαννίδη κ.ά. Επέλεξα και μετέφρασα διηγήματα σύγχρονων πεζογράφων. Η ανθολογία ελληνικού διηγήματος εκδόθηκε το 2008 και εξακολουθεί να κινεί το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Εντυπωσιάζουν οι γυναικείες φωνές, όπως της Θεοφανώς Καλογιάννη. Αλλά πολύ περισσότερο αγαπήθηκε η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου. Σ' αυτό παίζει ρόλο και η μουσική.

Ποιοι είναι οι πιο γνωστοί Έλληνες συγγραφείς στη Σουηδία;
Οι πιο γνωστοί είναι ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Είναι βέβαια και ο δικός μας, ο Θοδωρής Καλλιφατίδης. Χάρη στη μουσική του Θεοδωράκη έγιναν παντού γνωστοί ο Σεφέρης, ο Ελύτης και ο Ρίτσος. Οι δύο πρώτοι έλαβαν και το βραβείο Νομπέλ.

Εκτός από την πατρίδα σας, τη Σουηδία, περνάτε κάποιο διάστημα κάθε χρόνο και στην Ελλάδα. Τι είναι αυτό που σας ελκύει εδώ;
Όπου και να βρεθώ στην Ελλάδα, με δέχονται καλά. Πάντα ονειρευόμουν τη Μεσόγειο. Να μπορώ να κόψω ένα λεμόνι από το παράθυρό μου και να έχω έναν μικρό ελαιώνα. Τώρα τ' όνειρό μου έγινε πραγματικότητα, αλλά δεν κόβω λεμόνια από το παράθυρο. Οι κατσίκες έφαγαν τον κορμό της λεμονιάς και το δέντρο ξεράθηκε. Φύτεψα μια καινούργια που βγάζει πολλά λεμόνια, δέκα μέτρα πιο μακριά... Νιώθω πως η Ελλάδα με τραβάει όλο και περισσότερο... Και οι Έλληνες και οι Σουηδοί βιάζονται, έχουν στρες, μα οι Έλληνες είναι πάντα ευγενικοί, κι εγώ νιώθω πιο ήρεμος στον τόπο σας, λατρεύω την ελληνική φύση. Γι' αυτό τον λόγο κάνω αγώνα μαζί με τους κατοίκους στην Καλλιρρόη και στους Κωνσταντίνους προκειμένου να σώσουμε τους ελαιώνες μας από τα τερατώδη σχέδια της Εταιρείας που θέλει να εγκαταστήσει εργοστάσιο διαχείρισης απορριμμάτων στο πανέμορφο περιβάλλον. Όταν η χώρα έχει οικονομικές δυσκολίες, είναι σημαντικό να μη λαμβάνονται βεβιασμένες αποφάσεις που οι επερχόμενες γενιές θα καταδικάσουν.

Πληροφορηθήκαμε ότι ασχολείστε και με την εθελοντική εργασία. Σε ποιους τομείς δραστηριοποιείστε;
Δουλεύω με άστεγες γυναίκες. Ανοίξαμε ένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής και έχουμε εκδώσει δύο ανθολογίες. Συναντιόμαστε κάθε Πέμπτη και η κοινή προσπάθεια μας δίνει πολλά. Το 1999 έγραψα ένα βιβλίο για τους ζητιάνους. Είχα επηρεαστεί και απ' όσα είδα στην Αθήνα. Επιθυμία μου ήταν να ξεκινήσει ένας διάλογος πάνω στο θέμα, όμως οι κριτικοί είδαν μόνο τη λογοτεχνική πλευρά. Τότε ένιωσα να εγκλωβίζομαι στον ρόλο του συγγραφέα και αποφάσισα να εργαστώ εθελοντικά με άστεγους. Άλλαξαν πολλά πράγματα στη ζωή μου. Απέκτησα καινούργιους φίλους, έγραψα βιβλία που δεν θα είχα γράψει και ποιος ξέρει πού θα οδηγήσει αυτή η ιστορία...

Ποια βιβλία Σουηδών συγγραφέων θα προτείνατε στους αναγνώστες μας;
Στα ελληνικά υπάρχουν ορισμένα βιβλία του Στιγκ Ντάγκερμαν που αξίζει να διαβάσει κανείς, έχουν έντονο σουηδικό ύφος. Επίσης τα ουμανιστικά μυθιστορήματα της Σέλμα Λάγκερλεφ, φυσικά. Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον και τον Στρίντμπεργκ για την υπέροχη γλώσσα του. Πριν από λίγο καιρό μπήκα σ' ένα ελληνικό βιβλιοπωλείο και είδα τον πάγκο γεμάτο με σουηδικά αστυνομικά. Δεν περιμένω να γίνει κάποιο θαύμα, αλλά ελπίζω να καταλαβαίνουν οι αναγνώστες πως όλοι οι Σουηδοί συγγραφείς δεν γράφουν αστυνομικά. Προτείνω το πολύ όμορφο αφήγημα του Άρνε Σουντελίν Και όμως... (Εκδόσεις Μελάνι) και τα υπέροχα παιδικά βιβλία για τον Άλφονς – οι δύο πρώτοι τίτλοι της σειράς μόλις κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Μάρτης.


Τα μηχανάκια του Μανόλη
Γιαν Χένρικ Σβαν
μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη
επιμέλεια-επίμετρο: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
Εντευκτήριο
174 σελ.
Τιμή € 10,00

[Στην τραγωδία δεν υπάρχουν νικητές]



του Κώστα Κουτσουρέλη

πηγή: Facebook

Για την περίπτωση του Νίκου Ρωμανού, έγραφα εδώ λίγες μέρες πριν, λύσεις μαγικές δεν υπάρχουν, κανένα ξόρκι νομικό ή ιδεολογικό δεν πιάνει. Βοήθεια μπορεί να προσφέρει μόνο η φρόνηση, η επιείκεια, η συμπόνια. Οι λίγοι στίχοι που ανάρτησα εδώ το μεσημέρι και οι ολότελα αντιφατικές αντιδράσεις που δέχτηκα, θετικές και αρνητικές, μου το επιβεβαιώνει εκ νέου. Η χώρα ολόκληρη είναι πιασμένη στο δόκανο του μίσους, μόνο μας κίνητρο μοιάζει να είναι πια η εκδίκηση, η τιμωρία, η εξόντωση του Άλλου.

Ο Ρωμανός συμβολίζει όσο κανείς τη σπείρα του κακού. Θύμα της ο ίδιος στην πιο ευάλωτη ηλικία, έχει κάνει σκοπό της ζωής του πια με τον πιο μεγαλόφωνο τρόπο, άρα και τον πιο δεσμευτικό, την Καταστροφή. Αυτό που υπέστη, ζητάει να το επιβάλει. Και επειδή ο κατάδικος δεν γίνεται να εξολοθρεύσει τον πανίσχυρο δεσμοφύλακά του, την καταστροφική του ορμή (και τέτοια αυτός ο εικοσάχρονος έχει τεράστια) την στρέφει επάνω στον εαυτό του, την κάνει αυτοκαταστροφή. Σαν τους Ιάπωνες ήρωες που δεν γνωρίζουν πιο ατιμωτική εκδίκηση απ' το να κρεμαστούν στο ανώφλι του αντιπάλου τους, ο Ρωμανός μας απειλεί με τον πανάρχαιο τρόπο: το αίμα εμού εφ' υμάς...

Το πιο φρικτό όμως δεν είναι αυτό, ο πόνος και το πετρωμένο μίσος ενός παιδιού. Το πιο φρικτό είναι ότι συνωθούμαστε γύρω του όλοι, ίδια κοράκια, και τον παρακινούμε να το κάνει. Ναι, κρεμάσου! τού φωνάζουν οι μισοί, δείξε τους πόσο άθλιοι είναι... Ναι, κρεμάσου! απαντούν οι άλλοι, δεκάρα δεν δίνουμε...

Αν η στάση, αν η λογική αυτή επικρατήσει, στο τέλος το μόνο πια που θα μας ενώνει θα είναι η άθλια κατάληξη. Όμως στην τραγωδία δεν υπάρχουν νικητές. Ο θρίαμβος του Κρέοντα και της Αντιγόνης είναι -πάντα- το τίποτα. Ο Ρωμανός πρέπει να ζήσει όχι για να εκδικηθεί, αλλά για να συγχωρήσει. Και για να ζήσει πρέπει πρώτα να τον συγχωρήσουμε εμείς.

[Η τιτλοδότηση έγινε από το Εντευκτήριο]

Ο Ρωμανός, ο Δεκέμβρης, η σκηνή της σύγκρουσης




του Νικόλα Σεβαστάκη

πηγή: Facebook


Ο Ρωμανός είναι μια συγκεκριμένη ζωή που πρέπει να σωθεί. Δεν είναι ιδέα, ούτε παράδειγμα, ούτε η απόδειξη της φύσης του κράτους ή του χαρακτήρα της συγκεκριμένης κυβέρνησης. Όπως βέβαια ο Δεκέμβρης του 08 ήταν ένα ρήγμα και μια χειρονομία, περισσότερο καταστροφική παρά δημιουργική, ακόμα και με τα κριτήρια ενός εκτός των τειχών ριζοσπαστισμού. Ο Νίκος Ρωμανός πρέπει να ζήσει και να έχει ένα πλαίσιο ευκαιριών, ένα χώρο δυνατοτήτων και ατομικής αξιοπρέπειας για να ξαναδεί τις επιλογές του, να εμμείνει σε αυτές ή ενδεχομένως και να τις αλλάξει. Αλλά αυτό που έρχεται μαζί ή γύρω από τη συγκεκριμένη υπόθεση, αυτό το οποίο «προστίθεται» από τρίτους στο συγκεκριμένο πάσχον σώμα και στο κατηγορώ το οποίο απευθύνει, είναι άλλο: το βλέπει κανείς στις αφίσες, στη συνθηματολογία και στις μυρουδιές αυτών των ημερών. Αυτό το προσθετικό μέλος του μηνός Δεκεμβρίου είναι η μυθολογία του Δεκέμβρη ως περφόρμανς αστικού ανταρτοπόλεμου, καθαρτήριας πυράς και προσομοίωσης μητροπολιτικής εξέγερσης· ο Δεκέμβρης, με άλλα λόγια, ως κιβωτός του νοήματος μιας μάχης που δεν κερδήθηκε το 1944 και γι αυτό «πρέπει» να ξαναδίνεται κάθε χρόνο, στο όνομα του εκάστοτε Δίκιου απέναντι στο αιώνιο Άδικο. Μετά τον Δεκέμβριο του 2008, ο συγκεκριμένος μήνας αποσπάστηκε τρόπον τινά από τη προ-χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα και εντάχτηκε αυθαίρετα στην ιστορία της Λύτρωσης, στο εορτολόγιο της «επερχόμενης Εξέγερσης».

Υπάρχει λοιπόν ένας Δεκέμβρης με οποίον κάποιοι φορτίζουν το δημόσιο κλίμα ως εάν πρόκειται για εξεγερτικό event. Υπάρχει όμως και το πραγματικό τραυματικό γεγονός γι αυτούς που τον έζησαν εντός Ιστορίας και όχι σε κάποιο από τα μεταμοντέρνα σίκουελ των καμένων εξαρχειώτικων κάδων. Θυμάμαι τη μητέρα μου, μικρή κοπέλα της Κυψέλης των χρόνων της Κατοχής και των Δεκεμβριανών. Μιλούσε λοιπόν γι αυτές τις αθηναϊκές μέρες όπως μιλάμε για τον τρόμο, όπως ανασύρουμε κάτι θλιβερό και σκληρό. Μιλούσε αναστενάζοντας για κορίτσια που σκοτώθηκαν για το τίποτα, για τον αγαπημένο φίλο της, ταλαντούχο ποιητή, που τον κομμάτιασε ο όλμος, για τις αγριότητες αντεκδίκησης στη συνοικία της. Και ζούσε ξανά την αγωνία όλης της οικογένειας για τον αδελφό της, δεκαπεντάχρονο Επονίτη της Κατοχής, που τον έκρυψαν σε κάποιο σπίτι συγγενή στη Κηφισιά (ή κάπου εκεί). Τον έκρυψαν τον θείο μου, μέχρι να περάσει το κακό, δηλαδή… αυτό το οποίο έγινε στη συνέχεια «ο Δεκέμβρης του 44».




Όταν λοιπόν τέτοιες μέρες κάθε χρόνο όλα αυτά τα μικροσωματίδια μνήμης και παρόντος, επικαιρότητας και μύθου, γίνονται ένας αγνώριστος δεκεμβριανός πολτός, εγώ ξαναθυμάμαι τη χαμηλή φωνή της μάνας στις συγκεκριμένες αθηναϊκές αφηγήσεις της: τον τρόπο της να δείχνει, αυτή η κομμουνίστρια, ότι ο Δεκέμβρης δεν ήταν κόκκινος αλλά πένθιμος και μαύρος πολύ πριν η έκβασή του γίνει η ήττα των αριστερών. Η φωνή της μου δίδαξε ότι πολλές φορές η απώλεια προηγείται της στρατιωτικής ήττας, ότι συχνά χάνει κανείς πολύ πριν «χάσει τη μάχη».



Ξαναγυρνώντας στον Ρωμανό. Είναι μια ζωή, μια κραυγή, ο άνθρωπος που ωθείται στα όρια ζητώντας κάτι εύλογο και όχι κάτι παράλογο. Το «σύστημα σημασιών» όμως το οποίο στήνεται γύρω από την περίπτωσή του, είναι απαράδεκτο. Γιατί; Μα διότι πάει να συναρμολογηθεί, για άλλη μια φορά, ένας «Δεκέμβρης» στα μέτρα όσων λογαριάζουν παιχνίδι ανατρεπτικό το θάνατο, το μαρτύριο και τη σύγκρουση μέχρις εσχάτων: ενώ κανείς τους (σχεδόν κανείς, για την ακρίβεια) δεν είναι πια σε θέση ούτε έχει λόγο να διεκδικεί το μέχρις εσχάτων που είναι θάνατος και όχι ζωή.

ΦΩΣ ΣΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ



του Γιώργου Κυριακόπουλου

πηγή: Facebook

Tα αρχαϊκά γλυπτά του Εθνικού Μουσείου, τόμος Ι.1


Στα Εξάρχεια μυρίζει μπαρούτι. Σε κάθε γωνία ακροβολισμένος ένας πάνοπλος ένστολος. Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα αραιά, όποιος μπορεί έχει επιλέξει να το αφήσει αλλού. Κάτοικος κανείς στα στενά. Οι πάροδοι της Ακαδημίας αποκλεισμένες με ασπροκόκκινες κορδέλες. Το σκοτάδι εμφαντικό... Ίσως αύριο, ίσως μεθαύριο ίσως το Σάββατο στην επέτειο. Ωσάν όλα και όλοι να περιμένουν τους βαρβάρους. Και δυστυχώς πιστοί στην σκηνοθεσία που ετοίμασαν, θάρθουν. Και οι μεν και οι δε.

Μπήκα στο Εθνικό Μουσείο απ' την έρημη Τοσίτσα. Το βράδυ ήταν εκεί αταίριαστα χαρμόσυνο. Ήσυχοι άνθρωποι, εραστές της τέχνης και της αρχαιολογίας, είχαν έρθει να επιδοκιμάσουν ένα από τα σπουδαιότερα κατορθώματα της ιστορίας της τέχνης, όπως λιτά και κατηγορηματικά το περιέγραψε ο Helmut Kyrieleis. Είχαν έρθει σεμνά και μεθυσμένα, χωρίς το νου τους σε μιά άκαρπη φαντασίωση αρχαιολογίας αμφιπολίτικης, όπως έντονα πλην πονηρά υπονόησε, με την καίρια αντίστιξη που έκανε στον δικό του λόγο, ο Άγγελος Δεληβορριάς. Δεν είχε έρθει μόνο ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές, ο καθηγητής Γιώργος Δεσπίνης. Δεν πρόλαβε να δεί την συγκίνηση στα μάτια του μικρού ακροατηρίου γιά το μνημειώδες έργο που μαζί με τον Νίκο Καλτσά ξεκίνησαν πριν 8 χρόνια.

Ο τόμος Ι.1 με θέμα τα αρχαϊκά γλυπτά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου θα είναι ο πρώτος ενός πολύτιμου Corpus 19 τόμων με το σύνολο των γλυπτών της συλλογής του Μουσείου. Εκτεθειμένης και αποθηκευμένης. Της μεγαλύτερης και σημαντικότερης συλλογής αρχαίας γλυπτικής στον κόσμο, που όπως είπε ο Kyrieleis, κάθε προσπάθεια κατανόησής της χωρίς αυτό το Μουσείο είναι απολύτως αδύνατη.

Ο Νίκος Καλτσάς μας πληροφόρησε ότι η επιστημονική ομάδα προχωρά στην έκδοση δύο ακόμη τόμων, των αναθηματικών αναγλύφων και των 800 ρωμαϊκών πορτρέτων (που τα περισσότερα δεν έχει δει ανθρώπου μάτι). Και μένουν ακόμη 16, γιά μιά ζωή ή γιά περισσότερες.

Υ.Γ.1 Πολύτιμος χορηγός της έκδοσης ήταν το ΤΑΠΑ. Και του οφείλουμε ευγνωμοσύνη. Αλλά την πικρή γεύση την άφησε. Δεν είχε κατορθώσει να κρατήσει ανοιχτό το Πωλητήριο γιά την εκδήλωση. Το βιβλίο δεν μπόρεσε να βρεί τους 100 πρώτους φανατικούς αγοραστές του. Συμπαθάτε με λοιπόν γιά τις ερασιτεχνικές φωτογραφίες. Οι του βιβλίου είναι εξαιρετικές.

Υ.Γ.2 Ούτε λόγος να γίνεται γιά παρουσία των γνωστών Φιλισταίων της Μπουμπουλίνας. Ο ένας δεν θα κατάλαβε την σημασία του εγχειρήματος, η άλλη μισεί τα μεγάλα μουσεία, η τρίτη δεν είχε Τημενίδες γιά να παίξει με τον εθνικό μας οίστρο... Και οι δημοσιογράφοι εξ ίσου απόντες. Όμοιος ομοίω...;


3.12.14

Ο Πάνος Θεοδωρίδης διαβάζει τρία ποιήματά του

Ο Πάνος Θεοδωρίδης διαβάζει τρία ποιήματά του από την ανέκδοτη συλλογή «Arabien», για τη Λογοτεχνική Σκηνή 2012.

Τόπος για να ζεις - Αλεξάνδρα Πλαστήρα


Αλεξάνδρα Πλαστήρα
φωτ.: Γιώργος Κορδομενίδης, 2012


του Χρήστου Σιορίκη

πηγή: http://bagaje-cultural.blogspot.gr


Υπάρχουν βιβλία που επιδρούν πάνω σου, σε διάφορες χρονικές στιγμές, σε κάθε μία από τις οποίες κερδίζουν ένα καινούργιο θαυμασμό από μέρους σου, προσφέροντας νέα απόλαυση. Νιώθεις τότε την ανάγκη να πεις για αυτό που συμβαίνει.
Ένα από τα βιβλία αυτά, για μένα είναι ο Τόπος για να ζεις της Αλεξάνδρας Πλαστήρα (Άγρα, 1999). Θα ήθελα να μπορώ να γράψω μια κριτική για το βιβλίο αυτό, να υποστηρίξω γιατί το θεωρώ τόσο καλό, να δείξω τι ακριβώς καταφέρνει. Όμως, η διαχρονική ένταση αυτής της επαφής δεν μου επιτρέπει ακόμα να συγκεντρώσω σε αυστηρά δομημένο λόγο όλο αυτό που συμβαίνει. Ώστοσο, δε λείπει η προσπάθεια να ειδωθεί το βιβλίο, τα ποιήματα, συστηματικά, ως ένα σώμα το οποίο διατρέχεται από κάποια συγκεκριμένα ρεύματα και που κατοικείται από ανθρώπους και φύσεις.

Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας για συμπύκνωση της εικόνας και της αίσθησης ακολουθεί πιο κάτω, σε μορφή σπονδυλωτού ποιήματος, και περιλαμβάνει αρκετές από τις λέξεις του βιβλίου που καθορίζουν τι κλίμα του τόπου που υπάρχει σε αυτό:




Το ύψος της θημωνιάς

καθορίζει το ύφος της 
– κατά τ' άλλα
μοιάζει με σπίτι

που φτάνει κανείς
στα μισά της ζωής του

        *

Ξέχασε για λίγο
τα ταξίδια
Μα ο χάρτης θα σηκώσει
το σώμα ψηλά

να δει τους δρόμους
που δεν κρύβουν
τα δέντρα

        *

Ένας σπόρος
μέσα στο δάσος
Κάτι που δεν θα καεί
από την αφή
– τα σταφύλια
λες και τα ξέρουν
όλα

στον τρύγο
το βλέμμα
προς τα πάνω
και μετά
χαμηλά
και ξανά το ίδιο

στην κουπαστή
του συντρόφου
        *
Αυτή η ζωή
στρέφει ακίνδυνα
τον άνεμο
– στον ουρανό
τα χρώματα γέφυρα

Θ' ακούσει κανείς

το άνοιγμα του καρπού;

Κρυμμένη στο πατάρι με τις βαλίτσες



της Nataliya R.

πηγή: http://www.protagon.gr

Γεννήθηκα το 1987 στο Symi της Ουκρανίας, από μητέρα Ιστορικό-Κοινωνιολόγο και πατέρα εφοριακό. Κάποια χρόνια αργότερα η Σοβιετική Ένωση διασπάστηκε. Όλοι οι ακαδημαϊκοί έχασαν τις θέσεις τους γιατί θεωρήθηκε ότι υποσκάπτουν το νέο καθεστώς. Έτσι το 1993 η μητέρα μου πήρε εμένα και τον αδελφό μου και έφυγε μακριά από ένα κακοποιητικό οικογενειακό περιβάλλον και ένα κακοποιητικό καθεστώς που την ωθούσε στην ένδεια. Διασχίζοντας τις πόλεις και τις χώρες, διάφοροι ελεγκτές μπήκαν στο τρένο. Όταν πλησίαζαν στο βαγόνι μας, η μητέρα μου συνήθιζε να με κρύβει στο πατάρι με τις βαλίτσες, παιχνίδι το λέγαμε και μου άρεσε. Κάπως έτσι φτάσαμε στην Ελλάδα. Πέρασαν τα χρόνια, έμαθα ελληνικά, πήγα σχολείο, έκανα φίλους, ερωτεύτηκα και μίσησα. Ενσωματώθηκα πλήρως, θα έλεγε κανείς, στην ελληνική κοινωνία. Έφτασα σε τέτοιο σημείο που όταν με ρωτούσαν «Από πού είσαι;» απαντούσα «Από την Καλαμάτα» και όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Το καλοκαίρι του 2003 κάλεσαν την μητέρα μου να ορκιστεί, καθώς μετά από χρόνια ταλαιπωρίας και μεγάλα χρηματικά ποσά, είχε βγει η ελληνική ιθαγένεια. Τη θυμάμαι να λέει στο τηλέφωνο «Σας ευχαριστώ πολύ αλλά δεν μου χρειάζεται πια γιατί πεθαίνω». Έπειτα από δυο μέρες η μητέρα μου πέθανε, και εγώ απέμεινα, μέσα στην οργισμένη εφηβεία μου, μπροστά σε μια στοίβα χαρτιά να αναρωτιέμαι, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, τι είναι η visa, η πράσινη κάρτα, τα ένσημα, η θεώρηση εισόδου; Ψάξε-ψάξε βρήκα την απάντηση, δεν ήταν παιχνίδι το πατάρι με τις βαλίτσες, απλά δεν είχα μπει ποτέ επίσημα στη χώρα, ήμουν «λαθρομετανάστης». Το πραγματικό παιχνίδι τώρα ξεκινούσε.

Παράτησα το σχολείο και έπιασα δουλειά. Βρήκα τζιμάνι δικηγόρο και με ό,τι είχα στα χεριά μου έπρεπε να βγάλω άδεια παραμονής. Ξεκίνησα με έναν νόμο περί οικογενειακής συνένωσης και αποθανόντα κηδεμόνα, τον οποίο και παρουσίασα στη δικηγόρο μου, που συμφώνησε ότι μας κάνει. Η αίτησή μου ήταν υπό εξέταση για 2 χρόνια, δεν απαντήθηκε ποτέ. Έψαξα για άλλη οδό. Συμφώνησα με τον εξαφανισμένο έλληνα πατριό μου να με υιοθετήσει, τα έξοδα δικά μου εννοείται. Βρήκα άλλον δικηγόρο. Όλο όριζε δικάσιμους και όλο κάτι του έλειπε και το αναβάλλαμε. Περνούσε ο χρόνος, χρήματα ο δικηγόρος, χρήματα το ινστιτούτο μεταφράσεων, χρήματα και το δικαστήριο (από ό,τι μου έλεγε ο δικηγόρος). Στην τελευταία ακύρωση της διαδικασίας πήρα τηλέφωνο στα δικαστήρια και έδωσα τα ονόματά μας, προφανώς και δεν είχε οριστεί ποτέ τίποτα. Η απάντηση του πατριού μου: «Γίνονται και αυτά». Η απάντηση του δικηγόρου: «Και τι θα μου κάνεις;». Προφανώς και δεν μπορούσα να του κάνω τίποτα. Με τούτα και με εκείνα ενηλικιώθηκα. Βρήκα άλλον δικηγόρο. Γνωστό από το φιλικό μου περιβάλλον. Μου έβγαλε την πολυπόθητη μπλε βεβαίωση, ίσχυε για ένα χρόνο, μεγάλη χαρά. Όταν έληξε, πήγα στην περιφέρεια, με υπερχειλίζουσα  αυτοπεποίθηση, για να ανανεώσω.

«Αυτό είναι πλαστό κυρία μου, ή το πετάτε και φεύγετε ή καλώ την αστυνομία». Έπαθα σοκ.
«Και τι θα κάνω;» ρώτησα.
«Να πάτε στη χώρα σας».
«Μα δεν έχω πού να πάω», απολογήθηκα σαν κουτάβι που το μαλώνουν.
«Τότε παντρέψου και κάνε παιδί, εύκολο είναι».


Κάπως έτσι ναυάγησε και αυτό. Έκτοτε βρήκα διάφορους δικηγόρους. Άλλοι με ρώτησαν αν είμαι διάσημη, άλλοι αν είμαι αθλήτρια, άλλοι μου έταξαν παραθυράκια στον νόμο, όλα με το αζημίωτο φυσικά. Και περνούσαν τα χρόνια.

Πώς ζούσα όλα αυτά τα χρόνια; Κρυμμένη στο πατάρι με τις βαλίτσες. Δούλευα από δεκαπέντε χρονών και δεν είχα ούτε ένα ένσημο. Κανένας εργοδότης δεν ήθελε να σπαταλήσει τα λεφτά του για τα ένσημά μου, από την άλλη δεν ήθελαν να έχουν και προβλήματα με τον νόμο. Όταν ερχόταν ο έλεγχος, έτρεχα να γράψω το όνομα μου στο βιβλίο προσωπικού, για τις δικές μου ανάγκες ούτε λόγος. Συνέχιζα να ζω παράνομη. Πωρωμένοι αστυνομικοί με έδιωχναν από τα νησιά που δούλευα, ή άλλοτε μου τη χάριζαν γιατί είμαι «όμορφη και φαίνομαι καλό κορίτσι». Έμαθα να αποφεύγω τις νάρκες όσο μπορούσα. Δεν έκανα παρέα με ξένους. Δεν πήγαινα στις πορείες. Έμενα μακριά από όλων των ειδών τους ελεγκτές, ακόμα και λεωφορείου. Μακριά από ενοικιάσεις, συμβόλαια, καταθέσεις τραπεζών, λογαριασμούς στο όνομα μου, και βασικότερο από όλα μακριά από τα ταξίδια στο εξωτερικό. Μακριά από τη φυσιολογική ζωή που έκαναν όλοι οι φίλοι μου.

«Είναι απαράδεκτο αυτό που συμβαίνει, κάντε κάτι» είπε η φίλη μου, δικηγόρος κι αυτή, μια μέρα στο υπουργείο εσωτερικών, όπου με είχε σύρει. Τους έδειξα τη στοίβα με ό,τι είχα και δεν είχα από χαρτιά. Βρήκαν τυχαία και εκείνη την αρχική μου αίτηση που είχα κάνει στα 16 μου. Δεν προχώρησε γιατί κανείς δεν υπέγραφε, μου είπαν. Η υπάλληλος μας είπε να περιμένουμε στον διάδρομο. Μιάμιση ώρα αργότερα, η φίλη μου είχε ήδη φύγει, η υπάλληλος με βρήκε στο διάδρομο να κλαίω με λυγμούς. Πήρε το διαβατήριο που κρατούσα στα χέρια μου και μου κόλλησε κάτι, «Καλώς ήρθες στην Ελλάδα» μου είπε. Μόλις είχα λάβει νόμιμη άδεια παραμονής, «Για εξαιρετικούς λογούς». Γύρος παιχνιδιού, δεύτερος.   
Άρχισα να ανανεώνω κάθε χρόνο για λόγους σπουδών, καθώς ήδη φοιτούσα σε κολέγιο. Έπρεπε όμως να δουλεύω κιόλας, αλλά ο νόμος λέει να διαλέξεις ένα από τα δύο. Την πρώτη φορά δέχτηκαν και τα δύο, το επόμενο έτος δεν το δέχτηκαν, το μεθεπόμενο δεν ήταν σίγουροι, καθώς οι υπάλληλοι άλλαζαν με απίστευτες ταχύτητες. Παράβολα, ένσημα, αναμονή σε ατέλειωτες ουρές, προσφώνηση πάντα στον ενικό με απαξιωτικό και ενοχλημένο ύφος. Λίστες αναμονής που κρατιόνταν από τις τρεις τα μεσάνυχτα, από τύπους που φοβόσουν να πλησιάσεις. Από τύπους που ήθελαν 20ευρα για να γράψεις το όνομά σου στους πρώτους 100, που εντελώς τυχαία ήταν γραμμένοι όλοι με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα. Δικηγόροι που περνούσαν χωρίς σειρά και ψώνιζαν 50ευρα για να σε περάσουν μαζί τους. Και αφού περίμενα στις ατέλειωτες ουρές για μια ερώτηση, ρωτούσα ταυτόχρονα και τον εαυτό μου «Γιατί τα κάνω όλα αυτά, γιατί ήρθαμε εδώ, γιατί τόση ταλαιπωρία;». Μετά γυρνούσα στους φίλους μου και καταλάβαινα γιατί. Για μια θέση σε αυτήν την κοινωνία, ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπώ.

Εάν δεν γνώριζα τυχαία την Όλγα, αυτή η ιστορία θα έμενε κρυμμένη μαζί μου στο πατάρι, και την ευχαριστώ. Δεν γράφω τα παραπάνω με θυμό ή κάποιο φυλετικό μίσος, αλλά με την ελπίδα να προοδεύσει ο τόπος που με μεγάλωσε. Όλα όσα αναφέρω έγιναν από Έλληνες πολίτες, όπως γίνονται και από Ουκρανούς πολίτες προς τους δικούς τους μετανάστες, λαμόγια υπάρχουν σε κάθε έθνος. Δεν παίρνουμε τις δουλειές σας, ούτε βγάζουμε τα χρήματα της χώρας έξω από τα σύνορα. Κάποια δημόσια ταμεία έχουν σωθεί αποκλειστικά από τις καταβολές αλλοδαπών. Δεν έχουμε έρθει για να σκοτώσουμε, αλλά για να γίνουμε γιατροί, μάγειρες, καλλιτέχνες, δικηγόροι, ταμίες, χτίστες, οδηγοί, φωτογράφοι, ζαχαροπλάστες, υδραυλικοί, πωλητές η ψυχολόγοι, όπως και εσείς. Έχουμε έρθει ή μας έχουν φέρει για να ζήσουμε. Να ζήσουμε κάτω από τον ίδιο ουρανό που ζούμε όλοι, άσπροι, μαύροι, πράσινοι ή μπλε.

*Το Generation 2.0 "τρέχει" την καμπάνια Ισότιμοι Πολίτες για το Δικαίωμα στην Ιθαγένεια για όλα τα παιδιά που έχουν γεννηθεί ή μεγαλώσει στην Ελλάδα από μετανάστες γονείς.

1.12.14

«Με τα λόγια (γίνεται)»: 4 βιβλία της Κατοχής


Συγκράτα τις καρδιές μας με το μαύρο 
του πόνου σου κρασίδυνάμωνέ τις [4]
Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο [2]
μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια [1]
Γίνονται τα γεράνια αγριωπά
και πώς να το ανεχτούν
να τρέχει η αγάπη μας
τόσο πιο πέρα; [3]

*

Με αφορμή την 70η επέτειο από την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου για την Ελλάδα, το "Με τα λόγια (γίνεται)αφιερώνει την 2η εκδήλωση της 4ης περιόδου του σε 4 βιβλία που γράφτηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής. Την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014, στις 19:30, με ελεύθερη είσοδο, στο Θέατρο τηςΕλληνοαμερικανικής Ένωσης (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι), 14 σύγχρονοι ποιητές και ποιήτριες, οι:

Δημήτρης Άλλος, Ορφέας Απέργης, Άννα Γρίβα, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Δήμητρα Κωτούλα, Παυλίνα Μάρβιν, Γιάννα Μπούκοβα, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Γιάννης Πατίλης, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Χρήστος Σιορίκης, Δανάη Σιώζιου και Μαρία Τοπάλη,

επιλέγουν, διαβάζουν, και σχολιάζουν, από τα βιβλία:

Αμοργός, του Νίκου Γκάτσου [1]
Μπολιβάρ, του Νίκου Εγγονόπουλου [2]
Ursa Minor, του Τάκη Παπατσώνη [3], και
Ακριτικά, του Άγγελου Σικελιανού [4].

Για την αύξηση του ΦΠΑ στα βιβλία


Για την αύξηση του ΦΠΑ στα βιβλία όπου συζητείται μέχρι και ο διπλασιασμός του από 6,5% σε 13%.

​ 
Καλό είναι πριν από οποιαδήποτε άλλη κουβέντα να ξεκαθαρίσουμε πρώτα το εξής: Ο χαμηλός συντελεστής του ΦΠΑ στο βιβλίο (ο ποίος έχει αυξηθεί ήδη 2 φορές τα τελευταία 5 χρόνια) δεν αποτελεί συντεχνιακό προνόμιο, ούτε φιλευσπλαχνία της εκάστοτε κυβέρνησης. Αποτελεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα που προστατεύεται ευλαβικά σε όλον τον επονομαζόμενο πολιτισμένο κόσμο, και έχει κατοχυρωθεί από την ΟΥΝΕΣΚΟ με ψήφισμά της, ήδη από το 1971, χωρίς να έχει υπάρξει κάποια αναθεώρηση από τότε. Ονομάζεται «ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ» και στο τελευταίο άρθρο ΙΧ γράφει:
«Για να είναι προσιτά σ' όλους τα δημιουργημένα μέσα στον κόσμο έργα, γεγονός ύψιστης σπουδαιότητας, τα βιβλία πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Εμπόδια, όπως τελωνειακά τιμολόγια και φόροι, μπορούν να καταργηθούν με μια γενική εφαρμογή των συμφωνιών τής Ουνέσκο και με άλλες συστάσεις και διεθνείς συνθήκες πού συναφθήκανε γι' αυτό τον σκοπό. Οι άδειες εισαγωγής και το αναγκαίο συνάλλαγμα για την αγορά βιβλίων και πρώτων υλών προοριζο­μένων για την κατασκευή βιβλίων πρέπει να παρέχονται παντού ελεύθερα και πρέ­πει να υποβιβαστούν στο ελάχιστο οι εσωτερικοί φόροι και οι άλλες επιβαρύνσεις της εμπορίας του βιβλίου.

Ο «ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ​ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη το 1972 και τον αναδημοσιεύουμε από εκεί. Το κείμενο ολόκληρο σε pdf υπάρχει στο farfoulas.gr  
Διαβάζοντάς το θα παρατηρήσει κανείς ότι η Ελληνική Πολιτεία όχι μόνο δεν προστατεύει το βιβλίο όσο αφορά το ΦΠΑ, αλλά καταστρατηγεί τους κανονισμούς αυτούς και σε άλλα ουσιαστικά σημεία, όπως η απαλλαγή των τελών για την διακίνηση των βιβλίων μέσω των ταχυδρομείων (βλ. άρθρο VI για τους βιβλιοπώλες).









Η εποχή του θερισμού



[Ένας 20χρονος κρατούμενος για ληστεία σε τράπεζα αργοπεθαίνει κάνοντας απεργία πείνας επειδή του αρνούνται το δικαιώμα στη μόρφωση. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση αρνούνται να κάνουν διάλογο με κάποιον που αμφισβητεί το δημοκρατικό πολίτευμα και επιδιώκει την ανατροπή του: κατηγορήθηκε για συμμετοχή στους Πυρήνες της Φωτιάς, αν και το δικαστήριο τον καταδίκασε μόνο για τη ληστεία. Είναι τα ίδια κόμματα, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, που κυβέρνησαν τη χώρα εναλλάξ από το 1974 και μετά και τώρα αρνούνται πεισματικά, σαν κακομαθημένα παιδιά, να δουν τις ευθύνες τους για την κοινωνία που δημιούργησαν. 
Οι καθωσπρέπει και φιλήσυχοι νοικοκυραίοι, που ψηφίζουν τα δύο αυτά κόμματα, αδιαφορουν για τον ενδεχόμενο θάνατο του Νίκου Ρωμανού (που τον Δεκέμβριο του 2008 είδε να σκοτώνεται, χωρίς λόγο, από σφαίρα αστυνομικού ο φίλος του και συμμαθητής του Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος), γιατί δεν πρόκειται για το δικό τους παιδί, επειδή πιστεύουν πως δεν θα μπορούσε να είναι το δικό τους παιδί. Δεν ξέρω αν κάποια στιγμή βελτιωθεί η οικονομική κατάσταση της χώρας. Αλλά αμφιβάλλω πολύ σοβαρά για το αν και πότε θα αλλάξει, θα σοβαρευτεί, θα ωριμάσει η ελληνική κοινωνία. ― Γιώργος Κορδομενίδης]


του Τέλλου Φίλη [δημοσιεύτηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2013]

πηγή: http://www.parallaximag.gr

Τώρα που οι 16χρονοι του 2008, έχουν γίνει 20χρονοι, τώρα θα θερίσετε ότι σπείρατε εκείνον τον Δεκέμβρη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Όλοι εσείς που καταδικάζατε την βία από όπου κι αν προέρχεται. Τώρα που οι 16χρονοι έχουν περάσει στα πανεπιστήμια, πήγαν στα πρώτα party στρατολόγησης των κομμάτων, για να έχουν πρόσβαση στις σημειώσεις, μπας και περάσουν εύκολα το μάθημα για ένα πτυχίο χωρίς αντίκρισμα.

Τώρα που από τους γονείς τους ο ένας είναι άνεργος κι ο άλλος με συρρικνωμένο μισθό, τώρα που η TV σα να μη τρέχει τίποτε εξακολουθεί να πουλάει τρόπους ζωής που δεν είναι εφικτοί και το αξίωμα «καλός είναι όποιος έχει φράγκα» παραμένει αμετακίνητο σαν πρώτη μοναδική αξία στην χώρα τού δίχως αύριο. Τώρα που κλείνουν τα μουσικά σχολεία και αντιμετωπίζουν τους μαθητές ως γραφικούς όταν κι αν διαμαρτυρηθούν, τώρα που η προοπτική όποιας εργασίας ανήκει στη σφαίρα του εξωπραγματικού, τώρα που πρέπει να πάρει το νέο smart phone, το αυτοκίνητο για να βγάλει γκόμενα, τα trendy ρούχα για τα trendy party γιατί μόνο αυτά προωθούνται και διαφημίζονται, τώρα αρχίζει να διαφαίνεται το μέγεθος της ευθύνης για την τερατογέννεση που κατάφερε να κάνει η γενιά των πενηντάρηδων στη νεολαία μας.

Κι αυτό κάνει όλη την κοινωνία μας το ίδιο υπεύθυνη, αν όχι περισσότερο εγκληματική, μόνο που όσοι σήμερα το πρωί δεν κυκλοφορούμε με πρησμένα από τη μπουνιά ματιά και λαιμούς με Photoshop καλυμμένους στην αγορά, δεν σημαίνει ότι είμαστε αθώοι, αλλά ότι απλά διαφεύγουμε της σύλληψης. Κι όσο αντί να νιώσουμε την ευθύνη που μας αναλογεί, ήρεμοι συνεχίζουμε την επιβίωση μας, τόσο χειρότερη κάνουμε την ώρα που θα χρειαστεί να ομολογήσουμε το πόσο και γιατί φταίμε. Κι όσο κάτι σημειώματα σαν αυτό τα αντιμετωπίζουμε ως γραφικά και μακριά από μας, τόσο η κοινωνία μας βαδίζει όλο και πιο κάτω, όλο και πιο χαμηλά, χωρίς ίχνη επανάκαψης, χωρίς ελπίδα σωτηρίας.


Ναι είναι δυσβάστακτη η εποχή του θερισμού, γιατί οι πρώτοι που θα εκπλαγούν, θα είναι οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι που ακόμη και τώρα, χωρίς ντροπή με ελαφρότητα, ομολογούν και σχολιαζουν ότι ένα παιδί 20 χρονών είναι εγκληματίας και τρομοκράτης κι αυτοί τα αθώα ανυπεράσπιστα θύματα του.
Τώρα που οι 16χρονοι του 2008, έχουν γίνει 20χρονοι, τώρα θα θερίσετε ότι σπείρατε εκείνον τον Δεκέμβρη του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Όλοι εσείς που καταδικάζατε την βία από όπου κι αν προέρχεται. Τώρα που οι 16χρονοι έχουν περάσει στα πανεπιστήμια, πήγαν στα πρώτα party στρατολόγησης των κομμάτων, για να έχουν πρόσβαση στις σημειώσεις, μπας και περάσουν εύκολα το μάθημα για ένα πτυχίο χωρίς αντίκρισμα.
Τώρα που οι γονείς τους, ο ένας είναι άνεργος κι ο άλλος με συρρικνωμένο μισθό, τώρα που η TV σα να μη τρέχει τίποτε εξακολουθεί να πουλάει τρόπους ζωής που δεν είναι εφικτοί και το αξίωμα « καλός είναι όποιος έχει φράγκα» παραμένει αμετακίνητο σαν πρώτη μοναδική αξία στην χώρα του δίχως αύριο. Τώρα που κλείνουν τα μουσικά σχολεία και αντιμετωπίζουν τους μαθητές ως γραφικούς όταν κι αν διαμαρτυρηθούν, τώρα που η προοπτική όποιας εργασίας ανήκει στη σφαίρα του εξωπραγματικού, τώρα που πρέπει να πάρει το νέο smart phone, το αυτοκίνητο για να βγάλει γκόμενα, τα trendy ρούχα για τα trendy party γιατί μόνο αυτά προωθούνται και διαφημίζονται, τώρα αρχίζει να διαφαίνεται το μέγεθος της ευθύνης για την τερατογέννεση που κατάφερε να κάνει η γενιά των πενηντάρηδων στη νεολαία μας.
Κι αυτό κάνει όλη την κοινωνία μας το ίδιο υπεύθυνη, αν όχι περισσότερο εγκληματική, μόνο που όσοι σήμερα το πρωί δεν κυκλοφορούμε με πρησμένα από τη μπουνιά ματιά και λαιμούς με Photoshop καλυμμένους στην αγορά, δεν σημαίνει ότι είμαστε αθώοι, αλλά ότι απλά διαφεύγουμε της σύλληψης. Κι όσο αντί να νιώσουμε την ευθύνη που μας αναλογεί, ήρεμοι συνεχίζουμε την επιβίωση μας, τόσο χειρότερη κάνουμε την ώρα που θα χρειαστεί να ομολογήσουμε το πόσο και γιατί φταίμε. Κι όσο κάτι σημειώματα σαν αυτό τα αντιμετωπίζουμε ως γραφικά και μακριά από μας, τόσο η κοινωνία μας βαδίζει όλο και πιο κάτω, όλο και πιο χαμηλά, χωρίς ίχνη επανάκαψης, χωρίς ελπίδα σωτηρίας.
Ναι είναι δυσβάστακτη η εποχή του θερισμού, γιατί οι πρώτοι που θα εκπλαγούν, θα είναι οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι που ακόμη και τώρα, χωρίς ντροπή με ελαφρότητα, ομολογούν και σχολιαζουν ότι ένα παιδί 20 χρονών είναι εγκληματίας και τρομοκράτης κι αυτοί τα αθώα ανυπεράσπιστα θύματα του.
- See more at: http://www.parallaximag.gr/parallax-view/i-epohi-toy-therismoy#sthash.VGrxCWPd.BSZpe66u.dpuf